ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Η ΣΤΑΧΟΜΑΖΩΧΤΡΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



Μεγάλην ἐξέφρασεν ἔκπληξιν ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιώ,ἰδοῦσα τῇ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 187…τὴν θεια-Ἀχτίτσα φοροῦσαν καινουργῆ μανδήλαν, καὶ τὸν Γέρο καὶ τὴν Πατρώνα μὲ καθαρὰ ὑποκαμισάκια καὶ μὲ νέα πέδιλα. Τοῦτο δὲ διότι ἦτο γνωστότατον ὅτι ἡ θεια-Ἀχτίτσα εἶχεν ἰδεῖ τὴν προῖκα τῆς κόρης της πωλουμένην ἐπὶ δημοπρασίας πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν ἀναξίου γαμβροῦ,διότι ἦτο ἔρημος καὶ χήρα καὶ διότι ἀνέτρεφε τὰ δύο ὀρφανὰ ἔγγονά της μετερχομένη ποικίλα ἐπαγγέλματα.Ἦτο (ἂς εἶναι μοναχή της!) ἀπ᾽ ἐκείνας ποὺ δὲν ἔχουν στὸν ἥλιο μοῖρα.Ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερμπινιὼ ᾤκτειρε τὰς στερήσεις τῆς γραίας καὶ τῶν δύο ὀρφανῶν,ἀλλὰ μήπως ἦτο καὶ αὐτὴ πλουσία,διὰ νὰ ἔλθῃ αὐτοῖς ἀρωγὸς καὶ παρήγορος;Εὐτυχὴς ὁ μακαρίτης,ὁ μπαρμπα-Μιχαλιός,ὅστις προηγήθη εἰς τὸν τάφον τῆς συμβίας Ἀχτίτσας,χωρὶς νὰ ἴδῃ τὰ δεινὰ τὰ ἐπικείμενα αὐτῇ μετὰ τὸν θάνατόν του.Ἦτο καλῆς ψυχῆς,ἂς εἶχε ζωή!ὁ συχωρεμένος.Τὰ δύο παιδιά,«τὰ ἀδιαφόρετα»,ὁ Γεώργης καὶ ὁ Βασίλης, ἐπνίγησαν βυθισθείσης τῆς βρατσέρας των τὸν χειμῶνα τοῦ ἔτους 186


Ἡ βρατσέρα ἐκείνη ἀπωλέσθη αὔτανδρος,τί φρίκη,τί καημός!Τέτοια τρομάρα καμμιᾶς καλῆς χριστιανῆς νὰ μὴν τῆς μέλλῃ.Ὁ τρίτος ὁ γυιός της, ὁ σουρτούκης, τὸ χαμένο κορμί, ἐξενιτεύθη,καὶ εὑρίσκετο,ἔλεγαν, εἰς τὴν Ἀμερικήν.Πέτρα ἔρριξε πίσω του.Μήπως τὸν εἶδε;Μήπως τὸν ἤκουσεν;Ἄλλοι πάλιν πατριῶτες εἶπαν ὅτι ἐνυμφεύθη εἰς ἐκεῖνα τὰ χώματα,κ᾽ ἐπῆρε,λέει,μιὰ φράγκα.Μιὰ ᾽γγλεζοπούλα,ἕνα ξωθικό,ποὺ δὲν ἤξευρε νὰ μιλήσῃ ρωμέικα.Μὴ χειρότερα!Τί νὰ πῇ κανείς,ἠμπορεῖ νὰ καταρασθῇ τὸ παιδί του,τὰ σωθικά του,τὰ σπλάγχνα του;Ἡ κόρη της ἀπέθανεν εἰς τὸν δεύτερον τοκετόν,ἀφεῖσα αὐτῇ τὰ δύο ὀρφανὰ κληρονομίαν.Ὁ πατεριασμένος τους ἐζοῦσε ἀκόμα (ποὺ νὰ φτάσουν τὰ μαντᾶτα του,ὥρα τὴν ὥρα!),μὰ τί νοικοκύρης,τὸ πρόκοψε ἀλήθεια!Χαρτοπαίκτης, μέθυσος καὶ 〈μὲ〉 ἄλλας ἀρετὰς ἀκόμη.Εἶπαν πὼς ξαναπαντρεύτηκε ἀλλοῦ,διὰ νὰ πάρῃ καὶ ἄλλον κόσμον εἰς τὸν λαιμόν του, ὁ ἀσυνείδητος!Τέτοιοι ἄντρες!… Ἔκαμε δὰ κι αὐτὴ ἕνα γαμπρό,μὰ γαμπρὸ (τὸ λαμπρό* τ᾽ νὰ βγῇ!).Τί νὰ κάμῃ, ἔβαλε τὰ δυνατά της,κ᾽ ἐπροσπαθοῦσε ὅπως-ὅπως νὰ ζήσῃ τὰ δύο ὀρφανά.Τί ἀξιολύπητα, τὰ καημένα!Κατὰ τὰς διαφόρους ὥρας τοῦ ἔτους,ἐβοτάνιζε, ἀργολογοῦσε,ἐμάζωνε ἐλιές,ἐξενοδούλευε.Ἐμάζωνε κούμαρα καὶ τὰ ἔβγαζε ρακί. Μερικὰ στέμφυλα ἀπ᾽ ἐδῶ,καμπόσα βότσια ἀραβοσίτου ἀπ᾽ ἐκεῖ, ὅλα τὰ ἐχρησιμοποίει.Εἶτα κατὰ Ὀκτώβριον,ἅμα ἤνοιγαν τὰ ἐλαιοτριβεῖα,ἔπαιρνεν ἕνα εἶδος πῆχυν,ἓν πενηντάρι ἐκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν,κ᾽ ἐγύριζεν εἰς τὰ ποτόκια,ὅπου κατεστάλαζαν αἱ ὑποστάθμαι τοῦ ἐλαίου, κ᾽ ἐμάζωνε τὴν μούργα.Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ᾠκονόμει ὅλον τὸ ἐνιαύσιον ἔλαιον τοῦ λυχναρίου της. Ἀλλὰ τὸ πρώτιστον εἰσόδημα τῆς θεια-Ἀχτίτσας προήρχετο ἐκ τοῦ σταχομαζώματος.Τὸν Ἰούνιον κατ᾽ ἔτος ἐπεβιβάζετο εἰς πλοῖον,ἔπλεεν ὑπερπόντιος καὶ διεπεραιοῦτο εἰς Εὔβοιαν.Περιεφρόνησε τὸ ὀνειδιστικὸν ἐπίθετον τῆς «καραβωμένης»,ὅπερ ἐσφενδόνιζον ἄλλα γύναια κατ᾽ αὐτῆς,διότι ὄνειδος ἀκόμη ἐθεωρεῖτο τὸ νὰ πλέῃ γυνὴ εἰς τὰ πελάγη.Ἐκεῖ,μετ᾽ ἄλλων πτωχῶν γυναικῶν, ἠσχολεῖτο συλλέγουσα τοὺς ἀστάχυς,τοὺς πίπτοντας ἀπὸ τῶν δραγμάτων τῶν θεριστῶν,ἀπὸ τῶν φορτωμάτων καὶ κάρρων.Κατ᾽ ἔτος,οἱ χωρικοὶ τῆς Εὐβοίας καὶ τὰ χωριατόπουλα ἔρριπτον κατὰ πρόσωπον αὐτῶν τὸ σκῶμμα:«Νά!οἱ φ᾽στάνες!μᾶς ἦρθαν πάλιν οἱ φ᾽στάνες!»Ἀλλ᾽ αὕτη ἔκυπτεν ὑπομονητική,σιωπηλή,συνέλεγε τὰ ψιχία ἐκεῖνα τῆς πλουσίας συγκομιδῆς τοῦ τόπου,ἀπήρτιζε τρεῖς ἢ τέσσαρας σάκκους, ὁλόκληρον ἐνιαυσίαν ἐσοδείαν δι᾽ ἑαυτὴν καὶ διὰ τὰ δύο ὀρφανά,τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὰς φροντίδας τῆς Ζερμπινιῶς,καὶ ἀποπλέουσα ἐπέστρεφεν εἰς τὸ παραθαλάσσιον χωρίον της.Πλὴν ἐφέτος,δηλ.τὸ ἔτος ἐκεῖνο,ἀφορία εἶχε μαστίσει τὴν Εὔβοιαν. Ἀφορία εἰς τὸν ἐλαιῶνα τῆς μικρᾶς νήσου,ὅπου κατῴκει ἡ θεια-Ἀχτίτσα.Ἀφορία εἰς τὰς ἀμπέλους καὶ εἰς τοὺς ἀραβοσίτους,ἀφορία σχεδὸν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ κούμαρα,ἀφορία πανταχοῦ.Εἶτα,ἐπειδὴ οὐδὲν κακὸν ἔρχεται μόνον,βαρὺς χειμὼν ἐνέσκηψεν εἰς τὰ βορειότερα ἐκεῖνα μέρη.Ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου μηνός,χωρὶς σχεδὸν νὰ πνεύσῃ νότος καὶ νὰ πέσῃ βροχή,ἤρχισε νὰ χιονίζῃ.Μόλις ἔπαυεν εἷς νιφετὸς καὶ ἤρχιζεν ἄλλος.Ἐνίοτε ἔπνεε ξηρὸς βορρᾶς, σφίγγων ἔτι μᾶλλον τὰ χιόνια,τὰ ὁποῖα δὲν ἔλυωναν εἰς τὰ βουνά.«Ἐπερίμεναν ἄλλα».Ἡ γραῖα μόλις εἶχε προλάβει νὰ μεταφέρῃ ἐπὶ τῶν ὤμων της ἀπὸ τῶν φαράγγων καὶ δρυμῶν ἀγκαλίδας τινὰς ξηρῶν ξύλων,ὅσαι μόλις θὰ ἤρκουν διὰ δύο ἑβδομάδας ἢ τρεῖς,καὶ βαρὺς ὁ χειμὼν ἐπέπεσε.Περὶ τὰ μέσα Δεκεμβρίου μόλις ἐπῆλθε μικρὰ διακοπή,καὶ δειλαί τινες ἀκτῖνες ἡλίου ἐπεφάνησαν ἐπιχρυσοῦσαι τὰς ὑψηλοτέρας στέγας.Ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἔτρεξεν εἰς τὰ «ὀρμάνια» ἵνα προλάβῃ καὶ εἰσκομίσῃ καυσόξυλά τινα. Τὴν ἐπαύριον ὁ χειμὼν κατέσκηψεν ἀγριώτερος.Μέχρι τῶν Χριστουγέννων οὐδεμία ἡμέρα εὔδιος,οὐδεμία γωνία οὐρανοῦ ὁρατή, οὐδεμία ἀκτὶς ἡλίου. Κραταιὸς καὶ βαρύπνοος βορρᾶς,«χιονιστής»,ἐφύσα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἁγίας ἡμέρας.Αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν ἦσαν κατάφορτοι ἐκ σκληρυνθείσης χιόνος. Τὰ συνήθη παίγνια τῶν ὁδῶν καὶ τὰ χιονοβολήματα ἔπαυσαν.Ὁ χειμὼν ἐκεῖνος δὲν ἦτο φιλοπαίγμων.Ἀπὸ τῶν κεράμων τῶν στεγῶν ἐκρέμαντο ὡς ὥριμοι καρποὶ σπιθαμιαῖα κρύσταλλα,τὰ ὁποῖα οἱ μάγκαι τῆς γειτονιᾶς δὲν εἶχον πλέον ὄρεξιν νὰ τρώγουν.Τὴν ἑσπέραν τῆς 23,ὁ Γέρος εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸ σχολεῖον περιχαρής, διότι ἀπὸ τῆς αὔριον ἔπαυον τὰ μαθήματα.Πρὶν ξεκρεμάσῃ τὸν «φύλακα» ἀπὸ τῆς μασχάλης του,ὁ Γέρος πεινασμένος ἤνοιξε τὸ δουλάπι,ἀλλ᾽ οὐδὲ ψωμὸν ἄρτου εὗρεν ἐκεῖ.Ἡ γραῖα εἶχεν ἐξέλθει,ἴσως πρὸς ζήτησιν ἄρτου.Ἡ ἀτυχὴς Πατρώνα ἐκάθητο ζαρωμένη πλησίον τῆς ἑστίας,ἀλλ᾽ ἡ ἑστία ἦτο σβεστή.Ἐσκάλιζε τὴν στάκτην,νομίζουσα ἐν τῇ παιδικῇ ἀφελείᾳ της (ἦτο μόλις τετραετές,τὸ πτωχὸν κοράσιον) ὅτι ἡ ἑστία εἶχε πάντοτε τὴν ἰδιότητα νὰ θερμαίνῃ,καὶ ἂς μὴ καίῃ.Ἀλλ᾽ ἡ στάκτη ἦτο ὑγρά.Σταλαγμοὶ ὕδατος,ἐκ χιόνος τακείσης ἴσως διά τινος λαθραίας καὶ παροδικῆς ἀκτῖνος ἡλίου,εἶχον ρεύσει διὰ τῆς καπνοδόχου.Ὁ Γέρος,ὅστις ἦτο ἑπταέτης μόλις,ἔτοιμος νὰ κλαύσῃ διότι δὲν εὕρισκε ψιχίον τι πρὸς κορεσμὸν τῆς πείνης του,ἤνοιξε τὸ μόνον παράθυρον,ἔχον τριῶν σπιθαμῶν μῆκος.Ὁ οἰκίσκος ὅλος,χθαμαλός,ἡμιφάτνωτος μὲ εἶδος σοφᾶ,εἶχεν ὕψος δύο ἴσως ὀργυιῶν ἀπὸ τοῦ ἐδάφους μέχρι τῆς ὀροφῆς.Ὁ Γέρος ἀνεβίβασε σκαμνίον τι ἐπὶ τοῦ λιθίνου ἐρείσματος τοῦ παραθύρου,ἀνέβη ἐπὶ τοῦ σκαμνίου, ἐστηρίχθη διὰ τῆς ἀριστερᾶς ἐπὶ τοῦ παραθυροφύλλου,ἀνοικτοῦ, ἐστηλώθη μετὰ τόλμης πρὸς τὴν ὀροφήν, ἀνέτεινε τὴν δεξιάν, καὶ ἀπέσπασεν ἓν κρύσταλλον, ἐκ τῶν κοσμούντων τοὺς «σταλαμοὺς» τῆς στέγης.Ἤρχισε νὰ τὸ ἐκμυζᾷ βραδέως καὶ ἡδονικῶς,καὶ ἔδιδε καὶ εἰς τὴν Πατρώνα νὰ φάγῃ.Ἐπείνων τὰ κακόμοιρα.Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα ἐπανῆλθε μετ᾽ ὀλίγον φέρουσα πρᾶγμά τι τυλιγμένον εἰς τὸν κόλπον της.Ὁ Γέρος,ὅστις ἐγνώριζεν ἐκ τῆς παιδικῆς του πείρας ὅτι ποτὲ ἄνευ αἰτίας δὲν ἐφούσκωναν οἱ κόλποι τῆς μάμμης του,ἀναπηδήσας ἔτρεξεν εἰς τὸ στῆθός της,ἐνέβαλε τὴν χεῖρα καὶ ἀφῆκε κραυγὴν χαρᾶς.Τεμάχιον ἄρτου εἶχεν «οἰκονομήσει» καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἡ καλή, καίτοι ὀλίγον τι αὐστηρὰ μάμμη,τίς οἶδεν ἀντὶ ποίων ἐξευτελισμῶν καὶ διὰ πόσων ἐκλιπαρήσεων!Καὶ τί δὲν ἤθελεν ὑποστῆ,πρὸ ποίας θυσίας ἠδύνατο νὰ ὀπισθοδρομήσῃ,διὰ τὴν ἀγάπην τῶν δύο τούτων παιδίων,τὰ ὁποῖα ἦσαν δὶς παιδία δι᾽ αὐτήν,καθόσον ἦσαν τὰ τέκνα τοῦ τέκνου της!Ἐν τούτοις δὲν ἤθελε νὰ δεικνύῃ αὐτοῖς μεγάλην ἀδυναμίαν,καὶ «ἥμερο μάτι δὲν τοὺς ἔδιδε».Ἐκάλει τὸν ἄρρενα «Γέρον»,διότι εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ ἀληθοῦς Γέρου της, τοῦ μακαρίτου μπαρμπα-Μιχαλιοῦ,τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα τῆς ἐπόνει ν᾽ ἀκούσῃ ἢ νὰ προφέρῃ.Τὸ ταλαίπωρον τὸ θῆλυ τὸ ἐκάλει Πατρώνα θωπευτικῶς,καὶ ὀλίγον «σὰν ἀρχοντοξεπεσμένη ποὺ ἦτον»,μὴ ἀνεχομένη ν᾽ ἀκούῃ τὸ Ἀργυρώ,τὸ ὄνομα τῆς κόρης της,ὅπερ ἐδόθη ὡς κληρονομία εἰς τὸ ὀρφανόν,λεχοῦς θανούσης ἐκείνης.Πλὴν τοῦ ὑποκορισμοῦ τούτου, οὐδεμίαν ἄλλην ἐπιδεικτικὴν τρυφερότητα ἀπένεμεν εἰς τὰ δύο πτωχὰ πλάσματα,ἀλλὰ μᾶλλον πρακτικὴν ἀγάπην καὶ προστασίαν.Ἡ ταλαίπωρος γραῖα ἔστρωσε διὰ τὰ δύο ὀρφανά,ἵνα κοιμηθῶσιν,ἀνεκλίθη καὶ αὐτὴ πλησίον των,τοῖς εἶπε νὰ φυσήσουν ὑποκάτωθεν τοῦ σκεπάσματός των διὰ νὰ ζεσταθοῦν,τοῖς ὑπεσχέθη ψευδομένη,ἀλλ᾽ ἐλπίζουσα νὰ ἐπαληθεύσῃ,ὅτι αὔριον ο Χριστὸς θὰ φέρῃ ξύλα καὶ ψωμὶ καὶ μίαν χύτραν κοχλάζουσαν ἐπὶ τοῦ πυρός, καὶ ἔμεινεν ἄυπνος πέραν τοῦ μεσονυκτίου, ἀναλογιζομένη τὴν πικρὰν τύχην της.Τὸ πρωί,μετὰ τὴν λειτουργίαν (ἦτο ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων) ὁ παπα-Δημήτρης,ὁ ἐνορίτης της,ἐπαρουσιάσθη αἴφνης εἰς τὴν θύραν τοῦ πενιχροῦ οἰκίσκου:―  Καλῶς τὰ ᾽δέχθης,τῆς εἶπε μειδιῶν.«Καλῶς τὰ ᾽δέχθη» αὐτή!Καὶ ἀπὸ ποῖον ἐπερίμενε τίποτε;―Ἔλαβα ἕνα γράμμα διὰ σέ,Ἀχτίτσα,προσέθηκεν ὁ γέρων ἱερεύς,τινάσσων τὴν χιόνα ἀπὸ τὸ ράσον καὶ τὸ σάλι του.―Ὁρίστε,δέσποτα!Καὶ μακάρι ἔχω τὴ φωτιά,ἐψιθύρισε πρὸς ἑαυτήν,ἢ τὸ γλυκὸ καὶ τὸ ρακὶ νὰ τὸν φιλέψω;Ο ἱερεὺς ἀνέβη τὴν τετράβαθμον κλίμακα καὶ ἐλθὼν ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ σκαμνίου.Ἠρεύνησε δὲ εἰς τὸν κόλπον του καὶ ἐξήγαγε μέγαν φάκελον μὲ πολλὰς καὶ ποικίλας σφραγῖδας καὶ γραμματόσημα.― Γράμμα,εἶπες,παπά;ἐπανέλαβεν ἡ Ἀχτίτσα,μόλις τότε ἀρχίσασα νὰ ἐννοῇ τί τῆς ἔλεγεν ὁ ἱερεύς.Ὁ φάκελος,ὃν εἶχεν ἐξαγάγει ἐκ τοῦ κόλπου του,ἐφαίνετο ἀνοικτὸς ἀπὸ τὸ ἓν μέρος.― Ἀπόψε ἔφθασε τὸ βαπόρι, ἐπανέλαβεν ὁ ἐφημέριος,ἐμένα μοῦ τὸ ἔφεραν τώρα,μόλις ἐβγῆκα ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν.Καὶ ἐνθεὶς τὴν χεῖρα ἔσω τοῦ φακέλου ἐξήγαγε διπλωμένον χαρτίον. ― Τὸ γράμμα εἶναι πρὸς ἐμέ,προσέθηκεν,ἀλλὰ σὲ ἀποβλέπει.―Ἐμένα;ἐμένα; ἐπανελάμβανεν ἔκπληκτος ἡ γραῖα.Ὁ παπα-Δημήτρης ἐξεδίπλωσε τὸ χαρτίον.―  Εἶδεν ὁ Θεὸς τὸν πόνον σου καὶ σοῦ στέλλει μικρὰν βοήθειαν,εἶπεν ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς.Ὁ γυιός σου σοῦ γράφει ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν.― Ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα;Ὁ Γιάννης! Ὁ Γιάννης μὲ θυμήθηκεν;ἀνέκραξεν περιχαρής,ποιοῦσα τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἡ γραῖα.Καὶ εἶτα προσέθηκε:― Δόξα σοι,ὁ Θεός!Ὁ ἱερεὺς ἔβαλε τὰ γυαλιά του καὶ ἐδοκίμασε ν᾽ ἀναγνώσῃ:― Εἶναι κακογραμμένα,ἐπανέλαβε,κ᾽ ἐγὼ δυσκολεύομαι νὰ διαβάζω αὐτὲς τὶς τζίφρες ποὺ ἔβγαλαν τώρα,ἀλλὰ θὰ προσπαθήσωμεν νὰ βγάλωμεν νόημα.Καὶ ἤρχισε μετὰ δυσκολίας,καὶ σκοντάπτων συχνά,ν᾽ ἀναγινώσκῃ:«Παπα-Δημήτρη,τὸ χέρι σου φιλῶ.Πρῶτον ἐρωτῶ διὰ τὸ αἴσιον,κτλ.κτλ.Ἐγὼ λείπω πολλὰ χρόνια καὶ δὲν ἠξεύρω αὐτοῦ τί γίνονται,οὔτε ἂν ζοῦν ἢ ἀπέθαναν.Εἶμαι εἰς μακρινὸν μέρος,πολὺ βαθιὰ εἰς τὸν Παναμᾶ,καὶ δὲν ἔχω καμμίαν συγκοινωνίαν μὲ ἄλλους πατριῶτες ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἀμερικήν.Πρὸ τριῶν χρόνων ἐντάμωσα τὸν (δεῖνα) καὶ τὸν (δεῖνα),ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔλειπαν χρόνους πολλούς,καὶ δὲν ἤξευραν τί γίνεται εἰς τὸ σπίτι μας.»Ἐὰν ζῇ ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα μου,εἰπέ τους νὰ μὲ συγχωρήσουν,διότι διὰ καλὸ πάντα πασχίζει ὁ ἄνθρωπος,καὶ εἰς κακὸ πολλὲς φορὲς βγαίνει.Ἐγὼ ἀρρώστησα δύο φορὲς ἀπὸ κακὲς ἀσθένειες τοῦ τόπου ἐδῶ,καὶ ἔκαμα πολὺν καιρὸν εἰς τὰ σπιτάλια.Τὰ ὅ,τι εἶχα καὶ δὲν εἶχα ἐπῆγαν εἰς τὴν ἀσθένειαν καὶ μόλις ἐγλύτωσα τὴν ζωήν μου.Εἶχα ὑπανδρευθῆ πρὸ δέκα χρόνων,κατὰ τὴν συνήθειαν τοῦ τόπου ἐδῶ,ἀλλὰ τώρα εἶμαι ἀπόχηρος,καὶ ἄλλο καλύτερον δὲν ζητῶ παρὰ τὸ νὰ πιάσω ὀλίγα χρήματα νὰ ἔλθω εἰς τὴν πατρίδα,ἂν προφθάσω τοὺς γονεῖς μου νὰ μ᾽ εὐλογήσουν.Καὶ νὰ μὴν ἔχουν παράπονο εἰς ἐμέ,διότι ἔτσι θέλει ὁ Θεός,καὶ δὲν ἠμποροῦμε ἡμεῖς νὰ πᾶμε κόντρα.Καὶ νὰ μὴ βαρυγνωμοῦν,διότι ἂν δὲν εἶναι θέλημα Θεοῦ,δὲν ἠμπορεῖ ἄνθρωπος νὰ προκόψῃ.».Σοῦ στέλνω ἐδῶ ἐσωκλείστως ἕνα συνάλλαγμα ἐπ᾽ ὀνόματί σου,νὰ ὑπογράψῃς ἡ ἁγιωσύνη σου,καὶ νὰ φροντίσουν νὰ τὸ ἐξαργυρώσουν ὁ πατέρας ἢ ἡ μητέρα ἐὰν ζοῦν.Καὶ ἄν,ὃ μὴ γένοιτο,εἶναι ἀποθαμένοι,νὰ τὸ ἐξαργυρώσῃς ἡ ἁγιωσύνη σου,νὰ δώσῃς εἰς κανένα ἀδελφόν μου,ἐὰν εἶναι αὐτοῦ,ἢ εἰς κανὲν ἀνίψι μου καὶ εἰς ἄλλα πτωχά. Καὶ νὰ κρατήσῃς καὶ ἡ ἁγιωσύνη σου,ἐὰν οἱ γονεῖς μου εἶναι ἀποθαμένοι,ἓν μέρος τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ διὰ τὰ σαρανταλείτουργα…».Πολλὰ ἔλεγεν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη καὶ ἓν σπουδαῖον παρέλειπε.Δὲν ἀνέφερε τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων,δι᾽ ὅσα ἦτο ἡ συναλλαγματική.Ὁ παπα-Δημήτρης παρατηρήσας τὸ πρᾶγμα,ἐξέφερε τὴν εἰκασίαν,ὅτι ὁ γράψας τὴν ἐπιστολήν,λησμονήσας,νομίζων ὅτι εἶχεν ὁρίσει τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων παραπάνω,ἐνόμισε περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ παρακατιών, διὸ καὶ ἔλεγε «τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ».Ἐν τούτοις ἄφατος ἦτο ἡ χαρὰ τῆς Ἀχτίτσας, λαβούσης μετὰ τόσα ἔτη εἰδήσεις περὶ τοῦ υἱοῦ της.Ὡς ὑπὸ τέφραν κοιμώμενος ἀπὸ τόσων ἐτῶν,ὁ σπινθὴρ τῆς μητρικῆς στοργῆς ἀνέθορεν ἐκ τῶν σπλάγχνων εἰς τὸ πρόσωπόν της καὶ ἡ γεροντική,ρικνή,καὶ ἐρρυτιδωμένη ὄψις της ἠγλαΐσθη μὲ ἀκτῖνα νεότητος καὶ καλλονῆς.Τὰ δύο παιδία,ἂν καὶ δὲν ἐνόουν περὶ τίνος ἐπρόκειτο,ἰδόντα τὴν χαρὰν τῆς μάμμης των,ἤρχισαν νὰ χοροπηδῶσι.Ὁ κὺρ Μαργαρίτης δὲν ἦτο ἰδίως προεξοφλητής,ἢ τοκιστής,ἢ ἔμπορος,ἦτο ὅλα αὐτὰ ὁμοῦ.Ἕνα φόρον ἐπιτηδεύματος ἐπλήρωνεν,ἀλλ᾽ ἔκαμνε τρεῖς τέχνας.Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα,εἰς φοβερὰν διατελοῦσα ἔνδειαν,ἔλαβε τὸ παρὰ τοῦ υἱοῦ της ἀποσταλὲν γραμμάτιον,ἐφ᾽ οὗ ἐφαίνοντο γράμματα κόκκινα καὶ μαῦρα,ἄλλα ἔντυπα καὶ ἄλλα χειρόγραφα,ἐξ ὧν δὲν ἐνόει τίποτε οὔτε ὁ γηραιὸς ἐφημέριος οὔτε αὐτή,καὶ μετέβη εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.Ὁ κὺρ Μαργαρίτης ἐρρόφησε δραγμίδα ταμβάκου,ἐτίναξε τὴν βράκαν του,ἐφ᾽ ἧς ἔπιπτε πάντοτε μέρος ταμβάκου, κατεβίβασε μέχρι τῶν ὀφρύων τὴν σκούφιαν του,ἔβαλε τὰ γυαλιά του,καὶ ἤρχισε νὰ ἐξετάζῃ διὰ μακρῶν τὸ γραμμάτιον.―Ἔρχεται ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα;εἶπε.Σ᾽ ἐθυμήθηκε,βλέπω, ὁ γυιός σου.Μπράβο, χαίρομαι.Εἶτα ἐπανέλαβεν:―Ἔχει τὸν ἀριθμὸν 10,ἀλλὰ δὲν ξέρομε τί εἴδους μονέδα νὰ εἶναι,δέκα σελλίνια,δέκα ρούπιες, δέκα κολωνᾶτα ἢ δέκα…Διεκόπη.Παρ᾽ ὀλίγον θὰ ἔλεγε «δέκα λίρες».― Νὰ φωνάξουμε τὸ δάσκαλο,ἐμορμύρισεν ὁ κὺρ Μαργαρίτης,ἴσως ἐκεῖνος ξεύρῃ νὰ τὸ διαβάσῃ.Τί γλῶσσα νὰ εἶναι τάχα;Ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος,ὅστις ἐκάθητο βλέπων τοὺς παίζοντας τὸ κιάμο εἰς παράπλευρον καφενεῖον,παρακληθεὶς μετέβη εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.Εἰσῆλθεν,ὀρθός,δύσκαμπτος,ἔλαβε τὸ γραμμάτιον, παρεκάλεσε τὸν κὺρ Μαργαρίτην νὰ τὸν δανείσῃ τὰ γυαλιά του,καὶ ἤρχισε νὰ συλλαβίζῃ τοὺς λατινικοὺς χαρακτῆρας:― Πρέπει νὰ εἶναι ἀγγλικά,εἶπεν,ἐκτὸς ἂν εἶναι γερμανικά.Ἀπὸ ποῦ ἔρχεται αὐτὸ τὸ δελτάριον;―Ἀπ᾽ τὴν Ἀμέρικα,κὺρ δάσκαλε,εἶπεν ἡ θεια-Ἀχτίτσα.―Ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν;τότε θὰ εἶναι ἀγγλικόν.Καὶ ταῦτα λέγων προσεπάθει νὰ συλλαβίσῃ τὰς λέξεις ten pounds sterling*,ἃς ἔφερε χειρογράφους ἡ ἐπιταγή.―  Sterling, εἶπε·sterling θὰ σημαίνῃ τάλληρον,πιστεύω. Ἡ λέξις φαίνεται νὰ εἶναι τῆς αὐτῆς ἐτυμολογίας,ἀπεφάνθη δογματικῶς.Καὶ ἐπέστρεψε τὸ γραμμάτιον εἰς χεῖρας τοῦ κὺρ Μαργαρίτη.― Αὐτὸ θὰ εἶναι,εἶπε, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐπὶ τῆς κεφαλίδος ὁ ἀριθμὸς 10,θὰ εἶναι χωρὶς ἄλλο γραμμάτιον διὰ δέκα τάλληρα.Τὸ κάτω-κάτω,ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν γνωρίζω ἀπὸ χρηματιστικά.Εἰς ἄλλα ἡμεῖς ἀσχολούμεθα,οἱ ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων.Καὶ τοῦτο εἰπών,ἐπειδὴ ᾐσθάνθη ψῦχος εἰς τὸ κατάψυχρον καὶ πλακόστρωτον μαγαζεῖον τοῦ κὺρ Μαργαρίτη,ἐπέστρεψεν εἰς τὸ καφενεῖον,ἵνα θερμανθῇ.Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εἶχεν ἀρχίσει νὰ τρίβῃ τὰς χεῖρας,καὶ κάτι ἐφαίνετο σκεπτόμενος.― Τώρα,τί τὰ θέλεις,εἶπε στραφεὶς πρὸς τὴν γραῖαν,οἱ καιροὶ εἶναι δύσκολοι,μεγάλα κεσάτια.Νὰ τὸ πάρω,νὰ σοῦ τὸ ἐξαργυρώσω,ξέρω πὼς εἶναι σίγουρος ὁ παράς μου,ξέρω ἂν δὲν εἶναι καὶ ψεύτικο;Ἀπὸ κεῖ κάτω,ἀπ᾽ τὸν χαμένον κόσμον,περιμένεις ἀλήθεια;Ὅλες οἱ ψευτιές,οἱ καλπουζανιὲς ἀπὸ κεῖ μᾶς ἔρχονται.Γυρίζουν τόσα χρόνια,οἱ σουρτούκηδες (μὲ συγχωρεῖς,δὲν λέγω τὸ γυιό σου) ἐκεῖ ποὺ ψένει ὁ ἥλιος τὸ ψωμί,καὶ δὲν νοιάζονται νὰ στείλουν ἕναν παρά, ἕνα σωστὸν παρά,μοναχὰ στέλνουν παλιόχαρτα.Ἔφερε δύο βόλτες περὶ τὸ τεράστιον λογιστήριόν του,καὶ ἐπανέλαβε:― Καὶ δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα αὐτό,νὰ σὲ χαρῶ,εἶναι δέκα τάλλαρα!Νὰ εἶχα δέκα τάλλαρα ἐγώ,παντρευόμουνα.Εἶτα ἐξηκολούθησε:― Μὰ τί νὰ σοῦ πῶ,σὲ λυποῦμαι,ποὺ εἶσαι καλὴ γυναίκα,κ᾽ ἔχεις κ᾽ ἐκεῖνα τὰ ὀρφανά.Νὰ κρατήσω ἐγὼ ἑνάμισυ τάλλαρο διὰ τοὺς κινδύνους ποὺ τρέχω καὶ γιὰ τὰ ὀχτώμισυ πλιά…Καὶ γιὰ νά ᾽μαστε σίγουροι,μὴ γυρεύῃς κολωνᾶτα,νὰ σοῦ δώσω πεντόφραγκα,γιὰ νά ᾽μαστε μέσα.Ὀχτώμισυ πεντόφραγκα λοιπόν…Ἄ!ξέχασα!…Τοὐναντίον,δὲν εἶχε ξεχάσει· ἀπ᾽ ἀρχῆς τῆς συνεντεύξεως αὐτὸ ἐσκέπτετο.―Ὁ συχωρεμένος ὁ Μιχαλιὸς κάτι ἔκανε νὰ μοῦ δίνῃ,δὲν θυμοῦμαι τώρα…Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸ λογιστήριόν του:― Μὰ κ᾽ ἐκεῖνος ὁ τελμπεντέρης ὁ γαμπρός σου,μοῦ ἔφαγε δύο τάλλαρα θαρρῶ.Καὶ ὡπλίσθη μὲ τὸ πελώριον κατάστιχόν του:― Εἶναι δίκιο νὰ τὰ κρατήσω…ἐσένα, ὅσα σοῦ δώσω,θὰ σοῦ φανοῦν χάρισμα.Ἤνοιξε τὸ κατάστιχον.Αἱ κατάπυκνοι καὶ μαυροβολοῦσαι σελίδες τοῦ καταστίχου τούτου ὡμοίαζον μὲ πίονας ἀγρούς,μὲ γῆν ἀγαθήν.Ὅ,τι ἔσπειρέ τις ἐν αὐτῷ,ἐκαρποφόρει πολλαπλασίως.Ἦτο ὡς νὰ ἔκοπτέ τις τὰ φύλλα τοῦ δενδρυλλίου,ἑκάστοτε ὅτε ἐγίνετο ἐξόφλησις κονδυλίου τινός,ἀλλ᾽ ἡ ρίζα ἔμενεν ὑπὸ τὴν γῆν,μέλλουσα καὶ πάλιν ν᾽ ἀναβλαστήσῃ.Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εὗρε παρευθὺς τοὺς δύο λογαριασμούς.―Ἐννιὰ καὶ δεκαπέντε μοῦ χρωστοῦσεν ὁ μακαρίτης ὁ ἄντρας σου,εἶπε· καὶ δύο τάλλαρα δανεικὰ κι ἀγύριστα τοῦ γαμπροῦ σου γίνονται…Καὶ λαβὼν κάλαμον ἤρχισε νὰ ἐκτελῇ τὴν πρόσθεσιν πρῶτον καὶ τὴν ἀναγωγὴν τῶν ταλλήρων εἰς δραχμάς,εἶτα τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα γαλλικῶν ταλλήρων.― Κάνει νὰ σοῦ δίνω… ἤρχισε νὰ λέγῃ ὁ κὺρ Μαργαρίτης.Τῇ στιγμῇ ἐκείνη εἰσῆλθε νέον πρόσωπον.Ἦτο ἔμπορος Συριανός,παρεπιδημῶν δι᾽ ὑποθέσεις εἰς τὴν μικρὰν νῆσον.Ἅμα εἰσελθὼν διηυθύνθη μετὰ μεγίστης ἐλευθερίας καὶ θάρρους εἰς τὸ λογιστήριον, ὅπου ἵστατο ὁ κὺρ Μαργαρίτης.― Τί ἔχουμε κὺρ Μαργαρίτη;…Τ᾽ εἶν᾽ αὐτό; εἶπεν ἰδὼν πρόχειρον ἐπὶ τοῦ λογιστηρίου τὸ γραμμάτιον τῆς πτωχῆς χήρας.Καὶ λαβὼν τοῦτο εἰς χεῖρας:― Συναλλαγματικὴ διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν,εἶπε καθαρᾷ τῇ φωνῇ.Ποῦ εὑρέθη ἐδῶ;Κάμνεις καὶ τέτοιες δουλειές, κὺρ Μαργαρίτη;―  Γιὰ δέκα λίρες!ἐπανέλαβεν αὐθορμήτως ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἀκούσασα εὐκρινῶς τὴν λέξιν.― Ναί,διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας,εἶπε καὶ πάλιν στραφεὶς πρὸς αὐτὴν ὁ Ἑρμουπολίτης.Μήπως εἶναι δικό σου;― Μάλιστα.



Ἡ θεια-Ἀχτίτσα,ἐν καταφάσει,ἔλεγε πάντοτε ναί,ἀλλὰ νῦν ἠπόρει καὶ αὐτὴ πῶς εἶπε μάλιστα,καὶ ποῦ εὗρε τὴν λέξιν ταύτην.― Γιὰ δέκα ναπολεόνια θὰ εἶναι ἴσως,εἶπε δάκνων τὰ χείλη ὁ κὺρ Μαργαρίτης.― Σοῦ λέγω διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας, ἐπανέλαβε καὶ αὖθις ὁ Συριανὸς ἔμπορος.Παίρνεις ἀπὸ λόγια;Καὶ ἔρριψε δεύτερον μακρὸν βλέμμα ἐπὶ τοῦ γραμματίου:― Εἶναι σίγουρος παράς,ἀρζὰν-κοντάν,σοῦ λέγω.Θὰ τὸ ἐξοφλήσῃς,ἢ τὸ ἐξοφλῶ ἀμέσως;Καὶ ἔκαμε κίνημα νὰ ἐξαγάγῃ τὸ χρηματοφυλάκιόν του.― Μπορεῖ νὰ τὸ πάρῃ κανεὶς γιὰ ἐννέα λίρες… γαλλικές,εἶπε διστάζων ὁ κὺρ Μαργαρίτης.― Γαλλικές;Τὸ παίρνω ἐγὼ διὰ ἐννιὰ ἀγγλικές.Καὶ στρέψας ὄπισθεν τὸ φύλλον τοῦ χάρτου,εἶδε τὴν ὑπογραφὴν ἣν εἶχε βάλει ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς,παρέβαλεν αὐτὴν μὲ τὸ ὄνομα τὸ φερόμενον ἐν τῷ κειμένῳ, καὶ τὴν εὗρε σύμφωνον.Καὶ ἀνοίξας τὸ χρηματοφυλάκιον ἐμέτρησεν εἰς τὴν χεῖρα τῆς θεια-Ἀχτίτσας καὶ πρὸ τῶν ἐκθάμβων ὀφθαλμῶν αὐτῆς ἐννέα στιλπνοτάτας ἀγγλικὰς λίρας.Καὶ ἰδοὺ διατί ἡ πτωχὴ γραῖα ἐφόρει τῇ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων καινουργῆ «ἄδολην» μανδήλαν,τὰ δὲ δύο ὀρφανὰ εἶχον καθαρὰ ὑποκαμισάκια διὰ τὰ ἰσχνὰ μέλη των καὶ θερμὴν ὑπόδεσιν διὰ τοὺς παγωμένους πόδας των.

(1889)


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...