ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ

 

 

 

Γεννᾶται μὲν ἀκριβῶς ἐκ κόρης μιαρᾶς, ἀλλὰ δὲν σαρκοῦται τοιουτοτρόπως. Θά ἔλθῃ δὲ ὁ παμμίαρος ἐν σχήματι τοιούτω, ὡς κλέπτης, διὰ νὰ ἀπατήσῃ τὰ σύμπαντα. Θά ᾖναι ταπεινός, ἥσυχος, θὰ μισῇ τὴν ἀδικίαν, θὰ ἀποστρέφηται τὰ εἴδωλα, θὰ προτιμᾷ τὴν εὐσέβειαν, ἀγαθός, φιλόπτωχος, εὐηδὴς καθ' ὑπερβολήν, εὐκατάστατος, ἱλαρὸς εἰς ὅλους, θὰ τιμᾷ πολὺ τὸ γένος τῶν Ἰουδαίων, διότι αὐτοὶ προσμένουσι τὴν ἔλευσιν ἐκείνου.Μεταξὺ δὲ πάντων τούτων, θὰ ἐκτελῇ σημεῖα καὶ τέρατα, φόβητρα μὲ πολλὴν ἐξουσίαν, θὰ προσπαθῇ δολίως νὰ ἀρέσῃ εἰς ὅλους, διὰ νὰ ἀγαπηθῇ ταχέως ἀπὸ πολλούς, δὲν θὰ λάβῃ δῶρα, δὲν θὰ λαλήσῃ μεθ' ἡμῶν, θὰ φαίνηται κατηφής, θὰ ἐξαπατᾷ τὸν κόσμον ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς εὐταξίας, ἕως οὗ βασιλεύσῃ. Ὅταν λοιπὸν ἴδωσι λαοὶ πολλοὶ καὶ δῆμοι τοιαύτας ἀρετὰς καὶ δυνάμεις, ἑννοῦνται ὅλοι συγχρόνως μὲ μίαν γνώμην, καὶ μὲ χαρὰν μεγάλην κηρύσσουσι αὐτὸν βασιλέαν, λέγοντες μεταξύ των.

 

 
Πολλῶν προσευχῶν καὶ δακρύων ἔχομεν ἀνάγκην ἀγαπητοί, διὰ νὰ εὑρεθῶμεν ἀκλόνητοι εἰς τοὺς πειρασμούς. Διότι πολλά εἶναι τὰ φαντάσματα, τὰ ὁποία γίνονται ἀπό τὸ θηρίον. Διότι ἐπειδὴ εἶναι Θεόμαχον θέλει ὅλοι ν' ἀπολεσθῶσι διότι τοιοῦτον τρόπον μεταχειρίζετα ὁ Τύραννος, ὥστε ὅλοι νὰ βαστάζωσι τὴν σφραγίδα τοῦ Θηρίου ὅταν θὰ ἔλθῃ ν' ἀπατήσῃ τὰ σύμπαντα.Προσέχετε, ἀδελφοί μου, τὴν ὑπερβολήν τοῦ θηρίου διότι μεταχειρίζεται διάφορα τεχνάσματα πονηρίας. Ἄρχεται ἀπό τὴν γαστέρα ἵνα ὅταν τις στενοχωρηθῇ μὴ ἔχων φαγητά, ἀναγκασθῆ νὰ λάβῃ τὴν σφραγίδα ἐκείνου, ὄχι ὡς ἔτυχεν, εἰς πᾶν μέρος τοῦ σώματος,ἀλλ' εἰς τὴν δεξιάν χείρα καὶ εἰς τὸ μέτωπον, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ ἐξουσίαν ὁ ἄνθρωπος νὰ κάμῃ μὲ αὐτήν τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, μήτε πάλιν εἰς τὸ μέτωπον νὰ σημειώσῃ τὸ ἅγιον ὄνομα τοῦ Κυρίου. Διότι γνωρίζει ὁ ἄθλιος, ὅτι ὅταν ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου σφραγισθῇ ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου λύει πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ Ἐχθροῦ καὶ διὰ τοῦτο σφραγίζει τὴν δεξιάν τοῦ ἀνθρώπου.Λοιπόν, ἀδελφοί μου, φρικτὸς εἶναι ὁ ἀγὼν εἰς ὅλους τοὺς φιλοχρίστους ἀνθρώπους, ἵνα μέχρις ὥρας τοῦ θανάτου μὴ δειλιάσωσι, μηδὲ ἀμελήσωσιν, ὅταν χαράσσῃ ὁ Δράκων τὴν σφραγῖδά του, ἀντὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Διότι πάντα τρόπον μεταχειρίζεται, ἵνα οὐδόλως ὀνομάζηται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος εἰς τὸν καιρόν τοῦτον. Τοῦτον δὲ κάμνει φοβούμενος καὶ τρέμων τὴν ἁγίαν δύναμιν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν. Διότι ἐὰν τις δέν σφραγίζηται μὲ τὴν σφραγῖδα ἐκείνου, δὲν γίνεται αἰχμάλωτος εἰς τὰ φαντάσματα ἐκείνου, οὔτε ὁ Κύριος ἀπομακρύνετα ἀπ' αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸν φοβίζει καὶ τὸν σύρει, πρὸς ἑαυτόν. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ἀδελφοί, μετὰ πάσης ἀκριβείας, ὅτι τὰ φαντάσματα τοῦ ἐχθροῦ εἶναι ἀποτρόπαια. Ὁ δὲ Κύριος ἡμῶν ἔρχεται μὲ γαλήνην διὰ ν' ἀποκρούση δι' ἡμᾶς τὰ τεχνάσματα τοῦ Θηρίου. Τὴν στερεὰν πίστιν τοῦ Χριστοῦ εἰλικρινώς βαστάζοντες, θὰ κάμωμεν τὴν δύναμιν τοῦ τυράννου εὐκλόνιστον. Ἄς ἀποκτήσωμεν λογισμόν ἀμετάθετον καὶ σταθερότητα, καὶ τότε ἀπομακρύνεται ἀφ' ἡμῶν ὁ ἀσθενής ἐχθρός, μὴ ἔχων τὶ νὰ κάμῃ. Ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος παρακαλῶ ὑμᾶς, ἀδελφοί φιλόχριστοι, ἄς μὴ γινώμεθα μαλθακοί, ἀλλὰ μᾶλλον δυνατοὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, διότι ἀπαραίτητος ἀγὼν εἶναι ἐπὶ θύρας· ἄς ἀναλάβωμεν λοιπόν τὸν θυρεόν τῆς πίστεως. Ἕτοιμοι λοιπόν γίνεσθε καθώς πιστοὶ οἰκέται, μὴ δεχόμενοι ἄλλον· ἐπειδὴ ὁ κλέπτης, καὶ ἀλάστωρ, καὶ ἄσπλαγχνος μέλλει νὰ ἔλθῃ πρῶτος εἰς ὡρισμένους καιρούς, θέλων νὰ κλέψῃ, νὰ θύσῃ, καὶ νὰ ἀπολέσῃ τὴν ἐκλεκτὴν ποίμνην τοῦ ἀληθινοῦ ποιμένος Χριστοῦ, καὶ ἐπὶ τούτω ἀναλαμβάνει σχῆμα τοῦ ἀληθινοῦ ποιμένος.Ἄς μάθωμεν, ὦ φίλοι, μὲ ποῖον σχῆμα ἔρχεται εἰς τὴν γῆν ὁ ἀναίσχυντος ὄφις. Ἐπειδὴ ὁ Σωτήρ, θέλων νὰ σώσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος, ἐτέχθη ἐκ Παρθένου, καὶ ἐν σχήματι ἀνθρώπου ἐπάτησε τὸν ἐχθρόν μὲ τὴν ἁγίαν δύναμιν τῆς Θεότητος Αὐτοῦ, ἠθέλησε καὶ οὗτος ν' ἀναλάβῃ τὸ σχῆμα τῆς αὐτοῦ παρουσίας διὰ νὰ μᾶς ἀπατήσῃ. Ὁ δὲ Κύριος ἡμῶν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν γῆν ἐν νεφέλαις φωτειναῖς ὡς ἀστραπὴ φοβερά, ὁ δὲ ἐχθρὸς δὲν θὰ ἔλθῃ τοιουτοτρόπως, διότι εἶναι ἀποστάτης. Γεννᾶται μὲν ἀκριβῶς ἐκ κόρης μιαρᾶς, ἀλλὰ δὲν σαρκοῦται τοιουτοτρόπως. Θά ἔλθῃ δὲ ὁ παμμίαρος ἐν σχήματι τοιούτω, ὡς κλέπτης, διὰ νὰ ἀπατήσῃ τὰ σύμπαντα. Θά ᾖναι ταπεινός, ἥσυχος, θὰ μισῇ τὴν ἀδικίαν, θὰ ἀποστρέφηται τὰ εἴδωλα, θὰ προτιμᾷ τὴν εὐσέβειαν, ἀγαθός, φιλόπτωχος, εὐηδὴς καθ' ὑπερβολήν, εὐκατάστατος, ἱλαρὸς εἰς ὅλους, θὰ τιμᾷ πολὺ τὸ γένος τῶν Ἰουδαίων, διότι αὐτοὶ προσμένουσι τὴν ἔλευσιν ἐκείνου.Μεταξὺ δὲ πάντων τούτων, θὰ ἐκτελῇ σημεῖα καὶ τέρατα, φόβητρα μὲ πολλὴν ἐξουσίαν, θὰ προσπαθῇ δολίως νὰ ἀρέσῃ εἰς ὅλους, διὰ νὰ ἀγαπηθῇ ταχέως ἀπὸ πολλούς, δὲν θὰ λάβῃ δῶρα, δὲν θὰ λαλήσῃ μεθ' ἡμῶν, θὰ φαίνηται κατηφής, θὰ ἐξαπατᾷ τὸν κόσμον ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς εὐταξίας, ἕως οὗ βασιλεύσῃ. Ὅταν λοιπὸν ἴδωσι λαοὶ πολλοὶ καὶ δῆμοι τοιαύτας ἀρετὰς καὶ δυνάμεις, ἑννοῦνται ὅλοι συγχρόνως μὲ μίαν γνώμην, καὶ μὲ χαρὰν μεγάλην κηρύσσουσι αὐτὸν βασιλέαν, λέγοντες μεταξύ των. Μήπως ἆρα εὑρίσκεται ἄνθρωπος ἄλλος τόσον ἀγαθὸς καὶ δίκαιος; Ἀνορθοῦται δὲ εὐθέως ἡ βασιλεία ἐκείνου, καὶ θὰ παρατάξῃ μεθ' ἡμῶν τρεῖς βασιλεῖς μεγάλους. Ἔπειτα ὑψοῦται ἡ καρδία του καὶ θὰ ἐμέσῃ ὁ Δράκων τὴν πικρότητά του. Ταράσσων δὲ τὴν οἰκουμένην κινεῖ τὰ πέρατα, θλίβει τὰ σύμπαντα, καὶ μιαίνει τὰς ψυχάς. Ὄχι πλέον ὡς εὐλαβής, ἀλλὰ πολὺ αὐστηρὸς εἰς ὅλα· Ἀπότομος, ὀργίλος, θυμώδης, ἀκατάστατος, φοβερός, ἀηδής, καὶ προσπαθῶν νὰ έμβάλῃ εἰς τὸν βόθρον τῆς ἀσεβείας ὅλον τὸ ἀνθρώπινον γένος. Πληνθύνει σημεῖα ψευδῶς, καὶ ὄχι ἀληθῶς· καὶ ἐνῷ παρίσταται, πολὺς λαὸς καὶ εὐφημεῖ αὐτόν, βάλλει φωνήν ἰσχυράν, ὥστε νὰ σαλευθῇ ὁ τόπος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἴστανται οἱ ὄχλοι, λέγων. Γνωρίσατε ὅλοι οἱ λαοὶ τὴν δύναμίν μου καὶ τὴν ἐξουσίαν· μεταθέτει ὄρη, καὶ ἀνάγει νήσους ἀπό τὴν θάλασσαν μὲ πλάνην καὶ φαντασίαν καὶ ἐνῷ πλανᾷ τὸν κόσμον καὶ φαντάζει τὰ σύμπαντα, πολλοὶ θὰ δοξάζωσι καὶ θὰ πιστεύωσιν αὐτὸν θεὸν ἱσχυρόν.Τότε θὰ θρηνῇ δεινῶς καὶ θὰ στενάζῃ πᾶσα ψυχή· τότε ὅλοι θὰ ὑποφέρωσι θλῆψιν ἀπαραμύθητον, ἡ ὁποία θὰ κατέχῃ αὐτοὺς νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ δὲν θὰ εὑρίσκωσιν οὐδαμοῦ παρηγορίαν. Τότε θὰ ἀποθνήσκωσι τὰ νήπια εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, καὶ πάλιν ἡ μήτηρ θὰ ἀποθνήσκῃ ἐπάνω εἰς τὸ παιδίον· καὶ ὁ πατὴρ μετὰ τῆς γυναικὸς καὶ τῶν τέκνων τοῦ θ' ἀποθνήσκῃ εἰς τὰ αγοράς, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ τις νὰ θάψῃ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς βάλῃ εἰς μνῆμα. Ἀπό τὰ πολλὰ δὲ θνησιμαῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ρίπτονται εἰς τὰς πλατείας, θὰ ὑπάρχῃ παντοῦ δυσωδία, ἡ ὁποία θὰ στενοχωρῇ πολὺ τοὺς ζῶντας. Τὸ πρωῒ ὅλοι θὰ λέγωσι μετ' ὀδύνης καὶ στεναγμῶν πότε θὰ γίνῃ ἑσπέρα νὰ ἀναπαυθῶμεν ὀλίγον; ὅταν δὲ θὰ ἔλθῃ πάλιν ἡ ἑσπέρα θὰ λέγωμεν μὲ πικρότατα δάκρυα, πότε ἆρα θὰ φώτισῃ διὰ ν' ἀποφύγωμεν τὴ θλίψιν, ἡ ὁποία μᾶς κυριεύει; Καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ τόπος νὰ φύγῃ τις καὶ νὰ κρυβῇ, διότι τὰ πάντα θὰ ταραχθῶσι καὶ ἡ θάλασσα καὶ ἡ ξηρά.Διὰ τοῦτο εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ Κύριος: Γρηγορεῖτε δεόμενοι ἀδιαλείπτως νὰ διαφύγητε τὴν θλῖψιν· θὰ ἦναι δυσωδίᾳ ἐν θαλάσσῃ, δυσωδίᾳ ἐπὶ τῆς γῆς, λιμοί, σεισμοί, ἐν θαλάσσῃ σύγχυσις, ἐπὶ τῆς γῆς σύγχυσις, ἐν θαλάσσης φόβητρα, φόβητρα ἐπὶ τῆς γῆς. Χρυσὸς πολύς καὶ ἄργυρος, καὶ μεταξωτά ἱμάτια, ἀλλὰ δέν θέλουσιν ὠφελήσει εἰς τὴν θλίψιν ἐκείνην, καὶ πάντες οἱ ἄνθρωποι μακαρίζουσι τοὺς ὅσοι ἀπέθανον πρίν ἔλθῃ ἡ μεγάλη θλῖψις ἐπὶ γῆς. Διότι ρίπτεται καὶ ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος εἰς τὰς πλατείας, καὶ οὐδείς ἐγγίζει αὐτά· ἐπειδὴ ὅλα εἶναι βδελυκτά. Πάντες σπουδάζουσι νὰ διαφύγωσι καὶ νὰ κρυβῶσιν, ἀλλ' οὐδαμοῦ εὑρίσκουσι τόπον διὰ νὰ κρυβῶσιν ἐκ τῆς θλίψεως. Πρὸς δὲ τούτοις μετὰ τοῦ λιμοῦ καὶ τῆς θλίψεως, καὶ τοῦ φόβου, εὑρίσκονται θηρία καὶ ἑρπετά δάκνοντα, ἔσωθεν φόβος καὶ ἔξωθεν τρόμος· καὶ ἐν νυκτὶ καὶ ἐν ἡμέρα θνησιμαῖα κεῖνται εἰς τὰς πλατείας. Εἰς πλατείας δυσωδία, εἰς τὰς οἰκίας δυσωδία, εἰς τὰς πλατείας πεῖνα καὶ δίψα, εἰς τὰς οἰκίας πεῖνα καὶ δίψα· εἰς τὰς πλατείας φωνὴ κλαυθμοῦ, εἰς τὰς πλατείας θόρυβος, εἰς τὰς οἰκίας θόρυβος· εἰς ἕκαστος μετὰ κλαυθμοῦ συναντᾷ τὸν ἕτερον· πατὴρ τὸ τέκνον καὶ υἱὸς τὸν πατέρα, μήτηρ τὴν θυγατέρα, φίλοι μετὰ φίλων ἐναγκαλισθέντες ἐκλείπουσι καὶ ἀδελφοί μετὰ ἀδελφῶν ἐναγκαλισθέντες ἀποθνήσκωσιν. Ἐμαράνθησαν καὶ τὰ κάλλη τοῦ προσώπου πάσης σαρκός. Γίνονται δὲ αἱ μορφαὶ τῶν ἀνθρώπων ὡς νεκροῦ. Γίνεται βδελυκτὸν καὶ μισητὸν τὸ κάλλος τῶν γυναικῶν. Θέλει μαρανθῇ πᾶσα σάρξ, καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι δὲ ὅσοι ἐπείσθησαν εἰς τὸ φοβερόν θηρίον, καὶ ἔλαβον τὴν σφραγῖδα ἐκείνου, τὸν δυσεβῆ χαρακτῆρα τοῦ μιαροῦ, προστρέχοντες πρὸς αὐτὸν θὰ λέγωσι μετ' ὀδύνης. Δὸς εἰς ἡμᾶς νὰ φάγωμεν καὶ νὰ πίωμεν, διότι πάντες ἀποθνήσκομεν τῆς πείνης, καὶ ἀποδίωξον ἀφ' ἡμῶν πάντα τὰ ἰοβόλα θηρία. Καὶ μὴ ἔχων ὁ ἄθλιος ἀποκρίνεται πολὺ ἀποτόμως λέγων "πόθεν ἐγὼ θὰ δώσω εἰς ὑμᾶς νὰ φάγητε καὶ νὰ πίητε, ὦ ἄνθρωποι, ὁ οὐρανὸς δέν θέλει νὰ δώσῃ βροχήν εἰς τὴν γῆν· ἡ γῆ πάλιν δέν ἔδωκε διόλου θέρος ἤ γεννήματα. Ἀκούοντες δὲ ταῦτα οἱ λαοί, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι, μὴ ἔχοντες παντελῶς παραμυθίαν θλίψεως, ἀλλὰ θὰ γίνῃ εἰς τὴν θλίψιν αὐτῶν θλίψις ἀπερίγραπτος, διότι τόσον προθύμως ἐπίσπευσαν εἰς τὸν Τύραννον. Διότι ἐκεῖνος ὁ ἄθλιος δὲν δύναται οὐδὲ ἑαυτὸν νὰ βοηθήσῃ, καί πῶς θὰ ἐλεήσῃ αὐτούς;Εἰς ἐκείνας τὰς ἡμέρας θὰ γίνῃ μεγάλη ἀνάγκη ἐκ τῆς πολλῆς στενοχώριας τοῦ Δράκοντος καὶ τοῦ φόβου, καὶ τοῦ σεισμοῦ, καὶ τοῦ ἤχου τῆς θαλάσσης, καὶ τοῦ λιμοῦ, καὶ τῆς δίψης, καὶ τῶν δηγμάτων τῶν θηρίων. Πάντες δὲ οἱ λαβόντες τὴν σφραγῖδα τοῦ Ἀντίχριστου, καὶ προσκύνησαντες αὐτόν, ὡς τὸν ἀγαθὸν Θεόν, δέν θέλουσιν ἔχει μερίδα εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ μετὰ τοῦ Δράκοντος θὰ βληθῶσιν εἰς τὴν γέενναν. 
 
 

 

Θέλει μαρανθῇ πᾶσα σάρξ, καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι δὲ ὅσοι ἐπείσθησαν εἰς τὸ φοβερόν θηρίον, καὶ ἔλαβον τὴν σφραγῖδα ἐκείνου, τὸν δυσεβῆ χαρακτῆρα τοῦ μιαροῦ, προστρέχοντες πρὸς αὐτὸν θὰ λέγωσι μετ' ὀδύνης. Δὸς εἰς ἡμᾶς νὰ φάγωμεν καὶ νὰ πίωμεν, διότι πάντες ἀποθνήσκομεν τῆς πείνης, καὶ ἀποδίωξον ἀφ' ἡμῶν πάντα τὰ ἰοβόλα θηρία. Καὶ μὴ ἔχων ὁ ἄθλιος ἀποκρίνεται πολὺ ἀποτόμως λέγων "πόθεν ἐγὼ θὰ δώσω εἰς ὑμᾶς νὰ φάγητε καὶ νὰ πίητε, ὦ ἄνθρωποι, ὁ οὐρανὸς δέν θέλει νὰ δώσῃ βροχήν εἰς τὴν γῆν· ἡ γῆ πάλιν δέν ἔδωκε διόλου θέρος ἤ γεννήματα. Ἀκούοντες δὲ ταῦτα οἱ λαοί, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι, μὴ ἔχοντες παντελῶς παραμυθίαν θλίψεως, ἀλλὰ θὰ γίνῃ εἰς τὴν θλίψιν αὐτῶν θλίψις ἀπερίγραπτος, διότι τόσον προθύμως ἐπίσπευσαν εἰς τὸν Τύραννον.

 
 
 

                                                                                                   Άγιος Εφραίμ ο Σύρος

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου