ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

ΠΟΣΟ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!


 

...Τί θαυμαστὸ κῦμα χαρᾶς!῎Ω,ἀδελφοί μου,πόσο μεγάλη καὶ θαυμαστὴ εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ!Δὲν ὑπάρχουν λόγια ποὺ νὰ μποροῦν νὰ ἐκφράσουν τοῦτο,ἤ χέρια ποὺ νὰ μποροῦν νὰ τὸ περιγράψουν,ἀλλὰ ὑπάρχουν καρδιὲς ποὺ μποροῦν νὰ τὸ αἰσθανθοῦν,καὶ αἰσθανόμενες αὐτὸ νὰ χαροῦν ὅπως τὴν πρωϊνὴ δροσοσταλίδα ποὺ συναντᾶ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου...



...Και «εἶδεν ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ·ἴδε ἀληθῶς ᾿Ισραηλίτης,ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι» (᾿Ιωάν. α´ 48).Τί μεγάλος ἔπαινος!Καί,ἐπὶ πλέον, ἀπὸ ποίου τὰ χείλη!῞Ομως,τί σημαίνει «ἀληθῶς ᾿Ισραηλίτης,ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι»;Σημαίνει:ἕνας ἄνθρωπος πλήρης μὲ τὸ ἀντίθετο τοῦ δόλου-μὲ τὸν Θεό:μὲ σκέψεις περὶ Θεοῦ,μὲ λαχτάρα γιὰ τὸν Θεό,μὲ σκέψεις περὶ Θεοῦ,μὲ λαχτάρα γιὰ τὸν Θεό,μὲ ἀναζήτησι τοῦ Θεοῦ,μὲ προσμονὴ τοῦ Θεοῦ,μὲ ἐλπίδα στὸν Θεό.Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος,ὁ ὁποῖος παραδόθηκε στὸν ἕνα Κύριο καὶ Κυβερνήτη-στὸν Θεό,καὶ δὲν θὰ γνωρίση κανένα ἄλλον·ἕνας ἄνθρωπος,στὸν ὁποῖον ἡ ἀρχὴ τῆς πονηρίας δὲν βρῆκε τρόπο νὰ ριζώση.᾿Αλλὰ αὐτὴ ἡ παραδοχὴ ἀπὸ τὸν Χριστὸ τοῦ Ναθαναὴλ ὡς ἀληθινοῦ ᾿Ισραηλίτου εἶναι ἐπίσης,ταυτόχρονα,παραδοχὴ τοῦ τραγικοῦ γεγονότος,ὅτι ἀπέμειναν ὀλίγοι ἀληθινοὶ ᾿Ισραηλῖται.᾿Εξ αἰτίας αὐτοῦ,ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔκραξε μὲ χαρά:«ἴδε ἀληθῶς ᾿Ισραηλίτης»!



᾿Εδῶ εἶναι ἕνας ἀληθινὸς ἄνθρωπος ἀνάμεσα στοὺς ψεύτικους ἀνθρώπους!᾿Εδῶ εἶναι ἕνας,ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μόνον ᾿Ισραηλίτης κατ᾿ ὄνομα,ἀλλὰ μέχρι βάθους!῎Αν καὶ ὁ Κύριος μποροῦσε ἀπὸ μακρυὰ νὰ γνωρίζη τὶς ἀμφιβολίες περὶ Αὐτοῦ,τὶς ὁποῖες ὁ Ναθαναὴλ ἐξέφρασε στὸν Φίλιππο,ἐν τούτοις ἐπαινεῖ τὸν Ναθαναὴλ ὡς ἀληθινὸ καὶ ἄδολο ᾿Ισραηλίτη.Μήπως τὸν ἐπαίνεσε γιὰ νὰ τὸν τραβήξη στὸν ῾Εαυτό Του;῎Οχι,διότι αὐτὸς ὁ ὁποῖος βλέπει τὴν καρδιά,δὲν ὑπολογίζει τοὺς λόγους,ἀλλὰ τὴν καρδιά.᾿Εμεῖς δὲν δυνάμεθα μὲ κανένα τρόπο νὰ ἰδοῦμε,οὔτε νὰ γυρίσουμε τὶς σελίδες τοῦ Εὐαγγελίου καὶ νὰ ἀναγνώσουμε,ὅτι ὁ Ναθαναὴλ ἦταν ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς δόλο,ὅμως ὁ Κύριος εἶδε μέσα στὴν καρδιά του καὶ τὸ διάβασε ἐκεῖ.Οἱ ἄλλοι ᾿Απόστολοι,οἱ ὁποῖοι ἦσαν συγκεντρωμένοι γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό,μπορεῖ νὰ ἐξεπλάγησαν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἐπαινετικοὺς λόγους ποὺ ὁ Χριστὸς εἶπε,ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ἄφησε τὸν χρόνο νὰ ἀποκαλύψη στοὺς ᾿Αποστόλους τὴν ἀλήθεια τοῦ ἐπαίνου Του.Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ναθαναὴλ ἐξεπλάγη ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἀπροσδόκητο ἔπαινο:«Λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ·πόθεν με γινώσκεις;ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ·πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι,ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε» (στ. 49).Κοιτᾶξτε πῶς ὁ Ναθαναὴλ ἀποδεικνύεται ἀμέσως ὅτι εἶναι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς δόλο.῾Ο δολερὸς ἄνθρωπος εἶναι ἀπασχολημένος μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν λαμβάνει ὑπ᾿ ὄψιν του τοὺς ἄλλους.Στὸν δολερὸ ἄνθρωπο ὁ ἔπαινος καὶ ἡ κολακία εἶναι γλυκά.῎Αν ὁ Ναθαναὴλ ἦταν ἄνθρωπος δολερὸς θὰ ζαλιζόταν ἀπὸ τὸν ἔπαινο τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ ἄρχιζε νὰ Τὸν ἐπαινῆ,ἤ ἀπὸ πλασματικὴ ταπείνωσι νὰ ἀρνῆται τὸν ἔπαινο.῞Ομως ὁ Ναθαναὴλ ἐνδιαφερόταν περισσότερο γιὰ τὸν Χριστὸ παρὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του.Καὶ ἔτσι,οὔτε ἀποδεχόμενος,οὔτε ἀπορρίπτων τὸν ἔπαινο,ὁ Ναθαναὴλ ἔθεσε μία ἀνοικτὴ ἐρώτησι,μὲ σκοπὸ νὰ ἀποκαλύψη τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν Χριστό:«πόθεν με γινώσκεις;».Συναντώμεθα γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ζωή μας.῎Αν μὲ καλοῦσες μὲ τὸ ὄνομά μου θὰ μοῦ ἐδημιουργεῖτο ὀλιγώτερη ἔκπληξι,διότι ἕνα ὄνομα μπορεῖ κάπως πιὸ εὔκολα νὰ γνωρισθῆ καὶ νὰ χρησιμοποιηθῆ·ἀλλὰ μὲ καταπλήσσει ὅτι τόσο γρήγορα γνωρίζεις τὸ ὄνομα τῆς καρδιᾶς μου καὶ τῆς συνειδήσεως-κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι καλοκρυμμένο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους,καὶ τὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μόλις ποὺ τὸ ἀποκαλύπτει μὲ μεγάλη ἐπιφύλαξι στοὺς στενοὺς φίλους του.«Πόθεν με γινώσκεις;».῾Ο Κύριος τοῦ ἀπήντησε ἀποκαλύπτοντας ἕνα δεύτερο,ἐξωτερικὸ καὶ ὁρατό,μυστήριο:«πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι,ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε».Αὐτὸς ποὺ γνωρίζει τὰ μυστικὰ τῆς καρδιᾶς,δύναται εὔκολα νὰ γνωρίζη καὶ τὰ τοῦ σώματος.Καὶ αὐτὸς ποὺ βλέπει τὴν κίνησι τῶν σκέψεων καὶ ἀκούει τοὺς μυστηριώδεις ψιθύρους τους ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου,θὰ βλέπη ἀκόμη πιὸ εὔκολα τὴν κίνησι τοῦ σώματος καὶ θὰ ἀκούη τοὺς λόγους τοὺς ἐξερχομένους ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ἀνθρώπου.Πρὶν νὰ πλησιάση ὁ Φίλιππος τὸν Ναθαναήλ,ὁ Κύριος τὸν εἶδε νὰ κάθεται κάτω ἀπὸ μία συκῆ·καὶ πρὶν ὁ Φίλιππος νὰ ἀποφασίση καὶ νὰ ξεκινήση γιὰ τὸν Ναθαναήλ,ὁ Κύριος τὸν εἶδε καὶ γνώρισε τὴν καρδιά του.Διὰ τῆς Προνοίας Του,ὁ Φίλιππος πῆγε στὸν Ναθαναὴλ καὶ τὸν ἐκάλεσε νὰ ἔλθη καὶ νὰ ἴδη.Πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ κρυφθῆ ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ Θεοῦ;῾Υπάρχει κάποιος τρόπος ὥστε νὰ δύναται νὰ κρυφθῆ ἀπὸ τὴν μεγάλη καὶ φοβερὰ παρουσία Του;᾿Αναλογιζόμενος αὐτὴ τὴν μεγάλη καὶ φοβερὰ παρουσία,ὁ Ψαλμωδὸς στρέφεται στὸν Παντογνώστη Θεὸ καὶ τοῦ λέγει:«Σὺ ἔγνως τὴν καθέδραν μου καὶ τὴν ἔγερσίν μου,σὺ συνῆκας τοὺς διαλογισμούς μου ἀπὸ μακρόθεν...ὅτι οὐκ ἔστι δόλος ἐν γλώσσῃ μου.᾿Ιδού,Κύριε,σὺ ἔγνως πάντα,τὰ ἔσχατα καὶ τὰ ἀρχαῖα·σὺ ἔπλασάς με καὶ ἔθηκας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου...ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω;»(Ψαλμ. ρλη´ 2,4,5,7).῾Ο Χριστὸς εἶναι τὸ θαῦμα τῆς ἱστορίας στὴν γῆ αὐτή,ὄχι μόνον γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε καὶ γιὰ τὴν ᾿Ανάστασί Του,ἀλλὰ ὄχι λιγώτερο ἐξ αἰτίας τῆς πανεναγκαλιζούσης παρουσίας τοῦ πνεύματός Του καὶ τῆς γνώσεώς Του.῏Ηταν στὴν γῆ,καὶ ταυτόχρονα ἦταν στὸν οὐρανό.῎Εβλεπε τοὺς ἀνθρώπους,καὶ ταυτόχρονα εἶδε τὸν σατανᾶ νὰ πίπτη ἀπὸ τὸν οὐρανό.῞Οταν συναντοῦσε ἀνθρώπους,μποροῦσε νὰ ἰδῆ τὸ παρελθόν τους καὶ τὸ μέλλον τους.Διάβαζε τὶς σκέψεις τῶν ἀνθρώπων σὰν ἀπὸ ἀνοικτὸ βιβλίο.᾿Εν τῷ μέσῳ τοῦ δοξασμοῦ καὶ τοῦ ἐπαίνου Του ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους,ὡμίλησε στοὺς μαθητάς Του γιὰ τὸ Πάθος Του·ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Πάθους Του,ὡμίλησε γιὰ τὴν ἐπερχομένη Του νίκη καὶ δόξα.Παρατηρώντας τὸν μαρμάρινο Ναὸ στὴν ῾Ιερουσαλήμ,εἶδε τὴν καταστροφή του.Συνωμίλησε μὲ τὸν Μωυσῆ καὶ τὸν ᾿Ηλία ὅπως μὲ τοὺς ζωντανοὺς συγχρόνους Του.Ζῶντας στοὺς περιορισμοὺς τοῦ σώματος,εἶδε ὅλα ὅσα ἔγιναν στοὺς οὐρανούς,καὶ ἄκουσε τὴν συζήτησι μεταξὺ τοῦ ἁμαρτωλοῦ πλουσίου στὴν κόλασι μὲ τὸν ᾿Αβραὰμ στὸν Παράδεισο.Εἶδε ἀπὸ μακρυὰ ποῦ ἦταν δεμένα ὁ ὄνος μὲ τὸ πουλάρι του καὶ ἔστειλε τοὺς μαθητάς Του νὰ Τοῦ τὰ φέρουν.Εἶδε ἀπὸ μακρυὰ τὸν ἄνθρωπο στὴν πόλι «κεράμιον ὕδατος βαστάζοντα»,καὶ ἔστειλε τοὺς μαθητάς Του νὰ συναντήσουν αὐτὸ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ προετοιμάση τὸ Πασχάλιο Δεῖπνο γι᾿ Αὐτόν.῾Ο χρόνος δὲν μποροῦσε νὰ τοποθετήση κάποιο πέπλο πρὸ τῆς πνευματικῆς Του ὁράσεως.῎Εβλεπε ὅλα ὅσα γίνονταν καὶ ἐπρόκειτο νὰ γίνουν,σὰν νὰ συνέβαιναν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν Του.῾Ο χῶρος δὲν εἶχε σημασία γι᾿ Αὐτόν.῞Ο,τιδήποτε συνέβαινε, ὁπουδήποτε στὸν κόσμο,τὸ ἔβλεπε σὰν νὰ γινόταν ἐνώπιον τῶν σωματικῶν Του ὀφθαλμῶν.῞Ο,τιδήποτε γινόταν σὲ ἕναν κλειστὸ χῶρο,ἦταν σὰν νὰ γινόταν σὲ ἕνα ἀνοικτὸ πεδίο.Καὶ ἀκόμη,ὅ,τιδήποτε γινόταν στοὺς πιὸ κλειστοὺς χώρους-στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων-ἀποκαλυπτόταν καὶ ἀνοιγόταν στὸ βλέμμα Του.Αὐτὴ ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ σὲ ὅλα τὰ μέρη καὶ ἡ παντογνωσία Του ἐξέπληξε τὸν Ναθαναὴλ ὄχι ὀλιγώτερο ἀπὸ ὅτι τὸν Πέτρο ἡ ψαριὰ στὴν λίμνη καὶ τοὺς ἄλλους μαθητὰς τὸ βάδισμά Του ἐπὶ τοῦ ὕδατος καὶ ἡ κατάπαυσις τοῦ ἀνέμου καὶ τῆς θυέλλης.'Ο Κύριος,γνωρίζοντας τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων,ἤξερε ποιά ἀπὸ τὶς θεῖες δυνάμεις Του θὰ ἐπιδροῦσε πιὸ ἰσχυρὰ στὸν κάθε μαθητὴ ξεχωριστά.῎Αν ὁ Πέτρος ἦταν περισσότερο κατάπληκτος ἀπὸ τὴν δύναμί Του ἐπὶ τῆς φύσεως,ὁ Ναθαναὴλ ἦταν,ὅπως βλέπουμε,περισσότερο κατάπληκτος ἀπὸ τὴν ἀντίληψί Του καὶ ἀπὸ τὴν παντογνωσία Του.Γνωρίζων ὅλα αὐτά,ὁ Κύριος χρησιμοποίησε αὐτὴ τὴν παντογνωσία γιὰ νὰ ἀσκήση τὴν θεία Του οἰκονομία πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου.῎Ισως ὁ Φίλιππος νὰ ἦταν ἱκανὸς νὰ τὸ διακρίνη αὐτὸ κατ᾿ ἐκεῖνες τὶς πρῶτες ἡμέρες τῆς ἀποστολῆς του,καὶ ὅταν εἶπε στὸν Ναθαναὴλ «ἔρχου καὶ ἴδε!» ἦταν πεπεισμένος,ὅτι ὁ πάνσοφος καὶ παντοδύναμος Κύριος θὰ ἀπεκαλύπτετο στὸν Ναθαναὴλ μὲ τὸν πιὸ κατάλληλο τρόπο στὸ πνεῦμα καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ναθαναήλ.Εἶχε ἴσως μόνον μιὰ θαμπὴ προαίσθησι αὐτοῦ,τὸ ὁποῖο γνώρισε καθαρὰ ἀργότερα-τῶν ἀναριθμήτων καὶ θαυμαστῶν μυστηρίων,τὰ ὁποῖα ἦσαν κρυμμένα στὸ ἀσθενές, ἀνθρώπινο στῆθος τοῦ Ραββί του.Πράγματι,μυστήρια πλατύτερα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ μεγαλύτερα ἀπὸ τὸν χρόνο ἦσαν κρυμμένα στὸ στῆθος τοῦ Θεανθρώπου!῏Αρά γε,ἀπεκάλυψε καὶ ἔδειξε Χριστὸς ὁ Κύριος ἕνα χιλιοστὸ ἀπὸ αὐτὰ τὰ μυστήρια καὶ τὶς δυνάμεις ποὺ ἐκρύπτοντο ἐντὸς Αὐτοῦ;Βεβαίως,ὄχι.῾Η συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν μυστηρίων Του ἔχουν παραμείνει κεκαλυμμένα καὶ ἀθέατα,γιὰ νὰ ἀποκαλυφθοῦν καὶ νὰ δειχθοῦν στοὺς ῾Αγίους στὴν Οὐράνιο Βασιλεία Του.῾Υπῆρχε τέτοια δύναμι σὲ Αὐτόν,ὥστε δὲν κατέβαλε προσπάθεια προκειμένου νὰ θαυματουργῆ·μᾶλλον συγκρατοῦσε τὸν ῾Εαυτό Του,ὥστε νὰ μὴ ἐπιτελῆ τόσο πολλά.Εἶπε,ἀπεκάλυψε καὶ ἔκανε τόσα μόνον,ὅσα ἦσαν ἀναγκαῖα γιὰ τὴν σωτηρία μας,χωρὶς πίεσι ἤ ἀναγκασμὸ στὴν θέλησί μας,διὰ τῆς ἐλευθέρας μας ἐκλογῆς καὶ ἐλευθέρας ἀποφάσεως.῞Ομως,ἄς ἰδοῦμε τὸν Ναθαναήλ,ἔκπληκτο, νὰ ἀπαντᾶ στὸν Κύριο:«ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ῥαββί,σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ,σὺ εἶ ὁ Βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ»!Αὐτὰ ἐλέχθησαν ἀπὸ τὰ ἴδια ἐκεῖνα χείλη,τὰ ὁποῖα μόλις πρὸ ὀλίγου εἶχαν εἰπεῖ στὸν Φίλιππο:«ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι;» (στ.47).Τί θαυμαστὴ ἀλλαγή!Τί θαυμαστὸ κῦμα χαρᾶς!῎Ω,ἀδελφοί μου,πόσο μεγάλη καὶ θαυμαστὴ εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ!Δὲν ὑπάρχουν λόγια ποὺ νὰ μποροῦν νὰ ἐκφράσουν τοῦτο,ἤ χέρια ποὺ νὰ μποροῦν νὰ τὸ περιγράψουν,ἀλλὰ ὑπάρχουν καρδιὲς ποὺ μποροῦν νὰ τὸ αἰσθανθοῦν,καὶ αἰσθανόμενες αὐτὸ νὰ χαροῦν ὅπως τὴν πρωϊνὴ δροσοσταλίδα ποὺ συναντᾶ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου.Αὐτὸ τὸ γεγονὸς δὲν εἶναι ἕνας ἀρκετὰ πειστικὸς λόγος γιὰ τὸν Κύριο,ὥστε νὰ ἐνδύση τὸν ῾Εαυτό Του μὲ ἀνθρώπινη σάρκα,καὶ νὰ ἐμφανισθῆ ὡς ἕνας ἀδύνατος ἄνθρωπος χάριν τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου;Ποιός θὰ μποροῦσε νὰ ὑποφέρη τὴν παρουσία Του ὡσὰν ἑνὸς πυρφόρου ᾿Αγγέλου;


Καὶ ἐπὶ πλέον,ἄν ἐμφανιζόταν ὡς Θεὸς στὴν αἰώνιο δύναμι καὶ δόξα Του,μὴ ἐνδεδυμένος ἤ καλυπτόμενος μὲ τὸ πέπλο τῆς σαρκός,ποιός θὰ μποροῦσε νὰ Τὸν ἰδῆ καὶ νὰ ζήση;Ποιός θὰ εἶχε ἀκούσει τὴν φωνή Του καὶ δὲν θὰ γινόταν στάκτη;Δὲν θὰ μεταβαλόταν ὁλόκληρη ἡ γῆ σὲ σκόνη ἀπὸ τὴν ἐγγύτητα τῆς ἀνάσας Του;Κοιτᾶξτε τὴν δύναμι τῆς συγκαλυμμένης παρουσίας Του·πῶς,σὲ μία στιγμή,ἡ καρδιὰ καὶ οἱ σκέψεις τοῦ ἀνθρώπου ἀλλάζουν!Ποιός θὰ μποροῦσε νὰ φαντασθῆ ὀλίγα μόνον λεπτὰ ἐνωρίτερα ἀπὸ αὐτὴ τὴν συζήτησι μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ναθαναήλ,ὅτι ὁ τελευταῖος θὰ ὡμολογοῦσε ὅτι αὐτὸς ὁ «υἱὸς τοῦ ᾿Ιωσὴφ» ἦταν ῾Ραββί,Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ;Καὶ ἄν ὁ Ναθαναήλ,τὴν στιγμὴ ἐκείνη,ἴσως νὰ εἶχε τὴν σκέψι ὅτι ὁ Βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραὴλ ἦταν ἕνας ἐπίγειος βασιλεύς,ὥστε νὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς τὴν κοινὴ πίστι τῶν καιρῶν του περὶ τοῦ Μεσσίου,αὐτὸ ἦταν γιὰ τὴν ἔναρξι τῆς ὁμολογίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀκολούθησί Του περισσότερο ἀπὸ ἀρκετό.᾿Επιπρόσθετα,ὁ Ναθαναὴλ Τὸν ἀπεκάλεσε ἐπίσης Υἱὸ τοῦ Θεοῦ,διὰ τοῦ ὁποίου ἐτοποθέτησε τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ πολὺ ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν κοινὴ κατανόησί Του ὡς συνηθισμένου,ἐπιγείου βασιλέως στὸν θρόνο τοῦ Δαβίδ.


᾿Απόσπασμα ῾Ομιλίας «῾Η Μεγάλη Νηστεία-Κυριακὴ Πρώτη:Τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὴν Παντογνωσία τοῦ Κυρίου καὶ τὸν ῎Ανθρωπο δίχως Δόλο».Μετάφρασις ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ (Nikolai Velimirovic,Bishop of Ochrid,Homilies,Vol. I, pp. 140-143,Lazarica Press,Birmingham 1996).Αναδημοσίευση από το Ορθόδοξο περιοδικό ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ,αριθμός τεύχους 331,Μάρτιος-Απρίλιος 2006.Επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...