ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟ.ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΘΕΟΥ.ΓΝΟΦΟΣ ΚΑΙ ΦΩΣ


ὑπό π. Νικηφόρου Νάσσου 

 

Εἶναι γεγονός, ὅτι κατά τούς πνευματοφόρους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀλήθεια περί τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο ἐμφανῶς δυσπρόσιτη καί δυσκατανόητη, καθώς ἀνέρχεται τά πνευματικά στάδια τῆς θεογνωσίας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, εἰσδύοντας ἐν ταπεινώσει στόν βυθό τοῦ μυστηρίου τῆς θεολογίας, θά γράψει χαρακτηριστικά ὅτι ἡ πρώτη καί καθαρωτάτη φύση, ἡ Ἁγία Τριάς δέν εἶναι δυνατόν νά κατανοηθεῖ ἀπό κανένα δημιούργημα. Μόνο ἡ Ἴδια γνωρίζει τόν Ἑαυτό της. «Ἡ πρώτη καί ἀκήρατος φύσις γινώσκεται μόνον ἑαυτῇ, λέγω δή τῇ Τριάδι». [1] Πῶς μπορεῖ, ἀλήθεια, ὁ φθαρτός καί χοϊκός ἄνθρωπος, ὁ κτιστός καί πεπερασμένος, νά ἐκφρασθεῖ ἀρκούντως γιά τόν Ἄκτιστο καί Ἄπειρο Θεό; Προσφυῶς ἔχει γραφεῖ ὅτι «τό θεῖο εἶναι ἀκατονόμαστο. Τά κατηγορούμενα πού ἀποδίδονται στόν Θεό, ὅπως, ἀσώματος, ἀγέννητος, ἄναρχος, ἄφθαρτος, δηλώνουν τί δέν εἶναι ὁ Θεός καί ὄχι τί εἶναι».[2] Τά ὅσα παρακάτω θά διατυπωθοῦν, ἀπαιτοῦν ἰδιαίτερη προσοχή προς κατανόησιν, διότι εἶναι πράγματα ὑψηλά καί προσεγγίζονται «ταῖς ὑψηλαῖς φρεσί», μέ νοῦ «ὑψηλό» καί διαυγῆ, μέ διάθεση πνευματική, μέ καρδιά φλεγόμενη ἀπό τό ἄυλον πῦρ. Γιατί ὁ ἐν Τριάδι Θεός μας δέν εἶναι γνώση κοσμική, ἀλλά ἐμπειρία πνευματική, γνώση ἄλλου εἶδους, μυστική. Δέν κατακτᾶται διανοητικά, ἀλλά φανερώνεται ἐσωτερικά καί μέ ἁγιοπνευματικό φωτισμό. Δέν ἀποτελεῖ προϊόν τῆς λογικῆς, ἀλλά συνιστᾶ ἀποκάλυψη καθαρῆς καρδιᾶς καί κρατεῖται ἔνδοθεν μυστικά.

 

ΔΥΟ ΟΔΟΙ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

Τί γνωρίζουμε, λοιπόν καί τί ἀγνοοῦμε ἀπό τόν Θεό; Πῶς ὑπάρχει ὁ ἐν Τριάδι Ἅγιος Θεός; Σέ τί συνίσταται τό μυστήριό Του; Τί εἶναι τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ; Τί καλεῖται γνόφος καί πῶς ἑρμηνεύεται θεολογικά; Σέ ὅλα αὐτά θά καταθέσουμε κατ᾿ ἐπιλογήν μέρος τῆς Πατερικῆς μαρτυρίας, ὥστε νά γίνει ἔστω κατά τό ἐλάχιστο καταληπτός αὐτός ὁ ἀστείρευτος καί ἀναφαίρετος πνευματικός πλοῦτος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀρχικά θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι γιά τόν Τριαδικό Θεό κάνουμε λόγο καί καταφατικά καί ἀποφατικά. Τονίζουμε δηλαδή τί εἶναι, ἀλλά καί τί δέν εἶναι ὁ Θεός. Ὑπάρχουν δύο ὁδοί. Ἡ καταφατική λεγομένη ὁδός, ἤ καταφατική θεολογία, ἀναφέρεται στήν προσιτή, καταληπτή καί γνωστή ὄψη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀποφατική ὁδός, ἤ ἀποφατική θεολογία, ἀναφέρεται στήν ἀπρόσιτη, ἀκατάληπτη καί ἄγνωστη ὄψη Του. Καί ἔχει παρατηρηθεῖ ὀρθά, πώς ἡ ἀνάπτυξη τῶν δύο αὐτών θεολογικῶν ὁδῶν συνδέεται στενά μέ τήν ἀκμή τῆς πατερικῆς θεολογίας καί χαρακτηρίζει σχεδόν ὅλους τούς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Μάλιστα, «καμμία διαλεκτική ἀντίθεση δέν εἶναι νοητή μεταξύ καταφατικῆς καί ἀποφατικής θεολογίας, ὑπάρχει, μεταξύ τους καί μιά ἄρρηκτη καί λειτουργική ἑνότητα. Ποτέ μέσα στήν ὀρθόδοξη παράδοση δέν γίνεται χρήση τῆς μιᾶς αὐτόνομα καί ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἄλλη»[3]. Ὁ δέ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, θεωρεί ὅτι ὁ καταλληλότερος τρόπος γιά τήν ἀπόδοση τῶν διαφόρων ὀνομάτων στό Θεό δέν εἶναι ἡ αὐτόνομη καταφατική ἤ ἀποφατική θεώρηση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ λειτουργική συνάφεια καί ταυτόχρονη χρήση τῆς καταφατικής καί τῆς ἀποφατικής θεολογίας. Αὐτήν ὁ ἅγιος χαρακτηρίζει ὡς «γλυκυτάτη…ἐξ ἀμφοῖν συνάφεια».[4]

Ο ΓΝΟΦΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΠΕΙΡΟΤΗΤΟΣ

 

Ἡ ὀρθόδοξη Θεολογία, μᾶς καταθέτει ὅτι ἡ θεία Φύση «ὑπέρκειται παντός φυσικοῦ εἶναι», ξεπερνᾶ κάθε κατάληψη καί γνώση κτιστή. Γι᾿ αὐτό ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θά ἐκφράσει μέ δύο μόνο λέξεις αὐτή τήν ὑπερβατικότητα τοῦ θείου Ὄντος καί θά πεῖ ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι ὁ «πάντων ἐπέκεινα». Δηλαδή, πάνω καί πέρα ἀπ᾿ ὅλα. Ὁ τριαδικός Θεός, ὡς τό ἀπόλυτο, ἄκτιστο καί αἰώνιο πνεῦμα, εἶναι φύσει ἀκατάληπτος καί ἀκατανόητος. Αὐτό θά διατυπώσει μέ τήν περιεκτική ρήση του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἄριστος Δογματολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας: «Ἄπειρον οὖν τό θεῖον καί ἀκατάληπτον, καί τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καί ἀκαταληψία»[5].Ἠσυχία καί σιωπή περιβάλλουν τό θεῖο σ᾿ ἐκείνη τήν ἀδιερεύνητη καί ἀπόκρυφη κατάσταση τῆς ὑπερβατικότητος, τήν ὁποία ὁ μέν Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης χαρακτηρίζει ὡς «κρυφιόμυστον σιγήν», ὁ δέ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ὡς «θείαν ἀφθεγξίαν».[6] Ἐπίσης, ἡ κατάσταση αὐτή τῆς ὑπερβατικότητας τοῦ Θεοῦ, χαρακτηρίζεται καί ἀπό τήν γνωστή λέξη «γνόφος». Εἶναι μάλιστα «ὑπέρφωτος γνόφος», πάλι κατά τόν Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη[7]. Γνόφος, κατά τόν ἱερό Πατέρα, εἶναι τό ὑπέρλαμπρο καί ἀπρόσιτο ἐκεῖνο φῶς στό ὁποῖο λέγεται ὅτι κατοικεῖ ὁ Θεός. «Ὁ θεῖος γνόφος ἐστι τό ἀπρόσιτον φῶς, ἐν ᾧ κατοικεῖν ὁ Θεός λέγεται».Ὅπως γνωρίζουμε, ἡ λέξη «γνόφος» σημαίνει, ἀντάρα, καταχνιά, ὁμίχλη. Ὑπέρφωτος δέ, γνόφος, θά λέγαμε ὅτι εἶναι ἕνα πολύ φωτεινό σκοτάδι, ἤ ἕνα πολύ δυνατό, ἐκτυφλωτικό φῶς! Ὅ,τι λ.χ. θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχει, ἄν σέ ἕνα δωμάτιο τοποθετηθεῖ μία λάμπα τῶν χιλίων watt. Φῶς εἶναι αὐτό πού θά παράγει, ἀλλά φῶς πού τυφλώνει καί δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά δεῖ. Ἔτσι, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, εἶναι και ὁ Θεός. Ὅσο πλησιάζεις, τόσο σέ τυφλώνει τό φῶς καί ὅσο νομίζεις ὅτι τόν γνωρίζεις, τόσο αἰσθάνεσαι τήν ἀγνωσία Του, ἀλλά σίγουρα θεωρεῖς μυστικά τήν παρουσία Του. Τόν βλέπεις, ἀλλά οὐσιαστικά διαπιστώνεις ὅτι δέν μπορεῖς νά Τόν δεῖς. «Ἐν τούτῳ τό ἰδεῖν, ἐν τῷ μή ἰδεῖν, - θά συμπληρώσει ὁ Νύσσης Γρηγόριος -, «ὅτι ὑπέρκειται πάσης εἰδήσεως τό ζητούμενον, οἷον τινι γνόφῳ τῇ ἀκαταληψίᾳ πανταχόθεν διειλημμένον».[8] Δηλαδή, σ᾿ αὐτό βρίσκεται ἡ θέα, στό νά μή βλέπεις, διότι αὐτό πού ζητᾶς εἶναι πάνω ἀπό κάθε γνώση καί περιβάλλεται ἀπό παντοῦ, σάν μέ ἄλλο γνόφο, ἀπό τήν ἀκαταληψία!Γιά τό λόγο αὐτόν ἀκριβῶς, «τόσο ὁ Διονύσιος Αρεοπαγίτης ὅσο καί ὁ Μάξιμος Ὁμολογητής ὑπογραμμίζουν μέ ἔμφαση ὅτι, ἄν ἐπιθυμεῖ ὁ ἄνθρωπος νά γνωρίσει πραγματικά τό Θεό, πέρα ἀπό τίς πνευματικές προϋποθέσεις τῆς καθάρσεως καί τοῦ φωτισμοῦ, πρέπει νά προσέλθει γυμνός ἀπό κάθε ἔννοια καί γνώση καί τότε μόνο θά μπορέσει νά δεῖ «ἀνομμάτως» καί νά γνωρίσει «ἀγνώστως» αὐτόν πού βρίσκεται πάνω ἀπό κάθε θέα καί γνώση[9]. Κι᾿ αὐτό γιατί ἡ πραγματική θεωρία καί γνώση τοῦ Θεοῦ συνίσταται γι᾿ αὐτούς στήν ἀορασία καί τήν ἀγνωσία του».[10]Ὁ Θεός, λοιπόν, «δέν κρύπτεται μόνο ἀπό τήν σιγή, ἀλλά καί ἀπό τό σκότος, δέν εἶναι μόνο ὅτι δέν ἀκούγεται, ἀλλά καί ὅτι δέν βλέπεται. Κρυμμένος στό γνόφο, μένει ἄγνωστος, καί ἡ ἀγνωσία ἀποτελεῖ τόν μόνο τρόπο προσεγγίσεώς του, ἀλλά προφανῶς στήν περίπτωση αὐτή ἡ ἀγνωσία εἶναι θετική λειτουργία. Τοῦτο ὑποδεικνύει πραγματικά ὁ ἴδιος ὁ Διονύσιος, καθώς συμπληρώνει τήν εἰκόνα μέ τήν παράσταση τοῦ «ὑπερφώτου γνόφου», τοῦ ὑπερλάμπρου σκότους».[11]

ΠΗΡΕΣ ΕΥΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ;

 

 

 

 Ἐπῆρες εὐλογία ἀπὸ τὴν Παναγία;...- Πῶς εἴπατε, Πάτερ;... εἶπε ἐκεῖνος συγχυσμένος.Εὐλογία ἀπὸ τὴν Παναγία;...Δὲν μπορῶ νὰ Σᾶς καταλάβω...- Αὐτὸ ποὺ σὲ ἐρωτάω,... συμπλήρωσε σταθερὰ ὁ Γέροντας.Σοῦ ἔδωσε ἡ Παναγία εὐλογία,νὰ κάνης αὐτὲς τὶς ἐνέργειες, ιὰ νὰ σώσης τὴν Εἰκόνα Της;

 
 

Ὅταν ὁ Στάρετς Βαρσανούφιος εἶχε πιὰ ἐπιβληθῆ στὴν συνείδησι ὅλων γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ χαρίσματά του, συνέβη καὶ τὸ ἑξῆς:Ὁ ὑπέργηρος Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγοροδ Γουρίας,Τοποτηρητὴς τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Καλούγας,στὴν ὁποία ὑπαγόταν ἡ Ὄπτινα,μπερδεύτηκε σὲ ἕνα χαλί,ἔπεσε καὶ ὑπέστη διάφορα τραύματα. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν, πὼς γιὰ πολὺ καιρὸ ἔμεινε στὸ κρεβάτι. Καὶ ἔτσι μιὰ Πανήγυρι στὴν Ὄπτινα τὴν ἐτέλεσε ὁ βοηθός του Ἐπίσκοπος.Μετὰ τὴν Λειτουργία παρετέθη τράπεζα, στὴν ὁποία παρεκάθισε καὶ ἕνας Στρατηγός, ποὺ συνταξιοῦχος πιὰ ὑπηρετοῦσε στὰ Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.Μεταξὺ τοῦ Στρατηγοῦ καὶ τοῦ Ἐπισκόπου ἄρχισε μία συζήτησι γιὰ τὸ πῶς ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Γουρίας ἔδωκε εὐλογία νὰ γίνη σ’ ἕνα Μοναστήρι ἐπισκευὴ τῆς θαυματουργῆς Εἰκόνας τῆς Παναγίας τοῦ Τιχβίν, ποὺ κατὰ παλαιὰ παράδοσι εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ καὶ τὴν σέβεται βαθύτατα ὁλόκληρη ἡ Ρωσσία.Ὁ Ἡγούμενος Ἀρχιμανδρίτης Ἰωαννίκιος εὑρῆκε ὅτι ἡ Εἰκόνα αὐτὴ εἶχε τόσο πολὺ μαυρίσει, ὥστε νὰ μὴ διακρίνεται σ’ Αὐτὴν τίποτε.Καὶ γι’ αὐτὸ εὑρῆκε εἰδικοὺς τεχνίτες νὰ τὴν καθαρίσουν καὶ νὰ τὴν ἐπιδιορθώσουν.Καὶ ἔπεισε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο, ποὺ –ὅπως ἔλεγε καὶ τόνιζε ὁ Στρατηγὸς– εἶχε γίνει ἀπὸ τὰ πολλὰ γεράματα ἐντελῶς ἄβουλος, σωστὸ ραμολιμέντο, καὶ τὸν κατάφερε, νὰ δώση εὐλογία νὰ ἐπιζωγραφίσουν τί; Εἰκόνα ‒ ἔργο τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ.- Καὶ πῶς συνέβη αὐτό;... πετάχθηκε ἕνας Προσκυνητής. Κάτω ἀπὸ τὰ μάτια ὅλου τοῦ κόσμου;-Ὄχι καὶ ἔτσι!... ἀπάντησε ὁ Στρατηγός. Ἡ διόρθωσι ἐγίνετο τὴν νύκτα. Λίγο-λίγο. Καὶ μὲ τόση προσοχὴ καὶ ἐπιδεξιότητα, ποὺ κανεὶς δὲν καταλάβαινε, ἂν ἄλλαξε κάτι. Καὶ ὅλοι ἐνόμιζαν, πὼς ἁπλῶς τὴν ἐκαθάρισαν καὶ λίγο-λίγο ἄρχισε νὰ φαίνεται ἡ παλαιὰ Εἰκόνα!-Μὰ αὐτὸ εἶναι βεβήλωσι!... Βεβήλωσι χειρότερη ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἔκαμε ὁ εἰκονομάχος, ποὺ ἐκάρφωσε τὸ σπαθί του στὴν ἄχραντη μορφὴ τῆς Παναγίας τῶν Ἰβήρων!...Ὁ Στρατηγὸς φαινόταν νὰ δικαιολογῆ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο γιὰ τὴν ἄδεια ποὺ ἔδωκε. Καὶ δὲν φαινόταν νὰ τὸν συγκινῆ ἡ παρατήρησι ἄλλων, ὅτι τὸ πρᾶγμα διεδόθη στὸν λαὸ καὶ ἔχει προκαλέσει σοβαρὸ σκανδαλισμό.Ἕνας ὅμως ἀπὸ τοὺς ἀκροατές, κάπως πιὸ ζηλωτὴς καὶ θερμόαιμος, δὲν ἐπέτρεψε στὸν ἑαυτό του νὰ περάση τὸ γεγονὸς ἀπαρατήρητο...Ἔκατσε καὶ ἔγραψε ἕνα ὀξὺ γράμμα σὲ ἕνα ἀλλο γνωστό του ἀνώτερο ὑπάλληλο, «στρατηγό», τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὸν Σκβορτσώφ, ἄνθρωπο μὲ πολὺ μεγάλο κῦρος.Στὴν συνέχεια ἔγραψε καὶ ἄλλο γράμμα στὸν ἐπίσης γνωστό του Ἐπίσκοπο Πέρμης Ἀνδρόνικο, ζητώντας του νὰ ἀσχοληθῆ μὲ τὸ θέμα.Μὰ πρὶν ἀκόμη ταχυδρομήση τὸ δεύτερο γράμμα, στὸν Ἐπίσκοπο Ἀνδρόνικο, θυμήθηκε πὼς δὲν πρέπει ὁ καλὸς καὶ ζηλωτὴς Χριστιανὸς νὰ κάνη ποτέ του κάποια ἐνέργεια καὶ μάλιστα σὲ ἄμεση σχέσι μὲ τὴν ἐκκλησιαστική του ἰδιότητα καὶ τὴν πνευματική του ζωή, χωρὶς νὰ συμβουλευθῆ τὸν Πνευματικό του. Ἐπῆρε λοιπὸν στὴν τσέπη του τὸ γράμμα καὶ ἐπῆγε στὸν Γέροντα Βαρσανούφιο. Τοῦ τὸ διάβασε καὶ ζήτησε εὐλογία, νὰ τὸ στείλη στὸν Ἐπίσκοπο καὶ νὰ συνεχίση τὶς ἐνέργειές του.Ὁ Γέροντας Βαρσανούφιος, ἀφοῦ τὸν ἄκουσε μὲ πολλὴ προσοχή, τὸν ἐρώτησε:-Πῶς τὸ ἔγραψες αὐτὸ τὸ γράμμα; Ἐπῆρες εὐλογία ἀπὸ τὴν Παναγία;...-Πῶς εἴπατε, Πάτερ;... εἶπε ἐκεῖνος συγχυσμένος.Εὐλογία ἀπὸ τὴν Παναγία;...Δὲν μπορῶ νὰ Σᾶς καταλάβω...-Αὐτὸ ποὺ σὲ ἐρωτάω,... συμπλήρωσε σταθερὰ ὁ Γέροντας. Σοῦ ἔδωσε ἡ Παναγία εὐλογία νὰ κάνης αὐτὲς τὶς ἐνέργειες, γιὰ νὰ σώσης τὴν Εἰκόνα Της;...-Ὄχι βέβαια. Ἀπ’ εὐθείας ἡ Παναγία δὲν μοῦ ἔδωκε εὐλογία γιὰ τὶς ἐνέργειές μου αὐτές. Μὰ νομίζω, πὼς εἶναι χρέος κάθε καλοῦ Χριστιανοῦ, ποὺ ἔχει κάποιο ζῆλο, νὰ προστατεύη τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τῆς Πίστεώς του ἀπὸ κάθε βεβήλωσι.-Συμφωνῶ,... ἀπάντησε ὁ Γέροντας Βαρσανούφιος.Μὰ ὄχι ὅταν πρόκειται νὰ ἔλθη σὲ ἀντίθεσι μὲ ἕνα φορέα τῆς ὑπέρτατης ἐκείνης ἐξουσίας, ποὺ εἶχαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι.Ποιός εἶσαι ἐσύ,ποὺ θὰ ἔλθης ἀντιμέτωπος μὲ ἕναν Ἀρχιερέα, γιὰ νὰ τοῦ ὑπαγορεύσης τί πρέπει νὰ κάμη σὰν ὑπεύθυνος Ποιμένας «τῆς κληρωθείσης αὐτῷ ἐπαρχίας», τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ τοῦ τὴν ἐμπιστεύθηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός; ὲν τὸ ξέρεις,ὅτι ἔχει ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς ἀρχιερατικῆς ἀποστολικῆς ἐξουσίας;Ἄφησε κατὰ μέρος κάθε σκέψι γιὰ ὁποιαδήποτε ἐνέργεια. Ἄφησε τὸ θέμα στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Παναγίας: νὰ τὸ ἀντιμετωπίσουν, ὅπως Ἐκεῖνοι θέλουν. Κάνε στὸ θέμα αὐτὸ ὑπακοή. Καὶ ὁ Κύριός μας, ποὺ μᾶς στεφανώνει γιὰ τὴν προαίρεσί μας, ὅταν ἐπιζητοῦμε τὸ ἀγαθό, θὰ σὲ ἀνταμείψη πλουσίως καὶ γιὰ τὴν ὑπα- κοή σου, καὶ γιὰ τὴν καλή σου πρόθεσι. Μά, γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μὴν ἀφήνης τὸν ἑαυτό σου νὰ ἔλθη σὲ ἀντίθεσι μὲ τὸν Ἀρχιερέα, γιὰ κανένα λόγο. ιαφορετικὰ θὰ σὲ τιμωρήση ἡ Παναγία.-Καὶ τί θὰ γίνη τώρα, Πάτερ, μὲ τὸ γράμμα ποὺ ἔστειλα στὴν Σύνοδο, στὸν «στρατηγό»;...-Εἶναι δική σου δουλειά, νὰ βρῆς τὸν τρόπο νὰ τὸ ἀποσύρης. Ὁ ὁποιοσδήποτε λαϊκός, ἔστω καὶ Στρατηγός, ἔστω καὶ ὑπεύθυνο πρόσωπο στὰ Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, δὲν ἀποτελεῖ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ μᾶς, «ἐξουσία ἀπὸ Θεοῦ». Μὴ τὰ ξεχνᾶς ποτὲ κάτι τέτοια...

 

 

 

Πηγή.Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.Στάρετς Βαρσανούφιος,Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου,Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Πρέβεζα 1987.Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

 

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

ΚΡΑΤΑΤΕ ΚΑΛΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΜΑΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ

 


Τό γέρικο δένδρο τῆς Μητέρας Πατρίδος,κατά καιρούς, «μπολιάζεται» ἀπό τίς δικές σας «καταβολάδες».

 

Ὁ Ἑλληνισμός, ἀπό ἀρχαιοτάτων χρόνων,βρέθηκε στά πέρατα τοῦ κόσμου.Καί, ὃπου ἐγκαταστάθηκε,ἒφερε μαζί του τήν τέλεια γλῶσσα του,τίς ἱκανότητές του, τά ἐλαττώματά του καί κυρίως τήν δυνατότητά του γιά ἐπιβίωση καί προκοπή.Σήμερα,στίς πιό ἀπίθανες γωνιές τῆς γῆς,ὑπάρχουν Ἑλληνικές Κοινότητες,οἱ ὁποῖες,ἀνεξαρτήτως ἀριθμοῦ μελῶν,παίζουν σημαντικό ρόλο σέ ὃλους τούς τομεῖς.Εἶναι γνωστό,πώς Καθηγηταί Πανεπιστημίου,Δήμαρχοι, Βουλευτές,Οἰκονομικοί παράγοντες καί γενικῶς,στήν Τέχνη,τήν Οἰκονομία, τήν Διοίκηση κ.λπ. τῶν τόπων στούς ὁποίους ζοῦν,ὑπάρχουν Έλληνες,οἱ ὁποῖοι καί διαπρέπουν.Τό σημαντικό μάλιστα εἶναι, πώς παίρνουν μαζί τους,συντηροῦν καί διατηροῦν,Ἢθη,Ἒθιμα,Παραδόσεις,ἀλλά καί τήν Ὀρθόδοξη Πίστη μας,παρά τίς ἐπιδράσεις τοῦ περιβάλλοντος τους,ὃπου ὑπάρχουν χίλιες δύο δυσκολίες καί παγίδες.Αὐτοί οἱ ἡρωικοί (διότι ΕΙΝΑΙ πραγματικά ἡρωική ἡ προσπάθεια τους) Ἓλληνες, συγκεντρώνονται γύρω ἀπό τήν Ἐκκλησία τους κάθε Κυριακή,ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό κέντρον τῶν συναθροίσεών τους καί τά σημεῖα ἀνανεώσεως τῶν σχέσεών τους.Εἶναι δύσκολο,νά φανταστῇ κάποιος τήν συγκίνησή μου,ὃταν ἐπικοινωνοῦν μαζί μου Ἓλληνες τῆς διασπορᾶς (οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τόν χῶρο τοῦ Πατρίου Ἑορτολογίου,ἀνάμεσα σέ ἑτεροδόξους,κακόδοξους,ἀθέους, σατανιστές κ.λπ.), πανάξια τέκνα τῆς Ἑλληνορθοδόξου Πίστεώς μας,τά ὁποῖα μέ πραγματική λαχτάρα ζητοῦν,νά ἐπικοινωνήσουν μέ τήν Γνήσια Ὀρθοδοξία,ἀλλά καί τόν πόνο ψυχῆς πού αἰσθανόμεθα,ὃταν μᾶς ἐκφράζουν τήν ἀγωνία τους,τήν ἀπελπισία τους (μερικές φορές) καί τήν στενοχώρια τους,διότι δέν μποροῦν νά ἒχουν μία Ἑκκλησία ἢ ἓναν Ἱερέα κοντά τους…!Καί γιά τόν λόγο αυτό, καταβάλλομε κάθε δυνατή προσπάθεια,ὣστε νά φθάνη μέχρις αὐτῶν ἡ φωνή μας, ἡ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας μας καί κάποια πράγματα τά ὁποῖα,ἐλπίζομε,ἀποτελοῦν στήριξη στά «πιστεύω» τῆς ψυχῆς τους.Εὐχόμεθα καί προσευχόμεθα ἀδιαλείπτως ὑπέρ αὐτῶν καί ἐλπίζομε,πώς θά ἀποφασίσουν κάποια μέλη τῶν κοινοτήτων αὐτῶν,νά γίνουν Ἱερεῖς,ὣστε νά ἀποτελέσουν τόν κορμό τῆς μεταλαμπαδεύσεως καί στίς ἐπερχόμενες γενιές,τῶν Ἀρχῶν καί τῶν διδαγμάτων τῆς Ὀρθοδοξίας.Καί,ἂς μᾶς ἐπιτραπῆ μία Πατρική συμβουλή.Σήμερα,ἐποχή κατά τήν ὁποίαν νεαρά ἂτομα μεταβαίνουν εἰς τήν ξένην,γιά νά ἐπιβιώσουν,ὃταν φθάνουν κοντά σέ Ἓλληνες προεγκατεστημένους ἐκεῖ,νά τυγχάνουν θερμῆς ὑποδοχῆς,ἐπαγγελματικῆς στηρίξεως,ἀλλά,κυρίως, μιᾶς «οἰκογενειακῆς» ἀγκαλιᾶς, μέσα στήν ὁποία θά μποροῦν,νά διατηρήσουν στήν ψυχή τους, δεσμούς ἀκαταλύτους μέ τήν Πατρίδα καί τήν Ὀρθοδοξία.Τέτοιες ἐνέργειες ζητᾶ ἀπό ἐμᾶς σήμερα ὁ Κύριός μας καί τά δείγματα πραγματικῆς,ἀδόλου καί καθαρῆς ἀγάπης,εἶναι ἡ καλλυτέρα ἐπικοινωνία μέ ούς Οὐρανούς,ὃταν μάλιστα ὃλα αὐτά γίνωνται πρός Δόξαν Θεοῦ καί ὂχι γιά τό θεαθῆναι.Ἡ Γνήσια Ὀρθοδοξία ἐκφράζεται καί ἐκδηλώνεται κατά τόν καλύτερο τρόπο,μέ τίς προσπάθειες τῶν χριστιανῶν νά διατηρήσουν ἂσβεστη τήν φλόγα τῆς Πίστεως στίς ψυχές τῶν νεαρῶν,κυρίως, ἀτόμων.Δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ἡ Θεία Χάρις, ὃταν πράττωμε αὐτό πού μᾶς ζητᾶ Ὁ Κύριός μας καί Θεός μας.Κρατᾶτε καλά ἐδέλφια μας τῆς διασπορᾶς.Μή λυγίζετε μπροστά στούς πειρασμούς τοῦ πλουτισμοῦ,τῆς «προόδου» κ.λπ.Τό γέρικο δένδρο τῆς Μητέρας Πατρίδος,κατά καιρούς, «μπολιάζεται» ἀπό τίς δικές σας «καταβολάδες»,τίς τόσο πολύτιμες καί περασμένες ἀπό τά «καμίνια» δοκιμασιῶν καί τεραστίων δυσχερειῶν.Φτιάξτε λοιπόν τέτοιες «καταβολάδες»,οἱ ὁποῖες,μέσα ἀπό τήν Γνήσια Ὀρθοδοξία θα ἒλθη,ἲσως, ἡ στιγμή πού θά φανοῦν πολύτιμες ..!

                                                                                      Ὁ Θεός μαζί σας.

 

   

                                           

 

Οἱ προσευχές ὃλων μας σᾶς συνοδεύουν καί οἱ δικές σας Προσευχές, ἀνεξαρτήτως τοῦ,ἐάν ἒχετε ἢ ὂχι Ἱερούς Ναούς ἢ Ἱερεῖς, εἰσακούονται ἀπό Τόν Κύριό μας, ἲσως καί πιό πολύ ἀπό τίς δικές μας, πού,ἐνῶ ἒχομε καί Ἱερούς Ναούς καί Ἱερεῖς,δέν ἒχομε τήν ΖΕΟΥΣΑ Πίστη,τήν δική σας,ἡ ὁποία κυριολεκτικῶς ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ ἒναντι δυσχερειῶν τίς ὁποῖες ἐσεῖς βιώνετε.                                          

 
 

       ΥΓ.Όταν λέμε Γνήσιος Ορθόδοξος,το λέμε προς αντιδιαστολήν εκείνων των Ορθοδόξων,που έχουν βάλει πολύ νερό στο κρασί τους και το έχουν σχεδόν νερώσει.

 

 

 + π.Ευθύμιος Μπαρδάκας

 

ΑΓΙΟΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ ΞΙΦΕΙ ΤΕΛΕΙΟΥΤΑΙ

 
 
 

Μνήμη Αγίου μάρτυρος Λογγίνου,Τετάρτη 16 [29] Οκτωβρίου 2014.

 
 

 Εκεί,επάνω στο λόφο του Γολγοθά,εμπρός στον εσταυρωμένο Ιησού,ο Λογγίνος, κατεχόμενος από τη δύναμη της αληθείας ανοίγει το στόμα του,για να κάνει - αυτός,πρώτος την μεγάλη ομολογία: «Αληθώς ο άνθρωπος ούτος, Υιός ήν Θεού».

 

 

 Ο Άγιος Λογγίνος έζησε κατά τους χρόνους της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.Ο Συμεών ο Μεταφραστής στους βίους και την πολιτεία Αγίων Μηνός Μαρτίου αναφέρει ότι, ανήκε στην Ιουδαϊκή συναγωγή.Ο Άγιος καταγόταν από την κωμόπολη Σανδιάλη της Καππαδοκίας.Εκεί, αποσύρθηκε μετά την Ανάσταση του Κυρίου, όταν παραιτήθηκε από το Ρωμαϊκό στρατό που υπηρετούσε και εκήρυξε «Χριστόν εσταυρωμένον και αναστάντα εκ νεκρών».Ο Λογγίνος υπηρέτησε ως Αξιωματικός στο Ρωμαϊκό στρατό κα έφερε το βαθμό του Κεντυρίωνα - Εκατόνταρχου.(Η λέξη Κεντυρίων προέρχεται από τη λατινική λέξη Centum που σημαίνει εκατό, διοικητής δηλαδή εκατό στρατιωτών , εκατόνταρχος).Κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του Κυρίου επί της γης τελούσε υπό τις διαταγές του Ποντίου Πιλάτου, Ρωμαίου Επάρχου στην Ιουδαία.Εποπτεύει κατά τη Σταύρωση του Χριστού.Κατά την παράδοση του Ιησού στους Εβραίους για να τον σταυρώσουν, ο Πιλάτος έδωκε εντολή στον εκατόνταρχο Λογγίνο να υπηρετήσει στα τίμια πάθη και τη σταύρωση, μετά των στρατιωτών του.

 
 

Το όνομα του Εκατόνταρχου δεν αναγράφεται σε κανένα από τα Ευαγγέλια.Σ' όλα μνημονεύεται με το αξίωμά του, είτε ως Κεντυρίων, είτε ως Εκατόνταρχος.Έτσι, ο Λογγίνος, εκτελώντας τη διαταγή του Πιλάτου, επιστάτησε καθ' όλη τη διάρκεια των φρικτών Παθών του Κυρίου στο Γολγοθά. Ως εκ τούτου, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας όλων των εκεί θαυμαστών γεγονότων κατά τη Σταύρωση του Κυρίου.Ο μακάριος θα μπορούσε να φαντασθεί, όταν έφθασε στο Γολγοθά, ότι - ευθύς μετά τη Σταύρωση του Χριστού - θα γινόταν ο πρώτος ομολογητής της Θεότητας Αυτού; Αδύνατον! Όπως γνωρίζουμε, μετά τη θεία Σταύρωση, οι Απόστολοι και οι άλλοι μαθητές του Κυρίου για το φόβο των Ιουδαίων απομακρύνθηκαν από το Γολγοθά.Ο Λογγίνος όμως έμεινε κοντά στον Εσταυρωμένο. Η ψυχή του είχε συγκινηθεί από την άδικη Σταύρωση του αθώου Ιησού. Η προσωπικότητα του Ναζωραίου τον είχε σαγηνεύσει. Κάτι του έλεγε μέσα του πως αυτός δεν ήταν ένας κοινός άνθρωπος.Και όντως, έτσι ήταν! Τα θαυμαστά γεγονότα που επακολούθησαν τον συντάραξαν και του μετέβαλαν σιγά - σιγά, αλλά σταθερά, την εσωτερική του αυτή φωνή σε ακλόνητη πίστη.Την έκτη ώρα απλώθηκε πυκνό σκοτάδι σ' όλη τη γη, που διήρκεσε τρεις ώρες (Ματθ. κζ' 45, Μάρκου ε' 33 και Λουκά κγ' 44).Την ενάτη ώρα ο Χριστός παρέδωκε το πνεύμα Του, όχι σαν κοινός άνθρωπος. Παραδόξως, δεν περιήλθε σε κωματώδη κατάσταση, ενώ βρισκόταν επί έξι (6)ώρες στο Σταυρό, γεγονός ανθρωπίνως αδύνατο και παντελώς άγνωστο στην ιστορία των σταυρικών εκτελέσεων. Αλλά, πριν να παραδώσει το πνεύμα Του, με δυνατή φωνή αναβόησε το: «ηλί, ηλί, λιμά σαβαχθανί» δηλαδή «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με έγκατέλιπες» (Ματθ. κζ 46, Μάρκου ιε, 34).Και ευθύς, μετά τον θάνατό Του, η γη σείσθηκε, βουνά και πέτρες εσχίσθηκαν και μνημεία ανοίχθηκαν, άγιοι δε αναστήθηκαν και εμφανίσθηκαν σε πολλούς, μέσα στην Ιερουσαλήμ, μετά την ανάσταση του Κυρίου (Ματθ. κζ' 51-53, Μάρκου ιε' 38 και Λουκά κγ' 45-46).Ο Λογγίνος ως συνετός άνθρωπος καταλήφθηκε από ιερό φόβο. Όλα αυτά τα παράδοξα γεγονότα δεν τα έβλεπε τυχαία. Εξ άλλου, για πρώτη φορά συνέβαιναν στην ιστορία της ανθρωπότητας.Ήταν θαύματα του Θεού, τα οποία οπωσδήποτε έγιναν χάριν αυτού που σταυρώθηκε στον Γολγοθά. Αυτού, που, όπως θα μάθει μετά την Ανάστασή Του, από άπειρη ευσπλαχνία, κατέβηκε από τον ουρανό, Θεός όντας, στη γη και έγινε και τέλειος άνθρωπος για να μας λυτρώσει από την αμαρτία, με τη σταυρική Του θυσία.Ο Εκατόνταρχος συναισθάνεται την Παντοδυναμία του Θεού να μαρτυρεί την οργή Του γι' αυτόν τον αθώο.Ομολογεί ότι ο Ιησούς «αληθώς Θεού Υιός ήν».Μετ' απ' όλα αυτά τα θαύματα, που είδε και άκουσε ο Λογγίνος, άλλο ένα θαύμα εξίσου μεγάλο και συγκλονιστικό άρχισε να συντελείται στην ψυχή του. Αυτό, βέβαια, δεν μπορούσε να το συλλάβει, γιατί ήταν έργο της Θείας Χάριτος. Μετά το ληστή, ο Εκατόνταρχος, βλέπει τα γενόμενα, τα κρίνει όσο μπορεί ψύχραιμα και οδηγείται στη μετάνοια, στην αληθινή πίστη.Ο Λογγίνος ήταν καλοπροαίρετος και ειλικρινής άνθρωπος. Κάτω από το επιβλητικό παράστημά του και το αυστηρό ύφος του κρυβόταν αγαθή διάθεση. Αφού παρακολούθησε με ενδιαφέρον όλα τα θαυμάσια και είδε τον άδικο και παράδοξο θάνατο του Ιησού, αισθάνθηκε συμπάθεια και συγκίνηση, αλλά και θαυμασμό προς τον εσταυρωμένο.Τώρα πια, δεν είχε καμιά αμφιβολία, ότι ο Ιησούς ήταν Υιός του Θεού. Αυτό το επίστευσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Εκεί, επάνω στο λόφο του Γολγοθά, εμπρός στον εσταυρωμένο Ιησού, ο Λογγίνος, κατεχόμενος από τη δύναμη της αληθείας που διέλαμψε μέσω των τόσων θαυμαστών γεγονότων, ανοίγει το στόμα του για να κάνει - αυτός πρώτος - τη μεγάλη ομολογία: «Αληθώς ο άνθρωπος ούτος, Υιός ήν Θεού» (Μάρκου ιε' 39, Λουκά κγ' 47 και Ματθ. κζ' 54). Είναι ο πρώτος Αξιωματικός, αλλά και ο πρώτος από τους επισήμους που ομολογεί τη Θεότητα του Χριστού ευθύς μετά την σταύρωσή Του.Την ιδίαν ομολογίαν έκαναν και οι στρατιώτες, που φρουρούσαν τον Ιησού και ήταν υπό τις διαταγές του (Ματθ. κζ' 54).Η ομολογία ήταν ενσυνείδητη, σαφής και σταθερή. Η ευστοχώτερη της ώρας εκείνης. Απαντητική φωνή προς την ταραγμένη και πενθούσα φύση, προς τους φοβισμένους και κατηφείς μαθητές του Θείου Διδασκάλου. Ομολογία συγκλονιστική, αξιωματούχου της Ρωμαϊκής Διοικήσεως στην Ιουδαία, της οποίας ο αντίλαλος θ΄ ακούγεται, όσο θα υπάρχει ζωή στον πλανήτη αυτό. Αναμφισβήτητα, υπήρξε πολύτιμη, γιατί από κάθε εχέφρονα εκτιμάται και σαν αποδεικτικό μέσο της Θεότητας του Ιησού Χριστού.Έτσι, μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα της παρανομίας, της μοχθηρίας και της κακίας, των βλασφημιών και ύβρεων, βρέθηκε και ένα στόμα από το οποίο εξήλθε το άρωμα της ομολογίας και της δοξολογίας προς το Θεό, συνάμα δε και το μεγαλείο της ταπεινώσεως.«Και φωνήσας φωνή μεγάλη ο Ιησούς είπε˙ πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου˙ και ταύτα ειπών, εξέπνευσεν˙ ιδών δε ο Εκατόνταρχος το γενόμενον εδόξασε τον Θεόν, λέγων, όντως ο άνθρωπος ούτος δίκαιος ήν» (Λουκά κγ' 46 - 47 και Μάρκου ιε' 39).Και το στόμα αυτό δεν ήταν, ούτε των Γραμματέων, ούτε των Πρεσβυτέρων και Φαρισαίων, που και αυτοί είδαν και άκουσαν τα εξαιρετικά συμβάντα και ημπορούσαν να τα κατανοήσουν, αλλά του Εκατοντάρχου που υπηρετούσε υπό τις διαταγές του Πιλάτου.Όμως, ο θεός, δεν τους αξίωσε. Γιατί ο Κύριος, ως παντογνώστης που είναι, δεν ημπορούσε να αξιώσει τέτοιας εξαιρετικής τιμής ανθρώπους, υποκριτές, συμφεροντολόγους, αδίκους, μοχθηρούς, φαντασμένους, υπερήφανους και αχάριστους. Με αυτή την τιμή αξίωσε τον Εκατόνταρχο, που είχε αγαθή ψυχή και διάθεση.Ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, αφού εγνώρισε την αλήθεια, με ενθουσιασμό, αλλά και απόλυτη πίστη στη Θεότητα του Χριστού, χωρίς κανένα φόβο και με ελευθέρα γλώσσα εμφανίσθηκε στο μέσο της συναγωγής των Ιουδαίων και επανέλαβε: «Αληθώς Θεού Υιός ήν ούτος». Ακολούθως, όταν ενταφίασαν το ζωοποιό και πανακήρατο σώμα του Κυρίου, ο Εκατόνταρχος διατάχθηκε από τον Πιλάτο να φυλάξει με την κουστωδία του τον τάφο, καίτοι είχε ευνοϊκή γνώμη για τον Χριστό και επίστευε, πως είναι Υιός Θεού.Προφανώς, στην ανάθεση και πάλι της φυλάξεως από τον Λογγίνο, οι Ιουδαίοι δεν αντέδρασαν, διότι, μετά τα τόσα θαυμαστά γεγονότα, κατά και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, οπωσδήποτε ευρίσκονταν υπό μεγάλη σύγχυση.Έτσι, ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, εκτελώντας τη διαταγή του προϊσταμένου του, βρέθηκε αυτόπτης μάρτυρας των όσων συνέβησαν κατά τη, με τρόπο θαυμαστό, αναγγελία της Αναστάσεως του Χριστού υπό του Γαβριήλ στις Μυροφόρες.Συγκλονίστηκε μαζί με τους στρατιώτες του από το δυνατό σεισμό. Είδε το αστραπόμορφο άγγελο, ο οποίος εκύλησε το μέγα λίθο από τη θύρα του μνημείου και έζησε τα μετά το άγγελμα της Αναστάσεως του Χριστού θαυμάσια, μέσα σε αγωνία, φόβο, συγκίνηση αλλά και ανεκλάλητη χαρά. Η συγκίνησή του έγινε «πιστεύω». Η ξεχωριστή τιμή που του έκανε ο Κύριος να είναι «παρών» στο μνήμα Του, κατά τη διαπίστωση της Εγέρσεώς Του, εσφραγισμένου του Τάφου, από τους φρουρούς - Ρωμαίους στρατιώτες, Μαθητές Του και Μυροφόρες, έγινε «θρησκεία».«Τώρα, ποιος μπορεί να μου κλονίσει το "πιστεύω" μου, έλεγε. Ιδού ο κενός Τάφος, τα εντάφια, το σουδάριο, ο αποκυλισθείς λίθος».Οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν πότε έγινε η Ανάσταση ακριβώς και αν είδε κανείς το Χριστό την ώρα της Αναστάσεώς Του. Ο Κύριος ηγέρθη του Τάφου, εσφραγισμένου - όντως - αυτού και φυλασσομένου από Ρωμαϊκή κουστωδία.Μετά το θαυμαστό άνοιγμα του Τάφου και τη βεβαίωση των φρουρών, περί της Αναστάσεως του Κυρίου, έτρεξαν μερικοί από αυτούς και ανήγγειλαν τα γενόμενα στους Αρχιερείς.

 

Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ

 
 
 
 

Ἐπὶ τῇ Μνήμῃ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς ΖἉγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου

 

Ἱστορία διδάσκει καὶ ἐπαναλαμβάνεται

 

Γίνεται τὸν τελευταῖο καιρό,δυστυχῶς,ὅλο καὶ περισσότερο αἰσθητή,σὲ ὅσους βεβαίως ἔχουν τὰ κατάλληλα κριτήρια,μία ἐπαναδιείσδυση τῆς Δυτικῆς εἰκαστικῆς κουλτούρας στὴν Ὀρθόδοξη Εἰκονογραφία.Δὲν εἶναι βεβαίως κάτι πρωτόγνωρο.Εἶναι,ὅμως,τὸ ἴδιο ἐπικίνδυνο,ὅπως πάντοτε.Καὶ μάλιστα τόσο περισσότερο ἐπικίνδυνο,ὅσο ὀλιγότερο ἐμφανὲς εἶναι,ὅσο καλύπτεται ἔντεχνα κάτω ἀπὸ μία ἐπιφάνεια,ἡ ὁποία παραπλανητικά (κάποτε καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Εἰκονογράφο),ὀρθοδοξίζει ἢ ὅσο ἐξυπηρετεῖ εὐσεβιστικές, δηλαδὴ ἐγκόσμιες - συναισθηματικὲς - ρεαλιστικὲς ἐπιδιώξεις.Οἱ παλαιοὶ Εἰκονογράφοι διέγνωσαν τὸ φαινόμενο αὐτὸ στὴν λεγομένη Μακεδονικὴ τεχνοτροπία καὶ ἀντέταξαν σθεναρὰ τὴν τεχνική τῆς λιτῆς σεμνότητας, τῆς ἔκφρασης τοῦ ἀκτίστου Φωτός καὶ τῆς Χάριτος,ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ,ὡς Κρητικὴ τεχνοτροπία (Κρητικὴ Σχολή).ἀείμνηστος μαστρο-Φώτης Κόντογλου πάλεψε τιτάνια ἐναντίον αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ὀδυνηροῦ φαινομένου καὶ φάνηκε,ὅτι τὸ ἐνίκησε.ν τούτοις,τὸ φαινόμενο ἀνθίσταται καὶ ἐπιβιώνει.Ζῆ,ἐφ’ ὅσον ζοῦν καὶ ἐπιβιώνουν οἱ γεννήτορές του,οἱ εὐσεβιστικὲς διδασκαλίες τοῦ δυτικοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ χριστιανισμοῦ,οἱ ὁποῖες τὸ γέννησαν καὶ τὸ θρέφουν.Καὶ μάλιστα ζοῦν τόσο πολύ, ὥστε νὰ ...μεταβαίνουν,ὅλο καὶ περισσότερο ἐκ τῆς ὄντως ζωῆς εἰς τὸν θάνατον...δῶ πιστεύουμε,ὅτι ἔγκειται καὶ ἡ εὐθύνη τῶν Ὀρθοδόξων Εἰκονο- γράφων.Ὀφείλουν,ἐφ’ ὅσον τὸ διαγνώσουν,νὰ ἐνημερώσουν πρωτίστως μὲ σοβαρὸ καὶ ὑπεύθυνο τρόπο τοὺς Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας,ὥστε,Αὐτοὶ νὰ μελετήσουν καὶ ἀντιμετωπίσουν μὲ ἀποτελεσματικότητα τὴν ὑποβόσκουσα αὐτὴ καὶ ψυχοφθόρο πνευματικὴ ἀσθένεια.Τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ Προμάχου τῆς Ὀρθοδοξίας,Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ:«Δεῖξε μου τὶς Εἰκόνες,ποὺ προσκυνᾶς (πολὺ περισσότερο,ποὺ ἁγιογραφεῖς),γιὰ νὰ σοῦ πῶ,τὶ πίστη ἔχεις», φανερώνει τὸ μέγεθος τοῦ θέματος καὶ τῆς εὐθύνης!...

 

Ἱεροδιάκονος Γαβριὴλ Ἁγιοκυπριανίτης

 

Κυριακή 13/26.10.2014, Κυριακὴ τῶν Ἁγ. Πατέρων τῆς Ἁγίας ΖΟἰκουμενικής Συνόδου.

 

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

ΤΙΜΟΥΜΕ ΤΟ ΟΧΙ ΤΟΥ '40 ΛΕΓΟΝΤΑΣ...ΝΑΙ ΣΤΟ '14...

                    

  

 Σκύβουμε το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια,κλείνουμε τα μάτια στο τουφεκισμένο σήμερα και σιωπούμε στο προγραμματισμένο αύριο.Οι μεγάλοι,οι αρμόδιοι για μας αποφασίζουν.Μα,πώς να σιωπήσω στις κουρούνες,που κράζουν αδιάφορα πάνω απ' το κεφάλι μου;Ακόμη ένα βήμα προς τα πίσω! Και χειροκροτούμε από μόνοι μας,δείχνοντας,πως κόψαμε πολλά χιλιόμετρα προς τα εμπρός και χάσαμε πολλές ζωές μέσα στις στάχτες και τα αποκαΐδια ενός καθ' όλα ειρηνικού πολέμου.Τιμούμε το ΟΧΙ του '40,λέγοντας ΝΑΙ στο 14...Οποία ειρωνία!Τί ανείπωτη αντιστροφή της Ιστορίας!Μοιάζουν οι μέρες μ' ένα ψέμμα,που ακόμη δεν τελείωσε...  

 

                                                                                                 Γιώργος Δημακόπουλος

 

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

 

Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ' τα ξένα βήματα,

αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,

αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

 

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,

σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ' αμπέλια του,

σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

 

O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ' οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.

H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.

Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.

 

Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά

ουρανό πάνου απ' την πίκρα τους.

Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ' την αγρύπνια,

μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους

σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

 

Tο χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι

το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους

το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους -

έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό

κ' έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους

σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

 

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο

όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ' τ' άγρια γένεια τους

όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ' τις άδειες τσέπες τους

όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

 

Tόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται

πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα

έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους

ο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας

από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος

η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο

πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους

η βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.

 

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα

βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε

το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Tο ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,

γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

 

Tόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα

όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε

πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,

μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη

και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ' τα χέρια τους

για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

 

 Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας

είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ως το μεδούλι

είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

 

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς

κ' οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι

στο πάνω χείλι του Aλωνάρη

κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο

απ' τον καημό της δύσης.


H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα

λεκιασμένη απ' τα σταφύλια.

Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ' τον κάμπο

η προβατίνα πούχει χάσει τα παιδιά της.

 

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.

H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.

Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ' η ελιά,

μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη

και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας

καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

 

A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί

για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες στην καψαλισμένη μάντρα του

καλοκαιριού "κι αυτό θα περάσει"

πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ' τα εφτά

σφαγμένα παλληκάρια της

ώσπου να βρει το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

 

Tούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης

μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου

και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ώς το χάραμα

καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους

και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες

κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Oδυσσέα.

 

A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει

το κουράγιο

και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα

κοιτάει του Θεού τ' αστροπερίχυτα περβόλια;

 

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη στη ναυτική ταβέρνα

νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο

μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.

Kαι να που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι

γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,

και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού

γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,

με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι

και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το αλάτι.

 

Mπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,

κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,

στ' Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο

κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι.

 

Έλα κυρά με τ' αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι

από την έγνοια του φτωχού κι απ' τα πολλά τα χρόνια -

η αγάπη σε περμένει μες στα σκοίνα,

μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου

κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.

 

Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος,

κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,

στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι

κ' η μάνα κάτου απ' τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.

 

Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού -πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις πάλι τ' άρματα

να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι

να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά

να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,

να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και τ' Aπριλιού το χιόνι

και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυρώσει τις δαγκάνες του.


Γιάννης Ρίτσος



ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ



 

''Στα σπάσαμε τα μούτρα,για να μην μπορής,να βγαίνης στο θέατρο και να λες αυτά που λες.'' ''Μην στεναχωριέστε,τους απάντησα,θα τα πω από το ραδιόφωνο!Ηταν φανεροί πλέον οι δολοφόνοι μου: ή φασίσται Ιταλοί ή άνθρωποι της Γκεστάπο.''



«Τα τραγούδια μου τούτα τα χαρίζω σε σένα, άγνωστε, αγαπημένε ακροατή, μαζί με την ευγνωμοσύνη μου και την αγάπη μου την αλογάριαστη». Η Σοφία Βέμπο σε ιδιόχειρο σημείωμά της ευχαριστεί το κοινό της.Με απλότητα αλλά από βάθος καρδιάς. Ενα κοινό που την έφερε σχεδόν από τα πρώτα της βήματα στην κορυφή, ένα κοινό που την έχρισε «τραγουδίστρια της νίκης», ένα κοινό που δεν της γύρισε την πλάτη όταν την κυνηγούσαν οι Γερμανοί και οι Ιταλοί.Η Κατερίνα Κ. Πετρίδου στο βιβλίο της «Σοφία Βέμπο - Τραγούδαγε την Ελλάδα κι όλη η Ελλάδα τραγουδούσε μαζί της»,μέσω της 28χρονης προσωπικής της φιλίας με την τραγουδίστρια προσεγγίζει τη ζωή της ερμηνεύτριας με έναυσμα τις προσωπικές της αναμνήσεις.Στη διάθεσή της, εκτός από τις αναμνήσεις της, έχει και μια συλλογή που απαρτίζεται από αυθεντικά προσωπικά κειμήλια της Σοφίας Βέμπο,παρτιτούρες,πλάκες γραμμοφώνου,βινύλια, προγράμματα θεάτρου,σπάνια χειρόγραφα,γράμματα,τηλεγραφήματα,ανέκδοτες θεατρικές,στρατιωτικές φωτογραφίες με αφιερώσεις, επιστολές κ.ο.κ.



Σε αυτή τη συλλογή υπάρχει και η σπάνια αυτοβιογραφία της Σοφίας Βέμπο, η οποία δημοσιεύτηκε το 1947, σε 62 συνέχειες στην καθημερινή ελληνόφωνη εφημερίδα της Νέας Υόρκης «Εθνικός Κήρυξ».Και δημοσιεύτηκε συγκεκριμένα από την Πέμπτη 15 Μαΐου ως το Σάββατο 25 Ιουλίου 1947, όταν βρισκόταν σε περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αυτοβιογραφία παρατίθεται στην έκδοση της Κατερίνας Κ. Πετρίδου και φέρνει στην επιφάνεια ενδεχομένως την άγνωστη σε πολλούς απόπειρα δολοφονίας της, την κράτησή της και την ανάκρισή της από την Γκεστάπο, τα πρώτα της βήματα στο θέατρο και τη μουσική...Τον Μάρτιο του 1947,η Σοφία Βέμπο έφυγε για την Αμερική. Από τον Πειραιά πήρε το πλοίο για τη Γαλλία. Σταθμός πρώτος η Μασσαλία, όπου έδωσε ένα ρεσιτάλ και δύο ημέρες αργότερα, ανήμερα την 25η Μαρτίου, τραγούδησε στο Παρίσι, αποδεχόμενη την πρόσκληση του Συνδέσμου Ελλήνων Βετεράνων Πολεμιστών της Γαλλίας. Η Βέμπο τραγούδησε στην αίθουσα «Σαλ Πλεγιέλ». Την επομένη την περίμενε το Χερβούργο από όπου πήρε το υπερωκεάνιο «Αμέρικα» για τη Νέα Υόρκη. Μαζί της οι μουσικοί Λεό Ραπίτης και Μένιος Μανωλιτσάκης. Ο αδερφός της Τζώρτζης ήταν ήδη εκεί έχοντας αναλάβει άλλωστε τη διοργάνωση της περιοδείας. Η Σοφία Βέμπο έφθασε στις ΗΠΑ στις αρχές Απριλίου. Στόχος της η στρατολόγηση κάθε δυνατής υποστήριξης και βοήθειας για την κατεστραμμένη Ελλάδα. Στις συνεντεύξεις της μεταξύ άλλων τόνιζε τα εξής: «Με τη βοήθεια της Αμερικής η Ελλάδα θα γίνει το μεγαλύτερο μικρό κράτος του κόσμου».Το σημαντικότερο ρεσιτάλ της καριέρας της, όπως αναφέρει η Κατερίνα Κ. Πετρίδου, το έδωσε στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης την Κυριακή 11 Μαΐου 1947. Το γέμισε τρεις φορές κατά την παρουσία της στις ΗΠΑ. Μόνη της στη σκηνή χωρίς καν μικρόφωνο με τη συνοδεία μόνο πιάνου ή ακορντεόν. Αποθεώθηκε από τους κριτικούς. Χαρακτηριστικά ο Francis D. Perkins της «Herald Tribune» έγραψε: «Την ερμηνεία της διακρίνει πειστικότητα και ειλικρίνεια. Η κοντράλτο φωνή της που έχει έκταση, δύναμη και αίσθημα είναι το αξιοσημείωτο μέσον επικοινωνίας με το ακροατήριο». Στην Αμερική η Σοφία Βέμπο έδωσε περισσότερα από 50 κοντσέρτα, τραγουδώντας δύο - δυόμισι ώρες στη σκηνή μόνη της, τις περισσότερες φορές χωρίς καν μικρόφωνο, έκανε αμέτρητες εμφανίσεις σε παροικίες και συλλόγους ενώ πραγματοποίησε και μια σειρά ηχογραφήσεων για την εταιρεία Liberty.Ο Σπύρος Σκούρας, πρόεδρος της 20th Century Fox, της έκανε σοβαρή πρόταση για καριέρα και της πρότεινε μάλιστα να γυρίσει ταινία στο Χόλιγουντ. Μάλιστα, η δημοσιογράφος και εκδότρια της «Καθημερινής» Ελένη Βλάχου είχε διατυπώσει σε άρθρο της το εξής ερώτημα: «Μια και η Βέμπο είναι στην Αμερική, μια και οι αμερικανικές εφημερίδες τής κάνουν πραγματικά κολακευτικές κριτικές, μια και μπορεί ασφαλώς να γίνει γνωστή στους Αμερικανούς, γιατί επιμένει να απευθύνεται μόνο στον ελληνικό λαό;». Την απάντηση έδωσε η ίδια εμμέσως όταν αποφάσισε να γυρίσει στην πατρίδα της για να ολοκληρώσει την καριέρα της «στον τόπο που μου τα έδωσε όλα και με το παραπάνω».«Τη φωνή μου και τα τραγούδια μου τα γνωρίζουν πολλοί. Τη ζωή μου όμως ελάχιστοι». Με αυτά τα λόγια η Σοφία Βέμπο αρχίζει να εξιστορεί την αυτοβιογραφία της στην εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ» με τίτλο «Η ζωή μου». «Εγώ θα σας αφηγηθώ τη ζωή μου με απλότητα. Είναι μια απλή ζωή που αμφιβάλλω αν θα σας ενθουσιάσει, όπως αμφιβάλλω για το συγγραφικό μου τάλαντο. Ισως θα προτιμούσατε αντί να διαβάζετε αυτές τις γραμμές να σας έλεγα ένα τραγούδι...». Σε κάποιο άλλο σημείο ως κλασική γυναίκα αναφέρει το εξής: «Τα χρόνια και η ερωτική μου ζωή είναι κάτι δικό μου, κάτι που δεν θα το μάθετε ποτέ. Από το στόμα μου τουλάχιστον. Ερωτες και χρόνια δεν σας ενδιαφέρουν. Από έρωτες λοιπόν μόνο ό,τι ξέρετε. Κι από χρόνια μόνον ό,τι βλέπετε κι ό,τι νομίζετε»...Στην αυτοβιογραφία της η Σοφία Βέμπο ξετυλίγει τη ζωή της από τα πρώτα της βήματα: πώς υπέγραψε το πρώτο της συμβόλαιο αλλά και την τρομερή αγωνία που είχε για το πώς θα το δεχτούν οι γονείς της, ενώ φυσικά δεν λείπουν και οι εκτενείς αναφορές της στον ελληνοαλβανικό πόλεμο αλλά και τα προβλήματα που αντιμετώπισε με τις κατοχικές δυνάμεις.Αν και ο δρόμος που ήθελε να ακολουθήσει δεν ήταν αυτός της μουσικής και του θεάτρου. «Οσο μεγάλωνα τόσο γινόταν συνείδησις μέσα μου ο προορισμός της ζωής μου. Και προορισμός μου επίστευα πως ήταν να παντρευτώ και να δημιουργήσω δική μου οικογένεια. Εάν μου έλεγαν τότε ότι το 1947 θα ήμουν ανύπανδρη και θα είχα ως επάγγελμα να λέω τραγούδια στο θέατρο, ομολογώ πως θα εθύμωνα πολύ και ίσως έβαζα τα κλάματα. Στο σπίτι μου επίστευαν και με εδίδασκαν ότι έπρεπε να γίνω μια καλή νοικοκυρά, μια τρυφερή σύζυγος και μια στοργική μητέρα».Παρ' όλα αυτά όμως στον Βόλο το είχε σκάσει από το σχολείο μαζί με μια φίλη της και παρακολούθησαν κρυφά τρία δραματικά έργα που έπαιζε ο θίασος Πρόζας της Αλίκης και του Μουσούρη. «Βγήκαμε από το θέατρο με καλυμμένα τα πρόσωπα. Αν το μάθαιναν οι δικοί μου θα έτρωγα το ξύλο της χρονιάς μου».Σε ένα ταξίδι με πλοίο από τον Βόλο στη Θεσσαλονίκη τα πράγματα άλλαξαν. Η Σοφία Βέμπο, με την κιθάρα της, τελειόφοιτη του γυμνασίου, είπε στο τραπέζι του καπετάνιου κάποια τραγούδια. Αυτό ήταν. Την πλησίασε ένα ψηλός κύριος που ενώ της είπε ότι τραγουδά πολύ όμορφα, την προέτρεψε να μην τραγουδήσει δίπλα στη θάλασσα επειδή η υγρασία θα κάνει κακό στη φωνή της. Λίγο μετά ενώ έχουν φθάσει στη Θεσσαλονίκη ο ψηλός εκείνος κύριος την ξαναπλησίασε. Ηταν ιμπρεσάριος. «Ελεγε ψέματα» γράφει εκ των υστέρων η Σοφία Βέμπο στον «Εθνικό Κήρυκα», «δεν ήταν παρά ένας απατεών, ένας συνεργάτης των Γερμανών, ένας υπάλληλος των Γερμανών, όπως αποδείχθηκε αργότερα». Της πρόσφερε τότε μηνιαίο μισθό 6.000 δρχ. για τον πρώτο χρόνο και 10.000 δρχ. για τον δεύτερο, για να βγει στο μουσικό θέατρο. «Οι αριθμοί εκείνοι με ζάλισαν. Τέτοιο μισθό δεν έπαιρνε ούτε ο θείος μου ο Γιάννης που ήταν δήμαρχος». Ο αδερφός της συναίνεσε. Και η Σοφία Βέμπο υπέγραψε το πρώτο της συμβόλαιο χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει τι κάνει... Από 'δω και πέρα όμως αρχίζει να γράφει ιστορία.Λίγο προτού εισέλθουν οι Γερμανοί στην Αθήνα και ενώ με τα τραγούδια της κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου είχε γίνει η «τραγουδίστρια της νίκης», βγαίνοντας από το θέατρο «Μοντιάλ» όπου εμφανιζόταν και πηγαίνοντας στο «Αλάμπρα» όπου έπαιζε η αδελφή της, «ξαφνικά ένιωσα ένα τρομερό σε δύναμη κρύο χτύπημα στο πρόσωπο. Ηταν σαν σιδερένια γροθιά. Σωριάστηκα αμέσως. Επρόλαβα να φωνάξω: "Με σκότωσες, παλιάνθρωπε". Τίποτα άλλο, λιποθύμησα». Το πρωί της άλλης ημέρας το τηλέφωνο του σπιτιού της χτύπησε και αμέσως μια βαριά φωνή τής είπε: «Σ' τα σπάσαμε τα μούτρα για να μην μπορής να βγαίνης στο θέατρο και να λες αυτά που λες. Μην στεναχωριέστε, τους απάντησα, θα τα πω από το ραδιόφωνο. Ηταν φανεροί πλέον οι δολοφόνοι μου: ή φασίσται Ιταλοί ή άνθρωποι της Γκεστάπο».Την εποχή εκείνη κυκλοφόρησαν φήμες από τις δυνάμεις κατοχής ότι η Σοφία Βέμπο πέθανε. Αλλά δεν έμειναν εκεί. Μόλις ξεκίνησε κάποια απογευματινή παράστασή της δύο λοχαγοί της Γκεστάπο της είπαν να ντυθεί και να τους ακολουθήσει. Σούσουρο στο θέατρο. Οδηγήθηκε στα ανακριτικά της Γκεστάπο.



 Ακολούθησαν οι φυλακές Αβέρωφ.Την ξαναπηγαίνουν στην Γκεστάπο και την αφήνουν,αφού υπέγραψε χαρτί,όπου διαβεβαίωνε,ότι δεν θα ξανατραγουδήσει πατριωτικά τραγούδια.Το κάνει.Αλλά στέλνει τα μηνύματά της μέσω τραγουδιών. Οι Ιταλοί στη συνέχεια θέλουν,να σταματήσει με ανακοίνωσή τους. Και έγινε.Δεν μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμά της.Μετά από λίγο την άδεια την παίρνει πίσω.Και ανήμερα την 28η Οκτωβρίου, με τους ιταλούς και γερμανούς λογοκριτές δίπλα της, δίνει παράσταση ντυμένη στα γαλανόλευκα.«Οι Ιταλοί ελύσσαξαν αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν πια τίποτα».Στην αυτοβιογραφία της η Σοφία Βέμπο ξεδιπλώνει με την προσωπική της ματιά τα χρόνια της ζωής της από τη γέννησή της ουσιαστικά ως την επιστροφή της στην Ελλάδα το 1946, μετά την αυτοεξορία της στην Αίγυπτο από το 1942 λόγω του κυνηγητού από τις κατοχικές δυνάμεις.Κάπου εκεί στο τέλος της εξιστόρησής της αναφέρει τα εξής: «Το θέατρο δεν το είχα βαρεθεί ποτέ μου. Μα η ζωή μάς επιφυλάσσει συνήθως εκπλήξεις που τις περισσότερες φορές δεν μπορούμε ούτε να φανταστούμε.Ετσι έγινε και μ' εμένα.





Πηγή.Το Βήμα.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Η ΕΚΚΛΗΣΗ ΤΟΥ Π.ΖΕΡΒΑΚΟΥ ΣΤΟΝ ΓΕΡΜΑΝΟ ΔΙΟΙΚΗΤΗ



 «θέλω νά χαρίσεις τή ζωή ἐκείνων,πού καταδικάσθηκαν σέ θάνατο,χωρίς νά φταῖνε».



Σύσσωμο τό ἑλληνικό ἔθνος ἀγωνίσθηκε ἐναντίον τῶν ἰταλογερμανικῶν στρατευμάτων κατοχῆς τῆς πατρίδας μας.Ἡ ἐθνική ἀντίσταση εἶχε τεράστιο κόστος καί θυσίες σέ ἀνθρώπινο δυναμικό τόσο ἀπό τήν πλευρά τῶν Ἑλλήνων πατριωτῶν καί τῶν συμμάχων τους ὅσο καί ἀπό τήν πλευρά τῶν δυνάμεων τοῦ Ἄξονα.Ποιός Ἕλληνας μπορεῖ,νά ξεχάσει τό ὁλοκαύτωμα τοῦ Διστόμου, 10 Ἰουνίου 1944 καί τῶν Καλαβρύτων,13 Δεκεμβρίου 1943;Βαρβαρότητα, ἐκφοβισμός, ἀντεκδίκηση, τιμωρία τῶν ἀθώων ἀπό τούς ἔνοχους ἐπιδρομεῖς καί καταληψίες τοῦ πατρίου ἐδάφους, ἐκτελέσεις, ἐν ψυχρῶ δολοφονίες.



Σάν σήμερα,ἕνα ἱερό κομμάτι τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας, ἡ νῆσος Πάρος, ἔχει νά μᾶς ἀναδείξει μία μεγαλειώδη γιορτή, ἕνα πανηγύρι χαρᾶς καί εὐγνωμοσύνης πρός τήν Παναγίαν ἐπί τῇ διασώσει 125 Παρίων, οἱ ὁποῖοι εἶχε ἀποφασισθεῖ ἀπό τόν Γερμανό διοικητή τῆς Πάρου νά ἐκτελεσθοῦν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ σημερινός Μητροπολίτης Παροναξίας κ. Ἀμβρόσιος, ἀπό τή Μάρπησσα τῆς Πάρου.Τί εἶχε ὅμως διαμεσολαβήσει καί ποῦ ἔγκειται τό θαῦμα;Εἰδικοί Γερμανοί ἀξιωματικοί τοῦ μηχανικοῦ καί στρατιῶτες ἄρχισαν μέ ἐντατικούς ρυθμούς νά κατασκευάζουν ἀεροδρόμιο στήν πεδιάδα πού βρίσκεται στή θέση Γαλλιός, σέ μικρή ἀπόσταση ἀπό τά χωριά Πρόδρομος, Μάρμαρα καί Τσιμπίδος, στήν ἀνατολική μεριά τῆς Πάρου. Στό ἐργοτάξιο αὐτό δούλευαν ἐργάτες ἀπό τήν Πάρο, τήν Ἀντιπάρο καί τή Νάξο, κάτω ἀπό τίς ἐντολές καί ὁδηγίες καί τήν ἐποπτεία Γερμανῶν Ἀξιωματικῶν.Τό Ἀεροδρόμιο αὐτό εἶχε μεγάλη ἐπιχειρησιακή σημασία, γιατί θά ἀποτελοῦσε κεντρικό στρατηγικό σημεῖο στό Αἰγαῖο γιά τίς δυνάμεις τοῦ Ἄξονα.Γι’ αὐτό καί οἱ Σύμμαχοι ἐπεχείρησαν τήν καταστροφή του.Ὁ Ἱερός Λόχος, μαζί μέ Βρετανούς καταδρομεῖς, ἐπιτίθεται αἰφνιδιαστικά, ἐξουδετερώνει τήν γερμανική φρουρά τοῦ ἀεροδρομίου τῆς Πάρου καί συλλαμβάνει τόν διοικητή της. Ἀναλυτικότερα, στίς 14 Μαΐου 1944 ἀγγλικό ὑποβρύχιο ἄραξε σέ ἕναν ὅρμο στό Πίσω Λειβάδι τῆς Πάρου καί ἔβγαλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι ἀνέβηκαν στό χωριό Τσιμπίδο (Μάρπησσα) καί πῆραν αἰχμαλώτους 7 στρατιῶτες Γερμανούς τήν ὥρα πού κοιμόντουσαν, σκότωσαν δύο καί τραυμάτισαν τόν διοικητή τοῦ ἀεροδρομίου ὑπολοχαγό Τάμπε, βρέθηκαν δέ καί καλώδια ἐπικοινωνιῶν κομμένα. Τό πρωί σέ ἀντίποινα συνέλαβαν οἱ Γερμανοί στό ἀεροδρόμιο τόν νεαρό Νικόλαο Στέλλα ἀπό τίς Λεῦκες.Ἔχοντας ἐναντίον του βάσιμες ὑποψίες τόν θανάτωσαν μέ ἀγχόνη κρεμώντας τον πάνω σέ ξύλο σέ ψηλό μέρος γιά νά φαίνεται ἀπό τά γύρω χωριά πρός ἐκφοβισμό.Ὁ στρατιωτικός διοικητής Γκραφονμπερεμπέργκ ζήτησε ἀπό τούς Προέδρους τῶν Κοινοτήτων Πάρου καί Ἀντιπάρου νά τοῦ παραδώσουν σέ ὁρισμένη μέρα 125 νέους,τούς ὁποίους θά ἐκτελοῦσε.Οἱ Πρόεδροι ὅλων τῶν Κοινοτήτων καί οἱ ἱερεῖς - ἐφημέριοι μαζί μέ τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Λογγοβάρδας Φιλόθεο Ζερβάκο πῆγαν ὅλοι στήν κωμόπολη Τσιμπίδο, στό σπίτι τοῦ καλοῦ γιατροῦ Εὐστρατίου Ἀλιπράντη καί, ἀφοῦ ἔκαναν συμβούλιο, ἀποφάσισαν νά πᾶνε ὅλοι μαζί στό διοικητή καί νά τόν παρακαλέσουν νά ἀλλάξει ἀπόφαση.Ἐπειδή ὅμως πληροφορήθηκαν ὅτι ὁ διοικητής εἶχε προαναγγείλει νά μήν πάει κανείς στό διοικητήριο γιά νά μεσολαβήσει τήν ἀναστολή ἤ τήν ἄρση τῆς ἀπόφασης ἐκτέλεσης τῶν Παρίων, σχημάτισαν ἐπιτροπή ἀποτελούμενη ἀπό τόν Ἡγούμενο Πατέρα Φιλόθεο Ζερβάκο, τόν γιατρό Ἀλιμπράντη καί τόν Πρόεδρο τῆς Κοινότητας Ἀρχιλόχου Ἐμμανουήλ Καβάλλη, ἡ ὁποία πῆγε στόν Φρούραρχο Ζάσσε, ὑπολοχαγό, τόν ὁποῖο παρακάλεσαν νά μεσιτεύσει πρός τόν Διοικητή. Ὁ Φρούραρχος τούς εἶπε ὅτι «ἐγώ τόν παρακάλεσα νά μήν σκοτωθοῦν ἄνθρωποι ἀθῶοι.Ἀλλά ἐκεῖνος ἦταν ἀμετάπειστος καί ἀκόμη μέ ἀπείλησε μέ αὐστηρό τρόπο νά μήν τοῦ ἀναφέρω κάτι σχετικό.Ὅποιος τολμήσει νά μεσιτεύσει θά τόν τιμωρήσει παραδειγματικά».«Τό μόνο πού σᾶς συνιστῶ, συνέχισε ὁ Φρούραρχος, εἶναι νά τόν καλέσει ὁ Ἡγούμενος στό Μοναστήρι, ἐκεῖ ἰδιαίτερα οἱ καλόγεροι νά τόν περιποιηθοῦν,καί σέ κάποια στιγμή νά κάνει λόγο ὁ Ἡγούμενος γιά τούς καταδικασθέντες σέ θάνατο Παριανούς, καί ἴσως δεχθεῖ τή διαμεσολάβηση». Ὁ Φρούραρχος παλαιότερα μιλοῦσε μέ ὡραῖα λόγια γιά τό Μοναστήρι τῆς Λογγοβάρδας καί τόν εἶχε προδιαθέσει εὐμενῶς.Ὁ Ἡγούμενος δέν ἔχασε καιρό. Ἀμέσως τόν εἰδοποίησε καί τόν προσεκάλεσε νά ἐπισκευθεῖ τό Μοναστήρι. Μόλις πῆρε ὁ Διοικητής τήν πρόσκληση, εἰδοποίησε τηλεφωνικῶς τόν π. Φιλόθεο ὅτι τήν ἑπομένη 23 Ἰουλίου, ἡμέρα Κυριακή, θά ἐπισκεπτόταν τή Μονή μαζί μέ ἄλλους ἕξι ἀξιωματικούς καί στρατιωτικούς.Πράγματι, τήν Κυριακή τό πρωί ἄφησε ὁ Γερμανός Διοικητής τό αὐτοκίνητό του σέ κάποιο σημεῖο τῆς διαδρομῆς, κοντά στό Μύλο, καί ἀπό κεῖ μέ ζῶα τῆς μονῆς μεταφέρθηκαν στό Μοναστήρι. Στήν ἀρχή ἔδειχνε σάν νά τά εἶχε χαμένα. Εἶχε βλέμμα στυγνό καί ἄγριο, ὕφος σατραπικό καί ἔδειχνε ὅλη τήν ἀγριότητα τοῦ κατακτητῆ.Ἀλλά μέ τίς περιποιήσεις τῶν μοναχῶν καί τίς φιλοφρονήσεις τους ἄρχισε νά ἡμερώνει, νά γίνεται πιό ὁμιλητικός, νά ζητάει νά μάθει μέσω διερμηνέα τή σημασία ὁρισμένων ἀντικειμένων τῆς μονῆς, ὁ ἅγιος δέ Καθηγούμενος οὔτε γιά μία στιγμή δέν ἀπομακρύνθηκε ἀπό κοντά του.Μετά τό φαγητό καί τά γλυκίσματα ὅλη ἡ ἀκολουθία τοῦ Γερμανοῦ Διοικητοῦ κατέβηκε στό καθολικό της Μονῆς γιά νά παρακολουθήσει τήν ἱερή ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, μετά τό τέλος τῆς ὁποίας οἱ μοναχοί ἔψαλλαν τήν παράκληση στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς ὑπέρ τῆς διάσωσης τοῦ μελλοθανάτων ἀδελφῶν.Μετά τήν ἱερά Παράκληση καί ἐνῶ ἦταν ὅλοι ἕτοιμοι νά ἀναχωρήσουν, ὁ διοικητής σέ ἀπόδειξη φιλοφροσύνης εἶπε στόν π. Φιλόθεο Ζερβάκο νά τοῦ ζητήσει μιὰ ὁποιαδήποτε χάρη.Ὁ Ἡγούμενος θαύμασε γιά τήν μεταστροφή τοῦ Γερμανοῦ Διοικητῆ, πῆρε θάρρος καί ἀφοῦ ζήτησε νά μείνουν μόνοι στό ἀρχονταρίκι τῆς Μονῆς τόν εὐχαρίστησε γιά τήν τιμητική ἐπίσκεψη στήν ἱστορική μονή, τοῦ εὐχήθηκε ὑγεία καί εὐτυχία καί ζήτησε μέσω τοῦ διερμηνέα, νά τοῦ ὑποσχεθεῖ ὅτι τή χάρη πού θά ζητήσει νά μήν τοῦ τήν ἀρνηθεῖ. Ὁ διοικητής τοῦ ἔδωσε τό δεξί χέρι καί τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά δώσει ὅ,τι τοῦ ζητήσει. Καί ὁ πατήρ Φιλόθεος τοῦ εἶπε: «θέλω νά χαρίσεις τή ζωή ἐκείνων πού καταδικάσθηκαν σέ θάνατο χωρίς νά φταῖνε».Ὁ διοικητής τοῦ ἀπάντησε: «Ζήτησέ μου ἄλλη χάρη, γιατί αὐτήν δέν μπορῶ νά τήν κάνω. Ξέρω ὅτι δέν εἶναι δίκαιη ἀπόφαση, ἀλλά δέν ἐξαρτᾶται ἀπό μένα. Ἔχω τέτοια διαταγή ἀπό τούς ἀνωτέρους μου,ὅταν σκοτωθεῖ ἕνας Γερμανός νά φονεύονται πενήντα.Ὁ Ἡγούμενος τοῦ ἀνταπαντᾶ καί τοῦ λέει: «Ἐφόσον δέν μοῦ κάνατε τή χάρη πού σᾶς ζήτησα, γι’ αὐτό στούς ἐκτελεσθησομένους νά μέ συμπεριλάβετε καί μένα». Τότε ὁ διοικητής συγκινήθηκε,τοῦ ἔδωσε τό χέρι καί τοῦ λέγει.«σοῦ τούς χαρίζω• μόνον νά συστήσεις σέ ὅλους τους κατοίκους τοῦ νησιοῦ νά μήν ἐπαναληφθεῖ τέτοιο σαμποτάζ».Ὁ Ἡγούμενος τοῦ τό ὑποσχέθηκε καί ἔτσι ὁ Γερμανός διοικητής ἔφυγε ἀπό τό Μοναστήρι τῆς Λογγοβάρδας εἰρηνικός, εὐχαριστημένος. Δέν ἄργησε,ὅμως νά ἔλθει ἡ μέρα τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ νησιοῦ καί τῆς Ἑλλάδας ἀπό τά στρατεύματα κατοχῆς.Γιά μᾶς τούς χριστιανούς αὐτό πού πιό πάνω περιγράψαμε δέν εἶναι παρά ἕνα θαῦμα.Ναί μέν ἡ εὐφυία τοῦ Γέροντα Ἡγουμένου καί οἱ διπλωματικές ἐνέργειες τῶν μοναχῶν καί τῶν ἄλλων Παριανῶν ἡγετῶν ἔκαναν ὅ,τι ἦταν δυνατόν νά κάνουν, γνωρίζοντας τή ρήση τοῦ Σολομώντα ὅτι καί θηρία πού κολακεύονται ἐξημερώνονται, ὅπως συνέβη μέ τήν περίπτωση τοῦ Γερμανοῦ Διοικητῆ, πού κατά τή μορφή καί τήν ψυχή ἔμοιαζε μέ ἀνήμερο θηρίο.



Ἀλλά ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ μητέρα πού καταλαβαίνει τόν πόνο τῶν παιδιῶν της, ἡ προστασία καί ἡ ἐλπίδα ὅλων ὅσοι ζοῦν στό πένθος καί τή θλίψη εἶδε τήν ἀδικία, ἄκουσε τίς δεήσεις τοῦ φιλόχριστου λαοῦ τῆς Πάρου καί μετέτρεψε τήν καρδιά καί τόν ἀρνητισμό τοῦ Γερμανοῦ διοικητῆ καί χάρισε τή σωτηρία σέ 125 ψυχές.Ἀξίζει λοιπόν νά ψάλλουμε κι ἐμεῖς τό πιό κάτω διαπιστωτικό τροπάριο πού ἀκοῦμε σέ ὅλες τίς ἐκκλησίες τό Δεκαπενταύγουστο:«Οὐδείς προστρέχων ἐπί Σοί κατησχυμμένος ἀπό σοῦ ἐκπορεύεται, Ἁγνή Παρθένε Θεοτόκε, ἀλλ’ αἰτεῖται τήν χάριν καί λαμβάνει τό δώρημα πρός τό συμφέρον τῆς αἰτήσεως».




Πηγή.Αγία Ζώνη.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ



 Τράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που πεινάει,/ μέσα στ' ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο,/ στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι./Από δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα,/ με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι,/ με τον άμμο του φεγγαριού μες στις χοντρές αρβύλες τους/ και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ' αυτιά τους./ Δέντρο το δέντρο, πέτρα- πέτρα πέρασαν τον κόσμο/ μ' αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο./ Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.


Από την Ρωμιοσύννη του Γιάννη Ρίτσου.



Ένας από τους χειρότερους εχθρούς,υπήρξε η πείνα και για τον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό, που οργάνωνε τις δυνάμεις του ενάντια στον κατακτητή.Και την «ξεπέρασε», και οργανώθηκε και κατάφερε καίρια χτυπήματα εναντίον των ναζί ο ελληνικός λαός με την αντίστασή του, που τον θαύμασε ο κόσμος όλος!Μεταξύ της 1ης Μαΐου του 1941 και 15ης Οκτωβρίου του 1942 το Ράιχ αφαίρεσε κάθε χρήσιμο παραγωγικό εργαλείο και δεν έδωσε τίποτα, ή πολύ λίγα, σε ανταπόδοση καθιστώντας έτσι αδύνατη την ανάκαμψη της οικονομίας. Ολόκληρη η σοδειά κατασχέθηκε ως λεία πολέμου ή αγοράστηκε σε πολύ χαμηλές τιμές και μεταφέρθηκε στη Γερμανία. Όλα τα πολύτιμα για τις εξαγωγές αποθέματα σε λάδι, σταφίδα, καπνό, σύκα και ελιές κατασχέθηκαν με σκοπό πολλά από αυτά να θρέψουν τον γερμανικό στρατό της Βόρειας Αφρικής. Ακόμη και ελληνικό νερό στάλθηκε σ’ αυτή την περιοχή. Μέχρι και εργοστάσια τροφίμων ίδρυσαν οι Γερμανοί, για να κονσερβοποιούν τα ελληνικά προϊόντα και να τα στέλνουν στην πατρίδα τους. Όσον αφορά τις επιτάξεις, χαρακτήριζαν την ύπαρξη και των ελάχιστων ιδιωτικών αποθεμάτων ως λαθρεμπόριο πολέμου και έτσι όλοι έσπευδαν τρομοκρατημένοι να παραδώσουν ό,τι είχαν στην κατοχή τους ακόμη και φάρμακα. Συχνά επιβάλλονταν ομαδικές ποινές των κατοίκων σε τρόφιμα, ενώ πολλές ήταν και οι επιτάξεις ζώων. Περίπου στο ίδιο διάστημα μεταφέρθηκαν στη Γερμανία αγαθά αξίας 45.700.000 μάρκων, ενώ μέχρι το τέλος του ίδιου χρόνου έφτασαν τα 150.000.000. Όλες οι αγορές έγιναν σε τιμές Κατοχής σε αναλογία 1 μάρκο προς 50 δραχμές. Στον τομέα της βιομηχανίας η υφαντουργία, που απασχολούσε χιλιάδες εργαζομένους, υπολειτουργούσε δημιουργώντας έτσι πάρα πολλούς ανέργους, ενώ η εμπορική ναυτιλία, που προσπόριζε σημαντικά έσοδα στη χώρα έπαψε να το πράττει, και ο πόλεμος σταμάτησε τα πολύτιμα εμβάσματα των Ελλήνων από το εξωτερικό.Το θέαμα εξαντλημένων ανθρώπων που σωριάζονταν στους δρόμους της Αθήνας, τα κάρα με τους σωρούς των πτωμάτων και οι ομαδικοί τάφοι είναι από τις σκληρότερες εικόνες για όσους τις αντίκρισαν και για όσους τις γνώρισαν καταγραμμένες σε φωτογραφίες της περιόδου.Παρουσιάζουμε σύντομες μαρτυρίες επωνύμων, που κατέγραψαν το φαινόμενο με τη δική τους ματιά.Στα Φύλλα Ημερολογίου του Ασημάκη Πανσέληνου διαβάζουμε, με ημερομηνία 13.12.41: «Πείνα και αθλιότης στους δρόμους και στα σπίτια. Οι άνθρωποι πρήζονται. Πεθαίνουν στους δρόμους. Οι Γερμανοί αφαιρούν το παν. Τα τρόφιμα έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Το θέαμα ανθρώπων αναίσθητων από την πείνα στα πεζοδρόμια της Λεωφόρου Πανεπιστημίου είναι κάθε μέρα συχνότερο. [...] Στο σταθμό μια γυναίκα πέφτει μπροστά μου σαν κεραυνόπληχτη. Την σηκώνουν, μαζεύεται κόσμος και της δίνει λεφτά. Τι να τα κάνει;»Μιλώντας για τις «μεγάλες θλιβερές ουρές» στις οποίες στέκονταν οι πεινασμένοι πολίτες, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα κομμάτι ζωής, μαρτυρεί ο Γιώργος Καράγιωργας: “Οι ουρές είναι μεγάλες, είναι θλιβερές, με λυπημένους ανθρώπους που ακολουθούν μια δική τους αυστηρή πειθαρχία κοπαδιού. [...] Η μητέρα προσφέρθηκε να πάει στην ουρά του φούρνου. Έφυγα από το σπίτι στις εννιά το πρωί. Εκείνη είχε ξυπνήσει από τις εξήμισι. Πίστευε πως θα ήταν με τους πρώτους. Βρήκε να περιμένουν διακόσιοι άνθρωποι. Γύρισα στις εννιά το βράδυ κι ήταν ακόμα εκεί, στην ίδια θέση περιμένοντας να φέρουν αλεύρι, να το ζυμώσουν, να το ψήσουν και ν’ αρχίσουν τη διανομή που είναι τριάντα δράμια στο άτομο. Τη σήκωσα και τη βάσταξα για να γυρίσουμε σπίτι. Γι’ αυτό αγόρασα το ψωμί απ’ τον οδηγό. Τ’ αγοράζεις με μια χρυσή λίρα.”Παρουσιάζουμε και τη μαρτυρία της Έρης Mελέκου γι’ αυτή τη λέξη «Πεινώ», που – δυστυχώς – άρχισε να ακούγεται ξανά απειλητικά στις μέρες μας, τις μέρες της «αφθονίας» και της «ευημερίας»: «Κατοχή. Στις γωνιές των δρόμων οι ντενεκέδες με τα σκουπίδια περιμένουν όχι το αυτοκίνητο ή μάλλον το κάρο να τους αδειάσει. Περιμένουν τους πεινασμένους ανθρώπους να ψάξουν μέσα να βρουν κάτι φαγώσιμο: λεμονόκουπα, φύλλα κρεμμυδιού…Τα μπακάλικα άδεια. Το μόνο που βρίσκαμε ήταν μουστάρδα. Ο κυρ Βαγγέλης -ο παντοπώλης μας- διερωτάται πώς αγοράζουμε όλο μουστάρδα… Μια μέρα του έλυσα την απορία αυτή: “Σπουδαίο φαγητό” του λέω…Η λέξη “πεινώ” αντηχούσε συνεχώς στ’ αυτιά μας. Παιδιά γύριζαν σκελετωμένα, ωχρά, σύρριζα στο πεζοδρόμιο και φώναζαν “πεινώ” για να τ’ ακούσουν οι ένοικοι των ισογείων σπιτιών να συγκινηθούν και να τους δώσουν κάτι, αν είχαν.Κάποτε μας έδιναν με δελτίο λίγο ψωμί οι φούρνοι. Ήταν από σκουπόσπορο. Αν το κρατούσες στα χέρια να πας στο σπίτι, κάποιος σου τ’ αρπούσε χωρίς ντροπή…»




Απόσπασμα κειμένου,τίτλος,επεξεργασία και επιμέλεια
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΕΙΝΑΣ ΣΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΚΑΜΙΟΝΙ



 -Παιδάκι μου ξέρεις,πόσο πεινάγαμε;Ξέρεις,τι είναι να έχεις μέρες να φας κάτι;



Όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά, η γιαγιά τους--η μητέρα μου--συνήθιζε τέτοιες μέρες,παραμονή 28ης που ήταν και τα σχολεία κλειστά,να τους διηγείται ιστορίες από την κατοχή.Συνηθίζαμε να περνάμε μαζί όλη η οικογένεια την 28η,κάθε χρόνο.Και η ώρα του φαγητού ήταν,η ώρα που ακούγαμε--εμείς τα παιδιά της για πολλοστή φορά και τα εγγόνια της για πρώτη,ίσως και δεύτερη φορά-με ενδιαφέρον,τα χρόνια τότε, που παιδούλα έζησε την κατοχή.Απλά, περιγραφικά, με συναισθηματική φόρτιση,και χωρίς σειρά των γεγονότων ακούγαμε...Το σπίτι τους ήταν σε μια μεγάλη πλατεία, μας έλεγε, πιθανόν δίπλα σε μια αλάνα, που εκεί είχε στρατοπεδεύσει τμήμα του Γερμανικού στρατού.-Φοβόσασταν;Τη ρωτούσαμε κάθε φορά!-Εμείς τα παιδιά όχι,αλλά κοιτούσαμε με περιέργεια.Θυμόταν τη μητέρα της,να πλένει τα ρούχα των αξιωματικών του Γερμανικού στρατού, είχε επιταχθεί για να κάνει αυτή τη δουλειά. Αλίμονο στα 4 παιδιά της αν αρνιόταν. Για πληρωμή της έδιναν φαγητό και ψωμί,όχι για όλη την οικογένεια βεβαίως, μόνο για ένα άτομο.Αλλά εκείνο το δοχείο με το φαγητό έμπαινε μπροστά στα παιδιά και όποιο προλάβαινε έτρωγε!Μα διηγόταν,πώς πηγαίνανε τα βράδια στους σκουπιδοτενεκέδες των Γερμανών...και έψαχναν για φαγώσιμα,που είχαν πετάξει οι κατακτητές την ημέρα εκείνη, μη καταδεχόμενοι να φάνε ό,τι στερούσαν από το λαό μας!-Και σας άφηναν;ρωτούσαμε.-Φυσικά! Να τους κλέψουμε,δεν ήθελαν.....να ψάξουμε τα σκουπίδια τους...... γιατί να μην μας αφήσουν;Θυμάμαι την αδελφή μου-- μας έλεγε-- που ήταν μεγαλύτερη, πώς κατόρθωσε να κλέψει ένα καρβέλι ψωμί από το παράθυρο του μαγειρείου των Γερμανών....το τι τρέξιμο έκανε για να το φέρει στο σπίτι!Θυμάμαι και τους Γερμανούς να την κυνηγούν, να την χάνουν και να ψάχνουν τα σπίτια ένα ένα για να βρουν ένα παιδί,όπως έλεγαν, που ήταν κλεφτρόνι!Ευτυχώς δεν την είχαν δει καλά για να την αναγνωρίσουν!Η μητέρα της κατάφερε να την κρύψει γιατί δεν ήξερε αν την αναγνώρισαν οι Γερμανοί και έτσι να τη γλυτώσει!-Και στα σκουπίδια τι βρίσκατε;επαναφέραμε τη συζήτηση στο προηγούμενο θέμα.-Βρίσκαμε λεμονόκουπες όχι καλά στημένες, βρίσκαμε πατάτες που είχαν ένα σημάδι και πετόντουσαν ολόκληρες,βρίσκαμε μέχρι σαλάμια μισοδαγκωμένα....κάποια φρούτα...αλλά γινόταν χαμός από τον κόσμο.Δεν προλάβαινες πάντα να βρεις κάτι να φας! Υπήρχαν παλικαράκια,μας έλεγε,που μπαίναν ολόκληρα μέσα στους τενεκέδες.-Δεν συχαινόσασταν γιαγιά;είχε ρωτήσει η κόρη μου με το μυαλό του μικρού παιδιού.-Παιδάκι μου ξέρεις πόσο πεινάγαμε;Ξέρεις,τι είναι να έχεις μέρες να φας κάτι;Ξέρεις τι είναι να μαζεύει η μάνα σου χόρτα από το βουνό και να τα τρως χωρίς λάδι και ψωμί, νερόβραστα;Θυμόταν και μια περίπτωση ενός μεθυσμένου Γερμανού με την παρέα του,που είχε βάλει στο μάτι την αδελφή της,μια αδελφή στην εφηβεία και πολύ όμορφη!(Τη θυμάμαι τη θεία μου! Ας αναπαύεται η ψυχή της! Ήταν και ως μεσήλικας ωραία γυναίκα...).Τι έγινε με τον μεθυσμένο Γερμανό;Μα φυσικά,ότι γίνεται με τον κατακτητή,που νομίζει ότι όλα του ανήκουν:πράγματα και άνθρωποι.Πήγε στο σπίτι,χτύπησε την πόρτα, και ζήτησε από τη μητέρα της τη ''φρόιλαϊν'' για να βγουν,όπως είπε.Ευτυχώς,που η γιαγιά μου με το χτύπημα στην πόρτα,είχε κρύψει και τις δύο κόρες της κάτω από το κρεβάτι και είχε βάλει κοφίνια με ρούχα μπροστά ....Αν έψαχναν,θα τις έβρισκαν βέβαια!Πάντα φοβόταν για τα κορίτσια της με τους Γερμαναράδες στρατιώτες δίπλα από το σπίτι.Αν και δεν πείραζαν κοπέλες,μας είπε η μητέρα μου,ο μεθυσμένος κατακτητής είναι αλλιώς!Είπε λοιπόν η μητέρα της,ότι η ''φρόιλαϊν'' λείπει και κατάφερε να διώξει το Γερμανό!Μας διηγόταν για τις σειρήνες,που χτυπούσαν οποιαδήποτε ώρα,πώς τρέχανε με,ό,τι φορούσαν τη στιγμή εκείνη,μαζί με άλλους γείτονες σε υπόγεια που είχαν σακιά με άμμο μπροστά!Ακούγανε τα αεροπλάνα,τις βόμβες που στρίγκλιζαν πέφτοντας,το χαμό που ακολουθούσε, στοιβαγμένοι σε ένα δωμάτιο υπογείου,που αν έπεφτε εκεί η βόμβα θα τους διέλυε όλους!Θυμόταν,πώς κουλουριαζόταν στην αγκαλιά της μάνας της,που προσπαθούσε,να αγκαλιάσει και τα 4 παιδιά της, ακόμη και τα πιο μεγάλα, λες και θα τα προστάτευε από το θάνατο.Κάποιοι,ρισκάρανε και δεν κατέβαιναν στα υπόγεια...κάποιοι έβρισκαν ευκαιρία,μας έλεγε,να πηδήξουν από τα παράθυρα στα άδεια σπίτια και να πάρουν,ό,τι χρήσιμο έβρισκαν.Κάποια φορά,μας διηγήθηκε,τι είδαν,όταν βγήκαν μια μέρα, από το υπόγειο με τη λήξη του συναγερμού....Πιο κάτω στο δρόμο, κείτονταν τα άψυχα σώματα τριών αδελφών,γειτονόπουλα,που δεν πρόλαβαν,να κατέβουν στο υπόγειο.Φρίκη και δάκρυα,ακόμη και μετά από τόσα χρόνια προκαλεί η θύμηση αυτή!Πόσο βάρβαρος είναι ο πόλεμος!Πόσες μνήμες είναι χαραγμένες στο μυαλό ενός παιδιού,που έζησε αυτά τα γεγονότα και που μένουν, όσα χρόνια και αν περάσουν!Μας διηγήθηκε πολλά ακόμη,για το κρύο που έκανε και δεν είχαν ξύλα να ζεσταθούν,για τον πατέρα της που πρήστηκε από την πείνα, για τα νέα που μάθαιναν από στόμα σε στόμα και αφορούσαν τον πόλεμο...Μια διήγηση που κρατούσε ώρα και,που συνοδευόταν από δάκρυα,που αυτές οι αναμνήσεις προκαλούσαν!Μνήμες,που δεν πρέπει,να χαθούν.Για να μαθαίνουν οι νεώτεροι,να διδάσκονται και να παραδειγματίζονται!Τι έχει περάσει και αυτός ο λαός!Τιμή σε όσους έδωσαν τη ζωή τους τότε και ήταν πολλοί!Ντροπή και σε όσους πλούτισαν με την πείνα και το θάνατο συμπατριωτών μας!Και υπήρχαν πολλοί!

 


 

Καλή επέτειο του ΟΧΙ!


Πηγή.Ο Κήπος μου.Τίτλος,επεξεργασία,διασκευή κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

ΕΙΚΟΝΑ ΣΟΥ ΕΙΜΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΣΟΥ ΜΟΙΑΖΩ




Κουρελιασμένοι απ' τ' αγριεμένα κύματα
πεταμένα υπολείμματα για πάντα από δω και μπρος
στο σκοτεινό θάλαμο της γης
με ισκιωμένο το μυαλό
απ' το ξέφρενο κυνηγητό
της ασάλευτης πορείας των άστρων
οι τελευταίοι
απόθεσαν το κουρασμένο κεφάλι τους
θυσία
στην τελετουργία των ανεμοστρόβιλων καιρών.
Κι άνθρωποι δεν υπήρχανε.
κι ένα άσπρο χιόνι σιωπής
σκέπασε οριστικά τις βυθισμένες πόλεις...

 

Κατερίνα Γώγου


Η γενική Αποστασία των ανθρώπων από την Εκκλησία δεν είναι τίποτ' άλλο, από μια συνεχιζόμενη, κοινωνική αυτοχειρία,που ποιεί αυτοκτόνους εραστές μιας διευρημένης κόλασης, που διαρκώς ανακαινίζεται. Αν κάποιος επιχειρήσει να καταγράψει τα θύματα αυτής, της εν δυνάμει πνευματικής αυτοχειρίας, προτιμότερο ίσως είναι να προσμετρήσει τους ολίγους, σύνοικους πιστούς της Εκκλησίας, για να βγάλει ασφαλή, ''διθυραμβικά'' και ευλόγως, απογοητευτικά αποτελέσματα. Στα μονόστηλα των εφημερίδων θα έπρεπε να αναρτάται ο αριθμός των εν Αποστασία αυτοχείρων και να σκιαγραφείται ο πνευματικός χάρτης αυτής της παραδομένης χώρας. Κι ο βασικός τίτλος θα έπρεπε, να γράφει. ''Ελλάδα, η χώρα της κατά Θεόν Αποστασίας''. Το χειρότερο όλων, όμως είναι, ότι οι αποστάτες άνθρωποι θωρούν την αποχή τους, ως αναβαθμισμένη, εγωκεντρική αυτογνωσία, από την οποία, ο Θεός τίθεται Εκτός. Ο Θεός, πλέον για τους πολλούς, υποβαθμίστηκε από μια αφηρημένη έννοια, σε μια ανύπαρκτη εικόνα. Επομένως, η υλιστική καθ' όλα τροχοδρόμηση γεννά ασύλληπτη, συνειδητή παραφροσύνη. Η αφροσύνη του ενός ποδηγετήθηκε από την παραφροσύνη των πολλών. Αν στα Δημόσια Ψυχιατρεία πολεμείται και αποκαθίσταται η εγνωσμένη ψυχοπάθεια των λίγων, τότε, πώς θα ιαθεί η μη κατ' επίγνωσιν ψυχική νόσος των πολλών; Αυτή η χώρα γέμισε αρρώστεια, που στο διάβα της νοσούν τα πάντα! Ο μη κατ' επίγνωσιν νοσών, εντέλει είναι πολύ πιο επικίνδυνος κοινωνικά, από τον εγνωσμένης νόσου, ασθενή! Κι όμως κυκλοφορούμε ελεύθεροι! Διαπλάθονται καθημερινά άνθρωποι στον αστερισμό της κοινωνικής επιτυχίας, της μαθησιακής πρωτιάς και της ζωικής, καταναλωτικής ευμάρειας. Τα σπίτια εκδίωξαν τον Χριστό από τα εικονίσματα στον δρόμο και σε όσα, ακόμη Αυτός υπάρχει, εκτοπίστηκε στην προβεβλημένη, γαστριμαργική κουζίνα. Οι γονείς δεν μιλούν στα παιδιά τους για Χριστό, μιλούν όμως για τον Καρανταγίν, τον Σουλειμάν και τον Λαζόπουλο... Και αυτά, τα ίδια τα παιδιά μυούνται εκουσίως στις ιντερνετικές ορέξεις ενός Μεγάλου Αδελφού, που συλλέγει οπαδούς στο διαδίκτυο. Ο ορισμός του Άνδρα περιορίστηκε αποκλειστικά στην θηλυπρέπεια ενός ψεύτικου πατρόν και της Γυναίκας, στην εμπορική διαφήμιση ενός παγκόσμιου καρμπόν. Η καινοτόμος εκκλησία, δίκην ενός δημοσιουπαλληλικού ενδοτισμού γέμισε από μισθωτούς ποιμένες με εν γένει αδηφάγα, υλιστικούς προσανατολισμούς και, ως εκ τούτου, ο ποιμενικός καθ' ύλην, διακονικός  εμπορευματισμός, πολλές φορές υπερισχύει της αφιλόκερδης, ποιμενικής διακονίας. Κι η αίρεση του Οικουμενισμού δημιούργησε ''ορθόδοξους πάστορες'', στεγανά εγκλωβισμένους, σ' έναν εκούσιο, τυπολατρικό προτεσταντισμό και ορθοδόξους καρδινάλιους μ' έναν απίστευτο, εγκολπωμένο ''παπισμό''. Η Αποστασία δεν προσαγορεύεται μόνο στους πνευματικά, αμέτοχους και στους εκκλησιαστικά, απόντες, αλλά και στους απίστευτους εκμαυλιστές της Πίστης, που έκαναν την Καινοτόμο Εκκλησία, να μοιάζει ανεκμυστήρευτα, με τροφοδοτικό συλλέκτη κακόφρονων και ανοικών δοξασιών. Ο Χριστός διακωμωδείται στα θέατρα, υβρίζεται στα γήπεδα και σταυρώνεται στους δρόμους. Η Τέχνη εν πολλοίς, Τον χρησιμοποιεί, για να Του προσάψει όλες τις παραβατικές ενοχές κάποιων διαστροφικά αυτόκλητων, αυτοονομαζόμενων δημιουργών. Στα καφενεία γελοιοποιείται, ευτελίζεται και εκπίπτει στο στόμα των θαμώνων. Κι όταν πλησιάζουν οι μεγάλες δεσποτικές εορτές, τότε και πάλι καταγράφεται στο αφοριστικό τεφτέρι των νέων σταυρωτών Του. Ήταν χαραχτηριστική, πριν χρόνια, η εικόνα ενός ημιθανή ναρκομανή στην Στοά Φέξη της Αθήνας κι από πάνω του στον τοίχο ν' αναγράφεται το σύνθημα: ''Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω''. Αμέσως απενοχοποιήθηκε το δυστηχισμένο παλλικάρι στα τυφλά μου μάτια και αίφνις φορτώθηκα ανέκφραστα τις ενοχές όλου του κόσμου... Γιατι κοινωνία είμαστε όλοι εμείς, οι αξιοπρεπείς και ευυπόληπτοι πολίτες, που ανέκαθεν μεταφέραμε τις ευθύνες μας στους άλλους. Έτσι από εικόνες Θεού γίναμε σκισμένα, μισοσκόταδα συνθήματα στους νοσηρούς, παρηκμασμένους δρόμους, πεζοδρομιακές, αυτάρκεις και ανώνυμες φιγούρες, που κυκλοφορούν αποστασιοποιημένες, ακόμη κι απ' αυτόν, τον κατ' όνομα, πλησίον μας. Όπου πλησίον μας βέβαια, δεν λογίζεται ο άγνωστος διαβάτης του δρόμου, ο ένοικος της διπλανής πόρτας, ο ναρκομανής των Εξαρχείων, η πόρνη της Σωκράτους, ο επαίτης της Ομόνοιας ή ο πορτοφολάς του μετρό... Πλησίον μας έγινε αποκλειστικά και μόνο, αυτός, που συνδιαχειρίζεται μαζί μ' εμάς και με τον ίδιο τρόπο υποκριτικά, τις ενοχές αυτής, της ''καταραμένης κοινωνίας''...Εύχεσθε και προσεύχεσθε!



Ντρέπομαι, που μεγάλωσα στο ψέμα των ισμών,
μια άφιλη πατρίδα, που πάντα ερωτοτροπεί με τον εχθρό της,
παστεριωμένοι άνθρωποι με μικρή ημερομηνία λήξης,
φυγομαχούν στο άγγελμα ενός προαναγγελλόμενου θανάτου,
κι εγώ, κρυφός αυτουργός σ' ένα προκαθορισμένο έγκλημα,
αυτάρεσκος βιαστής ενός πεθαμένου σώματος,
που κάποτε, το είπανε Ελλάδα,
παίζω κρυφτό στην ηδονή της σιωπής,
προσμένοντας τον άλλο, να πάρει την σειρά μου.

 

Αλλά,


Θα μυρίσουν και πάλι οι πασχαλιές το απόσπερο,
η καμπάνα θα σημάνει και πάλι μεσάνυχτα,
οι αυλές θ'ασπρίσουν στο χρώμα του αναστημένου Φωτός,
το θυμιατήρι θα καίει απαρηγόρητο την άνοιξη,
τα παιδιά ντυμένα κατάλευκα στο απάγιο της μέρας,
λαμπάδες θα γίνονται στο πείσμα του ανέμου.
 

 Γιώργος Δημακόπουλος

                                  

 
Γιώργος Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος