ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

ΘΥΜΙΣΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ



Τα πρώτα μου χρόνια τα αξέχαστα, τα έζησα κοντά στο ακρογιάλι - που λέει και ο ποιητής. Στα μικρά παιδικά μου χρόνια στην Στυλίδα, η καλή μου μητέρα έφερνε με την αγάπη της και την νοικοκυροσύνη της όλες τις χριστουγεννιάτικες ομορφιές στο σπίτι. 



Αγόραζε πολύχρωμα χρυσά, μπλέ, πράσινα και κόκκινα χρυσόχαρτα, σχεδίαζε αστεράκια, αγγελάκια και δεντράκια και γέμιζε τα παράθυρα. Τότε δεν υπήρχαν οι τόσες επιλογές που έχουμε σήμερα, μιλώ για πενήντα πέντε χρόνια πίσω. Ήθελε πάντα ένα κλαδάκι από δέντρο και ένα φρέσκο λουλουδάκι στο βάζο.Κοντά στην ξυλόσομπα που μπουμπούνιζε από την ζέστη, φρυγανιστό ψωμί με βούτυρο πρόβειο σε στρογγυλό σχήμα και μέλι είχαν την τιμητική τους. Και τις μέρες κοντά στα Χριστούγεννα υποχρεωτική νηστεία και στο φρυγανιστό, ζεστό ψωμάκι αλειφόταν με ελίτσες. Τα απογεύματα,μια χήρα μεγάλης ηλικίας γυναίκα έφερνε στο σπίτι χόρτα άγρια και όστρακα, καβούρια πυκνά - συχνά και πληρωνόταν από την μητέρα μου. 



Δεν υπάρχει πιο νόστιμη σαλάτα από ζεστά ζωχιά, ραδίκια με μπόλικο λεμονάκι και παρθένο ελαιόλαδο, όπως τα έφτιαχνε η μαννούλα μου τόσο σχολαστικά και καθαρά. Και ύστερα ερχόταν με το τραίνο η γιαγιά απο την Θεσσαλονίκη φορτωμένη στολίδια για το δένδρο, παιχνίδια, γλυκά και αγάπη. Τα δώρα, τα έφερνε ο Χριστούλης πάντα κοντά στο μαξιλάρι μας την ημέρα των Χριστουγέννων. Προπαραμονές η μαννούλα μου έφτιαχνε μικρά χριστόψωμα νηστίσημα με αρώματα ανατολής, μαχλέπι και κακουλέ και μαστιχούλα χιώτικη. Η παραμονή ήταν ανάλαδη και τα χριστόψωμα, το ωραιότερο γλυκό που μοιραζόταν μαζἰ με χρήματα στα παιδιά, που ερχόντουσαν για τα κάλαντα. Μετά ζύμωνε κουλουράκια με μαγιά σαν μικρά τσουρέκια και βασιλόπιτες, τις στόλιζε με περίτεχνα ζυμαρένια στολίδια και ξεφλουδισμένα αμύγδαλα.



Τό σπίτι μοσχομύριζε γλυκά από τα χειροποίητα καλούδια και την αγάπη της. Τα καλά μας ρούχα μοσχομύριζαν και, εάν μας είχαν πάρει καινούρια παπούτσια, τα πρωτοφορούσαμε στην εκκλησία, όταν με την καθαρότητα του παιδιού κοινωνούσαμε των Αχράντων Μυστηρίων. Όλο το διάστημα των Χριστουγέννων μας μιλούσε για την Γέννηση του Χριστού, για την άκρα ταπείνωσή Του να γεννηθεί σε ένα φτωχικό σπήλαιο και να τον ζεσταίνουν τα χνώτα των ζώων. Δάκρυζαν τα μάτια μας στην αφήγησή της και τότε αυτή, η πελώρια μαμαδίστικη αγκαλιά, που δεν συγκρίνεται με καμμιά άλλη, τα στέγνωνε και άφηνε γλυκά χαμόγελα. Μιά Χριστουγεννιάτικη ανάμνηση μιάς άλλης εποχής!



Παρασκευή Αρβανίτη


ΒΡΕΦΟΣ ΣΠΑΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΛΕΧΩΝΑ ΠΑΡΘΕΝΑ



Κατάπληξη με γεμίζει το θαύμα στη Βηθλεέμ! Βλέπω εκείνη που γέννησε. Βλέπω κι Εκείνον που γεννήθηκε. Αλλά τον τρόπο της γεννήσεως δεν μπορώ να τον καταλάβω. 



Όπου θέλει, βλέπετε, ο Θεός, νικώνται οι φυσικοί νόμοι. Έτσι έγινε κι εδώ: Παραμερίστηκε η φυσική τάξη και ενέργησε η θεία θέληση. Πόσο ανέκφραστη είναι η ευσπλαχνία του Θεού!



Ο προαιώνιος Υιός του Θεού, ο άφθαρτος και αόρατος και ασώματος, κατοίκησε μέσα στο φθαρτό και ορατό σώμα μας. Για ποιο λόγο; Να, όπως ξέρετε, εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε περισσότερο σ’ ό,τι βλέπουμε παρά σ’ ό,τι ακούμε. Στα ορατά πιστεύουμε. Στ’ αόρατα όχι. Έτσι δεν πιστεύαμε στον αόρατο αληθινό Θεό, αλλά λατρεύαμε ορατά είδωλα με μορφή ανθρώπων. Δέχτηκε λοιπόν ο Θεός να παρουσιαστεί μπροστά μας με ορατή μορφή ανθρώπου, για να διαλύσει μ’ αυτόν τον τρόπο κάθε αμφιβολία για την ύπαρξη Του. Κι ύστερα, αφού μας διδάξει με την αισθητή και αναμφισβήτητη παρουσία Του, να μας οδηγήσει εύκολα στην αληθινή πίστη, στ’ αόρατα και υπερφυσικά. Κατάπληξη με γεμίζει το θαύμα! Τι άλλο μένει να πω;



Δημιουργό και φάτνη βλέπω...Βρέφος και σπάργανα...Λεχώνα παρθένα, περιφρονημένη. Φτώχεια πολλή...Ανέχεια πολλή... Είδες όμως; Τι πλούτος μέσα στη μεγάλη φτώχεια; Ο Πλούσιος έγινε φτωχός για χάρη μας. Δεν έχει ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα. Μέσα σε ταπεινό παχνί Τον έχουν αποθέσει...Ω, φτώχεια, πλούτου πηγή! Ω, πλούτε αμέτρητε, κρυμμένε μες στη φτώχεια! Μέσα στη φάτνη κείτεσαι και την οικουμένη σαλεύεις. Μέσα σε σπάργανα τυλίγεσαι και σπας τα δεσμά της αμαρτίας. Λέξη ακόμα δεν άρθρωσες και δίδαξες στους μάγους τη θεογνωσία. Τι να πω και τι να λαλήσω; Να Βρέφος σπαργανωμένο! Να η Μαρία, Μητέρα και Παρθένος μαζί! Να ο Ιωσήφ, πατέρας τάχα του Παιδιού! Εκείνη η γυναίκα, αυτός ο άνδρας. Νόμιμες οι ονομασίες, αλλά χωρίς περιεχόμενο.



...Και ήρθαν οι βασιλιάδες να προσκυνήσουν τον επουράνιο Βασιλιά της δόξας. Ήρθαν οι στρατιώτες να υπηρετήσουν τον Αρχιστράτηγο των ουράνιων Δυνάμεων. Ήρθαν οι γυναίκες να προσκυνήσουν Εκείνον που μετέβαλε τις λύπες της γυναίκας σε χαρά. Ήρθαν οι παρθένες να προσκυνήσουν Εκείνον που δημιούργησε τους μαστούς και το γάλα, και τώρα θηλάζει από Μητέρα Παρθένο. Ήρθαν τα νήπια να προσκυνήσουν Εκείνον που έγινε νήπιο, για να συνθέσει δοξολογικό ύμνο «από τα στόματα των νηπίων» (Ψαλμ. 8:3). Ήρθαν τα παιδιά να προσκυνήσουν Εκείνον που η μανία του Ηρώδη τα ανέδειξε σε πρωτομάρτυρες. Ήρθαν οι ποιμένες να προσκυνήσουν τον καλό Ποιμένα, που θυσίασε τη ζωή Του για χάρη των προβάτων. Ήρθαν οι ιερείς να προσκυνήσουν Εκείνον που έγινε αρχιερέας όπως ο Μελχισεδέκ (Έβρ. 5:10). Ήρθαν οι δούλοι να προσκυνήσουν Εκείνον που πήρε μορφή δούλου, για να μετατρέψει τη δουλεία μας σ’ ελευθερία.



Ήρθαν οι ψαράδες να προσκυνήσουν Εκείνον που τους μετέβαλε σε «ψαράδες ανθρώπων» (Ματθ. 4:19). Ήρθαν οι τελώνες να προσκυνήσουν Εκείνον που από τους τελώνες ανέδειξε ευαγγελιστή. Ήρθαν οι πόρνες να προσκυνήσουν Εκείνον που παρέδωσε τα πόδια του στα δάκρυα μιας πόρνης. Κοντολογίς, ήρθαν όλοι οι αμαρτωλοί να δουν τον Αμνό του Θεού, που σηκώνει στους ώμους Του την αμαρτία του κόσμου: Οι μάγοι για να Τον προσκυνήσουν, οι ποιμένες για να Τον δοξολογήσουν, οι τελώνες για να Τον κηρύξουν, οι πόρνες για να Του προσφέρουν μύρα, η Σαμαρείτισσα για να ξεδιψάσει, η Χαναναία για να ευεργετηθεί.


Αντιγραφή από το Ιστολόγιο Αγιορείτικο Βήμα.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


ΑΓΙΟΣ ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ



Μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών Μοδέστου,αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων 



Πέμπτη 18 (31) Δεκεμβρίου 2015,Πάτριο,Εκλησιαστικό Ημερολόγιο



Ο Άγιος Μόδεστος γεννήθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ στη Σεβάστεια πόλη της Μικράς Ασίας. Οι γονείς του ήταν Χριστιανοί και κατά την διάρκεια των διωγμών του Διοκλητιανού φυλακίστηκαν μέχρι που και οι δυο παρέδωσαν το πνεύμα τους στον Κύριο.



Ο Άγιος Μόδεστος βρέφος τότε, παραδόθηκε σε ένα άρχοντα ο οποίος ανέλαβε να τον αναθρέψει και επειδή ήταν ειδωλολάτρης τα πρώτα χρόνια της ζωής του ο Άγιος τα έζησε σε ένα ειδωλολατρικό περιβάλλον. Όταν ο Άγιος Μόδεστος έμαθε σε παιδική ηλικία ακόμα, για τη φυλάκιση και τον θάνατο των βιολογικών γονιών του, έγινε χριστιανός κρυφά από τον άρχοντα που τον μεγάλωνε. Με τη βοήθεια του Θεού την κηδεμονία του ανέλαβε ένας ευσεβής χρυσοχόος από την Αθήνα. Οι νέοι θετοί γονείς του Αγίου ήταν Χριστιανοί. Καθώς περνούσαν τα χρόνια ο Άγιος Μόδεστος ανέπτυξε μεγάλο φιλανθρωπικό έργο βοηθώντας ηθικά και υλικά όποιον είχε ανάγκη. Όταν ο ευσεβής χρυσοχόος πέθανε, τα παιδιά του ταξίδεψαν με τον Άγιο Μόδεστο στην Αίγυπτο όπου και τον πούλησαν ως σκλάβο μιας και το μίσος τους γι αυτόν όλο και μεγάλωνε. Με τη βοήθεια του Θεού και πάλι ο Άγιος κατάφερε να εκχριστιανίσει τον αφέντη του, ο οποίος τελικά του χάρισε την ελευθερία του. Αμέσως μετά την ελευθερία του ο Άγιος πήγε να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους στην Ιερουσαλήμ. Προσευχόμενος στον Πανάγιο Τάφο, άνοιξαν με θαυμαστό τρόπο οι Πύλες του Τάφου. Το θαύμα αυτό ήταν και η αιτία να εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων. Βρισκόταν πάντα στο πλευρό των ανθρώπων αλλά και των ζώων τους. Εν ζωή ακόμα έκανε πολλά θαύματα θεραπεύοντας τόσο τους ανθρώπους όσο και τα ζώα τους τα οπία ήταν υψίστης σημασίας για την επιβίωση τους. Έζησε πολλά χρόνια ο Άγιος Μόδεστος βοηθώντας το ποίμνιο του και σύμφωνα με μια παράδοση, ο Άγιος Μόδεστος αποκεφαλίστηκε από τους Εβραίους, οι οποίοι πριν τον αποκεφαλίσουν τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια. Ο Άγιος Μόδεστος θεωρείται από την Εκκλησία μας προστάτης των ζώων και την μνήμη του τιμούμε στις 18 Δεκεμβρίου. Την ημέρα αυτή συνηθίζουν οι χριστιανοί να ραντίζουν τα σπίτια τους και όσο και τους στάβλους των ζώων. Μια γυναίκα χήρα και φτωχή, είχε πέντε ζεύγη βοδιών, ως μοναδικό πόρο για την συντήρησή της, που όμως τα βρήκε κακή και μεγάλη ασθένεια, και η γυναίκα λυπήθηκε θρηνώντας απαρηγόρητα, καταφεύγοντας στις Εκκλησίας και παρακαλώντας όλους τους Αγίους να την βοηθήσουν στην συμφορά της. Αφού δεν έβρισκε βοήθεια, παρεκάλεσε τους Αγίους Αναργύρους, Κοσμά και Δαμιανό, να ελεήσουν την αμαρτωλή, διότι δια τις αμαρτίες της κινδύνευαν τα βόδια της να χαθούν. Φανερώθηκε τότε στον ύπνο της ο Άγιος Κοσμάς και της είπε ότι σε εκείνους δεν δόθηκε το χάρισμα να ιατρεύουν τα ζώα, διότι αυτή η Χάρις δωρίθηκε από τον Θεό στον μεγάλο Αρχιερέα των Ιεροσολύμων Μόδεστο, καί αν πάει σ’ αυτόν θα ιατρεύσει τα βόδια της. Εκείνη ξύπνησε και έτρεξε ευθύς αναζητώντας τον Άγιο Μόδεστο χωρίς να τον βρίσκει, διότι κατοικούσε μακριά από τα Ιεροσόλυμα, προσευχόμενη με θερμή πίστη να της φανερωθεί ο Θαυματουργός ιατρός. Μία νύκτα, η γυναίκα είδε σε όραμα τον Άγιο που την ρώτησε γιατί θρηνεί πολύ και της απεκάλυψε ότι εκείνος είναι ο Μόδεστος που ζητεί και ακούγοντας την προσευχή της ήρθε για να θεραπεύσει τα βόδια της! Την συμβούλευσε τότε να κόψει ένα μέρος από τα σιδερένια εργαλεία που είχε και τα τεμάχια αυτά να τα πάει σε έναν τόπο που τον έλεγαν «Λαγήνας» όπου βρισκόταν ένας Ναός του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ και εκεί μπροστά στην κόγχη του Ναού διέμενε ένας καλός τεχνίτης που ονομαζόταν Ευστάθιος και με τα σιδερικά αυτά να της κατασκευάσει έναν Σταυρό, που θα τον φέρει στο σπίτι της και το πρωί ας λειτουργήσουν οι Ιερείς αλείφοντας τον Σταυρό με λάδι και μ’ αυτό το λάδι ας ραντίσουν τα βόδια και ευθύς δια του ονόματος του Χριστού και της επικλήσεώς τους θα θεραπευθούν από την ασθένεια. Αυτά η γυναίκα έκαμε καθώς διετάχθη από τον Άγιο και ιατρεύτηκαν τα βόδια της και τα είχε πάλι στη δούλεψή της χωρίς κανένα πρόβλημα δοξάζοντας όλοι τον Θεό, που έδωσε τέτοια Θαυματουργή εξουσία στον δούλο του Μόδεστο. Από τότε εξαφανίστηκε η τέχνη των απίστων και των μάγων, και δεν μπορούσαν να βλάψουν τα σπίτια των πιστών Χριστιανών, οι οποίοι προσέτρεχαν στη δύναμη του θαυμαστού εκείνου Σταυρού. 



Αλλά καί τώρα, όποιος με πίστη εορτάσει την μνήμην του Αγίου Μοδέστου, κατασκευάζοντας Σταυρό και κάνει κάθε έτος τα προαναφερθέντα φυλάσσεται το σπίτι του και όλα τα ζώα του αβλαβή, με την Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, από κάθε διαβολική ενέργεια και ανθρώπινη βλάβη!


Η εικόνα της ανάρτησης ανήκει στην αγιογράφο Φανή Καλαμάρη,την οποία και ευχαριστούμε.

Άγιος Μόδεστος Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΟΙ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ



Κατὰ τὴν ἁγία Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἑνωθήκανε τὰ οὐράνια μὲ τὰ ἐπίγεια. Ὁ οὐρανὸς ἔδωσε τὸν Ἀστέρα καὶ τοὺς Ἀγγέλους ποὺ δοξολογούσανε ψέλνοντας, καὶ ἡ γῆ ἔδωσε τὴν Παναγία, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς τσομπάνηδες καὶ τοὺς μάγους. 



Αὐτοὶ οἱ μάγοι εἶναι μυστήριο πὼς βρεθήκανε σὲ κεῖνο τὸ ἔρημο μέρος, ξεκινημένοι ἀπὸ τὴ μακρινὴ Χαλδαία. «Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρώδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ.» 



Αὐτὰ λέγει τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο. Καὶ πὼς σὰν ἄκουσε ὁ Ἡρώδης πὼς γεννήθηκε ὁ Χριστός, ὁ βασιλέας τῶν Ἰουδαίων, νόμισε πὼς εἶναι ἐπίγειος βασιλιὰς κι ἐπειδὴ φοβήθηκε μήπως τοῦ πάρει τὴν βασιλεία, σύναξε ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, καὶ τοὺς ρωτοῦσε ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Καὶ ἐκεῖνοι τοῦ εἴπανε: Στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, γιατὶ ἔτσι εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, ποὺ εἶπε: «Καὶ ἐσύ, Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, δὲν εἶσαι καθόλου μικρὴ ἀνάμεσα στοὺς ἡγεμόνες τοῦ Ἰούδα. Γιατὶ ἀπὸ σένα θὰ βγεῖ ἕνας ἄρχοντας, ποὺ θὰ κυβερνήσει τὸν λαό μου τὸν Ἰσραήλ». Καὶ παρακάτω γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Τότε ὁ Ἡρώδης φώναξε κρυφὰ τοὺς μάγους καὶ πληροφορήθηκε ἀπὸ πότε φανερώθηκε τὸ ἄστρο, καὶ τοὺς ἔστειλε στὴ Βηθλεέμ, λέγοντάς τους: ῾Πηγαίνετε καὶ ἐξετάσετε καλὰ γιὰ τὸ παιδί, καὶ σὰν τὸ βρεῖτε, εἰδοποιῆστε με γιὰ νὰ ἔρθω κι ἐγὼ νὰ τὸ προσκυνήσω᾿. Καὶ ἐκεῖνοι τὸν ἀκούσανε καὶ τραβήξανε. Καὶ νά, τὸ ἄστρο ποὺ εἴδανε στὴν Ἀνατολὴ τοὺς ὁδηγοῦσε, πηγαίνοντας μπροστά τους, ὡς ποὺ πῆγε καὶ στάθηκε ἀπάνω ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ ἤτανε τὸ παιδί. Καὶ σὰν εἴδανε τὸ ἄστρο, πήρανε πολὺ μεγάλη χαρά, καὶ πηγαίνοντας στὸ μέρος ποὺ γεννήθηκε, εἴδανε τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὴ μητέρα του τὴ Μαρία, καὶ πέσανε καὶ τὸ προσκυνήσανε, κι ἀνοίξανε τὰ θησαυροφυλάκια τους καὶ τοῦ προσφέρανε γιὰ δῶρα, χρυσάφι καὶ λιβάνι καὶ σμύρνα. Κι ἐπειδὴ εἴδανε κάποιο σημεῖο στὸ ὄνειρό τους νὰ μὴν ξαναγυρίσουνε στὸν Ἡρώδη, ἀπὸ ἄλλον δρόμο μισέψανε στὴ χώρα τους». Ποιοί, λοιπόν, ἤτανε τοῦτοι οἱ Μάγοι κι ἀπὸ ποῦ κινήσανε, καὶ γιατί καταλάβανε τί λογῆς ἄστρο ἤτανε ἐκεῖνο, καὶ πῶς γνωρίζανε πῶς γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἀφοῦ δὲν τὸ ἤξερε μήτε ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰουδαίας; Αὐτὴ ἡ παράξενη ἱστορία ἀρχίζει ἀπὸ χρόνια πολὺ παλιά, χίλια τρακόσια χρόνια, ἀπάνω-κάτω, πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Τέτοιες ἱστορίες ποὺ βαστᾶνε χίλια χρόνια ὡς νὰ φανεῖ τὸ τέλος τους, μονάχα στὴν Ἀνατολὴ γίνουνται. Σὲ ἐκεῖνον τὸν παμπάλαιο καιρό, ζοῦσε στὴ Φαθουρὰ τῆς Μεσοποταμίας ἕνας Βαλαάμ, γιὸς κάποιου Βεώρ, μάγος φημισμένος. Οἱ Ἑβραῖοι, φεύγοντας ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, μὲ τὸν Μωυσῆ ἀρχηγό τους, εἴχανε φτάξει, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ βάσανα, στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, καὶ πολεμούσανε μὲ τὶς διάφορες φυλὲς ποὺ τοὺς φράζανε τὸ δρόμο. Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς φυλὲς ἤτανε καὶ οἱ Μωαβίτες, ποὺ κατοικούσανε στὰ ἀνατολικὰ τῆς Νεκρῆς Θάλασσας, ἄνθρωποι πολεμικοὶ ἀφοῦ λέγανε πὼς βαστούσανε ἀπὸ τοὺς γείτονες Ὀμμίν. Αὐτοί, λοιπόν, εἴχανε τότες βασιλέα τὸν Βαλάκ. Βλέποντας ὁ Βαλὰκ πὼς οἱ Ἰσραηλίτες νικήσανε τοὺς Ἀμορραίους καὶ τὸν Ὤρ, τὸν βασιλέα τοῦ Βασάν, φοβήθηκε πὼς δὲν θὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τοὺς Ἑβραίους, κι ἔστειλε κάποιους ἄρχοντες στὸν Βαλαάμ, νὰ τοῦ ποῦνε πὼς οἱ Ἰσραηλίτες φτάξανε στὰ σύνορά του καὶ πὼς εἶναι πολὺς στρατός, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουνε νὰ πάγει νὰ τοὺς καταραστεῖ, ὥστε νὰ νικηθοῦνε. Ἐπειδὴ πίστευε ὁ Βαλὰκ πὼς ὅποιον θὰ βλογοῦσε ὁ Βαλαάμ, θὰ νικοῦσε, κι ὅποιον καταριότανε θὰ νικιότανε. Οἱ ἀποστελλάμενοι φτάξανε τὸ βράδυ στὸ χωριὸ τοῦ Βαλαὰμ καὶ τοῦ εἴπανε γιατί τοὺς ἔστειλε ὁ Βασιλιάς τους. Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε νὰ καταλύσουνε τὴ νύχτα στὸ χωριό, καὶ πὼς τὴν ἄλλη μέρα θὰ τοὺς πεῖ ὅτι τοῦ λαλήσει ὁ Θεός. Καὶ τὸ πρωί, σὰν σηκωθήκανε, τοὺς εἶπε ὁ Βαλαὰμ πὼς ὁ Θεὸς τὸν πρόσταξε νὰ μὴν πάγει νὰ καταραστεῖ τοὺς Ἰσραηλίτες, γιατὶ εἶναι βλογημένοι. Κι οἱ Μωαβίτες φύγανε, καὶ γυρίσανε στὸν τόπο τους καὶ εἴπανε στὸν βασιλιὰ ὅτι τοὺς εἶχε πεῖ ὁ Βαλαάμ. Τότες ὁ Βαλὰκ τοὺς ξανάστειλε στὸν μάγο, παρακαλώντας τὸν νὰ πάγει, καὶ τάζοντάς του μεγάλες τιμὲς καὶ πολλὰ πλούτη. Μὰ ὁ Βαλαὰμ ἀποκρίθηκε πὼς δὲν θὰ πάγει, κι ἂν τοῦ δώσει ὁ βασιλιὰς ἀκόμα καὶ τὸ παλάτι του γεμάτο χρυσάφι, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ παρακούσει στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Πλὴν φανερώθηκε ὁ Θεὸς τὴ νύχτα στὸν Βαλαάμ, καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάγει στὸν Βαλάκ, μὰ νὰ κάνει ὅτι θὰ τοῦ πεῖ αὐτός. Τὸ πρωί, λοιπόν, καβαλίκεψε τὴ γαϊδάρα του, καὶ τράβηξε, μαζὶ μὲ τοὺς Μωαβίτες καὶ μὲ τοὺς δυὸ γιούς του. Ἀλλά, ἐκεῖ ποὺ περπατούσανε, ἡ γαϊδάρα ξεστράτισε ἀπὸ τὸν δρόμο, κι ὁ Βαλαὰμ τὴν ἔδερνε μὲ τὸ ραβδὶ ποὺ βαστοῦσε, ὡς ποὺ φτάξανε σὲ ἕνα μέρος ποὺ περνοῦσε ὁ δρόμος ἀνάμεσα στ᾿ ἀμπέλια, μεταξὺ σὲ δύο ξεροτρόχαλους (ξερολιθιές), κι ἐκεῖ ἡ γαϊδάρα κόλλησε ἀπάνω στὸν τοῖχο καὶ ζούληξε τὸ ποδάρι τοῦ Βαλαάμ, κι ἐκεῖνος ἔπιασε καὶ τὴ χτυποῦσε μὲ τὸ ραβδί. Μὰ ἡ γαϊδάρα δὲν σάλευε ἀπὸ τὸν τόπο της, ἀλλὰ κώλωνε καὶ πίσω, κι ὁ γέρος τὴν ἔδερνε θυμωμένος. Τότες, ἄνοιξε ἡ γαϊδάρα τὸ στόμα της καὶ μίλησε μὲ ἀνθρώπινη φωνὴ καὶ εἶπε στὸν Βαλαάμ: «Τί ἔκανα καὶ μὲ δέρνεις;» Κι εἶπε ὁ Βαλαάμ: «Μὲ περιπαίζεις ἄτιμο ζωντόβολο! Ἂν εἶχα μαχαίρι, θὰ σὲ ἔσφαζα». Κι εἶπε ἡ γαϊδάρα: «Μὲ καβαλικεύεις ἀπὸ τὰ νιάτα σου, καὶ δὲν σὲ στεναχώρησα ὡς τὰ σήμερα. Λοιπὸν δὲν φταίγω ἐγώ, ποὺ δὲν πηγαίνω μπροστά». Καὶ τότες ξεσκέπασε ὁ Θεὸς τὰ μάτια τοῦ Βαλαάμ, κι εἶδε ἕναν Ἄγγελο μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι, ποὺ μπόδιζε τὴ γαϊδάρα νὰ περπατήξει. Κι ὁ Βαλαὰμ ἔσκυψε καὶ τὸν προσκύνησε. Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Ἄγγελος: «Μὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ σὲ μποδίσω. Τώρα πήγαινε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Μὰ ἐγὼ θὰ σοῦ πῶ τί λόγο θὰ λαλήσεις». Φτάνοντας λοιπὸν στὴ χώρα τοῦ Μωάβ, τὸν ὑποδέχτηκε μὲ τιμὴ ὁ Βαλάκ, κι ἀνεβήκανε μαζὶ σὲ ἕνα βουνὸ Φαγιώρ. Κι εἶπε ὁ Βαλαάμ: «Ὅτι μοῦ πεῖ ὁ Κύριος, αὐτὸ θὰ κάνω». Καὶ σὰν εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸ στράτευμα τῶν Ἑβραίων, ἄκουσε φωνὴ Κυρίου ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Εὐλογημένος εἶναι ὁ λαός μου ὁ Ἰσραήλ. Ἀπὸ τὸ σπέρμα του θὰ βγεῖ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ θὰ βασιλέψει ἀπάνω σὲ πολλὰ ἔθνη. Ὅποιος τὸν βλογήσει, θὰ εἶναι βλογημένος κι ὅποιος τὸν καταραστεῖ, θὰ εἶναι καταραμένος». Καὶ βλόγησε, λοιπόν, ὁ Βαλαὰμ τοὺς Ἰσραηλίτες. Κι ὁ Βαλὰκ θύμωσε, μὰ ὁ Βαλαὰμ τοῦ εἶπε πὼς δὲν μπορεῖ νὰ μὴν κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ». Ὅπως βλέπει κανένας, ὁ Βαλαὰμ εἶναι ὁ δεύτερος, ὕστερα ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, ποὺ προφήτεψε πὼς ὁ Χριστὸς θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὸ γένος τῶν Ἑβραίων, κατὰ τὰ λόγια του Θεοῦ ποὺ τοῦ εἶπε πὼς ἀπὸ αὐτὸ τὸ γένος θὰ γεννηθεῖ ἕνας ἄρχοντας ποὺ θὰ βασιλέψει πάνω στὰ ἔθνη. Ἡ προφητεία του μοιάζει μὲ τὴν προφητεία ποὺ εἶπε γιὰ τὸν Χριστὸ ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, γιατὶ παρομοίασε, καὶ κεῖνος, τὸν Χριστὸ μὲ λιοντάρι, λέγοντας: «Ἀναπεσὼν ἐκοιμήθη ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. Τίς ἐγείρει αὐτόν;» Κ᾿ ἡ προφητεία τοῦ Βαλαὰμ λέγει:«Κατακλιθεὶς ἀνεπαύσατο ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. Τίς ἀναστήσει αὐτόν;» (Ἀριθ. κγ´ 9). Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ὁ μάντις Βαλαάμ, ὁ προπάτορας τῶν μάγων ποὺ πήγανε ἀπὸ τὴ Χαλδαία νὰ προσκυνήσουνε τὸν Χριστὸ στὸ σπήλαιο ποὺ γεννήθηκε. Ὁ Βαλαὰμ εἶπε στοὺς μαθητάδες του πὼς θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα ὁ μέγας Βασιλιάς, καὶ τοὺς προανάγγειλε νὰ κοιτάξουνε τὸν οὐρανὸ ὡς νὰ δοῦνε ἕνα καινούργιο ἄστρο, κι ἅμα τὸ δοῦνε, νὰ τρέξουνε νὰ τὸ ἀκολουθήσουνε, καὶ κεῖνο θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν τόπο ποὺ θὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστός. Αὐτὸν τὸν λόγο τὸν φυλάξανε οἱ μαθητάδες τοῦ Βαλαὰμ καὶ τὸν μεταδώσανε στοὺς μαθητάδες τους, καὶ περιμένανε χίλια τρακόσια χρόνια, ὡς ποὺ νὰ δοῦνε ἐκεῖνον τὸν ἐξαίσιον Ἀστέρα. Καὶ δὲν ἐβγῆκε ψεύτικη ἡ προφητεία τοῦ γέρο Βαλαάμ, ἀλλὰ ἀληθινή, καὶ σὰν εἴδανε τὸ παράξενο ἄστρο, σκιρτήσανε ἀπὸ χαρά, καὶ τρέξανε νὰ προσκυνήσουνε τὸν Κύριο, ποὺ δὲν βαρεθήκανε νὰ τὸν περιμένουν χίλια τρακόσια χρόνια, νύχτα μὲ νύχτα.



Ὤ! Πόση ὑπομονὴ ἔχει ἡ πίστη! Ἀνάμεσα στὰ εὐωδιασμένα ἄνθη τῆς ὑμνωδίας, μὲ τὰ ὁποῖα στολίζει ἡ Ἐκκλησία μας τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι καὶ τοῦτο τὸ ὡραῖο τροπάρι ποὺ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Βαλαάμ: «Τοῦ Μάντεως πάλαι Βαλαάμ, τῶν λόγων μυητᾶς σοφούς, ἀστεροσκόπους χαρᾶς ἔπλησας, ἀστὴρ ἐκ τοῦ Ἰακώβ, ἀνατείλας Δέσποτα, Ἐθνῶν ἀπαρχὴν εἰσαγομένους· ἐδέξω δὲ προφανῶς, δῶρά σοι δεκτὰ προσκομίζοντας».


Φώτης Κόντογλου


Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

ΕΟΡΤΙΟ ΣΥΝΟΔΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2015



ΜΗΝΥΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2015


«δι’ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη παιδίον νέον ὁ πρὸ αἰώνων Θεός»



Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά·

Η Γέννησις κάθε ἀνθρώπου εἶναι πηγὴ μεγάλης χαρᾶς, τόσης ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ μήτηρ ἑκάστου νὰ λησμονῇ τοὺς πόνους καὶ τὰς ὠδῖνας τοῦ τοκετοῦ, «διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιστ’ 21).Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου καὶ ἐγεννήθη ἐν Βηθλεὲμ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὡς ἄνθρωπος ἐπὶ γῆς, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου, ἤτοι ἀνηδόνως καὶ ἀνωδίνως, μεγίστη ἦτο ἡ χαρὰ ἁπάσης τῆς κτίσεως.Οἱ Ἄγγελοι ἐσκίρτησαν δοξολογικῶς, ἀνυμνοῦντες τὸν Ἀρχηγὸν καὶ Χορηγὸν τῆς Εἰρήνης, οἱ Ποιμένες προσεκύνησαν τὸ Θεῖον Βρέφος ἐν φάτνῃ κατακείμενον, τὸν Ἀμνὸν τοῦ Θεοῦ τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, οἱ δὲ Μάγοι ἐξ Ἀνατολῶν ἐδωροφόρησαν τὸν τρέφοντα πᾶσαν πνοὴν καὶ δωρούμενον ἡμῖν ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν.Διότι, τὸ Παιδίον τὸ Νέον, καίτοι ἦτο Ἄνθρωπος ὡς πάντες ἡμεῖς, ἐκτὸς ἁμαρτίας, ἦτο ταὐτοχρόνως ὁ Προαιώνιος Λόγος τοῦ Πατρός, Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, δι’ Οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.



Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ «πρᾶος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια’ 29) ἠγάπα τὰ παιδία καὶ ἐνηγκαλίζετο ταῦτα μετὰ πλείστης στοργῆς καὶ ἀγάπης, διότι διέκρινεν εἰς αὐτὰ ἁπλότητα, ἁγνότητα, φυσικότητα, θερμότητα, γνησιότητα, καλωσύνην, συμπάθειαν, ἀλληλοβοήθειαν, εἰλικρίνειαν, ἀδελφοσύνην, ἀγάπην. Ὁ Κύριος ἡμῶν, Ὅστις «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α’ Πέτρ. Β’ 22) ἀνεπαύετο εἰς τὸ πνεῦμα τῶν παιδίων καὶ ἠσπάζετο τὴν ἀθωότητα, τὴν εἰρήνην, τὴν ἀμεριμνίαν καὶ τὴν μακαριότητα αὐτῶν. Αἱ ἀρεταὶ καὶ τὰ ἰδιώματα τῶν παιδίων ἐστόλιζον Αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ὅσους διετήρησαν τὴν παιδικήν των ἁγνότητα καὶ καθαρότητα, ὅσους ἐβάδισαν «ἐν καινότητι ζωῆς» (Ρωμ. στ’ 4) καὶ ἐφύλαξαν τὴν πίστιν ἀκηλίδωτον καὶ τὴν ζωὴν ἄμεμπτον. Ἐπίσης, ἀκόμη καὶ ὅσους ἀπώλεσαν αὐτά, φθόνῳ τοῦ πονηροῦ καὶ ἀπάτῃ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλ’ ὅμως μετενόησαν καὶ συνεχωρήθησαν καὶ ἀπεκατεστάθησαν εἰς τὸ πρότερον ἀξίωμα, διότι «ἠγάπησαν πολύ» (πρβλ. Λουκ. ζ’ 47) τὸ Παιδίον τὸ Νέον καὶ ἀνεκαινίσθησαν ἐξ Αὐτοῦ.



Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά·

Ο Κύριος ἡμῶν ἐπιθυμεῖ καὶ προτρέπεται πάντας ἡμᾶς, ὅπως ἀπαρνούμενοι τὴν κακίαν καὶ πονηρίαν, ὁμοιάσωμεν εἰς τὰ παιδία: «Ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. ιη’ 3). Ἄν δὲν ἐπιδείξωμεν τὰς ἀρετὰς τῶν παιδίων, ἄν δὲν αἰσθανθῶμεν ὡς αὐτά, ἀδύναμοι, ἀλλὰ ἀνθρώπινοι καὶ ἀληθινοί, εὐδιάθετοι καὶ ἐλπιδοφόροι, χαίροντες μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίοντες μετὰ κλαιόντων (πρβλ. Ρωμ. ιβ’ 15), καὶ ἰδίως ἐμπιστευόμενοι ἀπολύτως τὸν Παντοδύναμον καὶ Πανάγαθον Πατέρα ἡμῶν τὸν ἐν τοῖς Οὐρανοῖς, τότε πράγματι θὰ ἀδυνατῶμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν Θείαν ταύτην προτροπὴν καὶ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν θὰ ἀπομακρύνεται ἀφ’ ἡμῶν. Οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων γύρωθεν ἡμῶν ἐκτρέπονται ἐμφανῶς τῆς εὐθείας ὁδοῦ, περιφρονοῦν καὶ καταπατοῦν τὰς θείας Ἐντολάς, ἀδικοῦν, αὐθαιρετοῦν καὶ ἐγκληματοῦν, στρεφόμενοι κατὰ τοῦ Παιδίου τοῦ Νέου, καὶ κατὰ τῆς ἐπὶ γῆς Βασιλείας Του, ἤτοι τῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ.



Ἡ Εἰρήνη φυγαδεύεται ἐκ τοῦ κόσμου καὶ ἐπικρατεῖ μεγίστη σύγχυσις καὶ παραφροσύνη, ἐφ’ ὅσον Αὕτη διώκεται πρωτίστως ἐκ τῶν καρδιῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὑποκριτικῶς, ὅτι ἀγαποῦν τὰ παιδία καὶ φροντίζουν δι’ αὐτά, ἐνῶ εἰς τὴν πραγματικότητα συμμαχοῦν μετὰ τοῦ Ἡρώδου καὶ κατασφάζουν ταῦτα! Τί ἄλλον εἶναι αἱ αὐξα-νόμεναι ἐκτρώσεις, αἱ ἐπιτελούμεναι διὰ τῆς νομικῆς καλύψεως τῆς Πολιτείας; Τί δεικνύει ἡ παντοειδὴς ἐκμετάλλευσις τῶν παιδίων εἰς ὅλον τὸν κόσμον; Ἀλλὰ καὶ ποῦ ὁδηγεῖ ὁ ἐκχυδαϊσμὸς καὶ ἡ ἀποϊεροποίησις τῆς κοινωνίας διὰ παντὸς μέσου καὶ τρόπου, ὁ ἐκμαυλισμὸς τῶν συνειδήσεων, ὥστε οὐδεὶς νὰ παραμείνῃ καθαρὸς ἀπὸ ρύπου;Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ νὰ θριαμβεύσῃ ἐκεῖ, ἔνθα ἡ πίστις διώκεται ἤ διαφθείρεται, ἡ προσευχὴ καὶ τὰ θεῖα σύμβολα ἐξορίζονται, ἡ ἠθικὴ χλευάζεται καὶ διαστρέφεται ἕως σημείου, ὥστε ἀκόμη καὶ ἡ βδελυρὰ παρὰ φύσιν ἕνωσις ἀνθρώπων τοῦ ἰδίου φύλου νὰ νομιμοποιῆται!...



Ἡ θλιβερὰ πραγματικότης ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν ἄνθρωπον, εἰς τὸν κάθε πονεμένον, διωγμένον, δυστυχισμένον, πεινασμένον καὶ τεθλιμμένον ἄνθρωπον, εὐτελίζεται, τὰ παιδία ὑποφέρουν, τὸ πρόσωπον ἀριθμοποιεῖται καὶ ὑποβαθμίζεται, αἱ σχέσεις κλονίζονται, ἡ οἰκογένεια δοκιμάζεται, ἡ κοινωνία μαστίζεται, τὰ ἔθνη σαλεύονται, ὁ κόσμος ἀπειλεῖται δι’ ἀφαντάστου ὀλέθρου! Τίς θὰ κάμῃ ἡμᾶς πάλιν ὡς τὰ παιδία; Ποῖος θὰ ἐπαναφέρῃ τὸ Φῶς, τὴν Ἐλπίδα, τὴν Εἰρήνην, τὴν Ἀθωότητα; Ποῖος ἄλλος ἀπὸ τὸ Παιδίον τὸ Νέον, τὸ Ὁποῖον ἔρχεται καὶ πάλιν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, ἐν τῇ Εὐχαριστιακῇ μας Συνάξει, εἰς τὰ ἄχραντα ἐκ τοῦ μιασμοῦ τῆς Οἰκουμενιστικῆς αἱρέσεως Θυσιαστήρια τῆς καθ’ ἡμᾶς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ μᾶς διαβεβαιοῖ: «Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν»! (Ἰωάν. ιε’ 4). Μετανοεῖτε καὶ γίνετε ὡς τὰ παιδία, λέγει τὸ Παιδίον τὸ Νέον, διὰ νὰ ὁμοιάζετε εἰς Ἐμὲ καὶ νὰ δείξητε μετὰ συνεπείας καὶ σταθερότητος εἰς τὸν παραπαίοντα κόσμον τὴν Ὁδὸν τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Θυσίας, τῆς Εἰρήνης καὶ τῆς Ἀγάπης, τὸν Αὐθεντικὸν Ἄνθρωπον!



Εἴθε ἡνωμένοι μετὰ τοῦ Τεχθέντος Κυρίου ἡμῶν νὰ ἀναδειχθῶμεν ἄξιοι τῆς κλήσεως ἡμῶν, ἵνα νικήσωμεν κόσμον καὶ κοσμοκράτορα, καὶ ἀξιωθῶμεν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἀμήν!

Ἅγια Χριστούγεννα 2015


Χριστὸς ἐτέχθη!


Μετὰ πατρικῶν εὐχῶν καὶ εὐλογιῶν


Η ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ

 

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος

† Ὁ Ἀθηνῶν ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ

 

Τὰ Μέλη

† Ὁ Ἀττικῆς καὶ Διαυλείας ΑΚΑΚΙΟΣ

† Ὁ Λαρίσης καί Πλαταμῶνος ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
† Ὁ Εὐρίπου καὶ Εὐβοίας ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ
† Ὁ Πειραιῶς καὶ Σαλαμῖνος ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ
† Ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
† Ὁ Θεσσαλονίκης ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
† Ὁ Δημητριάδος ΦΩΤΙΟΣ
† Ὁ Τορόντο ΜΩΫΣΗΣ
† Ὁ Ἀµερικῆς ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
† Ὁ Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ
† Ὁ Φιλίππων ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
† Ὁ Μεθώνης ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
† Ὁ Νόρα ΜΙΧΑΗΛ
† Ὁ Λούνης ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
† Ὁ Γαρδικίου ΚΛΗΜΗΣ
† Ὁ Ἔτνα καὶ Πόρτλαντ ΑΥΞΕΝΤΙΟΣ
† Ὁ Βρεσθένης ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ
† Ὁ Θεουπόλεως ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ


Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΜΕ ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ



Τα Πνευματικά Χριστούγεννα


Εὒχομαι ἐκ βάθους καρδίας, εις ὃλους, ΚΑΛΑ καί ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΑ, ἐν πνεύματι Χριστοῦ, μέ ὑγείαν καί μέ συμμετοχήν εἰς τά Ἃγια Μυστήρια τῆς Ἐξομολογήσεως καί Θείας Κοινωνίας...



(Σάββατο παραμονή των Προπατόρων 2015).


Ἒφθασαν καί ἐφέτος οἱ Ἃγιες ἡμέρες τῶν Χριστουγέννων.


Βλέπομε ὃλες τίς μεγάλες ἀλλά καί μικρές πόλεις σἐ ὃλον τόν κόσμο, γεμᾶτες φῶτα, μουσικές κ.λπ.'Η φράσις «ΜΕΡΙ ΚΡΙΣΤΜΑΣ» είναι σέ ὃλα τά στόματα, σέ διαφημίσεις, σέ ἐκδηκλώσεις κ.λπ.Ὃμως, ἐδῶ τίθεται ἓνα τεράστιο θέμα, τό ὁποῖο περνᾶ, ἀπό τούς περισσοτέρους, ἀπαρατήρητο.Πόση πνευματικότητα, πόση εὐλάβεια, πόση Αληθινή Πίστις ὑπάρχει μέσα σ’ αὐτήν τήν φράση, ἡ ὁποία τελικῶς δέν εἶναι παρά μιά...διαφημιστική τῶν διαφόρων ἐμπορευμάτων προτροπή;



Ἀκόμα καί λαοί ἂπιστοι, ἀλλόθρησκοι, κακόπιστοι, αἱρετικοί, χρησιμοποιοῦν αὐτήν τήν φράση, προκειμένου νά προτρέψουν τούς ἀνθρώπους νά ἀγοράσουν...δῶρα, νά γλεντήσουν μέ τρόπους καθαρῶς κοσμικούς, μέ τραγούδια καί χορούς, μέ διάφορα «δρώμενα», στά ὁποῖα δέν ὑπάρχει τό παραμικρό ἲχνος εὐλαβείας, πίστεως ἢ πνευματικότητος.Ἡ σκέψις τῶν ἀνθρώπων, δέν πηγαίνει στήν ταπεινή φάτνη στήν ὁποία Ὁ ἲδιος Ὁ Θεός μας ἐνσαρκώθηκε κατά τρόπον θαυματουργικόν γιά τήν σωτηρία μας...!Μέ τήν προτροπή τηλεοράσεων, ραδιοφώνων, διαφημίσεων, ἐφημερίδων, κ.λπ., τρέχει σέ κοσμικές γιορτές, σέ ταβέρνες, σέ μουσικές, σέ φῶτα, σέ ὑλιστικές διασκεδάσεις καί γενικῶς, σέ ὃ,τιδήποτε ἂλλο, ἐκτός ἀπό τό Μέγιστο θαῦμα τῆς ἐνανθρωπήσεως Τοῦ Σωτῆρος μας.



Εἶναι ἡ ὓπουλη διαστροφή τοῦ ἀληθινοῦ πνεύματος τῶν Χριστουγέννων, ἡ ὁποία προωθεῖται ἀπό τήν σατανολατρική, σαρκολατρική καί καθαρῶς ὑλιστική «παιδεία» τήν ὁποίαν ἐπιβάλλουν μέ τό «ἒτσι θέλω», τά κέντρα τῆς σύγχρονης κοινωνικῆς διαρθρώσεως, ὣστε μέ τρόπο «εὐχάριστο» γιά τόν ρηχό ἂνθρωπο, νά τόν ἀποκόπτουν ἀπό κάθε Θρησκευτικό συναί- σθημα, ἀπό κάθε δυνατότητα ἐπικοινωνίας μέ τήν Πίστη μας, μέ τήν Ὀρθο- δοξία, μέ Τόν ἲδιο Τόν Θεό.Ἡ λέξις «Χριστούγεννα», κατάντησε νά χρησιμοιῆται ἀλογίστως, χωρίς τό πραγματικό της νόημα καί μέ τρόπο πού δέν παραπέμπει στήν Μεγάλη Ὀρθόδοξη Ἑορτή τῆς ἐνανθρωπίσεως Τοῦ Σωτῆρος μας, ἀλλά σέ κάτι πού προτρέπει σέ ὑλιστικές, κοσμικές καί χωρίς ἲχνος εὐλαβείας ἢ πνευματικότητος «διασκεδάσεις»…!



Οἱ σύγχρονες κοινωνίες, ὁδεύουν ὁλοταχῶς εἰς τή ἀπώλεια.Νόμοι, διατάγματα, ἀποφάσεις κ.λπ., μεθοδεύουν τήν Υποδούλωση τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας, σέ σατανολατρικές, ὑλιστικές καί σαρκολατρικές διαδικασίες, τίς ὁποῖες ἐπιβάλλουν οἱ «ἰσχυροί», μέσω…οἰκονομικῶν ἀνταλλαγμάτων...!Και οἱ λαοί, «τοῖς κείνων Χρήμασι πειθόμενοι», συμβιβάζονται, ὑποκύπτουν καί γίνονται «τενεκεδένια στρατιωτάκια» στίς διαθέσεις τῶν ὁπαδὦν καί ὑπηρετῶν τοῦ ἀντιχρίστου…!Ἡ Μεγαλη Ἑορτή πού πλησιάζει, εἶναι Γεμάτη ἀπό τήν ἀγάπη Τοῦ Κυρίου μας γιά τόν ἂνθρωπο, καί δέν ζητᾶ ἀπό ἐμᾶς, παρά μόνον νηστεία, Προσευχή καί γονάτισμα μπροστά στήν ταπεινή φάτνη, στήν ὁποία κατεδέχθη νά ἐμφανισθῇ Ὁ Βασιλεῦς τοῦ παντός, Ὁ ἲδιος ὁ Θεός μας…!Ποία σχέση εἶναι δυνατόν νά ἒχη τό Μέγιστον αὐτό θαῦμα μέ τήν ὓλη καί τούς κοσμικῆς φύσεως «ἑορτασμούς», τά γλέντια καί τά «ξεφαντωματα» τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν;



Αδελφοί ἐν Κυρίῳ ἀγαπητοί,


Προσέλθετε μέ σεβασμό, μέ εὐλάβεια, μέ συναίσθηση τῆς Θυσίας Τοῦ Κυρίου μας στόν Ἑορτασμό τῶν Χριστουγέννων.΄Η Ἑορτή αὐτή, σᾶς καλεῖ νά συμμετάσχετε, ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ, εἰς τό Μέγα Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας...!Ἐξομολόγησις και Θεία Κοινωνία ἂς εἶναι γιά Όλους μας ὁ τρόπος μέ τόν ὀποῖον θά δείξωμε πώς ἀντιλαμβανόμεθα τό ἀληθές Πνεῦμα τῶν Χριστουγέννων καί ὂχι το ψευδεπίγραφον πού μᾶς προβάλλουν καί, μέ κάθε τρόπον, μᾶς ἐπιβάλλουν, κατά τρόπον μάλιστα προκλητικόν, οἱ πάσης φύσεως Αρνηταί τῆς Ὀρθοδοξιας μας...!Μακριά, λοιπόν, ἀπό τό καθαρῶς κοσμικό πνεῦμα τῶν Χριστουγέννων, τό ὁποῖον, ἀπογυμνωμένο ἀπό τήν εὐλάβεια καί τήν πνευματικότητα πού τοῦ πρέπει, ὁδηγεῖ εἰς σφαῖρας ἀντιθέτους τῶν τῆς Πίστεώς μας.



Εὒχομαι ἐκ βάθους καρδίας, εις ὃλους, Καλά καί Ορθόδοξα Χριστούγεννα, ἐν πνεύματι Χριστοῦ, μέ ὑγείαν καί μέ συμμετοχήν εἰς τά Ἃγια Μυστήρια τῆς Ἐξομολογήσεως καί Θείας Κοινωνίας.


Αρχιμανδρίτης π.Ευθύμιος Μπαρδάκας


ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 1948



Εἶναι παραμονὴ Χριστουγέννων. Βράδυ καὶ τὸ κρύο ἔξω εἶναι τσουχτερό. Τὸ χιόνι σὰν ἄσπρο σεντόνι σκεπάζει τοὺς δρόμους τοῦ χωριοῦ καὶ τὰ γύρω βουνά. Ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα πῆγαν στὴν ἐκκλησία. 



Τὰ παιδιὰ εἶναι λυπημένα, γιατὶ δὲν πῆγαν κι ἐκεῖνα. Τότε ἡ γιαγιά, γιὰ νὰ διώξη τὴ στενοχώρια τῶν παιδιῶν, ἄρχισε νὰ τοὺς λέη τὴ χριστουγεννιάτικη ἱστορία. 



- Μιὰ φορά, ξεκίνησε ἕνας φτωχὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν καλύβα του νὰ βρῆ φωτιά. Γύριζε ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα, χτυποῦσε νὰ τοῦ ἀνοίξουν κι ἔλεγε: - Βοηθῆστε με, καλοί μου ἄνθρωποι! Ἡ γυναίκα μου γέννησε ἕνα παιδάκι... Πρέπει ν’ ἀνάψω φωτιά, γιὰ νὰ ζεστάνω κι αὐτὴ καὶ τὸ μωρό. Μὰ ἦταν νύχτα. Ὅλοι κοιμόνταν κλεισμένοι στὰ σπίτια τους καὶ κανένας δὲν ἔδινε ἀπάντηση στὰ παρακάλια του. Ὁ ἄνθρωπος ὅλο καὶ προχωροῦσε καὶ ξεμάκραινε ἀπὸ τὴ φτωχή του καλύβα. Κάποτε εἶδε μακριὰ ἕνα μικρό φῶς. Ὅλος χαρά, πὼς θάβρισκε πιὰ φωτιά, κίνησε κατὰ κεῖ. Ὅταν πλησίασε, εἶδε πὼς ἦταν μιὰ μεγάλη φωτιὰ κι ὁλόγυρά της ἦταν ξαπλωμένα ἕνα κοπάδι ἄσπρα πρόβατα. Τὸ κοπάδι τὸ φύλαγε ἕνας γεροβοσκός. Κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ χρειαζόταν τὴ φωτιά, πλησίασε τὰ πρόβατα καὶ εἶδε, πὼς στὰ πόδια τοῦ βοσκοῦ ἦταν ξαπλωμένα τρία μεγάλα σκυλιά. Ὅταν πλησίασε ὁ ἄνθρωπος τὰ σκυλιά, ἐκεῖνα ξύπνησαν κι ἄνοιξαν τὰ μεγάλα τους στόματα, γιὰ νὰ γαβγίσουν. Μὰ ἡ φωνή τους παράλυσε στὸ στόμα τους καὶ κανένα γάβγισμα δὲν τάραξε τὴ νυχτερινὴ ἡσυχία. Τότε ὁ ἄνθρωπος εἶδε, πὼς ἀνασηκώθηκε ἡ τρίχα τους, πὼς γυάλισαν τὰ δόντια τους καὶ πὼς ρίχτηκαν ἐπάνω του. Ἔνιωσε πὼς ἕνα σκυλὶ τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὰ γόνατα, τ’ ἄλλο ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸ τρίτο κρεμάστηκε ἀπὸ τό λαιμό του. Μὰ τὰ δόντια τους ἔμειναν παράλυτα καὶ τὰ σκυλιά, χωρὶς νὰ τοῦ κάνουν κανένα κακό, τραβήχτηκαν. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε νὰ πλησιάση στὴ φωτιά, μὰ τὰ πρόβατα στριμώχτηκαν τὸ ἕνα κοντὰ στό ἄλλο, τόσο πολύ, ποὺ δὲν εἶχε ποῦ νὰ πατήση. Τότε κι αὐτὸς ἄρχισε νὰ πατάη στὶς πλάτες τους, μὰ κανένα ἀπὸ τὰ πρόβατα οὔτε κουνήθηκε,οὔτε ξύπνησε. Τότε ὁ Γιαννάκης ρώτησε: - Γιατί, γιαγιά, τὰ πρόβατα ἐξακολούθησαν ἥσυχα τὸν ὕπνο τους, ἀφοῦ ξέρομε πόσο δειλὰ εἶναι; - Ἔχε λίγη ὑπομονὴ καὶ θὰ τὸ μάθης, εἶπε ἡ γιαγιὰ κι ἐξακολούθησε τὴ διήγησή της: - Ὅταν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πλησίασε σχεδὸν τὴ φωτιά, ὁ βοσκὸς σήκωσε τὸ κεφάλι του. Ἦταν ἕνας κατσουφιασμένος γέρος, παράξενος καὶ σκληρὸς καὶ μιλοῦσε ἀπότομα σὲ ὅλους. Ὅταν εἶδε τὸν ἄγνωστο, ποὺ πλησίαζε, ἔριξε ἐπάνω του τὴ μακριά του γκλίτσα, ποὺ ἦταν στὴν ἄκρη μυτερή. Μὰ ἡ γκλίτσα λοξοδρόμησε κι ἔπεσε μὲ πολὺ κρότο στὴ γῆ, χωρὶς νὰ βλάψη τὸν ἄγνωστο. Ἡ γιαγιὰ ἤθελε νὰ ἐξακολουθήση, μὰ ὁ Κωστάκης τώρα μὲ τὴν ἀράδα του τὴ ρώτησε: - Μὰ γιατί, γιαγιά, δὲν τὸν πέτυχε ἡ γκλίτσα; Μὰ ἡ γιαγιά, χωρὶς νὰ προσέξη τὴν ἐρώτηση τοῦ Κωστάκη, ἐξακολούθησε: - Τότε ὁ ἄγνωστος πλησίασε τὸ βοσκὸ καὶ τοῦ εἶπε: - Καλέ μου ἄνθρωπε, βοήθησέ με καὶ δῶσε μου λίγη φωτιά. ῾Η γυναίκα μου γέννησε καὶ πρέπει ν’ ἀνάψω φωτιὰ νὰ ζεσταθῆ κι αὐτὴ καὶ τὸ μωρό. Ὁ βοσκὸς θέλησε νὰ τοῦ ἀρνηθῆ. Θυμήθηκε ὅμως, πὼς τὰ σκυλιὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν δαγκάσουν, τὰ πρόβατα δὲν τὸν φοβήθηκαν καὶ δὲν σκορπίστηκαν καὶ πὼς ἡ μαγκούρα του δὲν τὸν πέτυχε καὶ δείλιασε. Δὲν τόλμησε λοιπὸν νὰ ἀρνηθῆ στὸν ἄγνωστο. - Πάρε ὅση φωτιὰ θέλεις! εἶπε ὁ βοσκός. Μὰ ἡ φωτιὰ εἶχε χωνέψει πιὰ καὶ δὲν εἶχε κανένα μακρὺ ξύλο ἢ κλαδί. Ἦταν μονάχα ἕνας μεγάλος σωρὸς ἀπὸ ἀναμμένα κάρβουνα. Καὶ ὁ ἄγνωστος δὲν εἶχε οὔτε φτυάρι, οὔτε κανέναν τενεκέ, οὔτε τίποτ’ ἄλλο, γιὰ νὰ τὰ βάλη καὶ νὰ τὸν πάη σπίτι του. Ὁ βοσκός, ποὺ τόνιωσε αὐτό, τοῦ ξαναεῖπε: - Πάρε ὅση φωτιὰ θέλεις καὶ ἀπὸ μέσα του χαιρόταν, πὼς δὲ θὰ μπορέση νὰ πάρη φωτιά. Μὰ ὁ ἄγνωστος ἔσκυψε, παραμέρισε μὲ τὸ χέρι του τὴ στάχτη ἀπὸ τὰ κάρβουνα, ὕστερα ἀνασήκωσε τὴν ἄκρη ἀπὸ τὸ φόρεμά του καὶ τὰ ἔβαλε ἐκεῖ. Τί περίεργο ὅμως! Τὰ κάρβουνα, οὔτε τὰ χέρια του ἔκαιγαν, ὅταν τάπιανε, οὔτε τώρα τὸ φόρεμά του. Τὰ πήγαινε σπίτι του, σὰ νὰ μὴν ἦταν ἀναμμένα κάρβουνα, ἀλλὰ μῆλα ἢ καρύδια. Ἐδῶ γιὰ τρίτη φορὰ τὰ παιδιὰ ρώτησαν τὴ γιαγιά: - Μὰ γιατί, γιαγιά, δὲν τὸν ἔκαψαν τὰ κάρβουνα; - Τώρα θὰ ἰδῆτε γιατί, περιμένετε! Εἶπε ἡ γιαγιὰ κι ἐξακολούθησε. Ὅταν εἶδε αὐτὰ ὁ κακὸς βοσκός, ἀπόρησε. - Μὰ τί νύχτα εἶναι αὐτή, συλλογίστηκε, ποὺ τ’ ἀγριόσκυλα δὲ δαγκάνουν, τὰ πρόβατα δὲν τρομάζουν, ἡ γκλίτσα δὲν πληγώνει καὶ τὰ κάρβουνα δὲν καῖνε; Σταμάτησε τὸν ἄγνωστο καὶ τὸν ρώτησε: - Τί νύχτα εἶναι ἡ σημερινὴ καὶ γιατί ὅλα ἔχουν τόση καλοσύνη γιὰ σένα; - Ἄν δὲν τὸ βλέπεις μόνος σου, δὲν μπορῶ ἐγὼ νὰ σοῦ ἐξηγήσω, ἀποκρίθηκε ὁ ἄγνωστος, καὶ τράβηξε τὸ δρόμο του, γιὰ νὰ προφτάση νὰ ζεστάνη τὴ γυναίκα του καὶ τὸ βρέφος. Ὁ βοσκὸς ἀποφάσισε ν᾽ ἀκολουθήση τὸν ἄγνωστο καὶ νὰ μάθη τί σημαίνουν ὅλα αὐτά. Πήγαινε λοιπὸν ἀπὸ πίσω του, ὥσπου ὁ ἄγνωστος ἔφτασε στὴν καλύβα του. Εἶδε τότε ὁ βοσκός, πὼς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν εἶχε οὔτε καλύβα καὶ πὼς ἡ γυναίκα του καὶ τὸ μωρὸ ἦταν ξαπλωμένοι μέσα σὲ μιὰ γυμνὴ σπηλιά, ποὺ δὲν εἶχε τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ τοὺς τέσσερεις γυμνοὺς τοίχους. Ὁ βοσκὸς σκέφτηκε τότε, πὼς τὸ μικρὸ καὶ ἀθῶο βρέφος θὰ πάγωνε μέσα στὴ σπηλιὰ κι ἂν καὶ ἡ καρδιά του ἦταν σκληρή, τὸ λυπήθηκε. Ξεκρέμασε τότε τὸ σακούλι, ποὺ εἶχε κρεμασμένο στὸν ὦμο του, ἔβγαλε μιὰ κάτασπρη μαλακὴ προβιὰ καὶ τὴν ἔδωσε στὸν ἄγνωστο νὰ τὴ στρώση κάτω ἀπὸ τὸ παιδάκι. Ἐκείνη τὴ στιγμή, ποὺ αὐτὸς ὁ σκληρὸς ἄνθρωπος ἔνιωσε συμπόνια γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους κι ἔκαμε μιὰν ἐλεημοσύνη, ἄνοιξαν τὰ μάτια του. Εἶδε αὐτά, ποὺ πρὶν δὲν μποροῦσε νὰ ἰδῆ κι ἄκουσε ἐκεῖνο, ποὺ πρὶν δὲν μποροῦσε ν’ ἀκούση. Εἶδε, πὼς ὁλόγυρα ἦταν ἄγγελοι μ᾽ ἀσημένιες φτεροῦγες καὶ πὼς στὰ χέρια τους κρατοῦσαν κιθάρες. Κι ἄκουσε ποὺ ἔψαλλαν, πὼς τὴ νύχτα ἐκείνη γεννήθηκε ὁ Σωτὴρας τοῦ κόσμου. Τὸτε κατάλαβε ὁ βοσκός, γιατί τὴ νύχτα ἐκείνη δὲν μποροῦσε κανένας νὰ κάμη κακὸ στὸν ἄγνωστο. Ἔπειτα εἶδε ὁ βοσκός, πὼς ἄγγελοι ἦταν παντοῦ. Κάθονταν στὴ σπηλιά, κατέβαιναν ἀπ᾽ τὸ βουνό, πετοῦσαν στὸν οὐρανό, περπατοῦσαν πολλοὶ μαζὶ στοὺς δρόμους, σταματοῦσαν στὴν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς καὶ κοίταζαν τὸ βρέφος. Παντοῦ ἦταν σκορπισμένη ἡ χαρά, τὸ τραγούδι καὶ μιὰ λεπτὴ ψαλμωδία. Κι ὅταν ὁ βοσκὸς στὴ σκοτεινὴ ἐκείνη νύχτα εἶδε κι ἄκουσε, ὅσα πρὶν οὔτε ἔβλεπε οὔτε ἄκουε, ἔνιωσε μεγάλη χαρά, ποὺ ἄνοιξαν τὰ μάτια του καὶ γονάτισε κι εὐχαρίστησε τὸ Θεό. Τότε κι ὁ Γιαννάκης, ποὺ ἡ γιαγιὰ πιὰ σταμάτησε τὴ διήγησή της, εἶπε:


- Τώρα, γιαγιά, κατάλαβα κι ἐγώ, γιατί ἐκείνη τὴ νύχτα τὰ σκυλιὰ δὲ δάγκωναν, τὰ πρόβατα δὲν ξυπνοῦσαν ἀπὸ τὸ φόβο τους, ἡ γκλίτσα δὲν πλήγωνε καὶ τὰ κάρβουνα δὲν ἔκαιαν. Εἶχαν ὅλα τὴν καλοσύνη τοῦ Χριστούλη μας, γιατὶ τὸ μωρό, ποὺ γεννήθηκε ἐκείνη τὴ νύχτα, ἦταν ὁ Χριστός! ῎Ε, γιαγιάκα; - Ναί, παιδάκια μου, εἶπε ἡ γιαγιὰ καὶ φίλησε τὰ ἐγγονάκια της. ᾽Ελᾶτε τώρα καὶ σεῖς στὰ κρεβατάκια σας νὰ κοιμηθῆτε.


Πηγή:Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1948


Αντιγραφή από το Ιστολόγιο Ιωάννης Καποδίστριας.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Η ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ ΣΤΟΛΗ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΕΣΤΙΝ



Σκέψου,ότι ο Χριστός με την γέννησή του ήρθε να πολεμήσει με την ταπείνωσή του τον άτακτο έρωτα της δόξας. Ο κοσμικός άνθρωπος επιδιώκει να υπερέχει από τους άλλους, να τιμάται και να δοξάζεται και γενικά να φαίνεται ότι είναι ο εκλεκτότερος των υπολοίπων.



Να δίνει διαταγές με δεσποτική αλαζονεία, να μιλά­ει αφ' υψηλού και να παρουσιάζεται ως αυθεντία. Αν καμιά φορά τύχει κι έρθουν σε αντιπαράθεση η δόξα του Θεού και η δόξα η δική του, τότε αυτός καταφρονεί την δόξα του Θεού και εκ των προτέρων προτιμά τη δική του δόξα.



Αυτά όλα είναι ανόητες θέσεις και διδασκαλίες που διδάσκει ο κόσμος στους μαθητές του και αυτά τα σφάλματα ήρθε να θεραπεύ­σει ο λυτρωτής μας,αφότου άρχισε να ζει στον κόσμο. Μπορούσε ο ίδιος ασφαλώς και βρέφος ακόμη να κάνει έργα ωρίμου ανδρός. Μπορούσε δηλαδή μόλις γεννήθηκε να μιλάει με καθαρή άρθρωση. Μπορούσε να καταλαβαίνει και να μιλάει τις γλώσσες όλων των λαών. Μπορούσε να έχει γύρω του χιλιάδες και μυριάδες ηλιομόρφων Αγγέλων για να τον παραστέκονται ολοφάνερα και να τον υπηρετούν όχι μόνον ως Θεό, αλλά και ως άνθρωπο. Ακόμη μπορούσε από την πρώτη στιγμή της ζωής του να χρησιμοποιεί τον χρόνο με το να τρέχει στον κόσμο να τον γεμίζει από τα μεγαλεία των θαυμάτων του, να τον φωτίζει με τις λάμψεις της διδασκαλίας του, να τον διδάσκει με την αγιότητα των παραδειγμάτων του και να τον μεταστρέφει με τη δύναμη του κηρύγματός του. Μ' αυτά όλα μπορούσε να δοξάσει το όνομά του περισσότερο απ' όλους τους ανθρώπους που υπήρχαν φιλόδοξοι στον κόσμο. Και οι βασιλείς και οι άρχοντες και οι μεγιστάνες του κόσμου και όλοι οι λαοί να ξεκινούν από τα πέρατα της οικουμένης και να έρχονται στην Ιερουσαλήμ για ν' ακούσουν την ουράνια σοφία που διδάσκει ένα βρέφος, όπως η βασίλισσα του Νότου που ξεκίνησε μέσα από την Ευδαίμονα Αραβία και ήρθε ν' ακούσει τη σοφία του δωδεκαετούς παιδιού, του Σολομώντος. Να έρχονται να δουν ένα νήπιο να φωτίζει τυφλούς, να καθαρίζει λεπρούς, να ανορθώνει χωλούς, να γιατρεύει αρρώστους, να ανασταίνει νεκρούς και γενικά να κάνει παράδοξα και φρικτά θαύματα, ώστε όλοι να το επαινούν, όλοι να το δοξάζουν, όλοι να το ευφημούν. Αλλά ο Ιησούς δεν ήθελε τέτοια ανθρώπινη και μάταιη δόξα. Όχι! Αλλά "σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν", καθώς λέγει ο θείος Παύλος (Φιλιπ. 2,8) και κρύβεται με τον ερχομό του σ' ένα τόπο από τους πιο αφανείς της Ιουδαίας και σ' ένα ενδιαίτημα των αλόγων ζώων σκεπάζει δε όλους τους θησαυρούς της σοφίας του μέσα σ' ένα κομμάτι σάρκας και κάτω από την διανοητική αδυναμία ενός αγνώστου αφώνου νηπίου. "Εν ώ εισι πάντες οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως απόκρυφοι"! (Κολ. 2,3) Δι' αυτό και ο Ησαΐας για την νηπιώδη αγνωσία του παιδιού αυτού λέγει. "...πριν ή γνώναι το παιδίον καλείν πατέρα ή μητέρα..." (Ησ. 8, 4). Και κατά την εποχή που οι βασιλείς της γης -εννοώ ο Αύγουστος Καίσαρ- κυβερνούν το κράτος τους με απογραφές και εκδίδουν στους λαούς νόμους και φαίνονται παντού ένδοξοι, αυτός, που είναι ο βασιλεύς των βασιλευόντων, γεννιέται και ζει εντελώς άγνωστος και θεωρείται σαν ένα μηδενικό. Ώ της ανυπέρβλητης ταπεινώσεώς σου, ώ γλυκύτατο όνομα, ώ γλυκύτατε υπεράνθρωπε Ιησού! Αυτή η ταπείνωσή σου έκανε τον προφήτη Αββακούμ να χάσει σχεδόν το μυαλό του και να λέει· "Κύριε, κατενόησα τα έργα σου και εξέστην. Εν μέσω δύο ζώων γνωσθήση" (Αββακ. 3,2). Αυτή η ταπείνωση παρακίνησε τον όσιόν σου Ισαάκ να πει τα υψηλά αυτά λόγια. "Η ταπεινοφροσύνη στολή θε­ότητός εστιν. Ο γαρ Λόγος ο ενανθρωπήσας αυτήν ενεδύσατο και ωμίλησεν ημίν δι' αυτής εν τω σώματι ημών...ίνα μη η κτίσις τη αυτού θεωρία καταφλεχθή" (Λόγ. κ'). Επειδή και η αιτία της πτώσεως των αγγέλων στον ουρανό και των ανθρώπων στη γη υπήρξε η διαφορά ανάμεσα στο μεγαλύτερο και στο μικρότερο, γι' αυτό εσύ, ο Λόγος του Θεού, με τη γέννησή σου σηκώνεις από τον κόσμο αυτό το μεγάλο σκάνδαλο της απωλείας του κόσμου. Και Συ, ο ανώτερος και "υπέρ τα όντα ων", αφού έγινες κατώτερος και έσχατος όλων, κάνεις μ' αυτό τον τρόπο όμοια όλα σου τα κτίσματα, τόσο τα μεγαλύτερα και ανώτερα, όσο και τα μικρότερα και κατώτερα και καταδεικνύεις ως άριστη οδό υψώσεως, την ταπείνωση, καθώς θεολογεί ο δικός σου της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγοντας. "Ελευθερώνει με παράδοξο τρόπο ο Θεός από την αιτία της αρχικής πτώσεως (τον άνθρωπο). Και αυτή (η αιτία) ήταν η υπεροχή και η κατωτερότητα που ενυπάρχει στα όντα. Και από εδώ ξεκι­νάει ο φθόνος και ο δόλος και οι φανερές και κρυφές αντιπαλότητες. Ο Θεός λοιπόν ευδόκησε πρόσφατα (με την ενανθρώπηση του Χριστού) να διαλύσει την αιτία της υπερηφάνειας που καταστρέφει τα λογικά του κτίσματα. εξομοιώνει δηλαδή τα πάντα με τον εαυτό του και επειδή βέβαια ο ίδιος με τον εαυτό του είναι ίσος και όμοιος κατά φύσιν, κάνει και την φύση ίση κατά χάριν με τον εαυτό της. Και αυτό πώς έγινε; Ο ίδιος ο εκ Θεού Θεός Λόγος, αφού άδειασε τον εαυτό του απόρρητα και μυστικά, κατέβηκε από ψηλά στην έσχατη ανθρώπινη ύπαρξη και αυτή αφού την έδεσε μαζί του κατά τρόπο άλυτο και αφού ταπεινώθηκε και πτώχευσε σαν άνθρωπος (όμοιός μας) έκανε τα κάτω πάνω, μάλλον δε συνένωσε και τα δύο σε ένα. Με τη Θεότητα δηλαδή συνένωσε την ανθρωπότητα και έτσι υπέδειξε σε όλους την ταπείνωση ως δρόμο που οδηγεί προς τα άνω, αφού πρόσφερε τον εαυτό του σήμερα υπόδειγμα μπροστά στους ανθρώπους και στους αγίους Αγγέλους" (Λόγος στη Γέννηση του Χριστού).Τώρα, εσύ αγαπητέ, μπορείς να βρεις μεγαλύτερη απ' αυτή τη διαφορά μεταξύ του Θεού και του κόσμου; Λοιπόν, από αυτούς τους δύο ποιος είναι δίκαιο να σ' εξουσιάζει; Ο Χριστός ή ο κόσμος; Βέβαια ο Χριστός. γιατί ο Χριστός,ούτε πλανά ούτε πλανάται, ενώ ο κόσμος και πλανά και πλανάται. Έπειτα, σκέψου, πως για τον Χριστό δεν ήταν αρκετό που γεννήθηκε υπήκοος του Καίσαρος Αυγούστου, αλλά θέλησε ακόμη να γεννηθεί και στην εποχή που γινόταν επίσημη δήλωση έμπρακτης υποταγής. "Εν ταις ημέραις εκείναις εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην" (Λουκ. 2,1) και θέλησε να φέρει άνω - κάτω όλα τα πράγματα, κυρίως όμως να βάλει τον εαυτό του κάτω απ' αυτήν την υποταγή. "Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίας εκ πόλεως Βηθλεέμ...απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί ούση εγκύω" (Λουκ. 2, 4).Εσένα όμως αδελφέ φαίνεται πως σ' ευχαριστεί να τα κάνεις όλα άνω κάτω, να συγχύζεις όλο τον κόσμο, μόνο για να εκπληρώσεις την επιθυμία σου, μόνο για να υποτάξεις όλους στη γνώμη σου, μόνο για να γίνεις μεγάλος και για να αποκτήσεις δόξα στον κόσμο. μ' αυτό που κάνεις φαίνεσαι να λες. εγώ προτιμώ ν' ακολουθήσω το παράδειγμα του κόσμου από το παράδειγμα του Χριστού. Εγώ επιλέγω την δόξα των ανθρώπων από τη δόξα του Θεού.Ω, πόσο θα σου φανεί βαριά αυτή η παράλογη εκλογή σου, όταν στο φως της κρίσεως του Θεού θα δεις τα πράγματα όπως ακριβώς είναι κι όχι καθώς τώρα σου φαίνονται και όταν αυτό το βρέφος, που τώρα βλέπεις μέσα στη φάτνη άδοξο και ταπεινό, έρθει ως μέγας βασιλεύς με δύναμη και δόξα πολλή για να κρίνει όλο τον κόσμο.Αλλά τί απαντάς; Ναι εγώ πρέπει να παραβλέπω την τιμή μου και να ταπεινώνομαι για το Χριστό, αλλά ο κόσμος είναι χωρίς διάκριση και με περιφρονεί και δεν με υπολογίζει για τίποτε. Εύγε, σωστά απάντησες. Άφησε λοιπόν να είναι κρυμμένη και καταφρονημένη απ' αυτόν τον κόσμο η δική σου τιμή και η ζωή, για να φανερωθείς και συ με τιμή και δόξα, όταν φανερωθεί ο Χριστός. "Απεθάνετε γαρ, και η ζωή υμών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ. όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη" (Κολ. 3, 3-4). Ας λέει ο κόσμος τα δικά του. Τί σε νοιάζει; Εσύ ν' ακολουθείς την οδηγία της σοφίας του Χριστού κι όχι της μωρίας του κόσμου, που είναι και δικός σου εχθρός και εχθρός του λυτρωτού σου. είναι τόσο μεγάλος εχθρός του που ο ίδιος ο Χριστός στο καιρό του πάθους του, ενώ παρακάλεσε τον ουράνιο πατέρα ακόμη και για τους σταυρωτές του, όμως για τον κόσμο δεν θέλησε να παρακαλέσει. "ου περί του κόσμου ερωτώ" (Ιω. 17,9). Γι' αυτό πρέπει να διαλέξεις ένα από τα δύο, αν είσαι φίλος του Ιησού, πρέπει να είσαι εχθρός του κόσμου. και αν αντίθετα θελήσεις να είσαι φίλος του κόσμου, εξάπαντος θα είσαι εχθρός του Ιησού. "Μοιχοί και μοιχαλίδες! Ουκ οίδατε ότι η φιλία του κόσμου έχθρα του Θεού εστιν; Ος αν ουν βουληθή φίλος είναι του κόσμου εχθρός του Θεού καθίσταται" (Ιακωβ. 4,4). Μα σου κακοφαίνεται επειδή σε καταφρονεί και σε μισεί ο κόσμος; Ανόητος που είσαι! Αυτό το μίσος και αυτή η καταφρόνηση (του κόσμου) είναι καλό σημάδι. Πως δηλαδή δεν είσαι μαθητής του κόσμου, αλλά μαθητής του Χριστού. "Ει εκ του κόσμου ήτε, ο κόσμος αν το ίδιον εφίλει. Ότι δε εκ του κόσμου ουκ εστέ, αλλ' εγώ εξελεξάμην υμάς εκ του κόσμου, διά τούτο μισεί υμάς ο κόσμος" (Ιω. 15, 19).Αδελφέ μου, άνοιξε μία φορά τα μάτια σου για το καλό της ψυχής σου και αποφάσισε να μην εμπιστεύεσαι πια τον ψεύτη και επίβουλο κόσμο, καθώς σε συμβουλεύει και ο σοφός Σειράχ. "Μη πιστεύσης τω εχθρώ σου εις τον αιώνα" (Σοφ. Σειρ. 12, 10). 



Πάρε σταθερή απόφαση να μελετάς πάντοτε και να ακολουθείς την οδηγία του φωτός των παραδειγμάτων, του Ιησού Χριστού, ο οποίος μέσα από τα βρεφικά σπάργανα σου φωνάζει με γλώσσα ψελλίζουσα εκείνο το φοβερό έλεγχο. "Πώς δύνασθε υμείς πιστεύσαι, δόξαν παρά αλλήλων λαμβάνοντες και την δόξαν την παρά του μόνου Θεού ου ζητείτε;" (Ιω. 6, 44). Και επειδή αυτός (ο Ιησούς Χριστός) έπαθε τόσα για να σε διδάξει την αλήθεια, παρακάλεσέ τον να σου δώσει χάρη να καταλάβεις σ' όλο το βάθος το παράδειγμά του και την διδασκαλία του, για να αγαπάς την ταπείνωσή του, η οποία είναι γεμάτη από αληθινό ύψος και δόξα. να μισείς όμως και να αποστρέφεσαι την δόξα και την τιμή του κόσμου, η οποία είναι αληθινή ατιμία και αδοξία. γιατί όχι μόνο σου στερεί την ουράνια δόξα, αλλά και γιατί στο τέλος της ζωής, καταλήγει (η δόξα του κόσμου) στο χώμα και στην κοπριά σύμφωνα με τη Δαβιτική εκείνη κατάρα. "Καταδιώξαι άρα ο εχθρός την ψυχήν μου...και την δόξαν μου εις χουν κατασκηνώσαι" (Ψαλμ. 7, 5).


 

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.Γλωσσική απόδοση:Αγαθή Θεοδοσίου.Εκ του περιουδικού ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ,τριμηνιαία έκδοση ορθοδόξου διδαχής,τεύχος 4,Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1999.Από το έργο του Αγίου Νικοδήμου "Πνευματικά Γυμνάσματα",Λόγος κ'.Μέρος 2ον,τελευταίο.

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορίτης

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΘΛΙΨΗ ΤΩΝ ΚΑΚΟΔΟΞΩΝ



Τα Χριστούγεννα είναι εκπληκτικά,ανείπωτη χαρά,αγιοπνευματικό ''μεθυσμένο'' πανηγύρι κι ακόρεστα,αρχοντοκαμωμένη ευφροσύνη σε μικρές κοινότητες ορθοτομούντων,εκστασιασμένων χριστιανών,που έκαναν την προσευχή τους,ταπεινή,ατσαλάκωτη σημαία και την νηστεία ζεστό επίθεμα στα θρυμματισμένα τραύματα της αιμόφυρτης,πάσχουσας ψυχής τους.



Όταν η Σαρρακοστή ξεκίναγε από Όρθρου βαθέως τον θεοφόρο ανήφορο της νικητήριας,συσωστικής νηστείας,εκείνοι αθλοφορούσαν ανδροπρεπείς και Διγενείς στην θυσιαστική παλαίστρα των εμβόλιμα,εκτοξευμένων λογισμών τους,έκαναν την ζωή πνευματικά,προσευχητικό θυσιαστήριο και αιματηρά,αγωνιστική αρένα,θυσία απόσπερα νυχτερινή κι απόκοσμο,κρυφοθώρητο αγώνα.



Γέμιζαν το πλούσια,φιλόκαρδο δισάκι τους με τα υστερημένα αντίδωρα της φλογερής κι ανυπέρβλητης αγάπης τους,για να συνδράμουν αρχοντικά και γαλαντόμα τον ρακένδυτο,μικρό Χριστό της άφιλης,σκοτεινής γωνίας,την πτωχή,βουβή και πικραμένη χήρα του απέναντι,άγνωστου σπιτιού,τον λησμονημένο κι απαξιωμένο πρόσφυγα αυτού του οδυνηρού και δαιμονόπληκτου πολέμου.



Τα βράδυα σταυρώνονταν προσευχητικά μετέωροι με αναδυόμενους,ανθισμένους ύμνους και ικετευτικές,κυπαρισσένιες παρακλήσεις,τα πρωινά στραυροκοπιόντουσαν γονυπετείς στις παρακλητικές ευχές ενός επιβλητικά,αναδυόμενου,μοσχοθυμιασμένου Όρθρου,ενώ η φλόγα της τρεμάμενα κινούμενης,κρεμαστής κανδύλας φώτιζε τον δρόμο προς το όνειρο,το άγοντα στο σταυροκοπημένο ανηφόρι της Άνω Ιερουσαλήμ.



Δεν νιώθουν καμμιά ικμάδα καταθλιπτικής μελαγχολίας,όπως οι κοσμικοί,εντόπιοι ειδωλολάτρες,που κρέμασαν τις θνητές,ημεροληκτικές ελπίδες τους στις  πρασινεμένες σιδηρόβεργες ενός εργοστασιακού ελάτου,στο παγωμένο χέρι ενός ξεφούσκωτου,πλαστικού στρουμφοβασίλη,στις αφρώδεις,ενχώριες ελληνικές σαμπάνιες,στις μυρωδάτες,ξέχειλες,παραγεμισμένες κατσαρόλες,στα εύοσμα,δρύινα μεθυστικά βαρέλια και τους ατέλειωτους ύπνους ενός ευυπόληπτου,οκνηρού και φιλήσυχου πολίτη.



Γιατι ο εορτασμός των αληθινά Ορθοδόξων κρύβεται επιμελώς μέσα στην ανωνυμία του κορεσμένου πλήθους,η Χριστολογική μεγαλοσύνη τους είναι αδιαφήμιστη,πνευματική μαρκίζα στην ασφυκτικά,πομπώδη πασαρέλα υποκρινόμενων,καθωσπρεπικών φιγούρων,κι ο ένθεος ζηλωτισμός τους είναι ο φαρισαικά,ανορθόδοξος αμοραλισμός λιθοβολούντων,υποδυόμενων πιστών. 



Γιατι τα Χριστούγεννα των Ορθοδόξων είναι η θλίψη των Κακοδόξων.



Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος


Ο ΗΡΩΔΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ



Θέλουμε τὴν «μαγεία» ἢ τὴν χαρὰ τῶν Χριστουγέννων;


  

'Οταν ἀποδίδουμε στὰ Χριστούγεννα τὸ πραγματικό τους νόημα,τότε ἐπιτυγχάνεται καὶ ὁ μέγας σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ.Σε λίγο ἀρχίζει ἡ περίοδος τῶν Χριστουγέννων ποὺ ὅλοι μὲ λαχτάρα περιμένουμε.῎Αραγε,πῶς θέλουμε νὰ τὰ ἑορτάσουμε;Κοσμικὰ ἢ πνευματικά;᾿Εξαρτᾶται ἀπ᾿ τὸ τί τελικὰ ζητᾶμε.Τὴν «μαγεία» τους,γιὰ τὴν ὁποία τόσα πολλὰ κάνει ἡ «διεθνὴς τῶν πονηρῶν»,ἢ τὴν χαρά τους,ὅπως θέλει ἡ ᾿Εκκλησία μας;



᾿Αλλ᾿ ἄς πάρουμε τὰ πράγματα μὲ τὴν σειρά τους...Ασφαλώς τὰ Χριστούγεννα ἔχουν νόημα βαθύτατα πνευματικό,ἅγιο καὶ σωτήριο.Διότι,μ᾿ αὐτὰ δὲν ἑορτάζουμε ἕνα ὁποιοδήποτε γεγονός,ὡς καὶ ἐθνικὸ ἀκόμη,ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴν ἐμφάνιση,μὲ σάρκα καὶ ὀστά,τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ κι ἀνάμεσά μας.Μᾶς τίμησε ἰδιαίτερα μὲ τὴν ᾿Επίσκεψή Του αὐτή, ὑπέροχα,ἀνυπέρβλητα,μοναδικά,καθὼς ἕνωσε τὴν δική μας ἀνθρώπινη φύση μὲ τὴν δική Του τὴν Θεϊκή.῎Ετσι ἔχουμε τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεανθρώπου στὴν ἱστορία.Τὴν ἕνωση τοῦ κτιστοῦ πλάσματος,μὲ τὸν ἴδιο τὸν ῎Ακτιστο Πλάστη καὶ Θεό.Σκοπὸς δὲ αὐτῆς τῆς Θείας παρέμβασης,εἶναι ἡ Θέωση τοῦ ἀνθρώπου. ῾Οπότε,μὲ τὰ Χριστούγεννα δὲν κάνουμε τίποτ᾿ ἄλλο τελικά,ἀπ᾿ τὸ νὰ ζοῦμε τὴν ἀναδημιουργία μας,τὴν ἀναπλασή μας ἀπ᾿ τὸ κατάντημα,στὸ ὁποῖο μᾶς ὁδήγησε ἡ ἁμαρτία,ὥστε νὰ ἐπανέλθουμε πάλι στὴν προτέρα μας κατάσταση.Νὰ γιατὶ τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων,εἶναι τὸ πλέον χαρμόσυνο καὶ τόσο ἐλπιδοφόρο ἄγγελμα τῆς ἱστορίας.Καὶ δὲν εἶναι ἄλλο,ἀπ᾿ αὐτὸ τοῦ ἀγγέλου κατὰ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς ποιμένες:


«Εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην,ἢτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ,ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ,ὅς ἔστι Χριστὸς Κύριος,ἐν πόλει Δαυὶδ» (Λουκ. βʹ 11). 


Δηλαδή,σᾶς ἀναγγέλω χαρὰ μεγάλη,ἡ ὁποία θὰ εἶναι γιὰ ὅλο τὸν λαό,ὅτι γεννήθηκε σήμερα γιὰ σᾶς στὴν πόλη τοῦ Δαυίδ,σωτήρας,ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Χριστὸς ὁ Κύριος.Συνεπῶς,ὅταν ἀποδίδουμε στὰ Χριστούγεννα τὸ πραγματικό τους νόημα,κι ὅταν τὰ ἑορτάζουμε ὅπως πρέπει,δηλαδὴ πνευματικά,τότε ἐπιτυγχάνεται καὶ ὁ μέγας σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ,δηλαδὴ ἡ ἕνωσή μας μὲ Αὐτόν,ἡ Θέωσή μας καὶ καταργεῖται τὸ ἔργο τοῦ διαβόλου,ἀκυρώνονται τὰ σκοτεινὰ σχέδιά του,ἀπομονώνεται,χάνεται ἀπ᾿ τὴ ζωή μας!Είναι ἑπόμενο, λοιπόν,ὅπως ὁ διάβολος πολέμησε τοῦ Χριστοῦ τὴν γέννηση ὡς Γεγονότος (ἀπ᾿ τὸ νὰ μὴν βρίσκεται πανάρετη γυναίκα γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ νὰ γίνει μητέρα Του,πράγμα ποὺ ἔγινε τελικὰ μὲ τὴν Παναγία,ὣς τοὺς διωγμοὺς μὲ τὴν σφαγὴ τῶν νηπίων ἀπ᾿ τὸν ῾Ηρώδη),ἔτσι καὶ τὴν πολεμᾶ ἀδιάκοπα ἔκτοτε ὡς ῾Εορτῆς.Πάρα πολλὰ ἔγιναν στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων,ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐξιστορήσουμε.Μόνο δυὸ λόγια καὶ κάποια ἁπλὰ παραδείγματα θὰ ἀναφέρουμε.



῎Αλλοι ἔγραψαν μυθολογίες γιὰ τὰ Χριστούγεννα,ἄλλοι τὰ παρερμήνευσαν,διότι δὲν θέλησαν νὰ τὰ βιώσουν,κι ἄλλοι προσπάθησαν νὰ τὰ καταργήσουν μὲ κρατικὲς διαταγές,μιὰ τακτικὴ ποὺ ὀνομάστηκε «῾Ηρωδισμός»!Πολλὰ ἔκαναν ἐπ᾿ αὐτοῦ οἱ αἱρέσεις (ὅπως ἡ φοβερότερη ὅλων ὁ Δοκητισμός,ὁ Μονοφυσιτισμὸς κ.λπ.),διάφοροι φιλόσοφοι,πολλοὶ ἄθεοι κι ἐχθροὶ τῆς Πίστης,ὅπως ὁ ᾿Ιουλιανὸς ὁ Παραβάτης κ.λπ.Τὸν περασμένο αἰῶνα στὴν κομμουνιστικὴ ΕΣΣΔ (Ρωσία) εἶχαν ἀπαγορευτεῖ τὰ Χριστούγεννα ἀπὸ τὸ 1917 μέχρι τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿80,ὁπότε καὶ κατέρρευσε τὸ καθεστώς!῞Οταν δὲ κυβερνοῦσε ὁ Στάλιν,τὰ Χριστούγεννα εἶχαν ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὰ Σταλινούγεννα,μὲ τὴν ἑορτὴ δηλαδὴ τῆς δικῆς του γέννησης!



Αλλ΄ ἡ χειρότερη πολεμικὴ ὅλων,εἶναι αὐτὴ τῆς ἐκκοσμίκευσης τῶν Χριστουγέννων!Πρόκειται γιὰ ἕναν ἑορτασμὸ ὄχι πνευματικό,ὅπως τὸν ἀναφέ- ραμε,ἀλλὰ κοσμικό,ἐντελῶς κοσμικὸ ὅσο γίνεται...'Εναν τρόπο ποὺ μεταβάλλει τὸ μέγα ὑπερκόσμιο Γεγονός,σὲ ἐγκόσμιο καὶ καθαρὰ ὑλιστικό!Οὔτε λόγος νὰ γίνεται γιὰ πνευματικὴ προετοιμασία,δηλαδὴ νηστεία,μετάνοια,ἐξομολόγηση, Θεία Κοινωνία,προσευχή,Θεία Λειτουργία,ἀλλὰ καὶ ἔμπρακτη ἀγάπη, συγχωρητικότητα,καλοσύνη,ἐλεημοσύνη καὶ στοργὴ στὸν συνάνθρωπο,γιὰ σκέψεις καὶ ἀποφάσεις πνευματικές.Λόγος νὰ γίνεται μονάχα γιὰ τὰ ρεβεγιόν,τὰ στολίδια,τὰ φαγητά,τὰ γλέντια,τοὺς χορούς,τὰ ξενύχτια,τὰ ταξίδια καὶ μάλιστα τὰ ἐξωτικά,τὰ δῶρα,τὶς χαρτοπαιξίες,τὰ πάσης μορφῆς θεάματα καὶ διασκεδάσεις,τὶς κάθε εἴδους ἀπολαύσεις καὶ ἡδονές!῞Ολα τους τόσο κοσμικά, ὅλα τους ἀντιπνευματικά,ὅλα τους πτυχὲς τῆς «ὡραίας ζωῆς».Δὲν εἶναι πράγματα τῆς Οὐράνιας Ζωῆς,τὰ ὁποῖα ζητᾶ ἀπὸ μᾶς ὁ Χριστός.Καμμιὰ σχέση μὲ τὸν «Θεοπρεπῆ» ἑορτασμό,ὅπως τὸν προσδιορίζει ἡ ᾿Εκκλησία.


Φθάσαμε νὰ κατανοοῦμε πὼς ἔρχονται Χριστούγεννα,ἀπὸ τὶς στολισμένες βιτρίνες τῶν ἐμπόρων,ἀπὸ τὰ φωτάκια ποὺ ἀναβοσβήνουν στὸ μπαλκόνι τοῦ διπλανοῦ μας,ἀπ᾿ τὰ ἔλατα ποὺ πωλοῦνται στοὺς δρόμους,ἀπὸ κάποιες προσκλήσεις σὲ γεύματα καὶ τὰ λεγόμενα «ἑορταστικὰ» προγράμματα τῆς τηλεόρασης,δηλαδὴ ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις τοῦ κόσμου...Οπότε μιλᾶμε γιὰ ἀπολυτοποίηση τῆς ὕλης,γιὰ τὴν ἄκρατη κοσμικότητα,γιὰ τὴν ἀπόρριψη κάθε πνευματικῆς πλευρᾶς τῶν πραγμάτων.Μιλᾶμε γιὰ Χριστούγεννα χωρὶς Χριστό!Γιὰ ἕνα «πνεῦμα Χριστουγέννων»,ὅπως λένε,«μαγικό»,δηλαδὴ δαιμονικό!



Τὰ ὑλικὰ ἀγαθά,μὲ λογικὴ καὶ μέτρο καὶ στὸ βαθμὸ ποὺ μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα,δὲν τὰ ἀπορρίπτουμε βέβαια.῞Ομως ἕπονται,δὲν προηγοῦνται,οὔτε καὶ ἀπολυτοποιοῦνται στὴν ζωή μας. ῾Η ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στὸν Σατανᾶ ποὺ τὸν πείραζε στὴν ἔρημο, τούτη ἦταν: «Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος...».Χόρτασε,ἐκεῖ στὴν ἔρημο πάλι,τοὺς «πεντακισχίλιους»,ἀλλὰ καὶ τοὺς «τετρακισχίλιους»,ἀφοῦ γεύτηκαν πλήρως καὶ ἐπὶ ἡμέρες τὰ πνευματικὰ ἀγαθά,ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια Του τὴν παρουσία,δηλαδὴ ἀφοῦ Τὸν γεύτηκαν πλήρως.Κι αὐτὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ἦταν στὸν βαθμὸ καὶ τὸ εἶδος ποὺ ἔπρεπε.Τίποτ᾿ ἄλλο!Μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν λογικὴ δὲν εἶναι δομημένα καὶ τὰ δικά μας ῾Ελληνορθόδοξα ἔθιμα;Ο Ε.Μορέν,στὸ βιβλίο του «Πνεῦμα τῶν καιρῶν»,ἀναφέρει πολὺ εὔστοχα:«῾Η ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ καταναλώσει τὰ πάντα καὶ ἡ καταναλωτικὴ κοινωνία δὲν μπορεῖ οὔτε καὶ θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ δώσει τὰ πάντα»!Συνεπῶς,τί ἀπαιτεῖται;Το πρώτο πράγμα δὲν εἶναι καθόλου ἁπλό!Διότι σήμερα,κατὰ τρόπο ἀπόλυτα ὀργανωμένο καὶ μὲ πολὺ κομπασμό,ἐπιχειρεῖται τόσο μὲ τὴν «Παγκοσμιοποίηση»,ὅσο καὶ τὴν κίνηση τῆς «Νέας ᾿Εποχῆς»,ποὺ τὴν προωθεῖ παντοῦ,ἡ προβολὴ εἰδωλολατρικῆς ἀτμόσφαιρας στοὺς ἑαυτούς μας,στὰ σπίτια μας καὶ τὶς κοινωνίες μας καὶ ἡ καθιέρωση τῆς ἀντίληψης πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ὁ Σωτήρας μας !!!Νὰ γιατὶ αὐτοί,ποὺ πέφτοντας θύματα σ᾿ αὐτὴ τὴν διαδικασία,χάνουν τελείως τὸ νόημα τῆς ῾Εορτῆς,δὲν τὰ ἑορτάζουν πραγματικά, ἀλλ᾿ ἐντελῶς κοσμικά,ὁπότε καὶ στὸ τέλος δὲν νοιώθουν τὴν χαρὰ τῶν Χριστουγέννων,ἀλλὰ μελαγχολία καὶ θλίψη.Θὰ δοῦμε καὶ φέτος τὶς ἐφημερίδες νὰ ἔχουν τίτλους σὰν αὐτούς:«῾Η μελαγχολία τῶν γιορτινῶν ἡμερῶν»!«Πῶς νὰ ἀποφύγετε τὴ μελαγχολία τῶν ἑορτῶν»!«Τὰ Χριστούγεννα τῆς μελαγχολίας»! «῾Εορταστικὴ κατάθλιψη»!Λοιπόν,ἄς προετοιμαστοῦμε ὅσο καλύτερα γιὰ τὰ πνευματικὰ Χριστούγεννα.Μᾶς εἶναι ἀπαραίτητη ἡ εὐφροσύνη τους.Αὐτὸ τὸ προάγγελμα τῆς Οὐράνιας Βασιλείας.Αὐτὴ ἡ ἀπόδειξη,ὅτι μέσα μας ὁ Χριστὸς γεννήθηκε... 


Αντιγραφή από τοπεριοδικό Τα ΚΡΙΝΑ,ἀριθμός τεύχους 258,Νοέμβριος 2006, σελίδες 12-13 καὶ 18.Αναδημοσίευση από την Ιστοσελίδα της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.