ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Π.ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΝΑΣΣΟΥ,Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑ-ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΥΠΕΡΦΥΩΝ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ

 
 
                      
 

                                     ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΛΕΤΗ ΜΑΣ ΠΕΡΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

 

 

 

Μέ­σα στή ζω­ή τῆς Ἐκκλη­σί­ας, ἔχου­με τήν εὐκαι­ρί­α καί τή δυ­να­τότητα ―μέσῳ ἀνα­λο­γιῶν, μεταφορῶν, ἀνα­γωγῶν, συμ­βο­λι­σμῶν, εἰκό­νων καί πα­ρα­στά­σε­ων― νά «ἀνι­χνεύ­σου­με» κά­πως τίς ἐπου­ρά­νιες καὶ πνευ­μα­τικὲς πραγ­μα­τι­κό­τη­τες, νά ψηλα­φή­σου­με τὸ Ἐπέ­κει­να, ἀλλά καὶ νά κα­τα­νο­ή­σου­με, στὰ μέ­τρα, βε­βαί­ως, τῆς κτι­στό­τη­τάς μας «ἐν εἰκό­νι», τά «ὑπέρ νοῦν καί αἴσθη­σιν», ἀφοῦ καὶ ἡ γλῶσσα τῆς Ἁγ. Γραφῆς καὶ ὅλης τῆς χριστια­νικῆς Θε­ο­λο­γί­ας εἶναι εἰκο­νο­λο­γι­κή καί, ἑπο­μέ­νως, αὐτές οἱ με­τα­φυ­σικὲς καὶ ὑπερ­βα­τικὲς «εἰκό­νες», ὅπως και ἀλλοῦ ἐπι­ση­μά­να­με, ἐκφρά­ζουν τὸ βα­θύ καὶ ἀποφατικὸ θε­ο­λο­γι­κὰ πε­ριε­χόμενο τῆς Ὀρθο­δό­ξου δι­δα­σκα­λί­ας μας. Ἀλλά, καί γε­γο­νό­τα καί πε­ρι­στα­τι­κά, τά ὁποῖα μᾶς δι­η­γεῖται ἡ Πα­τε­ρι­κή Γραμ­μα­τεί­α τῆς Ἐκκλη­σί­ας μας, συ­ντε­λοῦν στὴν ἔτι πε­ραι­τέ­ρω ἐμβά­θυν­σή μας στὰ πε­ρί τῆς «ἄλλης ζωῆς», ὑπό τήν δι­πλῆ της ὄψη, ὡς Πα­ρα­δείσου καί Κο­λάσε­ως.Στὴ συ­νέ­χεια, θὰ ἔχου­με τὴν εὐκαι­ρί­α νὰ ἐξε­τά­σου­με πῶς αὐτὲς οἱ δύ­ο αἰώ­νιες κα­τα­στά­σεις, ὁ Παρά­δει­σος καὶ ἡ Κό­λα­ση, ἑρμη­νεύ­ο­νται ἀπὸ τοὺς ἁγίους καὶ θε­ο­πνεύ­στους Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκκλη­σί­ας μας, οἱ ὁποῖοι, ὅσο τοὺς ἀξί­ω­σε ὁ Θε­ός, κατὰ τὸ μέ­τρο τῆς ἀρετῆς τους, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰ φυ­σικὰ ὅρια τῆς κτι­στό­τη­τας, εἰσῆλθαν στὸν Θεῖο «γνό­φο» καὶ μᾶς εἶπαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τοὺς ἀπο­κα­λύφθη­σαν, ἄν καὶ ὄχι, βε­βαί­ως, ὅλα, ἀλλὰ με­ρι­κά, καὶ τοῦτο, διό­τι ὅλα τὰ τοῦ «ἄλλου κό­σμου» δὲν εἶναι δυ­νατὸν ἀπὸ πεπε­ρα­σμέ­νους θνη­τούς, ἀκό­μη καὶ Ἁγίους, νὰ γί­νουν γνω­στά καί ἀντι­λη­πτά.

 
 
 
 
 
 
Οἱ δύ­ο αὐτὲς αἰώ­νιες, μετὰ θά­να­τον, κα­τα­στά­σεις δὲν μπο­ρεῖ νὰ συλ­ληφθοῦν λο­γι­κά, οὔτε ἐπα­κριβῶς νὰ πε­ρι­γρα­φοῦν, ἀλλ᾿ οὔτε καί νὰ ἀντι­κει­με­νο­ποι­η­θοῦν μὲ βά­ση τὰ ἀνθρώπινα κρι­τή­ρια, ἀφοῦ ἀπο­τελοῦν ὑπερ­βα­τι­κές πραγ­μα­τι­κό­τη­τες, ποὺ ξε­περ­νοῦν κά­θε ἀνθρω­πί­νως νο­η­τό ὁρι­σμό. Οἱ διάφορες εἰκό­νες, ποὺ χρη­σι­μο­ποιοῦνται στὴ Γρα­φή σχε­τικὰ μὲ τὸν Πα­ρά­δει­σο καὶ τὴν Κό­λα­ση, καὶ οἱ ὁποῖες συμ­βαί­νει νὰ φαί­νο­νται, κάποιες ἴσως φορὲς, ἀκό­μα καὶ ἀντι­φα­τικὲς με­τα­ξύ τους, δὲν μπο­ρεῖ νὰ πα­ρουσιά­σουν τὴν ἀκρί­βεια τῶν πραγ­μά­των, ἀλλὰ τὸ πῶς πε­ρί­που μπο­ρεῖ νὰ (δι)αἰσθαν­θεῖ ἀμυ­δρὰ ὁ ἄνθρω­πος τὸν ἐπου­ρά­νιο ἐκεῖνο κό­σμο, τὸν πνευ­μα­τι­κό.Ἡ ἀντι­φα­τι­κό­τη­τα (πα­ρα­δο­ξό­τη­τα) ἤ καί ἡ ἀσά­φεια[1] τῶν εἰκο­νι­σμῶν αὐτῶν περὶ τοῦ Πα­ρα­δεί­σου καὶ τῆς Κο­λά­σε­ως ὑπη­ρε­τεῖ, σύμ­φω­να πά­ντα μὲ τοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκκλη­σί­ας, κά­ποια σκο­πι­μότητα. Οἱ θε­ό­πνευ­στοι ἑρμηνευ­τές ἐξη­γοῦν ὅτι αὐτὲς ὑφί­στα­νται, ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴν προ­σκολλη­θεῖ ὁ ἄνθρω­πος σ᾿ αὐτήν καθ᾿ ἑαυ­τήν τὴν «εἰκό­να» καὶ τὴν πα­ρο­μοί­ω­ση, ἀλλ᾿ «ἀνα­γωγι­κά» νὰ ὑπερ­βεῖ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐγκο­σμιοκρα­τικὲς καὶ ἀνθρώ­πι­νες γε­νικὰ πα­ρα­στά­σεις, καὶ νὰ νο­ή­σει «ὑπέρ λό­γον» τὴν ἐπου­ρά­νια πραγ­ματι­κό­τη­τα ὡς τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τικὴ ἀπὸ τὰ πα­ρι­στά­με­να σχή­μα­τα· καὶ αὐτὸ, βέ­βαια, θὰ γί­νει μὲ τὴ βα­σικὴ θε­ο­λο­γικὴ ἀρχὴ τῆς «ὀντο­λο­γικῆς δια­φορᾶς» με­ταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, ὅτι δη­λαδὴ με­ταξὺ κτι­στῶν καὶ ἀκτίστων πραγ­μα­τι­κο­τήτων δὲν ὑφίσταται ὀντο­λο­γικῶς καμί­α ὁμοιό­τη­τα καὶ καμί­α ἀνα­λογί­α! Ὁ ἅγιος Συ­μεὼν ὁ Νέ­ος Θε­ο­λό­γος θὰ ἐρω­τή­σει χαρα­κτη­ρι­στι­κά: «Τῷ ἀκτί­στῳ τὸ κτι­στόν γάρ, πῶς πο­τέ ἐξι­σω­θείῃ»; Καί ὁ Μέ­γας Ὁμο­λο­γη­τής, Μά­ξι­μος, θὰ συ­μπλη­ρώ­σει ὅτι «ἀκτί­στου καὶ κτι­στοῦ ἄπει­ρον τὸ μέ­σον ἐστι καὶ διά­φο­ρον»! Τὸ ἄκτι­στο δὲν ὑπάρ­χει τρό­πος νὰ χω­ρέ­σει στὸ κτι­στό· καὶ τὸ ἄπει­ρο δὲν ὑπάρ­χει τρό­πος νὰ νο­η­θεῖ ἀπὸ τὸ πε­πε­ρασμέ­νο καὶ ἀτε­λές. Θὰ πρέ­πει δὲ ἐν προ­κει­μένῳ νὰ γνω­ρί­ζου­με ὅτι ἡ διά­κρι­ση κτι­στοῦ καὶ ἀκτίστου εἶναι πρω­τεύ­ου­σα καὶ θε­με­λιώ­δης στὴν Ὀρθό­δο­ξη Θε­ο­λογί­α, ὅλες δὲ οἱ ἄλλες δια­κρί­σεις, ποὺ υἱο­θε­τοῦνται, δηλ. αἰσθη­τοῦ―νο­η­τοῦ, ὕλης―πνεύ­μα­τος, σώ­μα­τος―ψυχῆς κ.λπ., εἶναι δευτερεύ­ου­σες[2]. Ἐντού­τοις, ἡ Ὀρθό­δο­ξη Πα­τε­ρικὴ Θε­ο­λο­γί­α δὲν ἀπορ­ρί­πτει πα­ντελῶς τὴ φυ­σικὴ Ἀπο­κά­λυ­ψη, μέ­σα ἀπὸ τὰ «ἴχνη» καὶ τοὺς «τύ­πους» τῆς ὁποί­ας γνω­ρί­ζου­με τὰ Θεῖα προ­σό­ντα τοῦ (Θεί­ου) ἐκ-τυ­πωτῆ, κατὰ μί­α θε­ο­πρεπῆ ἀνα­λο­γί­α καὶ ὁμοιό­τητα.Ἀφοῦ, λοιπόν, δὲν ὑφί­στα­ται κα­μί­α «φυσικὴ» ὁμοιό­τη­τα με­ταξὺ ἀκτίστου καὶ κτι­στοῦ, Θε­οῦ καὶ κό­σμου, ἐπου­ρα­νί­ων κα­τα­στά­σε­ων καὶ ἐπι­γείων, εἶναι αὐτονό­η­το ὅτι δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑπάρ­ξει καὶ κα­μί­α ἀπό­λυ­τη καὶ ἀκριβὴς (φω­το­γρα­φικὴ) πε­ρι­γρα­φή τοῦ ἀκτίστου (βλ. Ἀπο­φα­τι­σμό). Ἔτσι, ὅ,τι ἀπὸ τὸν ὁρατὸ/αἰσθητὸ κό­σμο χρη­σι­μο­ποιεῖται πρὸς πε­ρι­γραφὴ τῶν Ἐπέκεινα εἶναι συμ­βο­λι­κό. Ὁ Πα­ρά­δει­σος καὶ ἡ Κό­λαση, ὡς δύ­ο αἰώ­νιες κα­τα­στάσεις, βλέπου­με νὰ παρου­σιά­ζονται καὶ σὲ διάφορα ἐνύ­πνια καὶ ὁρά­μα­τα, ἀλλὰ πά­λι εἰκο­νι­κά, διό­τι δὲν ἐξη­γεῖται κατὰ δια­φο­ρε­τικὸ τρό­πο ἡ δι­πλῆ ὄψη τῆς αἰω­νί­ου κα­τα­στά­σε­ως καὶ ζωῆς· βλέ­πει λ.χ. κά­ποιος σὲ ὄνει­ρο τὸν κε­κοι­μη­μέ­νο οἰκεῖο του μέ­σα σὲ ἕνα τόπο πά­γκα­λο-αἰσθη­τό, ἕνα καταπρά­σι­νο κῆπο μὲ πο­λύ­χρω­μα ἄνθη κ.λπ., ἤ, ἀντί­θε­τα, μπορεῖ νὰ τὸν δεῖ (ὡς ἔνδει­ξη κο­λα­σμοῦ) μέ­σα σὲ ἕνα πυ­κνὸ σκο­τά­δι, πε­ρι­στοι­χι­σμένο ἀπό φλό­γες πυρός, τι­μω­ρού­με­νον μὲ διάφορα ὑλικὰ εἴδη βα­σάνων.

ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΜΕ ΧΩΡΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

 



 

Πριν γίνει ο προφήτης Δαβίδ βασιλιάς του Ισραήλ υπηρετούσε τον βασιλιά Σαούλ. Ο Σαούλ, επειδή γνώριζε ότι ο Δαβίδ θα πάρει το θρόνο, τον καταδίωκε, προσπαθώντας να τον θανατώσει. Μια φορά όταν η ζωή του κινδύνευε, ο προφήτης Δαβίδ είπε σ' αυτούς που ήταν τότε μαζί του· «Ένα βήμα με χωρίζει από τον θάνατο» (Α' Βασ. 20, 3).Θυμήθηκα τώρα αυτά τα λόγια γιατί πριν μία εβδομάδα έπρεπε να τα πω και εγώ. Ένα μόνο βήμα με χώριζε από το θάνατο. Για ένα διάστημα ήμουν σχεδόν πεθαμένος, σχεδόν καθόλου δεν είχα σφυγμό και η καρδιά μου παρά λίγο να σταματήσει να χτυπά. Αλλά ο Κύριος με σπλαχνίστηκε. Και τώρα ακόμα είμαι αδύναμος και μόνο καθισμένος μπορώ να μιλάω με σας. Θέλω να σας πω κάτι πολύ σημαντικό, θέλω να σας πω για την μνήμη του θανάτου, διότι ο θάνατος βρίσκεται πολύ κοντά στον καθένα μας, όπως ήταν τόσο κοντά σε μένα το προηγούμενο Σάββατο.

 
 

 

Ο καθένας από μας μπορεί να πεθάνει ξαφνικά, τότε που δεν περιμένει. Γνωρίζετε ότι η ζωή πολλών ανθρώπων τελειώνει ξαφνικά και απρόοπτα.Να θυμάστε πάντα, χαράξτε στην καρδιά σας τον λόγο αυτό του Χριστού· «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι» (Λκ. 12, 35). Να θυμάστε πάντα τον λόγο αυτό και ποτέ να μην τον λησμονήσετε. Όταν οι άνθρωποι ετοιμάζονται να περπατήσουν ένα μακρύ δρόμο ή να κάνουν μία δύσκολη εργασία δένουν στη μέση τους το ζωνάρι. Και όταν περπατάνε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας έχουν μαζί τους λυχνάρια και είναι σημαντικό γι' αυτούς τα λυχνάρια αυτά να είναι πάντα αναμμένα.Το ίδιο και στην πνευματική μας ζωή, η μέση μας πρέπει να είναι ζωσμένη και τα λυχνάρια μας αναμμένα. Πρέπει να είμαστε ακούραστοι εργάτες του Θεού και να αγωνιζόμαστε πάντα κατά του διαβόλου, ο οποίος σε κάθε μας βήμα προσπαθεί να μας αποτρέψει από τον Χριστό και να μας θανατώσει με τους πειρασμούς. Γι' αυτό ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας έδωσε αυτή την εντολή· «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι».Ποτέ να μην λησμονείτε ότι η επίγεια ζωή μάς δόθηκε για να προετοιμαστούμε για την ζωή την αιώνια και η τύχη μας στην αιώνια ζωή θα κριθεί απ’ αυτό, πώς ζήσαμε εδώ.Να είστε πιστοί στον Χριστό, πιστοί με τον τρόπο που ο ίδιος έδειξε στην Αποκάλυψη του αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου. Εκεί Αυτός λέει· «Γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής» (Απ. 2, 10).Πρέπει να είμαστε πιστοί στον Θεό, πρέπει ακούραστα κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή να υπηρετούμε τον Θεό. Η ζωή μας είναι σύντομη, δεν μπορούμε να σπαταλάμε άσκοπα αυτές τις λίγες ώρες και ημέρες της ζωής μας, πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε την ώρα του θανάτου.Όλοι οι άγιοι ασκητές είχαν πάντα στο νου τους την μνήμη του θανάτου. Μέσα στα κελλιά τους είχαν κρανίο για να το βλέπουν και να θυμούνται το θάνατο. Με δάκρυα το κοιτούσαν, σκεφτόμενοι ότι και αυτοί θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Υπηρετούσαν ακούραστα τον Θεό και δούλευαν εις τον Κύριον, όπως το έκανε ο όσιος Σεραφείμ του Σαρόβ. Εκείνοι, όπως και εσείς, άκουγαν κάθε μέρα στον εσπερινό τα λόγια του 33ου ψαλμού· «Θάνατος αμαρτωλών πονηρός» (Ψαλ. 33, 22). Όπως και εσείς, άκουγαν και αυτοί· «Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των όσιων αυτού» (Ψαλ. 115, 6). Φοβερό θάνατο έχουν οι αμαρτωλοί. Και έχω δει πολλά παραδείγματα. Όμως ένα γεγονός που έχω δει πρίν 40 χρόνια τόσο βαθιά αποτυπώθηκε στη μνήμη μου που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.Ήμουν τότε επαρχιακός γιατρός και με κάλεσαν στο σπίτι ενός πολύ γνωστού σ' εκείνη την περιοχή πλούσιου γαιοκτήμονα, που ήταν άνθρωπος πολύ κακός. Όταν μπήκα μέσα στο σπίτι του μού έκανε εντύπωση η ακαταστασία που υπήρχε εκεί. Άνθρωποι έτρεχαν από δω και από κει. Πάνω στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος ένας γέρος με πρόσωπο κατακόκκινο που μόλις με είδε άρχισε κυριολεκτικά να ουρλιάζει. Έλεγε· «Γιατρέ, παρακαλώ, σώσε με! Πεθαίνω και μόνο με τη σκέψη, ότι μπορώ να πεθάνω».Πού ήταν πριν εκείνος ο άνθρωπος, τι σκεφτόταν όταν ταλαιπωρούσε τους άλλους; Τι σκεφτόταν όταν τους έπαιρνε όλα τους τα χρήματα; Τώρα ο θάνατος ήλθε, είναι εδώ και είναι αργά πλέον να λες· «Πεθαίνω και μόνο με τη σκέψη, ότι μπορώ να πεθάνω». Θα έπρεπε η ζωή σου να ήταν τέτοια ώστε να μην φοβάσαι τον θάνατο.Ποιος δεν φοβάται τον θάνατο; Μόνο αυτός που ακολουθεί τον Χριστό, που όλη την ζωή του κατευθύνει με σκοπό να τελεί τις εντολές του. Τέτοιοι άνθρωποι δεν φοβούνται τον θάνατο. Γνωρίζουν την υπόσχεση που έδωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στους μακαρισμούς· «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς» (Μτ. 5, 12).Τελείως διαφορετικός ήταν ο θάνατος των αγίων. Ο άγιος Σεραφείμ πέθανε γονατισμένος μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, στην οποία προσευχόταν πάντα. Έτσι στεκόμενος στα γόνατά του κοιμήθηκε και ήταν τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του.Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μας λέει· «Περιπατείτε έως το φως έχετε, ίνα μη σκοτία υμάς καταλάβη» (Ιω. 12, 35). Ακόμα έχετε το φως του Χριστού, ακόμα έχετε την δυνατότητα να πηγαίνετε στο ναό, να ακούτε τις εντολές, να ακούτε το Ευαγγέλιο. Να περπατάτε μέσα σ' αυτό το φως. Γιατί, όταν έλθει ο θάνατος, το φως αυτό θα σβήσει για σας. Πέραν του τάφου δεν υπάρχει μετάνοια και θα πάρετε ανταπόδοση σύμφωνη με όσα έχετε κάνει στη ζωή σας.Περπατάτε λοιπόν στο φως όσο έχετε το φως, για να μην σας καταλάβει το σκοτάδι, το σκοτάδι το αιώνιο, το σκοτάδι του θανάτου. Ο θείος απόστολος Παύλος λέει· «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β' Κορ. 6, 2). Τώρα, όσο ζούμε, είναι για μας καιρός ευπρόσδεκτος, καιρός σωτηρίας. Τώρα πρέπει να σκεφτόμαστε την σωτηρία μας και να προετοιμαζόμαστε για την αιώνια ζωή. Αυτό κάνουν όλοι οι χριστιανοί, όλοι όσοι αγαπάνε τον Χριστό.Πριν 70 χρόνια ζούσε στην Αγία Πετρούπολη ένας γιατρός που λεγόταν Γαάζ. Αυτός υπηρετούσε στις φυλακές και είχε καρδιά αγαθή, καρδιά γεμάτη ευσπλαχνία και αγάπη για τους ανθρώπους. Από την θέση του, του γιατρού των φυλακών, προσπαθούσε όσο μπορούσε να βοηθήσει τους δυστυχισμένους ανθρώπους που κρατιούνταν εκεί. Έβλεπε πως έστελναν στα κάτεργα αλυσοδέσμιους κατάδικους, γνώριζε ότι θα περπατήσουν με τα πόδια χιλιάδες βέρστια μέχρι να φτάσουν στην Σιβηρία και η καρδιά του έσφιγγε από τον πόνο. Για να αισθανθεί τον πόνο τους μια φορά φόρεσε στα πόδια του αλυσίδες και περπατούσε μ' αυτές ώρες στην αυλή του σπιτιού του. Όταν βρισκόταν στην κλίνη του θανάτου, ο άγιος αυτός άνθρωπος και γιατρός, είπε στους συγκεντρωμένους γύρω του ανθρώπους τα εξής θαυμαστά λόγια, τα οποία πρέπει να τα βάλουμε καλά στο νου μας· «Να βιάζεστε να κάνετε καλό για τους άλλους». Να βιάζεστε γιατί ο θάνατος όλους μάς περιμένει. Να μην είστε επιπόλαιοι, να είστε πιστοί μέχρι θανάτου και θα σας δώσει ο Θεός το στέφανο της ζωής.Ο προφήτης Ησαΐας είπε ένα λόγο, τον οποίο επίσης πρέπει καλά να θυμόμαστε και που πρέπει βαθιά να αποτυπωθεί στην καρδιά μας· «Έκστητε, λυπήθητε, αι πεποιθυΐαι, εκδύσασθε, γυμναί γένεσθε, περιζώσασθε σάκκους τας οσφύας» (Ησ. 32, 11).Τρέμετε ανέγνοιαστες, να έχετε την μνήμη του θανάτου, να σκέφτεστε πάντα την ώρα όταν θ' αφήσετε αυτή την ζωή και ποτέ να μην το ξεχνάτε. Και για να μην το ξεχνάμε, για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε την οδό του Χριστού και να μην φοβόμαστε τον θάνατο, χρειαζόμαστε βοήθεια από τον Παντοδύναμο Θεό. Χωρίς αυτή την βοήθεια δεν θα νικήσουμε τους πειρασμούς του διαβόλου, γι' αυτό πρέπει να ζητάμε να μάς στείλει ο Θεός την χάρη του. Κύριε, ελέησε μας τους αμαρτωλούς, Κύριε, βοήθησε μας.Πρέπει να Τον ικετεύουμε έτσι όπως Τον ικέτευε η γυναίκα η ειδωλολάτρισσα, για την οποία ακούσατε σήμερα στο ευαγγελικό ανάγνωσμα. Αυτή ήταν Χαναναία και όταν είδε τον Χριστό με τους μαθητές του άρχισε να φωνάζει δυνατά και να Τον ικετεύει· «Ελέησόν με, Κύριε, υιέ Δαυΐδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται» (Μτ. 15, 22). Αλλά ο Κύριος δεν της έδινε σημασία και συνέχιζε σιωπηλά το δρόμο του. Η γυναίκα συνέχιζε να Τον ικετεύει, όμως Εκείνος δεν απαντούσε. Στο τέλος οι μαθητές του Τού είπαν· «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών» (Μτ. 15, 23). Και ο Κύριος απάντησε· «Ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ» (Μτ. 15, 24). Η γυναίκα όμως συνέχιζε να Τον ικετεύει. Τι της είπε τότε ο Κύριος; «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις» (Μτ. 15, 26). Και άκουσε μία απάντηση καταπληκτική για την ταπείνωση και την πραότητα" «Ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών» (Μτ. 15, 27), - δώσε μου, Κύριε, ένα ψίχουλο από το έλεός σου. Σταμάτησε ο Κύριος, όταν το άκουσε, και της είπε· «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις, και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης».

 
 

 

Πολλοί από μάς έχουν ζωή που δεν αρμόζει στους χριστιανούς. Πολλοί είναι βεβαρημένοι με διάφορες αμαρτίες, πολλοί έχουν ξεχάσει τον λόγο του Θεού· «Το κέντρον του θανάτου η αμαρτία» (Α' Κορ. 15, 56). Ο θάνατος πληγώνει αυτόν που είναι δούλος της αμαρτίας. Τότε, αν είμαστε τόσο αδύναμοι, αν το ένδυ¬μα της ψυχής μας είναι όλο μαύρο από τις αμαρτίες μας, δεν είμαστε και εμείς σαν τα σκυλιά, δεν πρέπει και εμείς να κράζουμε προς τον Θεό, όπως έκραζε εκείνη η Χαναναία γυναίκα; «Κύριε, είμαι σαν το σκυλί, αλλά ελέησόν με!»«Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι». Αμήν!

 
 
 
                                                                               

                                                                       Άγιος Λουκάς,Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας

 

ΤΟ ΕΡΗΜΟ ΜΝΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

 
 
 

 

«Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο…», οὕτω πως ἤρχιζε τὸ μοιρολόγι τῆς μικρᾶς Κατερίνας, τῆς νεωτέρας κόρης τοῦ Χρήστου τοῦ Σαρρῆ, ὅταν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν σεμνὸν ναΐσκον ἡ μικρὰ πληθὺς τῶν ἀνελθόντων διὰ τὴν ἐξοχικὴν κηδείαν ἀπὸ τὴν παραθαλάσσιον μεσημβρινὴν πολίχνην. Ὁ μικρὸς τάφος εἶχε σκαφῆ πρὸς ἀνατολὰς τῆς ἐκκλησίας, σύρριζα στὴν χηβάδα τοῦ ἱεροῦ, κι ὁ παπ᾿ Ἀποστόλης μὲ τὸ θυμιατὸν ἔλεγε τὴν τελευταίαν εὐχὴν τοῦ Τρισαγίου, καὶ τὸ Κουκλὶ καὶ τὸ Μπονακί, τὰ δύο ἀγαπημένα ψαλτουδάκια τῆς Παναγίας ἀπὸ τὴν Ἐπάνω Ἐνορίαν, ἔμελπον σιγὰ καὶ βαθιὰ τὸ «Ὁρῶντές με ἄφωνον», κι ὁ παπα-Στάμος κύψας εἶχεν ἀναλάβει ἓν σύντριμμα κεράμου ἀπὸ τὴν παμμήτορα γῆν, κ᾿ ἐπροσπάθει μὲ τὸ μαχαιράκι του νὰ χαράξῃ ἐπάνω ἕνα σταυρὸν μὲ τὸ ΙΣ. ΧΣ. ΝΙ-ΚΑ χιαστὶ ὁλόγυρα.

 

 

 

 

Κ᾿ ἡ γρια-Φλωροὺ ἐξέχυνε μὲ λόγια καὶ μὲ δάκρυα τὸν πόνον της, ὅτι, ἀφοῦ εἶχε θάψει πρὸ πέντε ἐτῶν τὸν μοναχογυιόν της, εἶχεν ἐπιζήσει ἀκόμη διὰ νὰ νεκρασπασθῇ καὶ τὸν ἔγγονόν της τὸν πρωτογέννητον. Κ᾿ ἡ μικρὰ Κατερίνα ἤρχιζε καὶ δὲν ἐτελείωνε τὸ μοιρολόγι της:Ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο στὰ χόρτα τ᾿ ἀνθισμένα,πές μου, ποῦ πῆγε τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε στὰ ξένα.Εἶχε μισέψει ὁ νέος πρὸ τετραετίας, μόλις ἦτο 17 ἐτῶν τότε, διὰ τὴν Ἀμερικήν, ὅπως ὅλοι. Τὸν εἶχε κολλήσει ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἡ μανία τῆς μεταναστεύσεως, ἂν καὶ θὰ ἦτο χρήσιμος εἰς τὸν τόπον, ὅπου ὁ πατήρ του διετήρει καλὸν μαγαζεῖον. Ὁ μικρὸς Νῖκος εἶχε φύγει σχεδὸν ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ πατρός του. Ἔζησεν ὑπὲρ τὰ τρία ἔτη ἐργαζόμενος ἐκεῖ. Τέλος, κατ᾿ αὐτὸ τὸ ἔτος, μίαν Κυριακὴν μετὰ τὸ μεσοσαράκοστον, ἔφθασεν ἀπροσδοκήτως εἰς τὴν μικρὰν νῆσον. Ἦτο ἄρρωστος, ἰσχνὸς καὶ σκελετώδης.Ἔζησε πέντε ἑβδομάδας. Ἐνοσηλεύετο μὲ ἀπείρους τρυφερὰς περιποιήσεις κατ᾿ οἶκον. Εἶτα, περὶ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἀπριλίου, τὸν εἶχε πιάσει στενοχωρία ἀφόρητος καὶ ἀκράτητος ἀνάγκη ἐκτοπισμοῦ. Πατέρα, στὸν Ἁι-Λιᾶ νὰ μὲ πᾷς. Ἐκεῖ θὰ γένω καλά. Δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμα, παιδί μου. Εἶναι ψύχρες κ᾿ ὑγρασία πολλὴ ἔξω. Καὶ πότε θὰ μὲ πᾷς;Ἂς περάσουν ἀκόμα δυὸ μέρες.Τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ ἀσθενὴς πάλιν:Πατέρα, πότε θὰ μὲ πᾷς στὸν Ἁι-Λιᾶ; Κοντὰ στὴ βρύση, ἀποκάτ᾿ ἀπ᾿ τὰ πλατάνια, ἐκεῖ θὰ ἰδῶ τὴν ὑγειά μου.Νὰ σιάσῃ ὁ καιρός, Νῖκό μου. Βλέπεις, τώρα βρέχει ὁ οὐρανός. Πότε θὰ σιάσῃ; Σὰ μπῇ ὁ Μάης. Πότε μπαίνει; Μεθαύριο, τὸ Σάββατο. Καλύτερα νὰ πᾶμ᾿ ἐπάνω, στὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου, νὰ κάμουμε τὴν Πρωτομαγιά. Δὲν εἶναι καλὰ νὰ πᾶμε αὔριο ἀποβραδύς, μάννα;Ἐπεκαλέσθη εἰς βοήθειαν τὸν μητρικὸν πόνον. Ἡ πονεμένη γυνὴ ἐπένευσεν.Εἶχε σταματήσει μίαν ἡμέραν ἡ βροχή, καὶ τὴν παραμονὴν τῆς Πρωτομαγιᾶς ἀνεβίβασαν ἐπὶ ὄνου τὸν ἀσθενῆ, μετὰ τῆς ἀποσκευῆς, εἰς τὸ κελλὶ τοῦ γερο-Πέτρου.Τὸ ἀσκηταρεῖον τοῦτο, ἰδιορρύθμως κτισμένον, εἶχε στεγάσει δύο ἐρημίτας πνευματικούς, πρὸ χρόνων ἀποθαμένους, καὶ τελευταῖος διάδοχός των ἐπέζη ὁ γερο-Πέτρος, ἰδιώτης μοναχός, καὶ κηπουρὸς τῆς μικρᾶς περιοχῆς. Ἦτο μέγα κτίριον ἡμιτελές, ἀκαλλώπιστον, μὲ ὁλόγυμνα δωμάτια, καὶ διαρρέουσαν στέγην.Ἐδιάλεξαν ἓν δωμάτιον, προχείρως εὐτρεπισθέν, ἔστρωσαν σινδόνια, καὶ ἤναψαν μὲ πελώρια ξύλα τὸ πῦρ εἰς τὴν ἑστίαν.Ἀλλ᾿ ἡ καπνοδόχη, κακοκτισμένη καὶ ἀνεπιμέλητος, ἐξηρεύγετο τὸν καπνὸν κάτω, καὶ τὸ δωμάτιον εἶχε σφλομώσει* ἀποβραδύς, ὅταν ἐκάθισαν εἰς τὸ δεῖπνον. Ὁ γερο-Πέτρος συμμετέσχε τοῦ δείπνου, κ᾿ ἤρχισε νὰ διηγῆται εἰς τὰς τρεῖς γυναῖκας, τὴν μητέρα, κόρην καὶ μάμμην, κ᾿ εἰς τὸν πατέρα τοῦ ἀσθενοῦς, διάφορα συναξάρια. Πῶς τὰ ἄκακα βρέφη, ὅσα ἔκοψεν ἄωρα ὁ ἄγγελος τοῦ θανάτου, ἀπαιτοῦν δικαιωματικῶς ἀπὸ τὸν Χριστόν: «Μᾶς ἐστέρησες τὰ ἐπίγεια ἀγαθά, Βασιλεῦ Ἅγιε Κύριε, δός μας τὰ οὐράνια». Πῶς ὁ ἅγιος Κλήμης διετήρησε ζωντανὸν ἐπὶ ἓν ἔτος, κάτω εἰς τὸν βυθὸν τῆς θαλάσσης, τὸ παιδίον τὸ ὁποῖον εἶχον χάσει οἱ γονεῖς του. Πῶς μία οἰκοδέσποινα εἶχε φιλοξενήσει τὸ πάλαι ἕνα ὅσιον ἀββᾶν, ἐν τῷ μεταξὺ δέ, ἐνῷ αὐτὴ τὸν ὑπηρέτει εἰς τὴν τράπεζαν, τὸ παιδίον της εἶχε πέσει εἰς τὸ φρέαρ τῆς αὐλῆς. Αὐτὴ τὸ ἐστοχάσθη, τὸ ἐπίστευσεν ὡς πνιγμένον, ἔσφιγξε τὰ χείλη, κατέπιε τὸν πόνον της, καὶ δὲν εἶπε τίποτε εἰς τὸν ξένον διὰ νὰ μὴ τὸν λυπήσῃ. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἠρώτησε: ― Ποῦ εἶναι τὸ παιδί; Αὐτὴ ἐπροφασίσθη ὅτι εἶχεν ἀποκοιμηθῆ, ὅπως κοιμῶνται ἐνωρὶς τὰ παιδιά. Ὅταν ἀπῆλθεν ὁ ἀββᾶς, ἡ πτωχὴ μάννα, ἀφήσασα νὰ ρεύσουν ραγδαίως τὰ ἐπὶ πολὺ κρατηθέντα δάκρυά της, ἔκυψεν εἰς τὸ φρέαρ προσπαθοῦσα ν᾿ ἀνεύρῃ τὸ πτῶμα τοῦ τέκνου της. Ὤ, θεῖον θαῦμα! Τὸ παιδίον ἦτο ζωντανόν. Ἐπέπλεεν εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ, ἐμειδία κ᾿ ἔκραζε τὴν μητέρα του: Μαμά! μαμά! Ὅταν τέλος τὸ ἀνέσυρε, τὸ παιδίον διηγήθη ὅτι ἐκεῖνος ὁ γέρος μὲ τὰ μαῦρα ράσα καὶ μὲ τὰ ἄσπρα γένεια, ποὺ εἶχεν ἔλθει καὶ ἄλλοτε στὸ σπίτι τους, τὸ ἐκρατοῦσεν ὅλην τὴν νύκτα εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ διὰ νὰ μὴ βυθισθῇ, καὶ τοῦ ἔδειχνεν ὡραίους κήπους καὶ λιβάδια, καὶ τὸ ἀπεκοίμιζε μὲ ἤρεμα τροπάρια, καὶ τὸ παρηγόρει, καὶ τὸ ἀνέψυχε.Τέλος, περὶ τὰ μεσάνυχτα, ὁ οὐρανὸς ἐξανάρχισε νὰ βρέχῃ. Ἔσταξεν ἀφθόνως ἡ καπνοδόχη, ἔσβησεν ἡ φωτιά, κ᾿ ἐξέλιπεν ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸ δωμάτιον. Τὸ πρωὶ ὁ ἀσθενής, ὅστις δὲν ἐκοιμᾶτο, κ᾿ οἱ οἰκεῖοί του, ὁποὺ μόλις εἶχον λαγοκοιμηθῆ ὀλίγον, ὅλοι ἐσηκώθησαν παγωμένοι. Ἦτο Πρωτομαγιά.Παρῆλθεν ἡ ἡμέρα μὲ ὀλίγα ἄνθη ἄγρια καὶ κρύους στεφάνους ἀπὸ ἀγραμπελιές, κι ὁ ἄνεμος ἐφύσησε σφοδρῶς εἰς τὰ βαθύφυλλα πλατάνια, κ᾿ ἔπαυσεν ἡ βροχή. Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἦτο Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, ὁ παπα-Στάμος εἶχεν ἔλθει νὰ λειτουργήσῃ τὸν Ἁι-Λιᾶν, κατὰ πρόσκλησιν τῆς πονούσης καὶ χειμαζομένης οἰκογενείας.Τὴν νύκτα τῆς Κυριακῆς ὁ μικρὸς Νῖκος ἀπῄτησεν ἀναγκαστικῶς ἀπὸ τὴν μητέρα του νὰ τοῦ πῇ ἕνα τραγούδι, κ᾿ ἐπέβαλεν εἰς τὴν μάμμην του νὰ τοῦ διηγηθῇ παραμύθι, ὡς παρηγορίαν τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς μονοτονίας.Ἐνῷ ἡ γραῖα Φλωροὺ εἶχε προχωρήσει εἰς τὴν διήγησιν, κ᾿ ἔλεγε: «Καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἡ ὄμορφη τοῦ κόσμου, σαστισμένη ἀπὸ τὴν βιὰ καὶ τὴν χαρά της, ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρτα στὸ βασιλόπουλο, τὸν Γιαννάκη, ὁποὺ εἶχεν ἀποκοιμίσει τοὺς Σαράντα Δράκους, διὰ νὰ τῆς φέρῃ τὸ χρυσὸ πουλὶ στὴν ἀγκαλιά της ― καθὼς ἔτρεξε ἡ βασιλοπούλα, ἐπέταξε τὸ πουλὶ ἀπὸ τὸν κόρφο της…»Αἴφνης ὁ μικρὸς Νῖκος ἤνοιξε μεγαλωστὶ τὸ στόμα, ἀνένευσεν ἀποτόμως ὀπίσω τὴν κεφαλήν, κ᾿ ἡ ψυχή του ἔφυγε.Ἡ γερόντισσα πάραυτα τὸ ἐννόησεν. Ἐσφράγισε μὲ τρεῖς σταυροὺς τὸ στόμα του, ἔπιασε τὰ βλέφαρά του ζεστά, καὶ τὰ κατεβίβασεν. Ἔκλεισε τὰ ὄμματα τὰ βασιλεμένα.Ὁ γερο-Πέτρος ἦλθε βοηθὸς καὶ παρήγορος. Τὸν ἄλλαξαν, καὶ τὸν ἀνέκλιναν καταμεσῆς ἐπὶ τοῦ δαπέδου, μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, καὶ τὸν κήρινον σταυρὸν εἰς τὸ στόμα.Τὴν πρωίαν τῆς Δευτέρας, ὅλον τὸ χωρίον τὸ εἶχε μάθει κάτω. Χωρὶς πρόσκλησιν καὶ ἀναγγελίαν, χωρὶς κροῦσιν κωδώνων, μέχρι τῆς ἐνάτης ὥρας, πολλοὶ ἄνθρωποι τοῦ τόπου, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, φίλοι, καὶ ἀλλότριοι, καὶ ξένοι, ἀκόμη καὶ ἐχθροί, ἀνέβησαν τὸν «μεγάλον ἀνήφορον», ὅπως ἐκαλεῖτο συνήθως ὁ δρόμος εἰς τὸν προφήτην Ἠλίαν, καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βουνόν, διὰ νὰ παρευρεθοῦν εἰς τὴν ἐκφορὰν τοῦ ἀτυχοῦς νέου.

 
 

 

 

Ἦτο ὡραία, σεμνή, καὶ περιπαθής, ἡ ἐξοχικὴ κηδεία. Ἄνθη καὶ κηρία, στεναγμοὶ καὶ μοσχολίβανον, τροπάρια καὶ μοιρολόγια, τοῦ ἀνέμου τὸ φύσημα εἰς τοὺς πελωρίους κλῶνας τῶν πλατάνων, τῶν ἀναδενδράδων τὸ σείσιμον, καὶ τῆς μεγάλης κρήνης ὁ ρόχθος μὲ τῶν ρυάκων τὸ κελάρυσμα, καὶ τὸ ἀμυδρόν, μεμακρυσμένον μινύρισμα τῶν ἀηδόνων, ὅλα συναπετέλεσαν ἕνα «θρῆνον, καὶ μέλος, καὶ οὐαί», διὰ νὰ κλαύσουν ἕνα ἄμοιρον νέον, ὅστις εἶχε διέλθει τὸν κόσμον ὡς καπνοῦ σκιά, καὶ ὡς ἐνύπνιον ἐγειρομένου, κι ὡς πέταλον ρόδου ὁποὺ τὸ ἐπῆρε στ᾿ ἀόρατα πτερά της, καὶ τὸ ἐπῆγε μακράν, μία ἀελλώδης ριπὴ ἀνέμου.Καὶ τὸ «ἔρημο μνῆμα κι ἄχαρο» ἐσιώπα, καὶ δὲν ἤθελε νὰ εἴπῃ ποῦ εὗρε φωλεὰν τὸ πουλί, ὁποὺ εἶχε πετάξει κ᾿ εἶχε φύγει διὰ πάντοτε.

 
 
 
                             

                                                                                     Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

 

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΜΑΚΑΡΙΑΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗΣ

 
 

 

 

 

Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε· εν ω γαρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, και εν ω μέτρω μετρείτε μετρηθήσεται υμίν. τι δε βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου, την δε εν τω σω οφθαλμώ δοκόν ου κατανοείς; ή πως ερείς τω αδελφώ σου, άφες εκβάλω το κάρφος από του οφθαλμού σου, και ιδού η δοκός εν τω οφθαλμώ σου; υποκριτά, έκβαλε πρώτον την δοκόν εκ του οφθαλμού σου, και τότε διαβλέψεις εκβαλείν το κάρφος εκ του οφθαλμού του αδελφού σου.Μεγάλη και φοβερή είναι αυτή η εντολή του Χριστού. Όλοι μας, αρχίζοντας από μένα, συνεχώς κρίνουμε και κατακρίνουμε ο ένας τον άλλον και γι' αυτό θα δώσουμε λόγο στη Φοβερά Κρίση του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού. Θα μας κρίνει Αυτός διότι και εμείς κρίνουμε τους άλλους, ψάχνουμε να βρούμε στον πλησίον μας το παραμικρό σφάλμα ενώ τις δικές μας αμαρτίες δεν τις βλέπουμε και ούτε θέλουμε να τις σκεφτόμαστε.

 

 

Πρέπει, αδελφοί και αδελφές μου, να έχουμε χα­ραγμένο στην καρδιά μας και να θυμόμαστε πάντα τον λόγο του Χριστού: «Εάν γάρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πα­τήρ υμών ο ουράνιος· εάν δέ μή αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών α­φήσει τα παραπτώματα υμών» (Μτ. 6, 14-15). Είναι πολύ φοβερά αυτα τα λόγια του Κυρίου. "Αν δεν συγχωρούμε τα παραπτώματα του πλησίον μας τότε και ό Χριστός, στη Φοβερά του Κρίση, θα μας βάλει στα αριστερά του δεν θα μας αφήσει τις αμαρτίες μας διότι και εμείς δεν αφήναμε τα παραπτώματα τού πλησίον μας. Βλέπετε, διότι πραγματικά είναι φρικτό πράγμα να μην συγχωρούμε τους ανθρώπους.Στους βίους των αγίων υπάρχουν αρκετά παρα­δείγματα ανθρώπων πού τιμωρήθηκαν επειδή δεν ήθελαν να συγχωρήσουν. Ο ιερομόναχος Τίτος της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου βρισκόταν στην επιθανάτια κλίνη. Μαζεύτηκε γύρω του όλη η αδελ­φότητα της Μονής. Όλοι ήξεραν ότι υπάρχει παλιά έχθρα μεταξύ του Τίτου και του Ιεροδιακόνου Ευάγριου, γι' αυτό και έφεραν τον Ευάγριο να συμφιλι­ωθεί με τον Τίτο πριν αποθάνει.Ο μακάριος αυτός ο Τίτος σηκώθηκε στο κρεβά­τι του, έσκυψε μπροστά στον Ευάγριο το κεφάλι του και του ζήτησε συγγνώμη. Αλλά ο σκληρόκαρδος Ευάγριος του απάντησε με έναν τρομερό λόγο: «Δεν θα σε συγχωρήσω ούτε σ' αυτή τήν ζωή ούτε στην μέλλουσα». Μόλις το είπε αυτό έπεσε νεκρός, και ό μακάριος Τίτος σηκώθηκε υγιής από το κρεβάτι του. Διηγήθηκε στους αδελφούς ότι είδε τους αγγέλους και τους δαίμονες οι όποιοι είχαν μαζευτεί γύρω από το κρεβάτι του. Οι δαίμονες ήθελαν να πάρουν τήν ψυχή του, διότι είχε έχθρα με τον Ευάγριο, ενώ οι άγγελοι έκλαιγαν γι' αυτόν. Μόλις όμως ο Ευάγριος είπε τον φοβερό εκείνο λόγο, ένας άγγελος με το φλογισμένο δόρυ του χτύπησε τον Ευάγριο ό όποι­ος αμέσως έπεσε νεκρός. Ό ίδιος άγγελος πήρε το χέρι του Τίτου, τον θεράπευσε και τον σήκωσε από το κρεβάτι του.Γνωρίζουμε και ένα άλλο παράδειγμα από το βίο του μάρτυρα Νικηφόρου. Υπήρχε έχθρα μεταξύ αυτού και του πρεσβυτέρου Σαπρικίου, με τον οποίον κάποτε ήταν πολύ καλοί φίλοι. Όμως, όπως συχνά γίνεται, ο διάβολος με τις πανουργίες του κατέστρε­ψε αυτή τη φιλία. Ήταν καιρός πού γινόταν σφο­δρός διωγμός κατά των χριστιανών. Ο πρεσβύτερος Σαπρίκιος συνελήφθη, τον βασάνισαν και τελικά τον οδήγησαν σε μαρτύριο. Όταν πήγαν να τον εκτελέσουν ο Νικηφόρος τον ακολουθούσε, έπεφτε μπροστά του και τον ικέτευε λέγοντας: «Μάρτυρα του Χριστού, συγχώρησε με». Ο Σαπρίκιος όμως δεν ήθελε να τον συγχωρήσει. Όταν έφτασαν στον τόπο του μαρτυρίου ό Σαπρίκιος ξαφνικά είπε: «Μην με αποκεφαλίζετε. Αρνούμαι τον Χριστό». Έτσι αρνήθηκε τον Χριστό του και χάθηκε ή ψυχή του. Την θέ­ση του πήρε ό Νικηφόρος, ό όποιος έσκυψε το κε­φάλι του κάτω από το τσεκούρι του δημίου, μαρτύρησε και δοξάστηκε στους Ουρανούς. Τρομερό, πραγματικά τρομερό γεγονός. Και νομίζω ότι πρέπει να ταράξει αυτούς πού δεν θέλουν να συγχωρούν τον πλησίον τους.Θυμηθείτε τον Κύριο πού συγχωρούσε όλους: συγχώρησε τον ληστή πάνω στο Σταυρό, τον τελώ­νη, την πόρνη, που έβρεξε με τα δάκρυά της τα πό­δια του και τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Ας θυμη­θούν αυτοί που δεν θέλουν να συγχωρούν την παρα­βολή του κακού δούλου που ο βασιλιάς τού χάρισε το πολύ μεγάλο χρέος του. Εκείνος, όμως, μόλις βγήκε από τον βασιλιά, βρήκε έναν από τους συνδούλους του που του όφειλε ένα μικρό ποσό, τον έπιασε και τον έσφιγγε να τον πνίξει, λέγοντας του: «ξόφλησέ μου το χρέος».Όταν το είδαν αυτό οι σύνδουλοί του, λυπήθη­καν πάρα πολύ. Πήγαν και το διηγήθηκαν στον κύ­ριο τους. Τότε ο βασιλιάς τον κάλεσε και του είπε: «Δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν άφηκά σοι, επεί παρεκάλεσάς με· ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα; και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεν αυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ» (Μτ. 18, 32-34).Φοβερός είναι αυτός ό λόγος. Μας παροτρύνει να είμαστε ελεήμονες, σπλαχνικοί και να συγχω­ρούμε τους άλλους. Εμείς όμως πολύ συχνά γινόμα­στε άσπλαχνοι, επιμένουμε στα δικά μας και δεν συγχωρούμε τον πλησίον. Έτσι πρέπει να ενεργού­με; Να εχθρευόμαστε αυτούς πού μας αδικούν; Α­σφαλώς όχι. Αν βλέπουμε τον πλησίον μας να μας κάνει κακό ή να μας προσβάλλει, δεν πρέπει να τον μισούμε. Αντίθετα, πρέπει να τον σπλαχνιζόμαστε, διότι είναι ασθενής. Ασθενεί η ψυχή του και υποφέ­ρει από μίσος. Γι' αυτό πρέπει να τον σπλαχνιζόμαστε.Δεν πρέπει αυτόν να μισούμε, αλλά τον διάβολο και τους δαίμονες, πού φαρμάκωσαν με τήν κακία τους την καρδιά του και τον έκαναν άσπλαχνο και σκληρό. Αν τυχόν θα απαντήσουμε και εμείς με την προσβολή στην προσβολή και θ' ανάψει στην καρ­διά μας η φλόγα του μίσους, τότε ας σταματήσουμε και ας σκεφτούμε λιγάκι: και ποιός είμαι εγώ που τον μισώ, είμαι μήπως καλύτερος απ' αυτόν; Δεν είμαι και εγώ γεμάτος αμαρτία; Τότε γιατί τον μισώ; Και αμέσως θα ηρεμήσει ή καρδιά μας. Ο καλός λό­γος θα σβήσει το μίσος.Έτσι πρέπει να ενεργούμε. Να είμαστε επιει­κείς  απέναντι των αδελφών μας πού πάσχουν από κακία και ασθενούν, τρέφοντας μίσος εναντίον μας. Με το έλαιο της Αγάπης να μαλακώνουμε την καρ­διά τους πού αιχμαλωτίστηκε από τους δαίμονες και δουλεύει σ' αυτούς.Αρχίζει ή Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ο Κύριος ζητά να συγχωρήσουμε ο ένας τον άλλον. Και πρώ­τος εγώ πρέπει να σας ζητήσω συγγνώμη.Συγχω­ρήστε,με!

 
 
 
 

Ο άγιος απόστολος Παύλος στην Προς Ρωμαίους επιστολή του λέει το εξής: «Διό αναπολόγητος ει, ω άνθρωπε πας ο κρίνων· εν ω γαρ κρίνεις τον έτερον, σεαυτόν κατακρίνεις· τα γαρ αυτά πράσσεις ο κρίνων, οίδαμεν δε ότι το κρίμα του Θεού εστί κατά αλήθειαν επί τους τα τοιαύτα πράσσοντας. Λογίζη δε τούτο, ω άνθρωπε ο κρίνων τους τα τοιαύτα πράσσοντας και ποιών αυτά, ότι συ εκφεύξη το κρίμα του Θεού;»Μεγάλη αλήθεια βρίσκεται σ' αυτά τα λόγια του αποστόλου Παύλου. Δεν προσέχουμε τα δικά μας ελαττώματα και τις αμαρτίες, ενώ στους άλλους βρίσκουμε πολλά σφάλματα. Ψάχνουμε να τα βρούμε και όταν τα βρίσκουμε, πάμε και τα διαλαλούμε σε όλον τον κόσμο. Έγινε πλέον κακή συνήθεια, μόλις μαθαίνουμε κάτι για τον πλησίον μας, να πηγαίνουμε και να το διαλαλούμε παντού. Ή γλώσσα μας καίει και σπεύδουμε να πούμε στους άλλους αυτό πού είδαμε και ακούσαμε.Ξεχνάμε ότι αν εμείς κρίνουμε τους άλλους θα μάς κρίνει και εμάς ο Θεός. Ξεχνάμε ότι δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να κρίνουμε τον πλησίον διότι αυτό δεν είναι δική μας υπόθεση αλλά του Θεού, ο οποίος είναι Υπέρτατος Κριτής, ο οποίος μόνος γνωρίζει την καρδιά του ανθρώπου και μπορεί να αποδώσει δικαία κρίση. Εμείς όμως κατακρίνουμε τον πλησίον και πολλές φορές με πολύ βαριά λόγια. Δεν σκεφτόμαστε ότι ο αδελφός μας μπορεί να μετανόησε ήδη και να του αφέθηκε η αμαρτία του, επειδή μετανόησε βαθιά.



                                                    

                                                  

 

                                                                      Άγιος Λουκάς,Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας

ΕΝΑ ΔΑΝΕΙΟ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

 
 
 
 
 
Μόλις λοιπόν τον έφερε στο περίστοο της εκκλησίας, όπου είναι οι μεγάλες πύλες, του έδειξε τους φτωχούς και είπε: «Αν δώσεις σε τούτους, ο Θεός των χριστιανών τα παίρνει, επειδή όλοι αυτοί είναι δικοί Του». Αυτός αμέσως δίνει μετά χαράς τα πενήντα μιλια­ρήσια στους φτωχούς και πήγε στο σπίτι του. Και μετά τρεις μήνες, επειδή είχαν ανάγκη από χρήματα, λέει ο άνδρας στη γυναίκα: «Αδελφή, δεν οφείλει να μας δώσει ο Θεός των χριστιανών κάτι από το χρέος εκείνο, επειδή είμαστε σε δύσκολη θέση;» Του αποκρίνεται λοιπόν η γυναίκα και του λέει: «Ναι, πήγαινε όπου τα έδωσες και θα σου δώσει πολύ πρόθυμα».

 

 

Στη νήσο Σάμο μάς διηγήθηκε η θεοφιλής και φιλόπτωχη Μαρία, η μητέρα του κυρού Παύλου του κανδιδάτου (αξιωματικού),τα εξής: «Ήταν κάποια γυναίκα στην πόλη Νί­σιβη χριστιανή κι ο άνδρας της ειδωλολάτρης. Και είχαν πενήντα μιλιαρήσια (ασημένια νομίσματα). Μια μέρα λοιπόν λέει ο άνδρας στη γυναίκα του: «Ας δανείσουμε τα μιλιαρήσια, για να έχουμε απ’ αυτά λίγη απολαβή, επειδή, αν τα χαλάμε ένα-ένα, πρόκειται να τα ξοδέψουμε όλα». Αποκρίθηκε η γυναίκα και του λέει: «Αν προστάζεις να τα δανείσουμε, έλα δάνεισέ τα στο Θεό των χριστιανών». Της λέει ο άνδρας:«Και πού είναι ο Θεός των χριστιανών, να του δανείσουμε;» Του λέει εκείνη: «Εγώ θα σου Τον δείξω· όχι μόνο δεν τα χάνεις, αλλά και τόκους σου δίνει και το κεφάλαιο διπλασιάζει». Αυτός της λέει: «Πάμε να μου Τον δείξεις και να Του δανείσουμε». Αυτή τον παίρνει και τον πηγαίνει στην αγιότατη εκκλησία. Έχει δε η εκκλησία της Νίσιβης πέντε πύλες μεγάλες.Μόλις λοιπόν τον έφερε στο περίστοο της εκκλησίας, όπου είναι οι μεγάλες πύλες, του έδειξε τους φτωχούς και είπε: «Αν δώσεις σε τούτους, ο Θεός των χριστιανών τα παίρνει, επειδή όλοι αυτοί είναι δικοί Του». Αυτός αμέσως δίνει μετά χαράς τα πενήντα μιλια­ρήσια στους φτωχούς και πήγε στο σπίτι του. Και μετά τρεις μήνες, επειδή είχαν ανάγκη από χρήματα, λέει ο άνδρας στη γυναίκα: «Αδελφή, δεν οφείλει να μας δώσει ο Θεός των χριστιανών κάτι από το χρέος εκείνο, επειδή είμαστε σε δύσκολη θέση;» Του αποκρίνεται λοιπόν η γυναίκα και του λέει: «Ναι, πήγαινε όπου τα έδωσες και θα σου δώσει πολύ πρόθυμα». Αυτός τότε πήγε τρέχοντας στην αγία εκκλησία.Κι όταν έφτασε στον τόπο όπου έδωσε τα μιλιαρήσια στους φτωχούς και τριγύρισε όλη την εκκλησία, επειδή νόμιζε ότι θα δει κάποιον που όφειλε να του δώσει κάτι, δεν είδε κανένα έκτος από τους φτωχούς που κάθονταν πάλι εκεί. Και καθώς διαλογιζόταν σε ποιόν να πει ή από ποιόν να απαιτήσει, βλέπει μπροστά στα πόδια του στο μάρμαρο ένα μιλιαρήσιο μεγάλο από εκείνα που είχε μοιράσει στους αδελφούς. Έσκυψε τότε, το πήρε, πήγε στο σπίτι του και λέει στη σύζυγό του: «Να, που πήγα στην εκκλησία σας και σε διαβεβαιώνω, γυναίκα, δεν είδα όπως είπες το Θεό των χριστιανών και δεν μου έδωσε τίποτε, βρήκα όμως το μιλιαρήσιο τούτο στον τόπο όπου κι εγώ έδωσα τα πενήντα μιλιαρήσια».Τότε του λέει η θαυμαστή γυναίκα: «Αυτός είναι που έδωσε τούτο αφανώς, επειδή είναι αόρατος και διοικεί τον κόσμο με αόρατη δύναμη και χέρι. Όμως πήγαινε, κύριέ μου, κι αγόρασέ μας τίποτε να φάμε σήμερα κι Αυτός σου ξαναδίνει». Αυτός πήγε κι αγόρασε γι’ αυτούς ψωμί και κρασί και ψάρι και τα δίνει στη γυναίκα. Αυτή πήρε το ψάρι κι άρχισε να το καθαρίζει. Κι όταν το άνοιξε, βρίσκει στα σπλάχνα του μια πέτρα τόσο θαυμαστή, που απόρησε η γυναίκα μ’ αυτήν. Βέβαια δεν ήξερε τι είναι, αλλ’ όμως τη φύλαξε. Όταν ήρθε ο άνδρας της, καθώς έτρωγαν, του έδειξε την πέτρα που βρήκε και είπε: «Να, αυτήν την πέτρα βρήκα στο ψάρι». Αυτός βλέποντάς την, θαύμασε μεν κι αυτός την ομορφιά της, αγνοούσε όμως τη φύση της. Κι όταν έφαγαν, της λέει: «Δώσ’ τη μου και πηγαίνω να την πουλήσω, αν τυχόν και βρω κανένα να μου δώσει γι’ αυτήν τίποτε».Γιατί ούτε κι αυτός, όπως είπα, ήξερε τι είναι, όντας αστοιχείωτος. Παίρνει λοιπόν την πέτρα και πηγαίνει στον τραπεζίτη, ο οποίος ήταν και αργυροπράτης. Ήταν τότε ώρα να κλείσει· (ήταν βράδυ). Λέει στον αργυροπράτη: «Θέλεις να αγοράσεις αυτήν την πετρούλα:» Τότε ο αργυροπράτης τη βλέπει και λέει: «Και τί θέλεις γι’ αυτήν;» Του λέει ο πωλητής: «Δώσε ό,τι θέλεις». Του λέει εκείνος: «Πάρε πέντε μιλιαρήσια». Τότε ο πωλητής, επειδή νόμισε ότι τον περιπαίζει, του λέει: «Και δίνεις αυτά για τούτη;» Και ο αργυροπράτης, επειδή νόμισε ότι ειρωνικά του απάντησε έτσι, του λέει: «Πάρε δέκα μιλιαρήσια».Ο δε πωλητής, νομίζοντας ότι τον ξανακοροϊδεύει, σιωπούσε. Του λέει ο αργυροπράτης: «Πάρε είκοσι μιλιαρήσια γι’ αυτήν». Αλλ’ αυτός σιωπούσε χωρίς να αποκρίνεται τίποτε. Καθώς όμως ανέβηκε στα τριάντα και μετά μέχρι τα πενήντα μιλιαρίσια ο αργυ­ροπράτης ορκιζόμενος ότι πράγματι θα τα δώσει, τότε το καλοσκέφτηκε και μπήκε στο νόημα ότι, αν δεν ήταν αυτή πολύτιμη, δεν θα έδινε πενήντα μιλιαρήσια γι’ αυτήν κι’ ανεβάζοντας λίγο-λίγο την τιμή, του δίνει μέχρι τριακόσια μιλιαρήσια μεγάλα. Κι όταν τα πήρε, αφού έδωσε την πέτρα, έρχεται στη γυναίκα του χαρούμενος.Αυτή, όταν τον είδε του λέει: «Πόσο την πήρε;» νομίζοντας ότι ή πέντε ή δέκα φόλεις την πούλησε. Αυτός έβγαλε τότε τα τριακόσια μιλιαρή­σια και της τα έδωσε λέγοντας ότι τόσο την πούλησε. Αυτή θαύμασε την αγαθότητα του φιλάνθρωπου Θεού και λέει προς αυτόν: «Να, άνδρα μου, πόσο αγαθός και ευγνώμων και πλούσιος είναι ο Θεός των χριστιανών. Βλέπεις πως όχι μόνο τα πενήντα μιλιαρήσια, αλλά και τον τόκο τους έδωσε σε σένα που Του δάνεισες, αλλά και σε λίγες μέρες στα παρέδωσε εξαπλάσια.Μάθε λοιπόν ότι δεν υπάρχει Θεός άλλος ούτε στη γη ούτε στον ουρανό παρά μόνο Αυτός». Κι επειδή πείστηκε απ’ αυτό το θαύμα και γνώρισε εκ πείρας και μ’ αυτόν τον τρόπο την αλήθεια, έγινε αμέσως χριστιανός και δόξασε το Σωτήρα μας Χριστό «συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι» ευχαριστώντας τον πάρα πολύ για τη σύνεση της γυναίκας του, διά της οποίας του δωρήθηκε το να γνωρίσει το Θεό «εν αληθεία».


 


«Να, άνδρα μου, πόσο αγαθός και ευγνώμων και πλούσιος είναι ο Θεός των χριστιανών. Βλέπεις πως όχι μόνο τα πενήντα μιλιαρήσια, αλλά και τον τόκο τους έδωσε σε σένα που Του δάνεισες, αλλά και σε λίγες μέρες στα παρέδωσε εξαπλάσια.Μάθε λοιπόν ότι δεν υπάρχει Θεός άλλος ούτε στη γη ούτε στον ουρανό παρά μόνο Αυτός». Κι επειδή πείστηκε απ’ αυτό το θαύμα και γνώρισε εκ πείρας και μ’ αυτόν τον τρόπο την αλήθεια, έγινε αμέσως χριστιανός και δόξασε το Σωτήρα μας Χριστό «συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι» ευχαριστώντας τον πάρα πολύ για τη σύνεση της γυναίκας του, διά της οποίας του δωρήθηκε το να γνωρίσει το Θεό «εν αληθεία».



(Ιωάννου Μόσχου, «Λειμωνάριον», εκδ. Ι.Μ.Σταυρονικήτα-Αγ. Όρος, σ.205-208)


Πηγή.ΑΓΙΑ ΜΕΤΕΩΡΑ
 

Η ΩΡΑ ΗΛΘΕΝ Ω ΑΝΔΡΕΣ ΕΛΛΗΝΕΣ




 

Προκήρυξη

 

Η ώρα ήλθεν, ώ άνδρες Έλληνες!

                             

Oι αδελφοί μας και φίλοι είναι πανταχού έτοιμοι· oι Σέρβοι, oι Σουλιώται, καί όλη η Ήπειρος οπλοφορούντες μας περιμένουν· ας ενωθώμεν λοιπόν με ενθουσιασμόν! Η Πατρίς μας προσκαλεί!Η Ευρώπη προσηλόνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς, απορεί διά την ακινησίαν μας· ας αντηχήσωσι λοιπόν όλα τα όρη της Ελλάδος από τον ήχον της πολεμικής μας σάλπιγγος και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάσει τας ανδραγαθίας μας oι δέ τύραννοι ημών τρέμοντες και ωχροί θέλουσι φύγη απ' έμπροσθέν μας.Oι φωτισμένοι λαοί της Ευρώπης ασχολούνται εις την απόλαυσιν της ιδίας ευδαιμονίας και πλήρεις ευγνωμοσύνης διά τας προς αυτούς των προπατόρων μας ευεργεσίας, επιθυμούσι την ελευθερίαν της Ελλάδος.Ημείς φαινόμενοι άξιoι της προπατορικής αρετής καί του παρόντος αιώνος είμεθα ευέλπιδες, να επιτύχωμεν την υπεράσπισιν αυτών και εις βοήθειαν πολλοί εκ τούτων φιλελεύθεροι θέλουσιν έλθη, διά να συναγωνισθώσι με ημάς. Κινηθείτε, ώ φίλοι, και θέλετε ιδή μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας! Θέλετε ιδή και εξ αυτών των εχθρών μας πολλούς οίτινες παρακινούμενοι από την δικαίαν μας αιτίαν, να στρέψωσι τα νώτα προς τον εχθρόν και να ενωθώσι με ημάς· ας παρρησιασθώσι με ειλικρινές φρόνιμα, η Πατρίς θέλει τους εγκολπωθή! Ποίος λοιπόν εμποδίζει τους ανδρικούς σας βραχίονας; Ο άνανδρος εχθρός μας είναι ασθενής και αδύνατος. Oι στρατηγοί μας έμπειροι, και όλοι oι ομογενείς γέμουσιν ενθουσιασμού! Ενωθήτε λοιπόν, oι ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες! Ας σχηματισθώσι φάλαγγες εθνικαί, ας εμφανισθώσι πατριωτικαί λεγεώνες, και θέλετε ιδή τους παλαιούς εκείνους κολοσσούς του δεσποτισμού να πέσωσιν εξ ιδίων, απέναντι των θριαμβευτικών μας σημαιών. Εις την φωνήν της σάλπιγγός μας όλα τα παράλια του loνίoυ και Αιγαίoυ πελάγους θέλουσιν αντηχήση· τα ελληνικά πλοία, τα οποία εν καιρώ είρήνης ήξευραν να εμπορεύωνται και να πολεμώσι, θέλουσι σπείρη εις όλους τους λιμένας του τυράννου με το πυρ και την μαχαίραν την φρίκην και τον θάνατον.Ποία ελληνική ψυχή θέλει αδιαφορήση εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος; Εις την Ρώμην ένας του Καίσαρος φίλος σείων την αιματωμένην χλαμύδα του τυράννου εγείρει τον λαόν. Tι θέλετε κάμη σεις ώ Έλληνες, προς τους οποίους η Πατρίς γυμνή δεικνύει μεν τας πληγάς της και με διακεκομμένην φωνήν επικαλείται την βοήθειαν των τέκνων της; Η θεία πρόνοια, ώ φίλοι συμπατριώται, εύσπλαγχνισθείσα πλέον τας δυστυχίας μας ηυδόκησεν ούτω τα πράγματα, ώστε μέ μικρόν κόπον θέλομεν απολαύση με την ελευθερίαν πάσαν ευδαιμονίαν. Αν λοιπόν από αξιόμεμπτον αβελτηρίαν αδιαφορήσωμεν, ο τύραννος γενόμενος αγριώτερος θέλει πολλαπλασιάση τα δεινά μας, και θέλομεν καταντήση διά παντός το δυστυχέστερον πάντων των εθνών.Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ώ συμπατριώται! και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν· ίδετε εδώ τους ναούς καπατημένους· εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα, διά χρήσιν αναιδεστάτην της αναιδούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας· τους οίκους μας γεγυμνωμένους∙ τους αγρούς μας λεηλατισμένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα.Eίναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν τήν Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέλινον, δια να υψώσωμεν το σημείον δι' ού πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών καιαφρόνησιν.Μεταξύ ημών ευγενέστερος είναι, ος τις ανδρειωτέρως υπερασπισθή τα δίκαια της Πατρίδος και ωφελιμωτέρως την δουλεύσει. Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξη τους δημογέροντάς του, και εις την ύψιστον ταύτην βουλήν θέλουσιν υπέκει ολαι μας αι πράξεις.Ας κινηθώμεν λοιπόν μέ εν κοινόν φρόνιμα, oι πλούσιοι ας καταβάλωσιν μέρος της ιδίας περιουσίας, oι ιερoί ποιμένες ας εμψυχώσωσι τον λαόν με το ίδιόν των παράδειγμα, και oι πεπαιδευμένοι ας συμβουλεύσωσιν τα ωφέλιμα. Oι δε εν ξέναις αυλαίς υπουργούντες στρατιωτικοί και πολιτικοί ομογενείς, αποδίδοντες τας ευχαριστίας εις ην έκαστος υπουργεί δύναμιν, ας ορμήσωσιν όλοι εις το ανοιγόμενον ήδη μέγα και λαμπρόν στάδιον, και ας συνεισφέρωσιν εις την πατρίδα τον χρεωστούμενον φόρον, και ως γενναίoι ας ενοπλισθώμεν όλοι άνευ αναβολής καιρού με το ακαταμάχητον όπλον της ανδρείας και υπόσχομαι εντός ολίγου την νίκην και μετ' αυτήν παν αγαθόν. Πoίoι μισθωτοί και χαύνοι δούλοι τολμούν να αντιπαραταχθώσιν απέναντι λαού, πολεμούντος υπέρ της ιδίας ανεξαρτησίας; Μάρτυρες oι ηρωικοί αγώνες των προπατόρων μας· Μάρτυς η lσπανία, ήτις πρώτη και μόνη κατετρόπωσεν τας αηττήτους φάλαγγας ενός τυράννου.Με την ένωσιν, ώ συμπολίται, με το προς την ιεράν θρησκείαν σέβας, με την προς τους νόμους και τους στρατηγούς υποταγήν, με την ευτολμίαν και σταθηρότητα, η νίκη μας είναι βεβαία και αναπόφευκτος· αυτή θέλει στεφανώση μέ δάφνας αειθαλείς τους ηρωικούς αγώνας μας· αυτή με χαρακτήρας ανεξαλείπτους θέλει χαράξη τα ονόματα ημών εις τον ναόν της αθανασίας, διά το παράδειγμα των επερχομένων γενεών. Η Πατρίς θέλει ανταμείψη τα ευπειθή και γνήσιά της τέκνα με τα βραβεία της δόξης και τιμής· τα δε απειθή και κωφεύοντα εις την τωρινήν της πρόσκλησιν, θέλει αποκηρύξη ως νόθα και ασιανά σπέρματα, και θέλει παραδώση τα ονόματά των, ως άλλων προδοτών, εις τον αναθεματισμόν και κατάραν των μεταγενεστέρων.Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ώ ανδρείοι, και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος. Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών. Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, oι οποίοι δια να μας αφήσωσιν ελευθέρους επολέμησαν και επέθανον εκεί. Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν του Επαμινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους∙ εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτονος, oι oπoίoι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν· εις εκείνην του Τιμολέοντος ος τις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας του Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους του Λεωνίδου και των Τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαρωτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον με πολλά μικρόν κόπον να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου.



 Εις τα όπλα λοιπόν, φίλοι, η Πατρίς μας προσκαλεί!

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης

 

Την 24η του Φεβρουαρίου 1821

 

Εις το γενικόν στρατόπεδον του Ιασίου.

                          
                                                         

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΛΑΤΙΝΟΦΡΟΝΕΣ


 

  Σχόλιο. ''Ό­τι δε οι Λατίνοι είναι αιρετικοί, δεν είναι καμμία χρεία επί του παρόντος να κάμωμεν καμμίαν απόδειξιν,'' λέει παρακάτω ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Κι όμως στην σημερινή εποχή του διαθρησκειακού αχταρμά, υπάρχουν εξ' ορισμού ορθόδοξοι, που ελαφρά τη καρδία αποφαίνονται,[άκουσον-άκουσον], πως για να είναι αιρετικοί οι παπικοί, πρέπει να συνέλθει... Οικουμενική Σύνοδος... Ο πρώην Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Καλλίνικος, από το ραδιόφωνο της ''Πειραικής Εκκλησίας'' συστήνει σε μεσημβρινή έκπομπή του, τέτοιες οικουμενιστικές συζεύξεις. Προτρέπει Έλληνες μετανάστες στην Ευρώπη, όπου δεν υπάρχει ορθόδοξη εκκλησία να λειτουργούνται, να προσέρχονται σε... καθολικές και μάλιστα να κοινωνούν την ά-Χαρι όστιά τους... Και δυστηχώς, την έκτροπη αυτή γραμμή ακολουθούν κι άλλοι μεγαλόσχημοι κληρικοί καταπατώντας όχι μόνο τους κανόνες της Εκκλησίας, αλλά κι αυτό, το ίδιο το ''Πηδάλιο. ''Κι όταν τους λες, ''αδελφοί,αυτά που λέτε και κάνετε είναι αντίχριστα, σου απαντούν στωικά... Καλύτερα με το ψέμα και μέσα στη Εκκλησία, παρά με την αλήθεια και έξω από αυτήν...'' Λες και η Εκκλησία του Θεού είναι διοικητικό οργανισμός με εκτελεστικά φιρμάνια και ατέρμονα πρωτόκολλα. Λες και δεν είναι πνευματική σύναξη ομοδόξων, που ενώνονται Ευχαριστιακά, εν Αληθεία, όμως Πίστεως, στο κοινόν ποτήριον. Λες και η ανορθόδοξη, αγαπολογική, με πολλούς αποδέκτες, ποίμανση έχει σκεπάσει τα πάντα... Τους Πατέρες, την Καινοτόμο Εκκλησία, την ίδια την Παράδοση της Ορθοδοξίας... Λες και οι αιρετικοί οικουμενιστές είναι... Εντός Εκκλησίας του Κυρίου μας... Αλίμονο! Προσέξτε αδελφοί, γιατι πολλές... Εκπλήξεις θα δούμε στην ζωή που έρχεται... Στην Άνω Ιερουσαλήμ...! 



Ερμηνεία ΜΖ ­Α­πο­στο­λι­κου Κανόνος, Πηδάλιον 1970, σελ. 55-56. Λοιπόν ακολουθούντες εις τα ειρημένα, επειδή ο τύπος του Α­πο­στο­λι­κού Κανόνος το απαιτεί, λέγομεν, ότι το των Λατίνων βάπτισμα είναι ψευδώνυμον βάπτισμα, και δια τούτο, ούτε κατά τον λόγον της ακριβείας είναι δεκτόν, ούτε κατά τον λόγον της οικονομίας. Δεν είναι δεκτόν κατά τον λόγον της ακριβείας,.­... δια­τί είναι αιρετικοί. Ο­τι δε οι Λατίνοι είναι αιρετικοί, δεν είναι καμμία χρεία επί του παρόντος να κάμωμεν καμμίαν απόδειξιν. Αυτό γαρ τούτο, οπού τόσον μίσος και τόσην αποστροφήν έχομεν ήδη τόσους αιώνας προς αυτούς, είναι μία φανερά απόδειξις, ότι ως αιρετικούς τούς βδελυττόμεθα, ο,τι λογής δηλαδή και τούς Α­ρει­α­νο­ύς, η Σαβελλιανούς, η πνευματομάχους Μακεδονιανούς. Μα ανίσως τινάς αγαπά να καταλάβη και από βιβλία τας αιρέσεις των, αυτάς θέλει τας εύρει όλας μεν, εις τα βιβλία του αγιωτάτου Πατριάρχου Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων κυρίου Δοσιθέου του παπομάστιγος, με τας σοφωτάτας αναιρέσεις των. Πλην ικανήν είδησιν ημπορεί να λάβη και από το βιβλιάριον του σοφού Μηνιάτου, το επιγραφόμενον Πετρα σκανδάλου· αρκούσι δε όσα περί αυτών ο άγιος Μαρκος ο Ε­φέ­σου εν τη Φλωρεντία (συνελεύσει κε) παρρησία είπεν ούτως· «ημείς δι ο­δέν άλλο απεσχίσθημεν των Λατίνων, αλλ ότι εισίν, ου μόνον σχισματικοί, αλλά και αιρετικοί». Δι ουδέ πρέπει όλως ενωθήναι αυτοίς. Και ο μέγας δε Εκ­κλη­σι­άρ­χης Σιλβεστρος (τμημ. θ'. κεφ. ε') έλεγεν· «Η των Λατίνων διαφορά, αίρεσίς εστι, και ούτως είχον αυτήν οι προ ημών. «Λοιπόν όντας ομολογούμενον, πως οι Λατίνοι είναι παμπάλαιοι αιρετικοί, εν πρώτοις ευθύς από τούτο είναι αβάπτιστοι, κατά τον μέγαν Βασίλειον ανωτέρω, και τούς προ αυτού αγίους Κυπριανόν και Φιρμιλιανόν. Διατί λαϊκοί γενόμενοι, με το να εξεκόπησαν από την ορθόδοξον Εκ­κλη­σί­αν, δεν έχουσι πλέον με λόγου τους την χάριν του αγίου Πνεύματος, δια της οποίας οι ορθόδοξοι Ι­ε­ρείς τελειόνουσι τα μυστήρια. Εν τούτο επιχείρημα, το οποίον τόσον είναι ισχυρόν και αναντίρρητον, όσον είναι ισχυροί και αντίρρητοι οι Κανόνες του μεγάλου Βασιλείου, και του ιερομάρτυρος Κυπριανού, ωσάν οπού έλαβον, και έχουν μάλιστα το κύρος από την αγίαν και Οικουμενική στ' σύνοδον. β' οι Λατίνοι είναι αβάπτιστοι, διατί δεν φυλάττουσι τας τρεις καταδύσεις εις τον βαπτιζόμενον, καθώς άνωθεν η ορθόδοξος Εκ­κλη­σί­α παρά των αγίων Α­πο­στό­λων παρέλαβεν.Λοιπόν αβάπτιστοι οι Λατίνοι, διατί δεν κάνουσι τας τρεις καταδύσεις και αναδύσεις, κατά την Α­πο­στο­λι­κήν παράδοσιν. Περί τούτων των τριών καταδύσεων πόσον είναι αναγκαίαι και απαραίτητοι εις τελείωσιν του βαπτίσματος, δεν λέγομεν. Ο­ποι­ος αγαπά, ας αναγνώση, αλλά κατά πάσαν ανάγκην ας αναγνώση, το εγχειρίδιον του πολυμαθεστάτου και σοφωτάτου Ευστρατίου του Αρ­γέν­του. Αλ­λά και ημείς εις τον ν' Α­πο­στο­λι­κόν Κανόνα θέλομεν ειπή, όσα η νυν χρεία απαιτεί. Ει δε και τις εξ αυτών των Λατίνων, η και των Λατινοφρόνων, ήθελε προβάλη τας τρεις επικλήσεις της αγίας Τριάδος, δεν πρέπει να καμόνηται πως αλησμόνησεν εκείνα οπού ήκουσεν ανωτέρω από τον ιερόν Φιρμιλιανόν, και από τον μέγαν Α­θα­νά­σιον· ήγουν πως είναι αργα δηλαδή και ανενέργητα τα υπέρθεα εκείνα ονόματα, προφερόμενα από των αιρετικών τα στόματα. Διατί αν ούτω δεν είναι, βεβαιότατα πρέπει να πιστεύσωμεν, ότι και τα κακογραίδια κάμνουσι θαύματα, με το να επάδουσι τα θεία ονόματα».Και παρακάτω:«Και προς ταύτα απλά και δίκαια αποκρινόμεθα ταύτα. Ο­τι φθάνει, οπού ομολογείς, πως με μύρον τούς εδέχετο. Λοιπόν είναι αιρετικοί. Διατί γαρ με μύρον, αν δεν ήσαν αιρετικοί»;Ακρίβεια πλέον και όχι οικονομία.«Οικονόμησαν λοιπόν ομοίως και οι προ ημών, και εδέχθησαν το βάπτισμα των Λατίνων, κατά τον δεύτερον μάλιστα τρόπον, δια τι ο παπισμός τότε ήκμαζε, και όλας τας δυνάμεις των της Ευρώπης βασιλέων είχεν εις τας χείράς του, το δε βασίλειον το ιδικόν μας έπνεε τα λοίσθια. Ο­θεν ήτο ανάγκη, αν η οικονομία αυτή δεν εγίνετο, να εγείρη τα Λατινικά γένη ο Παπας κατά των Α­να­το­λι­κών, να αιχμαλωτίζουν, να φονεύουν, και άλλα μύρια εις αυτούς να κάμνουν δεινά. Αλ­λά τώρα οπού κακά τοιαύτα δεν δύνανται εις ημάς να κάμνουν, με το να επέστησεν εις ημάς η θεία πρόνοια φύλακα τοιούτον, οπού και αυτών εκείνων των αγερώχων εις τέλος κατέβαλε την οφρύν, τώρα λέγω, οπού τίποτε καθ ημών δεν ισχύει η λύσσα του παπισμού, τι πλέον οικονομία χρειάζεται; η οικονομία γαρ έχει μέτρα και όρια, και δεν είναι παντοντινή, και αόριστος». Και παρακάτω: «Βεβαια κακή οικονομία είναι αυτή, όταν δια μέσου αυτής ούτε τούς Λατίνους ημπορούμεν να επιστρέψωμεν, και ημείς παραβαίνομεν την ακρίβειαν των ιερών Κανόνων, και δεχόμεθα των αιρετικών το ψευδοβάπτισμα. «Οικονομητέον γαρ ένθα μη παρανομητέον», λέγει ο θείος Χρυσόστομος.



Σημ. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής για σαράντα ολόκληρα χρόνια, λόγω της αίρεσης του μονοθελητισμού, αποτειχίσθηκε από την εκκλησία και δεν είχε καμμία κοινωνία με τους ταγούς της. Όταν τον πλησίασαν για να επιστρέψει, τους απάντησε..."Eκκλησία, όπως είπε ο Xριστός μας, δεν είναι ούτε τα κτίρια, ούτε τα ντουβάρια, ούτε οι κληρικοί, ιερείς και αρχιερείς, ούτε τίποτε άλλο. Αλλά εκκλησία τι είναι; Είναι ο ίδιος ο Χριστός και η Αλήθειά Του, το Ευαγγέλιο Του, η Ορθή Πίστη, η ορθή δόξα. Αυτή είναι η Εκκλησία! Και όπου υπάρχει αυτή η αλήθεια, η ορθή δόξα, εκεί είναι και η Εκκλησία του Xριστού. Όπου δεν υπάρχει αυτή η ορθή δόξα, η ορθή ομολογία και η αλήθεια, εκεί δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία του Xριστού". Γι’ αυτό λέγει και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, τί λέει, μετά από τόσους αιώνες από τον Αγιο Mάξιμο; 7ος αιώνας ο Άγιος Mάξιμος, 14ος αιώνας ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Mετά από 6-7 αιώνες λέει περίπου τα ίδια πράγματα. Tι; "Kαι γαρ οι τοις του Xριστού εκκλησίας της αληθείας εισίν, οι δε μη όντες της αληθείας ουδέ τοις του Xριστού εκκλησίας εισίν".Δηλαδή, αυτοί που είναι μέσα στην αλήθεια είναι και μέσα στην εκκλησία του Xριστού. Ενώ αυτοί που είναι έξω από την αλήθεια, δεν είναι ούτε μέσα στην εκκλησία του Xριστού, αλλά είναι έξω από αυτήν.

                              

                                          
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος


Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΧΑΡΑ

 
 
 
 
«Πάντοτε χαίρετε»· «χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε, πάλιν ἐρῶ χαίρετε»
(Αʹ Θεσ. εʹ 16, Φιλιπ. δʹ 4)
 

 

Ο θεοφόρος καὶ χριστοφόρος εὐσεβὴς «χαίρει ἐν Κυρίῳ πάντοτε» καὶ ἡ παρουσία του στὸν κόσμο εἶναι μία μαρτυρία τῆς Αναστάσεως καὶ τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι μία ἀποκάλυψις τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καὶ τῆς μακαριότητος τῶν ᾿Εσχά των, τὴν ὁποίαν ἤδη προγεύεται.ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀντιρρήσεις, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ χαίρη κάποιος πάντοτε, ὁ Μέγας Βασίλειος ἔγραψε μίαν θαυμάσια ῾Ομιλία, ἐπιγραφομένην «Περὶ εὐχαριστίας», διὰ τῆς ὁποίας ἀντιμετωπίζει τοὺς τολμῶντας «κατηγορεῖν τοῦ Παύλου ὡς ἀδύνατα ἡμῖν διορίζοντος».

 
 

 

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ δυστυχῶς ἀσυνήθιστο τὸ φαινόμενο νὰ βλέπουμε εὐσεβεῖς, στὸ πρόσωπο τῶν ὁποίων δὲν ἀνθίζει ἡ χαρά, ἡ ἱλαρότης, ἡ εἰρήνη τοῦ Παρακλήτου, τὸ Φῶς τῆς Χάριτος.Προφάσεις ὑπάρχουν πολλές: ταραχὲς στῂν οἰκογένεια, προβλήματα στὴν ἐργασία, διάφορα ἀτυχήματα, οἰκονομικὴ δυσπραγία, δυσκολίες στὴν ὑγεία, δυσάρεστες ἐθνικὲς καὶ πολιτικὲς ἐξελίξεις κ. ἄ.῏Αρά γε, εἶναι δυνατὸν ὅλα αὐτὰ νὰ ἀποτελοῦν οὐσιαστικὰ ἐμπόδια, γιὰ νὰ στερῆται ὁ Χριστιανὸς τὴν εἰρήνη τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ τὴν χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας;Βεβαίως, ὄχι· διότι ἡ χαρὰ τῶν εὐσεβῶν δὲν ὀφείλεται στὴν ἀπουσία τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων τῆς ζωῆς, ἀλλὰ στὴν παρουσία τοῦ Σωτῆρος μας μέσα στὴν καρδιά τους.῞Οταν ὁ Χριστιανὸς ἔχη ταπεινὸ φρόνημα καὶ πενθῆ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του· ὅταν ἐπιδιώκη «πάντοτε τὸ ἀγαθὸν καὶ εἰς ἀλλήλους καὶ εἰς πάντας»· ὅταν ἀγωνίζεται νὰ τηρῆ τὶς θεῖες ἐντολές· ὅταν μετέχη συνεχῶς τῶν Αχράντων᾿ Μυστηρίων· ὅταν διαρκῶς ἀναλογίζεται μὲ εὐγνωμοσύνη τὴν ἀγάπη καὶ τὶς δω- ρεὲς τοῦ Θεοῦ· ὅταν καλλιεργῆ τὴν ἀδιάλειπτη καρδιακὴ προσευχή· τότε, ζῇ ἐν Χριστῷ καὶ σὺν τῷ Χριστῷ, δηλαδὴ ἔχει στὴν καρδιά του τὸν Δοτῆρα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης.Ο θεοφόρος καὶ χριστοφόρος εὐσεβὴς «χαίρει ἐν Κυρίῳ πάντοτε» καὶ ἡ παρουσία του στὸν κόσμο εἶναι μία μαρτυρία τῆς Αναστάσεως᾿ καὶ τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι μία ἀποκάλυψις τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καὶ τῆς μακαριότητος τῶν ᾿Εσχάτων, τὴν ὁποίαν ἤδη προγεύεται.ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀντιρρήσεις, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ χαίρη κάποιος πάντοτε, ὁ Μέγας Βασίλειος ἔγραψε μίαν θαυμάσια ῾Ομιλία, ἐπιγραφομένην «Περὶ εὐχαριστίας», διὰ τῆς ὁποίας ἀντιμετωπίζει τοὺς τολμῶντας «κατηγορεῖν τοῦ Παύλου ὡς ἀδύνατα ἡμῖν διορίζοντος».Η εὐλογημένη χαρὰ τῶν Χριστιανῶν ἀποτελεῖ τὸν δείκτη τῆς πνευματικῆς των καταστάσεως: ἔλλειψις χαρᾶς, καὶ μάλιστα διαρκοῦς, σημαίνει ἔλλειψιν κοινωνίας μὲ τὸν Χριστό μας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ἀδελφό μας.Ο Κύριος ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν καρδιά μας καὶ δὲν ἔχουμε κοινωνίαν μαζί Του, ἰδιαιτέρως ὅταν μέσα σὲ αὐτὴν δὲν ὑπάρχη ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον μας· ὅταν κακολογοῦμε τὸν ἀδελφό μας καὶ τὸν πληγώνουμε· ὅταν τὸν ὑποτιμοῦμε καὶ περιφρονοῦμε· ὅταν τοῦ προξενοῦμε λύπη καὶ ταραχή.Ο ῞Αγιος Απόστολος᾿ Παῦλος μᾶς προτρέπει: «τὸ ἀγαθὸν διώκετε», καὶ ἐννοεῖ·«ἐπιτεταμένως καὶ ὑπερβολικῶς σπουδάζετε νὰ ἀγαθοποιῆτε καὶ ἀλλήλους σας, ἤγουν καὶ τοὺς ὁμο- πίστους σας Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ πάντας, ἤγουν καὶ τοὺς ἀπίστους καὶ ἀσεβεῖς».Τὸ ἀντίθετο, δηλαδὴ ἡ ἀλοζονεία καὶ ἡ ἐκδίκησις, ἡ ψυχρότης, ἡ ἀδιαφορία καὶ ἡ ἀδράνεια, ἡ μισαδελφία καὶ ἡ ἀσπλαγχνία,θὰ μᾶς κάμουν νὰ ὁμοιάζουμε πρὸς τὴν μέλισσα, ὅπως λέγει χαρακτηριστικὰ ὁ ῾Ιερὸς Χρυσόστομος:«Δὲν βλέπετε τὴν μέλισσα, ὅτι πεθαίνει ἀμέσως μόλις πλήξει κάποιον μὲ τὸ κεντρί της; Διὰ μέσου ἐκείνου τοῦ ζώου μᾶς διδάσκει ὁ Θεὸς νὰ μὴ λυποῦμε τὸν πλησίον μας, διότι ἐμεῖς πρῶτοι δεχόμεθα τὸν θάνατον. ᾿Εκείνους, τοὺς ὁποίους πλήττουμε, ἴσως τοὺς ἐλυπήσαμε προσωρινά, ἐμεῖς ὅμως δὲν θὰ ζήσουμε πλέον, ὅπως ἀκριβῶς οὔτε ἐκεῖνο τὸ ζῶο».Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ Θεοτόκος εἶναι ᾿Εκείνη, πρὸς τὴν ῾Οποία ἀπευθύνουμε τὸν χαιρετισμό: «Χαῖρε πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη», στὶς δὲ Παρακλήσεις Της ψάλλουμε πολὺ ὡραῖα:«Χαρᾶς μου τὴν καρδίαν πλήρωσον, Παρθένε, ἡ τῆς χαρᾶς δεξαμένη τὸ πλήρωμα, τῆς ἁμαρτίας τὴν λύπην ἐξαφανίσασα».Ας ἐπαναλαμβάνουμε συχνὰ καὶ ἐγκάρδια τὸ εὐφρόσυνο αὐτὸ τροπάριο, προσευχόμενοι στὴν Παναγία Μητέρα μας νὰ μᾶς ἀξιώση νὰ χαίρουμε ἐν Κυρίῳ πάντοτε μὲ τὴν χαρὰ τῆς Αναστάσεως᾿ καὶ τῆς Βασιλείας. Αμήν!

 
 
 

 

Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ Θεοτόκος εἶναι ᾿Εκείνη, πρὸς τὴν ῾Οποία ἀπευθύνουμε τὸν χαιρετισμό: «Χαῖρε πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη», στὶς δὲ Παρακλήσεις Της ψάλλουμε πολὺ ὡραῖα:«Χαρᾶς μου τὴν καρδίαν πλήρωσον, Παρθένε, ἡ τῆς χαρᾶς δεξαμένη τὸ πλήρωμα, τῆς ἁμαρτίας τὴν λύπην ἐξαφανίσασα».Ας ἐπαναλαμβάνουμε συχνὰ καὶ ἐγκάρδια τὸ εὐφρόσυνο αὐτὸ τροπάριο, προσευχόμενοι στὴν Παναγία Μητέρα μας νὰ μᾶς ἀξιώση νὰ χαίρουμε ἐν Κυρίῳ πάντοτε μὲ τὴν χαρὰ τῆς Αναστάσεως᾿ καὶ τῆς Βασιλείας. Αμήν!

 
 
 
Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, 21.11/4.12.2005
 
                                                           
 
                                  

                                  Μακαριστός Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ.Κυπριανός

 

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

ΠΑΤΡΙΔΑ ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ ΤΟΥΣ ΓΕΝΝΑΙΟΥΣ



Μπαίνοντας εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον καὶ ἀκολουθώντας νὰ γράφω δυστυχήματα ἀναντίον τῆς πατρίδος καὶ θρησκείας, ὁποῦ τῆς προξενήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀνοησίαν μας καὶ ῾διοτέλειά μας καὶ ἀπὸ θρησκευτικοὺς καὶ ἀπὸ πολιτικοὺς καὶ ἀπὸ ῾μᾶς τοὺς στρατιωτικούς, ἀγαναχτώντας καὶ ἐγὼ ἀπ᾿ οὗλα αὐτά, ὅτι ζημιώσαμε τὴν πατρίδα μας πολὺ καὶ χάθηκαν καὶ χάνονται τόσοι ἀθῶοι ἄνθρωποι, σημειώνω τὰ λάθη ὁλωνῶν καὶ φτάνω ὡς σήμερον, ὁποῦ δὲν θυσιάζομε ποτὲς ἀρετὴ καὶ πατριωτισμὸν καὶ εἴμαστε σὲ τούτην τὴν ἄθλια κατάστασιν καὶ κιντυνεύομεν νὰ χαθοῦμεν.Τὸ Ἔθνος ἀφανίστη ὅλως διόλου καὶ ἡ θρησκεία ἐκκλησία εἰς τὴν πρωτεύουσα δὲν εἶναι καὶ μᾶς γελᾶνε ὅλος ὁ κόσμος. ... Ὅ,τι τοῦ λὲς ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τίποτας! Ἀλλοίμονο ῾σ ἐκείνους ὁποῦ χύσανε τὸ αἷμα τους καὶ θυσιάσανε τὸ δικόν τους νὰ ἰδοῦνε τὴν πατρίδα τους νὰ εἶναι τὸ γέλασμα ὅλου τοῦ κόσμου καὶ νὰ καταφρονιῶνται τ᾿ ἀθῷα αἵματα ὁποῦ χύθηκαν! 



Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες."Tότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη».Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό 'χα, δεν τό 'δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».Έφυγαν αυτοί. Κι’ έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι’ εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι’ αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.Πήγε να’ νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι’ αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον.Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα:«Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας». Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι:«Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».



Όταν μου πειράξουν την Πατρίδα μου και θρησκεία μου,θα μιλήσω,θα 'νεργήσω κι' ό,τι θέλουν ας μου κάνουν.Μου λέγει [ο Όθων].''Τι θέλεις να μου ειπείς τώρα;Ψέματα θέλεις να σου ειπώ ή αλήθεια;Εγώ,μου λέγει,ποτές δεν ακώ ψέματα.,λο αλήθειες.Του λέγω,εγώ γεμάτες δύο τζέπες,μίαν με ψέματα,την άλλη μ' αλήθειες.Τώρα τι αγαπάς;Αλήθεια,μου λέγει.Γυρίζω τα μάτια μου εις τον ουρανόν και ορκίζομαι εις το όνομα του Θεού να ειπώ την αλήθεια γυμνή εμπροστά του.Του λέγω.Η αλήθεια είναι πικρή και θα με πάρεις πίσου εις την οργήν σου.Όμως δια πάντα να είμαι στην οργήν σου,την αλήθεια θα σου λέγω,ότ' είναι του Θεού.Το ψέμα είναι του διαβόλου.Και δεν είναι καιρός να κρύβεται η αλήθεια.


Στρατηγός Μακρυγιάννης

                       

ΤΟ ΠΡΟΒΑΔΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΤΙΜΗ ΕΧΕΙ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ

 
 
 
 
 
Στο Κελλί του Χατζηγιώργη στην Κερασιά, όπου είχαν θαυματουργή εικόνα τού αγίου Μηνά, την παραμονή μιας πανηγύρεως, κατά την ώρα της αρχής της αγρυπνίας, ήλθε ένας φτωχός λαϊκός, που είχε χάσει το ζώο του. Οι πατέρες τού είπαν να ξεκουραστεί και τον παρηγορούσαν. Εκείνος ήταν απαρηγόρητος, γιατί το ζώο αυτό ήταν μεγάλη βοήθεια στη φτώχεια του. Την ώρα εκείνη ακούστηκαν δυνατά κτυπήματα στην εξώθυρα. Πήγαν να δουν ποιος κτυπά έτσι δυνατά, είδαν το ζώο, το έδιωχναν, μα δεν έφευγε. Ο φτωχός που βγήκε να δει, είδε πως ήταν το μουλάρι του...!
 
 

 

Έλεγε ο Γέροντας Ιωακείμ,πως πρόλαβε στο Άγιον Όρος πολύ καλούς πατέρες. Βέβαια οι καλοί δεν φαίνονται, κρύβονται. Υπήρχαν όμως αληθινοί αγωνιστές και άνθρωποι μεγάλης υπομονής. Επίσης είχαν πενία, κόπωση, μεγάλες ακολουθίες, πολύωρες ορθοστασίες, πολλές αγρυπνίες και στα μοναστήρια και στα καλύβια. Τότε έβγαζαν το ψωμί με τον ιδρώτα τους, δεν περίμεναν, δεν είχαν και δεν ήθελαν βοήθεια από τους κοσμικούς, όπως σήμερα. Πολλοί πατέρες αγόραζαν μόνο ενδύματα, τα οποία συχνά τα μπάλωναν, και αλάτι. Αρκούνταν σε αυτά που παρήγαγαν. Ούτε έβγαιναν συχνά από το Άγιον Όρος, αρκετοί, τότε, δεν είχαν βγει ποτέ από τότε που ήλθαν. Μόνο στα Κελλιά που είχαν πολλές λεπτοκαρυές και ιδίως σ' εκείνα που ήσαν αγιογράφοι περνούσαν ίσως κάπως πιο άνετα. Το εργόχειρο της αγιογραφίας απέδιδε, γιατί τότε, η λεγόμενη αγία Ρωσία, έκαμε πολλές παραγγελίες στο Άγιον Όρος εικόνων, για τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της, από ευλάβεια, και το θεωρούσε ιδιαίτερη ευλογία να έχει κάτι από το Περιβόλι της Παναγίας. Αυτοί είχαν και κάποια άνεση για να επιδιορθώνουν τα Κελλιά τους.Επίσης πολλά θαύματα έβλεπαν τότε οι άγιοι πατέρες, από τα τίμια λείψανα, τις ιερές εικόνες, τους τιμώμενους αγίους της μονής ή τού Κελλιού. Εκτός των αγίων Αναργύρων και του αγίου Παντελεήμονος πολλά θαύματα έκανε και ο άγιος Αρτέμιος, γιατί αρκετοί πατέρες από τη μεγάλη ορθοστασία, έπασχαν από κήλη, την οποία ο άγιος θεραπεύει. Ο άγιος Νικόλαος επίσης είχε συχνές θαυματουργικές επισκέψεις σ' εκείνους που ταξίδευαν, ασχολούνταν με την αλιεία κι είχαν βάρκες. Ο άγιος Μηνάς είχε καθημερινώς ταξίματα, άλλος έταζε μια λαμπάδα και άλλος μία λειτουργία για αντικείμενα που έχαναν. Όλοι έτρεχαν στον άγιο Μηνά και πολλά από τα απολεσθέντα τα έβρισκαν με θαυματουργικό τρόπο.Στο Κελλί του Χατζηγιώργη στην Κερασιά, όπου είχαν θαυματουργή εικόνα τού αγίου Μηνά, την παραμονή μιας πανηγύρεως, κατά την ώρα της αρχής της αγρυπνίας, ήλθε ένας φτωχός λαϊκός, που είχε χάσει το ζώο του. Οι πατέρες τού είπαν να ξεκουραστεί και τον παρηγορούσαν. Εκείνος ήταν απαρηγόρητος, γιατί το ζώο αυτό ήταν μεγάλη βοήθεια στη φτώχεια του. Την ώρα εκείνη ακούστηκαν δυνατά κτυπήματα στην εξώθυρα. Πήγαν να δουν ποιος κτυπά έτσι δυνατά, είδαν το ζώο, το έδιωχναν, μα δεν έφευγε. Ο φτωχός που βγήκε να δει, είδε πως ήταν το μουλάρι του. Ευχαρίστησαν όλοι τον άγιο.Πολλά θαύματα ετελούντο κατά τις μνήμες εορταζόντων αγίων, στις πανηγύρεις μονών και Κελλιών. Κακοκαιρίες σφοδρές, εμπόδια μεγάλα και διάφορα, την τελευταία ώρα διαλύονταν κι όλα πήγαιναν καλά.Τα θαύματα είναι πάμπολλα, αυτά που ξέρουν οι ίδιοι οι μοναχοί, η συνοδεία τους, και οι πνευματικοί τους. Άπειρα τα θαύματα από θαυματουργικές εικόνες της Παναγίας και των αγίων, των μονών και των Κελλιών. Πολλά διηγούνται οι Σλάβοι και ιδίως οι Ρώσοι, κυρίως θαύματα της Παναγίας, του αγίου Νικολάου και του αγίου Παντελεήμονος.Διηγείτο ο Ρώσος παπα-Ισαάκ στον Γ. Ιωακείμ, που εκοιμήθη γύρω στο 1960 στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος, πως όταν ήταν στο Παντοκρατορινό Κελλί των Δώδεκα Αποστόλων στην Καψάλα, του έλεγαν οι Γεροντάδες του για ένα θαύμα που έγινε στο Κελλί τους, πριν το 1917. Λέγεται πως το Κελλί αυτό ήταν παλαιά Κυριακό της εκεί σκήτης. Σε μια Ρωσίδα παρουσιάσθηκε η Παναγία και της είπε να στείλει βοήθεια στο Κελλί αυτό: Μη στενοχωρείσαι, θα σε κάνω καλά, μόνο στείλε κάτι στο Κελλί των Αγίων Αποστόλων στο Άγιον Όρος... Εκεί βρίσκεται η εικόνα μου η Γοργοεπήκοος. Όταν έλαβαν οι πατέρες το γράμμα, θαύμασαν για τη βοήθεια της Παναγίας προς τη Ρωσίδα και το Κελλί τους. Μιά εικόνα που είχαν έτοιμη, της Παναγίας της Γοργοεπηκόου, για να τη στείλουν στη Ρωσία, δεν την έστειλαν και παρήγγειλαν άλλη στους αγιογράφους. Σήμερα το Κελλί είναι ακατοίκητο και η εικόνα αυτή δεν υπάρχει εκεί.Λέγουν οι παλαιοί πατέρες, πως πολλοί των πατέρων που άγιασαν στον ιερό αυτό τόπο, δεν φανερώνονται μετά την κοίμηση τους, μόνο και μόνο για να τιμάται η Παναγία και προς αυτή ν' απονέμεται όλη τους η ευλάβεια. Ακόμη και των γνωστών οσίων των μονών, των σκήτεων και των Κελλιών ή μετά την κοίμηση δράση και τιμή είναι περιορισμένη και δεν κάνουν παρά πολλά θαύματα, όπως άλλοι άγιοι στον έξω κόσμο. Ο λόγος είναι ένας, για να έχει το προβάδισμα στην τιμή η Θεοτόκος.Εν τούτοις έχουμε και παραδείγματα αρκετά επεμβάσεων των τοπικών αγίων στη ζωή των μοναχών. Ο Γέροντας Εφραίμ, αντιπρόσωπος της μονής Γρηγορίου, έλεγε στον Γ. Ιωακείμ: Έναν αδελφό, που ήταν διάκος, τον πολεμούσε ο λογισμός να φύγει από το μοναστήρι, αρρώστησε όμως βαρειά κι έπεσε στο κρεβάτι. Πριν ξεψυχήσει πήγε ο αδελφός που τον υπηρετούσε, να πάρει τα ρούχα του, για να τα πλύνει. Του λέγει: Κάνε υπομονή μέχρι να έλθω, πάω να πλύνω τα ρούχα. Του λέγει ο ετοιμοθάνατος: Τα πήρε τα ρούχα η γυναίκα εκείνη με τα μαύρα, που ήταν πριν εδώ... Και λέγοντας αυτά παρέδωκε το πνεύμα του. Η γυναίκα ήταν η οσιομάρτυς Αναστασία, της οποίας το μεγαλύτερο μέρος των λειψάνων της φυλάγεται στη μονή. Τούτο συνέβη.Στην ίδια μονή ο ηγούμενος επισκέφθηκε άλλο ετοιμοθάνατο αδελφό και τον ρώτησε: Γέροντα, πως πας, τι καταλαβαίνεις, θα σωθούμε; Τού απαντά ταπεινά εκείνος: Αγαθάς ελπίδας έχουμε Γέροντα, από αυτά που βλέπω, αγαθάς ελπίδας έχουμε...Στη Μ. Λαύρα ήταν τα τελευταία χρόνια ένας ευλαβέστατος εκκλησιαστικός ο Γ. Θεόφιλος, ο οποίος πολύ αγαπούσε τον κτίτορα της μονής, όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη. Ήθελε να είναι ακοίμητα τα κανδήλια τού τάφου και της εικόνας τού οσίου, και τον παρακάλεσε όταν σβύνουν να τον ειδοποιεί. Πράγματι κατά τρόπο θαυμαστό τού παρουσιαζόταν ο άγιος, ημέρα και νύκτα και τού έλεγε ποιο καντήλι του δεν ανάβει. Ο άγιος τού μήνυσε και τον ακριβή χρόνο τού θανάτου του.Στη μονή Διονυσίου ο Γ. Ιάκωβος έβλεπε τον προστάτη της μονής Τ. Πρόδρομο να λιχνίζει τους καλούς από τους σκάρτους. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν «Ω ευλογημένο κοινόβιο!».

 
 
 
 
Έναν αδελφό, που ήταν διάκος, τον πολεμούσε ο λογισμός να φύγει από το μοναστήρι, αρρώστησε όμως βαρειά κι έπεσε στο κρεβάτι. Πριν ξεψυχήσει πήγε ο αδελφός που τον υπηρετούσε, να πάρει τα ρούχα του, για να τα πλύνει. Του λέγει: Κάνε υπομονή μέχρι να έλθω, πάω να πλύνω τα ρούχα. Του λέγει ο ετοιμοθάνατος: Τα πήρε τα ρούχα η γυναίκα εκείνη με τα μαύρα, που ήταν πριν εδώ... Και λέγοντας αυτά παρέδωκε το πνεύμα του. Η γυναίκα ήταν η οσιομάρτυς Αναστασία, της οποίας το μεγαλύτερο μέρος των λειψάνων της φυλάγεται στη μονή.
 
 
 
Πηγή.Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον.

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

ΟΣΟ ΠΙΟ ΦΑΝΑΤΙΚΟΣ,ΤΟΣΟ ΠΙΟ ΠΙΣΤΟΣ



 Ο μη κατ΄επίγνωσιν ζηλωτής κέκτηται μεν ζήλον,αλλ' ου κατ' επίγνωσίν,πλανάται εν ταις σκέψεσι και ενεργείας αυτού και εργαζόμενος δήθεν υπέρ της δόξης του Θεού παραβαίνει τον νόμον της προς τον πλησίον αγάπης.Ο μη κατ' επίγνωσίν ζηλωτής εν τη ζέσει του ζήλου αυτού πράττει τα ενάντια,προς τας διατάξεις του θείου νόμου και προς το θείον θέλημα.Ο μη κατ' επίγνωσίν ζηλωτής διαπράττει το κακόν,όπως επέλθη το υπ' αυτού νοούμενον αγαθόν.Ο ζήλος του ,μη κατ' επίγνωσίν ζηλωτού είναι πυρ διαφθείρον,πυρ καταναλίσκον.Η καταστροφή προπορεύεται αυτού και η ερήμωσις έπεται αυτώ.


Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης. 



Είναι αφάνταστα λυπηρό να βλέπεις επηρμένους ''ορθοδόξους'' να ζουν υπό το κράτος ενός μισερού, πολυδαίδαλου φανατισμού, που έκαναν σημαία τους το σύνθημα, ''Όσο πιο φανατικός, τόσο πιο πιστός''... Είναι άνθρωποι που έχουν αναλάβει εργολαβικά τις πολεμικές τέχνες, ως αποκλειστική δραστηριότητα στην ευφάνταστη, ανορθόδοξη βιοτή τους, χωρίς Χριστολογικό ήθος και Θεάρεστη ευγένεια. Άνθρωποι που έκαναν την Πίστη κοσμική ιδεολογία και ως εκ τούτου, την αντιμετωπίζουν με απόλυτα ορθολογιστικό ύφος, με επίπλαστες, αδόκιμες προσθαφαιρέσεις της Γραφής και επιλεκτικές σημειολογίες, ακόμα κι αυτού του Ευαγγελίου. Ο φανατικός εραστής μιας ιδιώνυμης, εξατομικευμένης Πίστης είναι ένας πάσχων, έκπτωτος ιδεαλιστής, που ζει και αναπνέει, για να καταφέρει χτυπήματα στον αντίπαλο κάτω από την μέση. Συνεργούντος του διαβόλου αναλώνεται ανέξοδα και αδιάκοπα σε αστυνομικίστικους, α-Διάκριτους ελέγχους, σε δαιμονόπληκτες, δημόσιες, ευκαιριακές διαπομπεύσεις και συχνά σε αήθεις, λεκτικούς χαραχτηρισμούς. Είναι αυτός, που προκειμένου ν' αποδείξει το αλάθητο της σκέψης του, εκπίπτει πλουσιοπάροχα από την Χάρι του Θεού, γινόμενος ο ίδιος, ένας ά-Χαρις, εφάμιλλος, μεταλλαγμένος πάπας. Το ιστολόγιο ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ'' τελευταία δέχεται δίκην σχολίων, απερίγραπτες ύβρεις και ανέξοδους, απρόσωπους χαραχτηρισμούς από ''ορθοδόξους,'' που θεωρούν, πως η κριτική μας απέναντι στον Οικουμενισμό και τις αιρέσεις, δεν είναι η... πρέπουσα. Χαραχτηριστήκαμε και ''γιαλαντζί, χριστιανοί βερμπαλιστές, ''επειδή... δεν χτυπάμε, όσο θά' πρεπε τους οικουμενιστές και τον Οικουμενισμό.'' Την εκούσια σιωπή μας την εξέλαβαν ως ελαφρά φυγοδικία. Θεωρούμε όμως τώρα, πως πρέπει ν' απαντήσουμε, ξεκινώντας από τις βασικές αρχές της Χριστολογικής αγάπης, που είναι η διάκριση, το ήθος και η ευγένεια. Ο έλεγχος στους οικουμενιστές, αν και επιβλημένος, αφού είναι παναίρεση, δεν είναι αυτοσκοπός, πολεμοχαρής, αιμοδιψώντας πόλεμος. Εάν δεν ελένγχεις τους εκπεσσόμενους, διαθρησκειακούς λατινιστές, με Χριστολογική αγάπη και Θεόφρων ήθος, μοιάζεις με ''κύμβαλα αλαλάζοντα,'' με καινοφανή, απουσιάζων άνθρωπο, που αναζητά την ευφροσύνη μέσα από τον πόλεμο. Κι ο τρόπος που θα γνωμοδοτήσεις, δεν είναι κανένας, μερακλίδικος, καφενειακός, επηρμένος λόγος, που ηχεί βαρέως στα αυτιά των υπολοίπων. Δεν φτάνεις ποτέ σε διακριτικές, εξ' απαλών ονύχων, ύβρεις, πασπαλισμένες με επαναλαμβανόμενες copy paste πατερικές αιτιολογίες, προκειμένου να υπερασπιστείς το δικό σου, το αλάθητο, ακόμα και την πνευματική σου μάντρα. Αυτές είναι περίγελες, ανοικές ανορθοδοξίες. Είναι λίγοι αυτοί -δόξα τω Θεώ- που έχουν μπερδέψει, κατά πως φαίνεται, Χρυσαυγίτικες, υστερικές πολυδοξασίες με τον Ορθό λόγο του Θεού. Κι είναι κρίμα, που πολλοί εξ' αυτών, ούτε καν το Ευαγγέλιο δεν έχουν διαβάσει, όμως έχουν γνώμη περί παντός επιστητού. Αν τους ρωτήσεις κάτι, έχουν έτοιμες απαντήσεις από το ιστολόγιο τάδε κι ετοιματζίδικες, γραπτές καταθέσεις από το ιστολόγιο δείνα. Να εκφέρουν δικό τους λόγο δεν δύνανται, απλά, γιατι ο απλόχερα, φανατισμένος άνθρωπος γυρεύει, να καλύψει το δικό του το κενό, με την μισερή κατ' αυτόν, πληρότητα του άλλου. Όσοι αγωνιζόμαστε, με τον δικό του τρόπο ο καθένας, για την ακεραιότητα της πολυβάσανης, πατερικής Ορθοδοξίας μας, δεν είμαστε μεσανατολικοί, κουκουλοφόροι ταλιμπάν, ούτε επίορκοι, κατοχικοί γερμανοτσολιάδες, με το δάχτυλο να δείχνει το πρόσωπο του άλλου. Δεν λέει ο Χριστός μας, '' ὑμῖν λέγω ἄρτι ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους., ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν αλλήλοις; ''Αυτά - δυστηχώς - τα λόγια, για κάποιους λογίζονται παροχημένες, ξεπερασμένες αιτιάσεις. Ο ορθώς φρονών χριστιανός αποστασιοποιείται από την αίρεση, ελένχει τους αιρετικούς, αλλά ζει μια ευαγγελική ζωή, μυστηριακά εν Παραδείσω. Δεν ζει για τον αντίχριστο, ούτε για την πανθρησκεία του, ούτε βιώνει τρομολαγνικά τις πτώσεις του κόσμου τούτου. Δεν έχει μίσος για κανέναν, παρά μόνο για τον διάβολο. Είναι το ίδιο φοβερή κι αυτή η εκτροπή, όπως και η άλλη, η αγαπολόγα γενικώς υποτροπή. Ο φανατισμένος χριστιανός είναι το ίδιο αιρετικός, ως και ο δογματικά έκτροπος ορθόδοξος, απλά, γιατι η πηγή του φανατισμού, αυτή η υπερηφάνεια είναι, που έφερε την πρώτη Πτώση του ανθρώπου. Πολλοί πιστεύουν, πως πρέπει να δίνουμε καθημερινά τα χριστιανικά μας διαπιστευτήρια, χτυπώντας λυσσαλέα την αίρεση και τους φέροντες αυτήν. Πρέπει κατ' αυτούς να αποδεικνύουμε καθημερινά τα πνευματικά μας φρονήματα, με το κατά πόσον στηλιτεύουμε και την παραμικρή εκτροπή κάποιου κληρικού, ακόμη κι όταν δεν πρόκειται για θέματα της πίστεως. Αν γράφεις περισσότερο για τα ανεκλάλητα μυστήρια της Τρισηλίου Θεότητας, αν κομίζεις αγιοπνευματικές διδαχές Αγίων, κάνοντας κοινωνούς της αφάτης δόξας του Χριστού μας περισσότερους αναγνώστες, σε λογίζουν... όχι και τόσο πολύ ορθόδοξο... Πρέπει να χτυπάς λυσσαλέα, όχι το υπερφίαλο εγώ σου, αλλά τα γιοματάρικα εγώ των άλλων! Είναι τόσο κρίμα, να καταστρέφονται ψυχές προκειμένου να αυτοδικαιωθούν μέσα από την απολογητική αποδοχή των άλλων. Είναι κρίμα να χαλαλίζονται καρδιές στην θελκτικότητα μιας μισερής εμπάθειας, στο κράτος ενός αγοραίου έρωτα με τον ίδιο αυτό, τον διάβολο. Και είναι κρίμα, η υπεράσπιση της Πίστης από αυτόκλητους κι αδόκιμους σωτήρες να σκοντάφτει σ' έναν ενδόμυχο πνευματικό χρυσαυγητισμό, που κάπου, κάπως, κάποτε,κρύβουμε όλοι μέσα μας. Εύχεσθε και προσεύχεσθε!



Ο ζήλος ο αγαθός επιζητεί την επικράτηση της Βασιλείας του Θεού επί της γης, επιζητεί την τελειότητα της αρετής, μιμείται το καλό, επιποθεί το αγαθό και είναι απαλλαγμένος από τον φθόνο. Ο κατ' επίγνωσίν ζηλωτής είναι αφοσιωμένος στον Θεό και φυλάσσει τον Νόμον Του. Εργάζεται με θέρμη για την δόξα του ονόματος του Θεού, βαδίζει με προθυμίατην οδό της αρετής, διακαίεται από τον πόθο για την διάδοση του λόγου του Θεού, για την στερέωση της πίστεως,για την ευόδωση του έργου της Εκκλησίας. Ο κατ' επίγνωσίν ζηλωτής πάντοτε εργάζεται, πάντοτε κινείται,πάντοτε δρα. Κοπιάζει αλλά δεν εξαντλείται, δεν δυσθυμεί. Είναι πάντοτε ακμαίος, ζωηρός, εύθυμος και θαρραλέος. Ο κατ' επίγνωσίν ζηλωτής ορμώμενος από την αγάπη του για τον Θεό και τον πλησίον, εργάζεται με αυταπάρνηση και δεν κάνει τίποτε που θα μπορούσε να προκαλέσει θλίψη στον αδελφό του.

                                                          Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης

 

  Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος