ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΔΑΝΙΗΛ ΤΟΥ ΣΤΥΛΙΤΗ


  

Πέμπτη 11 (24) Δεκεμβρίου 2015 Πάτριο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο



Ο Όσιος Πατήρ ημών Δανιήλ,έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Λέοντος Α΄του Μεγάλου (457-474),του επικαλουμένου Μακέλλη.Καταγόταν από τη Μεσοποταμία της Συρίας,από την περιφέρεια των Σαμοσάτων.Ο πατέρας του Ηλίας και η μητέρα του Μάρθα ήταν προηγουμένως άτεκνοι και είχαν γι' αυτό μεγάλη θλίψη.



Μη μπορώντας η Μάρθα να υποφέρει άλλο από την πολύχρονη στείρωση,βγήκε τα μεσάνυχτα κρυφά από την οικία της.Ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό,και προσευχόμενη με δάκρυα πολλά έλεγε στον πολυεύσπλαχνο Θεό: «Δέσποτα και βασιλιά όλης της κτίσης,Εσύ έπλασες τον άνθρωπο,αρσενικό και θηλυκό,προστάζοντας τους ν' αυξάνονται και να πληθύνονται.Παρακαλώ την ευσπλαχνία σου,παντοδύναμε,λυπήσου με την ανάξια.Λύσε τη στείρωση της κοιλίας μου,δίνοντας και σε μένα τεκνογονία.Χάρισέ μου ένα παιδί,όπως χάρισες στη Σάρρα,στα γηρατειά της,τον Ισαάκ,στην Άννα το Σαμουήλ και στην Ελισάβετ τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.Και σου υπόσχομαι να σου αφιερώσω το παιδί που θα γεννήσω,όπως έκαμε και η Άννα».



Αφού τέλειωσε την προσευχή της, μπήκε μέσα στην οικία της και ξάπλωσε να κοιμηθεί.Μόλις αποκοιμήθηκε, βλέπει σε όραμα ότι κατέβηκαν από τον ουρανό κάτι φωτεινά σημεία σαν δίσκοι στρογγυλοί και στάθηκαν πάνω από την κεφαλή της.Ίσως αυτό να σήμαινε την αγιότητα του παιδιού που επρόκειτο να γεννηθεί.Γιατί μετά το όραμα συνέλαβε και γέννησε το μακάριο Δανιήλ.Όταν έφθασε το παιδί στα πέντε του χρόνια,το πήγαν οι γονείς του σε μοναστήρι και το αφιέρωσαν στο Θεό,όπως υποσχέθηκαν. Ο ηγούμενος όμως δεν το δέχτηκε στη μονή μέχρι που να μεγαλώσει και να αναχωρήσει από τον κόσμο με την θέληση του.Όταν μεγάλωσε λοιπόν ο Δανιήλ, καταφρόνησε συγγενείς και φίλους,πλούτο και δόξα και κοσμικές απολαύσεις για την αγάπη του Δημιουργού του.Πήγε σ' ένα κοινόβιο και πέφτοντας στα πόδια του Γέροντα τον παρακαλούσε να τον κουρεύσει μοναχό.Ο ηγούμενος όμως βλέποντας τον πολύ νεαρό δίσταζε.Φοβόταν μήπως δεν μπορέσει να υποφέρει την κακοπάθεια και προσπαθούσε να τον εμποδίσει γιατί ήταν μόλις δώδεκα χρονών. Τον συμβούλευε να περιμένει ακόμα λίγο καιρό για να μπορέσει να αντέχει στην άσκηση,τη νηστεία και την αγρυπνία.Αλλά ο Δανιήλ του απάντησε:«Και εγώ πάτερ μου, για τους λόγους αυτούς θέλω να γίνω μοναχός.Για να απαρνηθώ τα του κόσμου,και να ζήσω με το Χριστό».Προσπάθησε ο ηγούμενος ξανά με διάφορα λόγια να τον εμποδίσει,αλλά δεν μπόρεσε.Τότε συμβουλεύτηκε τους αδελφούς της μονής,που όταν είδαν την τόση προθυμία του παιδιού, συγκατατέθηκαν και έμεινε ο Δανιήλ στη συνοδεία τους.Ήταν από την αρχή ο μακάριος,ασκητικότατος, και μέρα με τη μέρα προόδευε στην αρετή.Όταν έμαθαν την ενάρετη ζωή του οι γονείς του χάρηκαν πολύ.Πήγαν στο μαναστήρι και παρακάλεσαν τον ηγούμενο να τον κάμει μοναχό μπροστά τους.Δεν τους αρνήθηκε ο ηγούμενος.Τον κούρεψε μοναχό,αλλά τους παράγγειλε να μην έρχονται συχνά στο μοναστήρι.Ύστερα από πολλά χρόνια κοινοβιακής ζωής πεθύμησε ο θειότατος να πάει στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει στους Αγίους Τόπους.Ήθελε ακόμα να δει και τον περίφημο Συμεών το Στυλίτη,να πάρει την ευλογία του.Γι' αυτό ζήτησε από τον Γέροντα άδεια να φύγει,αλλά εκείνος δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τον αφήσει.Ύστερα όμως δέχτηκε,γιατί ήταν ανάγκη να πάει για κάτι εκκλησιαστικές υποθέσεις στην Αντιόχεια,και πήρε με τους άλλους αδελφούς,και τον Δανιήλ στη συνοδεία του.Αφού άφησαν πίσω τους πολλούς τόπους έφτασαν και στο χωριό Τελλαδάν,όπου ασκήτευε ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης.Όταν πλησίασαν στο στύλο εντυπωσιάστηκαν από το πώς αυτός ο άνθρωπος ζούσε μέσα σε τόση στέρηση,σε τόσο ύψος.Και υπέμενε ο γενναίος αυτός ασκητής τη ψύχρα του χειμώνα, τον καύσωνα του καλοκαιριού, τη μανία των ανέμων και τη δριμύτητα των βροχών.Βλέποντας τον ο Δανιήλ όχι μόνο θαύμαζε αλλά «θείω ζήλω» κινούμενος ήθελε να τον μιμηθεί.Όταν μετά οι αδελφοί φώναξαν προς τον Όσιο και τον χαιρέτισαν,έσκυψε ο ευλογημένος το κεφάλι του,από το ύψος του στύλου και τους είπε να βάλλουν μια σκάλα που είχε εκεί κοντά, για ν' ανέβουν.Ο Δανιήλ μόλις άκουσε την πρόσκληση,έτρεξε πρόθυμα.Ανέβηκε τη σκάλα και όταν έφτασε στον Όσιο,τον ασπάστηκε με ευλάβεια.Ο Μέγας Συμεών τον ευλόγησε και του προφήτευσε τη μέλλουσα αρετή του λέγοντας:«Πολέμα γενναία παιδί μου,γιατί πολλούς πόνους πρόκειται να υπομείνεις για τον Κύριο.Ο Θεός θέλει να σου δώσει δύναμη και βοήθεια να νικήσεις το ψυχοφθόρο δαίμονα μέχρι τέλους».Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του οσίου Συμεών,έφυγε ο Δανιήλ με τους άλλους αδελφούς.Σε λίγο καιρό,ο ηγούμενος κοιμήθηκε και μη έχοντας Γέροντα,διάλεξαν σαν τον πιο ενάρετο,τον Δανιήλ.Αυτός όμως έχοντας το νου του αδιάλειπτα ενωμένο με την προσευχή, αρνήθηκε το αξίωμα του ηγουμένου.Αλλά οι μοναχοί,που τον γνώριζαν σαν ασφαλή οδηγό τον πίεζαν να δεχτεί.Αυτός όμως έφυγε κρυφά και πήγε στον αγαπημένο του Συμεών.Αφού έμεινε μαζί του λίγες μέρες,του ζήτησε ευλογία να πάει στα Ιεροσόλυμα πρώτα να προσκυνήσει και μετά να κατοικήσει μέσα στην έρημο.Ο Όσιος Συμεών τον εμπόδιζε,λέγοντας ότι υπήρχε κίνδυνος από τις επιδρομές των βαρβάρων.Ο νέος όμως εμπυρωμένος από το Θείο έρωτα,δεν υπάκουσε.Αλλά ξεκίνησε αμέσως την πεζοπορία έχοντας τις ελπίδες του στο Θεό. Ενώ περπατούσε συνάντησε ένα μοναχό με κάτασπρα γένια που έμοιαζε πολύ με τον Όσιο Συμεών.Τον ρώτησε ο μοναχός προς τα πού πήγαινε και ο Δανιήλ του απάντησε:«Εάν θέλει ο Θεός στα Ιεροσόλυμα».Τότε του λέγει ο κατάλευκος Γέροντας:«Καλά είπες,αν θέλει ο Θεός.Μάθε όμως ότι δεν είναι θέλημα Θεού να θέσεις τη ζωή σου σε κίνδυνο.Δεν άκουσες την ταραχή και τη σύγχιση που επικρατούν εκεί;».Και ο Δανιήλ του απάντησε:«Το άκουσα,αλλά έχω την ελπίδα μου στο Θεό,και ελπίζω ότι δε θα μου τύχει κανένα κακό».Όταν είδε ο Γέροντας την επιμονή του,του είπε με σοβαρότερο ύφος:«Άκουσε τα λόγια μου και είναι για το συμφέρον σου παιδί μου.Προς το παρόν μην πας εκεί.Πήγαινε στο Βυζάντιο να προσκυνήσεις τις πολλές εκκλησίες και να δεις ιερά και άξια πράγματα.Εάν έχεις πόθο να ησυχάσεις,πήγαινε στη Θράκη ή στον Πόντο.Μη νομίζεις ότι μόνο στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο απεριόριστος Θεός.Είναι πανταχού παρών».Και ενώ συνομιλούσαν ο δρόμος τούς έβγαλε σ' ένα μοναστήρι.Ο νέος ρώτησε τον Γέροντα εάν ήθελε να παραμείνουν εκεί μέχρι την επομένη.Του λέγει ο Γέροντας: «Πήγαινε πρώτα εσύ και έρχομαι μετά εγώ».Μπήκε ο Δανιήλ,περίμενε τον παράδοξο Γέροντα,αλλά δε φάνηκε καθόλου.Αφού δείπνησε με τους αδελφούς,τη νύχτα φάνηκε πάλι στον ύπνο του ο Γέροντας και του είπε να πάει γρήγορα στο Βυζάντιο.Ο Δανιήλ σηκώθηκε,όταν αυτός έφυγε,και διαλογιζόταν ποιος νάταν: Άνθρωπος άραγε ή άγγελος;Τότε με τη χάρη του Θεού,γνώρισε ότι ήταν ο μέγας Συμεών, ο φίλος του.Κατάλαβε τότε ο Όσιος ότι ήταν θέλημα Θεού να πάει στο Βυζάντιο.Πήρε λοιπόν ευλογία από τον ηγούμενο του μοναστηριού και αναχώρησε.Όταν έφτασε,έμεινε στο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ,που είναι στα μέρη της Προποντίδας.Εκεί άκουσε ότι σ' ένα τόπο ψηλό,καλούμενο Ανάπλουν, ήταν κτισμένος ναός ειδωλολατρικός.Ήταν κατοικητήριο πονηρών πνευμάτων που άφηναν στην πλάνη τους ανθρώπους και προξενούσαν καταστροφές.Γι' αυτό μιμούμενος τον Άγιο Αντώνιο,ανέβηκε στο ναό με το σταυρό στο χέρι ψάλλοντας: «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου,τίνα φοβηθήσομαι;»(Ψαλμ.κστ' , 1).Μετά αφού σφράγισε τις τέσσερις γωνίες του ναού με το σημείο του σταυρού,έκαμε όσες μετάνοιες μπορούσε.Τη νύχτα ήλθαν οι δαίμονες και κάμνοντας θόρυβο πολύ,του έριχναν πέτρες για να τον σκοτώσουν.Ο Άγιος όμως άφοβος προσευχόταν χωρίς να τους δώσει σημασία.Πέρασαν η πρώτη και η δεύτερη νύχτα πολεμούμενος απ' αυτούς αοράτως.Την τρίτη νύχτα είδε κάτι γιγαντιαίους ανθρώπους,μαύρους και φοβερούς στην όψη,να τον απειλούν και να του λέγουν: «Ποιος σ' έβαλε,άθλιε να έλθεις εδώ να μας διώχνεις από τον οίκο μας;».Λέγοντας αυτά οι δαίμονες,φώναξαν ότι ήθελαν να τον πνίξουν στη θάλασσα και του πετούσαν πέτρες.Κανένας όμως δεν τολμούσε να τον πλησιάσει.Ο οσιότατος Δανιήλ πρώτα τους απείλησε κι' αυτός,αλλά βλέποντας ότι έτσι τον ενοχλούσαν περισσότερο,έκλεισε όλες τις πόρτες του ναού,κι άφησε μόνο μια ανοιχτή για να μιλά με εκείνους που θα έρχονταν να του δουν και να του δώσουν λίγη τροφή. Έτσι με τη νηστεία και την προσευχή νίκησε τους δαίμονες και κατάργησε όλες τις μηχανουργίες τους στον τόπο εκείνο.Τα κατορθώματά του ακούστηκαν παντού και η φήμη του ξαπλώθηκε τόσο,που πλήθη ανθρώπων έρχονταν να πάρουν την ευχή του.Ο φθονερός όμως και μισάνθρωπος όταν είδε την ωφέλεια του λαού εξαγριώθηκε.Μη μπορώντας να διώξει αυτός τον Όσιο,έσπειρε ζιζάνια και κακούς λογισμούς στους εξουσιαστές του ναού και των περιχώρων,για να τον διώξουν από τον τόπο.Πήγαν τότε οι άνθρωποι αυτοί στον επίσκοπο του Βυζαντίου και τον παρακαλούσαν να διώξει τον Όσιο.Αλλά ο αρχιερέας που ήταν ο Ανατόλιος,σαν φρόνιμος και ενάρετος δεν τους άκουσε.Αλλά έστειλε και τον έφεραν για να τον ακούσει.Όταν τον ρώτησε ποιος ήταν και γιατί πήγε σ' αυτό τον τόπο,απάντησες ο θειότατος ότι ο Κύριος τον απέστειλε.Όταν τον άκουσε ο Ανατόλιος τον εκτίμησε,ευφραινόμενος από τα θεία λόγια του. Μετά από καιρό αρρώστησε ο Ανατόλιος και αφού προσκάλεσε τον Όσιο, τον παρακάλεσε να κάνει δέηση στο Θεό γι' αυτόν. Ο Δανιήλ υπάκουσε. Προσευχήθηκε για τον Πατριάρχη και ο Θεός επάκουσε τη δέηση του δούλου του.Έτσι θεραπεύτηκε ο Ανατόλιος και όλοι θαύμαζαν την αγιότητα του οσίου.Μετά τη θαυματουργία ο Όσιος δε ζήτησε τίποτα άλλο,παρά μόνο να συγχωρήσει ο Πατριάρχης τους συκοφάντες.Τότε ο Ανατόλιος αποκρίθηκε:«Όχι μόνο να τους συγχωρέσω,αλλά να τους ευχαριστήσω πρέπει.Γιατί εξαιτίας αυτών γνώρισα το σωτήρα και ευεργέτη μου».Ο Όσιος επέστρεψε στο ασκητήριό του και παρέμεινε ακόμα ενιά χρόνια,αρνούμενος προσφορά του Πατριάρχη να αναλάβει την ηγουμενία ενός μοναστηριού και άλλες τιμές και διακρίσεις.Ύστερα από την πολυχρόνια άσκηση τον κάλεσε ο Θεός για τελειότερη ασκητική ζωή,φανερώνοντάς του τα μέλλοντα. Μια μέρα καθώς προσευχόταν ήλθε σε έκσταση.Πλήρης Πνεύματος Αγίου,είδε στύλο νεφέλης πολύ ψηλό.Στην κορυφή του στύλου στεκόταν ο θαυμαστός Συμεών,με δύο αστραποφόρους νέους και του έλεγε:«Ανέβα Δανιήλ προς εμένα». Αυτός αποκρίθηκε:«Πως θα μπορέσω να ανέβω σε τόσο ύψος Κύριε;».Τότε ο Συμεών προστάσσει τους νεανίες και τον ανέβασαν.Μετά αφού τον αγκάλιασε τον ανέβαζε στον ουρανό,γεμάτος αγαλλίαση και του είπε:«Πολέμα,Δανιήλ και αντιστάθου γεναία».Μετά τη φωνή αυτή,ήλθε ο Δανιήλ στον εαυτό του.Τότε εννόησε ότι το όραμα ήταν από τον Θεό που τον καλούσε να ανεβεί σε στύλο. Έτσι έγινε.Και πήρε από το Θεό ο Δανιήλ,όπως ο Ελισσαίος,διπλή χάρη από το Διδάσκαλό του, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια.Τον καιρό εκείνο απεδήμησε στον Κύριο ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης.Ο μαθητής του Σέργιος πήρε το κουκούλιό του και το πήγαινε στο βασιλιά σαν δώρο πολύτιμο.Αλλά κατ' οικονομία Θεού,δε βρήκε το βασιλιά γιατί ήταν απασχολημένος με διάφορες φροντίδες.Γι' αυτό ξεκίνησε ο Σέργιος να πάει στη μονή των Ακοιμήτων για να προσκυνήσει.Όταν πλησίασε στον τόπο που ασκήτευε ο Δανιήλ άκουσε πολλά γι' αυτόν,γιατί διηγούνταν τη θαυμάσια ζωή του στα περίχωρα εκείνα.Γι' αυτό πήγε να τον δει.Σαν έφτασε αφού χαιρετίστηκαν,του είπε ο Σέργιος για το θάνατο του μακαρίου Συμεών.Λυπήθηκε ο Δανιήλ και όταν το έφερε η ώρα διηγήθηκε στο Σέργιο το όραμα που είδε.Τότε κατάλαβε και εκείνος ότι ήταν θέλημα Θεού να γίνει ο Δανιήλ διάδοχος του Στυλίτη Συμεών,και του έδωσε το κουκούλιο.Για να φανερώσει ο Θεός στο Σέργιο ότι είχε καταστήσει το Δανιήλ σκεύος εκλογής, έδειξε και σ' αυτόν όραμα.Είδε λοιπόν τρείς ωραιότατους νέους που του έλεγαν: «Σέργιε,πες στον Δανιήλ να εξέλθει από το ναό και να ετοιμαστεί για μεγαλύτερο αγώνα».Όταν άκουσε τον Σέργιο να διηγείται το όραμά του,ο Όσιος βεβαιώθηκε ότι ήταν από το Θεό να ανεβεί,όπως και ο Συμεών, στο στύλο.Γι' αυτό έστειλε τον Σέργιο να ερευνήσει σ' όλη εκείνη την περιοχή για να βρει τόπο ήσυχο και κατάλληλο.Αυτός,αφού ερεύνησε σ' όλες τις κορυφές των ορέων,έφθασε στον τόπο,που του φανερώθηκε ότι Θέλημα Κυρίου να κατοικήσει ο δούλος του Θεού.Εκεί είδε ένα περιστέρι λευκό να πετά και να κάθεται πολλές φορές στον ίδιο τόπο.Νόμισε ο μακάριος Σέργιος ότι ήταν πλεγμένο σε δίχτυα.Πλησιάζοντας για να δει καλύτερα πέταξε αυτό ψηλά και έγινε άφαντο.Εννόησε τότε τη σημασία του πράγματος.Βλέποντας και τον τόπο καταλληλότατο,έτρεξε στον Όσιο και του διηγήθηκε λεπτομερώς τα όσα συνέβηκαν.Όταν άκουσε αυτό ο Όσιος Δανιήλ χάρηκε πολύ και πρόσταξε να του κτίσουν εκεί το στύλο.Όταν έκτισαν το πάνω μέρος της κολώνας,ανέβηκε κρυφά τη νύχτα ο Όσιος και προσευχόμενος έλεγε:«Δόξα σοι Χριστέ ο Θεός,που με αξίωσες τόσων αγαθών. Γνωρίζεις Κύριέ μου,ότι ανεβαίνω σε τούτη την κολώνα έχοντας τις ελπίδες μου σε Σένα.Λοιπόν πρόσδεξε τη δέηση μου και δώσε μου τη δύναμη να αντέξω το δύσκολο αυτό αγώνα».Ανέβηκε λοιπόν ο Όσιος στο στύλο υπομένοντας με καρτερία θαυμαστή τον καύσωνα της ημέρας και την ψύχρα της νύχτας.Αλλά μη υποφέροντας ο μισόκαλος και πατέρας του φθόνου δοκίμασε να εμποδίσει τον αγώνα του.Έσπειρε ζιζάνια στον αφέντη αυτού του τόπου,ότι έκτισε τον στύλο χωρίς την άδειά του.Κατέφυγε λοιπόν στο βασιλιά και στον Πατριάρχη Γεννάδιο. Ο Πατριάρχης επιτίμησε τον Όσιο σαν παρήκοο και πρόσταξε να τον κατεβάσουν από το στύλο.Ικανοποιημένος ο αφέντης του τόπου,που ονομαζόταν Γελάνιος, έφυγε για να καταστρέψει το στύλο.Όταν έφθασε,πρόσταξε με οργή τον Όσιο να κατέβει γρήγορα από την κολώνα.Ο πραότατος Δανιήλ υπάκουσε και κατέβαινε με ταπείνωση.Όταν ήταν στο έκτο σκαλοπάτι,βλέπει ο Γελάνιος τα καταπληγωμένα από την άσκηση πόδια του Οσίου,και τον ευλαβήθηκε.Αλλ' όμως μετανοιωμένος τον παρακάλεσε να ανεβεί πάλι και να του συγχωρέσει το λάθος. Ύστερα μάλιστα του έκανε στύλο ψηλότερο,παχύτερο και στερεότερο και ανάφερε και στο βασιλιά για την υπομονή και την γενναιότητα του Οσίου.Η καρτερία του στο σκληρό αγώνα,η ασκητικότατη ζωή του,η αγιότητα και η φιλανθρωπία του,δεν άργησαν να ξαπλώσουν τη φήμη του παντού.Πολλοί ήταν οι δυστυχείς και οι πονεμένοι που κατέφευγαν στο στοργικό Πατέρα Δανιήλ,για ν' ακούσουν ένα πατρικό λόγο ή να ζητήσουν μεσιτεία στο Θεό για μια θεραπεία.



Ένας άνθρωπος,που ονομαζόταν Κύρος και ήταν έπαρχος στο αξίωμα, ήλθε μια μέρα στον Όσιο Δανιήλ.Μαζί του έφερε και την θυγατέρα του που ονομαζόταν Αλεξάνδρα.Η δυστυχισμένη Αλεξάνδρα είχε δαιμόνιο μέσα της που την βασάνιζε πολύ.Ζήτησε ο πατέρας της από τον Όσιο να την λυτρώσει.Και ο φιλάνθρωπος Δανιήλ προσευχήθηκε στο Θεό και τη θεράπευσε.Τότε ο Κύρος ευχαριστώντας τον Όσιο,σαν εγγράμματος που ήταν,συνέθεσε ένα επίγραμμα που το χάραξε στην κολώνα και έλεγε:«Μεσσηγύς γαίης τε και ουρανού,ίσταται ανήρ, πάντοθεν ορνύμενος και ού τρομέων ανέμους.Τροφή δ' αμβροσίη τρέφεται και ανέμονι δίψη...»Δηλαδή:ανάμεσα στη γή και τον ουρανό,στέκεται άνθρωπος,που σείεται και πολεμάται από τους ανέμους,μη φοβούμενος αυτούς καθόλου. Τρέφεται με τροφή ουράνια και πίνει άνεμο στη δίψα του...(Συνεχίζεται...)...


Αντιγραφή από το Ιστολόγιο Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.Μέρος 1ον.


Όσιος Δανιήλ ο Στυλίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...