ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

ΤΟ ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ''ΧΩΡΙΣ ΣΤΕΦΑΝΙ''

 

 

Τάχα δεν ήτον οικοκυρά κι αυτή στο σπίτι της και στην αυλήν της;Τάχα δεν ήτο κι αυτή,έναν καιρόν,νέα με ανατροφήν;Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία.Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον.Κι ετήρει όλα τα χρέη της τα κοινωνικά, και μετήρχετο τα οικιακά έργα της,καλλίτερ’ από καθεμίαν.Είχε δε μεγάλην καθαριότητα εις το σπίτι της,κι εις τα κατώφλιά της,πρόθυμη ν’ ασπρίζη και να σφουγγαρίζη,χωρίς ποτέ να βαρύνεται,και χωρίς να δεικνύη την παραξενιάν εκείνην ήτις είνε συνήθης εις όλας τας γυναίκας,τας αγαπώσας μέχρις υπερβολής την καθαριότητα.Και όταν έμβαινεν η Μεγάλη Εβδομάς,εδιπλασίαζε τα ασπρίσματα και τα πλυσίματα,τόσον οπού έκαμνε το πάτωμα ν’ αστράφτη,και τον τοίχον να ζηλεύη το πάτωμα.Ήρχετο η Μεγάλη Πέμπτη και αυτή άναφτε την φωτιάν της,έστηνε την χύτραν της,κι έβαπτε κατακόκκινα τα πασχαλινά αυγά.

 
 

Ύστερον ητοίμαζε την λεκάνην της,εγονάτιζεν,εσταύρωνε τρεις φοραίς τ’ αλεύρι κι εζύμωνε καθαρά και τεχνικά της κουλούραις,κι ενέπηγε σταυροειδώς επάνω τα κόκκινα αυγά.Και το βράδυ,όταν ενύχτωνε,δεν ετόλμα να πάγη ν’ ανακατωθή με τας άλλας γυναίκας διά ν’ ακούση τα Δώδεκα Ευαγγέλια.Ήθελε να ήτον τρόπος να κρυβή οπίσω από τα νώτα καμμιάς υψηλής και χονδρής,ή εις την άκραν ουράν όλου του στίφους των γυναικών,κολλητά με τον τοίχον,αλλ’ εφοβείτο μήπως γυρίσουν και την κυττάξουν.Την Μεγάλην Παρασκευήν όλην την ημέραν ερρέμβαζε κι έκλαιε μέσα της,κι εμοιρολογούσε τα νειάτα της,και τα φίλτατά της,όσα είχε χάσει,και ωνειρεύετο ξυπνητή,κι εμελετούσε να πάγη κι αυτή το βράδυ πριν αρχίση η Ακολουθία ν’ ασπασθή κλεφτά-κλεφτά τον Επιτάφιον,και να φύγη,καθώς η Αιμόρρους εκείνη,η κλέψασα την ίασίν της από τον Χριστόν.Αλλά την τελευταίαν στιγμήν,όταν ήρχιζε να σκοτεινιάζη,της έλειπε το θάρρος, και δεν απεφάσιζε να υπάγη.Της ήρχετο παλμός.Αργά την νύκτα,όταν η ιερά πομπή μετά σταυρών και λαβάρων και κηρίων εξήρχετο του ναού,εν μέσω ψαλμών και μολπών και φθόγγων εναλλάξ της μουσικής των ορφανών Χατζηκώστα,και θόρυβος και πλήθος και κόσμος εις το σκιόφως πολύς,τότε ο Γιαμπής ο επίτροπος προέτρεχε να φθάση εις την οικίαν του,διά να φορέση τον μεταξωτόν κεντητόν του σκούφον,και κρατών το ηλέκτρινον κομβολόγιόν του,να εξέλθη εις τον εξώστην,με την ματαιουμένην από έτους εις έτος ελπίδα ότι οι ιερείς θ’ απεφάσιζον να κάμουν στάσιν και ν’ αναπέμψουν δέησιν υπό τον εξώστην του.Τότε και η πτωχή αυτή,η Χριστίνα η Δασκάλα (όπως την έλεγαν έναν καιρόν εις την γειτονιάν),εις το μικρόν παράθυρον της οικίας της, μισοκρυμμένη όπισθεν του παραθυροφύλλου εκράτει την λαμπαδίτσαν της,με το φως ίσα με την παλάμην της,κι έρριπτεν άφθονον μοσχολίβανον εις το πήλινον θυμιατόν,προσφέρουσα μακρόθεν το μύρον εις Εκείνον,όστις εδέχθη ποτέ τα αρώματα και τα δάκρυα της αμαρτωλού,και μη τολμώσα εγγύτερον να προσέλθη και ασπασθή τους αχράντους και ηλοτρήτους και αιμοσταγείς πόδας Του.Και την Κυριακήν το πρωί,βαθειά μετά τα μεσάνυκτα,ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις το παράθυρον,κρατούσα την ανωφελή και αλειτούργητην λαμπάδα της,και ήκουε τας φωνάς της χαράς και τους κρότους,κι έβλεπε κι εζήλευε μακρόθεν εκείνας, οπού επέστρεφαν τρέχουσαι φρου-φρου από την εκκλησίαν,φέρουσαι τας λαμπάδας των λειτουργημένας,αναμμένας έως το σπίτι,ευτυχείς, και μέλλουσαι να διατηρήσωσι δι’ όλον τον χρόνον το άγιον φως της Αναστάσεως.Και αυτή έκλαιε κι εμοιρολογούσε την φθαρείσαν νεότητά της.Μόνον το απόγευμα της Λαμπρής,όταν εσήμαινον οι κώδωνες των ναών διά την Αγάπην,την Δευτέραν Ανάστασιν καλουμένην,μόνον τότε ετόλμα να εξέλθη από την οικίαν,αθορύβως και ελαφρά πατούσα,τρέχουσα τον τοίχον-τοίχον,κολλώσα από τοίχον εις τοίχον, με σχήμα και με τρόπον τοιούτον,ως να έμελλε να εισέλθη διά τι θέλημα εις την αυλήν καμμιάς γειτονίσσης.Και από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις την βόρειον πλευράν του ναού,και διά της μικράς πλαγινής θύρας,κρυφά και κλεφτά έμβαινε μέσα.Εις τας Αθήνας,ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είνε για της κυράδες,η δευτέρα για της δούλαις.Η Χριστίνα η Δασκάλα εφοβείτο τας νύκτας να υπάγη εις την Εκκλησίαν,μήπως την κυττάξουν,και δεν εφοβείτο την ημέραν,να μην την ιδούν.Διότι οι κυράδες την εκύτταζαν, οι δούλαις την έβλεπαν απλώς.Εις τούτο δε ανεύρισκε μεγάλην διαφοράν.Δεν ήθελε ή δεν ημπορούσε να έρχεται εις επαφήν με τας κυρίας,και υπεβιβάζετο εις την τάξιν των υπηρετριών.Αυτή ήτο η τύχη της.Ωραίον και πολύ ζωντανόν,και γραφικόν και παρδαλόν,ήτο το θέαμα.Οι πολυέλεοι ολόφωτοι αναμμένοι,αι άγιαι εικόνες στίλβουσαι,οι ψάλται αναμέλποντες τα Πασχάλια,οι παπάδες ιστάμενοι με το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν επί των στέρνων,τελούντες τον Ασπασμόν.Η δούλαις με τας κορδέλλας των και με τας λευκάς ποδιάς των,εμοίραζαν βλέμματα δεξιά και αριστερά,κι εφλυάρουν προς αλλήλας,χωρίς να προσέχουν εις την ιεράν ακολουθίαν.Η παραμάναις ωδήγουν από την χείρα τριετή και πενταετή παιδία και κοράσια,τα οποία εκράτουν τας χρωματιστάς λαμπάδας των,κι έκαιον τα χρυσόχαρτα με τα οποία ήσαν στολισμέναι,κι έπαιζαν κι εμάλωναν μεταξύ των,κι εζητούσαν να καύσουν όπισθεν τα μαλλιά τού προ αυτών ισταμένου παιδίου.Οι λούστροι έρριπτον πυροκρόταλα εις πολλά άγνωστα μέρη εντός του ναού,και κατετρόμαζον ταις δούλαις. Ο μοναδικός αστυφύλαξ τους εκυνηγούσε, αλλ’ αυτοί έφευγαν από την μίαν πλαγινήν θύραν, κι ευθύς επανήρχοντο διά της άλλης. Οι επίτροποι εγύριζον τους δίσκους κι έρραινον με ανθόνερον ταις παραμάναις.Δύο ή τρεις νεαραί μητέρες της κατωτέρας τάξεως του λαού, επτά ή οκτώ παραμάναις, εκρατούσαν πεντάμηνα και επτάμηνα βρέφη εις τας αγκάλας.Τα μικρά ήνοιγον τεθηπότα τους γλυκείς οφθαλμούς των,βλέποντα απλήστως το φως των λαμπάδων,των πολυελέων και μανουαλίων, τους κύκλους και τα νέφη του ανερχομένου καπνού του θυμιάματος και το κόκκινον και πράσινον φως το διά των υάλων του ναού εισερχόμενον,το ανεμίζον ράσον του εκκλησάρχου καλογήρου,τρέχοντος μέσα-έξω εις διάφορα θελήματα,τα γένεια των παπάδων σειόμενα εις πάσαν κλίσιν της κεφαλής,εις πάσαν κίνησιν των χειλέων,διά να επαναλάβουν εις όλους το Χριστός ανέστη.Βλέποντα και θαυμάζοντα,όλα όσα έβλεπον,τα στίλβοντα κομβία και τα στρημμένα μουστάκια του αστυφύλακος, τους λευκούς κεφαλοδέσμους των γυναικών,και τους στοίχους των άλλων παιδίων,όσα ήσαν αραδιασμένα εγγύς και πόρρω,παίζοντα με τους βοστρύχους της κόμης των βασταζουσών,και ψελλίζοντα ανάρθρους αγγελικούς φθόγγους.Δύο οκτάμηνα βρέφη εις τας αγκάλας δύο νεαρών μητέρων,αίτινες ίσταντο ώμον με ώμον πλησίον μιας κολώνας,μόλις είδαν το έν το άλλο,και πάραυτα εγνωρίσθησαν και συνήψαν σχέσεις,και το έν,ωραίον και καλόν και εύθυμον,έτεινε την μικράν απαλήν χείρά του προς το άλλο,και το είλκε προς εαυτό,και εψέλλιζεν ακαταλήπτους ουρανίους φθόγγους.Αλλ’ η φωνή του βρέφους ήτο λιγεία,και ηκούσθη ευκρινώς εκεί γύρω,και ο Γιαμπής ο επίτροπος δεν ηγάπα ν’ ακούη θορύβους.Εις όλας τας νυκτερινάς ακολουθίας των Παθών πολλάκις είχε περιέλθει τας πυκνάς των γυναικών τάξεις διά να επιπλήξη πτωχήν τινα μητέρα του λαού διότι είχε κλαυθμηρίσει το τεκνίον της.Ο ίδιος έτρεξε και τώρα να επιτιμήση και αυτήν την πτωχήν μητέρα διά τους ακάκους ψελλισμούς του βρέφους της.Τότε η Χριστίνα η δασκάλα,ήτις ίστατο ολίγον παρέκει,οπίσω από τον τελευταίον κίονα,κολλητά με τον τοίχον,σύρριζα εις την γωνίαν,εσκέφθη ακουσίως της -και το εσκέφθη όχι,ως δασκάλα,αλλ’ ως αμαθής και ανόητος γυνή, οπού ήτον- ότι,καθώς αυτή ενόμιζε,κανείς,ας είνε και επίτροπος ναού,δεν έχει δικαίωμα να επιπλήξη πτωχήν νεαράν μητέρα διά τους κλαυθμηρισμούς του βρέφους της,καθώς δεν έχει δικαίωμα να την αποκλείση του ναού διότι έχει βρέφος θηλάζον.Καθημερινώς δεν μεταδίδουν την θείαν κοινωνίαν εις νήπια κλαίοντα;Και πρέπει να τα αποκλείσουν της θείας μεταλήψεως διότι κλαίουν; Έως πότε όλη η αυστηρότης των «αρμοδίων» θα διεκδικήται και θα ξεθυμαίνη μόνον εις βάρος των πτωχών και των ταπεινών;Εκ του μικρού τούτου περιστατικού,η Χριστίνα έλαβεν αφορμήν να ενθυμηθή,ότι προ χρόνων,μίαν νύκτα,κατά την ύψωσιν του Σταυρού,όταν επήγε να εκκλησιασθή εις τον ναΐσκον του Αγίου Ελισσαίου,παρά την Πύλην της Αγοράς,ενώ ο αναγνώστης έλεγε τον Απόστολον,όταν απήγγειλε τας λέξεις «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός», αίφνης, κατά θαυμασίαν σύμπτωσιν,από τον γυναικωνίτην έν βρέφος ήρχισε να ψελλίζη μεγαλοφώνως,αμιλλώμενον προς την φωνήν του αναγνώστου.Και οποίαν γλυκύτητα είχε το παιδικόν εκείνο κελάδημα!Τόσον ωραίον πρέπει να ήτο το Ωσαννά,το οποίον έψαλλον το πάλαι οι παίδες των Εβραίων προς τον ερχόμενονΛυτρωτήν.«Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον, ένεκα των εχθρών σου,του καταλύσαι εχθρόν και εκδικητήν».Τοιαύτα ανελογίζετο η Χριστίνα,σκεπτομένη,ότι καμμία μήτηρ δεν θα ήτο τόσον αφιλότιμος,ώστε να μη στενοχωρήται,και να μη σπεύδη να κατασιγάση το βρέφος της,και να μη παρακαλή ν’ ανοιχθή πλησίον της εις τον τοίχον,διά θαύματος, θύρα,διά να εξέλθη το ταχύτερον.Περιτταί δε ήσαν αι νουθεσίαι του επιτρόπου, πρόσθετον προκαλούσαι θόρυβον,και,αφού προς βρέφος θηλάζον όλα τα συνήθη μέσα της πειθούς είναι ανίσχυρα,μόνη δε η μήτηρ είνε κάτοχος άλλων μέσων πειθούς,την χρήσιν των οποίων περιττόν να έλθη τρίτος τις διά να της υπενθυμίση.Κι έπειτα λέγουν,ότι οι άνδρες έχουν περισσότερον μυαλό από τας γυναίκας!Ούτω εφρόνει η Χριστίνα.Αλλά τι να είπη;Αυτής δεν της έπεφτε λόγος. Αυτή ήτον η Χριστίνα η δασκάλα,όπως την έλεγαν έναν καιρόν.Παιδία δεν είχε διά να φοβήται τας επιπλήξεις του επιτρόπου.Τα παιδία της τα είχε θάψει,χωρίς να τα έχη γεννήσει.Και ο ανήρ τον οποίον είχε δεν ήτο σύζυγός της.Ήσαν ανδρόγυνον χωρίς στεφάνι.Χωρίς στεφάνι!Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα!...Αλλά δεν πρόκειται να κοινωνιολογήσωμεν σήμερον.Ελλείψει,όμως άλλης προνοίας, χριστιανικής και ηθικής, διά να είνε τουλάχιστον συνεπείς προς εαυτούς και λογικοί,οφείλουν,να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον.Από τον καιρόν,οπού είχεν ανάγκην από τας συστάσεις των κομματαρχών διά να διορίζεται δασκάλα,είς των κομματαρχών τούτων,ο Παναγής ο Ντεληκανάτας,ο ταβερνιάρης,την είχεν εκμεταλλευθή.Άμα ήλλαξε το υπουργείον,και δεν ίσχυε πλέον να την διορίση,της είπεν:«Έλα να ζήσουμε μαζύ,κι αργότερα θα σε στεφανωθώ».Πότε;Μετ’ ολίγους μήνας,μετά έν εξάμηνον,μετά ένα χρόνον.Έκτοτε παρήλθον χρόνοι και χρόνοι,κι εκείνος ακόμη είχε μαύρα τα μαλλιά,κι αυτής είχεν ασπρίση.Και δεν την εστεφανώθη ποτέ.Αυτή δεν εγέννησε τέκνον.Εκείνος είχε και άλλας ερωμένας.Κι εγέννα τέκνα με αυτάς.Η ταλαίπωρος αυτή μανθάνουσα,επιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη,υπομένουσα,εγκαρτερούσα,έπαιρνε τα νόθα του αστεφανώτου ανδρός της εις το σπίτι,τα εθέρμαινεν εις την αγκαλιάν της,ανέπτυσσε μητρικήν στοργήν,τα επονούσε.Και τα ανέσταινε,κι επάσχιζε να τα μεγαλώση.Και όταν εγίνοντο δύο ή τριών ετών,και τα είχε πονέσει πλέον ως τέκνα της,τότε ήρχετο ο Χάρος,συνοδευόμενος από την οστρακιάν,την ευλογιάν,και άλλας δυσμόρφους συντρόφους...και της τα έπαιρνεν από την αγκαλιάν της.Τρία ή τέσσερα παιδία τής είχαν αποθάνει,ούτω εντός επτά ή οκτώ ετών.Κι αυτή επικραίνετο.Εγήρασκε και άσπριζε.Κι έκλαιε τα νόθα του ανδρός της,ως να ήσαν γνήσια ιδικά της.

 
 

Κι εκείνα τα πτωχά,τα μακάρια,περιίπταντο εις τα άνθη του παραδείσου,εν συντροφία με τ’ αγγελούδια τα εγχώρια εκεί.Εκείνος ουδέ λόγον της έκαμνε πλέον περί στεφανώματος.Κι αυτή δεν έλεγε πλέον τίποτε.Υπέφερεν εν σιωπή.Κι έπλυνε κι εσυγύριζεν όλον τον χρόνον.Την Μεγάλην Πέμπτην έβαπτε τ’ αυγά τα κόκκινα.Και τας καλάς ημέρας δεν είχε τόλμης πρόσωπον να υπάγη κι αυτή εις την εκκλησίαν.Μόνον το απόγευμα του Πάσχα,εις την ακολουθίαν τηςΑγάπης, κρυφά και δειλά εισείρπεν εις ναόν,διά ν’ ακούση το «Αναστάσεως ημέρα» μαζύ με της δούλαις και της παραμάναις.Αλλ’ Εκείνος,Όστις Ανέστη «ένεκα της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων»,Όστις εδέχθη της αμαρτωλής τα μύρα και τα δάκρυα και του ληστού το Μνήσθητί μου,θα δεχθή και αυτής της πτωχής την μετάνοιαν,και θα της δώση χώρον και τόπον χλοερόν, και άνεσιν και αναψυχήν εις τη βασιλείανΤου την αιωνίαν!...

 
 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου