ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

ΠΑΤΡΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΝΑΣΣΟΥ Η ΚΑΤ ΙΔΙΑΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ



Η κατ ιδίαν προσευχή. Η μονολόγιστη, αδιάλλειπτη νοερά και καρδιακή προσευχή.

Απόσπασμα εκ της Μελέτης μας περί Προσευχής



«Τῇ προσευχῇ προσκαρτερεῖτε», φωνάζει ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν1. Ὑπάρχει, ὅπως γνωρίζουμε, ἡ κοινή προσευχή τῆς Ἐκκλησίας πού πραγματώνεται στή θεία Λατρεία, κορύφωση τῆς ὁποίας εἶναι ἡ θεία Εὐχαριστία, ἀλλά ὑπάρχει καί ἡ ἀτομική, ἤ ἰδιωτική λεγομένη προσευχή. Ἐκτός ἀπό τό ἱερό Θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ, στό ὁποῖο τελεῖται ἡ ἀναίμακτη Θυσία, ἡ θεία λειτουργία, ὑπάρχει καί τό ἔμψυχο θυσιαστήριο, τό ἐντός τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου καί ἐκεῖ τελεσιουγεῖται θυσία νοερά καί ζῶσα, πάντοτε μάλιστα, χωρίς χρονικούς περιορισμούς, τήν ὁποία ἀποδέχεται ὁ παντεπόπτης Θεός.



του Ιερομονάχου π. Νικηφόρου Νάσσου


Σχετικά μέ τή νοερά θυσία πού ἔχει νά κάνει μέ τή νοερά προσευχή, τήν βασίλισσα τῶν προσευχῶν, θά γίνει ἀναφορά στή συνέχεια, ἀφοῦ πρωτίστως ὁμιλήσουμε γενικά γιά τίς προσευχές πού γίνονται «κατ᾿ ἰδίαν» καί συνιστοῦν τή «λογική προσευχή». Ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Παράδοση τῶν Ἁγίων Πατέρων μας ἔχουμε παραλάβει τίς προσευχές τοῦ «νυχθημέρου» ὅπως λέγεται, ἤτοι: Ἐσπερινός, Ἀπόδειπνο, Μεσονυκτικό, Ὄρθρος, Ὦρες, ὅπως εἴδαμε καί στά προηγούμενα. Στίς ἱερές Μονές φυλάσσεται μέ ἀκρίβεια ἡ τάξη τῆς νυχθημέρου προσευχῆς. Εὐλαβεῖς πιστοί καί μέσα στόν κόσμο τηροῦν τήν τάξη αὐτή, τό κατά δύναμιν. Τουλάχιστον τό Ἀπόδειπνο, πού εἶναι ἡ προσευχή πρό τοῦ νυκτερινοῦ ὕπνου, διαβάζεται μέσα σέ οἰκογενειακή σύναξη μετά κατανύξεως ἀπό κάποιους πιστούς. Πολύ ὀφέλεια παρέχεται καί ἀπό τίς αὐτοσχέδιες προσευχές, ἀρκεῖ νά μήν περιπέσει ὁ ἄνθρωπος σέ βατολογία/πολυλογία, ἀλλά νά παρακαλεῖ τόν Θεό γιά τά αἰτήματά του μέ παιδική ἀθωότητα καί κατάνυξη, μέ ἁπλότητα καί ταπείνωση. Ὁ Ὅσιος Γέρων τῆς Αἰγίνης Ἱερώνυμος (+1966) συμβούλευε τά ἑξῆς: «Μετὰ τὰ λόγια τῆς Ἀκολουθίας, Ἀπόδειπνον κ.λπ. νὰ παρακαλᾶς τὸν Θεὸν καὶ μὲ ἁπλὰ λόγια, μὲ λόγια δικά σου γιὰ τὰ προβλήματά σου γιὰ τὸν πόνο σου, ὡς νὰ εἶναι μπροστά σου καὶ τὸν βλέπεις. Αὐτὰ τὰ πονεμένα καὶ κατανυκτικὰ λόγια, εἶναι σὰν τὰ προσανάμματα διὰ νὰ πιάσει ἡ φωτιά, δηλ. ὁ πόθος διὰ τὸν Θεόν. Καὶ τότε ἔρχονται καὶ τὰ δάκρυα». Γιά ὅσους ἀδυνατοῦν νά διαβάσουν προσευχές, λόγῳ πολλῶν ὑποχρεώσεων καί ἐργασιῶν, ἔχει μεριμνήσει ἡ Ἐκκλησία ὥστε καί αὐτοί νά μποροῦν νά προσεύχονται, καί τό πράττουν, χρησιμοποιώντας τή μικρή, περιεκτική, θεολογική καί ἀνώτερη πάντων προσευχή, αὐτήν ἡ ὁποία ἀντικαθιστᾶ ὅλες τίς ἄλλες προσευχές πού ἕνεκα περιστάσεων, φροντίδων κ.λπ. δέν μποροῦν νά πραγματοποιήσουν οἱ ἐν τῷ κόσμῳ πιστοί. Εἶναι ἡ προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με». Πρόκειται γιά τήν «καρδιά» τῆς προσευχητικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας! Σ᾿ αὐτήν θά ἀναφερθοῦμε στά ἑπόμενα, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὡς δῶρο πολύτιμο τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀπό τόν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν Παύλο, ὅπως αὐτός τό παρήγγειλε στήν πρός Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή του: «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε»2. Καί ὁ Μ. Βασίλειος στή συνέχεια θά γράψει ὅτι ὁλόκληρη ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι χρόνος πρόσφορος γιά προσευχή:«Προσευχῆς καιρός ἔστω ἅπας ὁ βίος»3. Εἶναι σημαντικό νά γνωρίζουμε, ὅτιτά λόγια τῆς λεγομένης προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με», ἀποτελοῦν σύνοψη Θεολογίας καί πνευματικότητος, ὅπως σημειώνει ὁ π. Θεόκλητος Διονυσιάτης στούς «Ἀθωνικούς διαλόγους». Θεολογίας μέν, ἐπειδή ὁμολογεῖται ὁ Ἰησοῦς ὡς Κύριος καί Υἱός τοῦ Θεοῦ. Πνευματικότητος δέ, διότι μέ τό «ἐλέησόν με» συμπυκνώνονται ὅλα τά αἰτήματα τοῦ ἀνθρώπου4. Στό λίαν πνευματικό βιβλίο «οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ» ἀναφέρεται ὅτι ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ κρύβει μέσα της ὅλη τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι μιά περίληψη τῶν εὐαγγελίων. Ἀλλά καί Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔκαναν λόγο περί τοῦ δογματικοῦ περιεχομένου τῆς μονολογίστου εὐχῆς, ὅπως λ.χ. ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός στό ἔργο του «Περί τῶν ἐμφερομένων τῇ θείᾳ εὐχῇ ρημάτων…»5. Θα σημειώσουμε ἐπιγραμματικά ὅτι ὑπάρχουν κάποια στάδια στήν ἀνάπτυξη τῆς προσευχῆς αὐτῆς, τά ὁποῖα καθορίζονται ἀπό Πατέρες καί Θεολόγους ὡς ἑξῆς: Α) Εἶναι ἡ προφορική προσευχή. Κατ᾿ αὐτήν, λέμε τήν προσευχή μέ τά χείλη, ἐνῶ προσπαθοῦμε νά συγκεντρώσουμε τήν προσοχή μας στά λόγια τῆς προσευχῆς. Β) Εἶναι ἡ νοερά προσευχή, κατά τήν ὁποία δέν κινοῦμε τά χείλη, ἀλλά προφέρουμε νοερῶς τά λόγια τῆς προσευχῆς, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με». Γ) Εἶναι ἡ νοερά – καρδιακή προσευχή. Κατ᾿ αὐτήν ὁ νοῦς μέ τήν καρδιά ἑνώνονται κατά την ἐνέργειά τους. Δ) Εἶναι ἡ κατάσταση τῆς αὐτενεργούμενης προσευχῆς, κατά τήν ὁποία ἠ προσευχή στερεώνεται πλέον στήν καρδιά, χωρίς κανένα κόπο τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου (ἀφοῦ ἔχει προηγηθεῖ κόπος κατά τά προηγούμενα στάδιά της), καί ἐνεργεῖ ἐκεῖ ἑλκύοντας πρός τά ἐκεῖ τήν προσοχή τοῦ νοῦ. Ε) Εἶναι τέλος ἡ χαρισματική προσευχή, πού ἐνεργεῖ ὡς μία τρυφερή φλόγα ἐντός τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἔμπνευση Ἄνωθεν, πού γλυκαίνει τήν καρδιά μέ τήν αἴσθηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί ἁρπάζει τό νοῦ σέ πνευματικές θεωρίες. Κάποιες φορές, ἡ χαρισματική προσευχή συνοδεύεται μέ τήν ὅραση τοῦ θείου Φωτός6. Θά ἀναφερθοῦμε στή συνέχεια στή νοερά προσευχή, ἀφοῦ εἰσερχόμαστε ἤδη στήν καρδιά τῆς νηπτικῆς, Ἠσυχαστικῆς Παραδόσεως, στά Ἅγια τῶν Ἁγίων τῆς μυστικῆς Θεολογίας, στό κέντρο τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς καί τήν προϋπόθεση τῆς θεοπτίας, πού εἶναι αὐτή ἡ νοερά - καρδιακή προσευχή. Τό περιεχόμενο καί τό βάθος της εἶναι ἀπροσδιόριστο στούς πολλούς καί ἡ μυστική της ἐμπειρία ἄγνωστη. Ὡστόσο, ἐπειδή ὑπάρχουν καί αὐτοί πού ἐπιθυμοῦν νά μυηθοῦν στά ἀπροσπέλαστα καί νά εἰσέλθουν στά ἄδυτα τοῦ μυστηρίου τῆς νοερᾶς προσευχῆς, θά καταθέσουμε ἀκροθιγῶς κάποιες ἐμπειρίες τῶν Πατέρων σχετικά μέ τό ζήτημα αὐτό. Ὁ ἀρχιμανδρίτης –καθηγητής, π. Νικόδημος Σκρέττας, μέ βαθυστόχαστο τρόπο στό ἔργο του «Ἡ Νοερά προσευχή κατά τή διδασκαλία τοῦ Ἀνωνύμου, Ἁγιορείτου Ἠσυχαστοῦ» καταγράφει μιά Πατερική διάκριση τῆς προσευχῆς σέ «Νοερά», «Καρδιακή» καί «Νηπτική»7. Καί στή συνέχεια, μέ βάση τόν Ἀνώνυμο συγγραφέα, δίδει τόν ὁρισμό καί τῶν τριῶν εἰδῶν τῆς θεοποιοῦ προσευχῆς. «Νοερά προσευχή εἶναι ἐκείνη πού συντελεῖται μυστικά στόν ἔσω ἄνθρωπο μέτόν ἐνδιάθετο λόγο. Καρδιακή προσευχή λέγεται ἡ ἔμπονος ἐπανάληψη τῆς εὐχῆς στά ἐσώτερα βάθη τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Νηπτική λέγεται ἡ προσευχή, ὅταν εἶναι ἀποτέλεσμα ψαύσεως ὑπό τοῦ ἁγίου Πνεύματος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἀσκουμένου ἀγωνιστοῦ, μέ τήν ὁποία ἀποκαλύπτονται στήν ψυχή πνευματικές θεωρίες, Νηπτική εὐχή μέ δυό λόγια εἶναι ἡ παρουσία τῆς χάριτος ὡς πνευματική κατάσταση στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου»8. Στό πνευματικότατο βιβλίο «Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ» παρουσιάζεται ἡ ψυχοτεχνική μέθοδος τῆς νοερᾶς προσευχῆς, μέ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό κείμενο τοῦ ἁγίου Συμεῶνος τοῦ Νέου Θεολόγου, καί εἶναι τό ἑξῆς: «Κάθησε κάτω μόνος σέ σιωπή, χαμήλωσε τό κεφάλι σου κλείσε τά μάτια σου, ἀνάπνεε ἥρεμα καί φαντάσου ὅτι βλέπεις μές τῆς καρδιᾶς σου τά βάθη. Κάνε ὥστε οἱ σκέψεις σου νά βαδίζουν ἀπ᾿ ἐκεῖ μέσ᾿ τήν καρδιά σου καί μέ τό ρυθμό τῆς ἀναπνοῆς σου λέγε, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με! Λέγε τήν ἐπίκλησιν αὐτήν ἐλαφρά μέ τά χείλη σου ἤ καλύτερα μέ τό μυαλό σου, προσπάθησε νά διώξης κάθε ἄλλη σκέψι καί μέ ὑπομονή καί ἠρεμία προχώρει ἐπαναλαμβάνοντάς την συνεχῶς»9. Ἄραγε, ἡ προτροπή τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», ἀπευθύνεται μόνο στήν τάξη τῶν μοναχῶν καί ἀποτελεῖ γνώρισμα καί ἰδεώδες κάποιων ἀνθρωπων, ἐκτός τοῦ κόσμου εὑρισκομένων καί διαβιοῦντων σέ Μονές, Κοινόβια, ἐρημιές καί Ἡσυχαστήρια; Ὄχι, μᾶς ἀποκρίνεται ὁ θεωρητικός τῆς προσευχῆς, Ἀγιορείτης Ἅγιος καί μέγας Θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἡ νοερά μετά τοῦ Θεοῦ κοινωνία εἶναι καί γιά τούς ἐν τῷ κόσμῳ ἀδελφούς καί πρέπει νά τήν ἀσκοῦν, σέ ὅποιο βεβαίως στάδιο μπορεῖ ὁ καθένας.Κάποτε, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμάς εἶχε μία συζήτηση μέ ἕναν σεβάσμιο Γέροντα, ὀνόματι Ἰώβ. Ο Ἅγιος ὑπεστήριζε ὅτι ὄλοι, νέοι καί γέροντες, ἄνδρες καί γυναῖκες, μοναχοί καί λαϊκοί, μικροί καί μεγάλοι, μποροῦν νά προσεύχωνται ἀδιαλείπτως, ἐπικαλούμενοι μέσα ἀπό την καρδιά τους τόν Ἰησοῦ καί μάλιστα μέ τήν καρδιακή λεγομένη, νοερά προσευχή. Ὁ μοναχός Ἰώβ διαφωνοῦσε καί ἐπέμενε ὅτι αὐτό εἶναι ἔργο μόνο τῶν μοναχῶν καί ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου. Μετά τήν συνομιλία τους ἀνεχώρησε ὁ καθένας στό Κελλί του. Ὁ Ἰώβ θέλησε νά προσευχηθεῖ καί μάλιστα νοερά. Καί ὁ Φιλάνθρωπος Θεός, μέ κάποιο σημεῖο, ἐδικαίωσε τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Ἔστειλε οὐρανόθεν Ἄγγελο, γιά νά διδάξει τόν Ἰώβ ἐκεῖνα πούἀγνοοῦσε καί τά ὁποῖα δέν πίστεψε ἀπό τό στόμα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ὁ θεῖος Ἄγγελος εἶπε στόν μοναχό: -Μήν ἀμφιβάλλεις οὐδόλως, ὧ πρεσβύτα Ἰώβ γιά ὅλα ἐκεῖνα πού σοῦ ἀπεκάλυψε ὁ ἱερός Γρηγόριος. Ἡ καρδιακή προσευχή ἀνήκει σέ ὅλους καί ἀπό τοῦ νῦν οὔτω θά φρονεῖς καί οὔτω θά ὁμολογεῖς. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος, ἐκφράζοντας ὅλη τήν πρό αὐτοῦ ἁγιοπατερική παράδοση και ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, δέν περιόρισε τό ζήτημα τῆς νοερᾶς προσευχῆς στούς μοναχούς, ἀλλά ὅπως εἶναι γνωστό καί ἀπό πολλὲς ὁμιλίες του, παρακινοῦσε καί τούς ἐν τῷ κόσμῳ πιστοὺς νὰ ἐπιδίδονται σ᾿ αὐτήν μετά θείου ζῆλου, ἀνάλογα μέ τήν προαίρεση καί τίς δυνατότητές τους. Συνιστοῦσε δέ, νά προσεύχονται νοερὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά τους. Παρακινοῦσε ὁ ἱερός Γρηγόριος, ὅπως γράφει ὁ ἐγκωμιαστής καί βιογράφος του ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος νά πραγματοποιεῖται τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὄχι μόνο ἀπό μοναχούς, ἀλλά ἀπό ὅλους, «μή τούς ἔξω κόσμου καί μοναστάς μόνον, ἀλλά καί ἄνδρας καί γυναῖκας καί παῖδας καί σοφούς καί ἰδιώτας καί πάντας ὁμοῦ ταυτά διδάσκειν ὡσαύτως, καί πρός αὐτό τοῦτ᾿ ἐνάγειν πάσῃ σπουδῇ»10. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀπέστειλε καί λόγο σχετικό στοὺς Ἰωάννην καὶ Θεόδωρον τοὺς φιλοσόφους, ποὺ βρίσκονταν στὸν κόσμο, στὸν ὁποῖο λόγο ἀποκάλυψε σ᾿ αὐτοὺς ὅλα τὰ μυστήρια τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἕναν αἰῶνα περίπου ἀργότερα, ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει καί ἐκεῖνος ὅτι πρέπει νά ἐνεργοῦν κατά δύναμιν καί οἱ ἐν τῷ κόσμῳ τήν προσευχή. «Καί πάντας ὑποτύπωσιν ἔχειν ταύτην τήν προσευχήν ἐνεργεῖν κατά δύναμιν, καί ἱερωμένους, μονάζοντάς τε καί λαϊκούς»11. Πρέπει, λοιπόν, νά συνειδητοποιηθεῖ ἀπό ὅλους ὅτι «ἱερωμένοι, μοναχοί καί λαϊκοί τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλοι κεκλημένοι στούς γάμους καί τή χαρά τῆς ἀδιαλείπτου, διά τῆς προσευχῆς, κοινωνίας μετά τοῦ ἐραστοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου τους»12. Εἶναι, βεβαίως, δύσκολη ἡ ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς καί πρέπει νά γίνεται μέ καθοδήγηση ἐμπείρου ὁδηγοῦ, πνευματικοῦ πατρός. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στήν ἀσκητική παράδοση ἡ προσευχή αὐτή συνδέθηκε με τήν συνεχή ἐπανάληψη τῆς μονολογίστου προσευχῆς «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με». Ἡ οὐσία εἶναι στήν ἐπίκληση τοῦ θείου ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, γι᾿ αὐτό καί λέγεται «προσευχή τοῦ Ἰησοῦ». Μέ τήν προσήλωση στά λόγια τῆς προσευχῆς αὐτῆς καί τήν ἐπανάληψή της, κατά τήν ἀσκητική παράδοση, ἡ προσευχή ἀπό τά χείλη μεταφέρεται στό νοῦ, γι᾿ αὐτό καί λέγεται νοερά προσευχή. Τέλος, ἡ προσευχή, μαζί μέ τό νοῦ «κατεβαίνει» στήν καρδιά καί γίνεται πλέον αὐτενεργούμενη ἀπό τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τότε ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ἐκτός ἀπό τήν γνωστή βιολογική λειτουργία της, ἀσκεῖ καί αὐτήν τήν πνευματική λειτουργία, ἡ ὁποία δέν ἀναστέλλεται ἀπό τήν ἐργασία τῆς ἡμέρας, ἤ τήν ἀνάπαυση τῆς νύχτας13. Ὁμιλοῦμε δηλαδή γιά τήν χαρισματική προσευχή. Ἀναφερόμαστε δέ, στά θέματα αὐτά ἀκροθιγῶς, διότι εἶναι μεγάλα καί πολύπτυχα καί ὁ χῶρος δέν ἐπαρκεῖ γιά μακροσκελεῖς ἀναλύσεις. Θά μπορούσαμε, λ.χ. νά ἀναφερθοῦμε στόν ρόλο τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου ὡς κέντρου φυσικοῦ, ὑπερφυσικοῦ καί παραφυσικοῦ, ὅπως τά ἀναλύει θαυμάσια ὀ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό «Συμβουλευτικό ἐγχειρίδιό» του, οὔτε σέ ἄλλες λεπτομέρειες σχετικά μέ τήν ταύτιση καί ἕνωση νοῦ καί καρδιᾶς, τή λειτουργία τοῦ νοῦ ὡς πνευματικοῦ ὀργάνου καί «ὀφθαλμοῦ τῆς ψυχῆς» κ.ἄ. Ὅμως, τά ζητήματα αὐτά ἔχουν ἀναλυθεῖ διεξοδικῶς ἀπό ἱκανούς συγγραφεῖς, ἐπί τῇ βάσει τῆς πατερικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ζῶντες μέσα στό περιρέον κλίμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς πρασγματικότητας καί πνευματικότητας, δέν θά πρέπει νά λησμονήσουμε τόν πνευματικό χαρακτῆρα τῆς προσευχῆς, εἰδικά τῆς νοερᾶς, ἡ ὁποία μᾶς ἑνώνει μέ τόν Θεό. Καί εἶναι γεγονός ὅτι «ἡ ἕνωση κτιστοῦ καί ἀκτίστου, πού πραγματοποιήθηκε κατά θεία εὐδοκία φυσικῶς τότε στό θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γίνεται σήμερα καί στούς αἰῶνες διά τῆς χαρισματικῆς ἑνωτικῆς Θεοῦ καί ἀνθρώπου προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἰδιαίτερα διά τῆς νοερᾶς καί ἀδιαλείπτου προσευχῆς τῆς ἀσκητικῆς καί λειτουργικῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτή ἡ ἕνωση καθιστᾶ μεθεκτές, μέσα ἀπό τήν πορεία τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως, τίς ἄκτιστες σωστικές τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ»14



Ὑπάρχουν, λοιπόν, πολλά ἐπίπεδα ἀτομικῆς προσευχῆς. Καί ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού κατοπτεύουν καί τά ὑψηλά, ἀφοῦ τούς ἔχει δοθεῖ πλούσια Χάρη, ἀνάλογα μέ τόν ἀγῶνα τους καί τήν πρός τόν Θεό διάνοιξη τῆς καρδιᾶς. Ὑπάρχουν καί ἄλλοι πού δέν ἔχουν ἀνέλθει τήν οὐρανοδρόμο πορεία τῆς προσευχῆς, ἀλλά βρίσκονται στά χαμηλά, στίς ὑπόρειες τοῦ Ὄρους. Ἄς μήν ἀπογοητεύονται. Ἄς ἐλπίζουν καί ἄς προσεύχονται ταπεινά ζητώντας τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, διότι αὐτό εἶναι γιά ὅλους μας τό ἐπιδιωκόμενον τέλος (σκοπός). Τά ὑπόλοιπα τά τακτοποιεῖ ὁ Θεός. Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἀπευθυνόμενος πρός τόν Θεό, σέ μιά ἐξομολογητική του προσευχή, λέγει: «Κύριε, ποίησόν με οἷον θέλεις καί ὡς θέλεις, κἄν θέλω, κἄν μή θέλω»…


ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016


1 Κολοσ. δ΄, 2.
2 Α΄ Θεσσ. 5, 17.
3 Μ. Βασιλείου, Λόγος Ἀσκητικός, MPG. 31, 877 Α. βλ. Ἀρχιμ. Νικοδήμου Σκρέττα, Ἡ Νοερά Προσευχή ἔκφραση ἀληθοῦς λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἐκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 55.
4 Ἀθωνικοί διάλογοι, σελ. 82-83. Βλ. πρωτ. Κων. Φούσκα, Ἡ ἀτομική προσευχή, Ἀθῆναι 1982, σελ. 170.
5 ὅπου π.
6 Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Περί προσευχῆς, ἔκδ. Ἱερά Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Μονή Τ. Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1994, σελ. 151-152.
7 Ἀρχιμ. Νικοδήμου Σκρέττα, Ἡ Νοερά προσευχή κατά τήν διδασκαλία τοῦ Ἀνωνύμου Ἁγιορείτου Ἡσυχαστοῦ, ἐκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 76.
8 ὅπου π., σελ. 77, ὅπου καί οἱ σχετικές παραπομπές.
9 Βλ. Ἀνωνύμου, Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ, μετφρ. Παντελεήμωνος Καρανικόλα, έκδ. «Ἀστήρ», σελ. 17-18.
10 Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως, Ἐγκώμιον εἰς ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν, MPG. 151, 537CD.
11 Διάλογος, MPG. 155, 548B-594C.
12 Ἀρχιμ. Ν. Σκρέττα, Ἡ Νοερά προσευχή, ἔκφραση ἀληθοῦς λατρείας Θεοῦ, σελ. 183-184.
13 Γ. Μαντζαρίδη, Χριστιανική ἠθική 2, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 186.
14 Ἀρχιμ. Ν. Σκρέττα, Ἡ νοερά προσευχή,ἔκφραση ἀληθοῦς λατρείας τοῦ Θεοῦ, σελ. 246-247. Πρβλ. τοῦ αύτοῦ, Ἡ νοερά προσευχή κατά τή διδασκαλία τοῦ Ἀνωνύμου, Ἁγιορείτου Ἠσυχαστοῦ, σελ. 41.


Ιερομόναχος π. Νικηφόρος Νάσσος
Εφημέριος Ι. Ναού Τιμίου Προδρόμου Βόλου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου