ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

ΜΑΓΕΙΑ ΣΑΤΑΝΙΚΑΣ ΤΕΧΝΑΣ ΚΑΤΕΡΓΑΖΕΤΑΙ


 

 


Σε πολλά θαύματα, ποὺ ἀναφέρονται στὸν Όσιο Παρθένιο, επίσκοπο Λαμψάκου, ἀναφέρονται καὶ τὰ ἑξῆς: Κάποια γυναίκα ποὺ τὸ ὄνομά της ἦταν Εὐχαριστία, εἶχε στὰ ἐντόσθια φοβερὴ ἀσθένεια ποὺ προῆλθε ἀπὸ μαντεῖες καὶ γοητεῖες μάγων, μὲ ἄνδρα της μάλιστα μεγάλο μάγο ὀνόματι Ἀγάπιος. Ὁ Ἀγάπιος ἀναγνωρίζοντας τὴν Ἁγιότητα τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Παρθενίου, ἔφερε μετανοημένος τὴ γυναίκα του στὸν Ἅγιο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τῆς διάβασε εὐχὲς τὴν ἐθεράπευσε τελείως. Ἕνα ἄλλο περιστατικὸ ποὺ ἀναφέρεται στὸ βίο του, ἔχει νὰ κάνει μὲ κάποιους ψαράδες ὅπου τοὺς ἔκαναν πονηροὶ καὶ μοχθηροὶ ἄνθρωποι, μαγεῖες μὲ μαντεῖες καὶ γοητεῖες, νὰ μὴν μποροῦν νὰ πιάσουν οὔτε ἕνα ψάρι.


ριχναν τὰ δίχτυά τους, ἀλλὰ κανένα ψάρι δὲν ἔμπαινε στὰ δίχτυα ἀπὸ τὴν βασκανία τοῦ δαίμονα. Τότε οἱ ψαράδες κατέφυγαν στὸν Ἅγιο καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ τοὺς βοηθήσει, γιατὶ κατάλαβαν τί τοὺς συνέβαινε. Βλέποντάς τους ὁ Ἅγιος προσῆλθε στὸν αἰγιαλὸ καὶ ἀφοῦ εὐλόγησε τὴ θάλασσα, ἔριξε ἁλάτι καὶ τοὺς εἶπε νὰ ρίξουν ἀμέσως τὰ δίχτυα. Ὑπακούσαντες οἱ ψαράδες τὸν Παρθένιο ἔπραξαν ὅ,τι τοὺς εἶπε ὁ Ἅγιος καὶ ὢ τοῦ θαύματος τὰ δίχτυα γέμισαν τόσα ψάρια, ποὺ ὅσοι ἦταν παρόντες εξεπλάγησαν.


Στον βίο του Αγίου Παγκρατίου, μεταξὺ ἄλλων, ἀναφέρονται καὶ τὰ ἑξῆς περιστατικά. Ὅταν ὁ Ἅγιος βρέθηκε στὴν Σικελία, νὰ κηρύξει τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄρχισε νὰ καταργεῖ τὰ εἴδωλα καὶ τὰ δαιμόνια τους. Φυσικὸ ἦταν οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων καὶ οἱ μάγοι, νὰ θορυβηθοῦν καὶ νὰ μὴν ξέρουν τί νὰ κάνουν. Ἰδίως ὅταν ὁ Ἅγιος Παγκράτιος ἔφθασε, ἐνώπιον τοῦ εἰδώλου τοῦ δαίμονα Λύσσωνα, οἱ μάγοι, οἱ μάντεις καὶ οἱ οἰωνοσκόποι τῆς ἐπαρχίας, γνωρίζοντας τί τοὺς περίμενε χωρίσθηκαν ἀνὰ τριάντα δύο ἄτομα μεταξύ τους καὶ κατέφυγαν στοὺς σκοτεινοὺς τρόπους τους τί νὰ πράξουν. Τότε παρουσιάσθηκε ἐνώπιόν τους ὁ δαίμονας Λύσσωνας λέγοντάς τους:


«Τί ἤλθατε κοντά μου καὶ μὲ κολακεύετε μάταια;». Ξαφνιασμένοι τὰ ὄργανα τοῦ Σατανᾶ, ρώτησαν τὸν δαίμονα ἂν ὑπάρχει ἄλλος Θεὸς μεγαλύτερος ἀπὸ αὐτόν, ὁ δὲ Λύσσωνας συνέχισε νὰ ὁμολογεῖ ἀπὸ τὸ φόβο του ντροπιασμένος καὶ νὰ λέει: «Ὅ,τι κάναμε μέχρι τώρα κάναμε, καὶ ἀπὸ σήμερα πλέον δὲν θὰ μποροῦμε νὰ σᾶς παλεύουμε» «Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔκανε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆν, τὴν θάλασσα καὶ ὅλο τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἔπλασε Αὐτὸς καὶ τώρα ἐναντίον μας ἔστειλε πύρινη ρομφαία, ἡ ὁποία αὐτὴ ἡ ἴδια κατέστρεψε τὸν Φάλκωνα, τὸν Δία καὶ τοὺς λοιποὺς θεούς ἀλλὰ καὶ μένα ἀπὸ σήμερα μὲ κατέστησε ἀνίκανο καὶ ἄπρακτο, διότι ὁ Λυκαονίδης ἔφερε ἐδῶ τὸν μαθητὴ τοῦ Ἰησοῦ Παγκράτιο».


Τότε οἱ μάγοι (οἱ σημερινοὶ μέντιουμς καὶ ἀστρολόγοι) σὰν τρελοὶ καὶ μὴ ξέροντας τί νὰ κάνουν, οἱ ἀμετανόητοι ἄρχισαν νὰ κάνουν μεγαλύτερες θυσίες στὸν δαίμονα Λύσσωνα, προκειμένου νὰ ἱκανοποιήσουν τὸν ἐγωισμό τους, ἄρχισαν νὰ σφάζουν τράγους καὶ ταύρους, γεμίζοντας φιάλες ἀπὸ αἵματα καὶ ἀποφασίζοντες, νὰ ρίξουν κλῆρο σὲ ἐπιφανεῖς ἀνθρώπους τοῦ τόπου, προκειμένου νὰ κάνουν καὶ ἀνθρωποθυσία, πέφτοντας ὁ κλῆρος στὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου Βονιφάτιο, καὶ ὅλα αὐτὰ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὸν δαίμονα. Ὁ δὲ Παγκράτιος ἐρχόμενος ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ εἰδώλου τοῦ Λύσσωνα, φόρεσε τὴν ἱερατική του στολὴ καὶ ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι, θαύμασαν τὸ θεῖο φῶς ποὺ ἔλουζε τὸν Ἅγιο καὶ ἔπεσαν ὅλοι στὰ γόνατα ἐκστασιασμένοι.


δὲ δαίμονας ἔπινε τὸ αἷμα τῶν θυσιασθέντων ἀπὸ τὶς φιάλες. Τότε ὁ Παγκράτιος ἐπιτίμησε τὸ δαίμονα Λύσσωνα, ποὺ εἶχε τὴ μορφὴ ὄφι λέγοντάς του: «Ὁρκίζω σε δαίμονα ἀκάθαρτε εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδας νὰ φύγεις ἀπὸ τοῦτον τὸν τόπο καινὰ βυθισθεῖς μὲ τὸν Φάλκωνα στὴ θάλασσα».Ἀμέσως ὁ δαίμονας, ἔκανε ἕναν μεγάλο κρότο καὶ ὅλοι τρόμαξαν. Ἔπειτα ξεριζώθηκε τὸ φοβερό του εἴδωλο καὶ ἔπεσε στὴ θάλασσα. Ὁ ὄφις Λύσσωνας μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε ὁμοιωθεῖ ὁ δαίμονας, ἔσκασε καὶ ἄνοιξε κατὰ μῆκος ἡ κοιλιά του. Ὅσοι παρευρίσκονταν ἐκεῖ, ἔσυραν τὸν δαίμονα ὡς τὴ θάλασσα κρατώντας ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴ ράχη του σὲ ἀνάμνηση τοῦ θαύματος.


Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ προσῆλθε στὸν Ἅγιο μία μάγισσα ἱέρεια τῆς Ἥρας μὲ δόλο δῆθεν νὰ βαπτισθεῖ, προκειμένου ὁ Ἅγιος νὰ τὴν θεραπεύσει ἀπὸ τὴ λέπρα ποὺ τὴν βασάνιζε. Ὁ Παγκράτιος κατάλαβε τὴν πονηρία της, ὡστόσο ὅμως σημείωσε στὸ μέτωπό της τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ ἀμέσως ἡ λέπρα ποὺ εἶχε στὸ σῶμα της ἔπεσε στὸ ἔδαφος. Ἐκείνη ἀντὶ νὰ εὐχαριστήσει, ἄρχισε νὰ λέει βλάσφημα λόγια καὶ ὕβρεις. Τότε καὶ ὁ Παγκράτιος μὴ ἀντέχοντας τῆς ἀποκρίθηκε «Ἐπειδὴ τόλμησες γύναι νὰ ἐνοχλήσεις τὸν Κύριο ποὺ σὲ θεράπευσε καὶ σοῦ ἔδωσε τὴν ὑγεία αὐτὸς δύναται καὶ πάλι νὰ ἐπιστρέψει καὶ πάλι πάνω σου τὴν λέπρα». Σκύβοντας ὁ Ἅγιος, πῆρε μὲ τὴ χούφτα του σάπια σάρκα της ποὺ ἔπεσε στὸ χῶμα καὶ τὴν ἔριξε πάνω της καὶ ἐκείνη ἀμέσως τότε φλογίσθηκε ὅπως καὶ πρίν.


Αὐτὸ στάθηκε αἰτία νὰ καταλάβει πλέον ἡ μάγισσα τὸ λάθος της καὶ μετανοημένη, δέχθηκε ὀχτὼ ἡμέρες κατήχηση καὶ στὴ συνέχεια βαπτίσθηκε, πετώντας καὶ καίγοντας τὰ μαγικά της. Ἕνα ἀκόμη περιστατικὸ ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὅταν χρειάσθηκε ὁ Πολιτάρχης Βονιφάτιος νὰ ἀφήσει γιὰ λίγες ἡμέρες τὸν Ἐπίτροπο Ἔλιδο στὴ θέση του, ὁ Ἔλιδος θέλησε νὰ ἐκβιάσει τὴν ἀδελφὴ τῆς διακόνισσας Βενέδικτας νὰ γίνει μία ἀπὸ τὶς γυναῖκες παλλακίδες τοῦ παλατιοῦ. Αὐτὲς οἱ δυὸ ἀδελφὲς ζοῦσαν σὲ μοναστήρι, ποὺ ἵδρυσε ὁ ἴδιος ὁ Παγκράτιος καὶ μάλιστα ὁ Ἅγιος τὶς βάφτισε χριστιανές.


Ἔλιδος ἐπειδὴ εἶδε ὅτι ἀποτύγχαναν οἱ προσπάθειές του, νὰ πείσει τὴν ἀδελφὴ τῆς διακόνισσας Βενέδικτας κατέφυγε στοὺς Μοντανιστές, μιὰ αἵρεση τῆς ἐποχῆς μὲ μαγικὰ νὰ κερδίσει τὸ σκοπό του. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο μαντείας, μὲ τὸ ὁποῖο ἐπικαλέσθηκε τοὺς δαίμονες καὶ συνάχθηκαν ἀναρίθμητοι μαῦροι σὰν Αἰθίοπες, κρατοῦντες βέλη καὶ τόξα καὶ τοὺς ἔστειλε στὶς δυὸ ἁγίες αὐτὲς ἀδερφές. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ὅμως δὲν ἐπέτρεψε διόλου νὰ τὶς ἐνοχλήσουν καὶ ὅταν ἐπέστρεψαν ντροπιασμένοι στὸν Ἔλιδο, ὁμολόγησαν οἱ ψεῦτες πρὸς δόξαν Θεοῦ τὴν ἀλήθεια λέγοντας: «Εἴδαμε μέγα βοηθό, στὶς γυναῖκες ἐκεῖνες καὶ δὲν μπορούσαμε νὰ ὑποφέρουμε αὐτὴ τὴ θέα καὶ φύγαμε ἄπρακτοι· ἐσὺ κάνε ὅ,τι θέλεις γιατὶ ἐμεῖς ἀναχωροῦμε ἀπὸ αὐτὸν τὸν τόπο ὅπως ὁ Φάλκωνας, ὁ Λύσσωνας καὶ ὁ Δίας ὑπὸ θείας δύναμης διωκόμενοι».


Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ Ἔλιδος, ἀφοῦ βασάνισε τὶς ἀδελφὲς τὶς ἀποκεφάλισε. Οἱ δὲ Μοντανιστὲς συναθροίσθηκαν ἐνάντια στὸν Παγκράτιο. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ γεγονότα φοβηθέντες, ἔσπευσαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴ θάλασσα, ὅπου σηκώθηκε φοβερὸς ἄνεμος καὶ πνίγηκαν. Ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς μόνο ὁ μάγος μοντανιστὴς ποὺ ἔδωσε τὸ μαγικὸ βιβλίο τῆς μαντείας, πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκε χριστιανός. Αὐτὸς δέ, ἔγραψε καὶ τὸ βίο καὶ τοὺς ἄθλους τῶν Ἁγίων ποὺ γνωρίζουμε ὡς σήμερα.


Επί της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου βασίλευε στὴν Ἰνδία ὁ βασιλιὰς Ἀβεννήρ, ὁ ὁποῖος εἶχε γιὸ ποὺ τὸ ὄνομά του ἦταν Ἰωάσαφ. Ἐξ ἀρχῆς ὁ Ἀβεννήρ, πληροφορήθηκε ἀπὸ τοὺς μάγους καὶ ἀστρολόγους τοῦ παλατιοῦ του, ὅτι ὁ Ἰωάσαφ θὰ ἀκολουθοῦσε τὸν Χριστό. Ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ τὸ πληροφορηθεῖ, γιὰ νὰ γίνουν τὰ φοβερὰ καὶ θαυμαστὰ στὴν Ἰνδία. Φοβηθεὶς γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἔκλεισε τὸν μικρὸ Ἰωάσαφ στὸ παλάτι γιὰ νὰ μὴν γνωρίσει περὶ τοῦ χριστιανισμοῦ, μέχρι νὰ μεγαλώσει καὶ νὰ γνωρίσει γυναῖκες, πράγμα ποὺ θὰ ἐμποδιζόταν πλέον νὰ γίνει χριστιανός, ἀφοῦ θὰ ζοῦσε μὲ ἁμαρτίες. Ὁ καλὸς Θεὸς ὅμως, δὲν ἄφησε ἔτσι τὸν ἄνθρωπό του.


Μὲ τὴν σκέπη τοῦ Θεοῦ, εἰσχώρησε στὸ παλάτι ἕνας γέροντας ἀσκητὴς ὀνόματι Βαρλαὰμ καὶ δίδαξε στὸν μικρὸ Ἰωάσαφ, τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὡστόσο ὁ Ἀβεννὴρ σκότωνε τοὺς χριστιανοὺς προκειμένου νὰ μὴν ὑπάρχει κανεὶς ὅταν θὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ παλάτι ὁ Ἰωάσαφ καὶ μεταστραφεῖ στὸν χριστιανισμό. Εἰς μάτην ὅμως, γιατὶ σχετικὰ σύντομα ἔμαθε ὅτι ὁ Ἰωάσαφ ἦταν πλέον χριστιανός. Τότε μανιασμένος κάλεσε ὅλους τοὺς γόητες, τοὺς μάγους καὶ τοὺς μάντεις, ἐνώπιον τοῦ γιοῦ του γιὰ νὰ τὸν μεταστρέψει ἀπὸ τὴν πίστη του.


Οἱ χριστιανοὶ φοβισμένοι δὲν προσῆλθαν ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν, τὸν Βαραχία, ἕναν ἀνδρεῖο ἄρχοντα ἑνὸς τόπου. Μὲ πονηρία ὁ Ἀβεννὴρ ἔβαλε ἄνθρωπο ποὺ τὸν λέγανε Ναχὼρ νὰ ὑποδηθεῖ τὸν Βαρλαάμ, ἐπειδὴ τοῦ ἔμοιαζε νὰ πεῖ πράγματα ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων τοῦ διαβόλου ψευδῆ γιὰ νὰ μπερδευθεῖ ὁ Ἰωάσαφ. Ὢ τοῦ θαύματος ὅμως, ὁ Ναχὼρ τὴν ὥρα ἐκείνη φωτίσθηκε καὶ μεταστράφηκε καὶ καταντρόπιασε τοὺς μάγους. Τότε ἔξω φρενῶν ὁ Ἀβεννὴρ ἀπευθύνθηκε στὸν μεγαλύτερο μάντη τῆς περιοχῆς τὸν Θευδᾶ. Ὁ Θευδᾶς μὲ συμμάχους τὶς γυναῖκες καὶ τὶς μαγεῖες πολέμησε ἀνελέητα τὸν Ἰωάσαφ. Ὁ Ἰωάσαφ νίκησε ὅλους τοὺς πειρασμοὺς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ στὸ τέλος ὁ Θεὸς τὸν εὐλόγησε τόσο, ποὺ βάφτισε καὶ τὸν Μάντη Θευδᾶ πρὸς δόξαν Θεοῦ Χριστιανό.

                                                                  

                                                                                

 Μοναχός Κυπριανός Αγιορείτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF