ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

ΑΠΟΣΤΑΤΕΣ ΘΕΑΤΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟΥ ΘΗΡΙΟΥ



  Δυστηχώς για πολλούς,η οικουμενιστική σέχτα που τρίζει επικίνδυνα τους αρμούς της Εκκλησίας,είναι θέμα που προσπερνάται γρήγορα εξ’ απαλών ονύχων,λες και είναι διαδικαστική λειτουργία στην ημερήσια διάταξη της κατοχικής βουλής,που οσονούπω θα παρέλθει.Και για τους φιλενωτικούς,ουδείς λόγος…Αυτοί έχουν κάνει τις επιλογές τους.Για τους άλλους όμως,τους αποστασιοποιημένους,τους οικτρά φοβισμένους,τους γενικώς,μη ενδιαφερομένους;Άγιοι μας δίδαξαν και μας νουθέτησαν πάνω στην υπεράσπιση της Πίστης,εν καιρώ κινδυνευούσης της Ορθοδοξίας.Φτάσαμε στο σημείο,τα αυτονόητα,να προσπαθούμε,να τα αποδείξουμε με λόγια.



Η Πίστη δεν είναι μόνο εμπειρική,βιωματική πρακτική στις κατά βίον ορθόδοξες καταθέσεις μας.Δεν είναι μόνο,η εκ του ασφαλούς εντρύφηση στα αγιοπνευματικά κείμενα της πατερικής διδασκαλίας.Όπως δεν είναι και τα ατέρμονα δοκίμια σε λευκές κόλλες Α4,ανέξοδος χαρτοπόλεμος αναπαράγωγων λόγων,πατερικών κειμένων.Πίστη είναι και η μετά επιτάσεως προστασία της από εξώφθαλμους,αιρετικούς,συναγελάζοντες εχθρούς,που βλέπουν την Εκκλησία,ως μία ατέλειωτη αρένα,για να ποδηγετήσουν θριαμβευτικά,ό,τι οι αποστολικοί πατέρες,μας παρέδωσαν.Πίστη είναι και να προσπαθείς,να διώξεις ψεύτικους,πνευματικά ερμαφρόδιτους κυνοποιμένες,που έρχονται,να οικειοποιηθούν το ποιμνιοστάσιο που είχες από καταβολής κόσμου.Πίστη είναι να ονομάζουμε το άσπρο,άσπρο και το μαύρο,μαύρο.Δυστηχώς για πολλούς,η οικουμενιστική σέχτα που τρίζει επικίνδυνα τους αρμούς της καινοτόμου Εκκλησίας,είναι θέμα που προσπερνάται γρήγορα εξ’ απαλών ονύχων,λες και είναι διαδικαστική λειτουργία στην ημερήσια διάταξη της κατοχικής βουλής,που οσονούπω θα παρέλθει.Και για τους φιλενωτικούς,ουδείς λόγος…Αυτοί έχουν κάνει τις επιλογές τους.Για τους άλλους όμως,τους αποστασιοποιημένους,τους οικτρά φοβισμένους,τους γενικώς,μη ενδιαφερομένους;Άγιοι μας δίδαξαν και μας νουθέτησαν πάνω στην υπεράσπιση της Πίστης,εν καιρώ κινδυνευούσης της Ορθοδοξίας.Φτάσαμε στο σημείο,τα αυτονόητα,να προσπαθούμε,να τα αποδείξουμε με λόγια.Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης,μέχρι και την αποτείχιση από την Εκκλησία επέλεξε,λόγω αίρεσης,για να διαφυλάξει τον Ορθό Λόγο των αγιοπνευματικών προκατόχων του.Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής,τον καιρό της εκατονταετούς εικονομαχίας ήρθε σε ρήξη με την ίδια την Εκκλήσία,δημιούργησε στην Ιταλία δική του σύνοδο,εξορίστηκε,λοιδωρήθηκε και μετά από χρόνια αγιοποιήθηκε.Ο πατρο Κοσμάς ο Αιτωλός θεωρούσε προδότες,όσους καν δεν ανησυχούν για τον διασυρμό της Πίστης.Είναι φοβερό!Υπάρχει μια τέτοια ιλαρότητα,μια πνευματική ανευθυνότητα κι ένας έκτροπος ενδοτισμός,που κάνει το Γιατί,να χάνει την αξία του.Κληρικοί,θεολόγοι,λαικοί να βλέπουν τους Φράγκους,ως επίδοξους λοικοποιμένες να δημιουργούν αγέλη με τους δικούς μας ενχώριους οικουμενιστικούς σχίστες,τους καθ’ υποκρισίαν και κατ’ ευφημισμόν ορθοδόξους και να γυρίζουν την πλάτη τους στο παρελθόν.Δεν μπορεί,να μην βλέπετε τις καθολικές κοκκινουσκουφίτσες να ερωτοτρωπούν σε καθολικές,αλειτούργητες λειτουργίες,με δικούς μας φιλενωτικούς ψευδοποιμένες,που ατίμασαν το ράσσο και πρόδωσαν την Πίστη!Το Πιστεύω έχει καταργηθεί στην πράξη με την εωσφορική παραδοχή της θεωρίας των κλάδων.Ο αείμνηστος καθηγητής Θεολογίας κ.Ιωάννης Κορναράκης έλεγε σχετικά…΄΄…Τι να πώ;Οι σημερινοί οικουμενιστές είναι εντολοδόχοι προδότες της Ορθοδοξίας.Είναι και κάποιοι που πετούν χαρτοπόλεμο ανακοινώσεων κατά του Οικουμενισμού,κι ύστερα πάνε και συλλειτουργούν μαζί τους…!Αυτοί,Κύριοι,να με συγχωρείτε για την φράση μου,ονομάζονται πνευματικοί κωλοτούμπες!



Είναι φοβερό!Υπάρχει μια τέτοια ιλαρότητα,μια πνευματική ανευθυνότητα κι ένας έκτροπος ενδοτισμός,που κάνει το Γιατί,να χάνει την αξία του.Κληρικοί,θεολόγοι,λαικοί να βλέπουν τους Φράγκους,ως επίδοξους λοικοποιμένες να δημιουργούν αγέλη με τους δικούς μας ενχώριους οικουμενιστικούς σχίστες,τους καθ’ υποκρισίαν και κατ’ ευφημισμόν ορθοδόξους και να γυρίζουν την πλάτη τους στο παρελθόν.Δεν μπορεί,να μην βλέπετε τις καθολικές κοκκινουσκουφίτσες να ερωτοτρωπούν σε καθολικές,αλειτούργητες λειτουργίες,με δικούς μας φιλενωτικούς ψευδοποιμένες,που ατίμασαν το ράσσο και πρόδωσαν την Πίστη!


Γιώργος Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΑΙΓΙΝΗΣ



Την ώρα που θυμίαζα προς το παράθυρο της Εκκλησίας, σκεπτόμενη με συγκίνηση τι ουράνιες στιγμές να είχε ζήσει ό Γέροντας μέσα σε κείνη την Εκκλησία, τα ξέχασα κυριολεκτικά όταν μέσα από το παράθυρο της Εκκλησίας, (ήταν ανοικτό, είχε μόνον μία σίτο, για να μη μπαίνουν τα κουνούπια) είδα ολοκάθαρο, ολοζώντανο το Άγιο Πρόσωπο του Γέροντα (μέχρι τον θώρακα) να με κοιτάζει και να μου χαμογελά με μια γλυκύτητα, στοργή και λάμψη, πού έκανε να διακρίνονται καθαρά - ολοζώντανα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.Εκείνη την ώρα βρέθηκα σε αμηχανία και τρομερό δίλημμα: Δεν πίστευα τι έβλεπα, δεν γνώριζα Αν έπρεπε να του μιλήσω ή όχι.



Τα πρώτα χρόνια, μετά την κοίμησιν του Γέροντος Ιερωνύμου, ακόμη δεν είχε κτισθεί ό μανδρότοιχος γύρω από το Ησυχαστήριο του, πήγαινα, οσάκις μπορούσα, στον Τάφο του Γέροντα και προσευχόμουν και έκλαιγα και παρακαλούσα, και κατόπιν έφευγα αλλαγμένη, με κάποια γαλήνη διάχυτη μέσα μου και σιγουριά και την πεποίθηση ότι ό Γέροντας και από την άλλη, την όντως ΖΩΗ με την ίδια στοργή μας αφουγκράζεται και παρακολουθείΤον δεύτερο χρόνο από την κοίμηση του Γέροντος, την δεύτερη ήμερα του Πάσχα, Αφού πέρασα πρώτα από τον Μεγάλο μας Άγιο τον Άγιο Νεκτάριο, πήγα και στο Ησυχαστήριο του Γέροντος.Η υπέργηρος Γερόντισσα, έλειπε, κανένας άλλος δεν ήτο εκεί, οπότε με μεγάλη μου χαρά και συγκίνηση, προσκύνησα και παρέμεινα στον Τάφο του Γέροντος, επί τρεις (3) περίπου ώρες. Περιποιήθηκα τον Τάφο, τοποθέτησα λουλούδια, καινούργια φωτογραφία του Γέροντος, έψαλλα τον Αναστάσιμο Κανόνα πού άρεσε πολύ στον Γέροντα, παρεκάλεσα, έκλαψα, θυμιάτισα τον Τάφο, τον όλο χώρο, την Εκκλησία και αφού σχεδόν είχε αρχίσει πολύ ελαφρά να φαίνεται ότι έδυε ο ήλιος, ετοιμάσθηκα να φύγω. Πριν φύγω, πήρα πάλι το λιβανιστήρι και θυμίαζα. Την ώρα που θυμίαζα προς το παράθυρο της Εκκλησίας, σκεπτόμενη με συγκίνηση τι ουράνιες στιγμές να είχε ζήσει ό Γέροντας μέσα σε κείνη την Εκκλησία, τα ξέχασα κυριολεκτικά όταν μέσα από το παράθυρο της Εκκλησίας, (ήταν ανοικτό, είχε μόνον μία σίτο, για να μη μπαίνουν τα κουνούπια) είδα ολοκάθαρο, ολοζώντανο το Άγιο Πρόσωπο του Γέροντα (μέχρι τον θώρακα) να με κοιτάζει και να μου χαμογελά με μια γλυκύτητα, στοργή και λάμψη, πού έκανε να διακρίνονται καθαρά - ολοζώντανα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.Εκείνη την ώρα βρέθηκα σε αμηχανία και τρομερό δίλημμα: Δεν πίστευα τι έβλεπα, δεν γνώριζα Αν έπρεπε να του μιλήσω ή όχι. Προτίμησα το δεύτερο. Έριξα άλλου τα μάτια μου, για να ξανακοιτάξω μετά και να βεβαιωθώ αν ήταν της φαντασίας μου ή πραγματικότης. Ξανακοίταξα: ήταν ακόμη εκεί ή Μορφή του και μου χαμογελούσε. Ξανά ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, κοίταξα άλλου, ξανά κοίταξα στο παράθυρο και βλέπω πάλι την ίδια εικόνα. Ακίνητη, γλυκεία ή μορφή του και μου χαμογελούσε. Τότε, φυσικά αμίλητη, έκαμα μία μισή μετάνοια, πήρα την τσάντα μου και έφυγα.Μόλις απομακρύνθηκα από το Ησυχαστήριο και πήγαινα προς την παραλία αλλά και μέσα στο Καράβι, Ένοιωθα μέσα μου μιαν ουράνια γλυκύτητα, τόση, που δεν την άντεχα και από τα μάτια μου έτρεχαν ασταμάτητα δάκρυα. Αυτή η κατάσταση κράτησε περίπου ένα μήνα συνεχώς. Όπου έριχνα τα μάτια μου, μου φαινόταν πως έβλεπα το ίδιο το Πρόσωπο του Γέροντος να με κοιτάζει και να χαμογελά και με πάρα πολύ κόπο, όταν ήμουν ανάμεσα στους ανθρώπους, συγκρατούσα τα δάκρυα.Έκτοτε, πήγαινα με λαχτάρα, πολλές Λεύτερες μετά το κάθε Πάσχα, αλλά ποτέ δεν τον ξαναείδα.Κάποια φορά, μετά ένα χρόνο, το εκμυστηρεύθηκα αυτό μόνον στην Γερόντισσα, με δισταγμό, γιατί φοβήθηκα μη τυχόν μου έλεγε ότι ήταν του πειρασμού, και έχανα την χαρά που είχα, άλλα η απλοϊκή και σοφή Γερόντισσα με καθησύχασε και με διαβεβαίωσε ότι ήτο μια παραχώρησης του Θεού και μια εξ αγάπης του Γέροντος εμφάνισης και δια τον λόγον ότι ήτο δευτέρα ημέρα του Πάσχα, Αναστάσιμη, επέτρεψε ό Θεός να γίνει. Εκ παραλλήλου, μου διηγήθηκε και εκείνη τα παρακάτω:«Ήλθε χθες εδώ ένας, που κάποτε έμενε στην Αίγινα και πού είχε και τους δικούς του εδώ. Καθώς πήγαινε κατά το σούρουπο προς το σπίτι του, για να κόψη δρόμο, πέρασε μέσα από κάτι χωράφια και χωρίς να το αντιληφθεί και να προλάβει, έπεσε μέσα σε έναν ασβεστόλακκο, αλλά ξερό, χωρίς άσβεστη. Την ώρα πού προσπαθούσε να δη πώς και από πού να πιαστεί για ν' ανέβει, ακούει κάτι βήματα και βλέπει να περνά από κει δίπλα ό πατήρ Ιερώνυμος.Γέροντα, του φωνάζει, τι κάνετε; καθώς προχωρούσα, έπεσα στον λάκκο εδώ και προσπαθώ να βγω. Του λέγει και ο Γέροντας: Μη φοβάσαι, εγώ θα σε βοηθήσω και θα βγεις. Άπλωσε το χέρι του ο Γέροντας, τον βοήθησε και κείνος βγήκε. Του ασπάσθηκε το χέρι και τον ευχαρίστησε. Προχώρησαν λίγο μαζί και μετά χώρισαν, γιατί ήσαν διαφορετικοί οι δρόμοι τους.Όταν έφθασε στους δικούς του, διηγήθηκε το γεγονός και εκείνοι τον κοίταγαν καλά - καλά. Είσαι σίγουρος του είπαν ότι ήταν ο πατήρ Ιερώνυμος; Και στην έντονη διαβεβαίωσή του, του είπαν: "Εδώ και ένα χρόνο ο Γέροντας δεν είναι κοντά μας. Εκοιμήθη...

 


Καθώς προχωρούσα, έπεσα στον λάκκο εδώ και προσπαθώ να βγω. Του λέγει και ο Γέροντας: Μη φοβάσαι, εγώ θα σε βοηθήσω και θα βγεις. Άπλωσε το χέρι του ο Γέροντας, τον βοήθησε και κείνος βγήκε. Του ασπάσθηκε το χέρι και τον ευχαρίστησε. Προχώρησαν λίγο μαζί και μετά χώρισαν, γιατί ήσαν διαφορετικοί οι δρόμοι τους.Όταν έφθασε στους δικούς του, διηγήθηκε το γεγονός και εκείνοι τον κοίταγαν καλά - καλά. Είσαι σίγουρος του είπαν ότι ήταν ο πατήρ Ιερώνυμος; Και στην έντονη διαβεβαίωσή του, του είπαν: "Εδώ και ένα χρόνο ο Γέροντας δεν είναι κοντά μας. Εκοιμήθη...!


  Όσιος Ιερώνυμος Αιγίνης 

             

Ο ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 
 

 
Η πορεία ενός Ρώσου με...τα πόδια, από το Βλαδιβοστόκ της Σιβηρίας στα Ιεροσόλυμα...!

 
Βλαδιβοστόκ, 1990: ο άνεμος τις γκλάσνοστ και της περεστρόικα είχε αρχίσει να φυσάει και σε αυτήν την εσχατιά της Σιβηρίας όπου βρίσκεται η ύψίστης σημασίας ναυτική βάση της τότε κραταιάς σοβιετικής αυτοκρατορίας. οι άνθρωποι μιλούσαν ελεύθερα, έφτιαχναν μικροπεριουσίες και προσέρχονταν να προσευχηθούν Χωρίς φόβο σε όσους χριστιανικούς ναούς είχαν σωθεί από τη μανία τού Στάλιν, αναζητώντας στη γενικότερη ροπή πρός τη μεταφυσική, την ελπίδα στη θρησκεία. Ο Γεβγένι Πουσένκο, 34 χρόνων τότε, άρπαξε την ευκαιρία πού έδινε το «πνεύμα Γκορμπατσόφ», και άνοιξε ένα εργοστάσιο ειδών ρουχισμού με περισσότερους από πενήντα εργάτες. Έγινε δηλαδή ένας μκροκαπιταλιστής και το μέλλον του διαγραφόταν ρόδινο, αφού οι δουλειές πήγαιναν καλά και ποιος ξέρει μέχρι πού θα έφτανε εάν δεν τού συνέβαινε «κάτι τρομερό». Τι ήταν αυτό; «Αισθάνθηκα μέσα μου μία τρομερή ανάγκη να πλησιάσω τον Θεό». Τίποτα το ξεχωριστό από αυτό πού ένιωθαν εκατομμύρια άλλοι Ρώσοι, οι όποίοι ποτέ δεν έβγαλαν την ορθόδοξη πίστη από την ψυχή τους, παρά τις διώξεις και την καταπίεση των μπολσεβίκων. Μάζεψε Λοιπόν μία μέρα τους φίλους του, ήπιαν κάμποσες βότκες και εκεί τούς ανακοίνωσε ότι τούς χαρίζει το εργοστάσιο, Χωρίς να τούς εξηγήσει τούς Λόγους!Τούς έμαθαν την επόμενη, όταν ο Γεβγένι μίλησε στον εμβρόντητο πατέρα του Ανατόλι και την μητέρα του Νατάσσα για την απόφασή του να τα παρατήσει όλα και να γίνει καλόγερος. Οι γονείς του σοκαρίστηκαν όταν στη συνέχεια τον άκουσαν να λέει ότι την επαύριον αναχωρεί με τα πόδια για τα Ιεροσόλυμα προκειμένου να προσκυνήσει τούς Άγίους Τόπους, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος.

 
 

 

 

Συνειδητοποίησαν την απόφασή του, όταν τρεις μέρες μετά, ο γιος τους ξεκίνησε από το Βλαδιβοστόκ, πεζός και περπατώντας τρία ολόκληρα χρόνια, έφτασε στον προορισμό του, έχοντας διανύσει δεκαπέντε χιλιάδες χιλιόμετρα!Διέσχισε την αχανή Σιβηρία περνώντας τα Ουράλια - Kαnμένε Μιχαήλ Στρογκόφ! - έφτασε στη Μόσχα, κατέβηκε στην Ουκρανία, πέρασε τη Ρουμανία, δρασκέλισε τον Δούναβη, συνέχισε στη Βουλγαρία, από εκεί μπήκε στην Ελλάδα, κινήθηκε πρός την Τουρκία όπου κατηφόρισε στη Συρία, για να καταλήξει το Πάσχα του 1993 στους Αγίους Τόπους.«το έκανα με τη δύναμη του Θεού», εξηγεί ο Πουσένκο, πού σήμερα εγκαταβιώνει σε ασκηταριό του Αγίου Όρους ως μοναχός Αθανάσιος, και αφηγείται, για πρώτη φορά, όπως λέει, μολονότι τον πολιόρκησαν τα ΜΜΕ στην πατρίδα του, το εγχείρημά του. «Το αποφάσισα ξαφνικά. Αν το σκεφτόμουν και το φιλοσοφούσα, δεν θα το τολμούσα. οι μεγάλες αποφάσεις παίρνονται εν θερμώ. Πήρα μαζί μου δύο ζευγάρια παπούτσια, κάποια ρούχα και ελάχιστα χρήματα, όσα θα μου χρειάζονταν για να βγάλω βίζα στη Μόσχα, μιάς και ακόμα δεν είχε αποκαταστήσει η Σοβιετική 'Ένωση τις σχέσεις με τον έξω κόσμο, βιβλία και για τα εντελώς απαραίτητα.Περπατούσα μέρα και νύκτα και κοιμόμουν ελάχιστο. Διέσχισα τη Σιβηρία κάτω από δύσκολες συνθήκες, περπατώντας στα Χιόνια και τις λάσπες. για να μη χαθώ, ακολουθούσα τον αυτοκινητόδρομο. Αναγκάστηκα να διανύσω μία διαδρομή δύο χιλιάδων χιλιομέτρων μέσα από χαράδρες και δάση, περπατώντας πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή τού υπερσιβηρικού, αφού δεν είχε αυτοκινητόδρομο».«Πού περνούσες τις νύχτες, Τι έτρωγες;» τον ρωτάμε.«'Όπου έβρισκα, σε σπηλιές, σε ακατoίκητα κτίσματα, σε εκκλησίες, έτρωγα φρούτο, λαχανικά, ρίζες δέντρων και κάποιες φορές φαγητό πού μου έδιναν οι άνθρωποι στα Χωριά, μολονότι δεν Ζητούσα, γιατί ήμουν περήφανος άνθρωπος».Ο τολμηρός Πουσένκο δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο τις τρομακτικά δύσκολες καιρικές συνθήκες, την κούραση και την ταλαιπωρία από την πεζοπορία, βιβλία και την καχυποψία των αρχών πού τον έβλεπαν στην καλύτερη περίπτωση σαν γραφικό η τρελό και στη χειρότερη σαν κατάσκοπο.«με έσυραν πολλές φορές σε αστυνομικά τμήματα, για να με ανακρίνουν, αφού κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι μπορούσα να είμαι ένας πεζοπόρος πού θα πήγαινε στα Ιεροσόλυμα».

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΔΟΞΑΡΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ


 

  Μοιάζει η ώρα εκείνη,να είναι σαν μεγάλη, στρωμένη τράπεζα, που μετέχουν σιωπηρά, προσευχόμενοι, χωμάτινοι, ταπεινοί Ταξιάρχες, που εναγκαλίζονται τρις, στην αναστάσιμη χαρά αυτής της  επαναστατημένης, πνευματικής βραδιάς. Κάθε νύχτα είναι ανάσταση και κάθε ανάσταση μετέχει του Φωτός, που οσονούπω θ' ανατείλλει, δεν χορταίνεις, να μιλάς για προσευχή. Είναι κι αυτή συστημένο δώρο του Χριστού στους Ορθοδοξάζοντες, ταπεινούς ανθρώπους, που χαμηλώνουν το κεφάλι στην ανόητη, κατάσχημη, υποβολιμιαία έπαρση και πατούν το πόδι στο Εγώ τους. Έτσι, που να το λιώσουν κατάχαμα σαν γλειώδες, συρόμενο στην γη σκουλήκι, που απομυζεί το χαροποιό πένθος και την αναστάσιμη ελπίδα. Ένα κερί αναμμένο είναι η ζωή μας, που λιώνει λίγο-λίγο ανεπαίσθητα, μέχρι που εξαφανίζεται και κανείς δεν ξέρει, πως υπήρχε...


 


του Γιώργου Δημακόπουλου

Η προσευχή είναι απροκάλυπτη χαρά στα μάτια των νηπίων, νεογνών ανθρώπουν, που θωρούν στην  πεφιλημένη εικόνα του ουράνιου Πατρός, τον φυσικό τους, άχρονο, βιολογικό Πατέρα,Τον αγαπούν, ως ανασφαλή, απροστάτευτα, μπουσουλώντα βρέφη. Η διαβαθμισμένη αγάπη τους απολυτοποιείται  στην εφήμερη, βιοπαλαιστική Χριστοφόρα βιωτή τους. Η μελισσοκέρινη προσευχή τους είναι το δοξάρι της αμετάκλητης,εκλογικευμένης Πίστης τους, που σταυρώνεται θυσιαστικά στις μετέωρες, αρπαχθείσες νύχτες μπροστά στο φεγγοβολών, ευταξιακό εικόνισμα. Μες στο σκοτάδι η λύπη αποκαθηλώνεται από την ακάνθινη, προσευχητική χαρά τους,αυτό το πλάκωμα στα στήθη εκμηδενίζεται από υμνικά, σταυρωμένα επιθέματα, πανδαισία χρωμάτων, γονυκλισιών και αρωμάτων είναι η απρόσκοπτη, κατά μόνας προσευχή, που η δίψα της είναι ανέκφραστα ατελείωτη, και λογικά μη εξηγήσιμη. Μετά τον Εσπερινό, το Απόδειπνο και μετά το Μεσονυκτικό, άντε και λίγο από τον Όρθρο, να γευθείς όλα τα γλυκά, μεθυστικά αρώματα των ιερών γραμμάτων, σαν μοναστικά μοσχοθυμυρισμένα θυμιάματα, η ηδύτητα του κυππαρισιού, η απογείωση της γαρδένιας, η Άνοιξη του γιασεμιού κι ο επιβλητικός μύρος του νυχτολούλουδου. Η Προσευχή Θεέ μου είναι χορεία αγγέλων που κρατούν τον ίσο στην ταπεινά εκπέμπουσα υμνωδία του πιστού, το δωμάτιο αίφνις μένει ασκεπές, το ασημένιο χρώμα των μετέωρων αστέρων προσφέρει την φωτεινή παρηγορία του και εκείνο το μυστήριο του φεγγραριού εκλύεται μπροστά στον αναδυόμενο Τριαδικό ύμνο, που εναρμονίζει   τα σύμπαντα και εξαγνίζει τις πάσχουσες,παθολογικές ψυχές. Μοιάζει η ώρα εκείνη, να είναι σαν μεγάλη, στρωμένη τράπεζα, που μετέχουν σιωπηρά, προσευχόμενοι, χωμάτινοι,ταπεινοί Ταξιάρχες, που εναγκαλίζονται τρις, στην αναστάσιμη χαρά αυτής επαναστατημένης,πνευματικής βραδιάς, κάθε νύχτα είναι ανάσταση και κάθε ανάσταση μετέχει του Φωτός, που  οσονούπω   θ' ανατείλλει, δεν χορταίνεις να μιλάς για προσευχή. Είναι κι αυτή συστημένο δώρο του Χριστού στους ορθοδοξάζοντες, ταπεινούς ανθρώπους, που χαμηλώνουν το κεφάλι στην ανόητη, κατάσχημη, υποβολιμιαία έπαρση και πατούν το πόδι στο Εγώ τους. Έτσι, που να το λιώσουν κατάχαμα σαν γλειώδες,συρόμενο στην γη σκουλήκι, που απομυζεί το χαροποιό πένθος και την αναστάσιμη ελπίδα. Ένα κερί αναμμένο είναι η ζωή μας, που λιώνει λίγο-λίγο ανεπαίσθητα, μέχρι που εξαφανίζεται και κανείς δεν ξέρει,πως υπήρχε. Η Πατρίδα περιμένει εκεί στους απόκοσμους, ετοιμασμένους ουρανούς, η προσευχή και πάλι είναι το δοξάρι της μετανοημένης,αισθαντικής, βασανισμένης παρουσίας μας, τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας. Ζωγραφίζουν την Πίστη, ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ,που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων, πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών, βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα,που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό,ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα, να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ, με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου, σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών. Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή, στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν, να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου!


Η Πίστη πάλι,κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών,κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια,τις ελιές και το αχνισμένο,ζυμωτό ψωμί,χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου,σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών,η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών,παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή,στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και σε ανυπόκριτες,παιδικές,αγαπημένες προσευχές...

                                        


Γιώργος Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος


Ο ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ

 

 

 

Γεννᾶται μὲν ἀκριβῶς ἐκ κόρης μιαρᾶς, ἀλλὰ δὲν σαρκοῦται τοιουτοτρόπως. Θά ἔλθῃ δὲ ὁ παμμίαρος ἐν σχήματι τοιούτω, ὡς κλέπτης, διὰ νὰ ἀπατήσῃ τὰ σύμπαντα. Θά ᾖναι ταπεινός, ἥσυχος, θὰ μισῇ τὴν ἀδικίαν, θὰ ἀποστρέφηται τὰ εἴδωλα, θὰ προτιμᾷ τὴν εὐσέβειαν, ἀγαθός, φιλόπτωχος, εὐηδὴς καθ' ὑπερβολήν, εὐκατάστατος, ἱλαρὸς εἰς ὅλους, θὰ τιμᾷ πολὺ τὸ γένος τῶν Ἰουδαίων, διότι αὐτοὶ προσμένουσι τὴν ἔλευσιν ἐκείνου.Μεταξὺ δὲ πάντων τούτων, θὰ ἐκτελῇ σημεῖα καὶ τέρατα, φόβητρα μὲ πολλὴν ἐξουσίαν, θὰ προσπαθῇ δολίως νὰ ἀρέσῃ εἰς ὅλους, διὰ νὰ ἀγαπηθῇ ταχέως ἀπὸ πολλούς, δὲν θὰ λάβῃ δῶρα, δὲν θὰ λαλήσῃ μεθ' ἡμῶν, θὰ φαίνηται κατηφής, θὰ ἐξαπατᾷ τὸν κόσμον ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς εὐταξίας, ἕως οὗ βασιλεύσῃ. Ὅταν λοιπὸν ἴδωσι λαοὶ πολλοὶ καὶ δῆμοι τοιαύτας ἀρετὰς καὶ δυνάμεις, ἑννοῦνται ὅλοι συγχρόνως μὲ μίαν γνώμην, καὶ μὲ χαρὰν μεγάλην κηρύσσουσι αὐτὸν βασιλέαν, λέγοντες μεταξύ των.

 

 
Πολλῶν προσευχῶν καὶ δακρύων ἔχομεν ἀνάγκην ἀγαπητοί, διὰ νὰ εὑρεθῶμεν ἀκλόνητοι εἰς τοὺς πειρασμούς. Διότι πολλά εἶναι τὰ φαντάσματα, τὰ ὁποία γίνονται ἀπό τὸ θηρίον. Διότι ἐπειδὴ εἶναι Θεόμαχον θέλει ὅλοι ν' ἀπολεσθῶσι διότι τοιοῦτον τρόπον μεταχειρίζετα ὁ Τύραννος, ὥστε ὅλοι νὰ βαστάζωσι τὴν σφραγίδα τοῦ Θηρίου ὅταν θὰ ἔλθῃ ν' ἀπατήσῃ τὰ σύμπαντα.Προσέχετε, ἀδελφοί μου, τὴν ὑπερβολήν τοῦ θηρίου διότι μεταχειρίζεται διάφορα τεχνάσματα πονηρίας. Ἄρχεται ἀπό τὴν γαστέρα ἵνα ὅταν τις στενοχωρηθῇ μὴ ἔχων φαγητά, ἀναγκασθῆ νὰ λάβῃ τὴν σφραγίδα ἐκείνου, ὄχι ὡς ἔτυχεν, εἰς πᾶν μέρος τοῦ σώματος,ἀλλ' εἰς τὴν δεξιάν χείρα καὶ εἰς τὸ μέτωπον, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ ἐξουσίαν ὁ ἄνθρωπος νὰ κάμῃ μὲ αὐτήν τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, μήτε πάλιν εἰς τὸ μέτωπον νὰ σημειώσῃ τὸ ἅγιον ὄνομα τοῦ Κυρίου. Διότι γνωρίζει ὁ ἄθλιος, ὅτι ὅταν ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου σφραγισθῇ ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου λύει πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ Ἐχθροῦ καὶ διὰ τοῦτο σφραγίζει τὴν δεξιάν τοῦ ἀνθρώπου.Λοιπόν, ἀδελφοί μου, φρικτὸς εἶναι ὁ ἀγὼν εἰς ὅλους τοὺς φιλοχρίστους ἀνθρώπους, ἵνα μέχρις ὥρας τοῦ θανάτου μὴ δειλιάσωσι, μηδὲ ἀμελήσωσιν, ὅταν χαράσσῃ ὁ Δράκων τὴν σφραγῖδά του, ἀντὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος. Διότι πάντα τρόπον μεταχειρίζεται, ἵνα οὐδόλως ὀνομάζηται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος εἰς τὸν καιρόν τοῦτον. Τοῦτον δὲ κάμνει φοβούμενος καὶ τρέμων τὴν ἁγίαν δύναμιν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν. Διότι ἐὰν τις δέν σφραγίζηται μὲ τὴν σφραγῖδα ἐκείνου, δὲν γίνεται αἰχμάλωτος εἰς τὰ φαντάσματα ἐκείνου, οὔτε ὁ Κύριος ἀπομακρύνετα ἀπ' αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸν φοβίζει καὶ τὸν σύρει, πρὸς ἑαυτόν. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ἀδελφοί, μετὰ πάσης ἀκριβείας, ὅτι τὰ φαντάσματα τοῦ ἐχθροῦ εἶναι ἀποτρόπαια. Ὁ δὲ Κύριος ἡμῶν ἔρχεται μὲ γαλήνην διὰ ν' ἀποκρούση δι' ἡμᾶς τὰ τεχνάσματα τοῦ Θηρίου. Τὴν στερεὰν πίστιν τοῦ Χριστοῦ εἰλικρινώς βαστάζοντες, θὰ κάμωμεν τὴν δύναμιν τοῦ τυράννου εὐκλόνιστον. Ἄς ἀποκτήσωμεν λογισμόν ἀμετάθετον καὶ σταθερότητα, καὶ τότε ἀπομακρύνεται ἀφ' ἡμῶν ὁ ἀσθενής ἐχθρός, μὴ ἔχων τὶ νὰ κάμῃ. Ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος παρακαλῶ ὑμᾶς, ἀδελφοί φιλόχριστοι, ἄς μὴ γινώμεθα μαλθακοί, ἀλλὰ μᾶλλον δυνατοὶ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, διότι ἀπαραίτητος ἀγὼν εἶναι ἐπὶ θύρας· ἄς ἀναλάβωμεν λοιπόν τὸν θυρεόν τῆς πίστεως. Ἕτοιμοι λοιπόν γίνεσθε καθώς πιστοὶ οἰκέται, μὴ δεχόμενοι ἄλλον· ἐπειδὴ ὁ κλέπτης, καὶ ἀλάστωρ, καὶ ἄσπλαγχνος μέλλει νὰ ἔλθῃ πρῶτος εἰς ὡρισμένους καιρούς, θέλων νὰ κλέψῃ, νὰ θύσῃ, καὶ νὰ ἀπολέσῃ τὴν ἐκλεκτὴν ποίμνην τοῦ ἀληθινοῦ ποιμένος Χριστοῦ, καὶ ἐπὶ τούτω ἀναλαμβάνει σχῆμα τοῦ ἀληθινοῦ ποιμένος.Ἄς μάθωμεν, ὦ φίλοι, μὲ ποῖον σχῆμα ἔρχεται εἰς τὴν γῆν ὁ ἀναίσχυντος ὄφις. Ἐπειδὴ ὁ Σωτήρ, θέλων νὰ σώσῃ τὸ ἀνθρώπινον γένος, ἐτέχθη ἐκ Παρθένου, καὶ ἐν σχήματι ἀνθρώπου ἐπάτησε τὸν ἐχθρόν μὲ τὴν ἁγίαν δύναμιν τῆς Θεότητος Αὐτοῦ, ἠθέλησε καὶ οὗτος ν' ἀναλάβῃ τὸ σχῆμα τῆς αὐτοῦ παρουσίας διὰ νὰ μᾶς ἀπατήσῃ. Ὁ δὲ Κύριος ἡμῶν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν γῆν ἐν νεφέλαις φωτειναῖς ὡς ἀστραπὴ φοβερά, ὁ δὲ ἐχθρὸς δὲν θὰ ἔλθῃ τοιουτοτρόπως, διότι εἶναι ἀποστάτης. Γεννᾶται μὲν ἀκριβῶς ἐκ κόρης μιαρᾶς, ἀλλὰ δὲν σαρκοῦται τοιουτοτρόπως. Θά ἔλθῃ δὲ ὁ παμμίαρος ἐν σχήματι τοιούτω, ὡς κλέπτης, διὰ νὰ ἀπατήσῃ τὰ σύμπαντα. Θά ᾖναι ταπεινός, ἥσυχος, θὰ μισῇ τὴν ἀδικίαν, θὰ ἀποστρέφηται τὰ εἴδωλα, θὰ προτιμᾷ τὴν εὐσέβειαν, ἀγαθός, φιλόπτωχος, εὐηδὴς καθ' ὑπερβολήν, εὐκατάστατος, ἱλαρὸς εἰς ὅλους, θὰ τιμᾷ πολὺ τὸ γένος τῶν Ἰουδαίων, διότι αὐτοὶ προσμένουσι τὴν ἔλευσιν ἐκείνου.Μεταξὺ δὲ πάντων τούτων, θὰ ἐκτελῇ σημεῖα καὶ τέρατα, φόβητρα μὲ πολλὴν ἐξουσίαν, θὰ προσπαθῇ δολίως νὰ ἀρέσῃ εἰς ὅλους, διὰ νὰ ἀγαπηθῇ ταχέως ἀπὸ πολλούς, δὲν θὰ λάβῃ δῶρα, δὲν θὰ λαλήσῃ μεθ' ἡμῶν, θὰ φαίνηται κατηφής, θὰ ἐξαπατᾷ τὸν κόσμον ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς εὐταξίας, ἕως οὗ βασιλεύσῃ. Ὅταν λοιπὸν ἴδωσι λαοὶ πολλοὶ καὶ δῆμοι τοιαύτας ἀρετὰς καὶ δυνάμεις, ἑννοῦνται ὅλοι συγχρόνως μὲ μίαν γνώμην, καὶ μὲ χαρὰν μεγάλην κηρύσσουσι αὐτὸν βασιλέαν, λέγοντες μεταξύ των. Μήπως ἆρα εὑρίσκεται ἄνθρωπος ἄλλος τόσον ἀγαθὸς καὶ δίκαιος; Ἀνορθοῦται δὲ εὐθέως ἡ βασιλεία ἐκείνου, καὶ θὰ παρατάξῃ μεθ' ἡμῶν τρεῖς βασιλεῖς μεγάλους. Ἔπειτα ὑψοῦται ἡ καρδία του καὶ θὰ ἐμέσῃ ὁ Δράκων τὴν πικρότητά του. Ταράσσων δὲ τὴν οἰκουμένην κινεῖ τὰ πέρατα, θλίβει τὰ σύμπαντα, καὶ μιαίνει τὰς ψυχάς. Ὄχι πλέον ὡς εὐλαβής, ἀλλὰ πολὺ αὐστηρὸς εἰς ὅλα· Ἀπότομος, ὀργίλος, θυμώδης, ἀκατάστατος, φοβερός, ἀηδής, καὶ προσπαθῶν νὰ έμβάλῃ εἰς τὸν βόθρον τῆς ἀσεβείας ὅλον τὸ ἀνθρώπινον γένος. Πληνθύνει σημεῖα ψευδῶς, καὶ ὄχι ἀληθῶς· καὶ ἐνῷ παρίσταται, πολὺς λαὸς καὶ εὐφημεῖ αὐτόν, βάλλει φωνήν ἰσχυράν, ὥστε νὰ σαλευθῇ ὁ τόπος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἴστανται οἱ ὄχλοι, λέγων. Γνωρίσατε ὅλοι οἱ λαοὶ τὴν δύναμίν μου καὶ τὴν ἐξουσίαν· μεταθέτει ὄρη, καὶ ἀνάγει νήσους ἀπό τὴν θάλασσαν μὲ πλάνην καὶ φαντασίαν καὶ ἐνῷ πλανᾷ τὸν κόσμον καὶ φαντάζει τὰ σύμπαντα, πολλοὶ θὰ δοξάζωσι καὶ θὰ πιστεύωσιν αὐτὸν θεὸν ἱσχυρόν.Τότε θὰ θρηνῇ δεινῶς καὶ θὰ στενάζῃ πᾶσα ψυχή· τότε ὅλοι θὰ ὑποφέρωσι θλῆψιν ἀπαραμύθητον, ἡ ὁποία θὰ κατέχῃ αὐτοὺς νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ δὲν θὰ εὑρίσκωσιν οὐδαμοῦ παρηγορίαν. Τότε θὰ ἀποθνήσκωσι τὰ νήπια εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, καὶ πάλιν ἡ μήτηρ θὰ ἀποθνήσκῃ ἐπάνω εἰς τὸ παιδίον· καὶ ὁ πατὴρ μετὰ τῆς γυναικὸς καὶ τῶν τέκνων τοῦ θ' ἀποθνήσκῃ εἰς τὰ αγοράς, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ τις νὰ θάψῃ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς βάλῃ εἰς μνῆμα. Ἀπό τὰ πολλὰ δὲ θνησιμαῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ρίπτονται εἰς τὰς πλατείας, θὰ ὑπάρχῃ παντοῦ δυσωδία, ἡ ὁποία θὰ στενοχωρῇ πολὺ τοὺς ζῶντας. Τὸ πρωῒ ὅλοι θὰ λέγωσι μετ' ὀδύνης καὶ στεναγμῶν πότε θὰ γίνῃ ἑσπέρα νὰ ἀναπαυθῶμεν ὀλίγον; ὅταν δὲ θὰ ἔλθῃ πάλιν ἡ ἑσπέρα θὰ λέγωμεν μὲ πικρότατα δάκρυα, πότε ἆρα θὰ φώτισῃ διὰ ν' ἀποφύγωμεν τὴ θλίψιν, ἡ ὁποία μᾶς κυριεύει; Καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ τόπος νὰ φύγῃ τις καὶ νὰ κρυβῇ, διότι τὰ πάντα θὰ ταραχθῶσι καὶ ἡ θάλασσα καὶ ἡ ξηρά.Διὰ τοῦτο εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὁ Κύριος: Γρηγορεῖτε δεόμενοι ἀδιαλείπτως νὰ διαφύγητε τὴν θλῖψιν· θὰ ἦναι δυσωδίᾳ ἐν θαλάσσῃ, δυσωδίᾳ ἐπὶ τῆς γῆς, λιμοί, σεισμοί, ἐν θαλάσσῃ σύγχυσις, ἐπὶ τῆς γῆς σύγχυσις, ἐν θαλάσσης φόβητρα, φόβητρα ἐπὶ τῆς γῆς. Χρυσὸς πολύς καὶ ἄργυρος, καὶ μεταξωτά ἱμάτια, ἀλλὰ δέν θέλουσιν ὠφελήσει εἰς τὴν θλίψιν ἐκείνην, καὶ πάντες οἱ ἄνθρωποι μακαρίζουσι τοὺς ὅσοι ἀπέθανον πρίν ἔλθῃ ἡ μεγάλη θλῖψις ἐπὶ γῆς. Διότι ρίπτεται καὶ ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος εἰς τὰς πλατείας, καὶ οὐδείς ἐγγίζει αὐτά· ἐπειδὴ ὅλα εἶναι βδελυκτά. Πάντες σπουδάζουσι νὰ διαφύγωσι καὶ νὰ κρυβῶσιν, ἀλλ' οὐδαμοῦ εὑρίσκουσι τόπον διὰ νὰ κρυβῶσιν ἐκ τῆς θλίψεως. Πρὸς δὲ τούτοις μετὰ τοῦ λιμοῦ καὶ τῆς θλίψεως, καὶ τοῦ φόβου, εὑρίσκονται θηρία καὶ ἑρπετά δάκνοντα, ἔσωθεν φόβος καὶ ἔξωθεν τρόμος· καὶ ἐν νυκτὶ καὶ ἐν ἡμέρα θνησιμαῖα κεῖνται εἰς τὰς πλατείας. Εἰς πλατείας δυσωδία, εἰς τὰς οἰκίας δυσωδία, εἰς τὰς πλατείας πεῖνα καὶ δίψα, εἰς τὰς οἰκίας πεῖνα καὶ δίψα· εἰς τὰς πλατείας φωνὴ κλαυθμοῦ, εἰς τὰς πλατείας θόρυβος, εἰς τὰς οἰκίας θόρυβος· εἰς ἕκαστος μετὰ κλαυθμοῦ συναντᾷ τὸν ἕτερον· πατὴρ τὸ τέκνον καὶ υἱὸς τὸν πατέρα, μήτηρ τὴν θυγατέρα, φίλοι μετὰ φίλων ἐναγκαλισθέντες ἐκλείπουσι καὶ ἀδελφοί μετὰ ἀδελφῶν ἐναγκαλισθέντες ἀποθνήσκωσιν. Ἐμαράνθησαν καὶ τὰ κάλλη τοῦ προσώπου πάσης σαρκός. Γίνονται δὲ αἱ μορφαὶ τῶν ἀνθρώπων ὡς νεκροῦ. Γίνεται βδελυκτὸν καὶ μισητὸν τὸ κάλλος τῶν γυναικῶν. Θέλει μαρανθῇ πᾶσα σάρξ, καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι δὲ ὅσοι ἐπείσθησαν εἰς τὸ φοβερόν θηρίον, καὶ ἔλαβον τὴν σφραγῖδα ἐκείνου, τὸν δυσεβῆ χαρακτῆρα τοῦ μιαροῦ, προστρέχοντες πρὸς αὐτὸν θὰ λέγωσι μετ' ὀδύνης. Δὸς εἰς ἡμᾶς νὰ φάγωμεν καὶ νὰ πίωμεν, διότι πάντες ἀποθνήσκομεν τῆς πείνης, καὶ ἀποδίωξον ἀφ' ἡμῶν πάντα τὰ ἰοβόλα θηρία. Καὶ μὴ ἔχων ὁ ἄθλιος ἀποκρίνεται πολὺ ἀποτόμως λέγων "πόθεν ἐγὼ θὰ δώσω εἰς ὑμᾶς νὰ φάγητε καὶ νὰ πίητε, ὦ ἄνθρωποι, ὁ οὐρανὸς δέν θέλει νὰ δώσῃ βροχήν εἰς τὴν γῆν· ἡ γῆ πάλιν δέν ἔδωκε διόλου θέρος ἤ γεννήματα. Ἀκούοντες δὲ ταῦτα οἱ λαοί, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι, μὴ ἔχοντες παντελῶς παραμυθίαν θλίψεως, ἀλλὰ θὰ γίνῃ εἰς τὴν θλίψιν αὐτῶν θλίψις ἀπερίγραπτος, διότι τόσον προθύμως ἐπίσπευσαν εἰς τὸν Τύραννον. Διότι ἐκεῖνος ὁ ἄθλιος δὲν δύναται οὐδὲ ἑαυτὸν νὰ βοηθήσῃ, καί πῶς θὰ ἐλεήσῃ αὐτούς;Εἰς ἐκείνας τὰς ἡμέρας θὰ γίνῃ μεγάλη ἀνάγκη ἐκ τῆς πολλῆς στενοχώριας τοῦ Δράκοντος καὶ τοῦ φόβου, καὶ τοῦ σεισμοῦ, καὶ τοῦ ἤχου τῆς θαλάσσης, καὶ τοῦ λιμοῦ, καὶ τῆς δίψης, καὶ τῶν δηγμάτων τῶν θηρίων. Πάντες δὲ οἱ λαβόντες τὴν σφραγῖδα τοῦ Ἀντίχριστου, καὶ προσκύνησαντες αὐτόν, ὡς τὸν ἀγαθὸν Θεόν, δέν θέλουσιν ἔχει μερίδα εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ μετὰ τοῦ Δράκοντος θὰ βληθῶσιν εἰς τὴν γέενναν. 
 
 

 

Θέλει μαρανθῇ πᾶσα σάρξ, καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι δὲ ὅσοι ἐπείσθησαν εἰς τὸ φοβερόν θηρίον, καὶ ἔλαβον τὴν σφραγῖδα ἐκείνου, τὸν δυσεβῆ χαρακτῆρα τοῦ μιαροῦ, προστρέχοντες πρὸς αὐτὸν θὰ λέγωσι μετ' ὀδύνης. Δὸς εἰς ἡμᾶς νὰ φάγωμεν καὶ νὰ πίωμεν, διότι πάντες ἀποθνήσκομεν τῆς πείνης, καὶ ἀποδίωξον ἀφ' ἡμῶν πάντα τὰ ἰοβόλα θηρία. Καὶ μὴ ἔχων ὁ ἄθλιος ἀποκρίνεται πολὺ ἀποτόμως λέγων "πόθεν ἐγὼ θὰ δώσω εἰς ὑμᾶς νὰ φάγητε καὶ νὰ πίητε, ὦ ἄνθρωποι, ὁ οὐρανὸς δέν θέλει νὰ δώσῃ βροχήν εἰς τὴν γῆν· ἡ γῆ πάλιν δέν ἔδωκε διόλου θέρος ἤ γεννήματα. Ἀκούοντες δὲ ταῦτα οἱ λαοί, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι, μὴ ἔχοντες παντελῶς παραμυθίαν θλίψεως, ἀλλὰ θὰ γίνῃ εἰς τὴν θλίψιν αὐτῶν θλίψις ἀπερίγραπτος, διότι τόσον προθύμως ἐπίσπευσαν εἰς τὸν Τύραννον.

 
 
 

                                                                                                   Άγιος Εφραίμ ο Σύρος

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, ΦΤΩΧΟΣ ΑΓΙΟΣ

 

 

 

Τω 1872, εικοσαετής ων, έτυχε να μεταβώ και να διατρίψω επί τινας μήνας εν Μακεδονία.Εγνώρισα εκεί έντιμον συμπατριώτην από πολλών ετών αποδημούντα. Μετ’ αφελείας και άνευ στόμφου ο ανήρ ούτος μ’ εδίδαξε πολλά, μοι εδιηγήθη δε και πολλάς αρχαίας παραδόσεις του τόπου της γεννήσεώς μας.Ενθυμήθην τότε να τον ερωτήσω, αν εγνώριζέ τι περί της παραδόξου εκείνης ευωδίας, ή αν ήκουσε περί του ανδρός, όστις είχεν αγιάσει πλησίον των Τριών Σταυρών· μοι εδιηγήθη δε τα εξής.Εγερθείς περί όρθρον βαθύν ο πτωχός Τσόμπανος, ο βόσκων ολίγας αίγας και μανδρίζων εις το κατάμερον των Τριών Σταυρών, ήμελξε τας αίγας του, και αφυπνίσας τον παραγυιόν του, τον έστειλε να φέρει την καρδάραν πλήρη εις το χωρίον, προς τον κολλήγαν του, τον προεστόν, και να γυρίσει γρήγορα οπίσω. Εάν ιδεί και αργούν ν’ ανοίξουν την γέφυραν, του είπε να κράξει τον φύλακα, τον πυλωρόν, και ν’ ανεβάσει το γάλα με το παλάγκο εις το Κάστρον επάνω. Αλλά να μη φύγει πριν λάβει είδησιν από τον κυρ Αναγνώστην, τον προεστόν, τον κολλήγα του, μη τυχόν ήθελε να του παραγγείλει τίποτε. Ο παις επέταξε την κάπαν του, ενίφθη με την στάμναν, εσφογγίσθη με τα μανίκια του υποκαμίσου του, ήρπασε την καρδάραν κι έφυγε τρέχων.Είτα, αφού ενέβαλε το πολύ γάλα εις μέγαν λέβητα και έρριψεν άφθονον άλας εντός, εξ εκείνου το οποίον μόνος του εμάζευεν από ακρογιαλιά εις ακρογιαλιά, τρέχων επάνω εις τους βράχους, όπου έβγαζε κογχύλια και πεταλίδας, ο αιπόλος ήναψε πυρ και ησχολείτο να το βράσει,

 

 

καθότι επρόβλεπεν ότι θα ευρίσκετο εις την ανάγκην να γευματίσει ο ίδιος με γάλα, πράγμα δυσάρεστον, εάν, ως ήτο λίαν πιθανόν, ο κολλήγας του ωλιγώρει να του στείλει «κανένα αρμυρό ψάρι». Διότι αυτός ο αιπόλος δεν ήτο από εκείνους οπού γίνονται φόρτωμα εις τους άλλους, και αν ο κολλήγας δεν είχε την καλήν διάθεσιν, αυτός δεν θα έρριχνε την υπόληψίν του, διά να τον κάμει στανικώς να τον φιλέψει ή αρμυρό ή άλλο τίποτε, ας πούμε. Άλλοι όμως ευρίσκουν, τρόπον τινά, το μέσον να τα έχουν καλά με τον κολλήγα, κι ενώ τα αρνάκια τα μισακά, κατά κανόνα, ο αετός τα τρώγει, αν και τα ιδικά τους τίποτε δεν παθαίνουν, αυτοί και πάλιν, να ’χουμε καλή ψυχή, τα καταφέρνουν μια χαρά! Και να ήτο τουλάχιστον αρκετόν το γάλα, διά να πήξει τυρόν ή μυζήθραν, υπομονή. Αλλ’ οργή Θεού είχε πέσει το έτος εκείνο εις τα βοσκήματα. Τα πράματα τα μισά του είχαν ψοφήσει· ολίγες μόνον γαλάρες του έμειναν· όλο και στέρφες. Δεν έκαμεν ο Θεός καλόν καιρό να βγάλει χορταράκι, να βοσκήσουν τα πράματα. Τι-σε κάμουν τα καημένα τα πράματα.Είτα ο πτωχός Τσόμπανος ήρχισε να σοβεί το αιπόλιον, εξάγων τα ζώα προς νομήν εις την παρακειμένην κοιλάδα.-         Τσου! τσου! Στέρφα! ε! Ψαρή! όι! όι!Μόλις προέβη ολίγα βήματα, και ιδού δύο άγνωστοι άνθρωποι παρουσιάζονται ενώπιόν του και του κόπτουσι τον δρόμον. Εφόρουν ασυνήθη αναβολήν, και το ήθος των εφαίνετο όχι άγριον αλλ’ οπωσούν αλλόκοτον. Ο βοσκός δεν εφοβήθη, εξεπλάγη μόνον.Ο μικρός σκύλαξ, προπηδήσας εις υπάντησίν των, τους υπεδέχθη με οργίλους υλακάς.Και οι δύο εχαιρέτισαν τον αιπόλον, φέροντες την χείρα εις το στήθος, είτα εις το μέτωπον. Ο εις των δύο ξένων, ο πρεσβύτερος, αποταθείς προς τον αγρότην, είπε με λαρυγγώδη σκληράν φωνήν εις ελληνοβάρβαρον ακατανόητον γλώσσα.-         Εσύ μπελλέκ ανάραφ εμείς ντρόμο σουφτ;Ο αιπόλος δεν ενόησε γρυ.Ο ξένος επανέλαβε, συνοδεύων τας λέξεις δι’εκφραστικών χειρονομιώ.-         Μπελλέκ, πού πάει ντρόμο… πολλοί, πολλοί, ελέφ ελεφίν.

 
            

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 



Θὰ λαλήσω δὲ μὲ ὀδύνας, καὶ θὰ εἴπω μὲ στεναγμούς, περὶ τῆς συντελείας τοῦ κόσμου τούτου, καὶ περὶ τοῦ ἀναιδέστατου καὶ φοβεροῦ Δράκοντος, ὅστις μέλλει νὰ ταράξη πᾶσαν τὴν ὑπὸ τὸν οὐρανόν κτίσιν, καὶ νὰ ἐμβάλῃ δειλίαν, καὶ ὁλιγωρίαν, καὶ δεινήν ἀπιστίαν εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, καὶ νὰ ποίηση τέρατα καὶ σημεῖα καὶ φόβητρα, ὥστε, ἐὰν δυνηθῇ, νὰ πλανήσῃ καὶ τοὺς ἐκλεκτούς, καὶ νὰ ἀπατήσῃ πάντας διὰ ψευδῶν σημείων, καὶ διὰ φαντασμῶν τεράτων, ὑπὸ αὐτοῦ γενομένων. Διότι κατὰ συγχώρησιν τοῦ ἁγίου Θεοῦ λαμβάνει ἐξουσίαν ν' ἀπατήσῃ τὸν κόσμον· διότι ἐπληθύνθη ἡ ἀσέβεια τοῦ κόσμου, καὶ πανταχοῦ διάφορα κακά πράττοντα.

 

Πῶς ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος καὶ ἁμαρτωλὸς Ἐφραίμ, καὶ πλήρης πλημμελημάτων, θέλω δυνηθῇ νὰ διηγηθῶ τὰ ὑπὲρ τὴν δύναμίν μου! Ἀλλ' ἐπειδὴ ὁ Σωτὴρ διὰ τῆς εὐσπλαγχνίας του, τοὺς ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξε, καὶ δι' αὐτῶν τοὺς πανταχοῦ πιστοὺς κατεφώτισε, θέλει ἐνδυναμώσει καὶ ἡμῶν τὴν γλῶσσαν πρὸς ὠφέλειαν καὶ οἰκοδομήν, καὶ ἐμοῦ τοῦ λέγοντος καὶ πάντων τῶν ἀκροατῶν. Θὰ λαλήσω δὲ μὲ ὀδύνας, καὶ θὰ εἴπω μὲ στεναγμούς, περὶ τῆς συντελείας τοῦ κόσμου τούτου, καὶ περὶ τοῦ ἀναιδέστατου καὶ φοβεροῦ Δράκοντος, ὅστις μέλλει νὰ ταράξη πᾶσαν τὴν ὑπὸ τὸν οὐρανόν κτίσιν, καὶ νὰ ἐμβάλῃ δειλίαν, καὶ ὁλιγωρίαν, καὶ δεινήν ἀπιστίαν εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, καὶ νὰ ποίηση τέρατα καὶ σημεῖα καὶ φόβητρα, ὥστε, ἐὰν δυνηθῇ, νὰ πλανήσῃ καὶ τοὺς ἐκλεκτούς, καὶ νὰ ἀπατήσῃ πάντας διὰ ψευδῶν σημείων, καὶ διὰ φαντασμῶν τεράτων, ὑπὸ αὐτοῦ γενομένων. Διότι κατὰ συγχώρησιν τοῦ ἁγίου Θεοῦ λαμβάνει ἐξουσίαν ν' ἀπατήσῃ τὸν κόσμον· διότι ἐπληθύνθη ἡ ἀσέβεια τοῦ κόσμου, καὶ πανταχοῦ διάφορα κακά πράττονται. Καὶ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ἠθέλησαν νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπό τοῦ Θεοῦ, καὶ ν' ἀγαπήσωσι τὸν Πονηρόν, διὰ τοῦτο ὁ ἄχραντος Δεσπότης συνεχώρησε.Μέγας εἶναι ὁ ἀγών, ἀδελφοὶ, μάλιστα δὲ εἰς τοὺς πιστοὺς, κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους, ὅταν γίνωνται σημεῖα καὶ τέρατα ὑπ' αὐτοῦ τοῦ Δράκοντος ἐν πολλῇ ἐξουσία·

 

 

ὅταν πάλιν δεικνύῃ ἑαυτόν ὡς Θεόν διὰ φοβερῶν φαντασμάτων, καὶ ἵπταται εἰς τὸν ἀέρα, καὶ πάντες οἱ δαίμονες σηκώνονται εἰς τὸν ἀέρα, ὡς ἄγγελοι, ἔμπροσθεν τοῦ τυράννου· διότι φωνάζει μετὰ δυνάμεως, ἀλλάσσων μορφάς· καὶ ἐκφοβίζων καθ' ὑπερβολήν ἅπαντας τοὺς ἀνθρώπους· τότε, ἀδελφοί, τίς θέλει εὑρεθῇ τετειχισμένος, καὶ μένων ἀσάλευτος, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ σημεῖον ἐν τῇ ψυχῇ του, δηλαδὴ τὴν ἁγίαν παρουσίαν τοῦ μονογενοὺς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν; ὅταν ἴδῃ τὴν ἀπερίγραπτον ἐκείνην θλίψιν, ἥτις γίνεται πανταχοῦ εἰς πᾶσαν ψυχήν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τελείως παραμυθίαν, οὔτε πάλιν ἄνεσιν ἐν γῇ καὶ θαλλάσσῃ· ὅταν ἴδῃ ὅτι συνταράσσεται ὁ σύμπας κόσμος, καὶ φεύγει ἕκαστος διὰ νὰ κρυβῇ εἰς τὰ ὄρη, καὶ ἄλλος μὲν ἀποθνήσκει τῆς πείνης· ἄλλος δὲ ἀναλύεται ὡς κηρὸς ἐν δεινῇ θλίψει, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἐλεῶν· ὅταν ἴδῃ ἅπαντα τὰ πρόσωπα δακρύοντα, καὶ μετὰ πόθου ἐρωτῶντας τοὺς ἀνθρώπους, μήπως ἀκούεται λόγος Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς; καὶ ἀκούει οὐδαμοῦ. Τὶς θέλει ὑποφέρει τὰς ἡμέρας ἐκείνας; Τὶς δὲ θὰ ὑπομείνῃ τὴν θλίψιν τὴν ἀφόρητον; ὅταν ἴδῃ σύγχυσιν τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἀπὸ τῶν περάτων τῆς γῆς εἰς τὴν θέαν τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἰδῆ ὅτι πολλοὶ προσκυνοῦσιν ἔμπροσθεν τοῦ τυράννου, καὶ κράζουσι μετὰ τρόμου, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Σωτὴρ ἡμῶν· ὅταν ἰδῇ ὅτι ἡ θάλασσα ταράσσεται, καὶ ἡ γῆ ξηραίνεται, οἱ οὐρανοί δὲν βρέχουσι, τὰ φυτὰ μαραίνονται· ἅπαντες δὲ οἱ ὄντες πρὸς ἀνατολάς, φεύγουσι πρὸς δυσμάς, ἐκ τῆς πολλῆς δειλίας καὶ πάλιν δὲ οἱ ὄντες πρὸς δυσμάς, φεύγουσι πρὸς ἀνατολάς μετὰ τρόμου, ὁ δὲ ἀναιδὴς εἰς πάντα τὰ πέρατα, ὥστε νὰ κηρύξῃ παρρησία, ὅτι βασιλεύς μέγας ἐφάνη μετὰ δόξης, ἔλθετε καὶ ἴδητε αὐτόν. Τὶς εἶναι ὁ ἔχων οὕτω ἀδαμαντίνην ψυχήν, ὥστε νὰ ὑποφέρῃ γενναίως ἅπαντα τὰ σκάνδαλα; Τὶς ἄρα ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὡς προεῖπον, ὥστε νὰ μακαρίσουσιν αὐτὸν πάντες οἱ ἄγγελοι;Ἐγὼ φιλόχριστοι καὶ τέλειοι ἀδελφοί, ἐφοβήθην ἐξ αὐτῆς τῆς ἐνθυμίσεως τοῦ Δράκοντος, μελετῶν καθ' ἑαυτόν τὴν θλίψιν, ἥτις μέλλει νὰ γίνῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους κατὰ τοὺς καιροὺς ἐκείνους· διότι αὐτὸς ὁ Δράκων εἶναι μιαρός, καὶ φοβερὸς εἰς τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα γίνεται πικρότερος εἰς τοὺς δυναμένους νὰ νικῶσι τὰ φαντάσματα αὐτοῦ. Διότι τότε θὰ εὑρεθῶσι πολλοί εὐάρεστοι εἰς τὸν Θεόν, δυνάμενοι νὰ σωθῶσιν εἰς τὰ ὄρη, καὶ εἰς τὰ βουνά, καὶ εἰς τοὺς ἐρήμους τόπους μετὰ πολλῶν δεήσεων καὶ ὑπερβολικῶν κλαυθμῶν. Διότι ὁ ἅγιος Θεός, θεωρῶν αὐτοὺς εἰς τοιοῦτον ἀπερίγραπτον κλαυθμόν, καὶ εἰλικρινὴ πίστιν, εὐσπλαγχνίζεται αὐτοὺς· ὡς φιλόστοργος πατήρ, καὶ διατηρεῖ αὐτοὺς ὅπου ἐκρύβησαν· διότι ὁ παμμίαρος δὲν παύει τοῦ νὰ ζητῇ τοὺς ἁγίους κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν, νομίζων, ὅτι θέλει βασιλεύσει τοῦ λοιποῦ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ πάντας ὑποτάσσει. Καὶ νομίζει ὁ ἄθλιος ὅτι θὰ ἀντισταθῇ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην τὴν φοβεράν, ὅταν ἔλθῃ ὁ Κύριος ἐκ τῶν οὐρανῶν, μὴ γινώσκων ὁ ἄθλιος τὴν ἀσθένειαν καὶ ὑπερηφάνειαν αὐτοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐξέπεσεν.

 
 
Κατὰ τὸν καιρόν δὲ ἐκεῖνον, ὅταν ἔλθῃ ὁ Δράκων, δὲ ὑπάρχει ἄνεσις ἐπὶ τῆς γῆς· ἀλλὰ θλίψις μεγάλη, ταραχή, καὶ σύγχυσις, θάνατοι, καὶ πεῖνα εἰς πάντα τὰ πέρατα· διότι αὐτὸς ὁ Κύριος ἡμῶν διὰ τοῦ θείου αὑτοῦ στόματος εἶπεν· ὅτι τοιαύτα δὲν ἔγειναν ἀπ' ἀρχῆς τῆς κτίσεως.Ἡμεῖς δὲ οἱ ἁμαρτωλοί, πῶς θὰ παρομοιάσωμεν τὸ ὑπέρμετρον καὶ άνέκφραστον αὐτῆς, άφού τοιουτοτρόπως τὴν ώνόμασεν ὁ Θεός;Ἄς συλλογισθεί δὲ ἕκαστος ἀκριβῶς τὰς ἁγίας λέξεις τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος πῶς διὰ τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν θλίψιν τὴν μεγάλην, κολοβώνει τὰς ἡμέρας τῆς θλίψεως...
 
 
 

                                                                                                  Άγιος Εφραίμ ο Σύρος

 

 

ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, ΖΩΝ ΚΑΙ ΕΥΩΔΙΑΖΩΝ



Πολλοί, όσοι τον είχαν γνωρίσει προσωπικά ή μετά την ανάγνωσιν των βιβλίων, περί του Γέροντος και πού συνεκλονίσθησαν και τον ηγάπησαν, οσάκις κατακλύζονται από οδύνη και πόνο και τον επικαλούνται, έχουν ευεργετηθεί και εν γένει έχουν γίνει δέκται της αγιαστικής του στοργής και παρρησίας.Διηγούνται πολλά θαύματα, ιάσεις ασθενών επιτυχίες στα παιδιά τους, είτε σε σπουδές είτε σε αποκαταστάσεις και πού οπωσδήποτε τα αποδίδουν στην μεσιτεία, αγάπη και στοργή του Γέροντος.Παρατίθενται, ενδεικτικώς μόνον, ώρισμένα εκ των πολλών θαυμάτων και θαυμάσιων πού είχεν επιτελέσει εν ζωή ό Γέροντας καθώς και δύο εμφανίσεις του Γέροντος μετά την κοίμησίν του, χωρίς δι' ευνόητους λόγους να αναφερθούν τα ονόματα αυτών πού τα διηγήθηκαν, τα οποία όμως υπάρχουν εις το αρχείο «περί του Γέροντος», πού κρατείται.Γράφει ή μακαριστή Ξένη μοναχή:«Φεύγοντας (ό Γέροντας μετά από επίσκεψη στο Ησυχαστήριο μου, σε εξοχικό Προάστιο.) και βγαίνοντας τελείως έξω από την πόρτα του κήπου, μου λέει με μιαν έκφραση λύπης και απογοητεύσεως:-Πω πω! μεγάλη αμαρτία γίνεται εις τούτον τον τόπον (δάσος, βουνό). Μια φωτιά όμως, όλα γύρω απ' εδώ θα τα φτιάξη αυτά.....Την ίδια χρονιά, μετά λίγους μήνες, μετά την επίσκεψη του Γέροντος, έπιασε χωρίς να το γνωρίζουμε πώς, μια τεράστια φωτιά πού την βοήθησε και ό αέρας ν' απλωθεί, πολύ περισσότερο. Περί τα 400 στρέμματα κάηκαν.Ούτε θάμνοι έμειναν, ούτε δένδρα, όλα έγιναν στάκτη. Ακόμη και σήμερα, φαίνεται όλος αυτός ό τόπος πού τον «έφτιαξε» ή φωτιά. Κάθε φορά πού τον βλέπω, βλέπω και τον Γέροντα στο ίδιο σημείο, να μου δείχνει τον τόπον αυτόν και να προφητεύει. «Μία ημέρα, εις την Αίγινα, τον συνάντησα στην παραλία. Μου λέει: «Καλογραία, έχω μια δουλειά. Πήγαινε και άρχομαι. Εσύ να πάρεις ταξί δια να πάς και εγώ έχω μια δουλειά και άρχομαι. Στάσου να σε βρω ένα ταξί». Πέρασαν ένα, δύο, τρία, μέχρι 6 περίπου ταξί άδεια. Φαίνεται δεν ήταν εκείνο πού ήθελε, γιατί έλεγε: »όχι αυτό, ούτε κι' αυτό». Μετά, δεν πειράζει Καλογραία, μου λέει, πήγαινε με τα πόδια».Αμέσως ξεκίνησα και κατευθυνόμουν για το ησυχαστήριο του. Μετά από δυο - τρία βήματα, στράφηκα πίσω να τον ιδώ, δεν τον είδα πουθενά. Και πάλι, καθώς προχωρούσα, ξανάβλεπα πίσω μου, τίποτα. Πολύ σύντομα έφθασα. Μόλις μπήκα όμως μέσα στην αυλή, δεν πρόλαβα να κλείσω την πόρτα, κτυπά, ανοίγουμε, ήταν ό Γέροντας!Δεν μπορώ να καταλάβω, φρικιών, αλλά απ' τον κανονικό δρόμο πήγα, έβλεπα πίσω μου πότε-πότε, πότε και από που και πώς είχε φθάσει ό Γέροντας εκεί; Ένοιωσα δέος και συντριβή και δεν τον ρώτησα καθόλου....Άλλοτε, μπαίνοντας εις το κελί του, παραμονές πού θα έφευγε απ' την Αίγινα δια την Αθήνα, νοσοκομείο κ.λ.π., τον βρήκα καθιστό εις την κλίνην του και ετοιμαζόταν ν' αναπαυθεί. Φορούσε μια φανέλα και από πάνω το ράσο του. Όταν το τράβηξε για να πέσει, είδα το χέρι του κάτασπρο σαν το χιόνι, νεανικό και μια άρρητη εύωδία ένοιωσα να είναι διάχυτη εις το κελί του.Το χέρι του, τόσο λευκό ήτο, πού δεν έμοιαζε να είναι σάρκα.Έτρεμα, κατάλαβε και μου λέει, την ώρα πού πήγα να το ασπασθώ και ενώ είχε κλειστά τα μάτια:Δεν είναι τίποτα, καλογραία, δεν είναι τίποτα αυτά πού βλέπεις.... Υπάρχουν ανώτερα.

Όσιος Ιερώνυμος της Αίγινας


Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΗ ΠΟΡΕΙΑ ΕΝΟΣ ΜΑΓΟΥ

 

 

 

Το κείμενο πού ακολουθεί, εστάλη από τον μοναχό Ιωσήφ εις τους εν Χριστώ αδελφούς του εις Κύπρον:Τελευταίως ήρθεν εδώ στο Άγιον Όρος ένα παιδάκι 16-17 ετών. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Τριών χρόνων οί γονείς του το έδωσαν σε κάτι μάγους εις την Κίναν και το έβαλαν σε Κινέζικο μοναστήρι, οπού πιστεύουν εις τον Βούδα. Μέχρι 11 χρόνων το παιδί έγινε τέλειος μάγος. Διηγείται ό ίδιος δτι μπορούσε να καλέσει οποίον δαίμονα ήθελε.Έχει -λέγει- άλλον δαίμονα για την πορνείαν, άλλον του θυμού, της κατακρίσεως κ.λπ. 'Ηξερε να τους φωνάζει και να του φανερώνονται και να τους προστάζει ότι ήθελε. Πολλές φορές περπατούσε στον αέρα όταν ήθελε και γενικά είχε τους δαίμονες εις την υπηρεσία του, πολλούς των οποίων γνωρίζει τα ονόματα, μεγαλύτερος των οποίων είναι ό Εωσφόρος και ακολουθούν άλλοι οχτώ αρχηγοί. Εις το μοναστήρι ησκήθη επίσης είς την πάλην και έχει τόση τέχνη να χτυπήσει πέτραν να την σπάσει με το χέρι του, πράγμα πού είδαμε να πράττει και εδώ. Γνωρίζει σε τέλειον βαθμόν την πάλη καράτε και φοράει ζώνη μαύρη (των τελείων παλαιστών).Εις ηλικία 11 ετών έγινε τέλειος μάγος, εννοώ μάγος οπού δεν υπάρχει όμοιος του εις Ευρώπην. Χαρακτηριστικόν και θλιβερόν είναι και το εξής περιστατικόν: Επισκέφθη το Θιβέτ κάποιος Καρδινάλιος, εις δε το πρόγραμμα υποδοχής ό Δαλάϊ-Λάμα κάλεσε τους ηγουμένους των μοναστηριών μαζί με τους εκλεκτότερους μαθητάς, εις των οποίων ήτο και ό πιτσιρίκος Γιώργος (ηλικίας 8-9 ετών επελέγη μεταξύ των αρίστων μαθητών έκαστος ηγούμενος επέλεγε ένα ή δύο).

 

Εις την υποδοχήν εκάλεσεν ό Δαλάϊ-Λάμα τον Εωσφόρο όστις παρουσιάσθη σε μορφήν μαύρου γίγαντος. Εν πρώτοις έπεσαν όλοι και τον προσεκύνησαν. Ακολούθως προσεφώνησεν ό Εωσφόρος τον Καρδινάλιον στον οποίο υπέσχετο δόξας και τιμάς...Ως τέλειος μάγος, έλαβε ό μικρός βαθμόν 11 1/2. Ό 12ος βαθμός είναι ό μείζων πλην εστερείτο ηλικίας. Εις ηλικία 20 ετών θα εσφραγίζετο ως ιερεύς 12ου βαθμού.Αφού τελείωσε τάς σπουδάς του ό νέος, σκέφθηκε να μάθη και γράμματα και ξένες γλώσσες. Το δε θαυμαστόν, αφού γύρισε ανά την υφήλιο, εμάνθανεν εντός ολίγου την γλώσσαν εκάστης χώρας. Εις την Αμερική επεσκέφθη τους σατανιστάς και παρέστη εις ανθρωποθυσίαν. Όσα δε φρικτά επιτελούνται εκεί, αδύνατον να περιγράφουν.Κάποτε ένας συνάδελφος του, του είπε: Συνάδελφε άστα. Είδα εγώ, μάγον πού ούτε νήπια δεν λογιζόμαστε κοντά τον... Πήγα στους χριστιανούς και είδα τον ιερέα να παίρνει βρέφος να το σφάζει, να το τρώει και να δίνη και στους άλλος. Πράγματι, οι δύο νέοι διεπίστωσαν ότι στους χριστιανούς υπάρχει ένα φοβερό μυστήριο. (Είδαν Ιδίοις όμμασιν την αναίμακτον θυσίαν τον Χριστού μας).Περίεργον πώς ό εκ των γονέων εγκαταλειφθείς νεαρός ανακάλυψε τα ίχνη τους εις την Σουηδίαν ασχολούμενους με επιχειρήσεις.Κατά θείαν οικονομία συναντά Ορθόδοξον ευλαβή ιερέα τον οποίον και επεσκέφθη και εις τον οποίον άρχισεν επίδειξιν μαγικής τέχνης: υψώθηκε στον αέρα, κάλεσε το νερό να έλθει με το ποτήρι στα χείλη του μόνο του να πιει, κουνούσε τραπεζάκια κ.λπ.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ, ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΑ

 

Ως ανασηκωμένη ποδιά ωραίας χωριατοπούλας, οπού πλύνει τα ρουχάκια της, τα πουκαμισάκια της, σιμά εις το πηγάδι, ανέρχεται και αναρριχάται και βαίνει προς τα άνω η λευκή εσχατιά της πολίχνης, εις το βράχον τον ανατολικόν, τα Κοτρώνια, τον πετρώδη τριπλούν λόφον με τας τρεις κορυφάς, όπου το βράδυ, ενώ η δύσις χρυσά και πορφυρά βάφει τα σύννεφα αντικρύ, αναβαίνει παμμιγής ο βόμβος και ο ψίθυρος και το μινύρισμα μυρίων φωνών, φωνών γυναικείων, φωνών παιδικών, με ήχον μελωδικόν, ρεμβώδη, μυστηριώδη. Και αι γυναίκες φορτωμέναι την στάμναν των, ανά δύο ή τρεις, επιστρέφουν φλυαρούσαι από την βρύσιν και τα παιδιά με τα τόπια των κυνηγούνται γύρω εις τα Λιβάδια ή τρέχουν και παίζουν το σκλαβάκι εις τα Αλώνια.Σιμά εις την τρίτην, την χαμηλοτέραν κορυφήν, την παραθαλάσσιον, αναρριχώνται εις τον βραχώδη λόφο αι λευκαί οικίαι. Και η οικία του μακαρίτου του Μπονά, οπού την είχεν αγοράσει προ χρόνων ο καπετάν Γιωργής ο Παμφώτης, και την είχεν επισκευάσει και καλλωπίσει, ήτο κτισμένη επάνω εις πέτραν ριζιμιάν, σύρριζα εις τον βράχον, και προς τα κάτω εξετείνετο αυλή με σαράντα σκαλοπάτια, το κάθε σκαλοπάτι πλατύ όσον διά να πατήσει τις δύο βήματα και υψηλόν όσον διά να χρειασθεί τις άλμα να το αναβεί.

 

 

 

Δύο χαμηλά ισόγεια σπιτάκια, κάτω, δεξιόθεν και αριστερόθεν της αυλείου θύρας. Το έν ήτο πατητήριον ελαιών, το άλλο πλυσταρείον. Μία απλωταριά και ηλιακωτόν από το έν μέρος της ανωφερούς αυλής, παμμεγέθης αμυγδαλιά ανθούσα ήδη από το άλλο μέρος, στέρνα και πηγάδιον και κηπάριον με γάστρας ανθέων και ροιάς και λεμονέας, με κάγκελα φραγμένον. Και άνω ο πάλλευκος άσπιλος οικίσκος, αρχαϊκόν κτίριον, εμπνέον σέβας, επέστεφε την ανωφερή μαρμαίρουσαν αυλήν.Το έβλεπες μακράν και το εχαίρεσο κι εζήλευες κι έπιπτες εις ρέμβην κι έλεγες: Ας κοιτούσα εκεί!Χειμερινός θάλαμος με την εστίαν του, τα μεντέρια του και τα ράφια του, αρματωμένος με παλαιά ωραία πιάτα, δύο μικροί θαλαμίσκοι, όλοι γεμάτοι οθόνας και έπιπλα, το μαγειρείον, ο διάδρομος, όλα αστράπτοντα και πλουσίως ευτρεπισμένα. Η «καλή κάμαρη» προς το μεσημβρινόν μέρος με ωραία στιλβωμένα έπιπλα, με οθόνια λειομέταξα και τάπητας πολυχρόους.Βλέπουσα εις τον λιμένα, θεωρούσα όλην την λευκήν πολίχνην κάτω και αντικρύ, αγναντεύουσα την θάλασσαν, μετρούσα τα κατάρτια των καραβιών, και αριθμούσα τας λέμβους των αλιέων, εκάθητο η κόρη του σπιτιού, η Σειραϊνώ, λευκή και ασθενής ως το κρίνον, λεπτοφυής, πραεία και άχολος ως η περιστερά. Είχε το κέντημά της επί των γονάτων. Ειργάζετο ανενδότως, νυχθημερόν∙ εκέντα τα προικιά της.Εταξίδευεν ο πατήρ της με το καράβι, έπλεεν εις μακρινά, βαθιά, μαύρα πέλαγα. Πρώιμα απέπλευσεν εφέτος, μόλις είχαν φωτισθεί τα νερά. Άμα θα επέστρεφε με το καλόν «να δέσει» (δηλαδή να δέσει το καράβι δι’ όλον τον χειμώνα), θ’ απεφάσιζε τέλος ν’ αρραβωνίσει την κόρην του. Τοιαύτην υπόσχεσιν έδωκεν «εξωδίκως», καθώς λέγουν οι δικολάβοι, πριν αναχωρήσει.Γαμβροί υποψήφιοι υπήρχον όχι δύο ή τρεις, αλλά δωδεκάς ολόκληρος. Η κόρη είχε καλόν όνομα, ήτον μεγαλοπροικούσα, ήτο λευκή και άχολος ως περιστερά, ήτον προκομμένη και «ομορφοδούλα». Εκέντα τα προικιά της μόνη της, χωρίς καμίαν ανάγκην, μόνον διά ν’ ακολουθήσει το έθιμον του χωρίου. Ποίον από τους τόσους γαμβρούς να εκλέξει ο πατήρ της; Εν τη αμηχανία του ανέβαλλε. Τέλος υπεσχέθη ότι θ’ απεφάσιζε να εκλέξει ένα, άμα θα εγύριζε, συν Θεώ, από το ταξίδι. Δεν ήσαν πλέον οι μυθολογικοί χρόνοι. Αγώνα και άθλον δεν ηδύνατο να προβάλει εις τους μνήστορας, και να δώσει την κόρην γέρας εις τον νικητήν. Αλλ’ υπήρχον αγώνες και άθλοι βιοτικοί, και ο πλέον προκομμένος, όστις θα ενίκα τους άλλους εις το στάδιον του βίου, εκείνος θα ήτο ο εκλεκτός γαμβρός.Εκάθητο η κόρη και ηύχετο να γυρίσει γρήγορα ο πατήρ της, και είχε πίστιν και ελπίδα εις την καρδίαν της, και εκοπίαζε και εκέντα τα προικιά της. Αντίκρυ, εις μίαν οικίαν, μακράν, εις απόστασιν μιλίου ίσως, ήτον ένα μπαλκόνι.

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

ΑΓΑΠΗ ΜΕ ΑΡΩΜΑ ΒΑΝΙΛΙΑΣ




 Δημιουργούνται ''Χριστεπώνυμες'' ομάδες στο διαδίκτυο με τέτοια περισσή, σιροπιαστή, γενικόλογη αγάπη, που αδυνατείς, να ξεχωρίσεις την σαρκική αγάπη από τον Θείο Πατρογονικό μας Έρωτα, ομοθυμαδόν, λαικοί θιασώτες μιας ανερμήνευτης, απροσδιόριστης και αφελούς αγάπης συνωστίζονται στις πιο ευφάνταστες, καλογραμμένες αναρτήσεις, που συχνά, οι περισσότερες θυμίζουν παλιά, εικονογραφημένα, κλασσικά σινερομάντζα.Τόση αγάπη μετουσιωμένη σε σιροπιαστό γλυκό του κουταλιού ή σε αφράτο, μακεδονίτικο, καλοψημένο ραβανί...



Μπερδέψαμε κατά πως φαίνεται την κατά Χριστόν αγάπη, με τα λούτρινα αρκουδάκια, τις αυτοσχέδιες, ηλεκτρονικές εικονίτσες γεμάτες με λουλούδια του αγρού, εποχιακά, ανθισμένα κρίνα του θερμοκηπίου και κατάλευκες αζαλέες Ταυλάνδης. Αγαπόλογες, επηρμένες αναρτήσεις, που καθιστούν τον Χριστό μας, κάτι σαν σταρ του Σινεμά ή ως αρρενωπό ηθοποιό αμερικάνικης, αήθους σαπουνόπερας. Δημιουργούνται ''Χριστεπώνυμες'' ομάδες στο διαδύκτιο με τέτοια περισσή, σιροπιαστή, γενικόλογη αγάπη, που αδυνατείς, να ξεχωρίσεις την σαρκική αγάπη από τον Θείο Πατρογονικό μας Έρωτα. Ομοθυμαδόν, λαικοί θιασώτες μιας ανερμήνευτης, απροσδιόριστης και αφελούς αγάπης συνωστίζονται στις πιο ευφάνταστες, καλογραμμένες αναρτήσεις, που συχνά, οι περισσότερες θυμίζουν παλιά, εικονογραφημένα, κλασσικά σινερομάντζα. Τόση αγάπη μετουσιωμένη σε σιροπιαστό γλυκό του κουταλιού ή σε αφράτο, μακεδονίτικο, καλοψημένο ραβανί. Ξεφύγαμε τελείως, υπό το ερμητικά φιλάσθενο κι ανίερο κράτος μιας ανορθόδοξης, αρρωστημένης, μεταδοτικής ασθένειας, που μολύνει επικίνδυνα την κατά Χριστόν αγάπη εν Αληθεία. Που βάζει τα όρια, θεσπίζει την διάκριση και πριμοδοτεί την προσοχή. Η αγάπη του Χριστού μας είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και ανυπέρβλητο συναίσθημα για να χαραμίζεται ανέξοδα σε ιλουστρασιόν καρτούλες, που εξομοιώνουν την Τρισήλιο Θεότητα μ' έναν ΄΄Χριστό΄΄ της παρεούλας, που, ποτε εικονίζεται σε βράχους, ποτε σε ραχούλες, ανάμεσα σε δροσερά μπουκέτα απόκοσμων λουλουδιών. Ενίοτε και σε βραχώδη, κυκλαδίτικα νησιά, μόνο στην Μύκονο δεν τον είδαμε ακόμη... Μεγάλη η πτώση των ανθρώπων που θαρρούν, πως ο Χριστός μας έχει τον θρόνο του στο photoshop του διαδικτύου, Τον μεταχειριζόμαστε, ως εύπλαστη, ψευδόχριστη κούκλα της βιτρίνας, γίναμε ασυνείδητα, βέβηλοι εικονομάχοι, ''ασελγώντας'' υπερφίαλα στις ιερές εικόνες. Αποδίδουμε - είναι γνωστό - τις δέουσες τιμές επί του πρωτοτύπου των εικόνων, αν όμως αυτές,οι photomade, επίπλαστες φωτοεικόνες εμπεριέχουν ανεμώδη λουλουδάκια, αγνά, αμέριμνα ελαφάκια και κάθε λογής στο βασίλειο της φύσης, καλοζωισμένα ζαρκαδάκια, τότε τιμούμε και αυτά; Αλίμονο, γίναμε χλιαρόπνοοι χριστιανοί του μαγειρεμένου, οικουμενιστικού τσελεμεντέ, οι περισσότεροι είμαστε γιαλαντζί συνοδοιπόροι, που στον σταυρικό ανήφορο χρησιμοποιούμε αναπηρικά, μεταχειρισμένα καροτσάκια. Γιατι η άνοδος απαιτεί κόπο και θυσίες και ως εκ τούτου βαυκαλιζόμαστε τους Ορθοδόξους με εθιμοτυπικές επισκέψεις την Κυριακή στις εκκλησίες, με υποκρινόμενες προσευχές που δεν ταυτοποιούνται με την δηθενική, κομπάζουσα βιωτή μας, με αυτοδιαφημιζόμενες νηστείες προκειμένου να μας δώσουν το πρώτο το βραβείο. Συμπαίκτες στο θέατρο Σκιών του Ευγένιου Σπαθάρη, ζητούμε την Χάρι του Θεού σε όλους, αλλά ενδόμυχα ποθούμε το κακό του καθ' όλα αμαρτωλού, μισεμένου γείτονα, χαιρέκακοι μικράνθρωποι που παίζουν το κρυφτό στην αμαρτία και το κυνηγητό στην ματαιόπονη, πεζόδρομη φιλοδοξία. Τις νύχτες κάνουμε ένα Απόδειπνο και θωρούμε, πως δόξα τω Θεώ, σβήστηκαν απ' το πινάκιο του Θεού και οι σημερινές μας αμαρτίες. Αυτές οι Κυβερνήσεις μας χρειάζονται, αυτή η Παιδεία είναι η εξ'αγχιστείας πνευματική αδελφή μας κι η Εκκλησία ένα ακριβοθώρητο, ευγενές αντίγραφο των μετέωρων, ακροβατούντων εαυτών μας, που στην ούγια γράφει, δια χειρός ''Βαράγκη''. Όλα τα ατενίζουμε ευκρινώς εκ του μακρόθεν, εξ' απαλών ονύχων μιλάμε για Χριστό, σαν να είναι ο ''κολλητός'' της παρέας, μισοεξομολόγητοι, μισοεκκλησιαζόμενοι και παντελώς ακοινωνούντες. Αγαπολογούμε γενικώς έτσι και ως έτυχε, μια αγάπη γενικά αόριστη, πνευματικά ανέξοδη και διαδοχικά ατέρμονη. Μέσα σ' αυτήν χωράει και η κοσμική αγάπη και ο κατά σάρκα έρωτας, όλα μαζί συνταιριασμένα σε τρίχινο, γύφτικο τσουβάλι και ως πλανόδιοι συνοδοιπόροι πωλούμε αγάπη ανομολόγητη με άρωμα βανίλιας. Έλα όμως, που η Αγάπη είναι Χριστός εν Αληθεία και ουχί εν Παραμυθία, η αγάπη του Πατρός μας είναι απίστευτα μοναδική και ανεξάντλητα απλόχερη μόνο εν Αληθεία Πίστεως, που κι αυτήν, την πατρονάραμε κατά τα ανθρωποκτόνα μέτρα μας και τα πλασματικά σταθμά μας!



Αγαπολογούμε γενικώς έτσι και ως έτυχε,μια αγάπη γενικά αόριστη,πνευματικά ανέξοδη και διαδοχικά ατέρμονη,μέσα σ' αυτήν χωράει και η κοσμική αγάπη και ο κατά σάρκα έρωτας,όλα μαζί συνταιριασμένα σε τρίχινο,γύφτικο τσουβάλι και ως πλανόδιοι συνοδοιπόροι πωλούμε αγάπη ανομολόγητη με άρωμα βανίλιας,έλα όμως,που η Αγάπη είναι Χριστός εν Αληθεία και ουχί εν Παραμυθία,η αγάπη του Πατρός μας είναι απίστευτα μοναδική και ανεξάντλητα απλόχερη μόνο εν Αληθεία Πίστεως.





 

Γιώργος Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος


ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΣΤΟ ΚΕΛΛΑΚΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ

 
 
 
 
 
 

Πολλοί, όσοι τον είχαν γνωρίσει προσωπικά ή μετά την ανάγνωσιν των βιβλίων, περί του Γέροντος και πού συνεκλονίσθησαν και τον ηγάπησαν, οσάκις κατακλύζονται από οδύνη και πόνο και τον επικαλούνται, έχουν ευεργετηθεί και εν γένει έχουν γίνει δέκται της αγιαστικής του στοργής και παρρησίας.Διηγούνται πολλά θαύματα, ιάσεις ασθενών επιτυχίες στα παιδιά τους, είτε σε σπουδές είτε σε αποκαταστάσεις και πού οπωσδήποτε τα αποδίδουν στην μεσιτεία, αγάπη και στοργή του Γέροντος.Παρατίθενται, ενδεικτικώς μόνον, ώρισμένα εκ των πολλών θαυμάτων και θαυμάσιων πού είχεν επιτελέσει εν ζωή ό Γέροντας καθώς και δύο εμφανίσεις του Γέροντος μετά την κοίμησίν του, χωρίς δι' ευνόητους λόγους να αναφερθούν τα ονόματα αυτών πού τα διηγήθηκαν, τα οποία όμως υπάρχουν εις το αρχείο «περί του Γέροντος», πού κρατείται.Στις δύο (2) Απριλίου 1990 επισκέφθηκα την Αίγινα με την αδελφή μου Αικατερίνη και με δύο οικογενειακές μας γνωστές, την κ. Καλλιόπη Γ. Κομνηνού καί την κ. Φάνη εκ της Ρόδου.Επισκεφθήκαμε τον Ιερό Τάφο και τον Ναό του Αγίου Νεκταρίου. Στο δρόμο πού πηγαίναμε προς Αγιον Νεκτάριο, ή κ. Καλλιόπη Κομνηνού, ρώτησε τον οδηγό του «ταξί»: Σάς παρακαλώ, εδώ στην Αίγινα υπάρχει και ένα Ιερό Ησυχαστήριο ενός Αγίου Γέροντα του π. Ιερωνύμου. Τον βλέπω επί δέκα (10) χρόνια στον ύπνο μου και συζητούμε για την ασθένεια μου και έχω το βιβλίο πού γράφει για κείνων, «ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης». Είναι σαν να τον έχω γνωρίσει από χρόνια και ζήσει μαζί του.

 

 

Και βέβαια, μου απαντά ό οδηγός, είναι πολύ εύκολο, θα σας πάω στον Άγιο. Πράγματι, κατόπιν, κατευθυνθήκαμε και πήγαμε στο Ησυχαστήριο του αγίου γέροντος π. Ιερωνύμου.Κτυπήσαμε την πόρτα και φάνηκε ή μοναχή Ευπραξία.Αφού μας πέρασε μέσα, μας οδήγησε και γνωρίσαμε την Γερόντισσα πού είχε υπηρετήσει τον Γέροντα Ιερώνυμο, υπέργηρον ηλικίας 100 ετών.Επήραμε την ευχή της. Κατόπιν μας οδήγησε ή Μοναχή στο Εκκλησάκι της Ευαγγελιστρίας και προσκυνήσαμε και τα Αγια Λείψανα του π. Ιερωνύμου, επίσης τον Τάφο του, τον χώρο πού απεσύρετο και προσευχόταν και ό όποιος ήτο ίσα όσο χωρούσε γονατιστό ένα άνθρωπο και τέλος και το κελλάκι του πού αναπαυότανε και εδέχετο τον κόσμον.Ήταν μεσημέρι. Ή Μοναχή Ευπραξία, ή υποτακτική της Γερόντισσας Ευπραξία, μας έκανε το τραπέζι. Αυτές τις στιγμές, όλες οί φίλες αισθανόμασταν ένα δέος. Ή αίσθησης της ζωντανής παρουσίας και στοργής του π. Ιερωνύμου ήτο πολύ αισθητή, τόσο ώστε προσωπικά ή κάθε μια μας, είχαμε την αίσθηση πώς είχαμε δίπλα μας τον Άγιο Γέροντα, πράγμα πού είναι «σημείο» των Αγίων μας κεκοιμημένων και εν γένει όλων των Αγίων μας.Αφού ήλθε ή ώρα να χαιρετήσουμε το Ησυχαστήριο, βάλαμε μετάνοια στην Οσία Γερόντισσα και στη Μοναχή Εύπραξία, επήραμε ευχή και πήραμε το καράβι και γυρίσαμε στα σπίτια μας στο Αιγάλεω.Την επομένη ημέρα ή κ. Καλλιόπη Κομνηνού μου προμήθευσε το βιβλίο πού είχε, δηλ. «Ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης, Βίος, πνευματικά υποθήκες και παραινέσεις αυτού» υπό Σωτ. Νούση.Άρχισα να το διαβάζω σιγά-σιγά από την αρχή το βιβλίο, κάθε μέρα και μερικές σελίδες, μέχρι πού έφθασα στο σημείο στη σελίδα 222 (έκδοση Γ') οπού λέει την προσευχή σε κάποιους πού έφευγαν: «Πάτερ Άγιε Ιατρέ των ψυχών και των σωμάτων ημών, ό πέμψας τον Μονογενή Σου Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πάσαν νόσον ίώμενος και εκ θανάτου λυτρούμενον, ίασαι τον δούλον Σου (δείνα) εκ της περιεχούσης αυτόν σωματικής τε και ψυχικής ασθενείας. Σον γαρ εστί το ελεεί και σώζει ημάς, Χριστέ ό Θεός ημών και Σοί την δόξαν αναπέμπομεν, συν τω Ανάρχω Σου Πατρί και τω Παναγίω και Αγαθώ και Ζωοποιώ Σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».Την ένοιωσα πολύ αυτήν την προσευχή και έκανα τον Σταυρό μου και προσευχήθηκα και εγώ με αυτά τα λόγια και προχώρησα την ανάγνωση. Καθώς διάβαζα, με κατέλαβε ένας γλυκός ανάλαφρος ύπνος και εκεί στον ύπνο μου, αισθάνθηκα έναν βήχα, τρεις φορές έβηξα και βλέπω να φτύνω ένα κρυσταλλόμενο κατακόκκινο σα ζελέ πτύελο, και με το βήχα ξύπνησα.Αμέσως αισθάνθηκα ότι είχαν απελευθερωθεί οί πνεύμονες μου, οπού είχα Επί πολλά έτη βροχικά.Όταν επισκέφθηκα τον θεράποντα ιατρό μου με διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχουν ούτε Ίχνος ακροαστικά. Τώρα, με την ευλογία του Αγίου Ιερωνύμου και την Ιαματική του αγία δύναμη, δεν ξανά αρρώστησα. Είναι σαν να μη είχα ποτέ βρογχικά και τα φάρμακα τα πέταξα.Ή θεραπευθείσα και πάντοτε ευγνώμων Δοξάζω τον Κύριο και τον πρέσβυ Του Άγιο Ιερώνυμο.Με άπειρη ευλάβεια ή ιαθείσα προσκυνήτρια, Σοφία Παύλου Ιωάννου.

 
                                                     

                                                                                   Γέρων Ιερώνυμος της Αίγινας

ΟΣΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ,ΚΤΗΤΩΡ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ

 

 

 

Ευδόκησε ο Θεός ν' αναδείξει ένα φωστήρα της Εκκλησίας Του και διδάσκαλο των μοναχών, τον όσιο και θεοφόρο πατέρα μας Αντώνιο. Ο όσιος Αντώνιος, κατά κόσμον Αντίπας, γεννήθηκε στην κωμόπολη Λιούμπετς, σαράντα βέρστια μακριά από το Τσερνιγώφ, στα 983.Από τους ευσεβείς γονείς του διδάχτηκε το φόβο του Θεού και νωρίς ένιωσε την επιθυμία να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Ο Θεός τον φώτισε να έρθει γι' αυτό το σκοπό στη γη της Ελλάδος.Χωρίς καθυστέρηση ξεκίνησε από την πατρίδα του και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Από κει πέρασε στο Άγιο Όρος, τον ιερό Άθωνα. Περιόδευσε στις ιερές μονές και είδε πολλούς μοναχούς, μιμητές της ζωής των αγγέλων.Τότε ο όσιος Αντώνιος φλογίστηκε πιο πολύ από αγάπη στο Χριστό. Ήρθε στη μονή του Εσφιγμένου και ικέτευσε τον ηγούμενο να τον κείρει μοναχό. Ο ηγούμενος Θεόκτιστος, αγωνιστής μεγάλος και αξιωμένος προορατικού χαρίσματος, διέκρινε τις αρετές του οσίου και προείδε τη μελλοντική αγία ζωή του. Δέχτηκε λοιπόν την παράκλησή του και τον έκειρε μοναχό, αφού πρώτα τον δίδαξε όσα έπρεπε για τη μοναχική πολιτεία.Από τότε ο άγιος αγωνιζόταν να ευαρεστεί σε όλα το Θεό. Βίαζε τον εαυτό του στους ασκητικούς αγώνες, με τέλεια υπακοή και υπομονή, κι έγινε σύντομα τύπος και παράδειγμα ενάρετης διαγωγής σ' όλους τους αδελφούς.Πέρασε αρκετός καιρός. Και να! Δόθηκε στον ηγούμενο θεϊκή εντολή να στείλει το μοναχό Αντώνιο πίσω στη Ρωσία. Τον κάλεσε λοιπόν και του λέει:-Αντώνιε! Πήγαινε στη Ρωσία και γίνε εκεί παράδειγμα και πνευματικός στυλοβάτης του λαού. Η ευλογία του Αγίου Όρους ας είναι μαζί σου!Ο όσιος δέχτηκε την εντολή του ηγουμένου σαν από το στόμα του Θεού. Έφυγε λοιπόν για τη Ρωσία κι έφτασε στην πόλη του Κιέβου γύρω στα 1013. Ψάχνοντας τόπο για να εγκατασταθεί, επισκέφθηκε τα μοναστήρια της περιοχής, χωρίς όμως να σταθεί σε κανένα. Έτσι ήθελε ο Θεός.Κατευθύνθηκε στα γύρω βουνά, σε τόπους απόμερους και βρήκε ένα σπήλαιο που είχαν σκάψει κάποτε οι Βαράγγοι. (Βαριάγοι ή Βαράγγοι: Σκανδιναβική φυλή, που το 862 μ. Χ. υπό την ηγεσία του Ρούρικ ήρθε στη Ρωσία και εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Νόβγκοροντ, όπου ίδρυσε κράτος και τη δυναστεία των Ρουρικιδών.)Έκανε προσευχή κι εγκαταστάθηκε σ' αυτό, ζώντας με μεγάλη εγκράτεια και άσκηση.Μετά το θάνατο του ευσεβούς Βλαδίμηρου, το 1015, στο θρόνο του Κιέβου ανέβηκε ο πρωτότοκος γιος του, ο ανόσιος Σβιατοπόλκ.

 
 

ΗΡΘΑΝ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΚΟΝΤΑ ΜΟΥ

 

 

Μια θεόσταλτη δοκιμασία έφερε σ' επίγνωση και τον όσιο Αρέθα, που καταγόταν από το Πολότσκ και ήταν μοναχός της Λαύρας των Σπηλαίων. Αυτός ο δυστυχής είχε το πάθος της φιλαργυρίας, τη ρίζα όλων των κακών, κατά τον απόστολο. Μάζευε κρυφά κι έκρυβε στο κελί του χρήματα και πολύτιμα είδη. Από το εργόχειρο του δεν έδινε τίποτα στη μονή ή στους φτωχούς. Αλλά ούτε και για τον εαυτό του ξόδευε το παραμικρό. Μόνο συγκέντρωνε...Ο λόγος του Θεού δεν τον συνέτιζε.Οι νουθεσίες και οι παραινέσεις του ηγουμένου δεν έφερναν αποτέλεσμα. Οι συμβουλές των αδελφών δεν τον συγκινούσαν.Κάποια νύχτα, με παραχώρηση Θεού, άγνωστοι κλέφτες του άρπαξαν όλη την περιουσία κι εξαφανίστηκαν.Όταν ο Αρέθας ανακάλυψε την κλοπή κεραυνοβολήθηκε. Ήταν τέτοια η απόγνωση του, που μόνο με την επέμβαση του φιλάνθρωπου Θεού συγκρατήθηκε και δεν τερμάτισε τη ζωή του. Έγινε όμως ένα αγρίμι από την οργή και την παράφορα.Από την ήμερα εκείνη άρχισε να επιτίθεται στους αδελφούς, να τους προπηλακίζει και να τους ζητάει τα λεφτά του. Όλους τους θεωρούσε ένοχους για την κλοπή. Έγινε ένας αληθινός τύραννος της αδελφότητας.Οι πατέρες τον βεβαίωναν πως ήταν αθώοι και τον συμβούλευαν να εμπιστευθεί τον εαυτό του στο Θεό.— Αδελφέ, του έλεγαν, «επίρριψον επί Κύριον την μέριμνά σου, και αυτός σε διαθρέψει».Που να τους ακούσει όμως εκείνος! Όχι μόνο δεν έδινε σημασία στα λόγια τους, αλλά και τους «στόλιζε» με άπρεπες και προσβλητικές εκφράσεις.

 
 

 

Ο πονηρός τον είχε κυριέψει ολοκληρωτικά... Σε λίγο καιρό ο Αρέθας χτυπήθηκε από φοβερή αρρώστια κι έφτασε μέχρι το θάνατο. Ωστόσο και στο κρεβάτι της οδύνης δεν έπαυε να βαρυγκωμά και να κακολογεί τους αδελφούς. Στο τέλος έπεσε σε κώμα κι έμεινε για πολλές ώρες σαν νεκρός. Μόλις που ανέπνεε. Οι αδελφοί με θλίψη περίμεναν το τέλος του.Αλλ' ο φιλάνθρωπος Κύριος, που δεν θέλει την καταστροφή των ανθρώπων αλλά τη σωτηρία τους, έστειλε το έλεός Του στο ταλαίπωρο πλάσμα Του.Καθώς κειτόταν ακίνητος ο Αρέθας, άρχισε ξαφνικά να φωνάζει:- Κύριε, ελέησον! Κύριε, σώσον! Κύριε, αμάρτησα! Δικά σου είναι και δεν λυπάμαι που τα έχασα!Αμέσως συνήλθε, σηκώθηκε, κι εξήγησε φοβισμένος στους αδελφούς που τον παράστεκαν, τι του είχε συμβεί.— Είδα, τους είπε, πως ήρθαν άγγελοι και δαίμονες κοντά μου. Άρχισαν να φιλονικούν για μένα, εξαιτίας του κλεμμένου μου πλούτου. Οι δαίμονες υποστήριζαν επίμονα πως όχι μόνο δεν ευαρέστησα το Θεό, αλλά και τον βλασφήμησα με τη φιλαργυρία και τη συμπεριφορά μου. «Γι' αυτό είσαι δικός μας Αρέθα», μου έλεγαν, ενώ τους παρακολουθούσα έντρομος. «Είσαι δικός μας και σε μας θα παραδοθείς!». Τότε οι άγγελοι με κοίταξαν με λύπη. «Ώ άθλιε άνθρωπε!», είπαν. «Ώ ανάξιε μοναχέ, που τόσα χρόνια ήσουν δούλος του πάθους της φιλαργυρίας! Δεν σε συνέτισε τουλάχιστον η κλοπή των χρημάτων σου; Αν ευχαριστούσες και δόξαζες το Θεό για τη στέρηση τους, θα σε λυπόταν και θα σ' ελεούσε. Σ' αυτή την περίπτωση θα σου λογάριαζε την απώλεια σαν ελεημοσύνη, όπως έκανε στον Ιώβ. Όποιος ελεεί με τη θέληση του κάνει μεγάλο έργο ενώπιον του Θεού. Αλλά και όποιος χάνει τον πλούτο του ακούσια, αντιμετωπίζοντας όμως την απώλεια με πραότητα και με δοξολογία στο Θεό, αμείβεται απ' Αυτόν σαν ελεήμων. Ο διάβολος στέλνει τους κλέφτες ν' αρπάξουν τα πλούτη των ανθρώπων, για να κάνη τους τελευταίους ν' αγανακτήσουν και να βλασφημήσουν το Θεό!». Στα λόγια εκείνα των αγγέλων εγώ κραύγασα αυτό που ακούσατε: «Κύριε, ελέησον! Κύριε, σώσον! Κύριε, αμάρτησα! Δικά σου είναι και δεν λυπάμαι που τα έχασα!». Στην κραυγή μου οι δαίμονες εξαφανίστηκαν, ενώ οι άγγελοι χάρηκαν και αποχώρησαν.Σαν άκουσαν τη διήγηση του Αρέθα οι αδελφοί, θαύμασαν τη φιλάνθρωπη σοφία του Θεού, που βρίσκει πάντοτε τρόπους να φέρνει τους αμαρτωλούς σε μετάνοια.Από την ημέρα εκείνη η ζωή του Αρέθα άλλαξε εντελώς.Ενώ πριν κανείς δεν μπορούσε να τον συγκράτηση από την κακοτροπία και κακολογία του, τώρα όλοι εκπλήττονταν με την πραότητα και την καλοσύνη του.Με βαθιά μετάνοια, με απροσωπόληπτη αγάπη, με αδιάκριτη υπακοή, με δακρύρροη προσευχή και σκληρή εγκράτεια ο μακάριος Αρέθας, πέρασε θεοφιλώς την υπόλοιπη ζωή του. Και τόσο ευαρέστησε το Θεό με την ταπείνωση και την άσκηση, ώστε, μετά την οσιακή κοίμησή του, αξιώθηκε κι αυτός της αφθαρσίας του τιμίου λειψάνου του, που χαρίζει πλούσια τα ελέη του Κυρίου σ' όσους προστρέχουν σ' αυτό με πίστη.

 

                                                                   Όσιος Αρέθας των Σπηλαίων του Κιέβου
  

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ ΙΕΡΕΥΣ π.ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΛΩΡΟΣ 1860-1953

 
 

 

 

 

 

Εὐλαβὲς ἀφιέρωμα,τοῦ ἀξίου αὐτοῦ Λειτουργοῦ του Ὑψίστου, ὅστις ἠξιώθη νὰ ἱερουργῇ τὴν νύκτα ἐκείνη τῆς 14ης Σεπτεμβρίου 1925, καθ’ ἣν ἐνεμφανίσθη ὁ Τίμιος καὶ Ζωοποιὸς Σταυρός. Στοιχεῖα συνελλέχθησαν ἀπὸ συνεντεύξεις ἔτι ζώντων πνευματικῶν του τέκνων καὶ συγγενῶν του, καθὼς καὶ ἐκ τοῦ Τόμου Δ’ τῶν ἱστορικῶν ἐκδόσεων τῶν «Πατρίων», τοῦ ἀειμνήστου Πενταπόλεως κυροῦ Καλλιοπίου, τῇ ἐπιμελείᾳ καὶ φροντίδι τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συνδέσμου τῶν Νέων της Ἐκκλησίας μας.Ὁ π. Ἰωάννης ἐγεννήθη τὸ ἔτος 1860 εἰς τὸ χωρίον Πεντιὰ (σημερινὸ Τρίκορφον) τῆς Μεσσηνίας ἀπὸ εὐσεβῆ οἰκογένεια. Εἶχε ἀκόμα ἕναν ἀδελφὸ ὁ ὁποῖος ἠκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο. Τὸ 1893 νυμφεύεται τὴν εὐλαβεστάτην Ἀγγελικὴν καὶ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἔτος, χειροτονεῖται βαθμιδὸν διάκονος καὶ ἱερεὺς ὑπὸ τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας Παναρέτου Κωνσταντινίδου (†1897), καὶ ἀναλαμβάνει ἐφημεριακὰ καθήκοντα εἰς τὸν ἐνοριακὸν ναὸν τοῦ χωρίου του, τὸν Ἅγιο Νικόλαο.Μὲ τὴν παρέλευσιν 15 χρόνων ἡσύχου, λευϊτικοῦ, ἐγγάμου βίου, ἡ πρεσβυτέρα Ἀγγελικὴ ἐκοιμήθη ἐν Κυρίω, ἐγκαταλείπουσα τοιουτοτρόπως εἰς τὸν π. Ἰωάννη τὴν μητρικὴ φροντίδα τριῶν κοριτσιῶν καὶ δύο ἀγοριῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλένη, τὸ πρῶτον, ἦτο δεκατεσσάρων (14) ἐτῶν καὶ ὁ Λεωνίδας, τὸ τελευταῖον, ἕξ (6) μηνῶν. Ἔχων ἐπωμισθεῖ τὴν φροντίδα τῶν πέντε του τέκνων, ἐφρόντισε τὴν ἀποκατάστασιν τῶν τριῶν κοριτσιῶν καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1923, ἀναβαίνει εἰς τὴν πρωτεύουσαν διὰ τὶς σπουδὲς τοῦ μικρότερου υἱοῦ, ἐγκαταλείπων τὴν ἰδιαιτέραν τοῦ πατρίδα καὶ μένων δίχως ἐνορίαν.Πολλάκις προσφεύγει εἰς τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν νὰ τοῦ δοθῇ μία ἐνοριακὴ θέσις διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὰ λειτουργικά του καθήκοντα καὶ νὰ μπορέσῃ νὰ ἀνταπεξέλθῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς οἰκογενείας του.

 

 

Ματαίως ὅμως.Περνοῦν ἕξ μῆνες μεγάλων στερήσεων.Πάντοτε ὅμως εἶχε σταθερὰν τὴν ἐλπίδα του πρὸς Ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον διηκόνη ἐπὶ τόσα ἔτη. Μίαν ἡμέρα, εἷς μοναχὸς ὀνόματι Μόδεστος, τὸν καλεῖ νὰ λειτουργήσῃ εἰς τὸ ἐκκλησάκι του τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο εἰς τὴν νῆσον Αἴγιναν.Καὶ τότε ἦταν ποὺ ὁ εὐλαβέστος π. Ἰωάννης πείθεται διὰ τὴν πρόνοιαν τοῦ Ὑψίστου, τοῦ ὁποίου ἡ Θείας Χάρις δὲν ἐγκαταλείπει ὅποιον Τὸν ὑπηρετεῖ μὲ θυσιαστικὸν φρόνημα, διότι ἐκεῖνο τὸ βράδυ, πρὶν λειτουργήση, τὸν ἐπισκέπτεται ἡ Ὑπεραγία Θεοτοκὸς εἰς ἐνύπνιον καὶ τοῦ ὑποδεικνύει τὸ τότε γραφικὸν ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου εἰς τὰ κάτω Πατήσια Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ γίνῃ ἐνορία του δι’ ὀλίγα, ὅμως, ἔτη.Καὶ ἰδοὺ τὸ θεῖον θέλημα. Ὅταν ἐπιστρέφει εἰς τὴν οἰκίαν του ἀπὸ τὴν Αἴγιναν, εὑρίσκει ἕν σημείωμα ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτῆτας τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου, διὰ τοῦ ὁποίου τὸν ἐκάλουν νὰ ἐξυπηρετήσῃ μονίμως τὸ μικρόν των ἐκκλησάκι. Ἐπὶ περίπου ὀχτὼ μῆνας παραμένει ἐκεῖ λειτουργός, καὶ πιστοὶ ἀπὸ ὅλας τὰς συνοικίας τῶν Ἀθηνῶν οἱ ὁποῖοι ἀνεζήτουν πνευματικὴν παρηγορίαν συρρέουν εἰς τὸ ἐπιτραχήλιον τοῦ ἀκάκου παπα – Γιάννη.Ἡ ἐπιβληθεῖσα ἡμερολογιακὴ καινοτομία κατὰ τὸ ἔτος 1924, τὸν εὑρίσκει ἀκόμα ἐφημέριον τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου. Ἦταν τότε ποὺ ἀντέταξε ἕνα σθεναρὸν ΟΧΙ εἰς τὴν καινοτομήσασα ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀποτειχιζόμενος ἀπὸ τοὺς καινοτόμους προϊσταμένους του καὶ συστρατευόμενος μὲ τοὺς ἀπ’ αἰῶνος φύλακας τῶν πατρώων παραδόσεων, τὸν ἁπλοῦν πιστὸν λαόν.Ἡ στάσις του αὕτη, ὡς ἦτο φυσικὸν ἑπόμενον, τὸν φέρνει ἀντιμέτωπον μὲ τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία καὶ τὸν ἐκδιώκει ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἐλευθέριον.Νέαι περιπέτειαι ἀρχίζουν διὰ τὸν παπα-Γιάννη. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς κάθε ἐξωκκλήσι εἰς τὰ περίχωρα τῆς Ἀττικῆς, εὑρίσκει τὸν Λειτουργόν του στὸ πρόσωπον τοῦ γέροντος ἱερέως.