ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

ΑΓΙΟΣ ΓΛΥΚΕΡΙΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ

 
 

 

''Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου Ἱεράρχου Γλυκερίου τοῦ Ὁμολογητοῦ ἐν Ρουμανίᾳ ἐπὶ τῇ ἱερᾷ μνήμῃ Αὐτοῦ († 15/28.6.1985).''


 

Την Ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ ἔτους 1935, ὁ Ἅγιος Γλυκέριος, ἀκόμη Ἱερομόναχος τότε, ἑώρταζε τὴν μεγάλη αὐτὴ ἡμέρα στὸ Ντρασένι, ὅπου ἔλαβε τηλεγράφημα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου Ἑλλάδος, μετὰ τὴν γενομένη τότε προσχώρησι στὴν Γνησία Ὀρθοδοξία τῶν τριῶν Ἀρχιερέων Δημητριάδος Γερμανοῦ, Ζακύνθου Χρυσοστόμου καὶ πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου.Οἱ ἐλπίδες γιὰ θετικὴ ἐπίδρασι τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ διαβήματος καὶ γιὰ τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους στὴν Ρουμανία ὁπωσδήποτε φτερούγισαν στὴν ψυχὴ τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἱερομονάχου, ὁ ὁποῖος ἄρχισε νὰ σκέπτεται σοβαρὰ τὸ ἐνδεχόμενο νέας μεταβάσεώςτου στὴν Ἑλλάδα,γιὰ γνωριμία τῆς καταστάσεως ἐκ τοῦ σύνεγγυςἘντὸς ἐκείνου τοῦ ἔτους, ὁ Ἀγῶνας συνεχίσθηκε μὲ ἀμείωτη ἔντασι.Εἶναι πάντως χαρακτηριστικό,ὅτι ὁ π.Γλυκέριος δὲν ἐνεφορεῖτο ἀπὸ «ζῆλον οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν», δὲν τὸν κατελάμβανε ζῆλος πικρός, ἀλλὰ παρὰ τοὺς διωγμούς, τοὺς ὁποίους ὑφίστατο ἀπὸ τοὺς Καινοτόμους τοῦ Νέου Ἡμερολογίου, στὴν ψυχή του ἄνθιζε ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν πλησίον, ἀκόμη δὲ καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἐχθροὺς καὶ διώκτας τῆς Εὐσεβείας. Τὸ ἐν συνεχείᾳ παρατιθέμενο περιστατικὸ δεικνύει τὴν ἀνεξικακία τοῦ Ἁγίου καὶ τὴν σοφὴ εὐαγγελικὴ ποιμαντική του:

 

 

Κάποτε, μετέβη στὴν Μοΐσα γιὰ νὰ εὐλογήση ἕνα Παρεκκλήσιο.Τὴν νύκτα,ὁ ἱερέας τοῦ Νέου Ἡμερολογίου ἀπὸ ἕναδιπλανὸ χωριό, συγκέντρωσε μία ὁμάδα ἰδικῶν του ἀνθρώπων καὶ ἐπέδραμαν γιὰ νὰ «τιμωρήσουν» τοὺς ἀφιχθέντας «Παλαιοημερολογίτας ταραχοποιούς», οἱ ὁποῖοι ἐνεφανίσθησαν στὴν περιοχή τους γιὰ νὰ «διασαλεύσουν» τὴν τάξι καὶ ἡσυχία τους.Ὁ Ἅγιος πρὸ τοῦ κινδύνου προκλήσεως αἱματοχυσίας,ἔδωσε ἐντολὴ ὅσοι ἦσαν μαζί του νὰ σπεύσουν νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸτὴνπεριοχή, δίδων οὕτω «τόπον τῇ ὀργῇ». Ὅμως, ἕνας ἀπὸ τοὺς πιστοὺς τοῦ Πατρίου συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Νεοημερολογίτας καὶ κακοποιή- θηκε βάναυσα στὰ χέρια τῶν Καινοτόμων...Τὴν ἑπομένη ἡμέρα,ἕνας θερμόαιμος πιστὸςτοῦ ΠατρίουἩμερολογίου συγκέντρωσε ἀπὸ τὰ πέριξ καὶ ἄλλους,γιὰ νὰ ὑπάγουν καὶ νὰ «τιμωρήσουν» καταλλήλως τὸν ὑποκινητὴ τῆς διώξεώς τους ἱερέα τοῦ Νέου Ἡμερολογίου.Πράγματι, κατώρθωσε νὰ συγ­κεντρώση ἀρκετοὺς ἀνθρώπους,οἱ ὁποῖοι ξεκίνησαν ἀποφασιστικὰ ἐπὶ τὸ ἔργον!...Μόλις ὅμως πληροφορήθηκε περὶ τούτου ὁ Ἅγιος,ἔσπευσε δρομαίως γιὰ νὰ τοὺς προλάβη καὶ γιὰ νὰ τοὺς σταματήση ἐν ὀνόματι τῆς Εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν τοὺς συνάντησε, τοὺς ἐξώρκισε νὰ μὴ τολμήσουν νὰ προβοῦν σὲ ἔργο ἐκδικήσεως, τονίζοντάς τους ὅτι τὸ κακὸ δὲν νικᾶται μὲ τὸ κακὸ καὶ ὅτι ὀφείλουν νὰ πα- ρέχουν σὲ ὅλους ἕνα γνήσιο Χριστιανικὸ παράδειγμα εἰρηνικῶν καὶ θεοφοβουμένων ἀνθρώπων. Οἱ γλυκεῖς λόγοι τοῦ πράου καὶ ταπεινοῦ Ἀγωνιστοῦπ.Γλυκερίου,ἐπέδρασαν βαθειὰ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνωρίμων ἐκείνων πιστῶν,οἱ ὁποῖοι μετεστράφησαν,ἐζήτησαν συγχώρησι καὶ ματαίωσαν τὸν μὴ χριστιανικὸ σκοπό τους.Ὅπως προαναφέραμε, ὁ π. Γλυκέριος ἔφερε τραῦμα στὸ πόδι του διαρκές,ἀπὸ τὸ ἐπεισόδιο τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1932 στὸ Ραντασένι,τὸ ὁποῖο κάποτε τοῦ προξενοῦσε ἀφόρητουςπόνους.Ὅμως,ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν ἐνεδυνάμωνε παρηγορητικῶς καὶ θαυμαστῶς, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐπιτελῆ τὰ ἄκρως ἀναγκαῖα καθήκοντάτου.Κάποιες φορὲς ὁ πόνος στὸ πόδι του ἀνακουφιζόταν κατὰ τὴν διάρκεια τελέσεως τῶν Θείων Μυστηρίων.Στὴν Ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς τῆς νέας τῆς Ἐπιβατινῆς (14 Ι’), δευτέρα ἑορτὴ τοῦ Ναοῦ στὸ Ραντασένι, ὁ Ἅγιος τελοῦσε τὸν Μέγα Ἑσπερινὸ τῆς παραμονῆς καὶ αἰσθάνθηκε δριμῦ πόνο στὸ τραῦμα του,ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξέλθη μὲ τὴν Εἰκόνα τῆς Ἁγίας κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Λιτῆς. Τότε, προσέπεσε μὲ δάκρυα καὶ παρεκάλεσε θερμὰ τὴν Ἁγία νὰ τοῦ ἐπιτρέψη νὰ ἐπιτελέση τὰ πρέποντα καὶ ἀμέσως ὁ πόνος του θαυματουργικὰ ἔπαυσε!Ἔτσι, μπόρεσε νὰ τελέση πανηγυρικὰ καὶ τὴν Θ. Λειτουργία τῆς ἑπομένης,πρὸς τιμὴν τῆς μεγάλης θαυματουργοῦ Ἁγίας καὶ προστάτιδος τῆς Μολδαβίας.Ἄλλοτε,παρέμενε κλινήρης,ἐντελῶς ἀδύναμος νὰ πατήση τὸ τραυματισμένο πόδι του. Στὴν κατάστασί του ἐκείνη, ἦλθε ἕνας ἄνδρας καὶ τοῦ ἐμήνυσε νὰ σπεύση ἐπειγόντως νὰ κοινωνήση μία γυναίκα περασμένης ἡλικίας, ἡ ὁποία ἦταν ἑτοιμοθάνατη. Ὁ Ἅγιος προσπάθησε νὰ σηκωθῆ, ἀλλὰ ἦταν ὁλοφάνερο ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πατήση τὸ προβληματικὸ πόδι του.῎Ετσι,ὁ ἀπεσταλμένος ἔφυγε.Ὅμως,ἐπέστρεψε σὲ λίγο καὶ πάλι καὶ ἀνήγγειλε ὅτι ἡ γυναίκα χειροτέρευσε καὶ επρόκειτο νὰ ἀποβιώση ἐντὸς ὀλίγου! Ἐν τούτοις, καὶ πάλι ὁ Ἅγιος, παρὰ τὴν προσπάθειά του, ἦταν ἀδύνατον νὰ πατήση τὸ πονεμένο πόδι του.Ὅταν ἔμεινε μόνος, ἐβασανίζετο ἀπὸ τὸ δίλημμα περὶ τοῦ τί θὰ ἔπρεπε νὰ πράξη, ὥστε ἡ γυναίκα νὰ μὴ πέθαινε χωρὶς τὴν Θ. Κοινωνία. Τότε, προσπάθησε νὰ ἀνασηκωθῆ καὶ πάλι καί, ὤ τῶν θαυμασίων Σου Χριστὲ Βασιλεῦ! -ὁ πόνος ἔπαυσε! Μετέβη γρήγορα στὸν Ναό, ἑτοίμασε τὰ χρειώδη καὶ περιπάτησε χωρὶς καμμία δυσκολία περὶ τὰ 2χλμ καὶ περισσότερο,μέχρι τὴν οἰκία τῆς ἑτοιμοθανάτου, τὴν ὁποίαν ἐπρόλαβε καὶ εὐλαβῶς ἐκοινώνησε. Μόλις δὲ ἐπέστρεψε στὸ κατάλυμά του, ἀμέσως ὁ πόνος τοῦ ποδιοῦ του τὸν κατέλαβε καὶ πάλι καὶ τὸν ἔρριξε στὸκρεβάτι! Μετὰ πάροδον ἑνὸς μόλις τετάρτου τῆς ὥρας, ἄκουσε τὸν κτῦπο τῆς καμπάνας τοῦ Ναοῦ, ποὺ ἀνήγγειλε τὴν κοίμησι τῆς γυναικός,τὴν ὁποίαν εἶχε μεταβῆ θαυματουργικὰ γιὰ νὰ κοινωνήση!....Πραγματικά, τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ εἶναι «ἄβυσσος πολύ»!...Καὶ ὅμως, ὁ Ἀγῶνας συνεχιζόταν καὶ ὁ «Πρωταγωνιστής», ὁ ἐκλεκτὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ π. Γλυκέριος, ὁ ὡς θανατούμενος καὶ ζῶν καὶἀγωνιζόμενος,ἔπρεπε νὰ ἐπιλαμβάνεται καὶ νὰ σπεύδη ὅπου τὸν καλοῦσαν οἱ ἀνάγκες.Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη,ἐνῶ ὁ Ἅγιος τελοῦσε τὴν Πανήγυρι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στὸ Ραντασένι, ἔμαθε γιὰ κάποια τραγικὰ συμβάντα στὸ χωριὸ Τοπορέστι τῆς περιοχῆς Βάσλουϊ.Ἐκεῖ οἱ χωρικοὶ ἐργαζόντουσαν γιὰ τὴν ἀνοικοδόμησι Ναοῦ τοῦ Πατρίου, ἀλλὰ ἡ ἀστυνομία ἔσπευσε νὰ τοὺς ἐμποδίση. Οἱ πιστοὶ ἀντιστάθηκαν καὶ οἱ ἀστυνομικοὶ ἀρχικὰ ὑποχώρησαν· ὅμως, μετὰ ἀπὸ λίγο ἐπέστρεψαν καὶ ἄνοιξαν πῦρ (!!) κατὰ τῶν ἀμάχων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φονευθοῦν ἐπὶ τόπου τρεῖς ἀθῶοι ἄνδρες καὶ μία γυναῖκα!...

 

Ὁ Ἅγιος,μόλις τελείωσε ἡ Θ.Λειτουργία στὸ Ραντασένι,ὅπως Ὁ Ἅγιος Γλυκέριος ὡς Ἱερομόναχος κα­θήμενος­ στὸ κέντρο, μὲ τὸ κομβοσχοίνι ἐπὶ τοῦ ἐπιτραχηλίου, μεταξὺ καὶ ἄλλων Κλη­ρι­κῶν καὶ λαϊκῶν, σὲ φωτογραφία τῆς περι­όδου περὶ τὰ μέσα τοῦ ’30 στὴν Ρουμανία­.ἦταν φορεμένος τὰ ἄμφιά του, μαζὶ­ καὶ μὲ ἄλλους Κληρικοὺς καὶ πλῆθος λαοῦ, μετέβησαν ἐν εἴδει Λιτανείας στὴν πόλι Φελ­τισένι, γιὰ νὰ διαμαρτυρηθοῦν στοὺς ὑπευθύνους γιὰ ὅσα φρι­κτὰ συνέβησαν στὸ Τοπορέστι.Ὁ δὲ τοπικὸς πρωτοπρεσβύτερος τοῦ Νέου Ἡμερολογίου,ἐνώπιον ἐκείνου τοῦ ἐντυπωσιακοῦ θεάματος, ἔσπευσε ἔντρομος στὴν ἀστυνομία καὶ ζήτησε νὰ ἐπέμβη ὁ στρατὸς (!!) γιὰ νὰ διαλύση τοὺς ἐπικινδύνους διαδηλωτάς! Ὅμως, ἡ ἀστυνομία στὴν περίπτωσι ἐκείνη συνετῶς φερομένη δὲν πείραξε τοὺς πιστοὺς ὑπὸ τὸν π. Γλυκέριο, ἄκουσε τὴν διαμαρτυρία τους, καὶ ἔτσι ἐκεῖνοι ἐπέστρεψαν στὸ Ραντασένι γιὰ τὴν ἑόρτιο τράπεζα!...Ἀξίζει ἐπίσης νὰ ἀναφερθῆ καὶ τὸ φρικτὸ περιστατικὸ τῆς 23ης Ἀπριλίου/6ης Μαΐου τοῦ 1935,ὅταν οἱ διῶκτες ἐπέδραμαν κατὰ τῆς νεοσυστάτου τότε Ἀνδρώας Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν Κούκοβα, ὅπου στὴν συμπλοκὴ ποὺ διεξήχθη ἐθανατώθησαν 5 πιστοὶ τοῦ ΠατρίουἩμερολογίου,οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἐρρίφθησαν σὲ πηγάδι, καὶ ἐτραυματίσθησαν ἕτεροι 28, ὥστε νὰ ἐμπλουτισθοῦν οἱ σελίδες τοῦ νέου ὁμολογιακοῦ Μαρτυρολόγιου τοῦ 20οῦ αἰῶνος!...



 

 

 
 
Ακούγεται το Απολυτίκιο του Αγίου Γλυκερίου.Πρωτοδημοσίευσις ἀπὸ τὸ ἀνέκδοτο εἰσέτι ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου Γαρ­δικίου Κλήμεντος,Οἱ κατὰ Θεὸν Ἀγῶνες καὶ τὰ Θαυμαστὰ Παλαίσματα τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἱεράρχου Ἁγίου Γλυκερίου ἐν Ρουμανίᾳ (1891-1985).
 
 

                                                                                                                 Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Γαρδικίου κ.Κλήμης


 

Εκκλησίας Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Η ΑΣΤΡΑΠΗ ΑΠ' ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ

 

 

''Από την καρδιά σου βγήκε μία αστραπή, μια ακτίνα, και πήγε στον ουρανό. Από κει, πάλι, ήρθε μια άλλη ακτίνα σ’ εσένα. Ήταν η ανταπόκριση στο αίτημά σου. Αυτό συμβαίνει μόνο με την προσευχή που βγαίνει από την καρδιά.'' Άγιος Θεοφάνης ο Έγλειστος 

 

Πολύ χαίρομαι που σου άρεσαν όσα σου έγραψα για τον αιθέρα. Δέξου πως υπάρχει και κράτα τον αδιάλειπτα στο νου σου. Θα δεις πόσο θα σε βοηθήσει αυτό. Εξηγεί τόσα πράγματα, δίνει τόση παρηγοριά!Ίσως έχεις ακούσει κάποιους να ρωτάνε: «Πώς ακούνε οι άγιοι τις προσευχές μας;». Ίσως κι εσύ η ίδια να έχεις αναρωτηθεί για το ίδιο πράγμα. Απαντήσεις και απαντήσεις έχουν δοθεί, μα το ερώτημα παραμένει ακόμη αναπάντητο. Κατά τη γνώμη μου, αν δεχθούμε την ύπαρξη ενός στοιχείου, όπως ο αιθέρας, τότε δεν είναι δυνατό να μην ακούνε οι άγιοι τις προσευχές μας. Ξέρεις πώς λειτουργεί ο ηλεκτρικός τηλέγραφος;

 

 

Στην Πετρούπολη, για παράδειγμα, ενεργοποιούν έναν ειδικό μηχανισμό. Την ίδια στιγμή η ενέργεια αυτή αντανακλάται σ’ έναν όμοιο μηχανισμό, που βρίσκεται, ας πούμε, στη Μόσχα. Τότε και ο δεύτερος μηχανισμός ενεργοποιείται όπως ο πρώτος. Γιατί; Επειδή οι δύο μηχανισμοί, πρώτον, είναι του ίδιου τύπου και, δεύτερον, συνδέονται με σύρμα. Η επικοινωνία μας με τους αγίους γίνεται με όμοιο τρόπο. Εμείς και οι άγιοι είμαστε σαν τις τηλεγραφικές συσκευές, σαν δύο μηχανισμοί του ιδίου τύπου, και ο αιθέρας, το στοιχείο δηλαδή μέσα στο οποίο κινούνται οι άγιοι και το οποίο συνάμα περιβάλλει την ψυχή μας, είναι… το σύρμα! Όταν μέσα στην ψυχή μας ενεργεί προσευχή αληθινή, προσευχή ειλικρινής και καθαρή, η προσευχή αυτή, διαμέσου του στοιχείου που περιβάλλει την ψυχή, πετάει σαν ακτίνα φωτός προς τους αγίους και τους μεταφέρει τα αιτήματά μας. Δεν μεσολαβεί κανένα χρονικό διάστημα ανάμεσα στη στιγμή που κάνουμε στην προσευχή μας και στη στιγμή που αυτή ακούγεται από τους αγίους. Αμέσως μας ακούνε οι άγιοι, φτάνει μόνο να προσευχόμαστε εγκάρδια. Η εγκάρδια προσευχή είναι η τηλεγραφική γραμμή μας με τους ουρανούς. Η ίδια ακριβώς προσευχή, όταν δεν βγαίνει από την καρδιά μας αλλά μόνο από τον εγκέφαλο και το στόμα μας, δεν φτάνει στον ουρανό και δεν ακούγεται από τους αγίους.Αυτή βλέπεις,δεν είναι προσευχή,αλλά κάτι σαν προσευχή.Νομίζω πως είχες ήδη κάποιαν εμπειρία αληθινής προσευχής, μολονότι όλα τούτα δεν τα γνώριζες. Περιγράφεις το πώς, ύστερ’ από θερμή προσευχή, γαλήνεψες, παίρνοντας την εσωτερική πληροφορία ότι θα λυτρωνόσουν από το πρόβλημα που σε βασάνιζε, όπως και πραγματικά έγινε. Φαίνεται, λοιπόν, πως είναι σωστή η παρομοίωση της εγκάρδιας προσευχής, που ανεβαίνει αόρατα προς τα ουράνια μέσω του αιθέρα, με τον τηλέγραφο. Από την καρδιά σου βγήκε μία αστραπή, μια ακτίνα, και πήγε στον ουρανό. Από κει, πάλι, ήρθε μια άλλη ακτίνα σ’ εσένα. Ήταν η ανταπόκριση στο αίτημά σου. Αυτό συμβαίνει μόνο με την προσευχή που βγαίνει από την καρδιά. Τέτοια προσευχή δεν γίνεται πάντα μέσα σε μια στιγμή, εισακούεται όμως πάντα μέσα σε μια στιγμή.Μη φουσκώσεις από κενοδοξία γι’ αυτή την επιτυχία σου. Μακάρι, με την χάρη του Κυρίου, να προσεύχεσαι με τον ίδιο τρόπο πιο συχνά. Θυμήσου πώς προσευχήθηκες τότε και προσπάθησε να προσεύχεσαι πάντα έτσι, εγκάρδια, όχι μόνο με τη γλώσσα και το νου. Αν το κάνεις, θα πάρεις μίαν ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα: Πώς μπορεί να χει κανείς πνευματικά; Γιατι η εγκάρδια προσευχή είναι η αναπνοή και η ζωή του πνεύματος.Με την εγκάρδια προσευχή το πνεύμα μένει «εν τω Θεώ», ενώνεται μαζί Του. Και με την ένωση αυτή αποκτά την πλήρη ζωτικότητά του. Μάθε, λοιπόν, πως η ψυχή ζει μόνο όταν προσεύχεται με τον τρόπο που ήδη γνώρισες. Αλλιώς, βρίσκεται ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, αν δεν έχει ολότελα νεκρωθεί.Δεν θα σου κρύψω πως, αν και μπόρεσες να προσευχηθείς εγκάρδια μια φορά, πολύ δύσκολα θα μπορέσεις να το ξανακάνεις. Ο Θεός είναι που χαρίζει την αληθινή προσευχή και ο φύλακας άγγελος που την ενισχύει. Έρχεται και φεύγει.Εμείς όμως,δεν επιτρέπετε να δεύγουμε από τον προσευχητικό αγώνα. 

 
 

Η προσευχή επισκέπτεται πάντα τον άνθρωπο που αγωνίζεται για την απόκτησή της, ποτέ τον οκνηρό και ράθυμο. Οι άγιοι πατέρες κοπίασαν πολύ στην προσευχή και μ’ αυτούς ακριβώς τους κόπους άναψαν μέσα τους ένα προσευχητικό πνεύμα, που την εικόνα του μας άφησαν στα συγγράμματά τους. Όσα σχετικά έγραψαν, συνιστούν, μιαν ολόκληρη επιστήμη, την επιστήμη της προσευχής, που είναι η επιστήμη των επιστημών…Μου γράφεις ότι έχεις στο νου ταπεινούς λογισμούς και στην καρδιά ταπεινά συναισθήματα για τον εαυτό σου. Αυτά είναι, θα έλεγα, αγγελικά. Πόσο τέλειοι και φωτεινοί είναι οι άγγελοι! Και όμως είναι συνάμα τόσο ταπεινοί, περισσότερο κι από τον πιο ταπεινό άνθρωπο. Μια ταπεινή ψυχή είναι πάντα φωτεινή.Σκοτεινή γίνεται,όταν υψηλοφρονεί,γιατι η έπαρσις είναι των δαιμόνων.Ο Θεός να δώσει, ώστε, ποτέ να μη χάσεις αυτά τα ταπεινά συναισθήματα, κι έτσι να είσαι πάντα λουσμένη στο φως…








 

 

''Από το βιβλίο «Ο δρόμος της ζωής - Γράμματα σε μια ψυχή»
Αγίου Θεοφάνους του Εγκλείστου.''

 
 
 

                                                                                                                                 Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

 

 

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

ΜΙΑ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΟΥ

 

 

 

'' Έλα Παναγία μου. Πού φύτρωσε αυτή η αμυγδαλιά στην άκρη της αβύσσου». Και κάποια στιγμή μου φώναξε:-Πάτερ, αυτή η αμυγδαλιά κάνει αμύγδαλα;-Βεβαίως κάνει, του απαντώ και μάλιστα φέτος μου έδωσε μισή σακούλα, δόξα τω Θεώ!''

 
 

Στο χείλος του Βιγλιώτικου γκρεμού με τις γρανιτοβράχινες πλάτες του να εμπαίζουν  τον τρελό βοριά, εντύπωση προκαλεί η ύπαρξη μιας αμυγδαλιάς. Αλήθεια πώς ξεφύτρωσε εκεί, πώς μεγάλωσε και πώς έχει κουράγιο να καρποφορεί;Παρουσία της Πρόνοιας του Θεού θεωρώ, που αποδεικνύει ολοφάνερα την μέριμνα του Κυρίου για τα δέντρα και τα κρίνα του αγρού.Πολύ κοντά στην αμυγδαλιά υπάρχει μια ασκητική παλαίστρα, ένα ησυχαστήριο.Έρμαιο και αυτό, όπως η αμυγδαλιά όχι μόνο των καλοκαιρινών μελτεμιών αλλά και των χειμωνιάτικων και φαρμακερών γραιγολεβάντηδων και των βίαιων και βροχερών σοροκάδων.

 
 

Φοβερά και πρωτόγνωρα τα χειμωνιάτικα ακραθωνίτικα καιρικά φαινόμενα.«Είναι να μη σε αποχαιρετά το καλοκαίρι… Ζωντανεύουν και σφυρίζουν μανιασμένα όλα τα παντός είδους βραχύκορμα γύρω σου, τα μικροπούρναρα και οι θάμνοι και αυτοί ακόμα της περιοχής οι βράχοι καθώς τα δέρνει ο γρεγολεβάντης. Και όλα  γύρω σου τα αισθάνεσαι έτσι να προσωποποιούνται και να παίρνουν μορφή και διάθεση επιθετική για να σε πιάσουν και κατασπαράξουν ή να σε αρπάξουν και εκσφενδονίσουν στου  Ακράθω εκείνα τα φοβερά κρημνοκάθετα… Και σαν να μη φθάνουν αυτά…. να και τα αστραπόβροντα και οι κεραυνοί που με μανία απερίγραπτη και συχνότητα δυσμέτρητη  εκκενώνουν την τεράστια ενέργειά τους στις ακρολοφιές και τους οξύληκτους βράχους. (Επίσκοπος Ροδοστόλου Χρυσόστομος).Και αυτή την  αμυγδαλιά την σείει αλλά δεν φαίνεται να την βλάπτει το λυσσομάνι των ανέμων, που σε τούτη εδώ την προκλητικά γι΄ αυτούς ανοιχτή περιοχή, όχι μόνο δένδρα και καλύβες αλλά και σένα αν βρουν στο διάβα τους, μπορούν να σε απογειώσουν, όχι βέβαια για να σε πάνε στους ουρανούς αλλά για να σε πετάξουν σαν πούπουλο στα αχανή της αφρίζουσας θάλασσας.Διηγείται ο Γέροντας του ησυχαστηρίου.«Όταν φυσά ο βορειοανατολικός άνεμος, το καλύβι γίνεται ανεμόμυλος. Το να ξεμυτήσουμε από την πόρτα τις μέρες αυτές είναι αδύνατο, γιατί η ένταση του ανέμου είναι υπερβολικά μεγάλη και η διάρκειά του εξ ίσου παρατεταμένη. Μπορεί ο αέρας να κρατήσει δεκαπέντε μέρες, να κόψει πέντε, να αρχίσει πάλι και να κρατήσει άλλες δέκα κ.ο.κ. Κατά την διάρκεια μιας εκ των βασανιστικών περιόδων βγήκα από την πόρτα και προχώρησα λίγα μέτρα. Κοντοστάθηκα όμως διότι δεν έβλεπα μπροστά μου από την καταχνιά. Μέσα σ’ αυτή λοιπόν την  κατάσταση αναρωτιόμουν. « Καλά, δεν ήταν φρονιμότερο να πάω σε ήρεμο τόπο για να ασκηθώ; Τον ίδιο κανόνα δεν θα έκανα και κει;Να έχω μια ανθρώπινη  ατμόσφαιρα, ένα περιβάλλον βατό…»Καθώς έκανα αυτές τις σκέψεις, βρέθηκα μπροστά στο μοναδικό δένδρο του χώρου μου, μια αμυγδαλιά, που λόγω του χειμώνα δεν είχε φύλλωμα. Θυμήθηκα λοιπόν ότι το περασμένο καλοκαίρι είχαν φτάσει εδώ τρείς προσκυνητές. Ένας από αυτούς εντυπωσιάστηκε βλέποντας την αμυγδαλιά φυτρωμένη στο χείλος του γκρεμού και μονολογούσε δυνατά «..Έλα Παναγία μου. Πού φύτρωσε αυτή η αμυγδαλιά στην άκρη της αβύσσου». Και κάποια στιγμή μου φώναξε:-Πάτερ, αυτή η αμυγδαλιά κάνει αμύγδαλα;-Βεβαίως κάνει, του απαντώ και μάλιστα φέτος μου έδωσε μισή σακούλα, δόξα τω Θεώ.

 
 

Μόλις θυμήθηκα το περιστατικό αυτό είπα στον εαυτό μου:«Βρε, βλογημένε, αυτό άψυχο είναι και κάνει εδώ υπομονή. Έδωσε και μισή σακούλα αμύγδαλα. Συ καλόγερος άνθρωπος, δεν θα κάνεις υπομονή; Έ; Κάνε υπομονή και  πού ξέρεις, μπορεί να βγάλεις καμιά φούχτα αμύγδαλα και συ!»Παρηγορήθηκα τόσο πολύ, που γύρισα στο κελί μου ανανεωμένος και χαρούμενος, έχοντας την αίσθηση ότι έκανα τον μεγαλύτερο περίπατο της ζωής μου. Ο φιλάνθρωπος Θεός και τα άψυχα χρησιμοποιεί για να μας χαροποιεί, να μας παρηγορεί και να μας ενισχύει.

 

 

 

 


Απόσπασμα από το βιβλίο,''Ασκητές Της Αθωνικής Βίγλας'' του π.Δημητρίου Αθανασίου.Πηγή.''Θσαυροί Γνώσης και Ευσεβείας.''
 

Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΕΡΗΜΙΤΗ ΕΣΤΑΖΕ ΣΟΦΙΑ

 

 

''Ο πιο αναγκαίος άνθρωπος είναι αυτός μαζί με τον οποίο βρίσκεσαι, γιατί κανένας άνθρωπος δεν ξέρει αν θα έχει ποτέ πάρε-δώσε με κάποιον άλλο. Και το πιο σπουδαίο πράγμα είναι να του κάνεις καλό, γιατί μόνο γι’αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’αυτόν τον κόσμο.'' Λέων Τολστόι

 
 

Μια φορά και έναν καιρό,ένας βασιλιάς σκέφτηκε,ότι αν ήξερε πάντοτε την κατάλληλη στιγμή για ν’αρχίζει κάτι, αν ήξερε ποιοι είναι οι κατάλληλοι άνθρωποι για ν’ ακούει και ποιοι είναι εκείνοι που θάπρεπε ν’ αποφεύγει και πάνω από όλα,αν ήξερε πάντοτε,ποιό είναι το σημαντικότερο πράγμα να κάνει, δε θα αποτύχαινε σε ό,τι επιχειρούσε.Και όταν του ήρθε αυτή η σκέψη, φρόντισε να διακηρυχθεί σε ολόκληρο το βασίλειό του ότι θα έδινε σπουδαία αμοιβή σ’εκείνον που θα του μάθαινε,ποιά είναι η κατάλληλη στιγμή για κάθε ενέργεια, ποιοί είναι οι πιο αναγκαίοι άνθρωποι και,πώς θα μπορούσε να ξέρει,ποιό είναι το πιο σπουδαίο πράγμα να κάνει.Και ήλθαν σοφοί άνθρωποι στο βασιλιά, αλλά όλοι έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις στα ερωτήματα.Άλλοι δήλωσαν,ότι θα ήταν αδύνατο ν’αποφασίσει κανείς εκ των προτέρω την κατάλληλη στιγμή για κάθε ενέργεια, αλλά,αν δεν αφήσει τον εαυτό του να απορροφηθεί σε μάταιες ενασχολήσεις, θα μπορούσε πάντοτε να προσέχει τί συμβαίνει και τότε να κάνει,ό,τι θα ήταν αναγκαίο.

 

 

Άλλοι πάλι είπαν, ότι όσο κι αν πρόσεχε ο βασιλιάς ό,τι συμβαίνει, θα ήταν αδύνατο σε έναν άνθρωπο να αποφασίζει σωστά,ποιά είναι η κατάλληλη στιγμή για κάθε ενέργεια, γι΄ αυτό θάπρεπε να έχει ένα συμβούλιο από σοφούς ανθρώπους, που θα τον βοηθούσαν να καθορίσει την κατάλληλη στιγμή για κάθε τι.Στο ερώτημα για το ποιά είναι πιο σπουδαία ενασχόληση, μερικοί απάντησαν ότι πιο σπουδαίο πράγμα στο κόσμο είναι οι επιστήμες.Αλλά θέλοντας ακόμη να βρει τις σωστές απαντήσεις, αποφάσισε να συμβουλευτεί έναν ερημίτη πολύ γνωστό για την σοφία του.Ο ερημίτης ζούσε σ’ ένα δάσος απ’ το οποίο δεν απομακρυνόταν ποτέ και δε δεχόταν παρά τους απλούς ανθρώπους. Έτσι ο βασιλιάς ντύθηκε απλά ρούχα και πριν φτάσει στο κελί του ερημίτη, κατέβηκε απ’ τ’ άλογό του, άφησε πίσω τη φρουρά του και πήγε μόνος του.‘Οταν πλησίασε ο βασιλιάς, ο ερημίτης έσκαβε τη γη μπροστά στην καλύβα του. Όταν είδε το βασιλιά, τον χαιρέτησε και συνέχισε να σκάβει. Ο ερημίτης ήταν άνθρωπος ασθενικός και αδύνατος και κάθε φορά που σφήνωνε την αξίνα του στην γη για να σηκώσει λίγο χώμα, ανάπνεε βαριά.Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε: «Ήρθα σε σένα σοφέ ερημίτη για να σε ρωτήσω τρία πράγματα: Πώς θα μάθω να κάνω το κατάλληλο πράγμα στην κατάλληλη στιγμή,ποιοι είναι οι άνθρωποι που χρειάζομαι περισσότερο και επομένως ποιούς θα πρέπει να προσέχω περισσότερο από τους άλλους και ποιές υποθέσεις είναι πιο σπουδαίες και χρειάζονται περισσότερο προσοχή»;Ο ερημίτης άκουσε το βασιλιά,αλλά δεν έδωσε καμιά απάντηση. Μόνο έφτυσε στις παλάμες του και ξανάρχισε το σκάψιμο.«Είσαι κουρασμένος», είπε ο βασιλιάς, «άσε με να πάρω την αξίνα και να δουλέψω εγώ λίγο για σένα».«Ευχαριστώ», είπε ο ερημίτης και δίνοντας την αξίνα στο βασιλιά κάθησε κάτω στο χώμα.Όταν έσκαψε ο βασιλιάς δύο αυλάκια, σταμάτησε και επανέλαβε τα ερωτήματά του. Ο ερημίτης και πάλι δεν απάντησε, αλλά σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του να πάρει την αξίνα και είπε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο και άσε μένα,είπε.Αν δεν μπορείς να μου δώσεις καμιά, πες το μου να γυρίσω στο σπίτι μου».«Να, κάποιος έρχεται τρέχοντας», είπε ο ερημίτης. «Ας δούμε ποιος είναι».Ο βασιλιάς γύρισε και είδε ένα γενειοφόρο άνδρα να έρχεται τρέχοντας από το δάσος, σφίγγοντας με τα χέρια του το στομάχι του, απ’ το οποίο έτρεχε ποτάμι το αίμα. Όταν πλησίασε το βασιλιά, έπεσε λιπόθυμος στο χώμα βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγμό. Ο βασιλιάς και ο ερημίτης ξεκούμπωσαν τα ρούχα του. Υπήρξε ένα μεγάλο τραύμα στο στομάχι του. Ο βασιλιάς το έπλυνε όσο καλλίτερα μπορούσε και το έδεσε με το μαντήλι του και με μια πετσέτα που τούδωσε ο ερημίτης. Αλλά το αίμα δε σταματούσε να τρέχει και ο βασιλιάς ξανά και ξανά άλλαζε τον επίδεσμο, μουσκεμένο από καυτό αίμα, τον έπλενε και ξανάδενε το τραύμα.Όταν σταμάτησε να τρέχει το αίμα, ο πληγωμένος συνήλθε και ζήτησε κάτι να πιει. Ο βασιλιάς έφερε φρέσκο νερό και του το έδωσε. Στο μεταξύ ο ήλιος έδυσε και άρχισε να κρυώνουν. Έτσι ο βασιλιάς με τη βοήθεια του ερημίτη μετέφερε τον πληγωμένο στην καλύβα και τον ξάπλωσε στο κρεβάτι. Όταν ξάπλωσεστο κρεβάτι ο πληγωμένος, έκλεισε τα μάτια του και ησύχασε, αλλά ο βασιλιάς ήταν τόσο κουρασμένος απ’το περπάτημα και τη δουλεία που είχε κάνει,που κάθησε στο κατώφλι και τον πήρε και αυτόν ο ύπνος τόσο βαθιά, ώστε κοιμήθηκε συνέχεια όλη την καλοκαιριάτικη νύχτα. Όταν ξύπνησε το πρωί, πέρασε πολλή ώρα πριν μπορέσει να θυμηθεί που ήταν, ή ποιος ήταν ο άγνωστος γενειαφόρος άνδρας που ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι και τον κοίταζε έντονα και με φλογισμένα μάτια. «Συγχώρεσέ με», είπε ο γενειαφόρος άνδρας με μια ασθενική φωνή, όταν είδε ότι ο βασιλιάς είχε ξυπνήσει και τον κοίταζε.«Δε σε ξέρω και δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω», είπε ο βασιλιάς. «Εσύ δε με ξέρεις, αλλά εγώ σε ξέρω. Είμαι αυτός ο εχθρός σου που ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση από σένα,γιατί εκτέλεσες τον αδελφό του και κατάσχεσες την περιουσία του. Ήξερα πως είχες πάει μόνος σου να δεις τον ερημίτη και αποφάσισα να σε σκοτώσω στην επιστροφή. Αλλά πέρασε η ημέρα και δεν γύρισες. Έτσι βγήκα απ’ την ενέδρα μου και έπεσα στους φρουρούς σου και αυτοί με αναγνώρισαν και με τραυμάτισαν. Τους ξέφυγα, αλλά θα είχα πεθάνει απ’την αιμορραγία, αν εσύ δεν είχες φροντίσει το τραύμα μου. Εγώ ήθελα να σε σκοτώσω κι εσύ μου έσωσες την ζωή. Τώρα, αν ζήσω, κι αν το θέλεις κι εσύ, θα σε υπηρετήσω σαν ο πιο πιστός σου σκλάβος και θα ζητήσω απ’ τους γιους μου να κάνουν το ίδιο. Συγχώρεσέ με».Ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστημένος που είχε συμφιλιωθεί τόσο εύκολα με τον εχθρό του και που είχε κάνει ένα φίλο και όχι μόνο τον συγχώρεσε, αλλά είπε ότι θα έστελνε τους υπηρέτες του και το προσωπικό του γιατρό να τον φροντίσουν και υποσχέθηκε να του ξαναδώσει την περιουσία του.Αφού έφυγε απ’τον πληγωμένο ο βασιλιάς, πήγε έξω στον εξώστη και κοίταξε τριγύρω να βρει τον ερημίτη. Ήθελε πριν φύγει, να τον παρακαλέσει ακόμη μια φορά να απαντήσει στα ερωτήματα που του είχε κάνει. Ο ερημίτης ήταν έξω γονατισμένος και φύτευε σπόρους στ’ αυλάκια που ‘χαν σκαφτεί την προηγούμενη μέρα.Ο βασιλιάς τον πλησίασε και του είπε: «Για τελευταία φορά σε παρακαλώ απάντησε στα ερωτήματά μου, σοφέ άνθρωπε». «Μα έχουν ήδη απαντηθεί»,είπε ο ερημίτης, σκύβοντας ακόμα στ’ αδύνατα πόδια του και κοιτάζοντας προς το βασιλιά που στεκόταν μπροστά του.«Πως απαντήθηκαν; Τι εννοείς;», είπε ο βασιλιάς.«Δε βλέπεις;», απάντησε ο ερημίτης. «Αν δεν είχες λυπηθεί χθες την αδυναμία μου και δεν είχες σκάψει για μένα τ’ αυλάκια, αλλά είχες φύγει, αυτός ο άνθρωπος θα σου είχε επιτεθεί και θα είχες μετανοιώσει που δεν έμεινες μαζί μου.

 
 

Έτσι η πιο σπουδαία στιγμή ήταν όταν έσκαβες τ’αυλάκια, κι εγώ ήμουν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και το να μου κάνεις καλό ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Ύστερα, όταν αυτός ο άνθρωπος ήρθε σε μας, η πιο σπουδαία στιγμή ήταν όταν τον φρόντιζες, γιατί αν δεν είχες δέσει το τραύμα του, θα πέθαινε χωρίς να συμφιλιωθεί μαζί σου. Έτσι αυτό ήταν ο πιο σπουδαίος άνθρωπος και αυτό που έκανες γι’ αυτόν ήταν η πιο σπουδαία δουλειά. Να θυμάσαι λοιπόν: Υπάρχει μόνο μία στιγμή που είναι η πιο σπουδαία, το παρόν. Είναι η πιο σπουδαία στιγμή, γιατί είναι η μόνη πάνω στην οποία έχεις κάποια δύναμη. Ο πιο αναγκαίος άνθρωπος είναι αυτός μαζί με τον οποίο βρίσκεσαι, γιατί κανένας άνθρωπος δεν ξέρει αν θα έχει ποτέ πάρε-δώσε με κάποιον άλλο. Και το πιο σπουδαίο πράγμα είναι να του κάνεις καλό, γιατί μόνο γι’αυτό το σκοπό έχεις έλθει σ’αυτόν τον κόσμο!».Τώρα λοιπόν βλέπεις,ότι πρέπει να τρέχεις συνεχώς για να παραμένεις στην ίδια θέση.Αν θέλεις να πας κάπου αλλού θα πρέπει να τρέχεις τουλάχιστον δύο φορές περισσότερο...

 
 
 
Από το μυθιστόρημα του Λέων Τολστόι ''Τα Τρία Ερωτήματα''.

                                                                                                                                  

                                                                                                                                       Λέων Τολστόι


 

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΓΑΛΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΜΥΡΙΖΕ ΘΑΝΑΤΟ

 
 

'' Θά' ξιζε να γραφτεί µια µελέτη για τα φαγιά της κατοχής. Δεν αποκλείεται µερικά να γίνουν και της µόδας, όλα να τα περιµένεις. Τα πιο πολλά είχαν για βάση τους το καλαµπόκι. Είναι µυστήριο πράγµα από που ξεφύτρωσε ξαφνικά τόσο πολύ καλαµπόκι. Ακόµη και στις εκκλησίες αντίδωρο καλαµποκίσιο µοιράζανε. ''

 

 

Τον καιρό της µεγάλης πείνας το γάλα, µαζί µε µερικά άλλα τρόφιµα, ήταν η µεγάλη ιδέα µου. Δεν ξέρω πώς έγινε και τώρα το έχω ξεχάσει, χωρίς όµως να πάψω να το σέβοµαι,ως κάτι το ιερό.Η λησµοσύνη µου αυτή δεν οφείλεται στα πιοτά.Παραχόρτασα ίσως και δόξα τω θεώ δεν έχω για πολλά χρόνια αρρωστήσει.Τρεις ή µάλλον δυο φορές µας έδωσαν όλο κι όλο τότε γάλα µε το δελτίο.Την τρίτη φορά πήγα αλλά µαταιώθηκε η διανοµή. Πήγαινα σ'ένα γαλατάδικο µακρινό, στην άλλη άκρη. Το µοίραζαν απόγευµα, έπρεπε όµως να πας να πιάσεις ουρά σχεδόν από το µεσηµέρι.

 
 

Θυµάµαι πολύ ζωηρά την τρίτη και τελευταία µετάβασή µου στο ελεεινό αυτό γαλατάδικο.Έφτασα νωρίς εκεί και µπήκα αµέσως στην ουρά, που ήταν κιόλας µεγάλη.Το χτεσινό πάθηµα πολλών είχε γίνει µάθηµα σε όλους. Το στρίµωγµα εξαιτίας και του κρύου ολοένα µεγάλωνε.Ο γαλακτοπώλης όµως δε φαινόταν να ανοίξει το γαλατάδικο. Στο µεταξύ έγιναν κάνα δυο επεισόδια λόγω της στενής επαφής µας.Παρ' όλη την πείνα, όπως θα θυµούνται ελπίζω πολλοί, άνθιζε και λουλούδιζε τότε στις ουρές το κολλητήρι.Κάποια στιγµή ο γαλακτοπώλης µε το καρότσι του φάνηκε. Έρχονταν όµως πολύ γρήγορα και τα γκιούµια χοροπηδούσαν. Σαν έφταξε κοντά, µας φώναξε:«Χύθηκε το γάλα στο δρόµο». Κανείς δε διαµαρτυρήθηκε. Έλεγαν άλλωστε,πως είναι ταγµατασφαλίτης.Τη νύχτα γυρνούσε και σκότωνε. Διαλύσαµε περίλυποι την ουρά και πήραµε τους δρόµους. Ήταν φανερό πως είχε τελειώσει κι αυτή η υπόθεση. Ήµουν απαρηγόρητος.Στο γυρισµό άλλαξα δροµολόγιο για να µην ξαναπεράσω από κάτι πεθαµένους που είχα δει πρωτύτερα. Τους είχαν παρατήσει, ποιος ξέρει γιατί, εκεί που αρχίζει σήµερα η έκθεση κι ακριβώς στο σηµείο, θαρρώ, όπου τώρα υψώνεται το τεράστιο µοντέρνο γλυπτό που εκφράζει, καθώς λένε οι ειδικοί, την αιώνια ορµή του ανθρώπου για πρόοδο και ανάταση. Ήταν ένα µεγάλο ορθογώνιο κασόνι και τους είχαν µέσα πρόσωπο µε πρόσωπο.Επιστρέφοντας αργά από άλλους δρόµους γρήγορα ξεχάστηκα κι άρχισα,όπως συνήθως, να ονειρεύοµαι φαγητά. Τα φαγιά που τρώγαµε τότε ήταν κάτι απίστευτα πράγµατα. Όλα έµοιαζαν µε κάτι το προπολεµικό, µα κανένα δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Θαρρείς και το παν ήταν να διατηρηθεί η ονοµασία. Για το κατσαµάκι όµως ονοµασία ευγενική δε βρέθηκε. Θά' ξιζε να γραφτεί µια µελέτη για τα φαγιά της κατοχής. Δεν αποκλείεται µερικά να γίνουν και της µόδας, όλα να τα περιµένεις. Τα πιο πολλά είχαν για βάση τους το καλαµπόκι. Είναι µυστήριο πράγµα από που ξεφύτρωσε ξαφνικά τόσο πολύ καλαµπόκι. Ακόµη και στις εκκλησίες αντίδωρο καλαµποκίσιο µοιράζανε. Όλοι έσπευδαν να πάρουν. Θυµάµαι ένα σωρό γωνιές που είδα ανθρώπους να πέφτουν. Περνώντας τους ξαναφέρνω στη µνήµη µου λέγοντας µια ευχή. Αν ήµασταν άνθρωποι,θα πρεπε σε µερικά έστω σηµεία να υπάρχει κάτι, ένα σηµάδι για µαρτυρία και υπενθύµιση. Σε µια µεγάλη απεργία προπολεµική, εκεί όπου είχαν πέσει απεργοί,πάνω στα ξερά αίµατα, οι φίλοι τους και σύντροφοί τους είχαν βάλει από µια τραγιάσκα κι ένα κουλούρι.Σχεδόν αµέσως, βέβαια, εξαφανίστηκαν αγρίως όλα αυτά. Πολλοί άνθρωποι έχουν πεθάνει στους δρόµους αυτής της πόλης.Νοµίζω πως µε έχουν σώσει τα όνειρα, τα οράµατά µου µάλλον. Τότε µε είχε πιάσει µεγάλη µανία µε το γάλα και το κακάο. Φανταζόµουν καζάνια ολόκληρα µε γάλα και κακάο να τα ανακατεύω µε µια τεράστια ξύλινη χοντρή κουτάλα και να µε τυλίγει η θεσπέσια εκείνη ευωδιά. Έριχνα, βέβαια, µέσα και άφθονη ζάχαρη,γνήσια,όχι ζαχαρίνη,που τόση ζηµιά έκανε στην ερωτική ικανότητα πολλών.Ανεβοκατέβαζα συνεχώς τις δόσεις,ώσπου στο τέλος µπούχτιζα,βαρυστοµάχιαζα σχεδόν, απ' τα τόσο βαριά πράγµατα που έτρωγα µε το νου µου.Ο διεθνής ερυθρός σταυρός, ευτυχώς, µας µοίρασε µερικές φορές απ' όλα αυτά τα πράγµατα.Τι έγιναν άραγε όλοι εκείνοι οι σεµνοί ξένοι που µε τόση κρυφή συγκίνηση κοίταζαν εµάς τα παιδιά,όταν πηγαίναµε να πάρουµε τα είδη; Πολλές φορές τους πρόσεξα,να µου ζυγιάζουν πολύ παραπάνω κάνοντας µάλιστα και τον αυστηρό.

 
 

Όλοι τους έχουν λησµονήσει. Αν σκότωναν ανθρώπους, θα ήταν σήµερα πασίγνωστοι, ίσως και δοξασµένοι. Αλλά,τί να µας κάνουν τα τρόφιµα του ερυθρού σταυρού;Η τροφή ήταν µια καθηµερινή υπόθεση,που µόνο µια γεµάτη αγορά µπορούσε να τη λύσει. Γι. αυτό κι εγώ είχα καταφύγει στη φαντασία. Χρόνια και χρόνια,κι όχι µονάχα στην κατοχή,τέτοια ήταν τα νεανικά µου όνειρα.Όλο για φαγιά, για ψωµιά, για ρούχα και παπούτσια. Δε µου έµενε δυστυχώς καιρός ούτε ικµάδα για πράγµατα υψιπετή και λεπτεπίλεπτα. Αργά το διαπιστώνω, τι κρίµα!

 

 

Απόσπασμα από το διήγημα ''Το Γάλα'' του συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου.

                                                                                                                            

                                                                                                                              

                                                                                                                             Γιώργος Ιωάννου,Συγγραφέας

 
 

 

ΠΑΡΟΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΕΠΙΔΗΜΟΙ ΣΕ ΞΕΝΟ ΤΟΠΟ

 

 

''Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν, ος μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης Αυτού.''

 
 

 Ο Άγιος Κυπριανός,ο Καρθαγένης,με το παρακάτω κείμενό του, μας δείχνει τον Χριστιανικό τρόπο θεώρησης του θανάτου.Όχι με απελπισία,αλλά με προσμονή και ανυπομονησία. Γιατί,ποιός ευλογημένος άνθρωπος, δεν θα σπεύσει με χαρά να αντικρύσει τον Κύριό Του το συντομότερο;Δεν πρέπει να θλιβώμεθα, αγαπητοί χριστιανοί από την εκδημία των αδελφών μας προς τον Θεό,αφού γνωρίζομε καλά ότι δεν έχουν χαθή, αλλ' ότι απλώς προηγούνται από εμάς. Ξέρομε πράγματι ότι δεν μας εγκαταλείπουν παρά για να προπορευθούν, όπως κάνουν συχνά οι ταξιδιώτες και οι ναυτικοί. Μπορούμε να λυπούμεθα, χωρίς όμως να θρηνούμε την απώλειά τους.Ο απόστολος Παύλος, μέμφεται κάθε άνθρωπο που δοκιμάζει θλίψι με τον θάνατο των δικών του, τον επιπλήττει και μάλιστα τον κατηγορεί: «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα. ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού άξει (θα φέρη) συν αυτώ».

 
 

Πράγμα,που σημαίνει,ότι αυτοί που θλίβονται για τον θάνατο των δικών τους, είναι πράγματι αυτοί που δεν έχουν ελπίδα.Επομένως,εμείς που ζούμε με την ελπίδα και πιστεύομε στον Θεό, εμείς που έχομε την πεποίθηση ότι ο Χριστός υπέφερε για εμάς και ανέστη, που έχομε αναγεννηθή δι' Αυτού και εν Αυτώ, γιατί θλιβόμεθα τόσο με την εκδημία των δικών μας, σαν να ήσαν χαμένοι δια παντός, αφού ο ίδιος ο Χριστός, ο Κύριός μας, μας ενισχύει με αυτούς τους λόγους: «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή· ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα».Εάν, λοιπόν, πιστεύομε στον Ιησού Χριστό, εάν έχομε εμπιστοσύνη στους λόγους και στις υποσχέσεις Του, δεν θα πεθάνομε ποτέ.Ας μην λησμονούμε ότι ο θάνατος δεν είναι μία τελική έξοδος, αλλά ένα πέρασμα, μια πρόσκαιρη πορεία προς την αιωνιότητα. Ποιος δεν θα βιαζόταν να φθάση σε μία ζωή καλύτερη; Ποιος δεν θα ήταν ανυπόμονος να αλλάξη μορφή, να μεταμορφωθή κατ' εικόνα Χριστού και να πλησιάση το ταχύτερον στην ουράνια ευγένεια και δόξα, όπως το κηρύσσει ο απ. Παύλος: «Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν, ος μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης Αυτού».Όπως μαρτυρεί το βιβλίο της Γενέσεως, ο Ενώχ αρπάχθηκε από την ζωή, αυτός που είχε την εύνοια του Θεού: «Ευηρέστησεν Ενώχ τω Θεώ, και ουχ ευρίσκετο, ότι μετέθηκεν αυτόν ο Θεός».Δια μέσου του Σολομώντος, το άγιον Πνεύμα μας διδάσκει ομοίως ότι, αυτοί που ευαρεστούν στον Θεό, καλούνται πρόωρα από την ζωή και ελευθερώνονται γρηγορώτερα από τον κόσμο· από φόβο μήπως, η πολύ μεγάλη παραμονή στην γη, συμβή να τους φθείρη: «Ηρπάγη, μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού. Αρεστή γαρ ην Κυρίω η ψυχή αυτού· δια τούτο έσπευσεν εκ μέσου πονηρίας».Ευρίσκομε ακόμη μέσα στους Ψαλμούς το παράδειγμα του Δαυίδ, μιας ψυχής αφοσιωμένης στον Θεό με την πίστη την πνευματική, που σπεύδει με βιασύνη προς τον Κύριο: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, Κύριε των δυνάμεων. Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου».Είναι ίδιον εκείνου που ο κόσμος γοητεύει, που αφήνεται να πλανηθή από τα απατηλά θέλγητρα του κόσμου, να επιθυμεί να παραμείνει επί μακρόν στην ζωή. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, όμως, μας υποχρεώνει ζωηρά να μη προσηλωνόμεθα στον κόσμο, υπακούοντες στις σαρκικές επιθυμίες μας, και μας παροτρύνει με αυτούς τους λόγους: «Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω· εάν τις αγαπά τον κόσμον, ουκ έστιν η αγάπη του Πατρός εν αυτώ· ότι παν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου, ουκ έστιν εκ του Πατρός, αλλ' εκ του κόσμου εστί. Και ο κόσμος παράγεται (παρέρχεται) και η επιθυμία αυτού· ο δε ποιών το θέλημα του Θεού μένει εις τον αιώνα».Ας είμεθα μάλλον έτοιμοι να υπακούσωμε στις βουλές του Θεού, ισχυροί με μια ψυχή ευθεία και ειλικρινή, με μια πίστη ακλόνητη και ένα θάρρος σταθερό, και ας μη θλιβώμεθα από τον θάνατο αυτών που μας είναι αγαπητοί. όταν σημάνει η ώρα, να καλέσει και εμάς ο Θεός, ας βαδίσωμε προς Αυτόν χωρίς δισταγμό, χωρίς βαρυθυμία.Αν οι δούλοι του Θεού όφειλαν, σε κάθε εποχή, να συμμορφώνονται με αυτόν τον κανόνα, η τήρησίς του τώρα έχει γίνει μία αναγκαιότητα. Ο κόσμος, πράγματι, επιταχύνει τον όλεθρό του και βρίσκεται πολιορκημένος από πλήθος συμφορών που τον φθείρουν, εις τρόπον ώστε εμείς που έχομε συνείδηση των κακών, που τον έχουν ήδη προσβάλλει σφοδρώς και που γνωρίζομε ότι γεγονότα ακόμη βαρύτερα τον απειλούν, συμπεραίνομε χωρίς κόπο ότι, το μεγαλύτερο συμφέρον για εμάς τους Χριστιανούς είναι να αποσυρθούμε, το γρηγορώτερον, από την γη εδώ.Και δεν πρέπει, αγαπητοί αδελφοί μου, να λησμονούμε ότι, έχομε ήδη αποχωρισθεί από τον κόσμο και ζούμε εδώ κάτω «ως πάροικοι και παρεπίδημοι» – σαν ξένοι και περαστικοί – σαν ταξιδιώτες. Ευλογημένη η ημέρα, που έχει ορίσει στον καθένα την πραγματική του κατοικία και που, αφού μας αποσπάσει από αυτόν τον κόσμο και μας απαλλάξει από τα δεσμά του, μας μεταφέρει στον Παράδεισο και στην Βασιλεία των Ουρανών. Τι γλυκύτητα να πεθαίνεις χωρίς φόβο! Τι μακαριότητα βαθειά και ατελείωτη, να ζεις μέσα στην αιωνιότητα!

 

Ποιος είναι αυτός που δεν θα έσπευδε να ξαναφθάσει στην πατρίδα του, μετά από ένα διάστημα παραμονής στην ξενιτιά; Πατρίδα μας είναι ο παράδεισος και εξ αρχής είχαμε τους Πατριάρχες για πατέρες. Γιατί, λοιπόν, δεν σπεύδομε ν' αντικρύσωμε την πατρίδα μας;Εκεί ευρίσκεται ο ένδοξος χορός των Αποστόλων, η ζωογόνος πληθύς των Προφητών, η αναρίθμητη στρατιά των Μαρτύρων, στεφανωμένων για τα κατορθώματά τους ενάντια στον εχθρό και τον πόνο, απολαμβάνοντες εκεί τον θρίαμβό των. Εκεί ακτινοβολούν οι παρθένοι, που υπεδούλωσαν με αξιέπαινες προσπάθειες την φιληδονία της σαρκός. Εκεί, τέλος, ανταμοίβονται οι άνθρωποι που επέδειξαν ευσπλαχνία και οίκτο, που πολλαπλασίασαν τις ελεήμονες πράξεις τους συντρέχοντες, σαν βοηθοί, στις ανάγκες των πτωχών και, πιστοί στα παραγγέλματα του Κυρίου, κατάφεραν να ανυψωθούν από τα γήινα αγαθά στους θησαυρούς τους ουράνιους.Ας βιαστούμε λοιπόν, να τους συναντήσωμε και να παρουσιασθούμε ενώπιον του Κυρίου, και ο Χριστός μας ας διαγνώσει τον πόθο της πίστεως και της ψυχής μας· Αυτός, ο Οποίος απονέμει την ύψιστη ανταμοιβή της δόξης Του σε αυτούς, που τον έχουν ποθήσει με την πιο μεγάλη θέρμη της καρδιάς τους.

 
 
Πηγή.xristianos.gr.Επιμέλεια,διασκευή ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.''
                        

                                                                                                                                                             

                                                                                                                                                         Άγιος Κυπριανός Καρθαγένης


 

 

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

ΑΓΑΠΗΤΕ ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΓΕΡΟ-ΘΕΟΚΤΙΣΤΕ

 

 

                                                                                                              

 Αγαπητέ εν Κυρίω γερο-Θεόκτιστε,Χριστός Ανέστη!

 

 

Εύχομαι η αναστάσιμος χαρά,να πληροί πάντοτε την καρδιάν σου!Εις την προηγουμένην σου είχον αναφέρει περί της εσωτερικής εργασίας και της πνευματικής εγρηγόρσεως.Περισσότερον συγκεκριμένως οφείλει ο Μοναχός,να αναπτύσσει μίαν εσωτερικήν,καρδιακήν δραστηριότητα προσευχής και αυτομεμψίας.''Οφείλομεν διηνεκώς εαυτούς κατακρίνειν και μέμφεσθαι,'' διότι ο ''χρεώστην εαυτόν λογιζόμενος,απροσδόκητον πλούτον αιφνιδίως λήψεται'' χάριτος και ειρήνης.Όταν η πνευματική εργασία έχει,ως  ψυχήν της την ταπείνωσιν,η οποία εκφράζεται δια της αυτομεμψίας,ο Μοναχός ευρίσκεται εις ασφάλειαν και προφυλάσσεται από την πλάνην.Η ευλογημένη αυτομεμψία είναι η μήτηρ του τρισευλογημένου πένθους και των χαριτωμένων δακρύων.Η επιμονή εις την εσωτερικήν χειραγώγισην της καρδίας θα φέρει οπωσδήποτε καρπούς,θα ζωοποιήσει την καρδίαν,διότι θα την ανακαλεί συνεχώς από την αιχμαλωσίαν των παθών και θα την συνηθίσει να εντρυφά εις την προσευχήν και το πένθος.Ο αββάς Ματόης συμβουλεύει τον κάθε Μοναχόν με θαυμαστήν λιτότητα,αλλά και πηρότητα...'' Ύπαγε,παρακάλεσον τον Θεόν,ίνα δώσει πένθος εις την καρδίαν σου και ταπείνωσιν και πρόσεχε πάντα τις αμαρτίες σου.Και μη κρίνε άλλους,αλλά γενού υποκάτω πάντων.Κόψον την παρρησίαν από σου και κράτησον την γλώσσαν σου και την κοιλίαν σου.Εάν τις λαλήσει περί πράγματος οιουδήποτε,μη φιλονεικήσεις μετ' αυτού,αλλ' εάν καλώς λέγει,ειπέ ''ναι'' εάν δε κακώς,ειπέ ''συ οίδας πως λαλείς.'' Μη όριζε μετ' αυτού περί ων λάλησε και αύτη εστίν η ταπείνωσις.Μία άλλη όψις της εσωτερικής εργασίας είναι εκείνη,η οποία μάλιστα χαραχτηρίχει τον βαθύν,πνευματικόν άνθρωπον,κατά την οποίαν η καρδία είναι αφωσιωμένη μυστικώς με άκραν εμπιστοσύνην εις τον Νυμφίον της.Ζει δηλαδή,την Ζωήν της Πίστεως και είναι πάντοτε έτοιμη να ανοιχθεί και να αποδειχθεί το θείον θέλημα χωρίς ταραχήν.Η αυταπάρνησις αρχίζει από την καρδίαν.Ελπίζω να επανέλθω επί του θέματος συντόμως.Μεταβίβασε τα βαθύτατα σέβη μου εις τον άγιον Γεροντά σου.Χριστός Ανέστη!

 


Απάνθισμα πνευματικών επιστολών του μακαριστού,Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ.Κυπριανού,από το βιβλίο του,''ΠΡΟΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ''.

 

                                                                                                   

                                                                                                                        Μάρτιος 1982.    Ευχέτης προς Κύριον

 

                                                                                                                                     

                                                                                                                                     Ο Ωρωπού και Φυλής Κυπριανός




''Τη Υπερμάχω Στρατηγώ'' Ψάλλει η χοροδία της Ι.Μ.Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,Φυλής Αττικής.

 
 

Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΘΕΩΡΟΥΜΕΝΗ ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΑ

 

 

Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΘΕΩΡΟΥΜΕΝΗ ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΑ.ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

 

Α) ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ                                              Υπό π.Νικηφόρου Νάσσου
 

Δέν θά μπορούσαμε νά ὁμιλοῦμε γιά ὀρθόδοξο ποιμαντική καί γιά πνευματική πατρότητα, στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, ἄν δέν γινόταν λόγος γιά τήν ἁμαρτία, ἀφοῦ μέ τήν ποιμαντική, αὐτή καταπολεμεῖται, καταλύεται καί νικᾶται ἐν Χριστῷ μέσα στό στάδιο τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος καί αὐτό γίνεται μέ τά «ὅπλα τοῦ φωτός». Πῶς, ὅμως, νοεῖται ἡ ἁμαρτία ὀρθοδόξως, κατά τήν Πατερική μας Παράδοση; Τό θέμα τῆς ἁμαρτίας εἶναι τεράστιο, ἀλλά ἐδῶ θά γίνουν ἐνδεικτικές ἀναφορές, γενικές, χωρίς νά παρατεθοῦν λεπτομέρειες γιά τήν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας, τή φύση ἤ τίς μορφές της, τίς διακρίσεις τῶν ἁμαρτιῶν κλπ., διότι θά χρειαζόταν νά γραφοῦν πάρα πολλά γιά ὅλα αὐτά. Ὑπάρχει ἕνα πλῆθος Πατερικῶν θέσεων καί ἑρμηνειῶν, ἀπό τίς ὁποῖες θά ἐπιλέξουμε τίς κυριώτερες, γιά νά κατανοήσουμε πῶς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ θεωρεῖ τήν ἁμαρτία, διότι ἀπό αὐτήν τή θεώρηση ἐξαρτᾶται ἡ περαιτέρω πνευματική καί ποιμαντική ἀντιμετώπιση τῆς ἁμαρτίας, ἐν Χριστῷ.Ἀρχικά θά ποῦμε ὅτι ἡ λέξη «ἁμαρτία» μέ τήν ἀρχαιοελληνική σημασία τοῦ ὅρου σημαίνει ἀστοχία, ἀπόκλιση ἀπό ἕναν συγκεκριμένο στόχο.

 
 

Στήν ΘΗΕ διαβάζουμε τά ἑξῆς: «Ἡ ἐτυμολογία τοῦ τε ἑλληνικοῦ ὅρου ἁμαρτία και τοῦ ἀντιστίχου ἐβραϊκοῦ χαττάθ, σημαίνει ἀποτυχία εἰς τήν προσπάθειαν πρός ἐπιτυχίαν ὡρισμένου τινός σκοποῦ».1 Ἡ ἁμαρτία θεωρεῖται ὡς ἀστοχία καί στήν ὀρθόδοξη Παράδοση, ἐπειδή οἱ ἄνθρωποι, διά τοῦ Γενάρχου μας Ἀδάμ στόν ἐπίγειο Παράδεισο τῆς Ἐδέμ, ἀποτύχαμε τοῦ στόχου, πού ἦταν ἡ θέωση καί ἕνωση μέ τόν Θεό, γεγονός πού θά ἐπραγματοποιεῖτο μέ τήν καλή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου μας. Τό Προπατορικό ἁμάρτημα συνιστᾶ ὑπαρκτική ἀστοχία νά πραγματοποιήσει ὁ ἄνθρωπος τήν κατά Θεόν τελείωσή του, τήν ἐπίτευξη τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν», πού κατά τούς Πατέρες εἶναι ἡ χαρισματική θέωση. Ταυτόχρονα ὅμως, ἡ ἁμαρτία εἶναι καί παρακοή στό Νόμο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἄλλωστε ἐκφράστηκε διά τοῦ λεγομένου Προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Ὁ μεγάλος δογματολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, θά σημειώσει ἐν προκειμένῳ, ὅτι ἡ κακία, «οὐδέν ἕτερον ἐστιν, εἰμί ἁμαρτία καί ἀποτυχία καί παρακοή τοῦ δεσποτικοῦ νόμου».2Αὐτή ἡ ἀπόκλιση ἀπό τόν στόχο καί ἡ παρακοή στό θεῖον θέλημα, συνεχίζεται μέσα στήν ἱστορία, μέ τά ἁμαρτήματα τά λεγόμενα μεταπατορικά, τά κατοπινά. Ἡ ἁμαρτία εἶναι καί λέγεται ἀλλοτρίωση Θεοῦ καί νέκρωση. Διά τῆς ἁμαρτίας, ὁ ἄνθρωπος ἀλλοτριώνεται ἀπό τόν Θεόν, νεκρώνεται ἀπό τήν πηγή τῆς Ζωῆς. Εὔστοχα ὁ Μ. Βασίλειος γράφει ὅτι «τοῦτο ἐστι τό κακόν, ἡ τοῦ Θεοῦ ἀλλοτρίωσις».3 Καί ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, θά τό ἐπαναλάβει μέ αὐτά τά λόγια: «ἁμαρτία ἐστιν ἡ τοῦ Θεοῦ ἀλλοτρίωσις, ὅς ἐστίν ἡ ἀληθινή τε καί μόνη ζωή»4.Ὅταν ἁμαρτάνουμε, ἀποχωροῦμε καί φεύγουμε «εἰς χώραν μακράν» καί ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν ἐπισκίαση τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ· αἰθανόμαστε τήν λεγομένη «ἐγκατάλειψη» ἀπό αὐτήν. Μέ τήν Μετάνοια, νιώθουμε καί πάλι τήν ἐπανέλευση τῆς Χάριτος.Ἡ ἁμαρτία εἶναι μιά παρά φύσιν κατάστασιν τῆς ψυχῆς. Ἡ φυσιολογική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά μήν ἁμαρτάνει, ἅπαξ καί ἔχει βαπτισθεῖ καί ἀναγεννηθεῖ ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό! Καί τοῦτο διότι μένει μέσα στόν Βαπτιζόμενο ἄνθρωπο ἡ νέα ζωή πού τοῦ μετέδωσε ὁ Θεός μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα Του, ὅπως λέγει ἡ Γραφή. Δέν εἶναι αὐτό ὑπερβολή, οὔτε παραλογισμός, τό νά μήν μπορεῖ (νά μήν ἔχει λόγο) ὁ ἄνθρωπος νά ἁμαρτήσει μετά τό Βάπτισμα, διότι αὐτό ἀναφέρεται καθαρά στό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί συγκεκριμένα στήν Α΄ Καθολική ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου: «Πᾶς ὁ γεγενννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ, ὅτι σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει· καί οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται».5 Στή φυσιολογική του κατάσταση λοιπόν ὁ ἄνθρωπος δέν ἁμαρτάνει. Αὐτό λέγεται ψυχική ὑγεία ἀπό τούς Πατέρες μας. Ἀλλά δυστυχῶς, ἐπειδή εἴμαστε τρεπτοί καί αὐτό εἶναι συστατικόν τῆς κτιστῆς φύσεώς μας (μόνο τό ἄκτιστο εἶναι ἄτρεπτο6), κάνουμε κακή χρῆση τοῦ αὐτεξουσίου καί ἁμαρτάνουμε. Ἐνῶ δέ, ὀντολογικῶς ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀνυπόστατη, μέ τήν παράχρηση τοῦ αὐτεξουσίου τήν καθιστοῦμε ὑπαρκτή. Πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι στούς ἀγγέλους καί στούς ἀνθρώπους ἐδόθη ἀπό τόν Θεό ὡς δῶρο τό αὐτεξούσιο. Ἀπό τήν καλή χρῆση του σωζόμαστε. Ἀπό τήν κακή χρῆση τοῦ αὐτεξουσίου ἁμαρτάνουμε. «Ἀρχή καί ρίζα τῆς ἁμαρτίας τό ἐφ᾿ ἠμῖν καί τό αὐτεξούσιον», θά πεῖ καί πάλι ὁ φωστήρ τῆς Καισαρείας Βασίλειος. Εἶναι μάλιστα ἀξιοπρόσεκτο τό ὅτι αὐτό ἐλέχθη καί ἀπό τούς φιλοσόφους, καί συγκεκριμένα ἀπό τόν Ἀριστοτέλη, ὁ ὁποῖος στά «Ἠθικά Νικομάχειά» του γράφει: «ἐφ᾿ ἡμῖν δή καί ἡ ἀρετή, ὁμοίως δέ καί ἡ κακία».7 Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν εἶναι κανείς ἐκ φύσεως κακός - ἁμαρτωλός, ἀλλά γίνεται κατά τήν προαίρεση, ὅπως άναφέρεται στήν Πατερική Γραμματεία. «Οὐδείς κατά οὐσίαν κακός ἐστίν, ἀλλά κατά προαίρεσιν», θά γράψει, μεταξύ ἄλλων Πατέρων καί ἐκκλησιαστικπων συγγραφέων, Δίδυμος ὁ Ἀλεξανδρεύς8.Ὅταν ἁμαρτάνουμε, ἀσθενοῦμε ψυχικῶς, ἀφοῦ ἐκπίπτουμε ἀπό τήν κατάσταση τῆς ὑγείας, τήν «κατά φύσιν». Συνεπῶς πρός τά ἀνωτέρω, ἡ ἁμαρτία εἶναι καί λέγεται νόσος τῆς ψυχῆς. «Νόσος καί τρώσις ψυχῆς ἡ ἁμαρτία»9. Αὐτή ἡ νόσος πρωτοεμφανίζεται στόν ἐπίγειο Παράδεισο μέ τήν Πτώση τῶν πρωτοπλάστων καί κληροδοτεῖται στή φύση μας ἀπό αὐτούς. Πολύ παραστατικά θά τό πεῖ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Νενόσηκεν οὖν ἡ φύσις τήν ἁμαρτίαν, διά τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνός, τοῦ Ἀδάμ».10Αὐτήν τή νόσο τῆς πεσούσης φύσεώς μας τήν ὁποία κληρονομήσαμε ἀπό τον Ἀδάμ, τήν θεραπεύει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός μέ ὅλο τό ἀπολυτρωτικό ἔργο Του, μέ τήν σωτηριώδη θεία Οἰκονομία Του ὅπως λέγεται.Γι᾿ αὐτό και ὁ Χριστός προσφωνεῖται στίς εὐχές τῆς Θ. Λειτουργίας καί σέ πολλές ἄλλες εὐχές και ὕμνους ὡς «ὁ Ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν». Καί ἡ Ἐκκλησία Του, εἶναι τό πνευματικό ἰατρεῖο, ὅπως τόσο παρασταστικά τό λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, τό ὁποῖο θεραπεύει τίς ψυχές. «Καί γάρ ἰατρεῖον θαυμαστόν τῆς Ἐκκλησίας τό διδασκαλεῖον ἐστιν· ἰατρεῖον οὐχί σωμάτων ἀλλά ψυχῶν. Πνευματικόν γάρ ἐστι, καί οὐχί τραύματα σαρκός, ἀλλ᾿ ἁμαρτήματα διανοίας διορθοῦται».11

 

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

ΚΥΡΙΕ ΜΗ ΜΕ ΠΑΡΕΙΣ ΑΝ ΔΕΝ ΓΙΝΩ ΟΛΟΣ ΣΟΣ


  

''Η ταπείνωσις είναι καλή,η ταπεινολογία είναι υπερηφάνεια.Η ταπείνωσις θέλει καρδιακή συντριβή και όχι επιδείξεις.'' Γέρων Ιερώνυμος Αιγίνης. 



Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν εφιαλτικές.Ο Γέροντας υπέφερε πολύ.Από την μια η δύσπνοια κι ο βήχας τον ταλαιπωρούσαν και δεν μπορούσε,να αναπνεύσει εύκολα.Κι από την άλλη είχε διάφορα άλλα συμπτώματα [πόνους στο στήθος,στα πόδια και σ' άλλα σημεία του σώματος] και κυρίως μια εσωτερική θέρμη,που ένιωθε να του καίει τα σωθικά,ενώ εξωτερικά η θερμοκρασία του ήταν κανονική.Η απαντησή του σε όλες αυτές τις σωματικές ταλαιπωρίες ήταν η προσευχή.Ποτέ δεν ακούστηκε ο παραμικρός γογγυσμός ή κάποιο παράπονο.Δοξολογούσε συνέχεια τον Θεό.Στις περιπτώσεις,που από τις συσπάσεις του προσώπου του καταλαβαίναμε,ότι υποφέρει περισσότερο,το μόνο,που συνήθιζε να λέει,ήταν...''Κύριε,μη με πάρεις,εάν δεν γίνω όλος Σος!'' Η αγωνία του δεν αφορούσε την έκβαση της υγείας του.Αυτό ήταν στα χέρια του Θεού.Αν ο Θεός ήθελε να γίνει καλά,θα γινόταν.Αν όχι,γενηθήτω το θελημά Του.Εκείνο που τον απασχολούσε ήταν η τελείωσή του,η σωτηρία του.Μετά από μια ζωή αγώνων,προσευχής και κοινωνίας με τον Θεό,επιθυμούσε ακόμα την μετάνοια.



Το δωμάτιό του είχε μεταβληθεί σε πνευματικό ιατρείο.Συχνά έξω από την πόρτα του θαλάμου του περίμενε μεγάλος αριθμός ανθρώπων.Εκλιπαρούσαν την Γερόντισσα Ευπραξία να τους επιτρέψει να μπουν,έστω για να ασπασθούν μόνο το χέρι του.Και εκείνος,που αντιλαμβανόταν πολλές φορές,τι γινόταν έξω από την πόρτα,υποχωρούσε στην αγάπη τους κι έλεγε στην Γερόντισσα να τους ανοίξει.Σ' όλους απ' αυτούς που περνούσαν κι ασπάζονταν το χέρι του δεν έλεγε κουβέντα.Σε μερικούς όμως,έλεγε κάποια λόγια ή έκανε ερωτήσεις,που συχνά τους έφεραν σε αμηχανία.Μεταφέρουμε κάποιες από τις συνομιλίες τους,στις οποίες είμασταν μάρτυρες.-Πώς σε λένε;-Δημήτρη.-Πόσες έχεις;-...Καμμία.-Άκουσε!Είμαι πενήντα τρία έτη πνευματικός.Την αλήθεια πες μου.-Τώρα δεν έχω καμμία.-Α,είχες και άφησες.Δεν άφησες;Ν' αφήσεις,αν θέλεις να γίνεις καλά.Κι ο νέος έφυγε με σκυμμένο το κεφάλι.Όταν απεμακρύνθη,ο Γέροντας μας είπε...-Οι κοπέλλες με τις οποίες είχε σχέσεις,γυρνούσαν γύρω-γύρω από το πρόσωπό του.Σε μια νεαρή άρρωστη,που τον πλησίασε υποβασταζόμενη και αναμαλλιασμένη είπε...-Όπως είναι τα μαλλιά σου ανακατωμένα,έτσι είναι και τα μυαλά σου!Φρόντισε να μαζέψεις τον νου σου και να παύσεις ν' αμαρτάνεις και θα γίνεις καλά.-Ναι πάτερ,θα προσπαθήσω,απάντησε η κοπέλλα κι απομακρύνθηκε κλαίγοντας.Κάποια ηλικιωμένη γυναίκα,μόλις πέρασε μέσα στο δωμάτιο γονάτισε,έφτασε γονατιστή μέχρι το κρεββάτι του και του φιλούσε τα πόδια.Ο Γέροντας την αντιλήφθηκε,αλλά δεν αντέδρασε,έμεινε απαθής.Όταν πλησίασε ακόμη περισσότερο,της έτεινε το δεξί του χέρι και της είπε...-Αυτό έχει την ευλογία και όχι τα πόδια.Η ταπείνωσις είναι καλή,η ταπεινολογία είναι υπερηφάνεια.Η ταπείνωσις θέλει καρδιακή συντριβή και όχι επιδείξεις.Φρόντισε να γίνεις ταπεινή και θα σωθείς.Κι η γυναίκα απομακρύνθηκε χλωμή και σκεφτική.Όλοι είχαν μείνει έκπληκτοι με την αγιότητα και το προορατικό χάρισμα αυτού του παπά.Κι όταν,κατά τις επισκέψεις των γιατρών,βγαίναμε έξω στο σαλόνι του νοσοκομείου,δεν ακούγαμε τίποτα άλλο στις συζητήσεις αρρώστων και συγγενών,παρά τις εντυπώσεις τους για τον π.Ιερώνυμο.-Καλέ,αυτός είναι άγιος άνθρωπος!Μου είπε,πως πρέπει να εκπληρώσω ένα τάμα,που είχα κάνει μικρή και τό'χα ξεχάσει κι εγώ η ίδια.Κρίμα,που δεν τον γνώρισα νωρίτερα.Να υπάρχει τέτοιος άγιος και να μην το ξέρουμε;-Κι εμένα μου είπε για τον άντρα μου,που δεν τον είχε δει ποτέ του,μου περιέγραψε ακριβώς τον χαραχτήρα του.Μου είπε,πως είναι πολύ καλός και φιλότιμος,αλλά βλασφημεί και δεν πηγαίνει στην εκκλησία.Και πραγματικά έτσι είναι.Είναι πάρα πολύ καλός και δεν έχω κανένα παράπονο,εκτός από αυτά,που μου είπε ο άγιος αυτός άνθρωπος.[...]Ένα από τα πνευματικά παιδιά του στενού κύκλου του Γέροντα ήταν και η κυρία Στ.Είχε μητέρα,που υπόφερε από Parkinson κι,επειδή δεν είχε άνθρωπο,να την προσέξει,δεν ερχόταν πολύ συχνά στο νοσοκομείο.Κάποιο απόγευμα όμως,άφησε μια μικρή ανηψιά της,να την προσέχει κι η ίδια έτρεξε στο νοσοκομείο έστω για λίγες ώρες,να δει τον Γέροντα.Δεν πέρασαν πέντε λεπτά περίπου,αφότου μπήκε στο δωμάτιο του Γέροντα και εκείνος την ρώτησε...-Άφησες κανέναν με την μητέρα σου;-Μάλιστα Γέροντα.-Ποιόν άφησες;-Την ανηψιά μου.-Να φύγεις γρήγορα.Η μητέρα σου είναι μόνη της.-Μα,Γέροντα την άφησα με την ανηψιά μου κι έπειτα έφυγα.Δεν είναι μόνη της.-Να φύγεις γρήγορα,τώρα είναι μόνη της.Η γυναίκα τα έχασε.Αναρωτήθηκε,τί έπρεπε,να κάνει και τελικά αποφασίσαμε,να κατεβούμε κι δυο στο διπλανό Ζαχαροπλαστείο για να τηλεφωνήσουμε.Σχημάτισε τον αριθμό τηλεφώνου του σπιτιού της,αλλά το τηλέφωνο δεν απαντούσε.Ξαφνιάστηκε.Τι να συμβαίνει;Επιμένει και πάλι στο τηλέφωνο και μετά από αρκετή ώρα σήκωσε το ακουστικό η μητέρα της.-Τι θέλετε;Η Στ.δεν είναι εδώ [προφανώς λόγω ηλικίας και αθένειας δεν αναγνώρισε την φωνή της κόρης της].-Μαμά,εγώ είμαι μ' ακούς;-Ναι σ' ακούω.-Μόνη σου είσαι;-Ναι,μόνη μου.-Πού είναι η Πόπη,έφυγε;-Ναι έφυγε,είμαι μόνη μου τώρα.Εύκολα ν' αντιλαμβάνεται κανείς την έκπληξη,τον θαυμασμό και την συγκίνησή μας.Μόλις γυρίσαμε στο νοσοκομείο και μπήκαμε στον θάλαμο του Γέροντα,τον βρήκαμε,να χαμογελάει αινιγματικά και να τείνει το χέρι του προς την Στ.-Έλα κόρη,πήγαινε στην μητέρα σου,της είπε απλά και ήρεμα.Η συμπεριφορά του ήταν τέτοια,ώστε ήταν φανερό,πως τα γνώριζε όλα.Όχι μόνο,πως η μητέρα της κας.Στ.ήταν μόνη της,αλλά σαν να είχε παρακολουθήσει ακόμα κι αυτή,την τηλεφωνική συνομιλία.Ο σεβασμός μας,όμως προς τον Γέροντα,αλλά και η εξοικείωσή μας προς τέτοια ''σημεία'' δεν μας επέτρεπε,να τον ρωτήσουμε,πώς τα γνώριζε όλα αυτά.Τα δεχόμασταν σαν σημεία της χάρης,που είχε ολοφάνερα ενοικήσει μέσα του και δοξάζαμε μόνο τον Θεό,που μας ελέησε,να γνωρίσουμε ένα πραγματικά άγιο.


 

Η κατάσταση της υγείας του επιδεινωνόταν συνέχεια.Με εξαίρεση κάποια μικρά διαστήματα που τον άφηναν για λίγο οι πόνοι,το μεγαλύτερο μέρος του εικοσιτετραώρου,μέρα και νύκτα,υπέφερε πολύ.Από το στόμα του όμως,δεν ακούστηκε,ούτε ο παραμικρός γογγυσμός,ούτε ένα παράπονο.Τις περισσότερες ώρες τον βλέπαμε,να προσεύχεται με προσοχή και με ένταση.Κάποτε η Γερόντισσα Ευπραξία τόλμησε να τον ρωτήσει...-Γέροντα,την μητέρα σου φωνάζεις;-Την Παναγία μας επικαλούμαι,καλογραία,την Παναγία μας.Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον είδαμε,να βρίσκεται σε έκσταση και να ψιθυρίζει ακατάληπτα για μας λόγια,μέσα στα οποία ξεχωρίσαμε λίγες φράσεις,όπως...-Κύκλο-κύκλο βάζουν το στεφάνι στο κεφάλι μου ή -Αίγινα,Αίγινα!Πολύ θα λυπηθείς,αλλά και πάλι θα χαρείς και στίχους θα ποιήσεις.

 

 Εισαγωγή κειμένου,επιμέλεια ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.''Από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση ''ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ,Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ.''

                                                                                                                          

                                                                                                                            

     Όσιος Ιερώνυμος της Αίγινας   

                                            

Η ΙΕΡΩΣΥΝΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΤΛΟΣ ΟΥΤΕ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΕΣΘΗΤΑ

 

 

 

''Αν τὴν ἱερωσύνη μὲ χαμερπῆ κολακεία καὶ μὲ χρήματα τὴν ἀσπάστηκες ἄπληστα, ξεφεύγοντας τὴν προσοχὴ τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδὴ δῆθεν δὲν διέκριναν τὴν ἀλήθεια, μὴ νομίσεις ὅμως ὅτι ἔτσι θὰ ξεφύγεις καὶ τὴν μέλλουσα ἀνταπόδοση.'' Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης

 
 

Ἡ εὐθύνη τοῦ κληρικοῦ ἔκανε τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ νὰ γίνει κληρικός, ὅταν τοῦ τὸ πρότεινε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος νὰ τὸν χειροτονήσει καὶ τελικῶς τὸ δέχτηκε μὲ πολλὲς πιέσεις.Μέσα ἀπὸ τὶς ἐπιστολές του θὰ δοῦμε τί πρέσβευε ὁ Ἅγιος γιὰ τὸ μέγα τῆς ἱερωσύνης ἀξίωμα. Σὲ ἐπιστολὴ ποὺ ἔστειλε στὸν Ἐπίσκοπο Ἐρμογένη γράφει: «κυριότερος ἐπίτροπος ἀπὸ τοὺς ἐπίγειους εἶναι αὐτὸς ποὺ στέφθηκε ἱερέας παρὰ ἐκεῖνος ποὺ πόθησε τὴν πορφυρὴ ἐσθήτα. Διότι ὁ ἱερέας εἶναι ὑπεύθυνος τῶν ψυχῶν, ἐνῶ ὁ βασιλιὰς εἶναι ὑπεύθυνος τῶν σωμάτων». Σὲ ἄλλη ἐπιστολὴ μὲ τὸν ἴδιο παραλήπτη σημειώνει «ἡ ἱερωσύνη βρίσκεται ἀνάμεσα στὴν θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τὴν πρώτη καὶ νὰ μεταβάλλει πρὸς τὸ ἀνώτερο τὴν ἄλλη». Στὸν Ἐπίσκοπο Θεοδόσιο γράφει «εἶναι θεῖο ἀξίωμα ἡ ἱερωσύνη καὶ ἀπὸ ὅλα ὅσα ὑπάρχουν τὸ πιὸ τίμιο. Διότι μὲ αὐτὴ καὶ ἀναγεννιόμαστε καὶ παίρνουμε μέρος στὰ ἰδιαίτερά μας μυστήρια, χωρὶς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετέχουμε στὰ οὐράνια.

 

 

Ὅπως μέσα στοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Κυρίου μας ἦταν καὶ αὐτὸς ποὺ τὸν πρόδωσε, ὁ Ἰούδας, ἔτσι δυστυχῶς καὶ στὶς τάξεις τοῦ κλήρου εἰσέρχονται πολλὲς φορὲς ἄτομα ἀκατάλληλα καὶ ἀνάξια, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν ζωή τους σκανδαλίζουν καὶ ψυχραίνουν τοὺς πιστούς. Ἐπιδρομεῖς κληρικοὺς τοὺς ὀνομάζει ὁ ἱερὸς πατήρ. Σὲ μιὰ ἐπιστολὴ γράφει: «αὐτοὺς ὅμως ποὺ τόλμησαν νὰ ὁρμήσουν σὲ αὐτήν... πρέπει νὰ τοὺς κατηγορεῖ κανείς... διότι παραμελώντας τὴν ὁδὸ ποὺ φέρνει στὴ λειτουργία καὶ ἀτιμάζοντας τὴν ἁγιοτάτη καὶ καθαροτάτη ὑπομονή, ποὺ ἀποκτήθηκε σὲ πολὺ χρόνο μὲ ἐναρέτους κόπους καὶ παραβλέποντας καὶ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὶς ἄλλες ἁγίες πράξεις τῆς ἐνάρετης ζωῆς, νόμισαν ὅτι τοὺς ἐπαρκεῖ ἡ χειροτονία. Καμαρώνοντας μόνο γι᾿ αὐτήν, προβάλλουν αὐτοὺς ποὺ ζοῦν σωστά».Ποιὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, ὅταν γίνονται κληρικοὶ ἀνάξιοι; «Ὅταν κάποιος νόθος καὶ ἀνάξιος εἰσέλθει μὲ τὴν βία στὸ ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, τότε κυρίως καὶ ὁ στολισμὸς τοῦ ἀξιώματος μεταβάλλεται σὲ ἀπρέπεια. Διότι εἶναι ἀφύσικο νὰ γίνονται οἱ ὑπήκοοι ὅμοιοι μὲ τὸν ἄρχοντα».Μεγάλη ἡ εὐθύνη τοῦ Ἐπισκόπου ποὺ χειροτονεῖ ἀνάξιους. Γράφει γιὰ κάποιον ἐπίσκοπο: «Ἂν ἀγνοώντας ὁ Εὐσέβιος τοὺς χειροτόνησε, θὰ ἔχει μέτρια ἀπολογία «ἐν ἀγνοίᾳ»· ἂν ὅμως, ὅπως λές, γνωρίζοντάς το παρὰ πολὺ καλά, παρέδωσε τὸ ποίμνιο (γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἔχυσε τὸ αἷμα του) σὲ λύκους γιὰ νὰ τὸ ἁρπάξουν, σὲ σκυλιὰ γιὰ νὰ ἀσελγήσουν καὶ σὲ ἀλεποῦδες γιὰ νὰ τὸ ἀφανίσουν μὲ δόλο, αὐτὸς δὲν θὰ ἔχει τί νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὶς τόσες ἁμαρτίες.Κι αὐτὰ τὰ λέγω, ὄχι διότι θὰ εἶναι ἀνεύθυνοι ἐκεῖνοι καὶ δὲν θὰ κριθοῦν, ἀλλὰ διότι αὐτὸς ποὺ παρέχει τὰ σπέρματα τῶν ἁμαρτημάτων θὰ τιμωρηθεῖ πολὺ περισσότερο. Διότι αὐτὸς ποὺ δημιουργεῖ τὴν αἰτία γίνεται αἴτιος γιὰ ὅλα ὅσα συμβαίνουν».Ἡ ἱερωσύνη κατὰ τὸν Ὅσιο δὲν εἶναι οὔτε ἀντικείμενο ἀγοροπωλησίας, οὔτε ταιριάζει στὸν καθένα,οὔτε εἶναι παιχνίδι,ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀδεξιότητα τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου. Φέρεται μὲ δριμύτητα πάντοτε καὶ ἐναντίον ἐκείνου ποὺ καπηλεύονται τὴν ἱερωσύνη.Σὲ μία του ἐπιστολὴ ἀναφέρει: «τὸν παλιὸ καιρό, στὴν ἐποχὴ τῶν ἑβραίων, καθὼς ἡ ἱερωσύνη συνδεόταν μὲ τὸ γένος, κατηγοροῦσαν πολλοί, διότι δινόταν ἐξαιτίας τοῦ γένους καὶ ὄχι τῆς ἀρετῆς· ἐπειδὴ ὅμως μεταρρυθμίστηκε πρὸς τὸ καλύτερο καὶ μεταβιβάστηκε στὴν ἀρετή, πολὺ περισσότερο κακοποιεῖται, παρὰ ὅταν καὶ κατώτερη ἦταν καὶ στὸ γένος μοιραζόταν μὲ κλῆρο. Διότι, τότε ἂν καὶ ἦταν μερικοὶ ἀνάξιοι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ προσερχόταν στὴν ἱερωσύνη, ἦταν ὅμως καὶ ἄριστοι καὶ ἡ ἐξαγορά της μὲ χρήματα ἀπαγορευόταν ἐντελῶς. Τώρα ποὺ καὶ πρὸς τὸ καλύτερο προόδεψε καὶ στὴν ἀρετὴ προσφέρθηκε, πολὺ περισσότερο καταπατήθηκε... εἶναι λοιπὸν γνωστὸ σὲ στεριὰ καὶ σὲ θάλασσα, ὅτι κανένας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ καλοπερνοῦν δὲν θὰ χειροτονηθεῖ ἱερέας». Ποιὸ ὅμως θὰ εἶναι τὸ τίμημα ποὺ θὰ πάρουν ὅλοι ὅσοι πῆραν τὴν ἱερωσύνη χωρὶς νὰ τὴν ἀξίζουν: «Ἂν τὴν ἱερωσύνη μὲ χαμερπῆ κολακεία καὶ μὲ χρήματα τὴν ἀσπάστηκες ἄπληστα, ξεφεύγοντας τὴν προσοχὴ τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδὴ δῆθεν δὲν διέκριναν τὴν ἀλήθεια, μὴ νομίσεις ὅμως ὅτι ἔτσι θὰ ξεφύγεις καὶ τὴν μέλλουσα ἀνταπόδοση». Ὁ Ἅγιος Ἰσίδωρος καὶ ἀλλοῦ καταδικάζει ὅσους πῆραν ἀνάξια τὴν ἱερωσύνη.Μεγάλο βάρος ρίχνει στοὺς Ἐπίσκοπους ποὺ χειροτονοῦν κάποιον χωρὶς νὰ ἐξετάσουν καὶ νὰ ἐρευνήσουν τὴν ζωή του. Τὴν μεγαλύτερη εὐθύνη γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ ἀναξίων καὶ σκανδαλοποιῶν ἀτόμων στὴν ἱερωσύνη, κατὰ τὸν ὅσιο ἔχουν οἱ Ἐπίσκοποι. Αὐτοὶ πρὶν τρέξουν νὰ βάλουν τὸ χέρι τους στὸ κεφάλι αὐτοῦ ποὺ θὰ χειροτονήσουν, πρέπει νὰ ἐξετάσουν καλὰ καὶ νὰ ρωτήσουν πολλοὺς καὶ νὰ διασταυρώσουν τὶς πληροφορίες τους γιὰ τὶς ἀρετὲς ἢ τὶς κακίες ποὺ ἔχει ὁ ὑποψήφιος κληρικὸς καὶ μετὰ νὰ τὸν χειροτονήσουν. Αὐτὲς εἶναι μερικὲς ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς στὶς ὁποῖες φαίνονται οἱ ἀπόψεις τοῦ Ὁσίου Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου γιὰ τὸν Ἱερὸ Κλῆρο.

 
 

Θὰ πρέπει νὰ γνωρίζει ὁ ὑποψήφιος κληρικός,τόνιζε ο Άγιος,ὅτι θὰ γίνει λυχνάρι ἀναμμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ γιὰ νὰ «ἑξαστράπτη φωτισμὸν τῇ ἐκκλησίᾳ» μὲ τὴν ζωή του μὲ τὴν δράση του. Ἑπομένως γράφει: «δὲν εἶναι δίκαιο νὰ γίνει ἱερέας ὁ βέβηλος», διότι «ἱερὸν εἶναι χρῇ τὸν ἱερωμένον». Ὁ κληρικός, συνεχίζει, πρέπει νὰ ἔχει τὴν δύναμη ὥστε «νὰ διατηρήσει τὸν ἑαυτόν του μακριὰ ἀπὸ κάθε τυραννικὸ καὶ αἰσχρὸ πάθος ὅπως τὰ ἀνάκτορα», διότι «ἐκεῖνος ποὺ ὑπηρετεῖ τὸν Θεὸ καὶ εἶναι κοντά του, τίποτε ξένο καὶ ὑλικὸ δὲν μπορεῖ νὰ φέρει ἐπάνω του».Στὸν ἐπίσκοπο Στρατήγιο, ποὺ εἶχε ἐνθρονιστεῖ πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ἔγραφε «γνώριζε, τιμιώτατε, ὅτι σὲ ὅλη σου τὴν ζωή, κυρίως ὅμως τώρα ποὺ ξεπερνᾶς τὰ ὅρια αὐτῆς ποὺ θεωρεῖται ἐξουσία, ἡ ὁποία εἶναι καὶ λειτουργία, θὰ ἤσουν δίκαιος ἂν νικοῦσες τὶς ἐπιθυμίες σου, γιὰ νὰ μὴ νικηθεῖς ἀπὸ καμία ἀδυναμία ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἔχουν οἱ ὑπήκοοί σου. Διότι εἶναι παρὰ πολὺ δυσάρεστο, ἂν συλληφθεῖς νὰ μὴ μπορεῖς νὰ ἐξουσιάζεις τὸν ἑαυτό σου, ἐνῶ θέλεις νὰ διατάζεις αὐτοὺς ποὺ εἶναι στὴν ἐξουσία σου.

 
 
 

Από τις Επιστολές του Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτη