ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

ΟΙ ΕΙΚΟΝΟΦΙΛΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥΣ


 

 


Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί καί Ἀδελφές μου

 


Ἐπικαλοῦμαι τὶς προσευχές Σας,

 τὴν Σκέπη τῆς Παναγίας μας, τὴν Ὁδηγία τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, 

ὡς καὶ τὴν ἐνίσχυσι τῶν εὐχῶν τοῦ Ἀειμνήστου Πατρὸς καὶ Μητροπολίτου μας Κυπριανοῦ († 17.5.2013),

 προκειμένου νὰ ἐκπληρώσω τὴν διακονία, ἡ ὁποία μοῦ ἔχει ἀνατεθεῖ.

 Εἶναι γνωστὸν σὲ ὅλους μας, ὅτι ἡ Εἰκονομαχία ἦταν μία θρησκευτικὴ- ἐκκλησιαστικὴ κρίσις, 

ἡ ὁποία συνετάραξε περισσότερο ἀπὸ ἕνα αἰῶνα (726-843) τὴν Αὐτοκρατορία μας· ἦταν πράγματι μία μακρὰ τραγωδία.

Ἡ κρίσις αὐτή χαρακτηρίζεται ὀρθῶς ὡς ἰδιότυπον εἶδος ἐμφυλίου πολέμου καὶ ὡς βυζαντινὴ εἰκονομαχία, 

διότι ἐγεννήθη, διήρκεσε καὶ διεδόθη κυρίως στὴν Ἀνατολή, μὲ κέντρο τὴν Κωνσταντινούπολι.

Οἱ Εἰκονομάχοι δὲν κατενόησαν, ὅτι ἡ τιμητικὴ προσκύνησις τῶν ἱερῶν Εἰκόνων κατέχει σπουδαιoτάτη θέσι στὴν Ὀρθόδοξη Λατρεία, 

ἐφ᾿ ὅσον ἀπορρέει ἀπὸ τὸ θεμελιῶδες Δόγμα τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν θείων Προσώπων 

τῆς Ἁγίας Τριάδος.



Εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ ἀποτελεῖ μίαν ζῶσα μαρτυρία, ὅτι ὁ Θεὸς πράγματι ἐσαρκώθη.Ἡἱερὰ Εἰκόνα ξεπερνᾶ τὴν ἁπλῆ ἀναπαράστασι καὶ διακόσμησι καὶ εἰκαστικὴ ἀπόδοσι τῆς Ἁγίας Γραφῆς:●εἶναι λατρευτικὸ ἀντικείμενο, στὸ ὁποῖο ἐνοικεῖ ἡ Θεία Χάρις, καὶ φανερώνει τὴν Ἱερὰ Παράδοσι τῆς Ἑκκλησίας, ὅπως καὶ ἡ Γραπτὴ καὶ ἡ Προφορικὴ Παράδοσις.Καὶ περαιτέρω, ἡ ἱερὰ Εἰκόνα μᾶς ἀνοίγει, ὅπως ὀρθῶς παρετηρήθη, «μίαν ἀπέραντον ὅρασιν»:● τὸ Παρελθόν, τὸ Παρὸν καὶ τὸ Μέλλον, περιλαμβάνονται στὴν Εἰκόνα· μᾶς ἀποκαλύπτει στὸ Παρὸν τὸ Μυστήριο τοῦ Μέλλοντος Αἰῶνος, τὸ ὁποῖο φωτίζει τὸ Πα- ρελθὸν καὶ δίδει νόημα στὸ Παρὸν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς· εἶναι «μία ἀποκάλυψις τοῦ αἰωνίου ἐν χρόνῳ»· ἐκφράζει τὴν «πνευματικὴν ἐμπειρίαν τῆς Ἁγιότητος», ἡ Ὁποία εἶναι ἐνσάρκωσις τῆς Ἐσχατολογικῆς Πραγματικότητος ἐδῶ καὶ τώρα, ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ.Πρέπει βεβαίως νὰ ὑπογραμμισθῆ, ὅτι ὅταν προσκυνοῦμε τὶς ἅγιες Εἰκόνες, «προσκυνοῦμεν οὐ τῇ ὕλῃ, ἀλλὰ τῷ εἰκονιζομένῳ»· δηλαδή, ἔχουμε σχετικὴ-τιμητικὴ προσκύνησι, ἡ ὁποία ἀναφέρεται ἐμμέσως πρὸς τὸν ἴδιον τὸν Θεό, ὡς αἰτίαν τῆς ἁγιότητος τῶν Ἁγίων:«διὰ τῆς Εἰκόνος καὶ τῶν Ἁγίων, τῷ Θεῷ προσάγω τὴν προσκύνησιν καὶ τὴν τιμήν, δι᾿ Ὅν καὶ τοῦς Αὐτοῦ φίλους σέβω καὶ δι᾿ αἰδοῦς ἄγω» (Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνοῦ).Ἀξίζει πράγματι νὰ ἀκούσωμε ἕνα τμῆμα, τὸ οὐσιωδέστερο, ἐκ τοῦ ογματικοῦ Ὅρου Πίστεως τῆς Ζ΄ Ἁγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787):


«Τούτων οὕτως ἐχόντων,... ἐπακολουθοῦντες τῇ θεηγόρῳ Διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν καὶ τῇ Παραδόσει τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τοῦ γὰρ ἐν Αὐτῇ οἰκήσαντος Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ταύτην γινώσκομεν, ὁρίζομεν σὺν ἀκριβείᾳ πάσῃ καὶ ἐμμελείᾳ, παραπλησίως τῷ τύπῳ τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ ἀνατίθεσθαι τὰς σεπτὰς καὶ ἁγίας Εἰκόνας, τὰς ἐκ χρωμάτων καὶ ψηφῖδος καὶ ἑτέρας ὕλης ἐπιτηδείως ἐχούσης, ἐν ταῖς ἁγίαις τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαις, ἐν ἱεροῖς σκεύεσι καὶ ἐσθῆσι, τοίχοις τε καὶ σανίσιν, οἴκοις τε καὶ ὁδοῖς· τῆς τε τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ Εἰκόνος, καὶ τῆς ἀχράντου Δεσποίνης ἡμῶν τῆς ἁγίας Θεοτόκου, τιμίων τε Ἀγγέλων καὶ πάντων Ἁγίων καὶ Ὁσίων ἀνδρῶν.Ὅσῳ γὰρ συνεχῶς δι᾿ εἰκονικῆς ἀνατυπώσεως ὁρῶνται, τοσοῦτον καὶ οἱ ταύτας θεώμενοι διανίστανται πρὸς τὴν τῶν πρωτοτύπων μνήμην τε καὶ ἐπιπόθησιν, καὶ ταύταις ἀσπασμὸν καὶ τιμητικὴν προσκύνησιν ἀπονέμειν, οὐ μὴν τὴν κατὰ πίστιν ἡμῶν ἀληθινὴν λατρείαν, ἣ πρέπει μόνῃ τῇ θείᾳ φύσει· ἀλλ᾿ ὃν τρόπον τῷ τύπῳ τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ καὶ τοῖς ἁγίοις Εὐαγγελίοις καὶ τοῖς λοιποῖς ἱεροῖς ἀναθήμασι, καὶ θυμιαμάτων καὶ φώτων προσαγωγὴν πρὸς τὴν τούτων τιμὴν ποιεῖσθαι, καθὼς καὶ τοῖς ἀρχαίοις εὐσεβῶς εἴθισται· “ἡ γὰρ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει”, καὶ ὁ προσκυνῶν τὴν Εἰκόνα, προσκυνεῖ ἐν αὐτῇ τοῦ ἐγγραφομένου τὴν ὑπόστασιν».Οἱ Θεολόγοι τῆς Εἰκονομαχικῆς Περιόδου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπερασπισταὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἦσαν οἱ ἑξῆς:


Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς (~680-749)· ὁ Ἅγιος Γερμανὸς Α΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (~650-733)· ὁ Γεώργιος Κύπριος (πρῶτον ἥμισυ τοῦ Η΄ αἰ.)· ὁ Ἅγιος Ταράσιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (730-806)· ὁ Θεόδωρος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων (745-768)· ὁ Ἰωάννης Ἱεροσολυμίτης· ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Θωμᾶς (807-821)· ὁ Ἐπίσκοπος Χαρρὰν τῆς Μεσοποταμίας Θεόδωρος Ἀβουκάρας (~735 γένν.)· ὁ Ἅγιος Νικηφόρος Κωνσταντινουπόλεως (758-828)· ὁ Ὅσιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826)· ὁ Ὅσιος Νικήτας Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Μηδικίου († 824)· ὁ Βασίλεος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων· ὁ Χριστοφόρος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας (817-841)· ὁ Σωφρόνιος Α΄ Πα- τριάρχης Ἀλεξανδρείας (841-860)· ὁ Ἐπιφά- νιος Σηλυμβρίας (β΄ φάσις Εἰκονομαχίας)· οἱ Ὅσιοι Θεόδωρος καὶ Θεοφάνης Γραπτοὶ (775- 836, 778-845)· ὁ Ἅγιος Μεθόδιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (~785-847).Κοινὴ Διδασκαλία αὐτῶν, Ὀρθόδοξος κατὰ πάντα, ἦταν ἡ ἑξῆς:●α. Μὲ τὴν ἄρνησι τῆς εἰκονίσεως, μαρτυρεῖται ἀπόρριψις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, ἄρα ἔχουμε Μονοφυσιτισμόν, δηλαδὴ Χριστολογικὴν αἵρεσι·●β. Οἱ ἅγιες Εἰκόνες φέρνουν στὸν νοῦ μας ὁλόκληρο τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας:«ὅ,τι εἶναι ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τοὺς ἐγγραμμάτους, εἶναι ἡ Εἰκόνα γιὰ τοὺς ἀγραμμάτους· καὶ ὅ,τι εἶναι γιὰ τὴν ἀκοὴ ὁ λόγος, εἶναι γιὰ τὴν ὅρασι ἡ Εἰκόνα» (Ἱεροῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ).


γ. Οἱ ἅγιες Εἰκόνες μᾶς βοηθοῦν νὰ βιώσουμε τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Οἰκνομίας:«Ἐνῶ ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ σώματος ἀτενίζει στὴν Εἰκόνα, ὁ νοερὸς ὀφθαλμὸς τῆς καρδιᾶς καὶ ὁ νοῦς προσηλώνονται στὸ Μυστήριο τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας» (τοῦ Αὐτοῦ).● δ. Μὲ τὶς ἅγιες Εἰκόνες βλέπουμε τὸν Κύριό μας καὶ τοὺς Ἁγίους καὶ συνομιλοῦμε μαζί τους:«Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι εἶδαν τὸν Κύριο μὲ τοὺς σωματικοὺς ὀφθαλμούς· καὶ τοὺς Ἀποστόλους τοὺς εἶδαν ἄλλοι· καὶ τοὺς ἁγίους Μάρτυρες ἄλλοι· ὅμως ποθῶ κι ἐγὼ νὰ τοὺς βλέπω, μὲ τὴν ψυχὴ καὶ μὲ τὸ σῶμα...Ἐπειδὴ εἶμαι ἄνθρωπος καὶ ἔχω σῶμα,ποθῶ καὶ σωματικὰ νὰ ἐπικοινωνῶ καὶ νὰ βλέπω τὰ ἅγια» (τοῦ Αὐτοῦ).● ε. Οἱ ἅγιες Εἰκόνες μᾶς παρακινοῦν στὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ:«Τὸ κάλλος τῆς ἁγιογραφίας προσελκύει τὰ μάτια μου, καὶ σὰν χλοερὸ λιβάδι, μοῦ τέρπει τὴν ὅρασι, καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω γεννᾶ στὴν ψυχή μου τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Εἶδα τὴν καρτερία τοῦ Μάρτυρος, τὴν ἀνταπόδοσι τῶν στεφάνων, καὶ ἡ προθυμία σὰν φωτιὰ μὲ καίει γιὰ νὰ τὸν μιμηθῶ μὲ ζῆλο. Προσπίπτω καὶ προσκυνῶ τὸν Θεὸ διὰ μέσου τοῦ Μάρτυρος, καὶ κερδίζω τὴν σωτηρία»● Ϛ. Ἡ ἐξεικόνισις δὲν ἀναφέρεται στὴν φύσι τοῦ εἰκονιζομένου· ἀλλά, ἀφορᾶ μόνο τὴν μορφὴ τῆς ὑποστάσεως (ἔμμορφος ὑπόστασις)· μόνον ὅ,τι θεᾶται-θεωρεῖται-βλέπεται ὑποπίπτει στὶς αἰσθήσεις καὶ διακρίνει μίαν ὑπόστασιν ἀπὸ ἄλλην εἰκονίζεται, δηλαδὴ ἡ μορφὴ τῆς ὑποστάσεως:«Παντὸς εἰκονιζομένου, οὐχ ἡ φύσις, ἀλλ᾿ ἡ ὑπόστασις εἰκονίζεται»· ἡ «φύσις ἐν ὑποστάσει τεθεωρημένη» (Ὁσίου Θεοδώρου Στουδίτου).Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ Ἀδελφοὶ καὶ Ἀδελφές μου·Θὰ ἤθελα νὰ κλείσω τὴν ταπεινή μου αὐτὴ ἀναφορὰ στοὺς Εἰκονοφίλους Ἁγίους Πατέρας, πρὸ καὶ μετὰ τὴν Ζ΄ Ἁγία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, μὲ ἕνα συγκεκριμένο καὶ μάλιστα ἐπίκαιρο θέμα:τὴν Εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος.


πὸ τὸ πρῖσμα τῆς Θεολογίας τῶν Ἁγίων Πατέρων περὶ Εἰκόνων, δυνάμεθα νὰ δώσουμε μίαν ἔγκυρη ἀπάντησι στὸ ἐρώτημα, κατὰ πόσον ἡ λαϊκὴ καὶ δυτικῆς προελεύσεως εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν Θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας.■ Θέτουμε τὸ θέμα τοῦτο ὅσο δυνατὸν ἁπλούστερα καὶ συνοπτικά: Τί ἐπιτρέπεται νὰ εἰκονίζεται;Ἀσφαλῶς, μόνον ἡ ὑπόστασις, ἡ ἔμμορφος ὑπόστασις· ὅ,τι ὑποπίπτει στὶς κτιστές μας αἰσθήσεις.Οἱ Ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος δὲν ἔχουν κτιστὴ καὶ ἑπομένως ὁρατὴ μορφή· δὲν εἶναι ἔμμορφες Ὑποστάσεις.Ἑπομένως, οἱ Ὑποστάσεις τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν εἰκονίζονται.Ἡ Εἰκών, ὡς ἐκτύπωμα τῆς ἐμμόρφου ὑποστάσεως, χρειάζεται πρότυπον, μορφήν.Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Σωτήρας μας Χριστός, εἶναι ἔμμορφος ὑπόστασις, ἐφ᾿ ὅσον ἔχει σαρκωθῆ καὶ στὸ Θεανδρικὸ Πρόσωπό Του ἔχει ἑνωθῆ τὸ Ἄκτιστο καὶ τὸ Κτιστό.Οἱ ἄκτιστες Ὑποστάσεις τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν ἐσαρκώθησαν, δὲν προσέλαβαν τὴν κτιστότητα, δὲν εἶναι ἔμμορφες Ὑποστάσεις· ἄρα, δὲν εικονίζονται.

 


Ἀδελφοί καί Ἀδελφές μου ἐν Χριστῷ

 


Δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονοῦμε ποτέ, ὅτι ἡ καλύτερη, ἡ ὡραιότερη, ἡ ἐκφραστικώτερη, 

ἡ τελειότερη Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Ἄνθρωπος.

Θὰ ἔχετε ἀσφαλῶς προσέξει, ὅτι ὁ Ἱερεὺς –κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Λατρείας– θυμιάζει 

τοὺς Πιστοὺς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ θυμιάζει τὶς ἅγιες Εἰκόνες.Ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἔχει ἕνα μεγάλο θεολογικὸ βάθος:

 ἡ Ἐκκλησία χαιρετίζει τὴν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα στοὺς ἀνθρώπους· προσκυνεῖ τὴν Παρουσία τοῦ Θεοῦ, 

τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, στὸ ἀνθρώπινο Πρόσωπο· ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν καὶ ὁ Ἄνθρωπος

 εἶναι βυθισμένος στὴν Παρουσία Του,

 ἀποτελεῖ τόπον καὶ χῶρον θεοφάνειας-φανερώσεως τοῦ Θεοῦ.Ἡ ἀναφορά μας στὶς ἅγιες Εἰκόνες·

 ἡ θεολογία τῶν Εἰκόνων·ἡ ἁγιογράφησις τῶν Εἰκόνων· ἡ προσκύνησις τῶν Εἰκόνων, 

ἂς ὑπενθυμίζουν σὲ ὅλους μας τὸ χρέος νὰ ἀνακαινίσουμε τὴν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὴν ὕπαρξί μας.

Ἔχουμε τὸ μέγα προνόμιο νὰ εἴμεθα οἱ ζῶσες Εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, τὰ μυρίπνοα καὶ δροσοβόλα

 Ἄνθη τῆς Ἐσχατολογικῆς Αὐγῆς...

Ἂς μὴν ἐπιτρέψουμε στοὺς ἑαυτούς μας τὴν ἐσχάτη ἔνδεια νὰ εἴμεθα θλιβερὰ χάρτινα ἢ πλαστικὰ λουλούδια, 

χωρὶς τὴν Πνοὴ καὶ τὴν Ζωὴ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.




Ἡ Ὁμιλία αὐτὴ ἔλαβε μορφὴν Εἰσηγήσεως,
διότι κατὰ τὴν παρουσίασί της ἔγιναν ἐνίοτε ἐκτενεῖς ἀναλύσεις διευκρινιστικές, ἐπηκολούθησε δὲ καὶ Διάλογος.
Πρόκειται νὰ ἀναρτηθῆ σὲ ἀρχεῖο ἤχου. 13/26.10.2014.



Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Β'

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF