ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

ΕΝΑΣ ΣΤΑΡΕΤΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΛΕΓΑΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ





 Σὰν πέθανε ὁ ἡγούμενος Παχώμιος,

ποὺ ἀγαποῦσε τὸν Σεραφεὶμ σὰν παιδί του, πῆρε τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸ νέο ἡγούμενο γιὰ νὰ ζήση ἀπομοναχιασμένος.

Στὸ δάσος μέσα εἶχε κάνει ἀπὸ ἐλατόξυλα μία καλύβα,μιὰ «ἴσμπα», ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε δόκιμος,

καὶ πήγαινε κ᾿ ἔκοβε ξύλα.

Σ᾿ αὐτὴ τὴν καλύβα λοιπὸν πῆγε καὶ κλείσθηκε.

Ἐκεῖ μέσα προσευχότανε,χωρὶς νὰ τὸν ταράζη κανένας.

Ἀργότερα ἔλεγε:

«Αἰσθανόμουνα νὰ μὲ σπρώχνη μία ὑπερφυσικὴ δύναμη, καὶ δὲν πίστευα πιὰ πὼς ζοῦσα ἀπάνω στὴ γῆ,

τόση χαρὰ πλημμύριζε τὴν καρδιά μου».

Μέσα στὰ δάση τοῦ Σάρωφ ὑπήρχανε κι᾿ ἄλλοι ἀσκητάδες, ὁ ἕνας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλον,

ὡς δυό-τρία βέρστια.

Πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς γνωρίζανε τὸν πάτερ Σεραφείμ, ἐπειδὴ ἤτανε κι᾿ αὐτοὶ ἀπὸ τὸ Κούρκ.

Ἡ δική του καλύβα βρισκότανε σ᾿ ἕνα χαμοβούνι μὲ πυκνὰ δέντρα.

Στὸ νοῦ τοῦ ὁλοένα εἶχε τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ,

μέρα-νύχτα συλλογιζότανε τὰ διάφορα ἱστορικὰ τοῦ Κυρίου, μὲ θεϊκὸν ἔρωτα.




Κι᾿ ἐπειδὴ βρισκότανε μακριὰ ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη,γιὰ νὰ θαρρῆ πὼς ζεῖ ἐκεῖ ποὺ ἔζησε σὰν ἄνθρωπος ὁ Χριστός,ἔδωσε διάφορα ὀνόματα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο στὰ μέρη ποὺ ἔκανε τὴν προσευχή του.Ἕνα μέρος τὸ ὀνόμασε «Ναζαρέτ»,κ᾿ ἐκεῖ ἔψελνε τοὺς Χαιρετισμούς,ἕνα ἄλλο, ποὺ εἶχε μία σπηλιά, τὸ εἶπε «Βηθλεέμ»,καὶ κεῖ μέσα προσκυνοῦσε τὸν Χριστὸ στὴ φάτνη,ἀνέβαινε σὲ ἕνα ψήλωμα καὶ διάβαζε τὴν «ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία».Μέσα σ᾿ ἕνα λαγκάδι πήγαινε καὶ διάβαζε τὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο μὲ τὰ τελευταία λόγια τοῦ Χριστοῦ.Τὸ βασίλειό του εἶχε καὶ τὸ «Θαβώρ», τὸν «Γολγοθά» καὶ τὴ «Γεθσημανή».Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ εἶχε πάντα μαζί του μέσα στὸ ταγάρι του.«Δὲν εὐφραίνεται, ἔλεγε ὑστερώτερα, μοναχὰ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ,ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα δυναμώνει».Τὶς ὦρες ποὺ δὲν προσευχότανε,ἔκοβε ξύλα ἢ ἔσκαβε στὸ περιβολάκι του.Τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς γιορτὲς πήγαινε στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ μοναστηριοῦ καὶ κοινωνοῦσε.


Τὶς περισσότερες φορὲς τὸν παρακαλούσανε οἱ μοναχοὶ νὰ μὴ φύγη ἀμέσως,γιὰ νὰ ἀκούσουνε τὰ ἁγιασμένα λόγια του.Γυρίζοντας πίσω στὴν κέλλα του,ἔπαιρνε παξιμάδι γιὰ ὅλη τὴ βδομάδα.Μὰ πάντα τοῦ περίσσευε.Τόδινε στὰ ἄγρια ζῶα ποὺ ἤτανε οἱ συντρόφοι του,λύκοι,ἀρκοῦδες,τσακάλια, ἀλεποῦδες,σαῦρες,φίδια κι᾿ ἄλλα,καθὼς καὶ στ᾿ ἀγαπημένα τοῦ τὰ πουλιά.Ὡστόσο,κ᾿ ἕναν τέτοιον Ἅγιο δὲν τὸν ἄφηνε ὁ διάβολος ἀπείραχτον.Τὶς μεγάλες χειμωνιάτικες παγωμένες νύχτες, ποὺ φυσομανοῦσε ὁ ἀγέρας στὰ δέντρα,ἔνοιωθε νὰ σφίγγεται τὸ στῆθος του ἀπὸ τὸ φόβο.Τὸν ἔπιανε ἡ φοβερὴ κατάσταση ποὺ τὴ λένε οἱ ἀσκητάδες «ἀκηδία», δηλαδὴ παράλυση πνευματικὴ κι᾿ ἀπελπισία.Ἔνοιωθε πὼς τὸν πολεμοῦσε «ὁ δαίμων τῆς ἐρήμου»,κ᾿ ἔκραζε στὸν Κύριο νὰ τὸν γλυτώση.Διάβαζε ταχτικὰ τὸ Μεσονυκτικό,τὸν Ὄρθρο,τὶς Ὧρες,τὸν Ἑσπερινό,ὅπως παραγγέλνει ἡ μοναχικὴ πολιτεία.Γιὰ νὰ νικήσῃ τὸ φόβο,πήγαινε τὶς νύχτες καὶ στεκότανε ὄρθιος ἀπάνω σ᾿ ἕνα βράχο,βαθειὰ μέσα στὸ πυκνὸ καὶ κατασκότεινο δάσος, λέγοντας ὁλοένα: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».Χίλια μερόνυχτα προσευχότανε γιὰ νὰ τὸν βοηθήσῃ ὁ Θεὸς νὰ νικήση τὸ σατανᾶ.Τρία χρόνια ὁλόκληρα.


Καὶ τότε κατατροπώθηκε ὁ πονηρός,κ᾿ εἰρήνεψε ἡ ψυχὴ τοῦ Ἁγίου.Τρία χρόνια δὲν ἐπῆγε στὸ μοναστήρι,κ᾿ οἱ μοναχοὶ ἀπορούσανε τί ἔτρωγε.Φαίνεται πὼς θρεφότανε μ᾿ ἕνα χορτάρι ποὺ φύτρωνε στὸ δάσος,ἐπειδή, ὕστερα ἀπὸ χρόνια,τὸ ἔδειξε σὲ μία ἀπὸ τὶς γερόντισσες ἑνὸς μοναστηριοῦ ποὺ βρισκότανε κοντὰ στὸ χωριὸ Ντιβέεβο, καὶ ποὺ τὸν εἴχανε στὰ γερατειά του πνευματικὸν πατέρα.Αὐτὸ τὸ χορτάρι τὄτρωγε χλωρὸ τὸ καλοκαίρι,καὶ τὸ διατηροῦσε ξερὸ γιὰ τὸ χειμώνα.Πέρασε κάμποσον καιρὸ κλεισμένος στὴν καλύβα του,χωρὶς νὰ μιλᾶ ὁλότελα.Δὲν πήγαινε καθόλου στὸ μοναστήρι.Ἂν τύχαινε νὰ συναπαντήσῃ κανέναν ἄνθρωπο στὸ δάσος,ἔσκυβε τὸ κεφάλι του ἴσαμε τὴ γῆ καὶ περίμενε νὰ περάσῃ γιὰ ν᾿ ἀνασηκωθῇ. Τὸ φαγητὸ ποὺ τοῦ πηγαίνανε ἀπὸ τὸ μοναστήρι,καὶ ποὺ τὸ βάζανε στὸ κατώφλι του,τὶς περισσότερες φορὲς τὸ βρίσκανε ἄγγιχτο.Ἐπειδὴ ἀνησυχούσανε στὴ μονή,ὁ ἡγούμενος πάτερ Νήφων τὸν κάλεσε νὰ γυρίσῃ στὸ μοναστήρι.Ὁ ἅγιος ὑπάκουσε.Παρουσιάσθηκε στὸν ἡγούμενο,κ᾿ ὕστερα σφαλίσθηκε στὸ κελλί του,καὶ δὲν ξαναφάνηκε.Πέντε ὁλόκληρα χρόνια ἔμεινε κλεισμένος,κατὰ διαταγὴ τῆς Θεοτόκου,ὅπως εἶπε ἀργότερα.


Καὶ πάλι ἡ Παναγία τοῦ παρουσιάσθηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάψῃ τὸ κλείσιμό του.Ἂν καὶ πρωτύτερα πηγαίνανε στὸ μοναστήρι πολλοὶ ἄντρες καὶ γυναῖκες ἀπὸ τὰ γύρω χωριά,σὰν μαθεύτηκε πὼς ὁ Ἅγιος ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του,πληθύνανε οἱ προσκυνητές,ποὺ τρέχανε γιὰ νὰ πάρουνε τὴν εὐλογία τοῦ «στάρετς». «Στάρετς» στὰ ρωσικὰ θὰ πῆ «γέροντας», «πνευματικός», «ξομολόγος».Ὁ ρωσικὸς λαὸς εἶχε πολὺν σεβασμὸ στοὺς «στάρετς»,ὅπως ὁ δικός μας στοὺς «πνευματικούς».Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ καταλάβαινε τί εἶχε μέσα κάθε καρδιὰ ποὺ τὸν πλησίαζε,γιατὶ εἶχε λάβει τὴ χάρη νὰ εἰσχωρῆ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς.Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ξομολογιόντανε, θαυμάζανε πὼς ἤξερε τὰ μυστικὰ τῆς ζωῆς τους, πρὶν νὰ τοῦ τὰ ποῦνε.Σ᾿ ὅλους εὐχότανε νὰ ἀποχτήσουν τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς.Ὁ Ἅγιος εἶχε καὶ προφητικὸ χάρισμα.Σὲ ὅσους τὸν ρωτοῦσαν πὼς μποροῦσε νὰ γνωρίζη τί εἶχε κάνει ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἔλεγε:«Τέκνον μου,δὲν λέγω σ᾿ ὅποιον ἔρχεται σὲ μένα τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ ὅ,τι μὲ προστάζει ὁ Θεός».


Σ᾿ ὅσους βλογοῦσε ἔδινε κι᾿ ἀπὸ ἕνα κομμάτι ξερὸ ψωμὶ ἀπὸ τὸ ταγάρι του,βουτηγμένο στὸ κρασί.Συχνὰ τοὺς ἄλειφε μὲ λάδι ἀπὸ τὸ καντήλι τῆς Παναγίας.Μιὰ μέρα τοῦ πήγανε ἕναν ἄρρωστο,ἕνα νέο παλληκάρι ποὺ τὸ λέγανε Μιχάλη Μαντούρωφ.Ὑπόφερνε ἀπὸ δυνατοὺς πόνους στὰ πόδια καὶ στεκότανε ὄρθιος μὲ δυσκολία.Μόλις εἶδε τὸν Ἅγιο,ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὸν γιατρέψη. Ὁ Ἅγιος τὸν ρώτησε: «Πιστεύεις στὸ Θεό;»καὶ τὸν κοίταξε μὲ διαπεραστικὴ ματιά.«Πιστεύω», ἀποκρίθηκε ὁ ἄρρωστος.Τότε ὁ στάρετς τοῦ εἶπε νὰ βγάλῃ τὶς μπότες του,ἄλειψε τὰ πόδια του μὲ τὸ λάδι τοῦ καντηλιοῦ καὶ τούδωσε ἕνα-δυὸ κομματάκια ξερὸ ψωμί.Ὕστερά του εἶπε:«Περπάτηξε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».Κι᾿ ὁ ἄρρωστος περπάτηξε,φχαριστώντας τὸν Ἅγιο.Κ᾿ ἐκεῖνος τοῦ εἶπε:«Δὲν σὲ θεράπευσα ἐγώ,τέκνον μου.Μοναχὰ ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ κάνῃ θαύματα. Αὐτὸν νὰ εὐχαριστήσῃς». Ὁ Μαντούρωφ δὲν ἤξερε μὲ τί τρόπο νὰ δείξῃ τὴν εὐγνωμοσύνη του.Μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς,ἐλευθέρωσε τοὺς σκλάβους του,κι᾿ ἀφιέρωσε ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὰ κτήματά του στὰ μοναστήρια τοῦ Ντιβέεβο.Ὓστερα από αυτά και θαυμαστά γεγονότα,θεράπευσε ὁ Ἅγιος κι᾿ ἄλλους, παράλυτους, κωφάλαλους, δαιμονιζόμενους, τυφλούς,καὶ μ᾿ ἄλλες ἀρρώστιες. Γύρω ἡ περιφέρεια ἤτανε ἀνάστατη.


Ἅγιος ἔγινε τὸ καταφύγιο κ᾿ ἡ παρηγοριὰ τῶν δυστυχισμένων.Προφήτεψε γιὰ τὶς συμφορὲς ποὺ θὰ περνοῦσε ὁ λαός του,ὅπως κάνανε οἱ Προφῆτες γιὰ τοὺς Ἑβραίους.Ἡ Ρωσία σπαραζότανε στὸν καιρό του ἀπὸ πολιτικὲς καὶ θρησκευτικὲς ταραχές.Ἔλεγε:«Ὁ λαός μας μάκρυνε ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς σωτηρίας,καὶ τραβὰ κάθε μέρα τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ».Ἔλεγε ἀκόμα πὼς θὰ φεύγανε οἱ σταυροὶ ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες καὶ πὼς θὰ γκρεμνιζόντανε τὰ μοναστήρια.«Θὰ ἔρθη μία θλίψη,ἔλεγε, ποὺ δὲν παρουσιάσθηκε τέτοια ὅμοια ἀπὸ καταβολῆς τοῦ κόσμου.Κ᾿ οἱ ἴδιοι οἱ ἄγγελοι δὲν θὰ προφταίνουνε νὰ μαζεύουν τὶς ψυχὲς ἀπὸ τὴ γῆ».Ὅποτε μιλοῦσε γιὰ τέτοια πράγματα,τὸ πρόσωπό του σκυθρώπαζε καὶ πονοῦσε.Ἡ παρηγορία τοῦ ἤτανε ἡ προσευχή.Μέσα στὸ κελλί του δὲν εἶχε μήτε κρεβάτι,μήτε τζάκι,μὲ κεῖνο τὸ κρύο της Σιβηρίας.Εἶχε μοναχὰ ἕνα καντήλι μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας.Κάθε βδομάδα διάβαζε μὲ τὴ σειρὰ ἀπὸ τὰ Τέσσερα Εὐαγγέλια,τὴ Δευτέρα ἀπὸ τὸ κατὰ Ματθαῖον,τὴν Τρίτη ἀπὸ τὸ κατὰ Μάρκον,τὴν Τετάρτη ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν,τὴν Πέμπτη ἀπὸ τὸ κατὰ Ἰωάννην,τὴν Παρασκευὴ τὴν ἀκολουθία τῆς Σταυροπροσκυνήσεως,τὸ Σάββατο τὴν ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Πάντων,καὶ τὴν Κυριακὴ μεταλάβαινε τὴ Θεία Κοινωνία.Ἀδιάκοπα παρακαλοῦσε γιὰ ὅλον τὸν κόσμο.Ἀπὸ τὴν πολλὴ τὴν προσευχὴ κι᾿ ἀπὸ τὰ δάκρυά του θύμωνε ὁ διάβολος καὶ τὸν χτυποῦσε στὸ σῶμα.


Ἅγιος ἔλεγε πὼς ἐκεῖνα τὰ χτυπήματα καίγανε σὰν τὸ πυρωμένο σίδερο.Πολλοὶ εἴδανε τὸν ἅγιο Σεραφεὶμ νὰ στέκεται στὸν ἀγέρα, ἀπάνω ἀπὸ τὴ γῆ.Συχνὰ σκόρπιζε τὴν κακοκαιριά,πρόβλεπε τὴν πείνα κ᾿ εἰδοποιοῦσε τοὺς χωριάτες νὰ κάνουνε τὶς προμήθειές τους,ἔδιωχνε τὶς ἐπιδημίες καὶ πρόλεγε τοὺς πολέμους,ὅπως ἔγινε μὲ τὸν Κριμαϊκὸ πόλεμο,καθὼς καὶ μ᾿ ἄλλα σπουδαῖα γεγονότα.Ὅλη ἡ Ρωσία τὸν εἶχε γιὰ πατέρα καὶ γιὰ προστάτη της, ἀπὸ τ᾿ ἀρχοντικὰ,ὡς τὴν πιὸ φτωχὴ ἴσμπα.Πολλὲς φορὲς οἱ προσκυνητὲς φτάνανε τὶς δυὸ χιλιάδες σὲ μιὰ μέρα ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ρωσίας, καὶ γεμίζανε τὸ δρόμο τοῦ Ἀρζαμᾶς ποὺ πήγαινε στὸ μοναστήρι.Ἄλλοι μὲ ἁμάξια,ἄλλοι μὲ καζάκες (ἕλκηθρα),κι᾿ ἄλλοι μὲ τὰ πόδια.Πολλοὶ περπατούσανε ὁλόκληρες βδομάδες.Τὰ χαράγματα χτυπούσανε οἱ καμπάνες γιὰ τὸν ὄρθρο, ἄνοιγε ἡ μεγάλη ὀξώπορτα, κ᾿ οἱ προσκυνητὲς μπαίνανε μέσα στὴν αὐλή, σὰν ἀληθινὴ θάλασσα.


 

Ὁ Ἅγιος ἔβγαινε σὲ λίγο ντυμένος μὲ ἄσπρο ράσο, καὶ τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ οὐρανοῦ.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ σὲ κάθε μεριὰ τῆς Ρωσίας ἔβλεπε κανένας στρατεύματα σὲ κίνηση,

 κι᾿ ὁ μεγάλος δρόμος βρισκότανε κοντὰ στὸ Σάρωφ. 

Πλῆθος στρατιῶτες μὲ τοὺς ἀξιωματικούς τους πηγαίνανε νὰ πάρουνε τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου, 

γιὰ νὰ τοὺς προστατεύῃ στὶς ἐκστρατεῖες τῆς Τουρκίας,

 τῆς Πολωνίας καὶ τοῦ Ναπολέοντα. 

Τὸ κήρυγμά του ἤτανε πολὺ ἁπλό:

 «Δίνε νὰ φάγῃ ὁ πεινασμένος. 

Δίνε νὰ πιῇ ὁ διψασμένος. Νὰ εἶσαι δίκαιος. Νὰ ἔχῃς εἰρηνικὴ κι᾿ ἀγαθὴ ψυχή».

Στὸ κελλάκι του μέσα ἤτανε ἀναμμένα πολλὰ κεριὰ εἰς μνήμην ζώντων καὶ κεκοιμημένων.

 Τὸ καντηλάκι ἔφεγγε πάντα ἀκοίμητο μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. 

Ἕνα σκαμνὶ κ᾿ ἕνας μικρὸς πάγκος ἤτανε γιὰ τοὺς προσκυνητές.

 Ἕνα ἄλλο σκαμνάκι ἤτανε τὸ κάθισμά του καὶ τὸ τραπέζι του. 

Χάμω ἤτανε ἁπλωμένο ἕνα σακκὶ σὲ μίαν ἄκρη, τὸ στρῶμα του. 

Εἶχε καὶ μία νεκρόκασα στὸ διάδρομο, 

ποὺ τὴν ἔσκαψε ὁ ἴδιος σ᾿ ἕνα δέντρο, γιὰ τὸν ἐνταφιασμό του, 

καὶ κεῖ μέσα κοιμότανε καμμιὰ φορά.



Απόσπασμα από το έργο του Φώτη Κόντογλου
''Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ''
Εκδόσεις Ακρίτας 1996
Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Φώτης Κόντογλου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF