ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΜΑΝΩΛΗΣ Ο ΒΑΣΙΛΕΣ

 

 

 «Από νανάκου άρχεσθαι», λέγανε οι αρχαίοι Έλληνες,όποτε θέλανε να μιλήσουνε για τα παλαιά πράγματα.Ο Νάνακος ήτανε βασιλιάς της Ηπείρου πριν από τον Δευκαλίωνα,που στα χρόνια του έγινε ο κατακλυσμός.Ο μπαρμπα­ Μανώλης ήτανε Νάνακος παμπάλαιος,Μαθουσάλας.Μπορεί να μην ήτανε παραπάνω από ενενήντα πέντε χρονών, αλλά η όψη του, το παρουσιαστικό του, ήτανε τέτοιο,που τον έδειχνε πολύ πιο αρχαίο και σεβάσμιο.Αθώος,άκακος,του παλιού καιρού άνθρωπος.Δεν θύμωσε ποτές, δεν έβρισε ποτές, δεν κακολόγησε ποτές.Πάντα γλυκομίλητος,μ' όλο που ήτανε λιγόλογος και σοβαρός.Όλοι τον αγαπούσανε.Οι Τούρκοι τον λέγανε «Ιχτιάρ­μπαμπά»,που θα πει «Γερο­πατέρας». Σπουδασμένοι και απλοί πηγαίνανε κοντά του,σαν να 'τανε ο μπαρμπα­Μανώλης ένα ισκιερό δέντρο μέσα στην κάψα του καλοκαιριού.Στο κορμί ήτανε κοντός, πάντα ξυπόλητος, με βρακί ανασκουμπωμένο και δεμένο με το ζουνάρι του,γιατί θαλάσσωνε για να βγει από τη βάρκα του,που ήτανε παμπάλαια σαν και εκείνον κι όσο που χωρούσε τρεις­τέσσερες νοματέους.Ήτανε πάντα κατακάθαρος.Τον περισσότερο καιρό ήτανε με το πουκάμισο κοκκαλιασμένο από την αρμύρα,όπως ήτανε και τα βρακιά του και το φέσι του,που είχε γίνει σκληρό σαν την κορόνα του δεσπότη.Τα μάτια του ήτανε κόκκινα από τον ήλιο κι από την αρμύρα,μάτια καλοκάγαθα,αθώα,ντροπαλά.

 
 

Περπατούσε με τα χέρια πίσω,κι όλο χάμω έβλεπε,συλλογισμένος, και κάθε τόσο κουνούσε το κεφάλι του και σκούπιζε τα μάτια του που δακρύζανε.Είχε μια κόρη χηρευάμενη,και κείνη τον διατηρούσε.Το σπίτι της ήτανε στα Πλιθάρια,στην άκρη της πολιτείας,εκεί που είχε καμίνια και κάνανε τούβλα,κεραμίδια κι ασβέστη.Εκεί πέρα ζούσανε του θεού άνθρωποι,ξοχάρηδες,κεραμιδάδες, ασβεστάδες,αλμπάνηδες κι άλλοι τέτοιοι απλοί άνθρωποι.Εκεί ήτανε κ' η μικρή εκκλησιά τ' Άγι'­Αντώνη,που ήτανε ο πρεπούμενός τους άγιος.Από τον μεγάλο δρόμο που πήγαινε στο Ντικελί και στην Πέργαμο,μέσα στην Ανατολή, περνούσανε όλη μέρα άλογα,νταλίκες (Αμάξια αλαφριά για τους ανθρώπους), αραμπάδες,γαϊδάροι,βόδια,καμήλες,θαρρούσε κανένας πως βρίσκεται στο Μπαγντάτ. Ήσυχη,ειρηνεμένη ζωή.Τα καμίνια καπνίζανε,στα πηγάδια με τις μεγάλες πεζούλες βγάζανε νερό τα κορίτσια με τα φαρδιά φουστάνια και με τα τσεμπέρια,οι γαϊδάροι βοσκούσανε και γκαρίζανε,οι καμήλες ανηφορίζανε αργοπερπατώντας στον μεγάλο δρόμο,Ρωμιοί και Τούρκοι Γιουρούκηδες ανεβοκατεβαίνανε.Σε κανέναν καφενέ καθόντανε ένας ­ δυο γέροι και φουμάρανε ναργκιλέ.Το σπίτι του Βασιλέ ήτανε από τα πιο φτωχά,κατακάθαρο, ασβεστωμένο πάντα, κάτασπρο,κοντά στον Άγιο Γιώργη το Τάσ', που τον λέγανε έτσι επειδής είχε μια βρύση μ' ένα έμορφο τάσι,κρεμασμένο με μιαν αλυσίδα,για να πίνει ο κόσμος.Εκεί κοντά βρισκότανε και του Ντέντου ο καφενές.Εκεί πήγαινε ο μπαρμπα­Βασιλές,το βράδι που γύριζε από τις ακρογιαλιές,εκεί που έβγαζε χάβαρα,μύδια,καλόγνωμες,φούσκες,χιβάδες,κοχύλια κι άλλα θαλασσινά. Τον περισσότερον όμως καιρό τον περνούσε μακριά από την πολιτεία,στα έρημα κατάγιαλα,στον ανοιχτόν αγέρα,στον Άγιο Νικόλα,στην Αγιά­Παρασκευή,στη Νησοπούλα,στην Αμπέλα, μέσα στο μπουγάζι.Παραπέρα δεν πήγαινε.Την όξω θάλασσα,το πέλαγος, δεν το είδε ποτές του.Το σκαφίδι του, η φελούκα του,ήτανε από τα χρόνια του Νώε.Είχε γίνει σαράβαλο.Σάπισε,ανοίξανε οι αρμοί της.Μα ο μπαρμπα­Μανώλης όλο τη μερεμέτιζε.Την έγερνε στην μπάντα,την καλαφάτιζε με στουπί,και δος του από πάνω πηχτή πίσσα,που δεν φαινότανε πια σανίδι,ούλη η σκάφη ήτανε πισσωμένη.Και όμως,πώς τα κατάφερνε να μην παθαίνει τίποτα με τις φουρτούνες,με κείνον τον σκυλοπνίχτη,που τον είχε εξήντα χρόνια και παραπάνω.Την βάρκα του την έδενε σ' ένα παλούκι μέσα σ' έναν μικρόν κόρφο, που τον αποσκέπαζε από βοριά μια χαμηλή μύτη που τη λέγανε Γλώσσα και που βρισκότανε αντίκρυ στην Αγιά­ Παρασκευή.Ανάμεσα ήτανε ένα στενό πέρασμα θάλασσα,κι ο μπαρμπα­Βασιλές έβαζε μέσα στη βάρκα του και περνούσε αντίκρυ όποιον ήθελε να περάσει στην Αγιά­ Παρασκευή και τον ξανάφερνε,αν δεν ήτανε ν' απομείνει εκεί πέρα.Εκεί που βρισκότανε το παλούκι,ήτανε ρηχά τα νερά,κι ο μπαρμπα ­Μανώλης,αφού σιγουράριζε καλά τη βάρκα,θαλάσσωνε μ' ανεβασμένο το βρακί του,κ' έβγαινε όξω.Η βάρκα γύριζε ένα γύρο στο παλούκι,όποιος καιρός κι αν έπιανε.Στην Αγιά­ Παρασκευή την άραζε στο μικρό το λιμανάκι,που 'χε μια χτισμένη αραξιά,κατά τη νοτιά.Ύστερα ανέβαινε σιγά ­ σιγά τον ανήφορο με τα χέρια πίσω και σκυφτός,και πήγαινε στο μοναστήρι,στον γούμενο τον Στέφανο και στις αδερφάδες του,την κερα­Ζαχαρώ,τη Βανθίγια και τη Φιβρουνίγια,που τον αγαπούσανε σαν πατέρα τους.«Ώρα καλή, μουρά μ'!».«Καλώς τον μπαρμπα ­Μανουλέλ'!» Σκούπιζε τα μάτια του ο μπαρμπα­ Μανώλης.«Πέθανι ου Παναγής ου Σωτηρίου,κουτζάμ παλληκάρ'!Ιχτές πέθανι,τ' νύχτα!Αχ!Γιατί δεν πήρι ιμένα, του γέρου,ου μιγαλουδύναμους».Καθότανε στην πεζούλα,έβγαζε το φέσι του,που ήτανε σκληρό σαν περικεφαλαία,κ' έπαιρνε από μέσα ένα χαρτί διπλωμένο,το έδινε στις γυναίκες κ' έλεγε:«Έχιτι μια γραφή απ' την Παρασκιβγή τ' Χατζηγιάννινα.Είπι ν' ανάψιτι μια λαμπάδα στ' χάρη τς.Κι αυτή χαρουκαμέν'! Πλούσια γυναίκα,τ' Αβραγιάμ κι τ' Ισαγιάκ τα καλά έχ'!Τι να κάν'ς;Ου μιγαλουδύναμους να δίν' έλεγους,να παρ'γουριέτι ου πικραμένους ου κόσμους!».Σ' όλο το μπουγάζι τριγύριζε,μα η αγάπη του ήτανε η Αγιά­ Παρασκευή.Ο γούμενος κ' οι αδερφάδες του του λέγανε να του πάρουνε μια καινούργια βάρκα,μα εκείνος δεν το παραδεχότανε,δεν ήθελε με κανέναν τρόπο ν' αποχωριστεί το σάπιο σκαφίδι του.Κι ούτε ήθελε τα καλά τα φαγιά που του βάζανε να φάγει.Έπαιρνε λίγες ελιές,ψωμί,λάδι,γλυκάδι,κανένα κρομμύδι,και κατέβαινε στην ακροθαλασσιά,έμπαινε στη βάρκα του,έβγαζε ένα τσουπί,το έστρωνε κάτω από έναν πρίνο,που τον είχε σαν δικόν του,καθότανε διπλοπόδι, έκανε τον σταυρό του κ' έτρωγε.Κοντά του είχε και το λαγήνι με το νερό.Εκεί έπινε νερό.Μα,σαν πήγαινε στην πολιτεία,στου Ντέντου τον καφενέ,είχε πάντα ένα καλάθι με μεζέδες, φρέσκα θαλασσινά,και τότες έπινε κρασί μαζί με τον Ντέντο και με τη συνοδεία.Τότε παράπινε καμμιά φορά και κοκκινίζανε η μύτη και τα μάγουλά του,και τότες έλεγε:«Τώρα είμι βασιλές!» ­απ' αυτό τον βγάλανε μπαρμπα­ Βασιλέ.Αφού έτρωγε,ξάπλωνε κάτω από τ' αγριόδεντρο,και τον νανούριζε το βουητό της θάλασσας και κανένα πουλάκι που καθότανε στο δέντρο από πάνω του.Μηδέ έγνοιες,μηδέ συλλογές,μηδέ πλούτη,μηδέ πολυτέλειες,μηδέ τίποτα.Μακάριος, αληθινός βασιλές.Μέσα σε κείνη τη σκάφη την πισσωμένη πέρασε όλη τη ζωή του,όποτε ήτανε καλοκαίρι.Τον χειμώνα μαζευότανε στο σπίτι της κόρης του,και πήγαινε και στου Ντέντου τον καφενέ.Μα και τον χειμώνα δεν απόλειπε από την Αγιά­ Παρασκευή.Μιλούσε από μέσα του μ' όλη την πλάση,με τη θάλασσα,με τη στεριά,με τα δέντρα,με τον αγέρα, με τη βροχή,με τις πέτρες. Σαν να τον αγαπούσαν όλα.Τόσες φουρτούνες πέρασε με κείνο το καρυδόφλουδο, και δεν έπαθε τίποτα.Θαρρείς πως η θάλασσα μέρευε.Σε καιρό που ποδίζανε μεγάλα καΐκια,φουρτούνα κιαμέτι, ο μπαρμπα ­Μανώλης περνούσε το μπουγάζι με το σκαφίδι του.«Ιμένα, κερα­Βανθίγια,μι κυλά η θάλασσα σα να είμι στην κούνια μ!».Όποτε είχε μέσα στη βάρκα του τίποτα γυναίκες και ξεφωνίζανε,φοβισμένες από τη φουρτούνα, ο μπαρμπα­Μανώλης έλεγε:«Μουρή,τι τσιρίζιτι;Τι έχ' η θάλασσα,βρε χριστιανή μ';Χαρά Θιού!»Έδινε της πιο θαρρευάμενης έναν ντενεκέ για να βγάζει τα νερά από τη σεντίνα, και της έλεγε:«Βουγήθα,μουρή κόρη μ'! Μην απολπίζισι!»Η πολιτεία τ' Αϊβαλιού έπεφτε κατά το βοριά,κ' η θάλασσα από κει κατέβαζε τα κύματά της κατά την Αγιά­Παρασκευή,όποτε φυσούσε βοριάς γραίγος.Ο μπαρμπα­Μανώλης,σαν τύχαινε κ' είχε απομείνει απάνω στην Αγιά­ Παρασκευή με βοριά φουρτουνιασμένον,τραβούσε κατά το βορινό μέρος, κοίταζε στην πολιτεία,στην ακροθαλασσιά που χτυπούσανε οι θάλασσες, ερχόμενες από το πέλαγο που ήτανε όλο άμμος.Έπαιρνε την ακρογιαλιά και πήγαινε γιαλό­ γιαλό, και μάζευε ό,τι εύρισκε,ξύλα από μαδέρια καμμιανής βάρκας,κανέναν μπάγκο, παλιά σκοινιά,ντούγιες βαρελίσιες,κανένα κομμάτι καραβόπανο.Καμμιά φορά πετούσε όξω η θάλασσα και κανένα βαρέλι,καμμιά μεγάλη σανίδα,καμμιά κάσα, κανένα σεντούκι.Μάζευε και λογιών-­λογιών κουτιά,πορτοκάλια,λεμόνια,που τα πετούσανε από τα Λεμονάδικα τα χιώτικα καΐκια.Σαν του λέγανε:«Γιατί, μπαρμπα­Μανώλη,πας και κουράζεσαι και γυρίζεις μέσα στο κρύο;».Εκείνος αποκρινότανε,δείχνοντας κατά τ' Αϊβαλί:«Πουλιτείγια είνι χτισμέν',κόρη μ'. Ειδών ­ειδών πράματα πέφτ'ν στ' θάλασσα.Μπουρεί να πέσ' όξου κι καμμιά βάρκα,να δώσουμ' είδησ' να τ'ν πάρουν.Μπουρεί να καΐναντίσ' κι κανένα καϊκ', να δώσουμι βογήθεια.Η Χάρη τς να φυλάγ' τουν κόσμου!».Κ' έκανε τον σταυρό του.Καμμιά φορά μου έλεγε και κανένα ιστορικό, από τον καιρό που βαθύνανε με τις φαγάνες το Ταλιάνι,δηλαδή το μπάσιμο του μπουγαζιού,που ήτανε ρηχό,για να περνούνε τα μεγάλα καράβια και τα παπόρια.Είχε την ιδέα πως αυτά τα μεγάλα πλεούμενα είχανε φέρει όλα τα κακά και τις αρρώστειες:«Απού τότις που άνοιξαν του Ταλιάν',γυιε μ' Φουτέλ',τουρλού­τουρλού αστένειες ήμπαν' μέσα στ'ν πουλιτείγια,του χτικιό, του στενούς (Το άσθμα),ου νταμπλάς.Πού ξέραμ' ιμείς τέτοια πράματα;».Μιλούσε με θαυμασμό για τη Ρωσία,που τη φοβότανε ο Τούρκος και δεν τυραγνούσε τη Χριστιανωσύνη:«Απού τότις που φάνηκ' η Χριστιανουσύν',η Ρουσίγια μας προυστατεύγ',γιατί ου Τούρκους μόνε του Ρούσου φουβάτι.Άμα ακούσ' «Μουσκόβ»,πιάνιτι του κάτουρό τ'!Τουν έτριψι τα μούτρα τ' ου βασιλές τσ' Ρουσίγιας,ου Μέγας Ικατιρίν'ς.Γιατ' έχουμι την ίδια θρησκείγια,τ'ν Ουρθουδουξίγια,τ'ν αληθινή τ'ν πίστ'.Για τούτου οι Φράγκ',τα πουντίκια,ξιστρατέψαν καταπάνου τς,στουν πόλιμου τσ' Κριμαίγιας,μαζί με τουν Τούρκου,η Αγγλίγια,η Γαλλίγια κ' η Σαρδέλα ( Η Σαρδηνία).Μια μέρα αρρώστησε ο μπαρμπα­ Μανώλης,πρώτη φορά στα ενενηνταοχτώ χρόνια που έζησε σε τούτον τον κόσμο.Μ' όλα τα παρακάλια,δεν θέλησε να βγει από τη βάρκα.Κειτότανε εκεί μέσα,σκεπασμένος μ' ένα πάπλωμα.Γύρεψε τον γούμενο να τον ξομολογήσει,και κείνος κατέβηκε με τ' Άγιο Ποτήριο και τον ξομολόγησε μέσα στη βάρκα και τον κοινώνησε.Μα τι να ξομολογηθεί ο μπαρμπα­ Μανώλης; Όσες αμαρτίες είχε κάνει το αγριοπούλι,που καθότανε στον πρίνο,όσες αμαρτίες είχε κάνει η πέτρα που κειτότανε στην ακρογιαλιά,όσες αμαρτίες είχε κάνει ο πρίνος,όσες αμαρτίες έκανε η παλιόβαρκά του,άλλες τόσες είχε κανωμένες κι ο μπαρμπα ­Μανώλης.Κειτότανε μέσα στην πισσωμένη φωλιά του,και περίμενε να τον πάρει ο Ταξιάρχης, ήσυχος και βλογημένος.Τα κυματάκια αργοσαλεύανε την κούνια αυτού του νήπιου,του μπαρμπα ­Μανώλη,κι από πάνω από το κεφάλι του άναβε το καντήλι κάτω από την πλώρη,μπροστά στο σαρακοφα­γωμένο κόνισμα του Άγιου Νικόλα.Την άλλη μέρα ο γούμενος ο Στέφανος κατέβηκε με τους παραγυιούς του,με τον Μιχάλη τον Ζαφειρίου τον ψάλτη,με τον Βασίλη τον Κλαδίτη,με τον Ξενοφών,με τον τσομπάνη τον Γιάννη τον Μπαρμπάκο, και σηκώσανε τον μπαρμπα­Μανώλη, μέσα σ' ένα καθαρό σεντόνι,και τον ανεβάσανε απάνω στο μοναστήρι.Οι γυναίκες τον αλλάξανε και τον βάλανε απάνω σ' ένα αρχοντικό μεντέρι,σαν να 'τανε αληθινός βασιλιάς.Ο γούμενος διάβαζε από πάνω του ως τα μεσάνυχτα,κ' ύστερα πήγε να ξαπλώσει λίγο,κι απομείνανε οι γυναίκες. Πότε παράδωσε το πνεύμα του στον Κύριο κανένας δεν το κατάλαβε,γιατί μηδέ βαριανάσανε,μηδέ αναστέναξε,μηδέ άλλαξε ολότελα η όψη του.Έτσι έφυγε από τούτον τον κόσμο ο μπαρμπα­ Μανώλης ο Βασιλές,που δεν είχε τίποτα εξόν από τη βάρκα του, και τον θάψανε πίσω από την εκκλησία της Αγιάς ­Παρασκευής,με το κόνισμα τ' Άγιου Νικόλα στο στήθος του.«Και απέθανε Μανουήλ ο Βασιλεύς, και προσετέθη προς τους πατέρας αυτού.».

 
 

Οι παλαιοί ζωγράφοι,που ζωγραφίζανε τη Δευτέρα Παρουσία, παριστάνουνε στον ουρανό τον Χριστό καθισμένον στον θρόνο του για να κρίνει τον κόσμο, ι από τις δυο μεριές καθισμένους τους Δώδεκα Απόστολους.Από το υποπόδιο του θρόνου βγαίνει ο πύρινος ποταμός,που μέσα σ' αυτόν καίγουνται οι αμαρτωλοί,που τους καταπίνει ο βύθιος δράκων.Οι αρχάγγελοι κράζουνε με τις σάλπιγγες,και σηκώνουνται από τα μνήματα οι νεκροί τρομαγμένοι.Ένας άγγελος τυλίγει τον ουρανό σαν να 'ναι χαρτί,κι άλλος ζυγιάζει τις ψυχές.Οι άνεμοι φυσούνε θυμωμένοι από τις τέσσερες μεριές της οικουμένης,θηρία και τέρατα καταβροχθίζουνε κεφάλια,χέρια, πόδια ανθρώπινα.Οι δαίμονες τρίζουνε τα δόντια τους.Η κτίση όλη ταράζεται από τα θεμέλια της.Οι ψυχές τρέμουνε σαν τα ξερά φύλλα που τα παίρνει ο δρόλαπας.Ο ήλιος μαύρισε και καρβούνιασε,και το φεγγάρι έσβησε.Φόβος και τρόμος πλακώνει όλη την οικουμένη.Μονάχα ένας άνθρωπος δεν ταράζεται,ένα γεροντάκι,ταπεινό και ήσυχο,που αργοπερπατά με το ραβδάκι του,μέσα στην κοσμοχαλασιά,και πορεύεται θαρρετά προς τον θρόνο του Χριστού.Αυτός είναι ο «Ελάχιστος»,όπως είναι γραμμένο στην εικόνα,δηλαδή ο πιο τιποτένιος,ο πιο καταφρονεμένος σε τούτον τον κόσμο.Τούτος ο «Ελάχιστος» είναι ο μπαρμπα­ Μανώλης ο Βασιλές, ου ανοίξανε οι πόρτες τ' ουρανού για να μπει μέσα στον Παράδεισο!

 
 
Από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου,«Το Αΐβαλί η πατρίδα μου»,Εκδόσεις Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου,1991.Πηγή:κυρ Φώτης Κόντογλου.Επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...