ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Η ΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ



Η μητέρα του, η υπεραγία Θεοτόκος, μακριά από το σπίτι της, ξένη σε ξένον τόπο, πήγε και τον γέννησε μέσα σ’ ένα μαντρί. Το βόδι και το γαϊδούρι τον ζεστάνανε με την ανασαμιά τους. Τσομπάνηδες τον συντροφέψανε. Μαζί με τα νιογέννητα αρνιά λογαριάστηκε ο αμνός του Θεού, που ήρθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο από την κατάρα του Αδάμ. Ποιος άνθρωπος γεννήθηκε με μεγαλύτερη ταπείνωση;



Την πνευματική χαρά και την ουράνια αγαλλίαση που νοιώθει ο χριστιανός από τα Χριστούγεννα, δεν μπορεί να τη νοιώσει, με κανέναν τρόπο, όποιος τα γιορτάζει μοναχά σαν μια συγκινητική συνήθεια, που είναι δεμένη περισσότερο με τις συνηθισμένες χαρές του κόσμου, με τον χειμώνα, με τα χιόνια, με το ζεστό τζάκι.Μοναχά ο ορθόδοξος χριστιανός γιορτάζει τα Χριστούγεννα πνευματικά, κι από την ψυχή του περνάνε αγιασμένα αισθήματα, και τη ζεσταίνουνε με κάποια θέρμη παράδοξη, που έρχεται από έναν άλλο κόσμο, τη θέρμη του Αγίου Πνεύματος, κατά τον αναβαθμό που λέγει: «Αγίω Πνεύματι πάσα ψυχή ζωούται, και καθάρσει υψούται, λαμπρύνεται τη τριαδική μονάδι, ιεροκρυφίως».Ψυχή και σώμα γιορτάζουν μαζί, ευφραίνουνται με τη θεία ευφροσύνη, που δεν την απογεύεται όποιος βρίσκεται μακριά από τον Χριστό. Ενώ η καρδιά του χριστιανού, αυτές τις αγιασμένες μέρες, είναι γεμάτη από την ευωδία της υμνωδίας, γεμάτη από μια γλυκύτατη πνευματική φωτοχυσία, που σκεπάζει όλη την κτίση, τα βουνά, τη θάλασσα, τον κάθε βράχο, το κάθε δέντρο, την κάθε πέτρα, το κάθε πλάσμα. Όλα είναι αγιασμένα, όλα γιορτάζουνε, όλα ψέλνουνε, όλα ευφραίνονται, όλη η φύση είναι «ως ελαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού». Κανείς δεν νοιώθει στην καρδιά του τέτοια χαρά, παρά μονάχα εκείνος που αγαπά τον Θεό και που ζει τις μέρες της ζωής του μαζί με τον Θεό, γιατί κανένας άλλος από τον Θεό δεν μπορεί να δώσει τέτοια χαρά, τέτοια ειρήνη, κατά τον λόγο που είπε ο Κύριος στον Μυστικό Δείπνο: «Τη δική μου την ειρήνη σας δίνω, δεν σας δίνω εγώ την ειρήνη που δίνει ο κόσμος».Η χαρά του Χριστού κ’ η ειρήνη είναι αλλιώτικη από τη χαρά κι από την ειρήνη τούτου του κόσμου. Για τούτο ο άνθρωπος που χαίρεται να πηγαίνει στην εκκλησία, για να πιει απ’ αυτή την αθάνατη βρύση της αληθινής χαράς και της ειρήνης, λέγει μαζί με τον Δαβίδ: «Εξαπόστειλον, Κύριε, το φως σου και την αλήθειάν σου· αυτά με ωδήγησαν και ήγαγόν με εις όρος άγιόν σου και εις τα σκηνώματά σου· και εισελεύσομαι προς το θυσιαστήριον του Θεού, προς τον Θεόν τον ευφραίνοντα την νεότητά μου».Ας γιορτάσουμε λοιπόν κ’ εμείς, αδελφοί μου, τη Γέννηση του Χριστού «εν πνεύματι και αληθεία, εν ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς», και τότε και τ’ άλλα «προστεθήσεται ημίν», θα μας δοθούνε, ήγουν η χαρά του σπιτιού, της οικογένειας, της φύσης, της συναναστροφής, της αγνής διασκέδασης, γιατί όλα θα τα γλυκαίνει η αγάπη του Χριστού, και θα τα ζεσταίνει η θέρμη Εκείνου που είναι ο ζωοδότης.Μέγα μάθημα της ταπείνωσης είναι για μας, αδελφοί μου, η Γέννηση του Χριστού. Πού γεννήθηκε; Μέσα σε μια φάτνη, σ’ ένα παχνί να πούμε καλύτερα, για να νοιώσουμε βαθύτερα την ανείπωτη συγκατάβαση του Θεού, γιατί τ’ αρχαία λόγια κάνουνε να φαίνουνται στα μάτια μας πλούσια και τα φτωχά πράγματα. Η μητέρα του, η υπεραγία Θεοτόκος, μακριά από το σπίτι της, ξένη σε ξένον τόπο, πήγε και τον γέννησε μέσα σ’ ένα μαντρί. Το βόδι και το γαϊδούρι τον ζεστάνανε με την ανασαμιά τους. Τσομπάνηδες τον συντροφέψανε. Μαζί με τα νιογέννητα αρνιά λογαριάστηκε ο αμνός του Θεού, που ήρθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο από την κατάρα του Αδάμ. Ποιος άνθρωπος γεννήθηκε με μεγαλύτερη ταπείνωση;Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος γράφει, στον Λόγο του για την Ταπεινοφροσύνη, τα παρακάτω εξαίσια λόγια: «Θέλω ν’ ανοίξω το στόμα μου, αδελφοί μου, και να λαλήσω για την υψηλή υπόθεση της ταπεινοφροσύνης, κ’ είμαι γεμάτος φόβο, σαν εκείνον τον άνθρωπο που ξέρει πως θα μιλήσει για τον Θεό. Γιατί η ταπεινοφροσύνη είναι στολή της θεότητας. Γιατί ο Λόγος του Θεού που έγινε άνθρωπος, αυτή ντύθηκε, κ’ ήρθε σε συνάφεια μαζί μας μ’ αυτή, παίρνοντας σώμα σαν το δικό μας. Κι όποιος τη ντύθηκε, αληθινά έγινε όμοιος μ’ Εκείνον, που κατέβηκε από το ύψος Του, και που σκέπασε την αρετή της μεγαλωσύνης Του και τη δόξα Του με την ταπεινοφροσύνη. Κι αυτό έγινε για να μην κατακαεί η κτίση από τη θωριά Του. Γιατί η κτίση δεν μπορούσε να τον κοιτάξει , αν δεν έπαιρνε ένα μέρος απ’ αυτή (το σώμα), κ’ έτσι μίλησε μ’ αυτή. Σκέπασε τη μεγαλωσύνη Του με τη σάρκα, και μ’ αυτή ήρθε σε συνάφεια μαζί μας, με το σώμα που επήρε από την Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία. Ώστε, βλέποντάς τον εμείς πως είναι από το γένος μας και πως μας μιλά σαν άνθρωπος, να μην τρομάξουμε από τη θωριά Του. Γι’ αυτό, όποιος φορέσει τη στολή που φόρεσε ο Κτίστης (δηλαδή την ταπεινοφροσύνη), τον ίδιον τον Χριστό ντύθηκε».Η φάτνη είναι η ταπεινή καρδιά, που μοναχά σ’ αυτή πηγαίνει και γεννιέται ο Χριστός.Η Εκκλησία μας φωτοβολά μέσα στο χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τη Γέννηση του Κυρίου. Από μέσα της ακούγεται μια υπερκόσμια υμνωδία, σαν εκείνη που ψέλνανε οι άγγελοι τη νύχτα που γεννήθηκε ο Κύριος, «ήχος καθαρός εορταζόντων». […]
 


Από το βιβλίο του «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου».Πηγή.Αγιορείτικο Βήμα.
Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Φώτης Κόντογλου



ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΠΟΣΟ ΚΑΝΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΣΤΕΦΑΝΙΑ;

 

 

Η καθημερινή ανάγνωση των Μαρτυρίων των Αγίων παρακινούσε τον μακάριο Ανδρέα προς μίμησή τους.Κάποια νύκτα σηκώθηκε για να προσευχηθεί.Ο φθονερός διάβολος δεν ήταν δυνατόν να τον αφήσει απείρακτο.Μόλις άρχισε την προσευχή του έρχεται με πολύ θόρυβο και του κτυπά την πόρτα.Ο μακάριος ως νέος και μή γνωρίζοντας από τις πονηρίες του διαβόλου,φοβήθηκε,σταμάτησε την προσευχή του και ξάπλωσε στο κρεβάτι του και σκεπάστηκε.

 
 

Όταν είδε ο σατανάς ότι φοβήθηκε και άφησε την προσευχή χάρηκε και λέγει στον άλλο δαίμονα.«Να! ακόμα αυτός είναι βρέφος,τρέχουν τα σάλια του, και προετοιμάζεται για να κάνει πόλεμο εναντίον μας».Αφού τα είπε αυτά εξαφανίστηκε.Ο μακάριος Ανδρέας αποκοιμήθηκε. Βλέπει τότε στον ύπνο του ότι βρέθηκε στο θέατρο της πόλεως. Από το ένα μέρος υπήρχαν πολλοί άνδρες λευκοφόροι (ασπροντυμένοι) και φωτεινοί και από το άλλο ήταν ένα πολύ μεγάλο πλήθος κατάμαυροι αιθίοπες (αράπηδες). Ζητούσαν δε και τα δύο μέρη να παλέψουν.Οι κατάμαυροι είχαν ανάμεσα τους ένα μεγαλύτερο, που ήταν χιλίαρχος, και έλεγαν πρός τους λευκοφόρους: « Όποιος θέλει από σας, ας βγεί να πολεμήσει με αυτόν».Ενώ ο Άγιος έστεκε και άκουε τα λεγόμενα, βλέπει να κατεβαίνει από τον ουρανό κάποιος νέος πάρα πολύ ωραίος, λαμπρότερος του ήλιου στη όψη, κρατώντας στα χέρια του τρία υπέροχα στεφάνια. Το ένα ήταν στολισμένο με μαργαριτάρια, το δεύτερο με πολύτιμες πέτρες και το τρίτο με κρίνα και άνθη του Παραδείσου. Ήταν δε αυτά και αμάραντα και είχαν τόση ευωδία ώστε θαύμαζε ο μακάριος Ανδρέας και επιθυμούσε, αν ήταν δυνατόν, να πάρει κάποιο από εκείνα τα στεφάνια.Πλησιάζει λοιπόν τον νέο και του λέει: « Στον Χριστό που πιστεύεις, πόσο πουλάς αυτά τα στεφάνια; Θέλω να μάθω. Αν και εγώ δεν μπορώ να τα αγοράσω όμως θα τρέξω γρήγορα να το πω στο αφεντικό μου για να έλθει να πάρει αυτό κάποιο από αυτά και να σου δώσει όσα χρήματα θέλεις». Αυτά αφού τα άκουσε ο νέος, ο οποίος ήταν ο ίδιος ο Χριστός, χαμογέλασε και λέει στον Ανδρέα. « Πίστεψε με στ’ αλήθεια, αγαπητέ, ότι αν μου φέρεις όλο το χρυσάφι του κόσμου, δεν δίνω ούτε ένα άνθος από αυτά τα στεφάνια ούτε σε σένα, αλλά ούτε και στο αφεντικό σου. Γιατί αυτά δεν ανήκουν στο μάταιο αυτό κόσμο, όπως νομίζεις, αλλά στους ουράνιους θησαυρούς, με τους οποίους στεφανώνονται όσοι νικήσουν εκείνους τους μαύρους. Εάν, λοιπόν, θέλεις και σύ κανένα απ’ αυτά τα στεφάνια πάλαιψε με εκείνον τον ακάθαρτο αράπη και αν τον νικήσεις όχι μόνο αυτά θα σου δώσω αλλά όσα θέλεις».Όταν τα άκουσε αυτά ο μακάριος Ανδρέας πήρε θάρρος και λέει σ’ αυτόν· « Κύριε μου, δέχομαι να παλέψω, μόνο δίδαξε με με ποιόν τρόπο θα τον νικήσω». Είπε τότε ο Κύριος προς τον Ανδρέα: « Γνώριζε, αγαπητέ, ότι αυτοί οι αράπηδες είναι μόνο θρασείς, άλλά δεν έχουν καμιά δύναμη. Μη φοβηθείς λοιπόν που τον βλέπεις τόσον μεγάλο, διότι είναι σαν το χόρτο σάπιος και αδύνατος». Αφού δε τον ενθάρρυνε, τον έπιασε από τη μέση και του έδειξε πως να παλέψει με τον αράπη. Του παράγγειλε δε τα εξής: « Όταν σε πιάσει ο αράπης, μη φοβηθείς, αλλά αγκάλιασε τον σε σχήμα σταυρού και θα δείς τη δύναμη του Θεού».Τότε μπήκε στη μέση του θεάτρου ο Ανδρέας και είπε με δυνατή φωνή:«Μαυρισμένε, έλα να παλαίψουμε». Όταν είδε ο αράπης εκείνος, ο χιλίαρχος των δαιμόνων, ότι τον ζητούσε ο Ανδρέας σηκώθηκε και ερχόταν με μεγάλη υπερηφάνεια να τον αρπάξει και τον φοβέριζε με το βλέμμα του. Ο Ανδρέας τον έπιασε σταυροειδώς και τον έρριξε κάτω στη γη ώστε για πολλή ώρα έμεινε άφωνος. Τότε χάρηκαν πάρα πολύ οι λευκοφόροι και αμέσως έτρεξαν, τον αγκάλιασαν και τον καταφιλούσαν και τον άλειφαν με θεϊκό μύρο. Οι δε κατάμαυροι αράπηδες έφυγαν καταντροπιασμένοι.Αμέσως τότε ο γεμάτος δόξα εκείνος νέος έδωσε τα στεφάνια στον μακάριο Ανδρέα και καταφιλώντας τον του είπε: « Από σήμερα είσαι δικός μου φίλος. Να αγωνίζεσαι τον καλόν αγώνα γυμνός και περιφρονημένος. Γίνε σαλός για μένα, για να σε αξιώσω πολλών αγαθών στη Βασιλεία μου».

 
 
Πηγή:Ομολογία Πίστεως.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

 

Άγιος Ανδρέας,ο δια Χριστόν σαλός.

 

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΔΕΝ ΑΡΓΗΣΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ

 
 

 Πλησίασα προς την Αγία Τράπεζα και είδα πάνω της κάτι να γυαλίζει.Πλησίασα και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα μάτια μου.Ήταν το ρολόι του πατέρα μου, μόνο που δεν ήταν σπασμένο,αλλά δούλευε,όπως τότε,που μου το είχε πρωτοδώσει.Κάθισα στο σκαλοπάτι του Ιερού και έκλαιγα για ώρες...

 

 

 Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Άρτα, δίπλα σ' ανθρώπους φτωχούς αλλά έντιμους, που στερήθηκαν πολλά για να μου δώσουν μια καλύτερη ζωή. Μεγαλώνοντας με ψωμί κι αλάτι, κόπιασαν για να έχει το μοναχοπαίδι τους μόρφωση και αξία στην κοινωνία. Ο πατέρας μου δούλευε για το μεροκάματο απ' τα χαράματα ως το σούρουπο στον κάμπο της Άρτας, και τον θυμάμαι να γυρίζει στα σκοτάδια, τσακισμένος από την κούραση αλλά πάντα με το χαμόγελο, σαν να ήξερε ότι ο μόχθος ο δικός του ήταν η δικιά μου η λευτεριά.Πηγαίναμε κάθε Κυριακή στην εκκλησία, εγώ αυτός και η μάνα μου. Όταν αυτή πέθανε, ο πατέρας μου συνέχισε να με πηγαίνει και να ακούμε την λειτουργία του παπα-Γιάννη, γιατί όπως μου έλεγε πάντα "ο Θεός έχει κοντά του τη μάνα σου, γιατί εμείς προσευχόμαστε κι ανάβουμε ένα κεράκι για την ψυχή της".

 

 

Πάντα γελαστός, ακόμα και στα δύσκολα, μου έδινε κουράγιο για να προχωρήσω και να μορφωθώ. Με θυμάμαι πιο μεγάλο να ξενυχτάω στο φως το καντηλιού, ανάμεσα στα βιβλία, και το πρωί να πηγαίνω με τον πατέρα μου για δουλειά στα χωράφια.Όταν πήγα στην Ιατρική Σχολή, ήξερα ότι τα χρώσταγα όλα στην οικογένειά μου. Ο πατέρας μου δε πρόλαβε να με δει γιατρό, πέθανε ένα χρόνο πριν τελειώσω τις σπουδές μου, αλλά ορκίστηκα να προσεύχομαι στο Θεό κάθε βράδυ, και γι αυτόν και για τη μάνα μου. Ο καιρός πέρασε και δεν ξαναγύρισα στην Άρτα, αλλά έμεινα στην Αθήνα που οι ευκαιρίες για τη δουλειά μου ήταν πιο πολλές. Έκανα περιουσία και παντρεύτηκα την Ευδοξία, κόρη ενός πλούσιου εμπόρου. Όμως ο Θεός δεν την είχε ευλογήσει με όλα τα δώρα του και παρ' όλες τις προσπάθειες και τις προσευχές μας, δε καταφέραμε ποτέ να κάνουμε ένα γιο, που ήταν και η ευχή του πατέρα μου.Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος με τον Μουσολίνι, με στρατολόγησαν για να προσφέρω τις γνώσεις μου στους πολεμιστές μας που αντιστεκόταν στον Ιταλό δικτάτορα και με έστειλαν για μια περίοδο σε μία μονάδα κοντά στο Δυρράχιο. Ένιωθα περήφανος στην αρχή, αλλά εκείνα τα πράγματα που αντίκρισαν τα μάτια μου με είχαν κάνει να χάσω τον ύπνο μου. Κάποιοι μου έλεγαν πως τα βράδια έκλαιγα αλλά δε θυμόμουν ποτέ τίποτα το πρωί.Εκείνη την εποχή άρχισα να αμφιβάλλω για κείνες τις Κυριακές στην εκκλησία με τη μάνα και τον πατέρα μου. Όσο περνούσε ο καιρός, σταμάτησα να προσεύχομαι. Που ήταν ο Θεός να ακούσει τις κραυγές των ετοιμοθάνατων; Αν δεν άκουγε αυτούς, πως θα μπορούσε να ακούσει την προσευχή μου; Σταμάτησα να προσεύχομαι και για τη μάνα μου και τον πατέρα μου, παρ' όλο που είχα ορκιστεί να μη το αμελήσω ποτέ. Άρχισα να ξεχνάω, και το μόνο που είχε μείνει από αυτούς ήταν το ρολόι που μου είχε δώσει ο πατέρας μου. Όταν κάποια στιγμή μου έσπασε κι αυτό, ήταν να σαν να είχα γίνει ένας άλλος άνθρωπος, γνωστικός και χωρίς τις πλάνες του Θεού.Η γυναίκα μου πέθανε τον χειμώνα του 41 στην Αθήνα, μαζί με τόσους άλλους.

ΥΠΟΠΙΑΖΩ ΜΟΥ ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΔΟΥΛΑΓΩΓΩ

 

 

 

Τον πολεμάει με την σάρκα. Εκμεταλλεύεται γι’ αυτό ο άθλιος την νεότητά του.Παρουσιάζει στην φαντασία του αισχρά θεάματα. Μεταμορφώνεται ο τρισάθλιος σε γυμνή γυναίκα και προσπαθεί εκεί στην ερημιά, να τον σκανδαλίσει και να τον νικήσει. Αγωνίζεται μέρα νύχτα να τον γκρεμίσει. Τού παρουσιάζει κέντρα διασκεδάσεων και σκηνές οργίων.

 
 

Το 251 μ.Χ. γεννήθηκε στην Αίγυπτο ένα μεγάλο και φωτεινό αστέρι της χριστιανοσύνης: Ο Μέγας Αντώνιος.Ιδιαίτερη πατρίδα του ήτανε ένα μικρό χωριό, Κόμα ονομαζόμενο, που βρισκότανε ανατολικά της όχθης του ποταμού Νείλου, στην Νότιο Μέμφιδα.Οι γονείς του ήτανε πλούσιοι και ευσεβείς χριστιανοί. Μπορούσανε να δώσουμε μεγάλη μόρφωση στον μικρό τους Αντώνιο και να τον αναδείξουν μεγάλο επιστήμονα, αλλά τους φόβιζε η συναναστροφή στο σχολείο με τα παιδιά των ειδωλολατρών. Δεν θέλανε να χάση την πίστη του το παιδί τους, από την πλάνη της ειδωλολατρίας. Προτιμούσανε να δούνε το παιδί του στον Παράδεισο αγράμματο, παρά γραμματισμένο στην Κόλαση. Έμεινε, λοιπόν, εξαιτίας αυτού, τελείως αγράμματος ο Αντώνιος.

 
 

Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να αναδειχθεί Μέγας.Οι γονείς του, όμως, φροντίσανε πολύ για την χριστιανική ανατροφή του. Τον μεγαλώσανε με τις αρχές του Ευαγγελίου και του δείξανε τους δύο δρόμους, που θα τον γλύτωναν από τις παγίδες του διαβόλου: τον δρόμο του σπιτιού και τον δρόμο της Εκκλησίας.Σε ηλικία 18 ετών, έμεινε ορφανός με μια αδελφή. Ο θάνατος των γονέων του, τον έβαλε στην αρχή σε λύπη και σε βαθύ συλλογισμό. Κατάλαβε τότε, πόσο μάταιος είναι τούτος ο κόσμος και πόσο γρήγορα είναι το πέρασμα του άνθρωπου από την προσωρινή αυτή ζωή.Μια Κυριακή ακούει στην Εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή, στην οποία συζητάει ο Χριστός μ’ ένα πλούσιο νεαρό και του δείχνει, τον δρόμο της τελειότητας και της σωτηρίας της ψυχής του. Ο Χριστός, αφού ακούει τον νεαρό πλούσιο, να του λέγει, ότι έχει ζήσει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, του υπογραμμίζει:«Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί διάδος πτωχοῖς καί δεῦρο ἀκολουθεῖ μοί καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῶ».Τα λόγια αυτά του Ευαγγελίου, κάνουν βαθειά εντύπωση στην ψυχή του Αντωνίου. Γυρίζει στο σπίτι του σκεφτικός και κυριευμένος από αγωνία. Νομίζει, ότι η φωνή του Κυρίου τον καλεί κι αυτόν, όπως εκείνον τον νέον, να τον ακούσει και να τον ακολουθήσει. Υπακούει αμέσως και χωρίς αναβολή. Πουλάει όλα του τα κτήματα.Από την πώληση τους, πήρε πολλά χρήματα. Το χρυσάφι όμως, δεν του τράβηξε την καρδιά. Το έδωσε στην Εκκλησία, το μοίρασε στους φτωχούς και στους δυστυχισμένους.Αυτός κράτησε μόνο για την αδελφή του ελάχιστα χρήματα.Έπειτα εμπιστεύεται την αδελφή του σ’ ένα Κοινόβιο παρθένων, σ’ έναν παρθεώνα. Εκεί, ζούσανε ενάρετες γυναίκες μαζί και επεδίδοντο σε έργα αγάπης. Φεύγει κι’ αυτός, όχι πολύ μακριά από το σπίτι του κι’ άρχισε την ασκητική ζωή. Δεν υπάρχουν ακόμη μοναστήρια την εποχή εκείνη συγκροτημένα, όπως είναι σήμερον. Γι’ αυτό καταφεύγει σ’ ένα ερημητήριο των περιχώρων.Εκεί, βρίσκει, ένα Γέροντα ασκητή, ο όποιος αναλαμβάνει να τον καθοδηγήσει στην αρετή. Να φτιάξη ψυχή ο άνθρωπος χρειάζεται άσκησης. Τα πάθη δεν βγαίνουν,χωρίς αγώνα.«Ὑποπιάζω μου τό σῶμα καί δουλαγωγῶ», έλεγε ο Παύλος, «μήποτε ἄλλοις κηρύξας ἐγώ αὐτός ἀδόκιμος γένωμαι».Προσεύχεται στο Θεό. Του ζητάει να τον βοηθήσει στον αγώνα του, για την σωτηρία της ψυχής του. Ξενυχτάει, τώρα, πολλές φορές στην άσκηση και στην προσευχή. Τρώγει ελάχιστα. Η τροφή του είναι ένα ξερό κομμάτι ψωμί και νερό. Τρώγει μόνο μια φορά την ήμερα. Μερικές μάλιστα μέρες, περνούν, χωρίς να βάλει τίποτε στο στόμα του. Άλλοτε, πάλι γεύεται το ξεροκόμματο, αφού περάσουν τρεις και τέσσερες μέρες εξαντλητικής νηστείας.Ο διάβολος όμως, βλέπει την μεγάλη πρόοδο του Αντωνίου, στην αγιοσύνη, ταράζεται και στεναχωριέται. Βάζει αμέσως τότε σε ενέργεια τις παγίδες του και τα φοβερά σχέδιά του.Τον χτυπάει λοιπόν, πρώτα με τα πλούτη και τις ανέσεις:-Είσαι κουτός, του λέγει μέσα του, στην σκέψη του. Άφησες τόσα πλούτη και ήρθες εδώ στην ερημιά να πεθάνεις από την πείνα και από το κρύο! Δεν βλέπεις την δυστυχία, που σε πνίγει; Ένα στρώμα δεν έχεις να στρώσης. Ζεστασιά δεν υπάρχει πουθενά. Δεν είναι για σένα ο τόπος αυτός. Θα πεθάνεις και είναι αμαρτία. Έπειτα μη ξεχνάς: Έχεις και αδελφή!Πώς την άφησες μόνη της; Είναι σωστό αυτό; Τι ευτυχισμένος είσαι τώρα εδώ, σε μια υγρή σπηλιά! Όλοι οι άλλοι, που ζούνε στον κόσμο, θα χαθούμε και συ μόνο θα σωθείς; Είναι άραγε σωστό αυτό που κάνεις;Όλες αυτές τις σκέψεις τις βάζει στον νου του Αντωνίου ο Σατανάς και περιμένει μ’ αγωνία το αποτέλεσμα. Τί θα γίνει; Θα τις δεχτεί; Θα υποκύψει ή όχι;Άλλα στις δύσκολες αυτές στιγμές του πειρασμού, ο άγιος δεν λυγίζει. Προσεύχεται πολύ. Παρακαλεί από τα βάθη της καρδία του τον Θεό να τον βοηθήσει. Η προσευχή του, η νηστεία του και η θέληση του, νικούν τον διάβολο και τον τρέπουν σε φυγή.Δεν πρόκειται όμως, να ησυχάσει. Ο διάβολος βάζει μπροστά νέο σχέδιο, πιο τολμηρό αυτή την φορά. Τον πολεμάει με την σάρκα. Εκμεταλλεύεται γι’ αυτό ο άθλιος την νεότητά του.Παρουσιάζει στην φαντασία του αισχρά θεάματα. Μεταμορφώνεται ο τρισάθλιος σε γυμνή γυναίκα και προσπαθεί εκεί στην ερημιά, να τον σκανδαλίσει και να τον νικήσει. Αγωνίζεται μέρα νύχτα να τον γκρεμίσει. Τού παρουσιάζει κέντρα διασκεδάσεων και σκηνές οργίων. Κάνει ότι μπορεί, για να επιτύχει τους δόλιους σκοπούς του.Ο Άγιος, όμως συνεχώς προσεύχεται. Μένει ξάγρυπνος και παρακαλεί τον Θεό να του δώσει δύναμη ν’ αντέξει σ’ αυτή την άγρια επίθεση των πειρασμών του διαβόλου, για να επιτύχει μέχρι το τέλος στην άμυνά του, δεν τρώγει εντελώς τίποτε. Κόβει κι’ αυτό το ελάχιστο ξερό ψωμί, που έτρωγε κάθε βράδυ, και μένει μέρες ολόκληρες νηστικός.

 
 

Ο Σατανάς δεν εγκαταλείπει όμως τον αγώνα.Να το δόλωμα! Η υπερηφάνεια. Τώρα, είναι η ώρα να τον κάμω να υπερηφανευτεί. Παρουσιάζεται, λοιπόν, ο δαίμονας στον Άγιο με μορφή μαύρου παιδιού και του λέγει:Αχ! Αντώνιε. Πολλούς πλάνεψα, πολλούς έβαλα κάτω και τους νίκησα, αλλά εσένα κουράστηκα να σε πολεμώ! Νομίζω, πώς δεν θα επιτύχω. Είσαι δυνατός. Σε παραδέχομαι.Και ποιος είσαι εσύ; τον ρώτησε ο Μ. Αντώνιος.Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους στην πράξη αυτή.Ο Άγιος, δεν υπερηφανεύεται, όπως περίμενε ο σατανάς. Δεν είπε από μέσα του: Τί είμαι εγώ!, Μπράβο μου!Τα κατάφερα,αλλά δόξασε το όνομα του Κυρίου,που του έδωσε, την δύναμη να νικήσει και είπε στον σατανά:—Ύπαγε οπίσω μου σατανά.Δεν σε φοβάμαι.Ζει Κύριος ο Θεός!

 

 

Μέγας Αντώνιος

 

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ


 

 

Χριστούγεννα είναι η γέννηση του Θεανθρώπου και όχι η άνοιξη του καταναλωτικού παραλογισμού,η ανελέητη διάχυση μιας εμπρεύσιμης,κοσμικής αγάπης,η εκούσια συμμετοχή στην αγορά φρούδας Ελπίδας,που τάζουν οι επιχορηγούμενοι Έμποροι των οσονούπω,μαρκαρισμένων,καθεστωτικών Εθνών.

 

 

Τα Χριστούγεννα έρχονται.Για μας τους Ορθοδόξους του Πατρίου Ημερολογίου έχουν μια εξιδανικευμένη ιδιαιτερότητα και μια πνευματική αυθεντικότητα,όπως άλλωστε και όλες οι δεσποτικές εορτές.Είναι γιορτή,που μάθαμε,να την βιώνουμε αποκλειστικά στην πνευματική της οντότητα,στην Πατερική αναφορά της και στον ακαινοτόμητο προσανατολισμό της.Για τούτο και μόνο,τα Χριστούγεννα είναι αποκομμένα από κοσμικές δοξασίες,''λαοπρόβλητες'' καταναλωτικές επιφάνσεις και μεγαλεπίβολες,εορταστικές οινοκατανύξεις.Τα Χριστούγεννα έχουν άρωμα Εκκλησίας και γεύση Αμνοικής μεταλαβιάς!Τα προτεστάντικα τραγούδια Χριστουγέννων,τα προχριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν,η θεοποίηση των εκποιημένων κοκκινοβασίληδων του αδηφάγου εμπορίου,η ακαταίσχυντη αγαπολογία ενός ακαθόριστου και δυσδιάκριτου ''πνεύματος των Χριστουγέννων,'' ο υπερστολισμός των σπιτιών,που θυμίζουν φωτορυθμικές πίστες λαικών νυχτομάγαζων,δεν έχουν σχέση μ' εμάς.Απλά,γιατι η εκκοσμίκευση δεν υφίσταται εφ' ημών,αφού βαστάζουμε την Πατερικότητα της Εκκλησίας,ως δείγμα γραφής και ως σημείο ενδελεχούς αναφοράς.Οι ιερείς μας δεν συνεορτάζουν με προσκεκλημένους καθολικούς πάστορες,δουρειοιππικούς ουνίτες,δεν δωρίζουν κοράνια και αυτοσχέδια φιρμάνια σε αλλόδοξους,θρησκευτικούς πραματευτάδες.Κράτησαν την εορτολογική ενότητα των Ορθοδόξων,η οποία και βεβαίως άπτεται του δόγματος,αφού αυτή θεσπίστηκε από την Α΄Οικουμενική Σύνοδο.Το μικρό ποίμνιο των Ορθοδόξων του Πατρίου Ημερολογίου δεν αποτελεί ΔΕΚΟ του Δημοσίου,δεν τελεί υπό κρατική χειραγώγιση και βεβαίως δεν διέπεται από δημοσιουπαλληλικό αυτισμό.Για τούτο μπορούμε,να εορτάζουμε γνήσια τα Χριστούγεννα,ως μια δεσποτική εορτή,κατά την οποία βεβαίως θ' απουσιάζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και οι λοιποί,κρατικοί χορηγοί,όμως επίσημος και αυτόκλητος καλεσμένος μας θα είναι ο ίδιος ο Χριστός μας.Τα κανάλια των Τηλεοράσεων δεν θα παρευρίσκονται ορυμαγδόν,για να εκμαιεύσουν εθιμοτυπικές δηλώσεις του πρωτοκόλλου και οι εφημερίδες δεν θα έχουν πηχιαίους τίτλους και καλαίσθητες φωτογραφίες.Στις εκκλησίες μας δεν θα συναγελάζονται αριθμηδόν,καριερίστες πολιτικοί της οκκάς για τις καθιερωμένες,επιδερμικές χαιρετούρες,θα παρευρίσκονται όμως απλοί άνθρωποι του λαού,που βίωσαν την γνησιότητα της Εκκλησίας στην ευλογημένη αποτείχιση εν καιρώ αιρέσεως.Τα Χριστούγεννα των Ορθοδόξων του Πατρίου Ημερολογίου έχουν μια θεσπέσια οσμή αγνού μελισοκεριού,άλλωστε στους ναούς μας δεν χρησιμοποιείται ποτέ παραφινέλαιο.Την νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων ή το πρωί από Όρθρου βαθέως,οι λειτουργίες τελούνται με συγκινησιακή φόρτιση,συνεργούντος ενός ποιμνίου,που συμμετέχει καθ' όλα όρθιο,αφού εκλίπουν τα δεκάδες σκαλιστά καθίσματα και οι πισώπλατοι,αναπαυτικοί πάγκοι.Υπάρχουν μόνο στασίδια για τους αδυνάτους,που δεν έχουν μόνιμους,ποιμνιακούς επινοικιαστές.Το λιβάνι δεν είναι του εμπορίου,οι κανδύλες είναι αναμμένες με αγνό ελαιόλαδο και δεν έχουν αντικατασταθεί από ηλεκτρικές λάμπες,που προβάλλουν κόκκινες φλόγες του εμπορίου.Επικρατεί η κατάνυξη του πνευματικά αλώβητου,εκεί,που περισσεύει η έπαρση του πατερικά νοθευμένου.Οι Ορθόδοξοι πιστοί του Πατρίου Εορτολογίου γνωρίζουν άριστα την χρονική διαδρομή της λειτουργίας και ξέρουν,πως να είναι συμμέτοχοι και ιεροπρεπείς συνεργάτες της.Οι αγρυπνίες των Χριστουγέννων έχουν αυτήν την μυρωδιά μιας απόκοσμης,ιδεατής υπέρβασης και την ηδύτητα της Θείας Χάριτος.Κι όταν αυτές τελειώσουν,αγκαλιασμένοι με την εν Χριστώ Αγάπη και όχι την κοσμική αβροφροσύνη των μακελεμένων εμπόρων των Εθνών,θα γυρίσουμε στο σπίτι,να τερφθούμε από το γιορτινό τραπέζι της ημέρας και στο κατόπι να συνεχίσουμε την προσευχή,την ανάγνωση,τις εδαφιαίες γονυκλισίες και το ευλογημένο κομποσκοίνι...Γιατι,Χριστούγεννα είναι η γέννηση του Θεανθρώπου και όχι η άνοιξη της καταναλωτικής ευμάρειας,η ανελέητη διάχυση της κοσμικής αγάπης,η εκούσια συμμετοχή στην αγορά φρούδας Ελπίδας,που τάζουν οι δαίμονες της αποσάθρωσης της ορθής Πίστης.Τα πραγματικά Χριστούγεννα παρέχονται στο ποίμνιο από μια αποκρατικοποιημένη Εκκλησία,που δεν την διέπει ο δημοσιοϋπαλληλικός οίστρος,η υπηρεσιακή στάθμη,τα κυβερνητικά αλισβερίσια και η αλαζονία της Εξουσίας.Τα Χριστούγεννα δεν τεκταίνονται,δεν αποπνευματίζονται και δεν συναποτελούν μέρος κοσμικών γιορτών,που διυλίζονται μέσα από την δίνη της τεκτονικής Παγκοσμιοποίησης.Το πνεύμα τους μεταδίδεται από ποιμενάρχες,που δεν εκμίσθωσαν την αποστολική διακονία του πάσχοντος αδελφού τους,δεν απόσβεσαν την ποιμαντική τους με τα ένσημα του Δημοσίου και δεν ποδηγέτησαν το λειτούργημα του ιερέα στον βωμό του επαγγέλματος.Με αυτόν τον τρόπο,το ποίμνιο εισπράττει την γιορτή αυτή,ως μια επιδερμική και άοσμη εθιμοτυπία,ως μια ψυχαναγκαστική τελετουργία,που μόλις τελειώσει,αρχίζει ο αγλέουρας,ως την κοσμική μελαγχολία των αποδεκατισμένων ημερών.Η μελαγχολία,όμως κουρνιάζει σε μορφώματα,που έκαναν την Εκκλησία άνοστη και ανάλατη ομελέτα ψυχοπωλούντων,εκμαυλιστών και τεκτονικών τσελεμεντέδων.Εύχεσθε!


Για τούτο μπορούμε,να εορτάζουμε γνήσια τα Χριστούγεννα,ως μια δεσποτική εορτή,κατά την οποία βεβαίως θ' απουσιάζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και οι λοιποί,κρατικοί χορηγοί,όμως επίσημος και αυτόκλητος καλεσμένος μας θα είναι ο ίδιος ο Χριστός μας!

 

 

Δευτέρα 9 [22] Δεκεμβρίου,Πάτριο,Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο.Εορτή της Αγίας Άννης,μητρός Θεοτόκου σύλληψις.

 

Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

 

ΚΥΡΙΕ ΠΟΥ ΗΣΟΥΝ;ΕΔΩ ΗΜΟΥΝ ΑΝΤΩΝΙΕ ΚΑΙ ΣΕ ΘΑΥΜΑΖΑ

 
 

 

 Πού ήσουνα, γλυκύτατέ μου Θεέ και δεν φανερωνόσουνα από την αρχή,να σταματήσεις τους πόνους του κορμιού μου; Δεκαέξι χρόνια, με έψησε ο σατανάς.Ακούστηκε τότε, μια φωνή, που του έλεγε:Αντώνιε, εδώ ήμουνα και σε παρακολουθούσα αοράτως. Αλλά πρόσμενα να ιδώ τον αγώνα σου.

 

 

Μέρες αθλήσεως.Μετά τους πειρασμούς, ο Άγιος προσεύχεται με πολλή πίστη.Η νηστεία και η σκληραγωγία γινότανε πιο αυστηρή. Έκτος από το ελάχιστο ψωμί, που έτρωγε κάθε δύο τρεις η και τέσσερες μέρες, ούτε λάδι, ούτε κρασί, ούτε καμιά άλλη τροφή έβαζε στο στόμα του.Κοιμότανε δε πάνω σε μια παλιά ψάθα ή και εντελώς κάτω στο χώμα.Για ν’ ανεβάσει, λοιπόν, ακόμη πιο ψηλά τον αγώνα και την άθληση του την χριστιανική, καταφεύγει σ’ ένα παλαιό τάφο κι’ απομονώνεται.Εκεί του φέρνει την λίγη τροφή του, από καιρού εις καιρόν, κάποιος ευσεβής χριστιανός.Ο τάφος αυτός ήταν ευρύχωρος, σαν δωμάτιο.Ο Σατανάς επιτίθεται και πάλι.

 
 

Γεμάτος οργή και μίσος για την αποτυχία του ο διάβολος, ξανακτυπάει τον Άγιο, για να τον κάνη να γυρίσει πίσω στον κόσμο και να τον ρίξει στην αμαρτία. Πηγαίνει την νύκτα και κάνει χαλασμό. Του παρουσιάζεται με μορφές φιδιών, σκορπιών, λύκων, τίγρεων, που τον δαγκώνουν και του σχίζουν τις σάρκες.Ο Μέγας Αντώνιος λέει με γενναιότητα:Δε θα με νικήσετε! ο αριθμό σας και ο θόρυβος σας δείχνουν την αδυναμία σας.Οι δαίμονες τον κτυπούν τότε μανιασμένα και τον αφήνουν εκεί με πληγές αναίσθητο και μισοπεθαμένο.Έτσι αναίσθητο τον βρίσκει ο χριστιανός, που του πήγε το πρωί το ψωμί του. Τον νομίζει για νεκρό. Τον μεταφέρει στο σπίτι του, κοντά στους συγγενείς και τους γνωστούς του.Συνέρχεται όμως, ο Άγιος την νύκτα και γυρίζει πάλι στον τάφο του μαρτυρίου του.Εδώ είμαι! φωνάζει ο όσιος. Δεν με φοβίζουν τα ψεύτικα μαστίγιά σας. Κανένα μαρτύριο δεν θα με απομακρύνει από τον Δεσπότη μου Χριστό.Αγριεύουν οι δαίμονες, στη συνέχεια της μάχης, που δίνουν. Παρουσιάζονται σε χίλιες δυο μορφές ερπετών και θηρίων.Και ο Μέγας Αντώνιος, χωρίς να τα χάση είπε:Εάν είχατε δύναμη, ένας και μόνο από σας, μπορούσε να με εξοντώσει. Επειδή ο Κύριος σας έχει κόψει τα νεύρα και σας έχει αφήσει χωρίς δύναμη, γι’ αυτό προσπαθείτε με το πλήθος, με την ψευτιά και την υποκρισία, να με φοβίσετε. Και γι’ αυτό μεταμορφώνεστε σε τόσα θηρία! Εμπρός λοιπόν! Εάν όμως δεν πήρατε άνωθεν εξουσία εναντίον μου, μη στέκεστε. Εάν όμως δεν πήρατε, τί ταράζεσθε;Οι δαίμονες ακούγοντας τα λόγια αυτά του Άγιου, έτριζαν τα δόντια τους, μια ακτίνα με θεϊκό φως κατέβηκε από τη στέγη του τάφου.Γαλήνη κι ησυχία απλώθηκε παντού. Το κορμί του Άγιου δεν πονούσε πλέον και δεν υπήρχαν πληγές στο σώμα του. Θεραπεύτηκαν από τον Κύριο. Ο μεγάλος ασκητής, καταλαβαίνει την θεία επίσκεψη και ρωτάει:Πού ήσουνα, γλυκύτατέ μου Θεέ και δεν φανερωνόσουνα από την αρχή, να σταματήσεις τους πόνους του κορμιού μου; Δεκαέξι χρόνια, με έψησε ο σατανάς.Ακούστηκε τότε, μια φωνή, που του έλεγε:Αντώνιε, εδώ ήμουνα και σε παρακολουθούσα αοράτως. Αλλά πρόσμενα να ιδώ τον αγώνα σου. Αφού, λοιπόν, δεν νικήθηκες, αλλά υπέφερες με πίστη, θα είμαι πάντοτε κοντά σου και θα κάνω το όνομά σου ξακουστό σ’ όλο τον κόσμο.Σηκώθηκε τότε ο Άγιος και προσευχήθηκε θερμά.Κατά το 285 μ.Χ., θέλει ν’ απομακρυνθεί περισσότερο από τον κόσμο. Ο Άγιος Αντώνιος ξεκινάει, για το σκληρό και δύσκολο δρόμο της ασκήσεως. Περνάει τον Νείλο ποταμό και προχωράει προς τα βουνά της δεξιάς όχθης του, που προεκτείνονται προς την Αραβία.Ο σκοτεινός διάβολος πλημμυρίζει από μίσος κατά του Άγιου. Καθώς τον βλέπει να προχωρεί, για πιο αυστηρή άσκηση και πρόοδο αγιοσύνης, ταράζεται. Δεν το βάζει όμως κάτω.Ετοιμάζεται να τον σκανδαλίσει, για τα τον ρίξει στην αμαρτία.Του πετάει, λοιπόν, στον δρόμο του εκεί που βάδιζε στην έρημο, ένα μεγάλο, αστραφτερό, αργυρένιο δίσκο! Ο Μέγας Αντώνιος κοντοστέκεται για λίγο και λέγει εκείνο, που κατάντησε παροιμιώδες: Πόθεν δίσκος εν τη ερήμω;. Από που βρέθηκε ο δίσκος στην έρημο; Δική σου τέχνη είναι τούτο, διάβολε! είπε τότε ο Άγιος. Θέλεις να με εμπαίξεις.Δεν θα σού κάνω όμως την χάρη. Χάρισμά σου, λοιπόν. Πάρε τον δίσκο μαζί σου στην απώλεια, στο σκοτάδι της Κολάσεως, του φρικτού βασιλείου σου...Μόλις, όμως, είπε αυτά ο όσιος, ο δίσκος έγινε άφαντος! Ο δαίμονας είχε νικηθεί και πάλι.Σε λίγο ο Μέγας Αντώνιος συναντάει μπροστά του άφθονο χρυσάφι, που άστραφτε και γυάλιζε με τη λάμψη του. Για το χρυσάφι αυτό, δίνονται δύο εξηγήσεις. Η μία είναι, ότι το παρουσίασε ο διάβολος στον Άγιο, για να τον εμποδίση από τον θεάρεστο δρόμο του, για να του ανάψει την φλόγα της φιλαργυρίας και του πλούτου και έτσι να του αλλάξει τα μυαλά.Η άλλη εξήγηση είναι, ότι το χρυσάφι αυτό, παρουσίασε ο Θεός στον Άγιο, για να δείξει στον διάβολο, ότι ο Αντώνιος, ούτε από το χρυσάφι παρασύρεται, ούτε με τίποτε άλλο αλλάζει την ευτυχία της πίστεώς του, που νοιώθει.Είναι στη Λυβική έρημο Πισπίρι, που βρίσκεται το σημερινό Δάρ -Ελ -Μεϊμούν. Φθάνει, λοιπόν, ο μεγάλος ασκητής βαθειά στην έρημο.Εδώ, αρχίζει ο Μ. Αντώνιος να ζει σε πιο αυστηρή άσκηση. Απομονωμένος από τον κόσμο εντελώς, βαθαίνει στα μυστήρια της ζωής και της Δημιουργίας. Είκοσι ολόκληρα χρόνια, προσεύχεται, νηστεύει, ξαγρυπνάει και αντιστέκεται στους πειρασμούς του διαβόλου.Οι επισκέπτες, που πηγαίνουν να τον δουν, ακούνε στο φρούριο άγριες κραυγές:Φύγε από τον τόπον μας. Η έρημος είναι δική μας. Δεν θα μπορέσεις ν’ αντέξεις στις μηχανές μας. Θα σε πιάσουμε στις παγίδες μας και στις ενέδρες μας!

 
 

 Οι επισκέπτες νομίζουνε στην αρχή, ότι οι φωνές είναι ανθρώπινες. Διαπιστώνουν όμως έπειτα, ότι πουθενά δεν υπάρχουν άνθρωποι, εκτός από τον γενναίο ασκητή. Καταλαβαίνουν τότε τί υπεράνθρωπη πάλη κάνει ο Άγιος με την πανουργία του διαβόλου και θαυμάζουν.Τότε ο Άγιος τους πλησιάζει γαλήνιος. Ανοίγει την εξώπορτα του φρουρίου και τους λέγει:Μη φοβάστε, αγαπητοί μου. Αφήστε τον δαίμονα να χτυπιέται. Εσείς να κάνετε τον σταυρόν σας και να βαδίζετε άφοβα στον δρόμο σας.

 
 

 Μέγας Αντώνιος

 

Ο ΒΑΣΙΛΟΠΑΙΣ ΑΠΕΘΑΝΕ ΚΗΠΟΥΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ

 


Παιδίον ήθελον νά μέ πάρουν εις τό Καυσοκαλύβιον. Επήγα εκεί Κυριακή. Τήν Δευτέρα πρωί λόγω πού ήτο Οκτώβριος μήνας καί όλοι μάζευαν τίς ελιές, μέ πήραν μαζί τους καί μέ διδάσκον ότι ό δόκιμος Μοναχός πού θά έλθει εις τό Άγιο Όρος, κατά τήν παράδοση τών πρό ημών αγίων Πατέρων, πρέπει νά τού παραδοθεί ή εργασία τού κηπουρού. Διότι ό κήπος είναι ή μεγαλύτερη αποθήκη έκαστου Μοναστηρίου.

 
 

Όταν έλθει ένας ξένος, θά τρέξει ό αρχοντάρης εις τόν κηπουρό διά νά τού δώσει ένα είδος κηπουρικού, πορτοκαλιού ή λεμονιού ή μαρουλιού ή ότι άλλο υπάρχει τήν εποχή πού θά έλθει ό φιλοξενούμενος. Διά αυτό καί μόνον ό δόκιμος Μοναχός είναι υποχρεωμένος νά μάθη τήν κηπουρική.Όταν μετά ταύτα πήγα εις τό μέγα Πανεπιστήμιο τής Μοναχικής Πολιτείας, πού είναι τό Κοινόβιο, ευθύς οι πατέρες τού Κοινοβίου μου υπέδειξαν γραφικές αποδείξεσι, ότι: «Ή πρώτη εντολή τού πανάγαθου...Θεού πού εδόθη εις τόν προπάτορα Αδάμ ητο νά εργάζεται τήν γή. Καί μετά τήν παρακοή επεδόθη εις τήν γεωργίαν καί απολάμβανε τούς καρπούς τής γεωργίας εκ τών κόπων τού καθώς γράφει η Άγια Γ ραφή έως εις τάς μέρας τού Νώε. Οι δέ πρό τού Νώε δέν έτρωγαν κρέας. Δέν σού λέγομεν πολλά Γέρο Χρήστο, διότι μέ τήν ηλικία σου θά τά διαβάσεις.Οι πρώτοι αρχηγοί τής Μοναχικής Πολιτείας εύρισκαν λίγο νερό φύτεψαν λίγα λάχανα καί ζώντες έτσι έφτασαν σέ μέτρα αγιότητας. Εδώ στό Άγιο Όρος όπου ήλθες, πήγαινε επάνω στήν σπηλιά τού αγίου Σίμωνος τού κτήτορας τού μοναστηριού τούτου θά δείς νερό αγίασμα τού Οσίου καί μικρά κηπάρια, τά οποία άνοιξε καί έζη εκ τών λάχανων πού έσπερνε.- Δέν σού λέγομεν πολλά, διότι μέ τήν ηλικία σου θά τά εννοήσεις καλύτερον.» Ήλθε εδώ κρυφά ό Ίωασαφ τό βασιλόπουλο τής Σερβίας. Τόν έβαλαν εις τούς κήπους, εργάσθηκε έξι χρόνια ως κηπουρός καί μετά έξι χρόνια εις τά τελευταία του απεκαλύφθη ότι ήτο βασιλοπαίς καί απόθανε κηπουρός τού Μοναστηρίου.» Βλέπεις αυτόν τόν κοντό όπου έρχεται εδώ γεμάτος χαράν καί αγαλλίαση; Έκαρη Μοναχός έξωθέν του Μοναστηρίου. Ήλθε από τήν Αμερική, έδωσε όλον τόν κόπο τού εις χρυσόν (λίρες) καί τούς παρεκάλεσε νά τού επιτρέψουν νά κτίση κατωθεν τού αγίου Σίμωνος ένα κελλίον όχι μέ πέτρες αλλά μέ καπάκια έλατησια. Ό μακαρίτης ό Γέροντας παπά Νεόφυτος ήτο διορατικός καί τού επέτρεψε. Έκαμε τό κελίον από καπάκια καί τί έτρωγε αυτός μόνον ήξερε. Είχε όμως κήπους καί καλλιεργούσε καί τήν παραγωγή πού ήσαν διάφοροι καρποί τήν έδιδε εις τό Νοσοκομείο. Έρχεται εδώ εις τήν εκκλησία καθώς τόν βλέπεις καί εις τό τέλος εκάστης Λειτουργίας αναχωρεί κρυφά, ή αρετή τού είναι κρυπτή.» Από πάνω από τήν στέρνα είναι τού Θεολόγου τό Κάθισμα, είναι ωραιότατοι κήποι εις τούς οποίους σπέρνουν κουκιά. Δύο ημέρες παγκοινιά.Καί μέ αυτά τά κουκιά περνά τό Μοναστήρι δίδοντας αγάπη καί εις τούς ασκητές καί ερημίτες. Καί αυτοί ευχαριστούν τήν Παναγίαν πού τούς δίδουν κουκιά καί ότι άλλο υπάρχει εκάστην τών κόπων τών πατέρων. Καί σύ, άν δέν σού αρέσει ή κηπουρική, πρέπει νά φύγεις από τό Μοναστήρι».Κατόπιν έφυγα καί πήγα εις τήν Άγιαν Άνναν. 'Εκεί μου έλεγαν «Εδώ είναι στέρνα, καί άν δέν βάλεις νερό δέν έχεις νά πιείς».Δηλαδή άν δέν πεθάνεις εις τούς κήπους δέν θά ήμπορης νά συντηρηθείς εις τήν Σκήτη.Άλλο τί δέν φοβήθηκαν εις τήν Σκήτη παρά μόνον τίς ελιές πού τίς έτριβον μέ τήν πλάτην. Ό μακαρίτης ό Γέροντας ήτο διακριτικός καί έσπρωχνε μέ όλη τήν δύναμή του.Επειδή μέ ρωτάτε σάς τά λέγω αυτά, καί σείς ότι θέλετε κάμετε.Τόσα έτη δέν τά έλεγα διότι φοβούμουν νά μή σκανδαλισθούν οι νέοι πατέρες τού Αγίου Όρους.Επειδή μέ ρώτησε ένας Ηγούμενος ενός Κοινοβίου τού τά είπα προφορικώς καί τού έφερα παράδειγμα τόν προηγούμενο τής ιεράς Μονής Διονυσίου παπά Γαβριήλ πού είναι 90 ετών καί σκάβει τά χωράφια. Καί όποιος θέλει νά γίνει καλόγερος είναι υποχρεωμένος νά μάθη τήν κηπουρική εργασία, άρχιζων μίαν ώρα τήν ημέρα έως νά μάθη καλά καί μετά θά βλέπει ντομάτες κ.λπ. κηπουρικά εκάστην τού κόπου του καί θά είναι όλος γεμάτος χαρά καί ευφροσύνη.

'
 
'Γεροντικαί Ενθυμίσεις και Διηγήσεις'' Μοναχού Χρύσανθου Αγιαννανίτη.Έκδοση Ι.Μ.Παναγίας Οδηγήτριας Μώλου,Λοκρίδος.Πηγή:Άπαντα Ορθοδοξίας.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
 
 

Μοναχός Χρύσανθος Αγιαννανίτης

 

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΤΗΣ ΧΙΟΥ

 


Επί τη αγιοκατατάξει του Οσίου πατρός ημών Παρθενίου του εν Χίω,Κυριακή 8 [21] Δεκεμβρίου 2014,από την Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.

 
 

Οὖτος ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος ἦν ἐκ τῆς νήσου Χίου, γεννηθεὶς ἐν ἔτει ᾳωιε΄ (1815), ἐν χωρίῳ οὗ ἡ κλῆσις Δαφνών, ἐκ γονέων εὐσεβῶν, Μιχαὴλ καὶ Ἀντωνίας καλουμένων, τοὐπίκλην Φραγκοσκούφη ἤ Μενῆ. Τὴν γέννησιν τούτου καὶ τὴν μετέπειτα κατὰ Χριστὸν προκοπήν, προεῖπε τοῖς γονεῦσιν ὁ ἐν Ἁγίοις Μακάριος ὁ Κορίνθου, ἐπιθυμοῦσι σφόδρα τεκεῖν ἄρρεν, ἄτε μόνο θῆλυ κεκτημένοις. Ἀνδρωθεὶς ἐμνηστεύθη νεάνιδί τινι, ἥτις μεταστᾶσα τῶν τῆδε, προείλετο ἀκολουθῆσαι καὶ δουλεῦσαι τῷ Κυρίῳ· διὸ καὶ χαίρειν πᾶσιν εἰπών, προσῆλθε τῇ Ἱερᾷ ἤ Νέα κέκληται Μονή, ἔνθα τὸ Μοναχικὸν περιβληθεὶς Σχῆμα, ὠνομάσθη Παρθένιος, ἀντὶ Πολυδώρου. Ἔνθεν τὸ Ὄρος Πενθόδου καταλαβών, ὤκησεν ἔν τινι σπηλαίῳ, συντονωτάτης ἀσκήσεως ἀγῶνας ἀνύων, ἐν προσευχαῖς καὶ νηστείας καὶ παννύχοις στάσεσι Θεῷ ἀναγόμενος· καὶ καθάρας ἑαυτόν, ἐπλήσθη θείων ἐλλάμψεων καὶ μελλόντων τῇ γνώσει πλουτισθείς, προεῖπε πλείστοις τὰ ἐσόμενα, ὡς καὶ τὸν μέγαν σεισμὸν τὸν γεγονότα ἐν Χίῳ ἐν ἔτει ᾳωπα΄(1881).

 

 

Καὶ τὴν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Μάρκου ἱερὰν ἀνεγείρας Μονήν, ὅλος φῶς, ἀΰλῳ φωτοχυσίᾳ περιχεόμενος, ὡράθη ἐπαλλήλως τοῖς κενὰ κατ’ αὐτοῦ μελετήσασι. Καὶ πλείστοις ἄλλοις θαύμασι δοξασθείς, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τῇ η΄ (8ῃ) Δεκεμβρίου μηνός, ἐν ἔτει σωτηρίῳ ᾳωπγ΄ (1883) τοῖς ἀπ’ αἰῶνος Ἁγίοις συναφθείς.Ὁ ἅγ. Παρθένιος δὲν ἦτο Ἱερεύς, ἦτο ἁπλὸς Μοναχός. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐμπόδιζε, ὅσους ἐφωτίζοντο ἀπὸ τὴν ἁγία ζωή Του, νὰ τὸν πλησιάζουν καὶ νὰ τοῦ ἐξομολογοῦνται τὶς ἁμαρτίες των. Ἐκεῖνος πάλι τοὺς ἄκουγε καὶ τοὺς συμβούλευε, ἐνῶ συγχρόνως τοὺς ἔλεγε: «Αὐτὰ σὰν συμβουλές, ἀλλὰ τὴν ἄφεσι θὰ τὴν λάβετε ἀπὸ τὸν Πνευματικὸ Ἱερέα, διότι ἡ Ἱερωσύνη λύνει καὶ δένει τὶς ἁμαρτίες».Κάποτε, πῆγε ἕνας πιστὸς εὐλαβὴς καὶ ἐξωμολογήθη στὸν Ὅσιο. Ἐκεῖνος τὸν συμβούλευσε καὶ τὸν βοήθησε στὴν ἠθικὴ πάλη. Ἀλλὰ ὁ ἴδιος ξαναγύρισε πάλι καὶ εἶπε στὸν Ἅγιο τὴν ἴδια ἁμαρτία. Αὐτὸ ἐπανελήφθη πολλὲς φορές. Ὁ πιστὸς κάποτε τὸν ρώτησε «καὶ μέχρι πότε Γέροντα θὰ ἐπαναλαμβάνωνται τὰ ἴδια, ἀφοῦ μισῶ τὴν ἁμαρτία καὶ ὅμως ἐκείνη μὲ κυκλώνει;». Ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπήντησε: «Αὐτὸ εἶναι ἀδελφὲ τοῦ Χριστοῦ διὰ τῆς υἱοθεσίας. Πατᾶμε στὴν γῆ καὶ βλέπομε στὸν οὐρανό. Αὐτὸ θὰ ἐπαναλαμβάνεται μέχρι ποὺ νὰ σὲ σκεπάσῃ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ βγῇς νικητής. Ὡς τόσο γνώριζε, τὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ λέει: «Ἔπεσες; Ἐγείρου. Τὸ πίπτειν ἀνθρώπινον. Τὸ ἐμμένειν σατανικόν». Ἡ ζωή μας εἶναι μία πάλη, ἕνας ἀγώνας καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι, κανένας δὲν βγαίνει νικητὴς ἄν δὲν τελειώσῃ ὁ ἀγώνας. Ἡ ἀπόγνωσι τοῦ πιστοῦ εἶναι ἡ χαρὰ τῶν δαιμόνων καὶ ἡ μετάνοια ἡ χαρὰ τῶν Ἀγγέλων. Ἀγωνίζου ὅσο μπορεῖς, γιὰ νὰ πάρῃς τὸν στέφανο τῆς ζωῆς. Μὴν παραδίδῃς τὰ ὅπλα ὅταν πέφτῃς, νὰ ξαναεπιτεθῇς πάλι. «Οὐκ ἔστιν ἡπάλη ἡμῶν πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίαςτοῦ σκότους». Ἀγωνίζου νὰ χαροποιήσῃς τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους».«Καλὴ νίκη. Σὲ περιμένω νικητή», τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος καὶ τὸν προέπεμψε μέχρι τὴν εἴσοδο τῆς Μονῆς.Ὅλα τὰ ἁμαρτήματα ὁ Ἅγιος τὰ ἐπιτιμοῦσε, ἀλλὰ ἰδιαίτερα τὴνβλασφημία. ῎Ελεγε: «ὅταν βλαστημᾷ ὁ ἄνθρωπος ἐπιτίθεται κατὰ τοῦἸδίου τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ μὲ τὰ ἄλλα ἁμαρτήματα παραβαίνει τὸν Νόμο τοῦΘεοῦ. Ἄλλο νὰ ἐπιτίθεσαι ἐναντίον κάποιου καὶ ἄλλο νὰ παραβῇς τὴνπαραγγελία του».Μία γυναῖκα ἀντὶ νὰ πάῃ στὴν Ἐκκλησία τὴν Κυριακή, ἔκανε φιδὲ νὰ πάῃ στὸν Ὅσιο. «Γέροντα, σᾶς ἔφερα λίγο φιδέ», τοῦ εἶπε. «Σκουλήκια - τῆς ἀποκρίθηκε - «μοῦ ἔφερες! Τὴν ὥρα τῆς Λειτουργίας δὲν τὸν ζύμωσες; Ἄδειασέ τον». Ὁ καθαρὸς φιδὲς εἶχε γεμίσει σκουλήκια!Παρόμοια περιστατικὰ πολλὰ συνέβησαν στὸν Ἅγιο. Στὸ χωριὸ Θολὸ Ποτάμι ὑπῆρχε ἡ οἰκογένεια Μονιώδη. Ἕνα παιδὶ τῆς οἰκογενείας ἔγινε Μοναχὸς στὸν Ἅγιο Μᾶρκο. Ἡ μητέρα τοῦ Μοναχοῦ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν μετέβαινε στὸ Μοναστῆρι νὰ δῇ τὸ παιδί της καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν εὐχὴ τοῦ Ὁσίου. Πάντοτε δὲ κάτι προσέφερε στὸ Μοναστῆρι, σὰν μικρὸ δεῖγμα δωρεᾶς, ἀνάλογο τοῦ ἰσχνοῦ βαλαντίουτ ης. Κάποτε πῆγε φιδέ. Ὁ Ὅσιος Παρθένιος μόλις ἔπιασε στὸ χέρι του τὸν φιδέ, ἐχαμογέλασε καὶ τῆς λέει: «Τὸν φιδὲ ποὺ μᾶς ἔφερες τὸν ζύμωσες Κυριακὴ, ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸν Θεό. Ὁ φιδὲς αὐτὸς δὲν εἶναι δεκτὸς στὸ Μοναστῆρι, πάρε τον καὶ πέταξέ τον στὸ δάσος».Ἔκπληκτη ἡ γραία Μονιώδη συνεμορφώθη πρὸς τὴν διαταγὴν τοῦὉσίου, διότι πράγματι ὁ φιδὲς ζυμώθηκε Κυριακή.Μιὰ ἄλλη Κυριακὴ περνοῦσε ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὴν Ἐνορία τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος τῶν Νερομύλων, κοντὰ ἀπὸ τὸ Παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Σαράντα Μαρτύρων. Τότε βλέπει μὲ μεγάλη ἔκπληξι μερικοὺς ἐργάτες νὰ καταπατοῦν τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς καὶ νὰ κτίζουν. Στρέφεται τότε στὸν ἀρχιμάστορα, ὁ ὁποῖος ἦτο νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ: «Ἔ, τοῦ λέει, σήμερα εἶναι Κυριακὴ, ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸν Θεό, δὲν ἐργάζονται». Τότε ἐκεῖνος τοῦ ἀπαντάει εἰρωνικά: – «Οἱ παπάδες ποὺ ἡ δουλειά τους εἶναι νὰ ψάλλουν, πῶς δουλεύουν τὴν Κυριακή;». «Ἄντε - τοῦ λέει ὁἍγιος - καὶ τὸ σπίτι ἀπ’ ὅσο εἶναι, δὲν θὰ ἀνέβῃ παραπάνω». Πράγματι, ἄγνωστες παραμένουν οἱ αἰτίες, γιὰ τὶς ὁποῖες ἀπὸ τὴν ἄλλη μέρα ἡ ἀνοικοδόμησι ἐκείνου τοῦ σπιτιοῦ σταμάτησε. Μετὰ δὲν τὸ ἀγόρασε κανένας ἀπὸ τότε μέχρι σήμερα, ἀπὸ εὐλάβεια στὸν Ὅσιο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν φόβο τῆς προφητείας Του, ὅτι δὲν θὰ ἀνέβη παραπάνω. Μέχρι σήμερα σώζεται ἀτέλειωτο καὶ ἐρείπιο, ἐνῶ διδάσκει τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς καὶ τὸ προορατικὸ χάρισμα τοῦ Ἁγίου.Μία μέρα ὁ Ἅγιος, προικισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ χάρισμα τῆςδιοράσεως, πλησίασε ἕναν Ἐπίτροπο μιᾶς ἐκκλησίας καὶ τοῦ εἶπε μὲ καταπληκτικὲς λεπτομέρειες τὶς καταχρήσεις τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖο εἶχε. Ὁ Ἐπίτροπος αὐτὸς ἔκλεψε τὰ χρήματα τῆς ἐκκλησίας κατὰ τρόπον, ποὺ σὲ κανένα δὲν ἄφησε τὴν παραμικρὴ ὑποψία. Τότε ὁὍσιος τοῦ εἶπε καὶ πότε ἔκλεψε καὶ πόσα καὶ πῶς. Ὅλα τοῦ τὰ εἶπε. Τὸν παρακάλεσε γιὰ τὸ καλό του νὰ διορθωθῇ. Ὁ Ἐπίτροπος ἀρνήθηκε ὅτι ἔκλεβε, ἀλλὰ παρηγοροῦσε τὸν λογισμό του ὅ,τι ἔκλεβε γιὰ νὰ βοηθήση τὸ μικρὸ παιδί του ποὺ συγχρόνως τὸ σήκωνε στὰ χέρια του καὶ στὰ ροῦχα τοῦ παιδιοῦ εἶχε κρύψει τὰ χρήματα. Τότε ὁ Ὅσιος ἀπὸ τὸ χάρισμα τῆς διοράσεως προεῖδε τὴν ὀργὴ ποὺ ἐρχόταν. Καὶ προεῖπε: «Ὅποιος τἄχῃ πάνω του τὰ λεφτὰ τῆς ἐκκλησίας, ἐκεῖνος τραβῇ τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ καταφθάνει». Δὲν πρόλαβε νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ προφητεία του εἶχε πραγματοποιηθῆ. Ὁ Ἅγιος τὸ εἶχε προφητεύσει σὰν τιμωρία τοῦ πατέρα. Στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ κλέφτη-πατέρα τὸ ἄκακο παιδὶ ἦταν νεκρό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐνθυμίζει τὴν τιμωρία τοῦ Ἀνανία καὶ τῆς Σαπφείρας, ποὺ ἔπεσαν νεκροὶ ὅταν ἔλεγανψ έμματα στὸν Ἅγιο Ἀπόστολο Πέτρο! (βλ. Πράξ. ε΄ 1-12).Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τὸ τσιγάρο ὀνομάζει «βρωμερότατον χόρτον» καὶ ὁ Ἅγιος Παρθένιος συνεβούλευε τοὺς προσκυνητὲς νὰ μὴν καπνίζουν καὶ ὀνόμαζε τὸ τσιγάρο, ἐφ’ ὅσον βλάπτει τὸ σῶμα - τὸν «ναὸ τοῦ Θεοῦ» - λιβάνι τοῦ διαβόλου. Πίσω ἀπ’ αὐτὸ κρύβεται ἡ προσπάθεια τοῦ Ἁγίου νὰ πείσῃ τοὺς ἀνθρώπους, ὅτι τὸ κάπνισμα εἶναι καταστροφὴ καὶ βλάβη στὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμό, ἀλλὰ καὶ ἀπρέπεια στὴν συμπεριφορὰ τοῦ πιστοῦ. Ἡ ἀπρέπεια αὐτὴ εἶναι ἀσχημονία προκειμένου περὶ Ἱερέως. Ὅταν ὁ Ἅγιος Παρθένιος συνήντησε κάποιον Ἱερέα ποὺ κάπνιζε καὶ ἐκεῖνος τὸ ἀπέκρυπτε, εἶπε: «Ἐγὼ ξέρω μὲ τί λιβάνι λιβανίζεις! Καλύτερα νὰ μυρίζῃ μόνο λιβάνι ἤ μόνο τσιγάρο, γιατὶ λιβάνι καὶ τσιγάρο δὲν κάνουν ὄμορφη μυρωδιά».Ἤθελε νὰ πῇ ὁ Ἅγιος, ὅτι τὸ κάπνισμα στὸν Ἱερέα δὲν ἁρμόζει καὶ ἄν καπνίζῃ καλύτερα νὰ ἦτο λαϊκός. Ὅλοι παραδέχονται τὶς βλαβερὲς συνέπειες τοῦ καπνοῦ. Ἡ συμβουλὴ αὐτὴ τοῦ Ἁγίου εἴθε νὰ βοηθήσῃ ὅσους ἔχουν καλὴ θέλησι.Ἕνας Ἱερεὺς πῆγε στὸν Ἅγιο Παρθένιο καὶ τοῦ παρεπονεῖτο γιὰ τὸν τότε Δεσπότη τῆς Χίου, τὸν μετέπειτα Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης, μακαριστὸν Ἀμβρόσιον Κωνσταντινίδην. Ἐνόμισε ὅτι θὰ εὕρισκε σύμφωνο τὸν Ἅγιο. «Γέροντα - τοῦ ἔλεγε - καὶ Σᾶς ἀκόμη ἔστειλε στὸν Τοῦρκο Διοικητή, εἶναι ἄνθρωπος χωρὶς φόβο Θεοῦ» καὶ ἄλλα παρόμοια. Τότε ὁ Ἅγιος Παρθένιος τοῦ ἀπάντησε, σὰν πνευματοφόρος καὶ θεοφόρος Πατήρ: «Πότε, Πάτερ μου, θὰ μάθωμε τὸ μάθημα τῆς Ὑπακοῆς; Πότε θὰ καταλάβωμε, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζωμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ; Ἀντὶ νὰ κάθεσαι τώρα καὶ νὰ καταφέρεσαι κατὰ τοῦ Δεσπότη μας, ἔπρεπε νὰ εἶσαι γονατιστὸς ἐμπρὸς στὴν Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ προσεύχεσαι ὑπὲρ αὐτοῦ. Τίποτα ἄλλο καλύτερο ἀπὸ αὐτὸ δὲν θὰ μποροῦσες νὰ κάνῃς». «Ἄν θέλῃς ὅποτε ἔρχεσαι ἐδῶ νὰ καταφέρεσαι κατὰ τοῦ Δεσπότη, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σὲ ξαναδῶ», τοῦ εἶπε αὐστηρὰ ὁ Ἅγιος,«διότι εὑρίσκεσαι πολὺ πίσω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ζωή. Μίλησε στὸν Χριστὸ γιὰ τὸν Δεσπότη καὶ τότε ἄλλος κόσμος, Πάτερ μου, θὰ βασιλεύσῃ στὴν καρδιά σου, ποὺ ἀκόμα φαίνεται δὲν τὸν γνωρίζεις...». «Δύο πράγματα μᾶς χρειάζονται - ἀπόσωσε ὁ Ἅγιος - παντοῦ καὶ πάντοτε: Προσευχὴ καὶ Ἀγάπη».Ὁ Ἱερεὺς ἐκεῖνος ἔμεινε ἐκστατικὸς ἐμπρὸς στὸ μεγαλεῖο τῆς πνευματικῆς ἀκτινοβολίας τῶν λόγων τοῦ Ἁγίου. Μετὰ ὁ Ἅγιος τὸν συμβούλευσε νὰ πάῃ στὸν Δεσπότη καὶ νὰ πάρῃ συγχώρεσι. Ἐκεῖνος ἔτσι ἔπραξε, δὲν μπόρεσε νὰ ἀντισταθῇ στὸ ἐπιτίμιο καὶ στὴν ἐντολὴ τοῦ Ὁσίου, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶχε πῆ «ὅσα ἐποίησε» ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἱερεὺς εἶχε λησμονήσει.Μὲ τὸ προορατικό Του χάρισμα ὁ Ἅγιος εἰσχωροῦσε στὰ σκότη τοῦ παρελθόντος καὶ διέλυε τὴν ὁμίχλη τοῦ μέλλοντος.

 
 

Τὸ χάρισμα αὐτὸ πάλι τῆς προοράσεως τὸ χρησιμοποιοῦσε ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ βοηθήσῃ ὅσους ἀπέκρυπταν τὰ ἁμαρτήματά τους, νὰ μετανοήσουν. Γι’ αὐτὸ καὶ σ’ αὐτὸν τὸν Ἱερέα, ὁ Ἅγιος ἐξηκρίβωσε τὸ ἁμάρτημα τῆς μνησικακίας εἰς τὸν Ἐπίσκοπόν του, τὴν ὁποίαν μνησικακία ὁ Ἅγιος Θαλάσσιος ὀνομάζει λέπραν τῆς ψυχῆς. Πολλὲς φορὲς δὲν πρόκειται μόνο περὶ ἀνυπακοῆς εἰς τὸν Ἐπίσκοπον, ἀλλὰ καὶ περὶ μνησικακίας. Ὁ Ὅσιος ὅμως ἐθεράπευσε τῆς ψυχικῆς αὐτῆς λέπρας τὸν Ἱερέα. Ἐὰν μνησικακοῦμεν, ἀσφαλῶς δὲν εἴμεθα μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ! Χριστιανὸς μὲ μῖσος ἠρνήθη τὸν Χριστόν. Ἐὰν δὲ οἱ Ἱερεῖς μνησικακοῦν καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπακούουν εἰς τὸν Ἐπίσκοπον, «οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον»! Ἱερεὺς μὲ μῖσος ἠρνήθη τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Ἱερωσύνην. «’Εὰν τὸ φῶς σκότος γένηται, τὸ σκότος πόσον;»!...Τί μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Ἱερέως ἐκείνου καὶ τοῦ Ἁγίου Παρθενίου! Εἴθε νὰ ἀναδείξῃ ὁ Θεὸς καὶ σήμερον μιμητὰς τοῦ Ἁγίου!

 
Ἀρχιμανδρίτου Ἰωακεὶμ Ἱεροσολυμίτου τοῦ Χίου,Ὁ Ὅσιος Παρθένιος ὁ Χῖος,1815 - 1883,Βίος-Θαύματα-Ἀκολουθία, β΄ ἔκδοσις, Ἱερουσαλὴμ 1995, σελ. 92-93, 33-34, 47-48, 51-52, 55-58.
 

 

 

Όσιος Παρθένιος ο Χίος

 

Ω ΠΑΓΚΑΚΙΣΤΕ,ΕΙΠΕ ΜΟΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ

 
 
 

 Εἶπέ μοι τὰ ἔργα τῶν Δαιμόνων, τὶ κάμνωσιν εἰς τοὺς Μοναχοὺς καὶ λοιποὺς χριστιανούς".Λέγει του ὁ Δαίμων "Ἄκουσον Ἀντώνιε ἡμεῖς εἴμεθα πρῶτα ἄγγελοι καὶ ὁ Ἑωσφόρος, ὁ πρῶτος μας, ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειαν ἐξέπεσε, διότι ἠθέλησε νὰ στήσῃ τὸν θρόνον του ἐπάνωθεν τοῦ Θεοῦ, συλλογιζόμενος δὶς τὸν ἑαυτόν του νὰ γίνη ὅμοιος μὲ τὸν Θεόν.


 

Ὅταν ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἠσκήτευεν εἰς τὴν ἔρημον, νὰ καὶ ἔρχεται ὁ Δαίμων τὰ μεσάνυκτα, καὶ τοῦ ἐκτύπησε τὴν πόρτα διὰ νὰ τοῦ ἀνοίξῃ. Ἐσηκώθη λοιπὸν ὁ Μέγας Ἀντώνιος, καὶ ἀφοῦ ἄνοιξε τὴν πόρτα του, βλέπει ἔξαφνα ἄνθρωπον ἀλλόκοτον καὶ ἔστεκεν ἔξω.Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ποῖος εἶσαι ὁποῦ μοῦ κτυπᾶς τὰ μεσάνυκτα τὴν πόρταν, καὶ τὶ θέλεις";Λέγει του ὁ μιαρὸς Δαίμων "Ἐγὼ εἶμαι ὁ Δαίμων".Καὶ λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Ἅγιος "Πῶς ἦλθες, παγκάκιστε ἐδῶ";Καὶ λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Δαίμων "Ἦλθα νὰ σοῦ εἰπῶ πῶς μάχονται οἱ καλόγηροι καὶ λοιποὶ Χριστιανοί, ὑβριζόμενοι κατὰ πᾶσαν ὥραν, καὶ πῶς τοὺς κοσμικοὺς γυρίζω εὔκολα εἰς τὸ θέλημά μου".Λέγει του ὁ Ἅγιος "Παγκάκιστε, διατὶ κάμνεις αὐτό";Λέγει του ὁ Δαίμων "Ἐγὼ φθονῶ τοὺς καλογήρους, διότι ὁ αὐθέντης μου ὁ Ἑωσφόρος ἔχει πολὺν φθόνον εἰς αὐτούς, ἐπειδὴ μέλλει ὁ Θεὸς ν΄ἀποκαταστήσῃ τὸ Τάγμα τῶν Ἀγγέλων ὁποῦ ἐξέπεσεν ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ νὰ κάμῃ Ἀγγέλους ἀπὸ τοὺς καλοὺς Ἱερεῖς καὶ τοὺς ταπεινοὺς Μοναχούς, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν τόσον φθόνον εἰς αὐτούς".

 

 

Λέγει του ὁ Ἅγιος "Ἐπειδὴ ἦλθες ἐδῶ, ὦ Δαίμων, ὁρκίζω σε εἰς τὸν Θεὸν τοῦ παντὸς τὸν κτίσαντα τὰ πάντα, νὰ σταθῇς αὐτοῦ ἕως οὗ νὰ ὁμολογήσῃς ὅλα ὅσα πράττεις".Λέγει του ὁ Δαίμων "Διατὶ μὲ ἔδεσες Ἀντώνιε, ἐγὼ ἤλθα νὰ σοῦ πῶ τὸ καύχημά μου μόνον τό πῶς μάχονται οἱ μοναχοὶ καὶ λοιποὶ χριστιανοί, καὶ σὺ μὲ ἔδεσες";Λέγει ὁ Ἅγιος "Εἶπέ μοι τὰ ἔργα τῶν Δαιμόνων, τὶ κάμνωσιν εἰς τοὺς Μοναχοὺς καὶ λοιποὺς χριστιανούς".Λέγει του ὁ Δαίμων "Ἄκουσον Ἀντώνιε ἡμεῖς εἴμεθα πρῶτα ἄγγελοι καὶ ὁ Ἑωσφόρος, ὁ πρῶτος μας, ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειαν ἐξέπεσε, διότι ἠθέλησε νὰ στήσῃ τὸν θρόνον του ἐπάνωθεν τοῦ Θεοῦ, συλλογιζόμενος δὶς τὸν ἑαυτόν του νὰ γίνη ὅμοιος μὲ τὸν Θεόν. «Καὶ ἔσομαι ὁμοίως τῷ Ὑψίστῳ». Καὶ μόλις τὸ ἐσυλλογίσθη, παρευθὺς ἔπεσε κάτω εἰς τὰ καταχθόνια τοῦ ᾅδου, ἀκολουθοῦντες αὐτὸν καὶ ἡμεῖς, καὶ ἐξ αἰτίας τούτου, ἀπὸ ἄγγελοι ἐγείναμεν δαίμονες, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν τὸν φθόνον εἰς τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανούς, καὶ τοὺς πειράζομεν. Ἀλλὰ ἄλλο δὲν μᾶς θανατώνει περισσότερον ἀπὸ τὴν προσευχήν, τὴν νηστείαν καὶ τὴν ταπείνωσιν ὁποῦ κάμνουν οἱ μοναχοὶ καὶ λοιποὶ ὀρθόδοξοι χριστιανοί- διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς πασχίζομεν κατὰ πολλὰ διὰ νὰ τοὺς κάμωμεν οὔτε νὰ προσεύχωνται οὔτε νὰ νηστεύωσιν, ἀλλὰ νὰ ἀμελῶσι καὶ νὰ ὑπερηφανεύωνται, καὶ ἄλλοι νὰ λέγωσιν ὅτι εἶναι εὔμορφοι, ἐνῶ εἶναι ἄσχημοι, καὶ ἄλλοι ὅτι εἶναι προκομμένοι καὶ δὲν γνωρίζουν οὔτε τὰ ἄλφα, καὶ βάνωμεν πολλὴν ἔχθραν ἀνάμεσον τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου διὰ νὰ μαλώνουν, καὶ ἐξ΄αἰτίας τούτου πηγαίνωμεν ἀπὸ τόπον εἰς τόπον, καὶ ἄλλους κάμνωμεν νὰ ἀρνῶνται τὸν Χριστόν, καὶ ἄλλους νὰ ἀφίνουν τὴν μοναχικὴν ζωὴν καὶ νὰ γίνωνται κοσμικοί, καὶ μ΄αὐτὸν τὸν τρόπον τοὺς πέρνομεν μαζὺ εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν. Ἀλλ' ἄκουσε καὶ τοῦτο, Ἅγιε τοῦ Θεοῦ.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ

 



 Βλέπω παράξενο και παράδοξο μυστήριο, ποιμένες, αντί να παίζουν με τις φλογέρες τους κάποιο μελωδικό σκοπό, ψάλλουν ουράνιο ύμνο και γεμίζουν με τους ήχους τους τα αυτιά μου. Ψάλλουν άγγελοι και ανυμνούν αρχάγγελοι, υμνούν τα Χερουβίμ και δοξολογούν τα Σεραφίμ.

 

Όλοι πανηγυρίζουν γιατί βλέπουν το Θεό στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς. Βλέπουν Εκείνον που είναι πάνω στον ουρανό, να βρίσκεται κάτω στη γη λόγω της οικονομίας του για τον άνθρωπο, και τον άνθρωπο που είναι στη γη, να βρίσκεται ψηλά στον ουρανό εξαιτίας της φιλανθρωπίας του Θεού. Σήμερα η Βηθλεέμ έγινε όμοια με τον ουρανό, αφού εμφανίστηκαν σ’; αυτήν αντί για αστέρια άγγελοι που ανυμνούν το Θεό, και δέχτηκε με τρόπο θαυμαστό στο χώρο της όχι το φυσικό ήλιο, αλλά τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Και μη ζητάς να μάθεις πως έγινε αυτό. Γιατί εκεί όπου εκδηλώνεται η θέληση του Θεού, νικώνται οι φυσικοί νόμοι.

 

Θέλησε λοιπόν ο Θεός, μπόρεσε, κατέβηκε από τους ουρανούς και έσωσε τον άνθρωπο, γιατί τα πάντα υπακούουν στο Θεό.Σήμερα γεννιέται ο αιώνιος και γίνεται εκείνο που δεν ήταν. Ενώ δηλαδή ήταν Θεός, γίνεται άνθρωπος, χωρίς να παύσει να είναι Θεός. Δεν έχασε δηλαδή τις θεϊκές του ιδιότητες για να γίνει άνθρωπος, ούτε πάλι άλλαξε κι από άνθρωπος έγινε Θεός. Αλλά ενώ ήταν Θεός Λόγος, χωρίς να πάθει τίποτε, προσέλαβε την ανθρώπινη σάρκα, και η θεία φύση παρέμεινε αμετάβλητη. Και όταν γεννήθηκε, οι Ιουδαίοι δεν παραδεχόντουσαν την παράδοξη γέννησή του και οι μεν Φαρισαίοι παρερμήνευαν τις θείες Γραφές, οι δε Γραμματείς δίδασκαν τα αντίθετα του μωσαϊκού νόμου.

 

Ο Ηρώδης γύρευε το νεογέννητο, όχι για να του προσφέρει τιμές, μα για να το σκοτώσει. Γιατί έβλεπαν ότι σήμερα τα πράγματα ήρθαν αντίθετα προς τις προσδοκίες τους. Γιατί όπως λέγει ο Ψαλμωδός: «δεν έγιναν αυτά κρυφά από τα παιδιά τους και θα γίνουν γνωστά και στις επερχόμενες γενεές». Προσήλθαν λοιπόν βασιλείς να δουν με θαυμασμό το Βασιλιά των ουρανών και απορούσαν πως ήρθε στη γη χωρίς αγγέλους και αρχαγγέλους και θρόνους και κυριότητες και δυνάμεις και εξουσίες, και πέρασε από δρόμο παράξενο και απάτητο, δηλαδή από σπλάχνα παρθενικά, χωρίς να παύσει να επιστατεί τους αγγέλους Του και χωρίς να χάσει τις θεϊκές του ιδιότητες έγινε άνθρωπος και ήρθε κοντά μας. Βασιλείς λοιπόν ήρθαν να προσκυνήσουν τον ένδοξο Βασιλιά των ουρανών, στρατιώτες να υπηρετήσουν τον αρχιστράτηγο των ουρανίων δυνάμεων, γυναίκες να προσκυνήσουν Εκείνον που γεννήθηκε από γυναίκα, για να μετατρέψει σε χαρά τις λύπες της γυναίκας.

 

Ήρθαν παρθένοι στον υιό της Παρθένου κι απορούσαν πως ο δημιουργός των μητρικών μαστών και του γάλακτος, Εκείνος που κάνει τους μαστούς να βγάζουν μόνοι τους άφθονο γάλα, πως έφαγε παιδική τροφή από μητέρα Παρθένο. Ήρθαν τα νήπια σ’; Εκείνον που έγινε νήπιο για να συντεθεί ύμνος στον Κύριο από νήπια που ακόμα θηλάζουν. Ήρθαν παιδιά προς το Παιδί που τα έκανε μάρτυρες Του εξαιτίας της θηριωδίας του Ηρώδη. Ήρθαν οι άνδρες σ’; Εκείνον που έγινε άνθρωπος και θεράπευσε τις ταλαιπωρίες των δούλων Του. Ήρθαν ποιμένες στον καλό Ποιμένα που θυσιάζεται για να σώσει τα πρόβατά Του. Ήρθαν ιερείς σ’; Εκείνον που έγινε Αρχιερέας κατά σειρά διαδοχής από τον Μελχισεδέκ. Ήρθαμε οι δούλοι σ’; Εκείνον που έλαβε δούλου μορφή, για να μετατρέψει σε ελευθερία τη δουλεία μας.

 

Ήρθαν οι ψαράδες σ’; Εκείνον που τους μετέτρεψε από απλούς ψαράδες σε ψαράδες ανθρώπων. Ήρθαν τελώνες σ’; Εκείνον που ανέδειξε έναν από τους τελώνες σε ευαγγελιστή. Ήρθαν οι πόρνες σ’; Εκείνον που άφησε τα πόδια Του να τα βρέξει με τα δάκρυά της η πόρνη. Και για να μιλήσω με συντομία, όλοι οι αμαρτωλοί ήρθαν να δουν τον Αμνό του Θεού που σήκωσε πάνω Του την αμαρτία όλου του κόσμου, οι ταπεινοί μάγοι, οι ποιμένες που τον τίμησαν, οι τελώνες που κήρυξαν το Ευαγγέλιο, οι πόρνες που του πρόσφεραν μύρα, η Σαμαρείτιδα που επιθυμούσε να γευθεί νερό από την πηγή της ζωής, η Χαναναία που είχε ακλόνητη πίστη. Αφού λοιπόν όλοι πανηγυρίζουν χαρούμενοι, κι εγώ επιθυμώ να σκιρτήσω, και να χορέψω και να πανηγυρίσω.

 

Χορεύω χωρίς να παίζω κιθάρα, χωρίς να κινώ κλάδους κισσού, χωρίς να κρατάω αυλό, χωρίς να κρατάω αναμμένες λαμπάδες, αλλά κρατώντας στα χέρια μου αντί για μουσικά όργανα, τα σπάργανα του Χριστού. Γιατί αυτά είναι η ελπίδα μου, αυτά είναι η ζωή, αυτά είναι η σωτηρία μου αυτά είναι για μένα αυλός και κιθάρα. Γι’; αυτό τα έχω μαζί μου, για να μου δώσουν με τη δική τους δύναμη την ικανότητα να πω μαζί με τους αγγέλους: «Δόξα στον ύψιστο Θεό», και μαζί με τους ποιμένες: «και ας επικρατήσει στη γη η ειρήνη και στους ανθρώπους η αγάπη».

 

 

 Ἅγιος Ἰωάννης ο Χρυσόστομος

 

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

ΟΙ ΠΛΟΥΣΙΟΙ,ΟΙ ΠΤΩΧΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

 
 
 

  Εἶναι ὁ πλοῦτος «ἁμαρτία»;Οἱ πλούσιοι θά πᾶνε στήν κόλασση καί οἱ πτωχοί στόν Παράδεισο;Τά ἐρωτήματα αὐτά ἒρχονται στό μυαλό ὃσων ἀκοῦν τήν παραβολή τοῦ «πτωχοῦ καί τοῦ πλουσιου» τοῦ Ἱεροῦ Ευαγγελίου καί δέν κάνουν τον κόπο νά καθήσουν νά σκεφθοῦν καί νά προσπαθήσουν νά μποῦν στό ΑΛΗΘΙΝΟ μήνυμα πού μᾶς ἒδωσε Ὁ Κύριός μας.

 

Τήν ἐργασία τήν εὐλόγησε Ὁ Ἲδιος καί εἶναι ἀπολύτως λογικό καί φυσικό, ὁ κάθε ἂνθρωπος, νά προσπαθῆ γιά τό καλλίτερο στήν ζωή του καί στόν τρόπο διαβιώσεως τοῦ ἰδίου ἀλλά καί τῆς Οἰκογενείας του.Ὁ τιμίως ἐργαζόμενος ὁ φιλοπρόοδος ἂνθρωπος, ὁ νοικοκύρης καί ὁ ΜΗ σπάταλος, ἒχει κάθε δικαίωμα νά δημιουργήση, νά κάνη περιουσία καί νά ζῆ κατά τρόπο ἂνετο, ἀρκεῖ νά μή γίνη δοῦλος τοῦ «μαμωνᾶ», νά μή γίνη τό χρῆμα αὐτοσκοπός του καί νά μή «πατᾶ ἐπί πτωμάτων» προκειμένου νά ἀποκτήση ὃλο καί περισσότερα ὑλικά ἀγαθά.Ὑπάρχει ὃμως καί ἓνας ἂλλος σημαντικός (ἲσως ὁ πλέον σημαντικός) παράγων τόν ὁποῖον ΟΥΔΕΠΟΤΕ πρέπει νά λησμονᾶ ὁ ἂνθρωπος τοῦ ὁποίου ἡ ἐργασία τοῦ ἀποδίδει ἀρκετά ὑλικά ἀγαθά.Καί εἶναι αὐτός ὁ παράγων, ἡ διαρκής ἐπίγνωσις τοῦ ὃ,τι γύρω του ὑπάρχουν καί ἂνθρωποι ἀναξιοπαθοῦντες, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀκόμα καί τῶν στοιχειωδῶν.

 

Ἐάν στήν δούλεψή του ἒχει ὑπαλλήλους, πρέπει νά βλέπη καθ ἓναν ἐξ αὐτῶν, ὡς συνεργάτη, ὡς συνάδελφό του, ὡς τόν «πλησίον» του.Ἐπειδή ὁ σύγχρονος κόσμος ἀπεμακρύνθη ἀπό αὐτές τίς ἀρχές, ἐπειδή ὁ «χρυσός» ἒγινε ὁ μόνος ὁδηγός ἀρχόντων καί ἀρχομένων, ἐπειδή κάθε ἒννοια πραγματικῆς Χρριστιανικῆς ἠθικῆς ἒχει ἀπωλεσθεῖ, ἐνεφανίσθη αὐτή ἡ «κρίση», ἡ ὁποία, πρέπει νά σημειωθῆ μέ κάθε τρόπο, ΔΕΝ εἶναι μόνον οἰκονομική ἀλλά ΚΥΡΙΩΣ ΗΘΙΚΗ.Οἱ ἠθικές ἀξίες, τά ἰδανικά, ὁ ἀνθρωπισμός καί κυρίως ἡ ἐπαφή μέ Τόν Δημιουργό καί Κύριό μας, ἒχουν χαθεῖ.«Εὐδαιμονισμός», σαρκολατρεία, ἀπληστία, κάθε εἲδους σκοτεινή δραστηριότητα, καταπίεσις τῶν ἀδυνάτων, δημιουργία κλίματος καταναλωτισμοῦ καί γενικῶς ἡ μετά «μανίας» προσκόλλησις στήν ὓλη (σέ κάθε της μορφή) ἒχουν κυριαρχίσει και βασανίζουν τό σύνολον τῶν ἀνθρώπων.Ὁ «μαμωνᾶς» ΤΙΜΩΡΕΙ.

 

Ὃλοι ὃσοι δουλεύουν κάτω ἀπό τίς ἐντολές του, ἒχουν προσωρινά καί ἐφήμερα κέρδη.Τό ὑπερκαταναλωτικό πνεῦμα πού κυριάρχησε τά τελευταῖα χρόνια, ἒχει ΤΕΡΑΣΤΙΑ εὐθύνη γιά τήν σημερινή δυστυχία πού ὑπάρχει ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΣ, ἀκόμα καί σἐ χῶρες οἱ ὁποῖες ἐμφανίζονται στά μάτια μας ὡς «ἰσχυρές» καί «κυρίαρχες».Ούδέποτε παρέμειναν ἐπί μακρόν χωρίς νά καταστραφοῦν κοινωνίες πού ἐστήριξαν τήν ἰσχῦν των εἰς τό χρῆμα, στήν «δύναμη», ἢ στήν ποδηγέτηση ἂλλων λαῶν.Δέν πρέπει νά κρίνωμε τά πάντα μέ βάση τό «μῆκος» τῆς δικῆς μας παρουσίας ἐπί τῆς γῆς.Πέρασαν αἰῶνες ἐπί αἰώνων, θά περάσουν αἰῶνες ἐπί αἰώνων καί ἡ ἀνθρωπότητα θά βασανίζεται πάντοτε ἀπό παρόμοιες καταστάσεις, μέ πολύ μικρά διαλείματα, ἐπειδή οἱ σκοτεινές δυνάμεις, μποροῦν νά δημιουργοῦν στά ὓπουλα σχέδιά της, «ὂμορφα περιτυλίγματα» κάτω ἀπό τά ὁποῖα κρύπτεται ἡ δυστυχία καί τελικῶς ἡ ἀπώλεια ψυχῶν, νά πείθουν τούς μή σκεπτομένους πώς πρέπει νά ζοῦν «ἐλεύθερα», νἀ «διασκεδάζουν» καί νά θέτουν τίς ψυχές των «ὑποθήκη» προκειμένου νά ζοῦν μέ τρόπο πού, τελικῶς, τούς ὁδηγεῖ σέ καταστάσεις γεμᾶτες ἀπελπισία καί ἀδιέξοδα.Βεβαἰως, «μαζί μέ τά ξερά καίγονται καί τά χλωρά», ὃπως λέει ὁ πάνσοφος λαός μας.

 

Ὑπάρχουν ἂνθρωποι οἱ ὁποῖοι ταλαιπωροῦνται, χωρίς νά πάψουν νά ἐργάζωνται σωστά, χωρίς νά παραβαίνουν ἠθικούς κανόνες καί χωρίς νά ἐργάζωνται μέ τίς εντολές ἢ τά διδάγματα τοῦ μαμωνᾶ.Ἂνθρωποι οἱ ὁποῖοι δέν πῆραν δάνεια γιά νά πᾶνε …«διακοπές στήν Βιέννη», ἢ γιά νά «ἀγοράσουν μεγάλα αὐτοκίνητα», ἢ γιά νά «ζήσουν μέ τρόπο μέ τόν ὁποῖον θά ἒμπαιναν στό μάτι τοῦ γείτονα»Ἐμεῖς, οἱ πιό παλιοί, ἒχομε περάσει καταστάσεις πολύ πιό δύσκολες ἀκόμα καί ἀπό τήν σημερινή. Περάσαμε δύσκολα (πολύ δύσκολα) χρόνια, ἀλλά δέν πέσαμε στήν παγίδα τῶν ναρκωτικῶν κ.λπ.Ἀγανακτίσαμε καί ἐμεῖς μέ τήν συμπεριφορά κάποιων ὑπευθύνων, στενοχωρηθήκαμε ἀλλά βάλαμε τό κεφάλι κάτω καί ἐργαστήκαμε.Σήμερα, βλέπομε τήν γῆ, τά κοπάδια και τις ψαρόβαρκες νά ἐγκαταλείπωνται καί νά περιμένωμε κάποιον διορισμό τῶν παιδιῶν στό Δημόσιο κ.λπ.

 

Ὁ Ποιητής Ἑλύτης ἒγραψε πώς «ἐάν κάποιος διαλύση τήν Ἑλλάδα. θα ἀπομείνουν, μιά ἑλιά, ἓνα ἀμπέλι καί μιά βάρκα, πρᾶγμα πού σημαίνει πώς μέ μιά ἑλιά, ἓνα ἀμπέλι καί μιά βάρκα, μποροῦμε νά τήν ξαναφτιάξωμε».Ἂς σκεφθοῦμε αὐτά τά λογια.Κρύβουν ἀλήθειες πού δέν πρέπει νά λησμονοῦμε.Καί κυρίως, δέν πρέπει νά λησμονοῦμε, πώς Ὁ Κύριός μας δέν μᾶς θέλει ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥΣ.Ἐλπίδα στόν Θεό, σκληρή δουλειά στήν πρωτογενῆ μας παραγωγή καί ΨΗΛΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ.ΟΛΑ διορθώνονται, ἐκτός ἀπό τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς.Καί μή νομισθῆ πώς ΔΕΝ ἀντιλαμβανόμεθα τήν δυστυχία πού ὑπάρχει γύρω μας. Ὃλοι «στό ἲδιο καζάνι βράζομε».Ὃμως, ΟΛΑ διορθώνονται ὃταν ὑπάρξη ΕΛΠΙΔΑ, ὃταν ἀντιδροῦμε μέ ΛΟΓΙΚΗ καί ὃταν ΔΕΝ πάψωμε νά ΕΛΠΙΖΩΜΕ.Οἱ πρόγονοί μας, πού καί ἐκεῖνοι εἶχαν ἀντιμετωπίσει πολλές φορές ῍ιδιες καί πιό σκληρές κρίσεις, μᾶς στέλνουν τό μήνυμα, «δεν φθάνει νά ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά πρέπει νά ένεργοῦμε καί ἐμεῖς».

 

Ἡ μεγάλη, ἡ τεράστια δυσχέρεια, εὑρίσκεται εἰς τά νέα παιδιά.Καί γιά τοῦτο φταίει ἡ γενιά πού τά μεγάλωσε μέ ὑπερπροσφορά ἀγαθῶν καί μέ συμβουλές «σπούδασε παιδί μου γιά νά σέ βάλλω στό Δημόσιο», μέ κύριο γνώμονα τήν «ἢσσονα προσπάθεια» καί μέ τό παράδειγμά της μέ τό ὁποῖο ἐδίδαξε τά παιδιά της «μή γίνεσαι κορόϊδο και δουλεύης ἀλλά νά εἶσαι..καπάτσος»…!Γιά τόν λόγο αὐτό τά νεαρά ἂτομα, ὂχι μόνον ξεστρατίζουν σέ ἐπικίνδυνες λύσεις (ναρκωτικά κ.λπ.) ἀλλά καί ἀρνοῦνται νά δεχθοῦν νά δουλέψουν στήν γῆ, στό κοπάδι ἢ στήν βάρκα.ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΤΑ ΠΑΔΙΑ.

 

Ὃσο γιά τό ἂν οἱ πλούσιοι εἶναι καταδικασμένοι σέ ἀπώλεια καί οἱ πτωχοί θά «σωθοῦν», ὲπιτρέψτε μου νά ἐπαναλάβω, πώς Ὁ Ἲδιος Ὁ Κύριος, ἒδωσε τον νοῦ καί τά «τάλαντα» (ταλέντα θά λέγαμε σήμερα) ἐπιβραβεύοντας τόν ἐργασθέντα καί ἀξιοποιήσαντα αὐτά πού τοῦ ἒδωσε, ἀλλά παραλλήλως μᾶς ἐδίδαξε τό «ο ἒχων δύο χιτῶνας νά δίδη τόν ἓναν», θέλων νά σημειώση μέ τόν συνδυασμό τῶν συμβουλῶν του, τήν μή ὓπαρξη ἀπληστίας καί τό διαρκές μας ἐνδιαφέρον γιά τόν ἀτυχήσαντα ἀδελφόν μας.

 

 

π. Ευθυμιος Μπαρδάκας

 

ΠΟΥ ΕΣΤΙΝ Ο ΤΕΧΘΕΙΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ;

 



Προσκυνητές του Χριστού δεν ήταν μόνο οι απλοϊκοί ποιμένες της Βηθλεέμ, αλλά και οι σοφοί της Ανατολής,θυμίζοντας μας τον λόγο του αποστόλου Παύλου «Ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ• πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού».

 


Οι Μάγοι αναφέρονται στη διήγηση του ευαγγελιστή Ματθαίου, στο β΄κεφάλαιο του ευαγγελίου του.Πολλές και ενδιαφέρουσες επιστημονικές θεωρίες ανεπτύχθησαν, ήδη από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, γύρω από το γεγονός της προσκυνήσεως των Μάγων, οι οποίοι διήνυσαν μία πολύ μεγάλη απόσταση, χρονοβόρα, με πολλούς κινδύνους και περιπέτειες.Στη Δύση η λέξη «μάγος» χρησιμοποιήθηκε πάντοτε με κακή και αρνητική σημασία, δηλώνοντας τον απατεώνα και τον αγύρτη, ή τον άνθρωπο που συμμάχησε με τον διάβολο και με σατανικούς κυριολεκτικά τρόπους προσπαθεί να επιφέρει κακό και συμφορά στους συνανθρώπους του. Στην Ανατολή η λέξη «μάγος» δεν είχε πάντα κακή σημασία. Κατά τον μεγάλο ιστορικό της αρχαιότητος Ηρόδοτο οι μάγοι ήσαν ιδιαίτερο ιερατικό γένος των Μήδων και αργότερα των Περσών.

 
 

Ο Ζωροάστρης και ο Ναβουχοδονόσωρ τους αναγνωρίζουν και τους τιμούν. Κατά μία ερμηνεία η λέξη «μάγος» ενδεχομένως προέρχεται από την ιρανική λέξη «magus» ή από την ασσυριακή διάλεκτο ή ακόμη και να είναι ελληνική και να πρόκειται για παραφθορά της λέξης «μέγας». Στην Ανατολή –και κατά την αρχαιότητα- η λέξη σημαίνει πολλά και διαφορετικά, σημαίνει τον σοφό, τον διδάσκαλο, τον ιατρό, τον μελετητή των ιερών γραφών αλλά και των φαινομένων της κτίσης, τον αστρονόμο μελετητή του ουρανού, τον γνώστη των θρησκευτικών και φιλοσοφικών επιστημών, στην παρακμή του σημαίνει ακόμη και τον μάντη, τον ασχολούμενο με αποκρυφιστικές τέχνες ή τον ερμηνευτή των ονείρων.Τι από όλα αυτά ήσαν οι μάγοι του ευαγγελίου; Πρόκειται για σοφούς και έμπειρους αστρονόμους της Ανατολής, που μελέτησαν τους χρησμούς και τις προφητείες του προχριστιανικού κόσμου, και οδηγηθέντες από την υπερφυσική λάμψη του αστέρα έρχονται να προσκυνήσουν «τον τεχθέντα βασιλέα». Κατά τον φιλόσοφο και μάρτυρα Ιουστίνο ήσαν σοφοί αστρονόμοι και προέρχονταν από την Αραβία. Κατά τον Ωριγένη προέρχονται από τη Χαλδαία (την άποψη αυτή ενστερνίζεται ο ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου: «Ίδον παίδες Χαλδαίων, εν χερσί της Παρθένου, τον πλάσαντα χειρί τους ανθρώπους...»). Κατά τον ιερό Χρυσόστομο προέρχονται από την Περσία (τα παιδιά θα μας πουν σε λίγες μέρες στα κάλαντα: «εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα»). Άλλοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς θεωρούν πως πρόκειται για βαβυλώνιους ιερείς, οι οποίοι ασχολούνται με την κίνηση των αστέρων. Ο Τερτυλλιανός αναφέρει ότι είναι και βασιλείς στην περιοχή τους. Εκείνο που θεωρείται βέβαιο είναι πως πρόκειται για εθνικούς, δηλ. δεν είναι Ιουδαίοι (γι’ αυτό και ρωτούν: «Πού εστιν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων;»).Ο Χριστός είναι, κατά την προσφιλή έκφραση του βιβλίου της Γενέσεως, «η προσδοκία των εθνών». Η νοσταλγία των ανθρώπων για τη σωτηρία είναι έντονη σε κάθε εποχή, σε κάθε γεωγραφικό πλάτος. Ο Θεός δεν άφησε τον άνθρωπο «καταποθήναι τη απωλεία», αλλά επέτρεψε να φανούν ψήγματα της χριστονοσταλγικής προσμονής σε όλους σχεδόν τους αρχαίους λαούς. Οι βαβυλώνιοι πιστεύουν ότι σε χώρα που βρίσκεται δυτικά από τη δική τους θα εμφανιστεί ένας Θεός ως άνθρωπος, που θα φέρει στον κόσμο τη δικαιοσύνη και τη χαρά. Οι μήδοι και οι πέρσες μελετούν στα ιερά κείμενα τους «Αβέστα» πως θα γεννηθεί θεός και άνθρωπος από παρθένο και την έλευση του θα αναγγείλει το δικό του υπέρλαμπρο αστέρι. Παρόμοια προσδοκία μπορούμε να συναντήσουμε στους έλληνες, τους κινέζους, τους κέλτες, τους ρωμαίους, τους βουδιστές και τους ινδούς, εξαιρετικά δε στους ισραηλίτες και στις προφητείς της Παλαιάς Διαθήκης.Οι χρησμοί και οι προφητείς συγκλίνουν πως έφθασε το πλήρωμα του χρόνου. Οι πλέον μορφωμένοι και σοφοί του λαού το γνωρίζουν αυτό. Και οι μάγοι του Ευαγγελίου, έχοντας σαφείς ενδείξεις, για το πρόσωπο, τον τόπο και τον χρόνο, ξεκινούν το περιπετειώδες ταξίδι τους... Φαίνεται δε πως στην ίδια ακριβώς περίοδο και άλλοι «μάγοι», μελετητές των διαφόρων θρησκευτικών παραδόσεων, αναζητούν τον σωτήρα του κόσμου. Δεν έρχονται όμως όλοι στην Παλαιστίνη. Κατά τον ρωμαίο ιστορικό Σουετώνιο κάποιος Τιριδάτης με τους μάγους του -από λανθασμένους υπολογισμούς- φθάνουν στη Νάπολη της Ιταλίας, πιστεύοντας ότι εκεί θα βρούν και θα προσκυνήσουν, μάταια φυσικά, τον αναμενόμενο Λυτρωτή.Ένα ενδιαφέρον ερώτημα, εκτός από το τι ήσαν οι μάγοι, είναι και το πόσοι ήσαν!

ΚΥΡΙΕ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ ΕΙΡΗΝΗΝ ΔΩΣ ΗΜΙΝ

 



«…ΚΑΙ ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ»! Αλλά τι βλέπω, τι ακούω; Θα ήθελα να μη ζω, θα ήθελα να μη έχω αυτιά, διά να μή βλέπω και ακούω αθέους και υλιστάς ανθρώπους των ημερών μας, οι οποίοι και επί τω ακούσματι του αγγελικού αυτού ύμνου ειρωνεύονται, καγχάζουν και βλασφημούν λέγοντες·Άκου εκεί!Ακόμη υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν τέτοια παραμύθια;

 
 

Εμεις θ'αγωνισθούμε να εξαφανισθεί αυτό το παραμύθι, τα λείψανα του παραμυθιού αυτού, από κάθε γωνία της γης. Εμείς, οι άθεοι και υλισταί, κηρύττουμε ρεαλιστικά. Εμείς -και όχι το Ευαγγέλιο, το μήνυμα των αγγέλων- θα φέρουμε τον παράδεισο πάνω στη γη. Και είναι εις βάρος του χριστιανισμού το ότι είκοσι αιώνες τώρα τίποτε δεν κατώρθωσε για την κατάργηση των πολέμων και την εγκαθίδρυση σταθερής και μονίμου ειρήνης πάνω στη γη. Εμείς θα καταργήσουμε τους πολέμους και θα εγκαταστήσουμε την ειρήνη, που θα διαρκέσει χιλιετηρίδες. Εμείς την ειρήνη, εμείς την ειρήνη, και όχι σεις που ονειρεύεστε παραδείσους στην άλλη ζωή, στον ουρανό…Τι έχομε, αγαπητοί, ν'απαντήσωμε εις τους απίστους και αθέους, εις τους υλιστάς και τους οπαδούς του μαρξισμού;

 
 

Ο Χριστός έφερε τον παράδεισο εις την γη, έφερε την βαθειά ειρήνη. Εις ποιούς; Όχι εις όλους, αλλ'εις εκείνους, οι οποίοι, όχι διά της βίας, όχι διά του ξίφους, αλλ' όλως ελευθέρως επίστευσαν εις το αγγελικό μήνυμα, μετενόησαν ειλικρινώς διά το άθλιον παρελθόν των και εξωμολογήθηκαν μετά δακρύων τα αμαρτήματά των εις πνευματικόν πατέρα. Αυτοί άκουσαν εις τα μυστικά αυτιά της ψυχής των εκείνο που είπε ο Κύριος «Αφέωνταί σου αι αμαρτίαι… πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. 7, 48-50). Αμφιβάλετε; Τότε ακούσατε τον Ρώσο λογοτέχνη και φιλόσοφο Ντοστογιέφσκι, ο οποίος προηγουμένως ήτο άπιστος, αλλ” μέσα στη φυλακή εμελέτησε το Ευαγγέλιο και επίστευσε, και όταν εξωμολογήθη ειλικρινώς εις ένα στάρετς είπε·Τώρα που εξωμολογήθηκα, παράδεισος εφύτρωσε στην καρδιά μου. Ναι, παράδεισος, ειρήνη όχι επιφανειακή αλλά βαθειά ειρήνη, που πλημμυρίζει τα βάθη της ανθρωπίνης υπάρξεως.Αλλ'οι άνθρωποι αυτοί, που πιστεύουν εις το άγγελμα του ουρανού και ζουν συμφώνως προς το ευαγγέλιο, και απ” εδώ από την γη προγεύονται των πνευματικών ηδονών και θελγήτρων μιας ωραίας, μιας παραδεισένιας ζωής, είναι ολίγοι. Αυτοί όμως οι ολίγοι, οι οποίοι εφήρμοσαν εις τον εαυτό των το Ευαγγέλιο, αρκούν δια να αποδείξουν ό,τι το πείραμα του χριστιανισμού επέτυχε. Και ό,τι κατώρθωσαν αυτοί, διατί να μη το κατορθώσουν και τα εκατομμύρια, τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων;Δυστυχώς το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητος, και αυτοί ακόμα οι λεγόμενοι χριστιανοί, δεν θέλησαν να εφαρμόσουν το Ευαγγέλιο και να δοκιμάσουν εις τον εαυτό τους όλην την ενέργεια του δραστικού φαρμάκου που λέγεται χριστιανική πίστης, ευαγγέλιον. Εάν ο ασθενής δεν θέλει να πάρει το φάρμακο που του υποδεικνύει ο ιατρός δια την θεραπεία της ασθένειάς του και αποθάνει, ποιος φταίει; Ο ιατρός η ο ασθενής; Και εν προκειμένω ασθενής, και μάλιστα βαρύτατα ασθενής, που αιμοραγεί από αλλεπαλλήλους πολέμους, είναι η ανθρωπότης. Αλλ” η ανθρωπότης δεν θέλει. Και όχι μόνον δεν θέλει, αλλά και υβρίζει και βλασφημεί, επί τω ακούσματι του Ευαγγελίου ειρωνεύεται και λέγει· Δεν έχομε ανάγκη του Ευαγγελίου, διότι τούτο επάλιωσε πλέον, και νέα ευαγγέλια, ως τα κατά Μάρξ, Νίτσε, Φρόϋντ κ.λπ., πρέπει να επικρατήσουν.Θέλετε ένα παράδειγμα εκ των πολλών, ενδεικτικόν αυτής της στάσεως έναντι του Ευαγγελίου;Μετά την λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, ο υπό χριστιανικών ιδεών και αισθημάτων εμπνεόμενος τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ουϊλσον υπέδειξε εις την αίθουσα των Βερσαλιών εις όλους τους νικητάς ηγέτας τα εξής. Εάν θέλωμε, είπε, να παύσουν οι πόλεμοι, πρέπει να θεμελιώσωμε την ειρήνη επι του Ευαγγελίου. Τότε ο Κλεμανσώ, ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, η τίγρις ως απεκαλείτο, εξηγριώθη και είπε· Τοιαύτην ειρήνην ημείς δεν θέλομεν! Ετσι η ειρήνη εθεμελιώθη επί σαθράς βάσεως. Και το αποτέλεσμα; Μία τοιαύτη αντιχριστιανική ειρήνη έσπειρε πολυ σπόρο αδικίας και επροκέλεσε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, απείρως χειρότερο του πρώτου. Αλλά και όταν ο πόλεμος αυτός ετερματίσθη και επρόκειτο να υπογραφεί η σύμβασης της ειρήνης, και πάλι η ειρήνη δεν θεμελιώθη επί του Ευαγγελίου, αλλ” επί αρχών ξένων και αντιθέτων προς το γνήσιον πνεύμα του Ευαγγελίου. Μεγάλη μερίς, η πλειονοψηφία των εθνών, απέρριψε πρόταση να γραφεί εις το κείμενο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων άρθρο, δια του οποίου να διακηρύσσεται ότι ο άνθρωπος είναι «κατ” εικόνα και καθ” ομοίωσιν» Θεού» (Γεν. 1, 26-27). Ωρύοντο και πάλι οι άθεοι και οι άπιστοι, των οποίων ηγείτο η μεγάλη δύναμης, η οποία καταστατικόν της χάρτη έχει την αθεϊα και την απιστία· εξουθενούσα δε αυτή τα μικρά και ανίσχυρα έθνη συχνά προβάλλει το αντιχριστιανικό της Veto εις μεγάλα και κρίσιμα θέματα, τα οποία συζητούνται εις τους διεθνείς οργανισμούς.Πως είναι δυνατόν επί τοιούτων αντιχριστιανικών βάσεων να θεμελιωθεί η ειρήνη; Δια τούτο, μετά δε παρέλευση 40ετίας από της λήξεως του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ο φόβος του πολέμου όχι μόνον δεν εξέλιπε, όπως ήλπιζαν οι πολλοί, αλλά και ενετάθη σφόδρα, λόγω της ανακαλύψεως και νέων όπλων τρομακτικής δυνάμεως και ενεργείας, διά των οποίων απειλείται γενική καταστροφή και αυτή ακόμη η εκτροπή του πλανήτου μας εκ της κανονικής του τροχιάς, επι της οποίας αιώνες κινείται. Φόβος, αγωνία θανάτου κατέχει τας ψυχάς των κατοίκων και των δύο ημισφαιρίων. Προς αποφυγή δε ενός νέου πολέμου συσκέψεις ηγετών μικρών και μεγάλων εθνών πραγματοποιούνται και τα θέματα της υφέσεως, του αφοπλισμού και της ειρήνης διαρκώς συζητούνται. Τριάντα και πλέον συσκέψεις έχουν πραγματοποιηθεί. Και το αποτέλεσμα; Να είπωμε μηδέν; Ας ελπίζωμε, εάν μία τοιαύτη ελπίς δεν είναι, κατά τον Θουκιδίδη, μήτηρ ξυμφορών. Αλλ” η δαμόκλειος σπάθη, η πυρηνική ενέργεια, κρέμαται εκ μιάς λεπτής τριχός υπεράνω της ανθρωπότητος.Υπό τας φιλοφρονήσεις ανειλικρίνεια.ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ουδέποτε άλλοτε συνεζητήθη τόσο πολύ, και ουδέποτε άλλοτε εφαίνετο να ευρίσκεται τόσον μακράν. Ειρήνη, ειρήνη, ειρήνη… Εκατομμυριάκις ηκούσθη και εγράφη η λέξις αυτή. Αλλά που η ειρήνη;Οι ηγέται των δύο υπερδυνάμεων υπογράφουν θεαματικήν συμφωνία δια την καταστροφή των πυρηνικών κεφαλών, αλλά το ποσοστό των αχρηστευομένων ατομικών όπλων μόλις υπερβαίνει το 3%. Εις τα όρη της Αμερικής και της Ρωσίας υπάρχουν ακόμη σπήλαια ετοιμα να αποθηκεύσουν χιλιάδες ατομικές βόμβες. Και μετ” ολίγον ο πόλεμος απειλείται να μεταφερθεί από την γη εις τα άστρα, ώστε, και αν όλες οι πυρηνικές κεφαλές καταστραφούν ο κίνδυνος εξακολουθεί να υπάρχει, διότι ο πόλεμος των άστρων θα είναι η νέα και φοβερωτέρα απειλή.Πορείες ειρήνης γίνονται εις πολλές πόλεις του φιλελευθέρου και δημοκρατικού κόσμου. Αλλ'αυταί δεν θεωρούνται ειλικρινείς, διότι τοιαύται πορείαι δεν πραγματοποιούνται και εις τας χώρας των ολοκληρωτικών καθεστώτων, ωσαν οι χώρες αυτές να είναι τελείως άοπλοι και φιλειρηνικαί.Γεννάται λοιπόν, κατόπιν τούτου, εύλογον το ερώτημα· Μήπως οι πορείες είναι τέχνασμα, πονηρόν σχέδιον των ολοκληρωτικών καθεστώτων, το οποίο αποβλέπει εις την νάρκωσιν και τον αιφνιδιασμόν των άλλων, οι οποίοι πιστεύουν αφελώς, εις τα συνθήματα της ειρήνης; Λέγεται ότι κάποια μεγάλη αράχνη της Αφρικής πριν καταβροχθίσει τα διάφορα έντομα, τα υπνωτίζει προηγουμένως με δηλητηριώδες υγρό και έτσι υπνωτισμένα τα κατατρώγει…Δεν υπάρχει δυστυχώς εκατέρωθεν ειλικρίνεια και εντιμότης. Ειρήνη εις τα χείλη των διπλωματών μιας αισχράς, μιας σατανικής πολιτικής, αλλά σχέδια εξοντωτικά επεξεργάζονται αυτοί εις τας διανοίας των. Δι'αυτό μάλλον αρμόζει ένας λαϊκός μύθος, που δίδει ζωηράν την εικόνα του ψεύδους και της ανειλικρινείας των δήθεν φίλων.Κατά τον μύθον το φίδι και ο κάβουρας ήσαν κουμπάροι. Ύστερα από αρκετόν χρόνο οι κουμπάροι συναντήθηκαν. Μεγάλες εκδηλώσεις αγάπης. Το φίδι προς εκδήλωσι της αγάπης του άρχισε να περιτυλίγεται γύρω από τον κάβουρα και να περισφίγει αυτόν ολοένα και περισσότερο. -Κουμπάρε, λέγει ο κάβουρας, μη με σφίγγεις τόσο πολύ, διότι θα με πνίξεις. Αλλά το φίδι εξακολουθούσε να τον σφίγγει, διότι είχε τον σκοπό του· να τον καταβροχθίσει, να τον καταφάγει. Ο κάβουρας, αντελήφθει τον κίνδυνο, άνοιξε τας λαβίδας του (τις δαγκάνες) και τον εδάγκασε θανάσιμα. Εις δε τα παράπονα του φιδιού, διατί το εδάγκασε τόσον πολύ, ο κάβουρας απήντησε· -Διότι σε αγαπώ όπως και συ αγαπάς εμένα.Ο μύθος δηλοί· κάτι τέτοιο δυστυχώς κινδυνεύει να συνβεί και εις τας δύο υπερδυνάμεις, οι οποίες συχνά μεν ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις, αλλ” όπισθεν αυτών κρύπτεται άβυσσος κακίας. Οπως δε λέγει ο Πλούταρχος, σοφός ερευνητής των αιτίων των πολέμων και των συρράξεων, «ουδείς φύεται ανθρώποις πόλεμος άνευ κακίας, αλλά τον μεν φιληδονίαν, τον δε πλεονεξία, τον δε φιλοδοξία τις η φιλαρχία συρρήγνυσι» (Πλουτάρχου, Περί στωϊκών εναντιωμάτων 1049,32Β).Συνεπώς,εάν οι καρδιές των ανθρώπων δεν αφοπλισθούν από την κακίαν, οι εξωτερικοί αφοπλισμοί των εθνών από όλα τα φονικά όπλα δεν σώζουν την κατάσταση. Διότι αυτός που μισεί δια διαφόρους λόγους, εάν δεν έχει όπλον, θα χρησιμοποιήσει και τους οδόντας του ακόμη διά να καταβάλει τον άλλον. Ιδού που πρέπει να στραφεί η προσοχή της ανθρωπότητος.Κύριε, φέρε την ειρήνη!ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΝ; Που καταλήγετε ύστερα από αυτά; θα ερωτήσουν οι αγαπητοί αναγνώσται μας. Ποιο το συμπέρασμά σας; Απαισιόδοξος είσθε;Εάν ατενίσω εις την γην, γίνομαι απαισιόδοξος. Εάν όμως πιστεύσω, ότι η ανθρωπότης δεν είναι παιχνίδι σκοτεινών δυνάμεων, και στρέψω το βλέμμα μου εις τον ουρανό, τότε γίνομαι αισιόδοξος.

 
 

Ένα άστρο ρίπτει ζωογόνες ακτίνες ελπίδος εις τις κατεπτοημένες καρδιές μας. Και αυτό είναι η προφητεία του Ησαϊα (κεφ. 2, στιχ. 4 ως και κεφ. 11 στιχ. 5-10).Τώρα, φίλοι αναγνώσται, περίλυποι ως χριστιανοί δια το σημερινόν κατάντημα της ανθρωπότητος, η οποία ευρίσκεται εγγύς ολέθρου, νοσταλγοί όσον ποτέ άλλοτε της βαθείας ειρήνης, της ειρήνης του Χριστού, κλίνομεν γόνυ και επαναλαμβάνομε και ημείς την θερμήν δέησιν του προφήτου· «Κύριε ο Θεός ημών, ειρήνην δος ημίν, πάντα γαρ απέδωκας ημίν. Κύριε ο Θεός ημών, κτήσαι ημάς. Κύριε, εκτός σου άλλον, ουκ οίδαμεν, το όνομά σου ονομάζομεν» (Ησ. 26,12-13).


 

Μακαριστός Επίσκοπος π.Αυγουστίνος Καντιώτης 

 

Πηγή.π.Αυγουστίνος Καντιώτης.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.Η ζωγραφική του μακαριστού πατρός Αυγουστίνου ανήκει στον ζωγράφο Μιχαήλ Χατζηγεωργίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά.
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...