ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ




Υπάρχουν άραγε σήμερα Άγιοι;

Αναρωτιέται μυστικά κάθε ορθόδοξη και ευλαβής ψυχή.

Κρίσιμο το ερώτημα και δύσκολη στ' αλήθεια η απάντηση,αφού στην ζοφερή πνευματικά εποχή μας,

όπου επλήθυναν η ανομία,

η πλάνη και η ασέβεια,

φαίνεται ταυτόχρονα να έλειψαν και οι μεγάλες άγιες μορφές του παλαιού καιρού,

εκείνοι οι πύρινοι στύλοι της Θείας Χάριτος, οι Άγιοι οι θαυμαστοί,

που ήσαν ιερά σκεύη και δοχεία του Αγίου Πνεύματος, κατοικητήρια της Αγίας Τριάδος,

πηγές θαυμάτων,

ζώντες και μετά θάνατον, οι προορατικοί, οι ιαματικοί, οι ταπεινοί, οι ασκητικοί,

όλοι εκείνοι οι χαρισματούχοι και θαυματουργοί.

Σήμερα μοιάζει να χάθηκαν πια αυτά τα φώτα των ανθρώπων,

η ελπίδα και παρηγοριά των ευλαβών χριστιανών,

οι Άγιοι,

που οι προσευχές τους κρατούσαν τον Κόσμο.

Σύμπτωμα κι αυτό, χαρακτηριστικό της προδρομικής της Αντίχριστου εποχής μας,

προφητευμένο άλλωστε πριν πολλούς αιώνες ή άκριβέστερα χιλιετηρίδες από το Πνεύμα το Άγιο,

για μας τους σημερινούς ογδοήτες 

και τούς προσυντελειακούς καιρούς,

όπου όλα τα σημάδια δείχνουν ότι εισερχόμαστε σιγά-σιγά.



Σ' έναν από τους πρώτους μόλις ψαλμούς του Δαυίδ,τον ενδέκατο,βλέπουμε ως τίτλο την εσχατολογική επιγραφή «Εις το τέλος υπέρ της όγδοης»,ενώ αμέσως μετά αρχίζει ο ψαλμός με μια προσευχή-προφητεία:«Σώσον με,Κύριε,ότι εκλέλοιπεν όσιος».Είναι τόσο σαφής εδώ η αναφορά ατους τελευταίους καιρούς (εις το τέλος),στον όγδοο και τελευταίο αιώνα (υπέρ της ογδόης) και στην τότε απουσία των Αγίων (εκλέλοιπεν όσιος),που κάθε σχόλιο περιττεύει.Τί λοιπόν;Εγκατέλειψε ο Θεός το σημερινό κόσμο εξ' αιτίας της αποστασίας του από Αυτόν;Εξαντλήθηκαν άραγε η άφατη μακροθυμία Του και το άμετρο έλεός Του;


Είπε μήπως πάλι ο Κύριος με άγανάκτηση «Ώ γενεά άπιστος καί διεστραμμένη!έως πότε έσομαι μεθ΄υμών;έως πότε ανέξομαι υμών;» (Μτθ. ιζ' 17),όπως και τότε που ήταν επί της γης σωματικώς;Θέλουμε να πιστεύουμε πως όχι ή τουλάχιστον όχι ακόμα.Κι αυτό,επειδή βλέπουμε να συνεχίζεται αμείωτος καθημερινά ο χείμαρρος των ευεργεσιών Του προς εμάς τους αναξίους και αχαρίστους και αμαρτωλούς.Μία από τις οποίες είναι ότι ακόμα και σήμερα-ω της απείρου ευσπλαχνίας σου Κύριε!-αναδεικνύει και μας χαρίζει άγιες και προφητικές μορφές για φωτισμό,έλεγχο και καθοδήγησή μας.Ναι, αναμφισβήτητα,ακόμα και σήμερα,χάρη στο έλεος του Θεού υπάρχουν Άγιοι! Αρκεί-εμείς να έχουμε ανοιχτά τα μάτια της ψυχής,για να τους βλέπουμε.Και αυτός είναι ο σκοπός αυτού του βιβλίου.Να τοποθετήσει μπροστά στα μάτια-τα αισθητά,όσο καί τά νοητά του ευρύτερου κοινού,την πιο παράξενη ίσως οσιακή μορφή των καιρών μας:Τον Χαραλάμπη,τον διά Χριστόν σαλόν,που έζησε και έδρασε στα Αρκαδικά και Μεσσηνιακα χώματα,στα τρία πρώτα τέταρτα του αιώνα μας.Πιθανόν αρκετοί να έχουν ήδη ακούσει γι'αυτόν.Οι περισσότεροι όμως σίγουρα όχι.


Έτσι,με την παρουσίαση του βίου του σε βιβλίο,εκπληρώνουμε ταυτόχρονα ελάχιστο διπλό χρέος,αφ' ενός τιμής προς την μνήμη εκείνου,αφ'έτέρου αγάπης προς τον άγνωστο,αλλά πλησίον μας αναγνώστη.Από εκεί και μετά είναι θέμα του τελευταίου να μπορέσει να «δει» και να γνωρίσει τον άγιο του Θεού,ώστε να ωφεληθεί.«Ο έχων...οφθαλμούς οράν...βλεπέτω».Σε μας δεν απομένει παρά να δοξάσουμε και να ευχαριστήσουμε εκ βαθέων τον Κύριο,που μας τον έστειλε και μας τον χάρισε στην σημερινή εποχή του πνευματικού σκότους και της απελπισίας,ώστε να φωτισθούμε,να ευφρανθούμε και να παρηγορηθούμε,έστω καί προς ώρας,στο φως του λύχνου του.«Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ α' 21).



Η ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ


Μυθογραφία μυθιστορηματική δεν γράφουμε,ούτε διηγήσεις τερπνές και κατάλληλες για περιδιάβαση καί ψυχαγωγία αρμαθιάζουμε!Γεγονότα ιστορικά παραθέτουμε,όπως βγήκαν από το στόμα εκείνων που τον είδαν,τον άκουσαν και τον γνώρισαν.Ο λόγος για τον «Ζουρλοχαραλάμπη,τον κολλητσιδιάρη»,όπως τον ονομάτιζαν περιπαίζοντάς τον,όσοι επιφανειακά και επιπόλαια τον αντίκρυσαν. Θά΄ταν άδικο,όσα είπε και έκαμε να παραδοθούν στην λησμονιά,χωρίς να καταγραφούν για τούς νεώτερους.Φαίνεται βέβαιο,πως γεννήθηκε στο Αρκαδικό Δυρρόχι το 1896,και πάντως μετά τον θάνατο του πατέρα του Χαραλάμπη,και γι' αυτό,όπως συνηθιζόταν,πήρε τ'όνομά του:«Χαραλάμπης».


Η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε στα Χριστοφιλαίικα, Μεσσηνιακό χωριό κοντά στον Άγιο Φλώρο, αφήνοντάς τον σε συγγενείς στο πατρικό σπίτι. Ακολούθησε λίγες τάξεις στο Δημοτικό Σχολείο, ασχολήθηκε μεγαλώνοντας σε αγροτικές εργασίες. «Ανυπότακτος» ο Χαραλάμπης Παπαδόγιαννης το 1916, «αγνώστου διαμονής» το 1920, «ουδαμού ανευρέθη» το 1940. Εκοιμήθη την 10η Οκτωβρίου του 1974. Όμως κάτι πρέπει να τον συγκλόνισε στα ενδιάμεσα νεανικά του χρόνια. Λεπτομέρειες δεν είναι γνωστές, μαρτυρίες εξακριβωμένες δεν υπάρχουν. Ό,τι και να πει κανείς βρίσκεται σε περιοχή αμάρτυρη και αβέβαιη. Το καλύτερο είναι ν' αφήσουμε να μιλήσουν εκείνοι, που τον γνώρισαν, όσοι και όπως τον κατάλαβαν...

     


ΟΣΟΙ ΤΟΝ ΕΙΔΑΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΚΟΥΣΑΝ ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ...ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΠΑΘΑΤΕ ΤΟ ΚΑΚΟ ΓΥΡΙΣΑΤΕ;


Παναγιώτα Σωτηράκου,70 ετών,κάτοικος Καλαμάτας,διηγείται τα εξής:Απ' αυτά που θα πω,άλλα ξέρω προσωπικά η ίδια κι' άλλα τα έχω ακούσει από την μητέρα μου.Ο Χαραλάμπης ερχόταν συχνά στο σπίτι μας,πάντα ξυπόλητος και μ' ένα σακκί στη μέση.Φορούσε ένα μεγάλο ξύλινο Σταυρό και τα μαλλιά του ήταν αχτένιστα και άλουστα. Μια φορά, θυμάμαι, όταν ήμουν μικρή, δέκα με δεκαπέντε ετών, αρρώστησα και ήμουν στο κρεββάτι με σαράντα πυρετό.Ο Χαραλάμπης πέρασε από το σπίτι μας.Ήταν,θυμάμαι,κρεατινές απόκριες.Όταν με είδε,είπε στην μητέρα μου:-Τί έχει το κορίτσι;-Είναι άρρωστο,έχει πυρετό,του είπε.-Φέρε μου ένα ποτήρι καθαρό νερό,της είπε.Έβαλε τον Σταυρό μέσα στο νερό του ποτηριού και συγχρόνως έλεγε κάτι,αλλά δεν ακούγαμε.


Καταλάβαμε όμως,ότι έκανε προσευχή.Μόλις έβγαλε τον Σταυρό,μου έδωσε να πιω από το νερό του ποτηριού κι έρριξε και λίγο στο κεφάλι του.Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και σηκώθηκα αμέσως.Αισθανόμουν εντελώς καλά.Μια άλλη φορά είχε φέρει στο σπίτι μας ένα κοφίνι άπλυτα μπουκάλια κι ένα μπουκάλι Αγιασμό.Τότε είπε στην μητέρα μου:-Αυτά τα μπουκάλια να τα πλύνεις όλα καθαρά και θα περάσω να τα πάρω.Το μπουκάλι με τον Αγιασμό να το βάλεις στο μπουφέ σου και να μην το πειράξει κανένας.Εκεί στην γειτονιά μας αρρώστησε ένας άνθρωπος (τρελλάθηκε).Πήρε η μητέρα μου σ' ένα ρακοπότηρο λίγο απ'τόν Αγιασμό κι έδωσε στον άρρωστο να πιει.Έπειτα από τρία χρόνια πέρασε ο Χαραλάμπης να πάρει τα μπουκάλια και τον Αγιασμό.Μόλις είδε τον Αγιασμό,γύρισε και είπε στην μητέρα μου:-Λείπει Αγιασμός από το μπουκάλι.Τίνος έδωσες;-Χαραλάμπη μου,δεν έδωσα σε κανέναν,απάντησε η μητέρα μου.-Μωρή παράλυτη,πήγες κι'έδωσες στον συφιλιδικό,Αγιασμό;'Οταν ακούσαμε αυτό που είπε,όλοι στο σπίτι τα χάσαμε.


Άλλη φορά η μητέρα μου πήγαινε στο κτήμα της στην Μικρομάνη με τό γαιδουράκι της.Ήταν νύχτα.Στον δρόμο,από μακρυά και προς τα εμπρός της έβλεπε ένα μεγάλο φως.Χτυπούσε γρήγορα το γαιδούρι,για να φτάσει τον άνθρωπο με το φώς και να βαδίζουν παρέα.Η μητέρα μου νόμιζε,ότι αυτός ο άνθρωπος κρατούσε λάμπα ασετυλίνης.Αφού τον έφτασε,είδε τον Χαραλάμπη και τον ρώτησε:-Πού είναι το φως,που κρατούσες Χαραλάμπη;-Δεν κρατούσα φως,της απάντησε.Και είδε η μητέρα μου στο ένα του χέρι να έχει ένα σακκί στον ώμο με πράγματα και στ' άλλο,το ραβδάκι του.Θυμάμαι πάλι,όταν είχε έρθει ένα απόγευμα στο σπίτι μας και μου είπε:-Την γιαγιά σου,να την αγαπάτε.-Τήν αγαπάμε,του είπα.-Γιατί σας έδωσε το αίμα της καρδιάς της και σας έγραψε την περιουσία της.Αναρωτιόμαστε στο σπίτι,πως ήξερε ο Χαραλάμπης,ότι η γιαγιά μου είχε γράψει την περιουσία της στον πατέρα μας.


Πριν γυρίσουμε με το Παλαιό (Ορθόδοξο Εορτολόγιο),ερχόταν στο σπίτι μας και μας έλεγε:-Να γυρίσουτε με το Παλαιό,γιατι θα πόθουτε μεγάλο κακό.Μετά από λίγα χρόνια μας φώτισε ο Θεός και γυρίσαμε στην Ορθοδοξία.Μια μέρα,που πήγαινα με την μητέρα μου στην εκκλησία,στο μοναστήρι του πάτερ Ηλία Παναγουλάκη,μας συνάντησε στην σκάλα της εκκλησίας και μας είπε:-Τώρα,που πάθατε το κακό,γυρίσατε;Η μητέρα μου του είπε:-Χαραλάμπη μου,τι κακό πάθαμε;Αυτός της απάντησε:-Μωρή μουρλή απ'ό,τι έπαθες υπάρχει άλλο χειρότερο;Εκείνη την χρονιά είχαν πεθάνει ένας αδελφός μου και μια αδελφή μου.Όταν ήμουν μικρή,θυμάμαι,ότι έγινε μεγάλη πλημμύρα στην Μικρομάνη.Η έκκλησία «η ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ» γέμισε λάσπη.


Έπειτα από λίγο καιρό,η μητέρα μου και η αδελφή μου πήγαν κι' έβγαλαν την ξεραμένη λάσπη από την εκκλησία.Λίγο από το χώμα έρριξαν στο Ιερό και το έστρωσαν,για να μην έχει λακκούβες.Μετά από χρόνια,ο Χαραλάμπης μου είπε έξω από την εκκλησία:-Να πας στην «ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ» να βγάλεις το χώμα από το Ιερό,που έρριξε η μάννα σου και η αδελφή σου.-Χαραλάμπη μου,δεν μπορώ να πάω,γιατι, αν με δούνε,θα νομίσουν ότι έχω κρύψει κάτι και ψάχνω να το βρώ.-Θα το κανονίσω εγώ,μου είπε.Άλλη φορά,θυμάμαι,έξω από την εκκλησία με πλησίασε και μου είπε:-Ό,τι ξέρουτε για μένα και για το φως,που είδε η μάννα σου,να μην πεις τίποτα τώρα.Να τα πεις όμως,μετά τον θάνατό μου!...



Η μοναχή Κικιλία Παυλίδου, 70 ετών, κάτοικος Λεύκτρου-Καστανέας Μάνης, αφηγείται:

Μένω στο μοναστήρι του Αγίου Κωνσταντίνου, που συνάμα είναι και πατρικό μου σπίτι απ' όταν γεννήθηκα.

Τον Χαραλάμπη, τον γνώρισα το 1935, τότε, που είχε πάει στον Προφήτη Ηλία και μετά ερχόταν για τον Άγιο.

Από το αλώνι μέχρι τον Άγιο ερχόταν με τα γόνατα.

Όταν τόν είδαν τα σκυλιά, γαύγιζαν.

Ο Χαραλάμπης τους έκανε το σημείο του Σταυρού και σταμάτησαν αμέσως να του γαυγίζουν.

Πήγε μέσα στον Άγιο,

προσευχήθηκε κι' ύστερα βγήκε έξω και κάθησε στον ίσκιο, γιατί ήταν καλοκαίρι.

Σέ λίγο έφτασε και ο πατέρας μου.

Όταν τον είδε ο Χαραλάμπης, του είπε: 

-Γιατι,καταραμένε,έκοψες τά δέντρα;

Ο Χαραλάμπης, το είπε αυτό, γιατι ο πατέρας μου είχε κόψει και πουλήσει δυο καρυδιές πολλών χρόνων,

που ήταν του μοναστηριού.

Κάποτε, θυμάμαι, με καμμιά δεκαπενταριά ορθοδόξους πήγαμε στον Προφήτη Ηλία, στον Ταύγετο.

Εκεί, την ώρα του Εσπερινού, είδαμε λάμψη.

Βγήκαμε έξω και είδαμε τρεις ακτίνες και λάμψη πάνω στο εκκλησάκι,

περισσότερο από τέταρτο της ώρας.

Αφού τελειώσαμε τον Εσπερινό, κάναμε και αγρυπνία.

Μετά από δέκα μέρες πήγα στην Καλαμάτα.

Ανεβαίνοντας στο πρώτο σκαλί της Ευαγγελίστριας, στο μοναστήρι Παναγουλάκη,

με είδε ο Χαραλάμπης και μου είπε:

-Σάς πλησίασε η Αγία Τριάδα!...

Συνεχίζεται...



Αποσπάσματα από το βιβλίο ''ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ''
Έκδοση της Ιεράς Μονής Παναγουλάκη Μεσσηνίας
Έτος 1993
Δεύτερη έκδοσις 1994, Τρίτη 1998
Ιερά Μονή Παναγουλάκη, Καλαμάτα,241 00
Εισαγωγή, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Χαραλάμπης ο διά Χριστόν Σαλός


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF