ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΠΑΠΠΟΥΛΗ ΔΩΣΕ ΜΑΣ ΛΙΓΟ ΨΩΜΑΚΙ



Τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα τὸ χωριὸ μοιάζει μὲ μοναστήρι.Ὅλοι εἶναι σοβαροί,φιλάδελφοι καὶ συγκαταβατικοί.Καὶ οἱ πιὸ καβγατζῆδες ἔχουν συμμαζευτεῖ.Καὶ οἱ πιὸ ἄσωτοι νηστεύουν αὐστηρά!...Τοὺς παρατηρῶ,καὶ τὸ ξαναλέω: Δὲν θ᾿ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστὸ ὁ ρωσικὸς λαός!Θὰ ἐπιστρέψει κοντά Του,θὰ Τοῦ ὁμολογήσει τὰ σφάλματά του,θὰ μετανοήσει,θὰ καθίσει στὰ πόδια Του...Βγῆκα ἔξω.Ἥσυχο ἀνοιξιάτικο σούρουπο.Σούρουπο πασχαλινό.Φυσοῦσε ὁ γνωστὸς ἀπριλιάτικος ἀέρας,θυμήθηκα τὰ λόγια τοῦ Τσέχωφ:«Ὁ ἴδιος ἀκριβῶς ἀέρας φυσοῦσε καὶ στὰ
χρόνια τοῦ Ρούριχ καὶ στὰ χρόνια τοῦ Ἰβᾶν τοῦ Τρομεροῦ καὶ στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Πέτρου».Ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ περίοδος τῆς ρωσικῆς γῆς εἶναι τότε ποὺ λιώνουν τὰ χιόνια,καὶ μάλιστα στὸ σούρουπο,μὲ τὸν ἀέρα.



Τότε τὴ νιώθω πιὸ οἰκεία,πιὸ ἀγαπητή...κι αὐτὸ μοῦ συμβαίνει περισσότερο τὸν τελευταῖο καιρό,ποὺ σὰ νὰ φεύγει κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια μου...Ἔμεινα μόνος στὸ πασχαλινὸ τραπέζι.Γιατί μὲ πλακώνει τόση θλίψη αὐτὴ τὴν ὁλόλαμπρη καὶ σωτήρια νύχτα;Γιατί πάλι τριγυρνάει στὸ νοῦ μου ἡ σκέψη,ὅτι βρισκόμαστε ὅλοι μπροστὰ σ᾿ἕνα σταυροδρόμι,καὶ πολὺ σύντομα θὰ χωρίσουμε,δὲν θὰ βλέπουμε πιὰ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον;Καθὼς ἄλλαζα μὲ τοὺς ἐνορῖτες μου τὸν τριπλὸ ἀναστάσιμο ἀσπασμό, ἤθελα νὰ ξεσπάσω σὲ κλάματα.Τοὺς ἔβλεπα μὲ λύπη ἀβάσταχτη νὰ περπατοῦν στοὺς ξεπλυμένους ἀπ᾿ τὴν ἀνοιξιάτικη βροχὴ δρόμους,κρατώντας στὰ χέρια τους τὰ μπογαλάκια μὲ τὰ εὐλογημένα πασχαλινὰ φαγητά,γελώντας χαρούμενα δίνοντας εὐχές...Νά,σκέφτομαι,σὲ λίγο θὰ τοὺς χάσω ἀπ᾿ τὰ μάτια μου.Ποτὲ πιὰ δὲν θὰ ξανάρθουν ἐδῶ,στὸ πασχαλινὸ δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ!Λὲς πάλι νὰ ἔχει σφηνωθεῖ μέσα μου μιὰ ἔμμονη ἰδέα;Μακάρι νά ᾿ναι ἔτσι.Κύριε!Ὁ ἥλιος λούζει τὴ γῆ μὲ τὸ φῶς του.Οἱ μηλιὲς εἶναι ὁλάνθιστες.Τὸ μάτι δὲν χορταίνει τὴν ἔξοχη ἀνοιξιάτικη μεγαλοπρέπεια.Πολὺ εὔστοχα ἀντιστοίχισε κάποιος τοὺς δώδεκα μῆνες τοῦ χρόνου μὲ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ.Μῆνας Μάιος-Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ὁ εὐαγγελιστὴς τῆς ἀγάπης,ὁ «ἠγαπημένος» τοῦ Κυρίου.Μὲς στὴ λιακάδα κάθομαι καὶ ξεφυλλίζω τὸ Ψαλτήρι,ἐνῷ τὰ ἄνθη ἀπ᾿ τὶς μηλιὲς πέφτουν πάνω στοὺς ὤμους μου καὶ στὶς σελίδες τοῦ βιβλίου.«Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ,ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα...Ἐν τῷ ἡλίῳ ἔθετο τὸ σκήνωμα αὐτοῦ...ἀπ ᾿ ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἔξοδος αὐτοῦ,καὶ τὸ κατάντημα αὐτοῦ ἕως ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ,καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἀποκρυβήσεται τῆς θέρμης αὐτοῦ».(Ψαλμ. 18,1-7).Θὲς ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ ψαλμῳδοῦ,θὲς ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ τοπίου ποὺ μὲ τριγύριζε,δὲν μπόρεσα νὰ μὴ σταυροκοπηθῶ καὶ νὰ μὴν ἀναφωνήσω αὐθόρμητα:-Κύριε!Ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου!Τί καλὰ ποὺ θά ᾿ταν νὰ νικούσαμε τὴ θλίψη αὐτῆς τῆς ζωῆς!Νὰ φυτεύαμε στὴ γῆ τὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας! Ν᾿ ἀξιωνόμασταν τὴν ἀληθινὴ Ζωή!Πολὺ θερμὸ εἶναι τοῦτο τὸ καλοκαῖρι.Πολλὰ δάση καίγονται.Ὁ ἥλιος σκοτίζεται ἀπ᾿ τοὺς καπνούς.Τὸ φῶς εἶναι παράξενο, ἀνησυχητικό,«ἀποκαλυπτικό».Οἱ νύκτες φωτίζονται ἀπὸ ἀλλεπάλληλες ὀργισμένες ἀστραπές.Μὰ βροχὴ δὲν πέφτει.Κάτω ἀπ᾿ τὴ γῆ ἕρπουν ὑπόκωφοι, φοβεροὶ ἦχοι...Ὁ γερο-Κήρυκος μοῦ εἶπε,πὼς κόλλησε τ᾿αὐτί του στὸ χῶμα καὶ ἄκουσε τρομακτικὰ βουητά.-Παπούλη,συμφορὰ προμηνάει τοῦτο!Ὁ Σέμας,ὁ σαλός,τρέχει πάνω-κάτω σ᾿ ὅλο τὸ χωριὸ καὶ ξελαρυγγιάζεται,τραγουδώντας ἀνατριχιαστικά:-Μαῦρο κοράκι!Μαῦρο κοράκι!Γιατί πετᾷς ἀπὸ πάνω μου;Μπὰς καὶ μυρίζεσαι τὴν καταστροφή μου;Ναί...ἔ- ἔεχ!...Οἱ γυναῖκες τὸν διώχνουν μὲ φωνές,αὐτὸς ὅμως συνεχίζει νὰ ξεσκίζει τὶς ψυχὲς μὲ τὴν κραυγὴ τῆς στέπας:-Ἔ-ἔεχ!...Δὲν συγκρατήθηκα.Βγῆκα ἀπόψε στὸ δάσος κι ἀκούμπησα τ᾿ αὐτί μου στὴ γῆ-βουίζει στ᾿ἀλήθεια;...Ναί!...Μήπως ὅμως εἶν᾿ ἡ καρδιά μου ποὺ βουίζει;Ξύπνησα μὲ τρόμο,φωνάζοντας δυνατά.Στὸν ὕπνο μου ἔβλεπα τὸν Κύριο νὰ ἐγκαταλείπει τὴ γῆ!Πετάχτηκα ἀπ᾿ τὸ κρεβάτι.Δὲν μποροῦσα νὰ ἡσυχάσω.Οἱ ἀστραπὲς φώτιζαν κάθε τόσο τὸ Εἰκονοστάσι.Πλησίασα στὸ παράθυρο.Γιὰ πολλὴ ὥρα εἶχα στυλωμένο τὸ βλέμμα στὴ μαυρισμένη γῆ.Ἄρχισε νὰ μὲ κυριεύει ἕνας βαθὺς φόβος.Ἔπεσα στὰ γόνατα,μπροστὰ στὶς εἰκόνες.Μὰ ἡ προσευχὴ δὲν μ᾿ ἔκανε νὰ γαληνέψω,ὅπως πρῶτα.-Ἄραγε,Ἐκεῖνος δὲν μ᾿ ἀκούει πιά;Τὰ μεσάνυκτα ἔτρεξα στὴν ἐκκλησία.Ἄναψα τὴν ἑπτάφωτη λυχνία τοῦ ἱεροῦ.Στάθηκα μπροστὰ στὴν ἅγια Τράπεζα ὡς τὸ πρωί.Ἔνιωθα καλύτερα.Κηρύχθηκε πόλεμος!Μνημόσυνα ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη τῆς Ρωσίας.Τὰ δίπτυχα γεμίζουν μὲ τὰ ὀνόματα νεκρῶν στρατιωτῶν...Τώρα περισσότερο ἡ ψυχὴ ζητάει τὴ στέρηση καὶ τὴν προσφορά.Ὅ,τι εἶχα καὶ δὲν εἶχα τὸ μοίρασα στὰ ὀρφανά.Κοιτάζω τώρα τ᾿ ἄδεια δωμάτια τοῦ σπιτιοῦ μου καὶ σκέφτομαι:«Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο ἀγαθὸ ἀπ᾿ τὴν ἀπάρνηση τῶν ἐπίγειων πραγμάτων».Καλὰ τὸ εἴπανε,πὼς ὅποιος ἀπέκτησε μία πορσελάνινη τσάσκα,αὐτὸς δὲν εἶναι πιὰ ἐλεύθερος!Δὲν θέλω νὰ κρατήσω οὔτε τὸ ἄδειο σπίτι μου.Αὔριο φτάνουν πρόσφυγες ἀπ᾿ τὴν πολεμικὴ ζώνη.Θὰ ἐγκαταστήσω ἐδῶ ὅσους χωρᾶνε.Ἐμένα μοῦ φτάνει τὸ λουτρό,θὰ βολευτῶ ὅπως-ὅπως...Ἔνιωσα πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸν ἑαυτό μου-τὸ συνειδητοποίησα τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ ντράπηκα:Τί φίλαυτα ὄντα ποὺ εἴμαστε,λοιπόν!Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸ παραμικρὸ καλό,χωρὶς νὰ φουσκώσουμε ἀπὸ αὐτοδικαίωση.Πόσο μακριὰ εἴμαστε ἀπὸ τὴ γνήσια,ἀνόθευτη,τέλεια ἀγάπη!Διαπίστωνα γιὰ πρώτη φορά,πὼς τὸ λουτρὸ ἦταν πολὺ ἄνετο.Ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο οἴκημα, φτιαγμένο ἀπὸ κορμοὺς δέντρων,χαριτωμένο καὶ χαμηλοτάβανο, μοῦ δημιουργοῦσε ἕνα αἴσθημα ψυχικῆς ζεστασιᾶς.Ἄναψα τὸ καντῆλι,κι ἔνιωσα πὼς ἦρθε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ κάθισε κοντά μου, στὸν χωριάτικο ξύλινο πάγκο.Ἕραβα ἕνα κουμπὶ στὸ ράσο μου καὶ συλλογιζόμουν:«Τί ὡραῖα νὰ ζεῖς σ᾿ ἕνα σπιτάκι μὲ χαμηλὸ ταβάνι!Φέρνει στὴν καρδιά σου τόση γαλήνη,τόση ἡσυχία!...».Μὰ πάλι μὲ πλησιάζει ὕπουλα ἡ αὐτοϊκανοποίηση,πάλι πλανιέμαι...Πρέπει νὰ δουλέψω περισσότερο πάνω στὸν ἑαυτό μου...Στὰ ρώσικα χωριατόσπιτα τὸ λουτρὸ (ποὺ δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸ ἀποχωρητήριο) εἶναι συνήθως ἕνα ἀνεξάρτητο ξύλινο σπιτάκι στὸν κῆπο.Ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν προθάλαμο καὶ τὸν κυρίως χῶρο γιὰ λουτρό,ποὺ θερμαίνεται μ᾿ ἕνα μεγάλο χτιστὸ καζάνι.Ὁ λαὸς ἀνησυχεῖ.Παντοῦ συμφορές...Οἱ ἄνθρωποι μαζεύονται γύρω μου.Ζητᾶνε παρηγοριά.Κάθομαι ὡς ἀργὰ τὴ νύκτα κι ἀκούω τὸν καημό τους,τὴν ἀγωνία τους,τὴ θλίψη τους...Πολὺς ὁ πόνος...Ὅλοι τους σηκώνουν σταυρό.Τοὺς κοιτάζεις,κάτι θέλεις νὰ πεῖς γιὰ νὰ τοὺς παρηγορήσεις,μά...τελικὰ κατεβάζεις τὸ κεφάλι καὶ σωπαίνεις...Μεγάλο κακὸ μᾶς βρῆκε μὲ τοῦτον τὸν πόλεμο.Ὡστόσο ἡ καρδιὰ προειδοποιεῖ γιὰ κάτι πολὺ χειρότερο, πολὺ φοβερότερο.-Σὲ ποιὰ ἀκόμα δοκιμασία ὁδηγεῖς,Κύριε,τὸ λαό μας;Μετά...Ἡ κομμοῦνα τοῦ χωριοῦ μας ἄρχισε τὴ δραστηριότητά της ὀργανώνοντας γλέντια στὸ κοιμητήριο.Οἱ παλικαράδες γκρεμίσανε ἀπ᾿ τὸ καμπαναριὸ τὴ μεγάλη καμπάνα.Τὰ τζάμια τοῦ λουτροῦ,ποὺ μένω,τὰ σπάσανε ὅλα.Ὁ Ἀλέξιος Μπακβόλωφ ἔκαψε τὸ ξύλινο προσκυνητάρι, ποὺ ἦταν πάνω στὸ δρόμο.Ὁ Κούζμα ἔσκισε μὲ τὸ τσεκοῦρι τὴν εἰκόνα τῆς Δέσποινάς μας,τῆς Κυρίας Θεοτόκου,καὶ τὴν ἔριξε στὴ φωτιά.Κάθε νύκτα ἀκούγονται πυροβολισμοί.Πηγαίνω ἀπὸ καλύβα σὲ καλύβα.Παρηγορῶ,νουθετῶ, προσεύχομαι...Μοῦ ἔστησαν καρτέρι ἀργὰ τὸ βράδυ καὶ μὲ κτύπησαν ἀνελέητα. Τρεῖς μέρες δὲν μπόρεσα νὰ βγῶ ἔξω.Τὸ κορμί μου ὅλο ἦταν τυλιγμένο μ᾿ ἐπιδέσμους.Πεῖνα...Μὲ πολλὴ δυσκολία βρίσκουμε μία χοῦφτα ἀλεῦρι γιὰ τὰ πρόσφορα.Ὁ λειτουργικὸς ἄρτος γίνεται τώρα ἀπὸ σίκαλη-μαύρισε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ!...Σήμερα λειτούργησα.Ἡ ἐκκλησία ἦταν γεμάτη ἀπὸ πεινασμένους.Οἱ μανάδες φέρανε τὰ ἐξαντλημένα παιδάκια τους,μὰ δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ κρατήσουνε στὰ χέρια ἀπὸ ἀδυναμία.Τὰ ἄφηναν στὸ πάτωμα,μπροστὰ στὶς εἰκόνες.Ὅλοι κλαίγαμε-πιὸ πολὺ γι᾿ αὐτὰ τὰ παιδιά.Ἐκεῖ,μέσα στὸ ναό,μπροστὰ στὰ μάτια μας,ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ τὸ τετράχρονο ἀγοράκι τοῦ σιδερᾶ Ματθαίου.Πολλοὶ ξάπλωναν κατάχαμα-ἡ πεῖνα τοὺς εἶχε κόψει τὰ πόδια.Κοινωνοῦσα τὰ παιδιά,καὶ μὲ δυσκολία κρατοῦσα στὰ χέρια μου τὸ ἅγιο Ποτήριο...Εἶναι φοβερὸ τὸ θέαμα ἑνὸς βρέφους,ποὺ σβήνει ἀπὸ ἔλλειψη τροφῆς...Ὁ ψάλτης δὲν ἄντεξε ὡς τὸ τέλος.Σωριάστηκε καταγῆς.Κι ὁ διάκος κοίταζε μὲ βουλιμία τὰ σικαλένια πρόσφορα.Στὰ παιδιὰ δίναμε ἀπὸ ἕνα πολὺ μικρὸ κομμάτι πρόσφορο.Τὸ κατάπιναν μονομιᾶς, καὶ τέντωναν τὰ χεράκια τους νὰ πάρουν κι ἄλλο.-Δῶσε μας ψωμάκι,παππούλη!Δῶσε μας,γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ!Στὸ τέλος τῆς λειτουργίας βγῆκα νὰ κηρύξω.Ἡ ματιά μου ἔπεσε διαδοχικὰ στὰ κοκαλιάρικα,κιτρινισμένα πρόσωπα...,στὰ νήπια,ποὺ οἱ μανάδες τους εἶχαν ἀποθέσει μπροστὰ στὶς εἰκόνες τῶν οὐράνιων προστατῶν μας...,στὸ νεκρὸ ἀγοράκι,ποὺ ἦταν ξαπλωμένο σ᾿ἕνα σκαμνί!..Δὲν ἄντεξα.Ξέσπασα σὲ λυγμούς.Ἔπεσα στὰ γόνατα,μπροστὰ στοὺς ἀνέκφραστους ἀνθρώπους-τὰ ζωντανὰ λείψανα.Δὲν μπόρεσα νὰ πῶ λέξη!Πιάσαμε ὅλοι νὰ κλαῖμε καὶ νὰ φωνάζουμε μ᾿ ὅση δύναμη μᾶς εἶχε ἀπομείνει:-Κύριε,σῶσε μας!Ὑπεραγία Θεοτόκε,προστάτεψέ μας!Νύχτα,20 Νοεμβρίου:Οἱ θολωμένες ψυχὲς ἔβαλαν φωτιὰ στὸ ναό μας.Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου,πέρασα ἀκίνδυνα μέσ᾿ ἀπὸ τὶς φλόγες κι ἔφτασα ὡς τὸ ἱερό.Κατόρθωσα νὰ σώσω τὸ ἱερὸ ἀντιμήνσιο,τὸ ἅγιο Ἀρτοφόριο μὲ τὰ τίμια Δῶρα,καθὼς καὶ μερικὰ λειτουργικὰ βιβλία.Δυστυχῶς,τὸ ἅγιο Ποτήριο χάθηκε μέσα στὶς φλόγες.Οἱ φίλοι μὲ προειδοποιοῦν καὶ μὲ παρακινοῦν:-Φύγε παππούλη,μακριὰ ἀπὸ τὸν πειρασμό!Θέλουν νὰ σὲ σκοτώσουν!Δὲν πάω πουθενά!«Κύριος ὑπ ερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου· ἀπὸ τίνος δειλιάσω;» (Ψαλμ. 26.1).Ποῦ θ᾿ ἁπλώσω τώρα τὸ ἀντιμήνσιο;Ποῦ θὰ τελῶ τὰ ἁγία μυστήρια τοῦ Χριστοῦ;».Στὸ κοντινὸ δάσος ὑπῆρχε ἕνα ἄνετο κυνηγετικὸ καταφύγιο.Τὸ μετατρέψαμε σὲ οἶκο τοῦ Θεοῦ.Οἱ ἐνορῖτες μου ἀνασκουμπώθηκαν.Φέρανε εἰκόνες,κρεμάσανε καντήλια...Ἀπὸ φρεσκοκομμένα δέντρα φτιάξανε εἰκονοστάσι, ἁγία Τράπεζα,ἁγία Πρόθεση.Μοῦ ράψανε καὶ ἄμφια ἀπὸ χοντρό,γερὸ ὕφασμα-ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ κάνουν τὰ σακιά.Ὁ Ἐγόρουσκα,καλλιτέχνης ξυλουργός,ἔφτιαξε ἕνα ξύλινο ἅγιο Ποτήριο,καὶ σκάλισε πάνω του τὴ φράση:«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι».


Ἔρχονται οἱ πιστοί.Ἔρχονται ἀπὸ πολὺ μακριά,περπατώντας συχνὰ δεκάδες βέρστια.Ἔρχονται στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ παρηγορηθοῦν.Ὁ χῶρος δὲν εἶναι ἀρκετός.Στέκονται κάτω ἀπ᾿ τὸν ἀνοικτὸ οὐρανό.Τοὺς ἐξομολογῶ,ὡς ἀργὰ τὴ νύκτα.Τοὺς ἀκούω.Τοὺς καθησυχάζω...Σκοτεινή, παγωμένη ἡ νύκτα...Οἱ νεολαῖοι γυροφέρνουν τὸ χωριὸ μὲ τραγούδια καὶ βλαστήμιες.Νά τους...πλησίασαν στὸ κατάλυμά μου. Σταμάτησαν.Ἕνας σβῶλος χιόνι ἔσκασε πάνω στὸ παράθυρό μου...Οἱ χριστιανοὶ ἀνησυχοῦν ὅλο καὶ περισσότερο γιὰ τὴ ζωή μου.Ἕνα βέρστι εἶναι ἴσο με 1067 μέτρα.-Φύγε, παππούλη,νὰ σωθεῖς!Φύγε,ὅσο εἶναι καιρός!Σὲ χαρακτήρισαν,λέει, ἐχθρὸ τοῦ λαοῦ!«Τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου γινέσθω»(Πράξ. 21,14).Ἔμαθα,πὼς ὑπογράφθηκε στὴν πόλη ἔνταλμα συλλήψεώς μου.Ἡ κατηγορία:ὑποκίνηση τῶν λαϊκῶν μαζῶν σὲ στάση!...



Σημείωση:Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο ''ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ'' του Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν.Ἀπὸ τὸ 1921 ὁ νεαρὸς ἐμιγκρὲς ἄρχισε νὰ δημοσιεύει ἄρθρα καὶ δοκίμια σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες μὲ τὸ ψευδώνυμο Βόλγιν (ἐπειδὴ ὁ μεγάλος ρωσικὸς ποταμὸς Βόλγας σχετιζόταν μὲ τὶς παιδικές του ἀναμνήσεις).Τὸ 1937 κυκλοφόρησε τὸ βιβλίο του «Τὰ ὀνομαστήρια τῆς γῆς» καὶ τὸ 1938 «Τὸ ὁδοιπορικὸ ραβδί».Ἡ ἐπιβολὴ του κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος καὶ στὴν Ἐσθονία,μετὰ τὴν κατάληψή της ἀπὸ τὰ σοβιετικὰ στρατεύματα (1940),τὸν ἀναγκάζει νὰ σταματήσει τὴ δημοσιογραφικὴ-συγγραφικὴ δραστηριότητά του. Ἕνα τρίτο βιβλίο του μὲ τὸν τίτλο «Ἀρχαία πόλη», ποὺ ἀπὸ τὸ 1939 ἑτοιμαζόταν νὰ ἐκδοθεῖ, δὲν θὰ δεῖ τελικὰ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας.Τὸ Μάιο τοῦ 1941,ἐνῷ δουλεύει σὲ ναυπηγεῖο,συλλαμβάνεται ἀπὸ τὴ μυστικὴ ἀστυνομία καὶ φυλακίζεται μὲ τὴν κατηγορία τῆς ἀντισοβιετικῆς προπαγάνδας.Λίγο ἀργότερα μεταφέρεται στὸ Κύρωφ (Βιάτκα),ὅπου δικάζεται καὶ καταδικάζεται σὲ θάνατο.Ἐκτελέστηκε μὲ τουφεκισμὸ στὶς 14 Δεκεμβρίου τοῦ 1941 σὰν ἐχθρὸς τοῦ λαοῦ...!Τὸ πρῶτο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει τὸ αὐτοτελὲς ἔργο τοῦ συγγραφέα «Τὸ ὁδοιπορικὸ ραβδί».Πρόκειται γιὰ ἄτακτες ἡμερολογιακὲς σημειώσεις ἑνὸς ἀγνώστου ρώσου ἱερέα,ποὺ ἔζησε στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνα,καὶ ποὺ ἀποτύπωσε στὸ χαρτὶ βιώματα καὶ γεγονότα τῆς ζωῆς του λίγο πρὶν καὶ μετὰ τὴν ὀκτωβριανὴ ἐπανάσταση!...Τὸ δεύτερο μέρος περιέχει τέσσερα κείμενα-μαρτυρίες, ὅπου ὁ συγγραφέας περιγράφει,εἴτε προσωπικὲς μετεπαναστατικὲς ἐμπειρίες του, εἴτε ἄλλα περιστατικά,ποὺ πληροφορήθηκε ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστές τους ἢ ἀπὸ αὐτόπτες μάρτυρες-τὸ τελευταῖο μάλιστα,ἔχει γίνει πλατιὰ γνωστὸ ἐδῶ καὶ δεκαετίες,ὄχι μόνο μέσα στὴ Ρωσία,ἀλλὰ κι ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορά της.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.Συνεχίζεται...




Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...