ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΩΝ



Εις το Ησυχαστήριον αυτό, συνέχισε τους Ασκητικούς αλλά και Ποιμαντικούς αγώνας του. Άλλοτε απεσύρετο εις ιδιαίτερο κρυπτόν τόπον (εντός του Ησυχαστηρίου), πού ενθύμιζε τους λαξευτούς διαδρόμους-κρύπτες και τα κελλιά, υπό τους βράχους, της Πατρίδος του, άλλοτε εγίνετο «ή κολυμβήθρα του Σιλωάμ», οπού πλήθος επισκεπτών εύρισκαν κοντά του, παρηγοριά, λύτρωση, αναγέννηση.Οι συμβουλές του και ή προσευχή του, ήσαν το «μάλαγμα» για τις από πάσης αιτίας πληγωμένες καρδιές.Και μόνον πού τον ατένιζε κανείς, ένοιωθε να τον διαπερνά σε όλο το είναι του, ή Χάρις και ή Ευλογία του Αγίου, πολύπαθους Γέροντος, της Αγιότητας του και έφευγε, «άλλος άνθρωπος!»Είχεν όλα τα Χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, το δε προορατικό του Χάρισμα, ήτο εις αφάνταστο βαθμό εντυπωσιακό και ακριβέστατο, ώστε ό επισκέπτης, καθώς τον ήκουε, ησθάνετο δέος και φόβον!Έκοιμήθη μετά δύο, περίπου, μηνών επώδυνου ασθενείας του, εις τάς Αθήνας, την 2αν (π.έ.) Οκτωβρίου 1966.Είθε οι πρεσβείες του Αγίου Γέροντος Ιερωνύμου να μας σκέπουν, προστατεύουν, ενισχύουν και βοηθούν για την σωτηρία μας, διαφυλάττουν δε την Ορθοδοξία μας και το Έθνος μας, από πάσης επιβουλής και κακίας.

 


-Καλογραία,εμείς λεπτά δεν έχουμε δια να δώσουμε ελεημοσύνην,Δι' αυτό και αυτά τα ολίγα λόγια που λέγομεν,ελεημοσύνη είναι.Ο Γέροντας Ιερώνυμος είχε μοναχική συνείδηση.Πίστευε,πως η προσευχή,η ένωση του νου με τον Θεό,ήταν το κύριο έργο του.Κι η προσευχή γι' αυτόν,ακόμα κι οι καθημερινές ακολουθίες δεν ήταν μια τυπική διαδικασία,αλλά ολοκληρωτικό δόσιμο.Επέμενε πως οι καθημερινές εκκλησιαστικές ακολουθίες είναι απαραίτητες στον άνθρωπο.Ο ίδιος δεν τις παρέλιπε ποτέ έστν κι αν σπανιότατα βρισκόταν μακριά από το κελλί του.Υποστήριζε όμως,πως εξίσσου απαραίτητο είναι κατά την ώρα της προσευχής ν' αφήνει κανείς τον εαυτόν του ελεύθερο για να εξομολογείται μπροστά στον Θεό.Συνήθιζε να μας λέει...Όταν πεθάνει η μάννα σου ή κάποιος συγγενής σου θα πάρεις βιβλίον δια να τον κλάψεις;Όχι βέβαια,Τα λόγια θα έλθουν μόνα τους εις τον νουν σου από την λύπη.Έτσι και στην προσευχή.Πρέπει να αφήνουμε τον εαυτόν μας να εξομολογείται εις τον Θεόν,ό,τι μας απασχολεί.Αυτή η αμεσότητα και η παρρησία ήταν το κύριο χαραχτηριστικό της προσευχής του.Είχε την αίσθηση της απανταχού παρουσίας του Θεού πολύ έντονη και γι' αυτό πάντα όταν προσευχόταν,δάκρυζε,σημείο κι αυτό της Χάριτος του Θεού. Ο Γέρων Ιερώνυμος ζούσε την ουσία της Ορθοδοξίας,την παράδοση σ' όλη της την έκταση.Χωρίς ν' απορρίπτει κανένα από τα επιτεύγματα του τεχνικού πολιτισμού,είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία,ένα πάθος θα λέγαμε προς ο,τιδήποτε παλιό,το αρχαίο.Από τα υλικά πράγματα μέχρι τα πνευματικά.Του άρεσε η αρχαία τάξη των ακολουθιών,τα παλιά βιβλία,τα παλιά αντικείμενα,επειδή πίστευς πως είχαν την σφραγίδα του δημιουργού τους,είχαν κατασκευαστεί με μεράκι κι όχι βιομηχανοποιημένα και κακόγουστα.Με τέτοιες πεποιθήσεις και αντιλήψεις,έχοντας ζήσει πάντα στην ζωή του εντός,αλλά και εκτός του κόσμου τούτου΄΄,μέσα στον αυστηρό χώρο της Παράδοσης της Καππαδοκίας,ένιωθε κάποιες ανησυχίες απότότε που η Εκκλησία άλλαξε το εκκλησιαστικό ημερολόγιο κι εφάρμοσε το νέο.Κι οι ανησυχίες του αυτές αυξάνονταν όσο περνούσαν τα χρόνια κι έβλεπε πολλές ορθόδοξες συνήθειες να μεταβάλλονται.Δεν του άρεσε η περικοπή των εκκλησιαστικών ακολουθιών,η εκκοσμίκευση του κλήρου,η απομάκρυνση από τον ορθόδοξο τρόπο ζωής.Αν και πρόσεχε πάντα την ουσία και όχι τον ξερό τύπο,πίστευε,πως κι αυτές ακόμα οι τυπικές διατάξεις που αλλοιώνονται προδίδουν κάποια αδιαφορία και χαλάρωση στην πίστη.Πως είναι το ξεκίνημα ενός κατήφορου του οποίου το τέρμα είναι άγνωστο.Έτσι πολλές φορές σκεφτόταν ν' ακολουθήσει το Παλαιό Ημερολόγιο,επειδή έβλεπε,πως οι παλαιοημερολογίτες ακολουθούσαν πιστά την παράδοση και σεν ανέχονταν νεωτερισμούς και υπερβάσεις σε θέματα που αφορούν την πίστη.Για αρκετό καιρό αμφιταλαντεόταν και προσευχόταν συνέχεια και έντονα στον Θεό,για να του αποκαλύψει το θέλημά Του.Περίμενε κάποιο σημείο,κάποια ένδειξη του Θεού,που θα του φανέρωνε τι έπρεπε να κάνει.Τον Αύγουστο του 1942,και συγκεκριμένα στις 23 του μηνός,παραμονή τηε εορτής του Αγίου Διονυσίου Αιγίνης,που πανηγύριζε ο ναός του νοσοκομείου,ο τότε Μητροπολίτης Ύδρας,Σπετσών και Αιγίνης,Προκόπιος,τον κάλεσε και του είπε,να ετοιμαστεί,ώστε την επομένη,κατά την πανήγυρη,να συλλειτουργήσουν.Οι άνθρωποι του Θεού βλέπουν πίσω από κάθε ενέργεια ή περιστατικό το δάχτυλο της Θείας Πρόνοιας.Και ο π.Ιερώνυμος,που είχε σταματήσει,να λειτπουργεί πριν 18 χρόνια,την πρόσκληση αυτή του Μητροπολίτη την θεώρησε σαν απάντηση του Θεού στις προσευχές του.Προσευχήθηκε και πάλι όλη την νύχτα και τελικά αποφάσισε να μην πάει για να συλλειτουργήσει με τον Μητροπολίτη,αλλά ν' ακολουθήσει εφεξής το παλαιό ημερολόγιο.Αναχώρησε την επομένη από το νοσοκομείο πρωί-πρωί για το ησυχαστήριο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,όπου ήδη έμενε η γερόντισσα Ευπραξία.Από εκεί έστειλε στον Μητροπολίτη την παρακάτω γνωστοποίηση-παραίτησή του από τον ναό του νοσοκομείου.''Σεβασμιώτατε,Παρακαλώ υμάς ίνα δεχθείτε την εκ του νοσοκομείου παραίτησίν μου,διότι από του 1924 και εντεύθεν,ήτο ο πόθος μου καθώς και ο ζήλος μου προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και την πίστιν.Παιδιόθεν την εσεβάσθην,αφιερώσας όλην μου την ζωήν,υπακούσας εις τας παραδόσεις των Θεοφόρων Πατέρων.Ομολογώ και κυρήτω το πάτριον ημερολόγιον δια το σωστόν,ως και Σεις ο ίδιος ομολογείτε.Δια τούτο παρακαλώ υμάς,ευχηθείτε δε και εσείς,ίνα μέχρι τέλους εμμένω γνήσιον τέκνον της Ορθοδόξου Εκκλησίας.'' Έτσι απλά και αθόρυβα,χωρίς τυμπανοκρουσίες,αφορισμούς και φανατικές εκδηλώσεις,ακολούθησε στην υπόλοιπη ζωή του το παλαιό ημερολόγιο.Το γεγονός αυτό δεν τον επηρέασε καθόλου στην συμπεριφορά του προς τα πνευματικά του παιδιά.Τους δεχόταν όλους αδιακρίτως,είε ακολουθούσαν το παλαιό,είτε ακολουθούσαν το νέο ημερολόγιο.Πρωταρχικός και κύριος σκοπός του ήταν να εμφυσήσει στους επισκέπτες του την πίστη και την αγάπη στον Χριστό.Βασικό μελημά του ήταν πως να προοδεύσουν στην πνευματική τους ζωή και πώς θα ενωθούν σμε τον Θεό.Αρκούνταν να ομολογεί το παλαιό ημερολόγιο,επειδή ''αυτό είναι το σωστό'' και ότι από τότε που η Εκκλησία εφάρμοσε το νέο ημερολόγιο ''τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά.''Κάποτε μια επισακέπτρια τον ρώτησε.-Γέροντα με το παλαιό πηγαίνετε;-Ναι.-Με ποιους είστε;-Με όλους.-Μα αυτοί είναι μαλωμένοι.-Εγώ δεν είμαι με τα μαλώματα.Ήταν πολύ διακριτικός και λεπτός στους τρόπους του.Ακόμα κι όταν προέβαινε σε έλεγχο,το έλκανε με τόση αγάπη,που όχι μόνο δεν δημιουργούσε αντιδράσεις,αλλά αντίθετα προκαλούσε την ομολογία και την μετάνοια,που ήταν κι ο αντικειμενικός του σκοπός.[...]Ο π.Ιερώνυμος είχε δεχθεί πολλές φορές στην ζωή του την επίσκεψη της Θείας Πρόνοιας μέσα από πειρασμούς και θλίψεις.Και τι δεν είχε υποφέρει αυτό το''ταλαίπωρον και δύστυχον πτηνόν'' της Ανατολής,όπως πολλές φορές αποκαλούσε ο ίδιος τον εαυτόν του...διωγμούς,συκοφαντίες,κινδύνους,απελάσεις κ.α.Κι όλα τα υπόμενε με μεγάλη και υποδειγματική καρτερία,με απόλυτη εμπιστοσύνη στην Θεία Πρόνοια και αδιάλλειπτη δοξολογία στον Θεό.Και στις πιο μεγάλες τουθ δοκιμασίες όχι μόνο δεν λύγιζε αλλά αντίθετα τότε δινόταν περισσότερο στην προσευχή,με ευχαριστία και δοξολογία. Η απόλυτη προσήλωσή του στην προσευχή και η συνεχής και αδιάλλειπτη ενάσκησή της έφεραν πλούσιο το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος,που συχνά ήταν ορατός και στο μικρό του ποίμνιο.Πολλές φορές θεάθηκε το πρόσωπό του να λάμπει μ' ένα υπερκόσμιο θαβώρειο φως,ενώ,όχι σπάνια κι ολόκλρο το κελλί του ανάδιδε ένα θείο άρωμα.Ήταν οι στιγμές εκείνες που έκαναν τα πνευματικά του παιδιά να αισθάνονται ρίγη συγκίνησης,που κορυφώνονταν συνέχεια με τις θείες διδαχές του.Ήταν πολύ ολογαρκής.Φρούτα δεν αγόρασε ποτέ.Αν του έφεραν τα πνευματικά του παιδιά,τότε μόνο τα δοκίμαζε.Το ίδιο αδιάφορος ήταν για όλα τα υλικά πράγματα.Απόφευγε να φοράει καινούρια ράσα ή παπούτσια κι όταν αναγκαζόταν να το κάνει,φρόντιζε να σκονίζονται γρήγορα.Κάποτε μας έλεγε,πως πάνε πάρα πολλά χρόνια που δεν φόρεσε καινούρια παπούτσια.-Και τα παλιά πού τα βρίσκετε,Γέροντα;-Μου τα δίνει ο ιερεύς από την επάνω Μονήν[εννοούσε του Αγίου Νεκταρίου].Κάποιο χειμώνα μερικά από τα πνευματικά του παιδιά,του πήγαμε μια σόμπα για να μην κρυολογήσει.Αφού μας ρώτησε πώς λειτουργεί και την ανάψαμε,σε πέντε λεπτά μας λέει...-Αρκετά,σβήστε την τώρα,γιατι πονάει το κεφάλι μου από την ζέστη...Εννοείται,πως εμείς στο παγωμένο κελλί του τουρτουρίζαμε ακόμα από το κρύο...



''Μη θυμώνετε. Θα σας ειρωνευθούν, θα υποφέρετε. Εσείς μη φοβάσθε. Σας προσφέρουν δηλ. πιπέρι, να δίδετε ζάχαρη. Εγώ πιπέρι δεν έχω να σκέπτεσθε, ζάχαρη έχω, ζάχαρη δίδω.''



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επεξεργασία και διασκευή κειμένου ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''. Από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση, ''ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ''.

 

Όσιος Ιερώνυμος της Αίγινας


ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΙΕΡΕΩΣ ΩΦΕΛΙΜΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΙΟΣ

 
 
 
 

 ''Ἡ ἱερωσύνη εἶναι ἕνα θεοΐδρυτο Μυστήριο. Ὁ Ἁγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στον Ἀπολογητικό Λόγο (ἤ Περί Ἱερωσύνης) Κεφ. 2.3 χαρακτηριστικά λέγει:«Ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις διέταξεν ὁ Θεός, τούς μέν ποιμαίνεσθαί τε καί ἄρχεσθαι, τούς δέ εἶναι ποιμένας καί διδασκάλους πρός τόν καταρτισμόν τῆς ἔκκλησίας.»«Ὁ Θεός καθόρισε γιά την Ἐκκλησία οἱ μεν πιστοί να ποιμαίνονται και να διοικοῦνται, ἑνῷ οι κληρικοί να εἶναι ποιμένες και διδάσκαλοι για τον καταρτισμό τῶν μελῶν της Ἐκκλησίας.»Ἡ ἱερωσύνη εἶναι διακονία ἀνθρώπινη, ἡ ὁποῖα συνδέει τον ἀνθρωπο με το Θεό. Ὁ Ἁγ. Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης γράφει σε μία ἀπό τις ἐπιστολές του που ἔχουν διασωθῆ: «Τῆς Θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἡ ἱερωσύνη ὥσπερ μέση καθέστηκεν, ἵνα τήν μεν θεραπεύῃ, τῇ δε μεταβολήν ἐργάζηται κρείττονα»«Η ιερωσύνη, όντας ανάμεσα στη Θεία και την ανθρώπινη φύση, Εκείνην μεν λειτουργικά υπηρετεί, για την άλλη δε με το έργο που επιτελεί την πρόοδό της επιτυγχάνει.»Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:Σκόπει, ὅση τῶν ἱερέων ἡ δύναμις, ἐννόησον τό βάπτισμα, τῶν ἁμαρτιῶν τήν ἄφεσιν, τήν υἱοθεσίαν, τά μυστήρια, τά μυρία ἀγαθά, ἅ διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τούτων σοί παραγίγνεται καί διά τῆς ἐπικλήσεως τῆς ὑπό τούτων γινομένης.''

 

 

 

 

 

Ἐν τοῖς χρόνοις οἷς περ ἐμαρτύρησεν ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Μερκούριος ἦν τις ἱερεὺς ἐν τῇ αὐτῇ χώρᾳ μέθυσος πάνυ· ἀεὶ ἐν τοῖς καπηλείοις μετὰ τῶν οἰνοποτῶν διέτριβεν. Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν, ἄρχων τις τῆς αὐτῆς χώρας ἔστειλε τὴν ἑαυτοῦ δούλην πρὸς τὸν οἶκον τοῦ ἱερέως καὶ ηὗρε τὴν ἑαυτοῦ πρεσβυτέραν καὶ λέγει αὐτῇ· ποῦ ἐστιν ὁ ἱερεύς; Ἡ δὲ λέγει· οὐκ οἶδας ὅτι ἐν τοῖς καπηλείοις ἐστίν; Ἡ δὲ δούλη τοῦ ἄρχοντος εἶπεν· ὁ αὐθέντης μου μὲ ἔστειλεν, ὅτι αὔριον ἔχει λειτουργίαν εἰς μνημόσυνον τῶν γονέων αὐτοῦ. Ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθεν. Ἡ δὲ πρεσβυτέρα ἔχουσα καὶ αὐτῇ δούλην εἶπε πρὸς αὐτήν· ἑγὼ μὲν ἀπέρχομαι εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρός μου ὅπως κοιμηθῶ ἐκεῖ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ αὐθέντης σου ὁ ἱερεύς, ἀνάπαυσον αὐτὸν ἐν τῇ κλίνῃ καλῶς, διότι μέλλει αὔριον λειτουργήσει.Ὡς δ᾿ ἑσπέρα ἐγένετο, ἦλθεν ὁ ἱερεὺς μεθυσμένος πολὺ καὶ ἀνέπεσεν εἰς τὴν κλίνην αὐτοῦ. Ἡ δὲ δούλη αὐτοῦ ἐπειδὴ εἰσῆλθεν ὁ διάβολος ἔσω αὐτῆς ἔπεσε πλησίον τοῦ ἱερέως. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ ἱερεύς, συνεγένετο μετ᾿ αὐτῆς νομίσας ὅτι ἡ πρεσβυτέρα αὐτοῦ ἐστι.

 

 

Πρωΐας δὲ γενομένης, ἐλθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα ηὗρεν αὐτὸν ὑπνοῦντα ἐν τῇ κλίνῃ καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀνάστα ψάλλε τὴν ἀκολουθίαν σου, διότι ὁ δεῖνα ἄρχων ἔχει λειτουργίαν τῶν γονέων αὐτοῦ. Ὁ δὲ ἱερεὺς στρέψας εἰς τὸ ἕτερον μέρος ἀφύπνωσε. Καὶ πάλιν ἐλθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα λέγει· οὐκ εἶπά σοι, ἀνάστα, διότι μέλλεις σήμερον λειτουργῆσαι; Ὁ δὲ ἱερεὺς μειδιάσας λέγει αὐτῇ· Τί λέγεις ταλαίπωρε; οὐκ οἶδας τί ἐποιήσαμεν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· ἀλλὰ λέγεις λειτουργῆσαι ἔχω; Ἡ δὲ πρεσβυτέρα εἶπε· τί ἐποιήσαμεν; ἐγὼ γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου ἐκοιμήθην. Τότε ὁ ἱερεὺς λέγει· ἐγὼ τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἔπεσον μετὰ γυναικός, καὶ τίς ἦν ὁ θηρεύσας ἡμᾶς; Τότε ἠρώτησαν τὴν δούλην. Ἡ δὲ εἶπεν· ὁ Σατανᾶς ἐπείραξέ με καὶ ἔπεσα πλησίον αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ἔπεσε μετ᾿ ἑμοῦ.Τότε ἔκλαυσαν καὶ ἐλυπήθησαν οὐκ ὀλίγον· εἶτα λέγει ὁ ἱερεύς· Σιωπήσατε μήπως καὶ εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν κρατούντων εἰσέλθῃ, καὶ οὐ μετρίως κολάσουσιν ἡμᾶς· ὁ γὰρ Θεὸς εὔσπλαγχνός ἐστι καὶ πολυέλεος, καὶ δι᾿ ἐξομολογήσεως ἐξιλεώσας ἔχω αὐτόν. Ὅμως ἔψαλλεν ὀλίγην ἀκολουθίαν αὐτοῦ, καὶ ἐντραπεὶς τὸν ἄρχοντα ἐπορεύθη λειτουργῆσαι.Μετὰ δὲ τὴν προσκομιδήν, ὅταν εἶπε τὴν εὐχήν, «ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ τὸν οὐράνιον ἄρτον κ.λ.π.» ἦλθεν ὁ ἄγγελος ἵνα τελειώσῃ τὰ ἅγια δῶρα, καὶ ἰδὼν τὸν ἱερέα, λέγει πρὸς αὐτόν· ὦ ἀφωρισμένε τοῦ Θεοῦ, πῶς ἐτόλμησες εἰσελθεῖν λειτουργῆσαι τὰ θεῖα μυστήρια; οὐκ οἶδας ὅτι βέβηλος καὶ ἀκάθαρτος εἶ διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἣν ἔπραξας ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ; ἡμεῖς ἀσώματοι καὶ ἄϋλοι ὄντες, εὐλαβούμεθα ἰδεῖν τὸ ἅγιον πρόσωπον τῆς μακαρίας Θεότητος, ἀλλὰ ταῖς πτέρυξιν ἡμῶν περικαλύπτοντες τὰ πρόσωπα, παριστάμεθα μετὰ φόβου καὶ φοβεροῦ τρόμου, καὶ σὺ καταφρονῶν ἐτόλμησας ἐπιχειρῆσαι τὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ἐπὶ στόματος φαγεῖν μέλλεις; Ὁ δὲ ἱερεὺς ἀντεῖπεν εἰς τὸν ἄγγελον· Ἐπειδὴ οὕτω μὲ ἀφώρισας, ἔσο καὶ σὺ ἀφωρισμένος. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς ἀπεπτερώθη ὁ ἄγγελος καὶ ἔμεινεν ὡς ἄνθρωπος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ· ὁ δὲ ἱερεὺς οὐκ εἰδὼς τοῦτο, ἀλλὰ μετὰ τὴν θείαν λειτουργίαν ἦλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἄρχοντος, καὶ ἀριστήσας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.Μετὰ δὲ ἡμέρας τινὰς ἀπέθανεν ἄνθρωπός τις ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἐκάλεσαν τοὺς ἱερεῖς ἐπὶ τὸ ψάλλειν τὸ λείψανον, διότι ἦσαν καὶ ἄλλοι ἱερεῖς εἰς ἐκείνην τὴν χώραν διότι ἦν ἡ μεγίστη. Ἐκάλεσαν καὶ αὐτὸν τὸν ἱερέα· καὶ εἰπόντων τῶν ἱερέων τὴν εὐχήν, ἦλθε καὶ οὗτος ὁ ἱερεὺς ἵνα εἴπῃ τὴν εὐχήν. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ὅταν εἶπε, «ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάπαυσις», εὐθὺς ὁ νεκρὸς ἀνεκάθισε, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα· ὅτι ἂν καὶ νεκροὺς ἀναστήσῃς, ἀλλ᾿ οὐκ εἶ ἄξιος τοῦ φορέσαι ἐπιτραχήλιον, ἢ λειτουργῆσαι ἢ ποιῆσαι ἱερατικόν τι. Καὶ ταῦτα εἰπὼν ὁ νεκρὸς πάλιν κατέπεσεν· οἱ δὲ λαοὶ καὶ οἱ λοιποὶ ἱερεῖς ἰδόντες τὸ παράδοξον τοῦτο θαῦμα ἐξέστησαν ἅπαντες. Εἶτα λέγουσι πρὸς τὸν ἱερέα· τί ἐστι τοῦτο τὸ ἐξαίσιον καὶ μέγα θαῦμα; Τότε ὁ ἱερεὺς ἐξωμολογήσατο ἐνώπιον πάντων τὸ ἑαυτοῦ ἁμάρτημα. Τότε λέγουσιν οἱ λοιποὶ ἱερεῖς· ἀπὸ τοῦ νῦν οὐ συμφοροῦμέν σοι, καὶ ὡς θέλεις μόνος ποίησον.Καὶ ἀπῆλθε λυπούμενος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ ἀπήγγειλε τὰ γενόμενα. Τότε λέγει πρὸς τὴν πρεσβυτέραν αὐτοῦ· τὶ ποιήσω ἄρτι; ἑτέραν ἐπιστήμην οὐ γινώσκω, πῶς ἔχω θρέψαι ὑμᾶς; ἀλλ᾿ οὖν ἀπέλθωμεν ἐν ἑτέρῳ τόπῳ, ἔνθα οὐδεὶς γιγνώσκει ἡμᾶς, καὶ ἐκεῖσε διαβιώσωμεν τὸ ἐπίλοιπον τῆς ζωῆς ἡμῶν. Ἀναστάντες δὲ ἀπῆλθον ἐν ἑτέρᾳ πόλει, ὅπου οὐδεὶς ἐγίγνωσκεν αὐτούς, καὶ ἐλειτούργει ἐκεῖσε. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! καθὼς ἦν ὅτε ἀφώρισε τοῦτον ὁ ἄγγελος οὕτως ἦν, πλὴν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐγένετο μέλαν. Ἀποθανούσης δὲ τῆς πρεσβυτέρας καὶ τῶν τέκνων αὐτοῦ, μόνος ἔζη ἐν τριακοσίοις καὶ ἑβδομήκοντα χρόνοις.Ὅμως ὑπῆρχεν ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἐπίσκοπος ἀξιόλογος καὶ δίκαιος πάνυ. Ἦλθεν ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Μερκουρίου καί τις ἄρχων τῆς πόλεως ἐκείνης ἑόρταζε τὴν τούτου ἑορτὴν καὶ προσεκάλεσεν ὁ ἄρχων τὸν ἀρχιερέα, εὑρέθη δὲ καὶ ὁ ἱερεὺς ἐκεῖ· εἰς δὲ τὴν τράπεζαν ἤρχισεν ὁ ἀρχιερεὺς καὶ ἐδιηγεῖτο τὸ συναξάριον τοῦ ἁγίου καὶ πλατύτερον ἔλεγε τοῖς εὑρισκομένοις ἐν τῇ τραπέζῃ, ὁπότε ὑπολαβὼν ὁ ἱερεὺς ἔφη· Σὺ μὲν δέσποτά μου ἅγιε, ἐκ τοῦ ἁγίου συναξαρίου ἐπίστασαι τοὺς τοῦ ἁγίου ἄθλους, ἐγὼ δὲ ἀκριβῶς ἐπίσταμαι αὐτοὺς καὶ διότι ἤμην ἐκεῖσε παρὼν καὶ ἔβλεπον καλῶς τὸν Μάρτυρα ἀγωνιζόμενον καὶ ἀθλοῦντα καὶ ὡς ὅτι γείτων μου ἦν, καὶ πολλάκις συνεστιάθην αὐτῷ πρότερον. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ἀτενίσας πρὸς τὸν ἱερέα ἔφη· Σὺ οὔπω τεσσαρακοντούτης ὢν πῶς τὸν ἅγιον οἶδας; Ἀφ᾿ ὅτου ἐμαρτύρησεν ὁ ἅγιος Μερκούριος μέχρι τοῦ νῦν ὑπολογίζονται ἔτη 370, καὶ σὺ οὔπω ἦς γεγεννημένος καὶ ταῦτα οἶδας; Τοῦ δὲ μεθ᾿ ὅρκου εἰπόντος ὅτι ἀληθῶς λέγει καὶ οὐ ψεύδεται, ὁ ἀρχιερεὺς ἔγνω ὅτι ἦν τι πρὸς αὐτόν· καὶ λαβὼν αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν λέγει αὐτῷ· Εἰπέ μοι πάντα τὰ κατὰ σὲ ἐν ἐξομολογήσει καθαρᾷ.Τότε ὁ ἱερεὺς ἐξεῖπε πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ πῶς ἐξέπεσε μετὰ τῆς δούλης αὐτοῦ, καὶ πῶς μετὰ ἀγγέλου ἀφορισθέντες, ἀσυνδιαλλάγητοι ἔμειναν. Τότε ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ, γίνωσκε ὅτι ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου εἶ δεδεμένος, καὶ μέχρι τοῦ νῦν ζῇς καὶ οὐ θνῄσκεις εἰς ἀπεράντους αἰῶνας, ἀλλ᾿ ἄπελθε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐκείνην ἔνθα τὸν δεσμὸν ἐποιήσατε· διότι ἔτι καὶ νῦν ὁ ἄγγελος ἐκεῖ ἐστιν, ἐπειδὴ ὁ εἷς τὸν ἕτερον ἔδησεν. Ὁ δὲ ἱερεὺς ἀπεκρίθη· οὐ δύναμαι, ἅγιε τοῦ Θεοῦ δέσποτά μου, τοῦτο ποιῆσαι, διότι τὸ διάστημα τῆς ὁδοῦ ἀπέχει πολύ, καὶ ἔξοδον οὐκ ἔχω, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἵππός μοι ἐστι πρὸς ἱππασίαν. Τότε λέγει ὁ Ἀρχιερεὺς πρὸς αὐτόν· ἐὰν μὴ πορευθῇς ἐκεῖσε, οὔτε σὺ τελευτᾷς, οὔτε ὁ ἄγγελος πτεροῦται ὅπως ἀνέλθῃ εἰς οὐρανούς. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς πάλιν οἰκτείρας αὐτὸν ἀποκρίνεται· ἐπειδὴ λέγεις ὅτι οὐκ ἰσχύεις, ποιήσω ἔλεος πρὸς σέ, καὶ πορευθῶμεν ὁμοῦ καὶ δώσω σοι ἵππον καὶ τὸ ἔξοδον ἐγὼ ποιήσω.Καὶ εὐθὺς εἴχοντο τῆς ὁδοῦ, καὶ ἀπῆλθον ἕως τῆς χώρας τοῦ ἱερέως· ἡ δὲ ἦν ἠρημωμένη καὶ οὐδένα ηὗραν, οὔτε οἰκίαν οὔτε ἄλλο τι. Ὁ οὖν ἀρχιερεὺς ἠρώτησεν· αὕτη σου ἐστὶν ἡ χώρα; Καὶ ὁ ἱερεύς· αὕτη ἐστίν, ἀλλ᾿ ἠρημώθη, δέσποτά μου ἅγιε. Καὶ ὁ ἀρχιερεύς· οὐ γινώσκεις ποῦ ἦν ἡ Ἐκκλησία; Καὶ ἀτενίσας ὁ ἱερεὺς εἶδε δένδρα ὡς ἀπὸ διαστήματος τῆς ποτε χώρας αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ὡς εἰκάζω, ἐκεῖ ὀποῦ φαίνονται τὰ δένδρα ἐστὶν ἡ Ἐκκλησία.Καὶ πορευθέντες ἐκεῖ, ηὗραν τὸν ναὸν κεχαλασμένον, πλὴν ὀλίγον μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου βήματος ἵστατο, καὶ ἀφ᾿ οὖ ἐκεῖσε ἐπέζευσαν ἐκ τῶν ἵππων, λέγει ὁ ἀρχιερεύς· ἄπελθε εἰς τὸ βῆμα. Καὶ εἰσελθὼν ὁ ἱερεὺς ηὗρε τὸν ἄγγελον ἱστάμενον ἐκεῖσε. Καὶ λέγει ὁ ἄγγελος· ἔτι ζῇς πτωχὲ ἱερεῦ; Ὁ δὲ ἱερεὺς λέγει· ναὶ ἔτι ζῶ, ἀλλὰ καὶ σὺ ἔτι αὐτοῦ ἵστασαι; Καὶ λέγει ὁ ἄγγελος· καλῶς ἦλθες, ἵνα συγχωρηθῶμεν συναλλήλως. Λέγει ὁ ἱερεύς· εὐλόγησον ἅγιε ἄγγελε τοῦ Θεοῦ, συγχώρησόν μοι. Ὁ δὲ ἄγγελος εἶπε· συγχώρησον ἐμοὶ σὺ πρῶτον, καὶ τότε κἀγώ σοι, διότι ἐὰν συγχωρήσω σοι πρῶτον, ἔχεις ἀναλύσαι αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, καὶ ἑγὼ μένω εἰς τὸν δεσμόν. Τότε λέγει ὁ ἱερεύς· ἐὰν καὶ ἑγὼ συγχωρήσω σοι, ἔχεις πτερωθῆναι καὶ ἀνελθεῖν εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ ἑγὼ μένω εἰς τὸν δεσμόν. Τότε λέγει ὁ ἄγγελος· ὀμνύω εἰς τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ τὸν ἀσάλευτον, ὅτι οὐ μὴ ἀφήσω σε ἐν τῷ δεσμῷ. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ταῦτα διήκουεν ἔξωθι.Ὅθεν λέγει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν ἄγγελον· ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἂς εἶσαι συγχωρημένος παρ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Καὶ εὐθύς, ὢ τοῦ θαύματος! ἐπτερώθη ὁ ἄγγελος καὶ ἔπτη εἰς τὸ ὕψος, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα· ἂς εἶσαι συγχωρημένος καὶ σὺ ὦ πρεσβύτερε· καὶ πρὶν τετελειῶσθαι τοῦ ἀγγέλου τὴν φωνήν, εὑρέθησαν τὰ ὀστέα τοῦ ἱερέως σωρηδὸν ἐν τῷ τόπῳ οὗ εἰστήκει.Ὅθεν ὁ ἀρχιερεὺς εἶπε πρὸς τὸν ἄγγελον· ὦ ἅγιε ἄγγελε, δέομαί σου, πλήρωσόν μοι μίαν αἴτησιν καὶ ψάλλε τινὰ ἀγγελικὸν ὕμνον ἵνα ἀκούσω κἀγώ. Ὁ δὲ ἄγγελος εἶπε· τοῦτο οὐκ ἔστι δυνατόν· ἐν ᾗ ἂν ὥρᾳ ἀκούσῃς τῆς ἀγγελικῆς φωνῆς, ἀναλῦσαι ἔχεις τῶν τῇδε· οὐκ ἔξεστι γὰρ σάρκα θνητὴν ἀκοῦσαι ἀγγέλου φωνὴν καὶ ζῆσαι πλὴν διὰ τὴν ἥν περ ἐποίησας καὶ εἰς ἑμὲ καὶ εἰς τὸν ἱερέα μεγάλην ἀγαθωσύνην, μένε ὀλίγον ἵνα ἀνέλθω ἕως τρίτον τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ψάλλω ἐκεῖσε καὶ ἀκούσας μόλις δυνήσει βαστᾶσαι. Ὅθεν ἀνελθὼν ἕως τρίτον οὐρανοῦ, ἔψαλλε τὸ Ἀλληλούϊα· ἐκ δὲ τῆς γλυκείας μελῳδίας ἔπεσεν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπὶ τῆς γῆς ὡσεὶ νεκρός, ἕως τρεῖς ὥρας καὶ μόλις καὶ χαλεπῶς συνελθὼν εἰς ἑαυτὸν ἀνέστη.Εἶτα τῷ Θεῷ εὐχαριστήσας ὑπέστρεψεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ, καὶ ἔγραψε τὴν διήγησιν ταύτην τοῦ ἱερέως εἰς πολλῶν ὠφέλειαν, ἵνα ἀκούοντες καὶ ἡμεῖς οἱ ῥᾴθυμοι διορθώμεθα, καὶ προσεκτικοὶ καὶ σπουδαῖοι γινώμεθα, καθαροί τε λογισμῶν αἰσχρῶν καὶ ἐπιθυμιῶν ἀπρεπῶν.

 

 

Ὅτε τὴν ἱερωσύνην ἐπιτελοῦμεν ὀφείλομεν εἶναι ἀμέτοχοι λαγνείας· καὶ ἀσελγείας, διότι ὁ ἔχων ἐπιθυμίαν εἰς πορνείαν καὶ εἰς σαρκικὰ καὶ εἰς ἄλλα πάθη, πολυφαγίαν τε καὶ πολυποσίαν, μέθην καὶ φιλαργυρίαν, μνησικακίαν, κενοδοξίαν, ὑπερηφάνειαν, ἀνάξιος καθίσταται τῆς ἱερωσύνης καὶ καταφρονητὴς καὶ ὑβριστὴς τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων· διὰ τοῦτο προοφείλομεν ἀμίαντοι ὑπάρχειν, ὅτε μέλλομεν παρίστασθαι τῇ ἁγίᾳ Τραπέζῃ καὶ ὅτε τὴν φρικτὴν ἱερουργίαν ἐπιτελοῦμεν. Πολλοί τινες καταφρονητικῶς ταύτην ἐπιτελοῦσι, καὶ οὔτε ἐξομολόγησιν ποιοῦσιν, οὔτε τὴν συνήθη ἀκολουθίαν ψάλλουσιν, ὡς μὴ μέλλοντες δῆθεν ἀποθανεῖν, οἱ κατ᾿ ἐμὲ τάλανες, ἀμνημονοῦντες τὴν φοβερὰν τοῦ Κυρίου ῥητὴν ἐντολήν· ὁ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ μὴ ποιήσας, πολλὰ δαρήσεται· ἤγουν ὅποιος ἠξεύρει τὸ θέλημά μου καὶ δὲν τὸ κάμνει, ἐκεῖνος μεγάλως θὰ κολασθῇ.Τὸ λοιπὸν ἀδελφοί μου, ἰδοὺ ἐμάθαμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰς τὴν γῆν μεγαλύτερον τῆς ἱερωσύνης, οὔτε βασιλεία, οὐδὲ ἄλλο τίποτε, καὶ ὅποιος εἶναι ἀνάξιος τῆς θείας μυσταγωγίας καὶ δὲν παύσῃ, ἐκεῖνον ἐὰν τὸν εὕρῃ ὁ θάνατος ἀμετανόητον, κολάζεται μετὰ τοῦ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτου εἰς ἐκείνην τὴν κόλασιν, ὁποῦ ἄλλη χειροτέρα δὲν εἶναι. Τοίνυν καὶ ἡμεῖς οἱ ἀναγινώσκοντες καὶ ἀκούοντες ταῦτα, ἐκβιασώμεθα ἑαυτοὺς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας, καὶ ποιήσωμεν τὸ θέλημα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, ὅπως ἀξιωθῶμεν τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ παραστάσεως εἰς τὴν δευτέραν αὐτοῦ Παρουσίαν, καὶ κληρονόμοι τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν γενώμεθα μετὰ τῶν δικαίων ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

 




Επιμέλεια,διασκευή κειμένου ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''



Πηγή.Nektarios 

 

 

 

(ἐκ χφ. κώδ. 229 ιζ´ αἰ. τῆς Ἱ. Μ. Διονυσίου Ἁγ. Ὄρους)

  
 
 
 
 
 

ΠΟΤΑΜΙ ΣΤΑΣΟΥ!Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΕ ΚΑΛΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΩ!

 

 

 

 

''Στὴν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας παριστάνεται γηραλέος μὲ γυριστὴ μύτη καὶ μὲ διχαλωτὸ κοντὸ ἄσπρο γένι, «γέρων διχαλογένης φορῶν σκοῦφον». Ὁ σκοῦφος του εἶναι παράξενος, σὰν κινέζικος, μυτερὸς στὴν κορυφή. Δὲν ζωγραφίζεται ποτὲ ξεσκούφωτος. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς εἰκόνες ἀπάνω σὲ σανίδι εἴτε σὲ τοῖχο σὲ ἄλλο μέρος τῆς ἐκκλησίας, ζωγραφίζεται συχνὰ στὸ ἅγιο Βῆμα μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους μεγάλους ἱεράρχας Βασίλειο, Χρυσόστομο καὶ Γρηγόριο κάτω ἀπὸ τὴν Πλατυτέρα. Στὸ χαρτὶ ποὺ βαστᾶ εἶναι γραμμένο: «Ἔτι προσφέρομέν Σοι τὴν λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν».Ἡ ὑμνολογία μας τὸν στόλισε μὲ τὰ ἀμάραντα ἄνθη της, ποὺ πολὺ λίγοι ἀπὸ μᾶς τὰ μελετήσανε γιὰ νὰ δοῦνε πὼς ἀληθινὰ εἶναι ἀμάραντα.«Χαίροις ἀρχιερέων κανών, τῆς Ἐκκλησίας ἀδιάσειστον ἔρεισμα· τὸ κλέος τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ τῶν θαυμάτων πηγή, τῆς ἀγάπης ρεῖθρον μὴ κενούμενον...». «Πράος καὶ κληρονόμος τῆς γῆς, Σύ, τῶν πραέων ἀληθῶς ἀναδέδειξαι, Σπυρίδων, πατέρων δόξα, ὁ ταῖς νευραὶς τῶν σοφῶν καὶ ἁπλῶν σου λόγων, θείᾳ χάριτι, ἐχθρὸν τὸν παμπόνηρον καὶ παράφρονα Ἄρειον ἐναποπνίξας, καὶ τὸ δόγμα τὸ ἔνθεον καὶ σωτήριον ἀνυψώσας ἐν Πνεύματι...».'' 

 
 

                                                                                                             Φώτης Κόντογλου

 

 

Κάποτε πάλι μεγάλη ακαρπία και δυστυχία κτύπησε το πολύπαθο νησί. Οι πλούσιοι κι όσοι είχαν γεννήματα στις αποθήκες έτριβαν τα χέρια από χαρά. Ευκαιρία έλεγαν να αυξήσουμε τα πλούτη μας. Ένας φτωχός με πολυμελή οικογένεια κατέφυγε σ' ένα τέτοιο πλούσιο και με δάκρυα τον παρακαλούσε να του δανείσει ολίγο σιτάρι για να θρέψει την οικογένεια του και να του το επιστρέψει ή να του το πληρώσει μόλις μπορέσει. Ο σκληρός πλούσιος στα δάκρυα και τις παρακλήσεις του πτωχού έμεινε ασυγκίνητος. Καμιά συμπάθεια, καμιά συμπόνια δεν έδειξε η πέτρινη καρδιά του. Συντετριμμένος ο φτωχός σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο σπίτι του αγίου. Με πόνο ψυχής του ανέφερε το πρόβλημα του και του διηγήθηκε τη στάση του πλουσίου απέναντι του. Ο άγιος, αφού τον ήκουσε, τον ενίσχυσε και του είπε να κάνει υπομονή μέχρι την επομένη ήμερα.



«Αύριο, του είπε προφητικά, αυτός που αρνήθηκε προ ολίγου να σε βοηθήσει, θα σε παρακαλεί ο ίδιος να σου δώσει όσο σιτάρι θέλεις. Και το σπίτι σου θα γεμίσει από γεννήματα».Με τούτα τα λόγια του προανήγγελλε ο άγιος αυτά, που θα γινόντουσαν τη νύκτα. Τα μεσάνυκτα βροχή καταρρακτώδης άρχισε να πέφτει σε όλη την περιοχή. Οι αποθήκες του πλουσίου γκρεμίστηκαν και τα γεννήματα του πλημμύρισαν τους δρόμους. Κλαίοντας ο πλούσιος έτρεχε και παρακαλούσε τους πτωχούς να πάρουν όσα θέλουν.— «Πάρτε, αδελφοί μου, τους έλεγε. Πάρτε να περάσετε. Δεν θέλω χρήματα».Τα λόγια του αγίου επαλήθευσαν. Οι πτωχοί πήραν και δόξασαν τον Θεό για την ευσπλαγχνία του. Πήρε κι ο πτωχός μας και ευχαρίστησε κι αυτός τον Μεγάλο Πατέρα που κανένα δεν εγκαταλείπει, αλλά για όλους μεριμνά. Η χαρά ξαναγύρισε στις πονεμένες καρδιές. Οι μορφές άλλαξαν. Μόνον των πλουσίων η καρδιά έμεινε η ίδια  σκληρή και ανάλγητη. Και να.Μια μέρα, ένας άλλος πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Πλησίασε τον άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ' ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Πού να βρει όμως ο άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό; Στόν πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει. Ξάφνου εκεί μπροστά του πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σάν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ' αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Άς ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναί, Κύριε. Άς γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο άγιος έσκυψε και το πήρε. Στό χέρι του το σιχαμερό ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο.- Πάρτο, παιδί μου, είπε ο άγιος με καλωσύνη. Πάρτο να κάμεις τη δουλειά σου.Κι ο πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το 'δωκε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή. Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έρριξε στη γη. Και ώ του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους.Την απέραντη αγάπη του αγίου για τα λογικά του πρόβατα και το ενδιαφέρον του γι' αυτά, μας την δείχνει και τούτο το γεγονός.Κάποτε ένας καλός κι ενάρετος χριστιανός, που ήταν και στενός φίλος του αγίου, συκοφαντήθηκε από μερικούς κακούς ανθρώπους, που τον φθονούσαν, στον άρχοντα της πόλεως. Η συκοφαντία ήταν βαριά. Κι ο άρχοντας, μόλις την άκουσε έσπευσε να επιβάλει στον άνθρωπο σαν τιμωρία τον θάνατο. Η είδηση έφτασε και στ' αυτιά του αγίου, που ήξερε ότι ο άνθρωπος ήταν αθώος. Τί κάμνει; Χωρίς να χάσει καιρό, ξεκινά να πάει να βρει τον φίλο του και να δει, αν μπορεί να τον ελευθερώσει. Ήταν, όμως, χειμώνας. Μια δυνατή βροχή, που είχε πέσει πριν λίγη ώρα έκαμε να ξεχειλίσει ένας χείμαρρος, που βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Από κανένα μέρος δεν υπήρχε πέρασμα. Τα θολά νερά του ποταμού κυλιόνταν με πολλή ορμή. Ο άγιος, που ήξερε να τα αναθέτει όλα στον Θεό, δεν τα 'χασέ. Εκεί που στεκόταν και συλλογιζόταν τί να κάμει, ήρθε στον νου του η περίπτωση του Ιησού του Ναυή, όταν πέρασε κι αυτός τον Ιορδάνη με την Κιβωτό της Διαθήκης και τον λαό. Σήκωσε στη στιγμή τα χέρια, ψιθύρισε μια θερμή προσευχή κι ύστερα με φωνή δυνατή φώναξε κι είπε:— Ποτάμι στάσου. Ο Δεσπότης Χριστός με καλεί να πάω να γλυτώσω τον φίλο μου. Στάσου, λοιπόν, να περάσω.Την ίδια ώρα τα ορμητικά νερά του χείμαρρου, που λες και κτυπούσαν σ' ένα στέρεο βράχο, σταμάτησαν. Έπαψαν να κυλούνε. Οι φυσικοί νόμοι παραμέρισαν, Κι ένας δρόμος άνοιξε μπροστά τους. Τα πλήθη, που στεκόντουσαν εκεί και με αγωνία περίμεναν πότε να καλμάρουν τα νερά, για να περάσουν κι αυτοί στην άλλη μεριά, μπροστά στα όσα έβλεπαν, συγκλονίστηκαν. Έκαμαν τον σταυρό τους κι ακολούθησαν τον άγιο, που προχώρησε και πέρασε πρώτος. Όταν έφθασαν στην πόλη, διηγήθηκαν με ενθουσιασμό τα όσα είδαν. Όσοι τ' άκουσαν έμειναν κατάπληκτοι και δοξολογούσαν τον Θεό, που χαρίτωσε τόσο πλούσια τον άγιο τους. Την είδηση έμαθε κι ο άρχοντας. Μεγάλη έκπληξη δοκίμασε κι αυτός. Κι όταν ο άγιος τον πλησίασε, έσπευσε με συγκίνηση και χαρά ν' αφήσει ελεύθερο τον θανατοποινίτη φίλο του και μαζί γύρισαν στήν πόλη. Τι ωραία αλήθεια, αν όλοι οι πνευματικοί ποιμένες δείχνανε παρόμοιο ενδιαφέρον για τα λογικά πρόβατα τους! Πόσο διαφορετικός, οπωσδήποτε θα 'ταν ο κόσμος!Ο άγιος πήρε από τον Θεό και το χάρισμα να διαβάζει τις μυστικές σκέψεις των ανθρώπων. Τα ακόλουθα δύο περιστατικά είναι αρκετά να βεβαιώσουν και τούτη την αλήθεια.Κάποτε ο άγιος, συνοδευόμενος από τον φίλο και μαθητή του Τριφύλλιο, τον πρώτο επίσκοπο της Λευκωσίας (τότε Λήδρας), ξεκίνησαν για την Κερύνεια. Πήγαιναν εκεί για κάποια εργασία. Ο δρόμος περνούσε από την Κυθρέα. Ήταν άνοιξη κι η φύση γύρω μια αληθινή ζωγραφιά. Τα δένδρα ανθισμένα. Τα πουλιά χαρούμενα κελαηδούσαν γλυκά και πετούσαν από κλαδί σε κλαδί. Στό βουνό τα κοπάδια βοσκούσαν λαίμαργα το πλούσιο χορτάρι με τα μύρια λουλουδάκια, που με την ευωδιά που σκορπούσαν λες και δοξολογούσαν κι αυτό τον Δημιουργό. Εκεί που βάδιζαν αργά-άργά, γιατί ήταν ανηφορικό το μονοπάτι, σε κάποια καμπή ο Τριφύλλιος στάθηκε και θαυμάζοντας τον πανοραμικό κάμπο, που απλωνόταν καταπράσινος κάτω από τα πόδια τους, άρχισε να κάμνει κάποιες σκέψεις:Τι ωραία, σκεφτόταν νοερά, να είχα για την επισκοπή μου μερικά από αυτά τα κτήματα, που βρίσκονται σ' αυτόν τον τόπο. Θα μου 'διναν ένα καλό εισόδημα για να αντιμετωπίζω τόσες ανάγκες.-Τί σκέπτεσαι, αδελφέ μου; του είπε ο Σπυρίδων. Γιατί αφήνεις το μυαλό σου τούτη την ώρα να ασχολείται με τόσο μάταια πράγματα; Γέροντα μου, μα διάβασες τις σκέψεις μου; Αδελφέ μου, «ου γαρ εχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλου σαν επιζητούμεν» (Εβρ. ιγ', 14). Δεν έχουμε εδώ στη γη μόνιμη και διαρκή πατρίδα και πόλη• με πόθο βαθύ ποθούμε και ζητούμε τη μέλλουσα, την ουράνια Ιερουσαλήμ. Μάταια είναι όλα τα γήινα αγαθά. Στήν καρδιά σου φρόντισε να έχεις πάντα ένα πόθο. Την απόκτηση των ουρανίων, των αιωνίων αγαθών. Τα γήινα αγαθά είναι όλα προσωρινά και απατηλά. Σήμερα είναι δικά μας. Αύριο θα γίνουν κτήμα κάποιου άλλου. Και ουδέποτε τίνος.




Πατέρα μου, συγχώρησε με. Νικήθηκα από τη θεωρία. Δεήσου κι εσύ του Κυρίου μας να με συγχωρήσει.- Ναι, τέκνον μου, πρόσεχε. Ο διάβολος χρησιμοποιεί και τα πιο αθώα πράγματα, για να μας παρασύρει και να μας σκανδαλίζει. Αντί με τη θεωρία να αφήνει το μυαλό μας να στρέφεται και να δοξάζει τον Δημιουργό, που όλα τα έκαμε για τη δική μας αγάπη και ευτυχία, αντίθετα το σπρώχνει να ποθεί τα μάταια και να ζητά τρόπους, για να τα αποκτήσει, να τα κάμει κτήμα του.Πόση σοφία στα λόγια του θεοφώτιστου επισκόπου. Αντί ο άνθρωπος μπροστά στά τόσα μεγαλεία του Παντοδύναμου Δημιουργού να αφήνει τη σκέψη του με ευγνώμονα διάθεση να υμνεί και να δοξάζει τον Ποιητή και Πλάστη Του, αυτός ένα μόνο κατά κανόνα σκέπτεται και ποθεί, την απόκτηση κι απόλαυση όλων αυτών των επίγειων αγαθών.

 
 

                                                                               

 

                                                                               Από την  ζωή του Αγίου Σπυρίδωνα.

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Η ΑΝΑΡΧΗ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΤΩΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ


 

 Σε πρόσφατο φύλλο της Ιταλικής Coriere della sera της 19/3/2014,δημοσιεύτηκε ένα άκρως,οικουμενιστικό και βλάσφημο άρθρο,απόσπασμα του οποίου παραθέτουμε...''Ο Πάπας αναμφίβολα είναι ο παγκόσμιος ηγέτης.Ο πλανητάρχης Ομπάμα είναι μακράν πίσω του.Αδιαφιλονίκητος,αδιαμφισβήτητος και οπωσδήποτε ανυπέρβλητος.Θα μπορούσε να είναι κάλλιστα ο Χριστός της γης,αφού ο ίδιος και το Βατικανό προσφέρουν,ό,τι το καλύτερο στην παγκόσμια κοινότητα.Τον Οικουμενισμό!Μέσα απ' αυτόν,συναντιώνται όλες οι θρησκείες,που ενωμένες αδελφικά πλέον θα πιστεύουν στον έναν και μοναδικό Θεό.Είναι καιρός πλέον οι διάφορες χριστιανικές εκκλησίες να αφήσουν στην άκρη τα στερεότυπά τους και,αφού βάλλουν νερό στο κρασί τους,να ενωθούν σε μία παγκόσμια Εκκλησία.Τί ζηλευτό όραμα αλήθεια!Όλοι,χριστιανοί,Μουσουλμάνοι,Ιουδαιστές,Βουδιστές,Ινδουιστές και άλλοι να υποδεχθούμε τον Θεό,που σύντομα έρχεται...!''



Υποσημείωση δική μας.Το άρθρο με τίτλο,''Ο Χριστός έρχεται,ενωθείτε τώρα όλοι'' στην διάρκεια τριών συνεχών ημερών που δημοσιεύθηκε ολόκληρο,δέχθηκε χιλιάδες ευχαριστιακές επιστολές από ρωμαιοκαθολικούς απανταχού της Ιταλίας,το τηλεφωνικό κέντρο της εφημερίδας μπλόκαρε και τα τηλέφωνα απενεργοποιήθηκαν...



Το κείμενο αυτό, ας το δει το -υπότροπα διακείμενο προς τον Οικουμενισμό -ποίμνιο, για να καταλάβει, πως ο Οικουμενισμός δεν έχει καθυποτάξει μόνο Πατριάρχες, Μητροπολίτες, ως και μεγαλόσχημους μοναχούς, αλλά και το ίδιο, το αυτό, κραταιό - διοικητικό σύστημα της καινοτόμου Εκκλησίας. Χτες μόλις, η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος δια του γενικού διευθυντή της, επισκόπου Φαναρίου κ Αγαθαγγέλου, δώρισε στον Πάπα Φραγκίσκο, αγιογραφία...του ρωμαιοκαθολικού ''αγίου'' Φραγκίσκου της Ασίζης... Ορθόδοξα χέρια δηλαδή, αγιογράφησαν έναν αιρετικό ''άγιο, ''αναγνωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο σωστικά μυστήρια και αγιοπνευματική Χάρι Θεού στους Ρωμαιοκαθολικούς... Ποια είναι η Αποστολική Διακονία; Δια του καταστατικού της: ''Η Αποστολική Διακονία αποτελεί τον επίσημο Εκκλησιαστικό Οργανισμό πού τελεί υπό την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.'' Είναι πασιφανές έκδηλο, πως η δρομολογημένη ένωση των Λατίνων με το οικουμενιστικό Φανάρι δεν έχει χρείαν καταληκτικής συμφωνίας ή εκκλησιολογικής συμβάσεως, αφού, η ίδια η ένωση ποιείται καθημερινά, τόσο σε διάρκεια, όσο και σε συχνότητα. Το τέλος θα είναι απλά η είσοδος στο κοινό ποτήριο. Οι ντόπιοι δουρειοιππικοί Ουνίτες έχουν πλευρίσει υπέρ το δέον κυκλαδίτες Μητροπολίτες και Δωδεκανήσιους δεσπότες. Φέτος ιδίως, που το Πάσχα θα εορτασθεί ταυτόχρονα σε Ρώμη και Αθήνα, χάριν της ημερολογιακής καινοτομίας, θα δούμε συνεορταστικές τελετές απείρου κάλλους...! Προσφέρεται οικουμενιστικά για υποκρίνουσες, εθιμοτυπικές συνευρέσεις στο όνομα αυτής της χιλιοειπωμένης, ανοικής αγάπης, που από Χριστολογική την κατήντησαν κοσμική και αμαρτάνουσα. Επειδή όμως, σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα τώρα, ''ο Οικουμενισμός προσωρεί αγαπητικά και συγκεντρωτικά'', όπως έλεγε ο πάλαι ποτέ Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πλέον τους οικουμενιστές, ως πλανεμένους εκφραστές, αλλά τουναντίον, ως επί γνώσει εραστές ενός επίδοξου άκυρωτικού και άχαρου γάμου. Οι νεοεκκλησιολογικές θέσεις τους, που βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τα τεκτονικά τευχίδια του ''Πυθαγόρα'' και με προκάλυμα τις μοδάτες, οικολογικές ανησυχίες, βρίθουν από ακαταίσχυντες ύβρεις προς το Σύμβολο της Πίστεως, άρα και προς αυτήν, την Αγία και Ζωοοποιό Τριάδα. Δεν πάει πολύς καιρός, που ο Αυστραλίας Στυλιανός δήλωνε, πως ''η Ορθοδοξία δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια'' και πως, ''ο Χριστός σαν άνθρωπος ήταν αμαρτωλός. ''Δείτε λοιπόν, αυτοί οι ενχώριοι, παρεκτετρεπόμενοι οικουμενιστές υπό το πρίσμα ''της των πάντων [αδιακρίτως] ενώσεως'' με ποιους συναγελάζονται... Με αυτούς τους Τέκτονες Παπικούς, αφού στην Ιταλία είναι γνωστό τοις πάσι, πως η Στοά P2 και το Βατικανό έχουν συνάψει σχέσεις ήδη από την δεκαετία του '70 ευκρινώς και από τα χρόνια του Μεσοσοπολέμου, μυστικώς. Την δεκαετία του '70, το μεγάλης κυκλοφορίας περιοδικό ''Panorama'' δημοσίευε δηλώσεις επώνυμων ιταλών καραμπινιέριδων σχετικά με τις συλλήψεις των Μαφιόζων σε μασονικές στοές της P2. Eκεί συνομολογούσαν, πως ανάμεσα στα στελέχη της μασονικής στοάς ήταν και αρκετοί καρδινάλιοι, της συνόδου μάλιστα του κραταιού Βατικανού. Τα ονόματά τους ποτέ δεν δόθηκαν στην δημοσιότητα και οι ίδιοι φυσικά συνέχισαν το έργο τους στην σύνοδο του Βατικανού! Είναι οι ίδιοι ψευδοχριστιανοί και ψευδοειδείς ποιμένες που βοήθησαν στην ανατροπή του προέδρου Μιλόσεβιτς, στον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και στην ίδρυση του κρατιδίου των Σκοπίων. Το Βατικανό ήταν το πρώτο κράτος που αναγνώρισε τα Σκόπια με το όνομα ''Μακεδονία'' και από τις πρώτες χώρες που αναγνώρισαν το ψευδοκράτος του Ντενκτάς στην Κύπρο. Είναι αυτοί που χρηματοδοτούσαν εξεγέρσεις και επιχορηγούμενες λαοφιλείς επαναστάσεις στην Πολωνία του Βαλέσα, στην ''πορτοκαλί επανάσταση΄΄ στην Ουγγαρία της Γιούλια Τιμοσένκο, στην πρώην Ανατολική Γερμανία του Χόνεκερ και φυσικά στην εξέγερση στην Τσεχοσλοβακία. Ο ρόλος τους σχεδόν πάντοτε κάθε άλλο παρά ποιμαντικός ήταν. Η ιταλική ''Giornale'' και η ''La Stamba'' συνομολογούσαν ευθαρσώς,πως την δεκαετία του '80, το Βατικανό σε συνεργασία με διεθνείς εμπόρους όπλων, προσέφεραν βαρύ πολεμικό οπλισμό σε επίδοξους δικτατορίσκους στην Λατινική Αμερική και δη στην Χιλή, στην Ονδούρα, στο Σαν Σαλβαδόρ και στην Παραγουάη. Κάτι, που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί νεόκοποι, αιρετικόφρονες ψευδορθόδοξοι ποιμένες... Η Καθολική Εκκλησία από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έχει ακυρώσει συνοδικά το ''Μυστήριο του Αγιασμού'' γιατι, ως είδαν αυτό δεν είχε καμμία Χάρι! Οι εξορκισμοί έχουν απαγορευθεί ''εκκλησιαστικώς'' γιατι κατέληξαν, πως αυτοί [οι εξορκισμοί δηλαδή] δεν μπορούσαν, να προσφέρουν το παραμικρό σε πάσχοντες, δαιμονόπληκτους ανθρώπους. Εδώ βέβαια ισχύει το γνωστό, ''Δαίμονας, δαίμονα, ου δύναται εκβάλλει.'' Αν προσθέσουμε ακόμη, πως το 1990 επαναπροσδιόρισαν το ''αγιολόγιό τους,'' αποκλείοντας Αγίους, όπως ο Άγιος Γεώργιος, με το αιτιολογικό, πως δεν θαυματουργούσαν πια..., τότε μιλάμε πλέον όχι για ''αδελφή εκκλησία΄΄, αλλά για αδελφική συνομωσία! Συμπερασματικά... Πολλά μπορεί, να γράψει κανείς γι' αυτούς τους σύγχρονους Σταυρωτές Χριστού, τους μακιαβελικούς Νέρωνες της σύγχρονης αποστασίας. Επειδή όμως, πολλοί βαυκαλίζονται στο άκουσμα ενός ευγενούς διαλόγου και μιας εν Χριστώ ενώσεως μετά πάντων αυτών και μέσα τους δημιουργούνται αγαπόλογα συναισθήματα ουχί εν Αληθεία, ας έχουν κατά νου πως... Η ένωση μπορεί, να επιτευχθεί μόνο με την πλήρη μετάνοια των καθολικών και τον συνταυτισμό τους με την γνήσια, ορθή Πίστη που προσφέρει η μάννα Ορθοδοξία. Διαφορετικά μιλάμε για διάλογο δύο θρησκευτικών,διοικητικών μορφωμάτων, που κόβει ο ένας... κόβει ο άλλος... ιδού η ένωση. Πολλοί Πατέρες του 18ου και 19ου αιώνα, τόνιζαν απερίφραστα, πως συμφέρει περισσότερο στην Ορθοδοξία το μουσουλμανικό φόβητρο, ως αιτία μετανοίας και σφυρηλάτησης της Πίστης, παρά ο παπικός καθολικισμός, ως δούρειος ίππος υποδαύλισης της Πίστης και αλλοίωσης της σωστικής υφής της Ορθοδοξίας.



Υ.Γ. Ο κόσμος μας δεν είναι αγγελικά πλασμένος και για τούτο υπεροπτικά οδεύει στον κρημνό, γιατι αρνήθηκε και πάλι τον Χριστό, ως Αλήθεια,ως Δικαιοσύνη, ως Αγάπη και ως Λατρεία. Πίσω από τις μαύρες μάσκες της επάρατης παναίρεσης του Οικουμενισμού κρύβονται τεκτονικά Τάγματα διευρημένης Ασφαλείας, σημαιοστολισμένοι πατριάρχες με μασονικά παράσημα στο πέτο και επίσκοποι που διδάσκουν το οικουμενιστικό τους φρόνημα στο δύσμοιρο το ποίμνιο. Όσο τα πράγματα θα χειροτερεύουν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, τόσο θα ζητείται δικαιοσύνη χωρίς όρια. Ας γεμίσουμε τις εκκλησίες με ανθρώπους,περισσότερους από τις σημαιοστολισμένες πλατείες και τις αιμοδιψούσες λεωφόρους. Οι μάζες είναι πλαστικοποιημένη έννοια στα χείλη εμφυλιοπόλεμων μελών παροχημένης μάντρας. Ας γεμίσουν τα εξομολογητήρια από συμπάσχοντες αδελφούς, που εμπιστεύονται την δικαιοσύνη του Θεού περισσότερο από τα ξίφη των ανθρώπων. Η Μετάνοια θ' αλλάξει το ζύγι του Θεού, οι Αγανακτισμένοι θα μπορούσαν, να γίνουν Μετανοημένοι και ν' απευθύνονται ομοθυμαδόν στον Ρυθμιστή των όλων! Τα κομματικά αμνοερίφια είναι πλέον απροστάτευτα και οσονούπω θα ζηλεύουν τα καθ' ομείωσιν πρόβατα του Ποιμένου μας Χριστού, την στιγμή,που οι προβατόσχημες αίγες θα τελούν υπό διογμώ, όσο θα θωρούν την ήρα να ξεχωρίζει από το στάρι. Όσοι πιστοί προσέλθετε!


                               

                                                                     
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

                               

ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΑΔΕΛΦΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ

 

 

 

''Διηγήσατο ἡμῖν ὁ Ἀββᾶς Παφνούτιος, ὄτι: ὅταν ἤμην νεώτερος ἡσύχαζον πλησίον τοῦ Ἀββᾶ Ἀπολλῶ· ὅταν ἦλθεν ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων ἐπῆγον εἰς τὸν Γέροντα λίαν πρωῒ καὶ ἀσπασάμενος αὐτὸν καὶ εὐλογηθείς, ἐκάθισα πλησίον του, καὶ παρεκάλουν αὐτόν, ὅπως δεχθῇ με νὰ κατοικήσω μετ᾿ αὐτοῦ διότι καθ᾿ ὅλην τὴν ἁγίαν Τεσσαρακαστὴν μόνος μου κατοικῶν, πολὺ ἐπολεμήθην ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς πορνείας, ἀλλ᾿ ὁ Γέρων δὲν συγκατετίθετο. Παραμείνας μέχρι τῆς ἕκτης ὥρας (μεσημβρίας) ὡς ἀνεχώρησα κατερχόμενος τοῦ Ὄρους, εἰς τὸν δρόμον συνήντησα τὸν ὑπηρέτην αὐτοῦ τοῦ Γέροντος, πηγαίνοντα εἰς αὐτόν, κτυπῶντα τὸ πρόσωπον του καὶ μαδῶντα τὰς τρίχας τοῦ γενείου του, καὶ ἰδόντος με παρεβιάσατο νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸν Γέροντα· ὡς δὲ ὑπήγομεν, προσπεσὼν ἐδιηγήθη πρὸς αὐτὸν λέγων. Περιπατοῦντες μετὰ τοῦ μικροτέρου ἀδελφοῦ μου, ἐπεράσαμεν ἀπὸ τὸν τάφον τοῦ Ὑπάτου, μὴ γνωρίζοντες ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ περάσῃ τὴν νύκτα ἀπὸ αὐτὸν τὸν δρόμον. Ἐνῷ περιεπάτουμεν, ἐξ αἴφνης φαντασία δαιμονικὴ ἐλθοῦσα ἐκ τοῦ μνήματος, ἤρπασέ μου τὸν ἀδελφόν. Ὡς ἤκουσε τοῦτο ὁ Γέρων, βοήσας πρὸς τὸν Θεὸν εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς τῶν Δυνάμεων, παρακαλῶ σε βοήθησόν με.

 

 

Καὶ προσευχηθεὶς ὁ Γέρων, λαβὼν καὶ ἐμὲ μαζί του ἐπηγαίνομεν.Περιπατήσαντες οὖν ἀπὸ ἐνάτης ὥρας τῆς ἡμέρας καὶ δι᾿ ὅλης τῆς νυκτός, περὶ τὰ χαράγματα τῆς ἡμέρας, ἐφθάσαμεν εἰς τὸν τόπον ἐν ᾧ ἠρπάγη ὁ ἀνθρωιτος. Πρασευχηθέντες ἐπὶ ὥραν πολλήν, ἐξεκίνησεν ὁ Γέρων νὰ πηγαίνη πρὸς τὸν τάφον τοῦ Ὑπάτου, ἀκολουθοῦντες καὶ ἡμεῖς αὐτόν. Πλησιαζόντων ἡμῶν εἰς τὸν τάφον, φοβεραί τινες καὶ καταπληκτικαὶ φαντασίαι ἐγίνοντο, μορφαὶ διάφοροι καὶ ἐξηλλαγμέναι ἐφαίνοντο, ἀνθρώπων, κτηνῶν, δρακόντων καὶ θηρίων πυῤῥοειδῶν καὶ καπνῶν ἐρευγομένων, περικυκλωσάντων ἡμᾶς καὶ ἐγγίζοντα ἡμῖν καὶ βλεπόμενα καὶ ἀκουόμενα καὶ ἐφαπτόμενα ὡς καὶ τῇ πνοῇ ἡμᾶς συνέχεσθαι. Ὁ δὲ Γέρων καὶ ἑαυτὸν καὶ ἡμᾶς τῇ σφραγῖδι τοῦ Σταυροῦ σημειωσάμενος, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπικαλούμενος, καὶ ἡμᾶς προστάξαντος νὰ λέγωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ἑξηκοστοῦ ἑβδόμου ψαλμοῦ «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν· ὡς ἐκλείπει καπνὸς ἐκλιπέτωσαν, ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός...» ἐπροχώρει ἐμπρὸς πλησιέστερον τοῦ τάφου γενόμενος. Ὅσον δὲ ἐπλησίαζε τοσοῦτον καὶ αἱ δαιμονικαὶ φαντασίαι φοβερώτεραι ἐγένοντο.Σεισμὸς καὶ κλόνος συνεχὴς ἐγένετο τοῦ ἐδάφους, καὶ μέγα χάσμα ἠνοίχθη ἔμπροσθεν ἡμῶν, ὥστε καὶ τὴν ἄβυσσον νὰ βλέπωμεν καὶ δράκοντας ἐξ αὐτῆς ἀνερχομένους καὶ ἡμᾶς ἐκφοβίζοντας, ὡς τοὺς ὀδόντας αὐτῶν τρίζοντας καὶ φλόγας πυρὸς ἐξακοντίζοντας. Ὁ δὲ Γέρων τὰ γόνατα κλίνας καὶ τὸν νοῦν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς οὐρανὸν ὑψώσας, καὶ μὲ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα ἑαυτὸν καθοπλίσας, εἰς τὸ σπηλαιῶδες κτίσμα εἰσῆλθεν ἐν ᾧ ἡ λάρναξ ἔκειτο· καὶ πάλιν μὲ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ σημειωθείς, ἐρευνῶν εὗρε τὸν ἀδελφὸν τοῦ διακονητοῦ (τοῦ ὑπηρετοῦντος αὐτῷ) ἡμιθανῆ ὑπάρχοντα, μηδόλως τρίχας ἔχοντα, οὔτε εἰς τὴν κεφαλήν, οὔτε εἰς τὸ γένειον, οὔτε εἰς τὰ βλέφαρα, οὐδὲ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς. Καὶ ἀποστείλας τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ εἰς τὸ πλησίον χωρίον νὰ φέρῃ ἔλαιον, καὶ προσευχηθείς, ἔχρισε τὸν ἡμιθανῆ τοῦτον ὑπάρχοντα ἀπὸ κορυφῆς ἕως τῶν ὀνύχων, καὶ τῷ τύπῳ τοῦ τιμίου Σταυροῦ σφραγισάμενος αὐτόν, ὑγιῆ τελείως ἀποκατέστησεν.Εἶχε δὲ ἡ λάρναξ ταύτην τὴν ἐπιγραφήν, Σωματοθήκη Ὑπάτου τοῦ ἀνεψιοῦ Διοκλητιανοῦ τοῦ Βασιλέως, τοῦ κατὰ παντὸς τόπου τοὺς τοῦ ἐσταυρωμένου ὑπασπιστὰς βασανίσαντος. Ἀναγνοὺς ὁ Γέρων τὴν ἐπιγραφὴν ἤρξατο θνηνεῖν καὶ λέγειν ποῦ νῦν τῆς ὑπατείας ἡ λαμπρὰ περιβολή; ποῦ οἱ κρότοι καὶ αἱ πανηγύρεις; πάντα ἐξηφανίσθη· πάντα παρέδραμε καὶ ὡς σκιὰ καὶ καπνὸς διελύθησαν. Εὐλογητὸς καὶ δεδοξασμένος εἷς μόνον, ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεός, οὗ ἡ βασιλεία, βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καὶ ἡ Δεσποτεία αὐτοῦ ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ.Ἐγιναν δὲ ταῦτα,γνωστὰ εἰς ὅλα τὰ περίχωρα, καὶ ἐφεξῆς πάντες διήρχοντο ἀφόβως ἐκ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης καὶ τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα δοξάζοντες τὸν πανάγαθον Θεόν, καὶ τὸν αὐτοῦ δοῦλον Ἀββᾶν Ἀπολλώ, ὅστις ἀποφεύγων τὴν τῶν ἀνθρώπων τιμὴν καταλιπὼν τὸ κελλίον του μετῴκησεν εἰς Θηβαΐδα, οὗ ταῖς πρεσβείαις ῥύσαιτο καὶ ἡμᾶς ὁ Κύριος τῶν δαιμονικῶν φαντασιῶν. Ἀμήν!''Προσέχετε, ἀδελφοί μου, τὴν ὑπερβολικὴ πονηρία τοῦ θηρίου· διότι μεταχειρίζεται πονηρὰ τεχνάσματα. Προσέχετε πὼς ἀρχίζει ὀπὸ τὴν κοιλιά, ὥστε ὅταν κάποιος βρεθεῖ σὲ δυσκολία, στερούμενος τὴν τροφή, νὰ ἀναγκασθεῖ νὰ δεχθεῖ τὴ σφραγῖδα ἐκείνου, ὄχι ὅπου τύχει, σὲ ὁποιοδήποτε μέλος τοῦ σώματος, ἀλλὰ νὰ δεχθεῖ τὸ ἄσεβες χάραγμα στὸ δεξὶ χέρι, ἐπίσης καὶ στὸ μέτωπο, γιὰ νὰ μὴν ἔχει ὁ ἄνθρωπος δύναμη νὰ σχηματίσει μὲ τὸ δεξί του χέρι τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, οὔτε ἐπίσης νὰ σημειώσει στὸ μέτωπο τοῦ ἐντελῶς τὸ ἅγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου, οὔτε τὸν ἔνδοξο καὶ τίμιο σταυρὸ τοῦ Χρίστου καὶ Σωτῆρα μας. Διότι γνωρίζει ὁ ἄθλιος ὅτι, ἂν σχηματισθεῖ ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου, καταργεῖ ὅλη τὴ δύναμή του, καὶ γι᾿ αὐτὸ σφραγίζει τὸ δεξὶ χέρι τοῦ ἄνθρωπου· διότι τὸ δεξὶ χέρι εἶναι ποὺ σφραγίζει ὅλα τὰ μέλη μας. Παρόμοια μάλιστα καὶ τὸ μέτωπο, σὰν λυχνοστάτης, κράτα ψηλὰ τὸ λυχνάρι τοῦ φωτός, δηλαδὴ τὸ σύμβολο τοῦ Σωτῆρα μας.Περιμένει λοιπόν, ἀδελφοί μου, φοβερὸς ἀγῶνας ὅλους τους φιλόχριστους ἀνθρώπους, ὥστε νὰ μὴ δειλιάσουν ὡς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, οὔτε νὰ δείξουν ἀδιαφορία, ὅταν θὰ χαράζει ὁ Δράκοντας τὴ σφραγίδα του ἀντὶ γιὰ τὸ σταυρὸ τοῦ Σωτῆρα. Διότι μεταχειρίζεται τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ μὴν ἀναφέρεται διόλου, αὐτὸ τὸν καιρό, τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρα. Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ὁ ἀνίσχυρος, ἐπειδὴ φοβᾶται καὶ τρέμει ἀπὸ τὴν ἁγία δύναμη τοῦ Σωτῆρα μας. Διότι, ἂν κάποιος δὲ δεχθεῖ τὴ σφραγῖδα ἐκείνου, δὲν αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ τὶς φανταστικὲς τερατουργίες του, οὔτε ἐπίσης ὁ Κύριος ἀπομακρύνεται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τοὺς φωτίζει καὶ τοὺς ἑλκύει  κοντά του.Πρέπει νὰ καταλάβουμε ἐμεῖς, ἀδελφοί, μὲ κάθε ἀκρίβεια, ὅτι οἱ φανταστικὲς τερατουργίες τοῦ Ἐχθροῦ εἶναι ἄσπλαχνες. Ὁ Κύριος μας ὅμως ἔρχεται σὲ ὅλους ἐμᾶς μὲ γαλήνη, γιὰ νὰ ἀποκρούσει γιὰ χάρη μας τὶς πανουργίες τοῦ θηρίου. «Ἂν κρατᾶμε μὲ εἰλικρίνεια τὴν ὀρθὴ πίστη τοῦ Χριστοῦ, θὰ διασκορπίσουμε εὔκολα τὴ δύναμη τοῦ τυράννου, θὰ ἀποκτήσουμε ἀμετακίνητο λογισμὸ καὶ σταθερότητα, καὶ θὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπό μας ὁ ἀνίσχυρος, ἐπειδὴ δὲ θὰ μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε.Ἐγὼ ὁ τιποτένιος, ἀδελφοὶ φιλόχριστοι, σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὴ γινόμαστε πλαδαροί, ἀλλὰ ἀπεναντίας νὰ γινόμαστε δυνατοὶ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ. Ὁ ἀναπόφευκτος ἀγῶνας εἶναι πολὺ κοντά μας· ἂς πάρουμε ὅλοι τὴν ἀσπίδα τῆς πίστεως. Νὰ εἶστε λοιπὸν πρόθυμοι, σὰν ἔμπιστοι δοῦλοι, καὶ νὰ μὴ δέχεστε ἄλλον. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ κλέφτης καὶ ἄθλιος καὶ σκληρὸς πρόκειται νὰ ἔρθει πρῶτος αὐτός, στὸν καιρό του, θέλοντας νὰ κλέψει καὶ νὰ σφάξει καὶ νὰ ὁδηγήσει στὴν ἀπώλεια τὴν ἐκλεκτὴ ποίμνη τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένα Χριστοῦ, γι᾿ αὐτὸ παίρνει τὴ μορφὴ τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένα.«Ἂς μάθουμε, ἀγαπητοί, μὲ τί λογῆς μορφὴ ἔρχεται στὴ γῆ ὁ ἀδιάντροπος «ὄφις. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ Σωτήρας, θέλοντας νὰ σώσει τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ μὲ μορφὴ ἀνθρώπου νίκησε τὸν ἐχθρὸ μὲ τὴν ἁγία δύναμη τῆς θεότητάς του, σοφίσθηκε αὐτὸς νὰ πάρει τὴ μορφὴ τῆς παρουσίας του καὶ νὰ μᾶς ἐξαπατήσει. Ὁ Κύριός μας ὅμως θὰ ἔρθει στὴ γῆ μέσα σὲ φωτεινὲς νεφέλες, σὰν φοβερὴ ἀστραπή. Ὁ ἐχθρὸς ἀπεναντίας δὲ θὰ ἔρθει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο- διότι εἶναι ἀποστάτης. Θὰ γεννηθεῖ ὅμως ἀκριβῶς τὸ ὄργανο ἐκείνου ἀπὸ μία ἀχρεία κόρη καὶ δὲ θὰ γίνει ἄνθρωπος αὐτός. Καὶ θὰ ἔρθει ὁ ἀχρειότατος μὲ τέτοια μορφή, σὰν κλέφτης, γιὰ νὰ ἐξαπατήσει ὅλο τὸν κόσμο: ταπεινός, ἥσυχος, μισώντας, λέει, τὴν ἀδικία, ἀποστρεφόμενος τὰ εἴδωλα, προτιμώντας τὴν εὐσέβεια, ἀγαθός, φιλόπτωχος, ὑπερβολικὰ ὄμορφος, ἀτάραχος, χαρούμενος πρὸς ὅλους, τιμώντας ὑπερβολικὰ τὸ γένος τῶν Ἰουδαίων, διότι αὐτοὶ περιμένουν τὸν ἐρχομό του. Ἀνάμεσα σὲ ὅλους αὐτοὺς θὰ πραγματοποιεῖ θαύματα, τερατουργίες καὶ φοβερὰ πράγματα, μὲ πολλὴ δύναμη. Καὶ θὰ μηχανεύεται μὲ δόλο νὰ γίνει ἀρεστὸς σὲ ὅλους, γιὰ νὰ ἀγαπηθεῖ γρήγορα ἀπὸ πολλούς. Καὶ δὲ θὰ παίρνει δῶρα, δὲ θὰ μιλᾷ μὲ ὀργή, δὲ θὰ παρουσιάζεται σκυθρωπός, ἀλλὰ μὲ τὸ πρόσχημα τῆς καλῆς του διαγωγῆς θὰ ἐξαπατᾷ τὸν κόσμο, ὡσότου νὰ βασιλεύσει.«Ὅταν λοιπὸν θὰ δοῦν πολλοὶ λαοὶ καὶ ἔθνη τέτοιες ἀρετὲς καὶ τέτοια θαύματα, ὅλοι τους θὰ συμφωνήσουν καὶ θὰ τὸν ἀνακηρύξουν βασιλιὰ μὲ μεγάλη χαρά, λέγοντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλο· «Μήπως λοιπὸν ὑπάρχει ἄλλος τόσο πολὺ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος ἄνθρωπος;». Θὰ ἀνυψωθεῖ μάλιστα ἀμέσως ἢ βασιλεία του, καὶ θὰ πατάξει μὲ θυμὸ τρεῖς μεγάλους βασιλεῖς.

 

 

Στὴ συνέχεια θὰ ὑπερηφανευθεῖ ἢ καρδιά του, καὶ θὰ ξεράσει ὁ Δράκοντας τὴν πικρότητά του. Θὰ ταράξει τὴν οἰκουμένη καὶ θὰ κινήσει τὸ πέρατα τοῦ κόσμου· θὰ προξενήσει θλίψη σὲ ὅλο τὸν κόσμο καὶ θὰ μολύνει τὶς ψυχές. «Ὄχι πιὰ σὰν εὐλαβής, ἀλλὰ σὲ ὅλα σκληρὸς πρὸς ὅλους, ἀπότομος, ὀργίλος, θυμώδης, φοβερός, ἐμπαθής, τρομερός, ἄσχημος, μισητός, σιχαμερός, ἄγριος, ὀλέθριος, ἀδιάντροπος καὶ πρόθυμος νὰ ρίξει μέσα στὸ λάκκο τῆς ἀσέβειας ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Πληθύνει τὰ θαύματα τοῦ ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, μὲ ψευτιὰ καὶ ὄχι μὲ ἀλήθεια. Ἐνῷ θὰ παραβρίσκονται καὶ ἄλλα πολλὰ πλήθη, καὶ θὰ τὸν ἐπευφημοῦν γιὰ τὶς φανταστικὲς τερατουργίες του, θὰ φωνάξει δυνατά, ὥστε νὰ σαλευθεῖ ὁ τόπος, ὅπου τὰ πλήθη στέκονται μπροστὰ τοὺ· «Γνωρίστε, ὅλοι οἱ λαοί, τὴ δύναμή μου καὶ τὴν ἐξουσία μου». Θὰ μετακινεῖ βουνὰ μπροστὰ στὰ μάτια αὐτῶν ποὺ τὰ βλέπουν καὶ θὰ ἀνυψώνει νησιὰ ἀπὸ τὴ θάλασσα· ὅλα ὅμως θὰ τὰ κάνει μὲ ἀπάτη καὶ μὲ φαντασία, καὶ ὄχι ἀληθινά, ἀλλὰ ἀπεναντίας θὰ πλανᾷ τὸν κόσμο καὶ θὰ ἐξαπατᾷ μὲ τὶς φανταστικὲς τερατουργίες τὰ σύμπαντα. Πολλοὶ θὰ πιστεύσουν καὶ θὰ τὸν δοξάσουν, σὰν ἰσχυρὸ θεό.

 
 
 
 
 

                                                                                                      Άγιος Εφραίμ ο Σύρος

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

ΜΗΝ ΠΑΡΑΔΙΔΕΤΕ ΤΟ ΠΟΙΜΝΙΟ ΣΤΟΥΣ ΣΚΥΛΟΥΣ

 

 

 

O Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης γεννήθηκε στην Αίγυπτο περί το 360 μ.Χ. από γονείς θεοφιλείς, και ήταν συγγενής των Πατριαρχών Αλεξανδρείας, Θεοφίλου και Κυρίλλου Α' .Σε νεαρή ηλικία έλαβε μεγάλη και θαυμαστή θεολογική και φιλοσοφική γνώση. Στην αρχή εργάσθηκε ως διδάσκαλος και κατηχητής της εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Επιζητώντας όμως την ησυχία για να δύναται να ασχοληθεί με το έργο της ζωής του, την μελέτη των Αγίων Γραφών, αποσύρθηκε σε κάποιο μοναστήρι στο όρος Πηλούσιο, γι' αυτό έλαβε και το όνομα Πηλουσιώτης. Αργότερα δέχεται την πρόταση να γίνει ιερέας και στη συνέχεια εκλέγεται πανηγυρικά ηγούμενος στο μοναστήρι του.Λόγω της τεράστιας θεολογικής του κατάρτισης, απέκτησε μεγάλο κύρος και φήμη, ώστε να θεωρείται μοναδικός στις ερμηνείες περίπλοκων γραφικών χωρίων. Κατά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο που συνήλθε στην Έφεσο το έτος 431 μ.Χ. επί αυτοκράτορος Θεοδοσίου Β΄ του Μικρού,ο Άγιος αναφαίνεται με μεγάλη υπόληψη και σπουδαίο κύρος στην Εκκλησία. Έλεγχε με παρρησία τους αμαρτάνοντες, φώτιζε τους πάντες με τον θείο του λόγο,νουθετούσε τους άρχοντες, υπεστήριζε τους κλονιζόμενους και ήταν η «μούσα της ημετέρας αυλής», όπως αποκαλούσε αυτόν ο ιερός Φώτιος.Συνέγραψε αρκετές πραγματείες, ως και πλήθος επιστολών, από τις οποίες σώζονται 2.012, με τις οποίες νουθετούσε, συμβούλευε και συγχρόνως εξηγούσε τις θείες και σωτήριες Γραφές. Εκοιμήθη ειρηνικά το 440 μ.Χ.

 

 

 

 

Ὁ Ὅσιος Ἰσίδωρος ἔδειχνε ἔντονο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ ὅσα συνέβαιναν στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Πόση χαρὰ γέμιζε κάθε φορὰ ποὺ μάθαινε ὅτι κάποιος εὐλαβὴς καὶ ἐνάρετος νέος προσερχόταν στὶς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου καὶ προσευχόταν νὰ ὑπηρετήσει τὸν Κύριο καὶ τὴν Ἐκκλησία μὲ αὐταπάρνηση καὶ ἀνιδιοτέλεια.Ἀντίθετα πόνο καὶ λύπη καταλάμβανε τὴν ψυχή του ὅταν πληροφοροῦνταν ὅτι ὑπῆρχαν κληρικοὶ ποὺ ζοῦσαν χωρὶς φόβο Θεοῦ ἢ χρησιμοποιοῦσαν τὴν ἱερωσύνη τους γιὰ πλουτισμὸ ἢ γιὰ νὰ περνοῦν ἄνετα καὶ γενικὰ νὰ καταδυναστεύουν τοὺς πιστοὺς ποὺ τοὺς ἐμπιστεύθηκε ἡ Ἐκκλησία.Ἐναντίον τῶν ἐπιλησμόνων Κληρικῶν, ὅλων των βαθμῶν, ἔγραψε ἐλεγκτικὲς ἐπιστολὲς καὶ προσπάθησε νὰ τοὺς φέρει σὲ συναίσθηση.Οἱ ἀνάξιοι ἀρχιερεῖς καὶ πρεσβύτεροι δέχθηκαν τὶς δίκαιες ἐπικρίσεις τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου. Ἔγραψε πολλὲς ἐπιστολὲς γιὰ ἀναξίους κληρικοὺς ὅπως στὸν Μάρωνα, τὸν Ζώσιμο, τὸν Μαρτινιανὸ ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλους κληρικοὺς ποὺ μόλυναν μὲ τὴν ζωή τους τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο.

 
 

 

Σὲ ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε στὸν διάκονο Παλλάδιο συγκρίνει τὴν ἱερωσύνη μὲ τὴν βασιλεία, γράφει ὅτι: «ἡ πρώτη ρυθμίζει τὰ θεῖα πράγματα, ἐνῶ ἡ ἄλλη τὰ ἐπίγεια» καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ὄχι μόνον τὴν ὑψηλή, ἀλλὰ καὶ «περισσότερη κοπιαστικὴ ἀπ᾿ αὐτήν». Σὲ ἄλλον διάκονο, τὸν Ἰσίδωρο, σημειώνει ὅτι «ἀπὸ τὴν ἱερωσύνη καὶ τὴν βασιλεία, συνονόματέ μου, τὰ πράγματα ἔχουν συνδεθεῖ. Διότι ἂν καὶ διαφέρουν μεταξύ τους πολύ, δηλαδὴ ἡ πρώτη ὡς ψυχὴ ὑπάρχει στὸν κόσμο καὶ ἡ ἄλλη ὡς σῶμα, ἀποβλέπουν ὅμως σὲ ἕνα τέλος, στὴ σωτηρία τῶν ὑπηκόων», ὄχι μόνο ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς ποὺ παρουσιάσαμε, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς ἄλλες ποὺ δὲν ἀναφέρουμε συμπεραίνουμε ὅτι ὁ ὅσιος τιμᾶ ἰδιαίτερα τὴν ἱερωσύνη, τὴν ὁποία ἔχει πολὺ ψηλὰ στὴ συνείδησή του. Ἡ ἱερωσύνη εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ὁ ἱερέας εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους τοὺς θνητούς. Γιὰ νὰ λάβει ἕνας πιστὸς τὴν ἱερωσύνη πρέπει νὰ ἔχει ὁρισμένα προσόντα. Τὰ προσόντα αὐτὰ τὰ ὑπογραμμίζει ὁ Ἰσίδωρος στὶς ἐπιστολές του.Σὲ ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε στὸν Ἐπίσκοπο Λαμπέτιο, γράφει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσέλθει κάποιος στὴν ἱερωσύνη χωρὶς «νὰ ἀσκηθεῖ στὴν ὑπακοὴ καὶ νὰ ἔχει γυμναστεῖ καὶ εὐδοκιμήσει στὶς βασικὲς ἀρετές», ὁπότε καὶ «ἔρχεται στὴν τέλεση τὶς λειτουργίας, ἔχοντας ὡς τὸ πιὸ μεγάλο ἀγαθά, τὴν ἐμπειρία. Διότι ἐκεῖνος ποὺ ἐπιχειρεῖ ἀπὸ πρὶν νὰ κανονίζει τοὺς ἄλλους, ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἀλήθεια· αὐτὸς ὅμως ποὺ πρῶτα ρύθμιζε τὸν ἑαυτό του καὶ ἀπόκτησε τὴν πείρα τῶν πραγμάτων, θὰ εἶναι κατάλληλος νὰ ρυθμίζει τοὺς ἄλλους. Διότι ἐκεῖνος βέβαια πού, πρὶν ἀκόμα ἀσχοληθεῖ μὲ τὰ ὅπλα, νομίζει κιόλας ὅτι ἔγινε στρατηγός, αὐτὸς ὁ ἴδιος ὅμως ἀφοῦ πρωτύτερα γίνει καλὸς στρατιώτης θὰ εἶναι καὶ παρὰ πολὺ καλὸς στρατηγός». Ἂν σὲ κάθε πράγμα ἡ ἀπειρία μπορεῖ νὰ ἔχει ὄχι τὰ ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα, στὴν ἱερωσύνη ἔχει καταστροφικά. Γράφει πάνω στὸ θέμα αὐτὸ «Πολλοὶ ἀπερίσκεπτα, ἀφοῦ νόμισαν ὅτι μπορεῖ κάθε ἄνδρας νὰ ἐξουσιάζει τὶς ψυχὲς ἢ τὰ σώματα, ἀνέλαβαν ἐξουσία κι ἀφοῦ γέμισαν ἀπὸ μύρια κακὰ καὶ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τοὺς ὑπηκόους, ὕστερα κατήντησαν στὸ βάραθρο τῆς καταστροφῆς ἄδοξα».Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐμπειρία καὶ τὴν συναίσθηση τῶν δυνατοτήτων καὶ ἱκανοτήτων του ὁ ὑποψήφιος γιὰ τὴν ἱερωσύνη, πρέπει νὰ ἔχει τὶς παρακάτω ἀρετές: ἐγκράτεια, μὲ τὴν στενὴ καὶ πλατιά της ἔννοια, νὰ εἶναι στολισμένος μὲ ἀρετὲς καὶ ἀνδρεῖος μέχρι αὐτοθυσίας καὶ νὰ ἔχει συνεχῶς στὸ μυαλό του, ὅτι «ὅσοι φοροῦν τὸ πολυτιμότατο στεφάνι τῆς ἱερωσύνης, εἶναι σωστὸ νὰ κομπάζουν γιὰ ἀρετὲς περισσότερο παρὰ γιὰ χρήματα καὶ νὰ θεωροῦν ταιριαστὴ εὐχαρίστηση τὴν σωφροσύνη καὶ νὰ μὴν ὑποχωροῦν οὔτε στὴν γαστριμαργία, οὔτε στὰ σχετικὰ μὲ αὐτὴν πάθη». Ἐπιπλέον, ὁ ὑποψήφιος πρέπει νὰ εἶναι καρτερικὸς καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ πεθάνει, προκειμένου νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν εὐσέβεια. Ἐπίσης, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζει ὁ ὑποψήφιος κληρικὸς ὅτι θὰ γίνει λυχνάρι ἀναμμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ γιὰ νὰ «ἑξαστράπτη φωτισμὸν τῇ ἐκκλησίᾳ» μὲ τὴν ζωή του μὲ τὴν δράση του. Ἑπομένως γράφει: «δὲν εἶναι δίκαιο νὰ γίνει ἱερέας ὁ βέβηλος», διότι «ἱερὸν εἶναι χρῇ τὸν ἱερωμένον». Ὁ κληρικός, συνεχίζει, πρέπει νὰ ἔχει τὴν δύναμη ὥστε «νὰ διατηρήσει τὸν ἑαυτόν του μακριὰ ἀπὸ κάθε τυραννικὸ καὶ αἰσχρὸ πάθος ὅπως τὰ ἀνάκτορα», διότι «ἐκεῖνος ποὺ ὑπηρετεῖ τὸν Θεὸ καὶ εἶναι κοντά του, τίποτε ξένο καὶ ὑλικὸ δὲν μπορεῖ νὰ φέρει ἐπάνω του».Στὸν ἐπίσκοπο Στρατήγιο, ποὺ εἶχε ἐνθρονιστεῖ πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ἔγραφε «γνώριζε, τιμιώτατε, ὅτι σὲ ὅλη σου τὴν ζωή, κυρίως ὅμως τώρα ποὺ ξεπερνᾶς τὰ ὅρια αὐτῆς ποὺ θεωρεῖται ἐξουσία, ἡ ὁποία εἶναι καὶ λειτουργία, θὰ ἤσουν δίκαιος ἂν νικοῦσες τὶς ἐπιθυμίες σου, γιὰ νὰ μὴ νικηθεῖς ἀπὸ καμία ἀδυναμία ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἔχουν οἱ ὑπήκοοί σου. Διότι εἶναι παρὰ πολὺ δυσάρεστο, ἂν συλληφθεῖς νὰ μὴ μπορεῖς νὰ ἐξουσιάζεις τὸν ἑαυτό σου, ἐνῶ θέλεις νὰ διατάζεις αὐτοὺς ποὺ εἶναι στὴν ἐξουσία σου». Τὸν Ἀρχιδιάκονο Πανσόφιο συμβούλευε ὡς ἑξῆς: «Ἂν διακονεῖς τὸ θυσιαστήριο τοῦ Χριστοῦ νὰ τελεῖς μὲ εὐλάβεια τὴν λειτουργία σου, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο Του καὶ νὰ φαίνεσαι πρᾷος καὶ ταπεινὸς στὴν καρδιά. Διότι δὲν διοικεῖς κάποια πολιτικὴ ἡγεμονία, ποὺ φλογίζεται ἀπὸ περηφάνια καὶ ἐμπάθεια, ἀλλὰ διακονία εἰρηνικὴ καὶ ἀτάραχη. Σὲ ἄλλη ἐπιστολὴ σημειώνει στὸν ἀποδέκτη της ὅτι: «ἂν καὶ ἡ ἱερωσύνη εἶναι πιὸ ὑψηλὴ καὶ πιὸ ἄξια ἀπὸ κάθε βασιλεία, δὲν πρέπει αὐτοὶ ποὺ τὴν ἔχουν νὰ ὑπερηφανεύονται γι᾿ αὐτὴν μπροστὰ στοὺς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ θεωροῦν πιὸ σωστὸ καὶ πιὸ ταιριαστὸ στολίδι της τὴν πραότητα ποὺ συνοδεύεται μὲ σύνεση».Μεγάλη χαρὰ αἰσθανόταν ὁ ἅγιος ὅταν μάθαινε ὅτι πιστοὶ καὶ ἐνάρετοι συνάνθρωποί του στελεχώνουν τὶς τάξεις τοῦ κλήρου. Ἀντίθετα πόνο θλίψη καὶ ἀγανάκτηση ὅταν τὸν κυρίευε, ὅταν ἔφταναν στὸ κελλί του εἰδήσεις ὅτι ἀνάξια καὶ φαῦλα πρόσωπα χειροτονοῦνται ἱερεῖς. Ὅπως μέσα στοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Κυρίου μας ἦταν καὶ αὐτὸς ποὺ τὸν πρόδωσε, ὁ Ἰούδας, ἔτσι δυστυχῶς καὶ στὶς τάξεις τοῦ κλήρου εἰσέρχονται πολλὲς φορὲς ἄτομα ἀκατάλληλα καὶ ἀνάξια, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν ζωή τους σκανδαλίζουν καὶ ψυχραίνουν τοὺς πιστούς. Ἐπιδρομεῖς κληρικοὺς τοὺς ὀνομάζει ὁ ἱερὸς πατήρ. Σὲ μιὰ ἐπιστολὴ γράφει: «αὐτοὺς ὅμως ποὺ τόλμησαν νὰ ὁρμήσουν σὲ αὐτήν... πρέπει νὰ τοὺς κατηγορεῖ κανείς... διότι παραμελώντας τὴν ὁδὸ ποὺ φέρνει στὴ λειτουργία καὶ ἀτιμάζοντας τὴν ἁγιοτάτη καὶ καθαροτάτη ὑπομονή, ποὺ ἀποκτήθηκε σὲ πολὺ χρόνο μὲ ἐναρέτους κόπους καὶ παραβλέποντας καὶ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὶς ἄλλες ἁγίες πράξεις τῆς ἐνάρετης ζωῆς, νόμισαν ὅτι τοὺς ἐπαρκεῖ ἡ χειροτονία. Καμαρώνοντας μόνο γι᾿ αὐτήν, προβάλλουν αὐτοὺς ποὺ ζοῦν σωστά».Ποιὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, ὅταν γίνονται κληρικοὶ ἀνάξιοι; «Ὅταν κάποιος νόθος καὶ ἀνάξιος εἰσέλθει μὲ τὴν βία στὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, τότε κυρίως καὶ ὁ στολισμὸς τοῦ ἀξιώματος μεταβάλλεται σὲ ἀπρέπεια. Διότι εἶναι ἀφύσικο νὰ γίνονται οἱ ὑπήκοοι ὅμοιοι μὲ τὸν ἄρχοντα».Μεγάλη ἡ εὐθύνη τοῦ Ἐπισκόπου ποὺ χειροτονεῖ ἀνάξιους. Γράφει γιὰ κάποιον ἐπίσκοπο: «Ἂν ἀγνοώντας ὁ Εὐσέβιος τοὺς χειροτόνησε, θὰ ἔχει μέτρια ἀπολογία «ἐν ἀγνοίᾳ»· ἂν ὅμως, ὅπως λές, γνωρίζοντάς το παρὰ πολὺ καλά, παρέδωσε τὸ ποίμνιο (γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ αἷμα του) σὲ λύκους γιὰ νὰ τὸ ἁρπάξουν, σὲ σκυλιὰ γιὰ νὰ ἀσελγήσουν καὶ σὲ ἀλεποῦδες γιὰ νὰ τὸ ἀφανίσουν μὲ δόλο, αὐτὸς δὲν θὰ ἔχει τί νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὶς τόσες ἁμαρτίες.Κι αὐτὰ τὰ λέγω, ὄχι διότι θὰ εἶναι ἀνεύθυνοι ἐκεῖνοι καὶ δὲν θὰ κριθοῦν, ἀλλὰ διότι αὐτὸς ποὺ παρέχει τὰ σπέρματα τῶν ἁμαρτημάτων θὰ τιμωρηθεῖ πολὺ περισσότερο. Διότι αὐτὸς ποὺ δημιουργεῖ τὴν αἰτία γίνεται αἴτιος γιὰ ὅλα ὅσα συμβαίνουν».Ἡ ἱερωσύνη κατὰ τὸν Ὅσιο δὲν εἶναι οὔτε ἀντικείμενο ἀγοροπωλησίας, οὔτε ταιριάζει στὸν καθένα, οὔτε ταιριάζει στὸν καθένα, οὔτε εἶναι παιχνίδι ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀδεξιότητα τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου. Φέρεται μὲ δριμύτητα πάντοτε καὶ ἐναντίον ἐκείνου ποὺ καπηλεύονται τὴν ἱερωσύνη.Σὲ μία του ἐπιστολὴ ἀναφέρει: «τὸν παλιὸ καιρό, στὴν ἐποχὴ τῶν ἑβραίων, καθὼς ἡ ἱερωσύνη συνδεόταν μὲ τὸ γένος, κατηγοροῦσαν πολλοί, διότι δινόταν ἐξαιτίας τοῦ γένους καὶ ὄχι τῆς ἀρετῆς· ἐπειδὴ ὅμως μεταρρυθμίστηκε πρὸς τὸ καλύτερο καὶ μεταβιβάστηκε στὴν ἀρετή, πολὺ περισσότερο κακοποιεῖται, παρὰ ὅταν καὶ κατώτερη ἦταν καὶ στὸ γένος μοιραζόταν μὲ κλῆρο. Διότι, τότε ἂν καὶ ἦταν μερικοὶ ἀνάξιοι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ προσερχόταν στὴν ἱερωσύνη, ἦταν ὅμως καὶ ἄριστοι καὶ ἡ ἐξαγορά της μὲ χρήματα ἀπαγορευόταν ἐντελῶς. Τώρα ποὺ καὶ πρὸς τὸ καλύτερο προόδεψε καὶ στὴν ἀρετὴ προσφέρθηκε, πολὺ περισσότερο καταπατήθηκε... εἶναι λοιπὸν γνωστὸ σὲ στεριὰ καὶ σὲ θάλασσα, ὅτι κανένας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ καλοπερνοῦν δὲν θὰ χειροτονηθεῖ ἱερέας».

 

 

Ποιὸ ὅμως θὰ εἶναι τὸ τίμημα ποὺ θὰ πάρουν ὅλοι ὅσοι πῆραν τὴν ἱερωσύνη χωρὶς νὰ τὴν ἀξίζουν: «Ἂν τὴν ἱερωσύνη μὲ χαμερπῆ κολακεία καὶ μὲ χρήματα τὴν ἀσπάστηκες ἄπληστα, ξεφεύγοντας τὴν προσοχὴ τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδὴ δῆθεν δὲν διέκριναν τὴν ἀλήθεια, μὴ νομίσεις ὅμως ὅτι ἔτσι θὰ ξεφύγεις καὶ τὴν μέλλουσα ἀνταπόδοση». Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος καὶ ἀλλοῦ καταδικάζει ὅσους πῆραν ἀνάξια τὴν ἱερωσύνη.Μεγάλο βάρος ρίχνει στοὺς Ἐπίσκοπους ποὺ χειροτονοῦν κάποιον χωρὶς νὰ ἐξετάσουν καὶ νὰ ἐρευνήσουν τὴν ζωή του. Τὴν μεγαλύτερη εὐθύνη γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ ἀναξίων καὶ σκανδαλοποιῶν ἀτόμων στὴν ἱερωσύνη, κατὰ τὸν ὅσιο ἔχουν οἱ Ἐπίσκοποι. Αὐτοὶ πρὶν τρέξουν νὰ βάλουν τὸ χέρι τους στὸ κεφάλι αὐτοῦ ποὺ θὰ χειροτονήσουν, πρέπει νὰ ἐξετάσουν καλὰ καὶ νὰ ρωτήσουν πολλοὺς καὶ νὰ διασταυρώσουν τὶς πληροφορίες τους γιὰ τὶς ἀρετὲς ἢ τὶς κακίες ποὺ ἔχει ὁ ὑποψήφιος κληρικὸς καὶ μετὰ νὰ τὸν χειροτονήσουν. Αὐτὲς εἶναι μερικὲς ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς στὶς ὁποῖες φαίνονται οἱ ἀπόψεις τοῦ Ὁσίου Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου γιὰ τὸν Ἱερὸ Κλῆρο.

 
 
 
      Πηγή.Nektarios                        

 

                                                                                     Όσιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης

 

ΝΗΦΩΝ! ΩΡΑΙΑ ΗΤΑΝ Η ΠΡΟΦΗΤΙΚΗ ΣΟΥ ΟΠΤΑΣΙΑ!

 

 

 

Αναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν.Ως ἐκλείπει καπνός, ἐκλιπέτωσαν· ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός, οὕτως ἀπολοῦνται  οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ.καὶ οἱ δίκαιοι εὐφρανθήτωσαν, ἀγαλλιάσθωσαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τερφθήτωσαν ἐν εὐφροσύνῃ. ᾄσατε τῷ Θεῷ, ψάλατε τῷ ὀνόματι αὐτοῦ· ὁδοποιήσατε τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ δυσμῶν, Κύριος ὄνομα αὐτῷ, καὶ ἀγαλλιᾶσθε ἐνώπιον αὐτοῦ. ταραχθήσονται ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, τοῦ πατρὸς τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτοῦ τῶν χηρῶν· ὁ Θεὸς ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ.ὁ Θεὸς κατοικίζει μονοτρόπους ἐν οἴκῳ ἐξάγων πεπεδημένους ἐν ἀνδρείᾳ, ὁμοίως τοὺς παραπικραίνοντας, τοὺς κατοικοῦντας ἐν τάφοις. 

 

 

 

 

 

Έπειτα κι απ’ αυτούς βλέπει ο δίκαιος Νήφων ένα τάγμα αγίων που ήταν τα παιδιά των χριστιανών. Όλοι τους έμοιαζαν να  είναι περίπου τριάντα ετών. Τους κοίταξε με βλέμμα ιλαρό ο Νυμφίος και είπε:Ο μεν χιτώνας του βαπτίσματός σας άσπιλος, έργα όμως πουθενά! Τι να σας κάνω λοιπόν εσάς;Τότε με θάρρος του απάντησαν κι αυτοί:Κύριε, μας στέρησες τα επίγεια αγαθά σου, τουλάχιστον μη μας στερήσης τα επουράνια.Χαμογέλασε ο Νυμφίος και τους τα χάρισε.Τότε σηκώθηκε απ’ το θρόνο του ο Νυμφίος και έχοντας στα δεξιά τη Μητέρα του και στ’ αριστερά τον μέγιστο και πολυθαύμαστο προφήτη και Πρόδρομό του, βγήκε απ’ τον νυμφώνα και πήγε στον θεϊκό θάλαμο, όπου βρίσκονται τα αγαθά «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη», ετοιμασμένα για όσους αγάπησαν τον Θεο. Ακολουθούσαν και όλοι οι άγιοι. Μόλις είδαν τα αγαθά, πλημμύρισαν από άφατη αγαλλίαση και άρχισαν να κυκλοφορούν πανηγυρίζοντας μέσα στον έκπλαγο θάλαμο.Αλλ’ αυτά δεν μπόρεσε ο δούλος του Θεού Νήφων να μου τα περιγράψη. Αν και πολλές φορές τον πίεσα, δεν μου είπε το παραμικρό.

 

 

Δεν μπορώ, παιδί μου, έλεγε αναστενάζοντας, να απεικονίσω με την γλώσσά μου η να παρομοιάσω με οποιοδήποτε επίγειο πράγμα τα εκεί. Ήταν πέρα από κάθε σκέψη και φαντασία, πέρα από όλα τα βλεπόμενα και μη βλεπόμενα.Όταν λοιπόν μοίρασε ο Κύριος στούς αγίους του όλα τα άφραστα και ανήκουστα αγαθά, πρόσταξε τα Χερουβείμ να κυκλώσουν τον αιώνιο θάλαμο, όπως κυκλώνει το τείχος μια πόλη. Πρόσταξε έπειτα τα Σεραφείμ να κυκλώσουν τα Χερουβείμ, οι Θρόνοι τα Σεραφείμ, οι Κυριότητες τους Θρόνους, οι Αρχές τις Κυριότητες, οι Εξουσίες τις Αρχές και τέλος οι Δυνάμεις των ουρανών τις Εξουσίες. Όπως το τείχος κυκλώνει μια πόλη έτσι τα τάγματα κύκλωναν το ένα το άλλο.Δεξιά απ’ τον θάλαμο των αιώνων στάθηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια ο Μιχαήλ με το τάγμα του. Αριστερά ο Γαβριήλ με το δικό του. Ο Ουριήλ εγκαταστάθηκε στα δυτικά και ο Ραφαήλ στα ανατολικά.Όλα αυτά έγιναν με το πρόσταγμα του Κυρίου Ιησού Χριστού, του μεγάλου Θεού και Σωτήρος όλων των αγίων. Ήταν οι τέσσερις αυτές παρατάξεις πολύ μεγάλες. Και μαζί με τα τάγματα των αχράντων δυνάμεων έζωναν τον θάλαμο του Θεού με πολλή λαμπρότητα.Όταν όλα αυτά είχαν πια εκτελεσθή, τότε και αυτός ο θεάνθρωπος Ιησούς υποτάχθηκε «τω υποτάξαντι αυτώ τα πάντα» και του παρέδωσε όλη την εξουσία και την κυριαρχία και το κράτος που είχε λάβει απ’ Αυτόν. Ενώ Εκείνος μπήκε στον θείο και απρόσιτο θάλαμο κληρονόμος του Πατρός, Βασιλεύς και Αρχιερεύς μαζί με όλους τους συγκληρονόμους του αγίους.Στο τέλος όλων των μυστηρίων που είδε ο άγιος Νήφων, είδε και την πιο φοβερή αποκάλυψη: Ο ίδιος ο Πατέρας του μονογενούς Υιού, ο Γεννήτωρ, το φως το απρόσιτο και ακατάληπτο, ανέτειλε ξαφνικά λάμποντας πάνω από ’κείνο τον απέραντο θάλαμο, πάνω από τις άχραντες δυνάμεις, πάνω απ’ όλους τους κύκλους και τις παρατάξεις τους. Φωτιζε τον καθαρώτατο θάλαμο όπως φωτίζει ο ήλιος τον κόσμο. Έτσι έλαμπε ο Πατέρας των οικτιρμών. Και όπως το σφουγγάρι ρουφάει και συγκρατεί το κρασί, έτσι και οι άγιοι πλημμυρίζονταν από την άρρητη θεότητα του Πατρός και βασίλευαν αδιάκοπα μαζί του στούς αιώνες.Από τότε πια δεν υπήρχε γι’ αυτούς ούτε νύχτα ούτε μέρα. Μονο υπήρχε Θεός και Πατέρας, Υιός και Πνεύμα, φως και τρυφή, ζώη και φέγγος, τέρψη και ηδονή.Έπειτα έγινε βαθειά σιγή. Στα μάτια του δικαίου δόθηκε καθαρό και άκρατο φως να βλέπη: Στο πρώτο θάλαμο που κύκλωνε το θάλαμο, μεταδόθηκε άσμα σαν συνεχής και ατελείωτη κληρονομιά. Ασύγκριτη και υπέρκαλλη ήταν η ηδονή του. Αμέσως το θείο και φοβερό τάγμα άρχισε μίαν ανέκφραστη δοξολογία. Οι καρδιές των αγίων σκιρτούσαν απ’ τη χαρά και την απόλαυση.Απ’ το πρώτο τάγμα μεταδόθηκε ο υπέροχος δοξολογητικός ύμνος στο δεύτερο τάγμα των Σεραφείμ. Άρχισε τότε κι εκείνο να ψάλλη ύμνο περίτεχνο και ακατάληπτο. Σαν εφτάγλυκο μέλι ηχούσε η δοξολογία του στ’ αυτιά των αγίων και ευφραίνονταν απέραντα με όλες τους τις αισθήσεις: Τα μάτια τους έβλεπαν το απρόσιτο φως. Η όσφρησή τους οσφραίνοταν την ευωδία της θεότητος. Τ’ αυτιά τους άκουγαν τον θείον ύμνο των αχράντων δυνάμεων. Το στόμα τους γευόταν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου Ιησού Χριστού καινούργιο στη βασιλεία των ουρανών. Τα χέρια τους ψηλαφούσαν τα αιώνια αγαθά και τα πόδια τους χόρευαν στον θάλαμο. Έτσι λοιπόν με όλες τους τις αισθήσεις χόρταιναν την άφατη αγαλλίαση.Σε λίγο μεταδόθηκε ο θείος εκείνος ύμνος απ’ το δεύτερο τάγμα στο τρίτο και απ’ το τρίτο στο τέταρτο, ως το τελευταίο προκαλώντας με το γλυκύτερο απ’ το μέλι μέλος του τέρψη και ηδονή στις καρδιές των αγίων. Και ήταν υπέροχο ότι δεν ψάλλοταν ένας ύμνος συνεχώς από τα τάγματα, αλλά υπήρχε απερίγραπτη ποικιλία και πρωτοτυπία στην ωδή που έψαλλαν.Όταν οι εφτά κύκλοι των ταγμάτων ωλοκλήρωσαν την καθαρή τους δοξολογία, τότε άρχισαν και τα τάγματα των αρχαγγέλων τον τρισάγιο ύμνο: Έψαλλε ο Μιχαήλ και αντιφωνούσε ο Γαβριήλ. Και πάλι υμνούσε ο Ραφαήλ και συμπλήρωνε ο Ουριήλ. Άκουγε κανείς πρωτάκουστες αρμονίες. Οι τέσσερις πύρινοι στύλοι, οι αρχάγγελοι, ξεχώριζαν και ήταν ο ύμνος τους φλογερός και βροντερός.Παρακινημένοι απ’ την άπειρη εκείνη τρυφή άρχισαν τότε και οι άγιοι Πάντες μεσ’ απ’ τον ουράνιο θάλαμο να ψάλλουν τα μεγαλεία του Θεού.Έτσι μέσα αντηχούσε ύμνος, ύμνος κι έξω, ύμνος και παντού. Άσματα πανίερα, που φλόγιζαν τις καρδιές με μακαρία ηδονή στούς ατελευτήτους αιώνες.Όταν τα είχε δει πια όλα αυτά ο τρισμακάριος Νήφων και βρισκόταν σε μεγάλη έκσταση και θεωρία, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέη:-Νήφων, Νήφων, ωραία ήταν η προφητική σου οπτασία. Αλλά όλα αυτά που είδες και άκουσες γράψε τα με κάθε λεπτομέρεια, γιατί έτσι και θα γίνουν. Τα φανέρωσα σε σένα γιατί είσαι πιστός φίλος, αγαπητό μου παιδί και κληρονόμος της βασιλείας μου. Βεβαιώσου λοιπόν τώρα που σε αξίωσα να γίνης αυτόπτης των φρικτών μυστηρίων για τη μεγάλη μου φιλανθρωπία προς όλους εκείνους που προσκυνούν με ταπείνωση τη βασιλεία και την εξουσία μου. Γιατί Εγώ ευφραίνομαι να «επιβλέπω επί τον πράον και ησύχιον και τρέμοντά μου τους λόγους».Αφού του είπε αυτά ο Κύριος τον απέλυσε από την φοβερή και πολυθαύμαστη οπτασία, που επί δύο εβδομάδες τον είχε απορροφήσει.Όταν πια ήρθε στον εαυτό του, καθόταν τρομοκρατημένος και θρηνούσε και ωδυρόταν. Τα δάκρυα του έτρεχαν ποτάμι κι έλεγε:Αλλοίμονο σε μένα τον άσωτο! Τι περιμένει την αθλία ψυχή μου! Αλλοίμονο μου του ελεεινού! Σε ποία καταστάση άραγε θα βρεθώ εκεί εγώ ο αμαρτωλός! Τι θ’ απολογηθώ προς τον Κριτή; Τι λόγο θα δώσω για τις αμαρτίες μου; Αχ, ο βέβηλος και άθλιος!… Στεναγμό δεν έχω ούτε δάκρυα. Αλλά και μετανοία δεν μου βρίσκεται. Ελεημοσύνη καθόλου! Προσευχή τίποτε! Αγάπη μηδέν! Η ακακία κι η πραότητα στέκουν πολύ μακριά μου! Αλλοίμονο! Τι να κάνω ο ελεεινός και ρυπωμένος; Από που να αρπαχθώ για να σωθή η ψυχή μου; Τον χιτώνά μου τον μόλυνα, το βάπτισμα το λέρωσα, την ψυχή μου την  βύθισα στον βούρκο. Τον νου μου τον σκότισα, την ζωή μου την βάρυνα «εν κραιπάλη και μέθη». Αχ! ο αμαρτωλός δεν ξέρω τι να κάνω! Τα μάτια μου βλέπουν τα αίσχη. Το πρόσωπό μου είναι καταντροπιασμένο. Τα αυτιά μου ηδύνονται σε δαιμονικά τραγούδια. Η όσφρησή μου ζητάει ευωδίες. Το στόμα μου ρέπει στην πολυφαγία. Αλλοίμονό μου του ταλαιπώρου! Τα χέρια μου τέρπονται στην αμαρτία. Το σώμα μου ποθεί να  κυλισθή στον βόρβορο της ανηθικότητας και κυνηγάει τα μαλακά κρεββάτια και την καλοφαγία…Ωχ, ο παράνομος και σκοτεισμένος και ρυπαρός! Που να πάω δεν ξέρω. Ποίος θα με βγάλη από κείνη την πικρή φωτιά; Ποίος θα με γλυτωση απ’ το σκότος το εξώτερο του φρικτού ταρτάρου; Ποίος θα μ’ απαλλάξη απ’ τον βρυγμό των οδόντων; Αλλοίμονο, αλλοίμονο μου του σιχαμερού, του παρανόμου! Καλύτερα να μην είχα γεννηθή!… Αχ, τι δόξα πρόκειται να στερηθώ ο μαύρος! Τι τιμή, τι στεφανια, πόση χαρά, πόση φαιδρότητα θα χάσω, επειδή υποδουλώθηκα στην αμαρτία! Ταλαίπωρη ψυχή! Που είναι λοιπόν η κατάνυξη σου; Αλλοίμονό σου βέβηλη και θλιβερή! Που θα είναι η θεση σου την ήμερα εκείνη; Έπραξες κανένα καλό που ν’ αρέση στον Θεό; Θα μπης στο καμίνι. Πως όμως θ’ αντέξης το ουαί και τον οδυρμό; Ω, ρυπαρή ψυχή, που ποθούσες πάντα να κυλίεσαι στη σαπίλα, που αδιάκοπα υπηρετούσες το στομάχι!Άνομη και διεφθαρμένη, τι ντροπή θα δοκιμάσης στο βλέμμα του Ιησού! Με ποία μάτια θ’ ατενίσης το γλυκύτατο Του πρόσωπο; Πες μου, πες μου! Τα είδες εκείνα τα θαυμάσια θεάματα, που ο Κύριος θα πραγματοποιήση κάποτε. Πέςμου λοιπόν ψυχή, έχεις έργα αντάξια για  κείνη τη δόξα; Πως θα μπης εκεί, αφού μίανες το θείο βάπτισμα;

 

 

Αλλοίμονό σου τότε, μολυσμένη ψυχή μου! Σου μέλλει να κληρονομήσης το αιώνιο πύρ’ και που θα είναι τότε η αμαρτία και ο πατέρας της για να σε σώσουν;Αλλά Κύριέ μου, Κύριε,Σώσε  με από τη φωτιά,Από τον βρυγμό των οδόντων,Από τον Τάρταρο…Μ’ αυτά τα λόγια έλεγχε τον εαυτό του ο μακάριος προσευχόμενος. Τις κατοπινές μέρες τον έβλεπες να περπατάη σέρνοντας τα βήματά του με πικρούς στεναγμούς, θρήνους και δάκρυα. Αναλογιζόταν τα θαυμάσια που είδε, κι έκανε ο,τι μπορούσε για να τα κατακτήση. Συχνά -όταν στοχαζόταν πιο βαθιά και πιο καθαρά το όραμα του- γινόταν εκτός εαυτού. Φλεγόταν απ’ την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και αναφωνούσε:-Ω, τι χαρά, τι δόξα, τι λαμπρότητα περιμένει τους αγίους στους ουρανούς! Πόσο φοβάμαι μήπως τα στερηθώ!Αναστέναζε βαθιά και πρόσθετε:Κύριε, βοήθησε και σώσε την σκοτισμένη ψυχή μου!

 
 
 
 
 
 
 
 

                                                          Άγιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως


 

ΤΟ ΑΠΟΡΘΗΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ ΜΑΣ Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

 
     

 

       Όσιος Θεοφάνης γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1815 μ.Χ. στο χωριό Τσερνάφσκα της επαρχίας Ορλώφ της Ρωσίας.Ο πατέρας του ήταν ιερέας.Φοίτησε στο εκκλησιαστικό σεμινάριο του Ορλώφ και στη συνέχεια σπούδασε στη θεολογική ακαδημία του Κιέβου. Αυτό όμως που χαράχθηκε περισσότερο στην ψυχή του ήταν οι προσκυνηματικές επισκέψεις στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου.Το έτος 1841 μ.Χ. κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνομα Θεοφάνης. Λίγο αργότερα χειροτονείται Διάκονος και Πρεσβύτερος και διορίζεται καθηγητής στη εκκλησιαστική σχολή του Κιέβου και του Νόβγκοροντ, για να γίνει κοσμήτορας της θεολογικής ακαδημίας της Αγίας Πετρουπόλεως.Το 1857 μ.Χ. διορίζεται εκ νέου καθηγητής και κοσμήτορας της θεολογικής ακαδημίας. Παραιτείται όμως και περιορίζεται στη θέση του επιθεωρητού των θρησκευτικών σχολείων της Αγίας Πετρουπόλεως.Όμως η Εκκλησία τον εξέλεξε Επίσκοπο της επαρχίας Ταμπώφ και αργότερα της επαρχίας Βλαντιμίρ.Το 1866 μ.Χ. παραιτείται από τη θέση του Επισκόπου, αφήνει την επαρχία του και κλείνεται για είκοσι οκτώ ολόκληρα χρόνια σε ένα πτωχό κελί στην έρημο του Βισένσκ και ζει την ζωή του εγκλείστου. Αποκόπηκε από τον κόσμο με πλήρη αφοσίωση στον Θεό και τη θεωρία του Προσώπου Αυτού. Προσευχόταν όλη μέρα χωρίς διακοπή. Το φαγητό του ήταν πολύ απλό. Και όταν ήθελε να ξεκουραστεί, πάλι εργαζόταν χειρονακτικά. Πολύ χρόνο της έγκλειστης ζωής του ο Όσιος τον αφιέρωσε στην αλληλογραφία. Έτσι στο διάστημα των είκοσι οκτώ ετών του εγκλεισμού του έγραψε χιλιάδες επιστολές, οι οποίες αποτελούν ένα ανεκτίμητο πνευματικό θησαυρό ορθοδόξου πίστεως και θεογνωσίας.Ο Άγιος Θεοφάνης κοιμήθηκε, οσίως, με ειρήνη, στις 6 Ιανουαρίου του 1894 μ.Χ., σε ηλικία 79 ετών.

 

 

Προσέχετε τον εαυτό σας. Η πρόοδος στην πνευματική ζωή διακρίνεται με την ολοένα και περισσότερη συναίσθησι της μηδαμινότητός μας. Ενώ όσο αυξάνει η εκτίμησις του εαυτού μας σε κάτι, τόσο βαδίζουμε στην καταστροφή. Ο εχθρός θα το εκμεταλλευθή αυτό. Θα πλησιάση και θα επιχειρήση να πετάξη κανένα πετραδάκι στον δρόμο μας για να σκοντάψουμε. Μια ψυχή που δίνει στον εαυτό της αξία, μοιάζει με τον κόρακα του Αισώπου που ακούγοντας τις κολακείες της αλεπούς για την «ωραία» του φωνή, άνοιξε το στόμα και του έπεσε το τυρί…».«Πόσο χρήσιμο θα ‘ταν να βρισκόταν κάποιος να σας κατηγορή. Να χαίρεσθε , αν ποτέ συμβή αυτό. Είναι πολύ επικίνδυνο να σας επαινούν όλοι και κανείς να μην σας λέει την αλήθεια. Είναι νομίζετε δύσκολο να πλανηθή ή να σκοντάψη κανείς; Απέχετε πολύ από το να θεωρήτε τον εαυτό σας άγιο και άξιο να συμβουλεύη τους άλλους;».«Στο Κίεβο ασκήτευε κάποτε κάποιος με πολλή νηστεία και μόνωσι. Τον πολέμησε όμως ο εγωισμός και άλλα πάθη. Πήγε λοιπόν και εξωμολογήθηκε τους λογισμούς του στον μακαριστό στάρετς Παρθένιο. Εκείνος του έδωσε χρήματα και τον έστειλε στην αγορά λέγοντας: «Αγόρασε κρέας και φάγε το μπροστά στους άλλους». Ο ασκητής ακολούθησε την συμβουλή του στάρετς και όλοι οι πειρασμοί του φύγανε. Να πώς οι Πατέρες πολεμούσαν την υπερηφάνεια.

 
 

 

 

Συχνά να ελέγχετε και σεις τον εαυτό σας στο σημείο αυτό. Γιατί δεν είναι μικρή συμφορά… Λένε ότι η υπερηφάνεια είναι κλέφτης που βρίσκεται μέσα στο σπίτι. Έρχεται συχνά σε συνεννόησι με τους εξωτερικούς κλέφτες , τους ανοίγει πόρτες και παράθυρα, κι εκείνοι μπαίνουν και αρπάζουν κάθε θησαυρό».«Αγωνισθήτε, ενώ συναναστρέφεσθε με άλλους και φροντίζετε για τις βιοτικές υποθέσεις, συγχρόνως να σκέπτεσθε τον Θεό και να έχετε την συναίσθησι ότι βρίσκεται κοντά σας και σας κατευθύνει σύμφωνα με το άγιό Του θέλημα. Έτσι δεν θα διασπάσθε στην εσωτερική σας εργασία. Η διάσπασις είναι η πρώτη επιτυχία του διαβόλου.Η δεύτερη επιτυχία του είναι η προσκόλλησις της καρδιάς σε κάτι το γήινο και η αιχμαλωσία των αισθημάτων και των σκέψεων σ’ αυτό. Αυτή είναι χειρότερη επιτυχία του εχθρού.Προσπαθήστε ν’ αποδεσμεύεσθε από κάθε αιχμαλωσία της καρδιάς και από κάθε διάσπασι της εσωτερικής σας εργασίας. Ο τρόπος είναι ένας: Να μην απομακρύνεται η προσοχή από τον Κύριο και την συναίσθησι της παρουσίας Του.Οι υπερβολές δεν οδηγούν ποτέ σε καλό. Το πρώτο βήμα για την υπερηφάνεια είναι η κενοδοξία , η πεποίθησις δηλαδή ότι είμαι κάτι. Το δεύτερο είναι η οίησις, η συναίσθησις δηλαδή του ότι όχι απλώς είμαι κάτι, αλλά κάτι σπουδαίο ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Από την κενοδοξία και την οίησι γεννιέται πλήθος υπερήφανων λογισμών, βδελυκτών στον Θεό. Η αυτογνωσία και η βίωσι της μηδαμινότητός μας μπορεί εδώ να βοηθήση. Συχνά ας φέρνουμε στην μνήμη μας σφάλματα του παρελθόντος και ας κατακρίνουμε τον εαυτό μας γι΄ αυτά».«Τιμιώτατε πρωτοπρεσβύτερε. Σας ευχαριστώ πολύ για την πολύτιμη διδασκαλία σας. Απλή και βαθειά, σύντομη και ολοκληρωμένη, μεστή και απέρριτη. Ας ευλογήση ο Κύριος τους ποιμαντικούς σας κόπους σ’ όλο το πλάτος τους. Σας δόθηκε η χάρις όχι μόνο να διδάσκετε, αλλά και να πράττετε. Ας σας ενισχύη ο Κύριος να υπηρετήτε καρποφόρα τους αδελφούς χριστιανούς.Εσείς βρίσκεσθε δε δράσι. Για μένα ήλθε ο καιρός να παραδώσω τα όπλα. Εσείς είσθε ο ποιμένας ο καλός, εγώ ο αρχιποιμένας ο άχρηστος. Για τις αμαρτίες μου αδυνάτισα σωματικά και ακόμη περισσότερο πνευματικά. Πίσω μου τίποτε καλό δεν φαίνεται, μπροστά μου τίποτε αξιόλογο δεν ελπίζεται. Μένει μόνο: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Είθε να ευδοκήση ο Κύριος, έστω κι αυτή η κραυγή να βγαίνη μέσ’ απ’ την καρδιά».«Να καλλιεργήτε μέσα σας τον φόβο του Θεού και την ευλάβεια ενώπιον του απερίγραπτου μεγαλείου Του. Να έχετε καρδιά συντετριμμένη και τεταπεινωμένη . Να θεωρήτε όλους ανώτερούς σας. Ν’ αγαπάτε την σιωπή, την μόνωσι, την συνομιλία με τον Κύριο, που θα γίνη χειραγωγός και διδάσκαλός σας.Τα άγια δάκρυα αποτελούν εκδήλωση θείου ελέους και ασφάλεια στην πνευματική ξηρασία και στην σκλήρυνσι των αισθημάτων. Μην τα περιφρονήτε και μην τα διώχνετε.Τα αμαρτωλά δάκρυα προκαλούν οίησι, αγαπούν την επίδειξι και παρέρχονται σύντομα.Όταν σας πλησιάζη η υπερηφάνεια διώξτε την και τοποθετήστε στην θέσι της το ταπεινό φρόνημα και την συντριβή.Δεν υπάρχει λόγος να επαναλαμβάνω ότι το απόρθητο φρούριό μας είναι η ταπείνωσις. Δύσκολα την αποκτά κανείς. Μπορεί να θεωρή ταπεινό τον εαυτό του και να μην έχη ίχνος απ’ αυτή. Ο σωστότερος ή ο μοναδικός δρόμος για την ταπείνωσι είναι η υπακοή και η απάρνησις του ιδίου θελήματος. Χωρίς αυτά είναι δυνατόν ν’ αναπτύξη κανείς εσωτερικά εωσφορικό εγωισμό, παρά την εξωτερική ταπεινή συμπεριφορά και τις ταπεινολογίες.Σταθήτε λοιπόν και αναρωτηθήτε, αν έχετε υποκοή και απάρνησι του ιδίου θελήματος».«Αγωνισθήτε ν’ αποκτήσετε ταπείνωσι. Η ταπείνωσις είναι ευωδία Χριστού και ένδυμα Χριστού. Για χάρι της όλα θα τα συγχωρήση ο Θεός. Δεν θα εξετάση τις ελλείψεις που είχε ο αγώνας μας. Ενώ χωρίς ταπείνωσι καμιά άσκησι δεν μπορεί να μας βοηθήση.Με το ταπεινό φρόνημα μπορεί ο άνθρωπος να σωθή. Χωρίς όμως αυτό το εισητήριο δεν θα του επιτρέψουν να μπη στον παράδεισο που είναι γεμάτος από ταπεινούς».«Η ταπείνωσις πρέπει ν’ αποτελή το φόντο της ζωής σας, όπως και του καθενός που ζη ειλικρινά την εν Χριστώ ζωή».«Αγωνισθήτε στον εαυτό σας με όλες σας τις δυνάμεις και ο Θεός θα σας βοηθήση.

 

 

 

Έχετε σαν σκοπό ν’ αποκτήσετε «πνεύμα συντετριμμένον», «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην».Όταν υπάρχουν αυτά, σημαίνει ότι βρίσκεσθε σε καλή κατάστασι. Τότε έχετε την σκέπη και την βοήθεια του Θεού. Τότε η προσήλωσις στον Θεό είναι σταθερή και η ενθύμησίς Του αδιάλειπτη».«Προσπαθήστε να παλέψετε με το ευέξαπτο του χαρακτήρος σας. Το πάθος αυτό εκδηλώνεται όταν κάποιος ενεργήση αντίθετα με την δική σας θέλησι, επιθυμία ή εντολή. Όσο όμως ζη μέσα σας η υπερηφάνεια τίποτε δεν θα κατορθώσετε. Αυτή όλα τα κυβερνά. Αν μπορήτε πετάξτε την πέρα από την εξώπορτα του σπιτιού σας και απαγορέψτε της να ξαναπαρουσιασθή.Να σκέπτεσθε την πανταχού παρουσία του Θεού , καθώς και την ώρα του θανάτου. Η μνήμη του Θεού και του θανάτου είναι οι καλύτεροι διδάσκαλοι για την θεραπεία των παθών».«Είθε να σας διατηρήση ο Κύριος το χάρισμα των δακρύων για πάντα. Αυτά μαλακώνουν την καρδιά και χαρίζουν την κατάνυξι . Πρέπει όμως να τα κρύβετε. Διότι η υπερηφάνεια ολόγυρά τους περιφέρεται , όπως ο σκύλος γύρω από την τροφή».

 



Από το βιβλίο : « Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ»
Μετάφραση από την ρωσική γλώσσα
ΕΚΔΟΣΙΣ ΕΝΔΕΚΑΤΗ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΟΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2004
 

 
 

                                                                                        Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...