ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΗΘΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ


 

Ἡ μνήμη τῶν ἁγίων πατέρων, ποὺ ἑορτάζουμε, καὶ κάποια συνέδρια ποὺ γίνονται τώρα τελευταῖα ἀπὸ θεολόγους μὲ διάθεσι ὑποτιμήσεως τόσο τῶν ἁγίων πατέρων («μεταπατερικὴ» θεολογία) ὅσο καὶ τῶν ἱερῶν κανόνων («κωδικοποίηση»), μᾶς δίνουν τὴν εὐκαιρία νὰ ξαναθυμηθοῦμε μερικὰ διδάγματα τοῦ π. Αὐγουστίνου μὲ διαχρονικὴ ἐπικαιρότητα.



Πρὶν μερικὰ χρόνια ἔγινε, ἀ­γαπητοί μου, ἀ­πόπειρα νὰ διαγραφοῦν ἀπὸ τὸ Σύντα­γμα καὶ τὸν Καταστατικὸ Χάρτη τῆς Ἐκ­κλησίας οἱ ἱεροὶ κανό­νες ποὺ συνετά­γησαν ἀπὸ τοὺς ἁ­γίους πατέρες μὲ τὴν πνοὴ τοῦ ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὴν διακυβέρνησι τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἐξοβελισμὸς αὐτὸς προκάλεσε, ὅπως ἦ­ταν ἑπόμενο, τὴν ἀγανάκτησι κάθε ὀρθοδό­ξου Χριστιανοῦ, ἀκούστηκαν δὲ καὶ ἐκ μέρους ἱεραρχῶν ζωηρὲς φωνὲς διαμαρτυρίας.



Οἱ ἱεροὶ κανόνες συνδέονται ἄρρηκτα μὲ τοὺς θεοφόρους πατέρας, ὅπως οἱ ποταμοὶ μὲ τὶς πηγές τους. Ἢ παραδέχεσαι τοὺς ἱεροὺς κανόνες καὶ μαζὶ μ᾽ αὐτοὺς δέχεσαι καὶ τοὺς πατέρες, ἢ ἀπορρίπτεις τοὺς κανόνες καὶ μαζί τους συναπορρίπτεις καὶ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ «ἔξω οἱ κα­νόνες» εἶνε ταυτόση­­μο μὲ τὸ «ἔξω οἱ πατέρες». Ὅποιος τιμᾷ τοὺς κα­νόνες τιμᾷ καὶ τοὺς πατέρες καὶ ὅποιος ἀτιμάζει τοὺς κανόνες ἀτιμάζει καὶ τοὺς πατέρες. Πόσο ἀληθινὸ εἶνε αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅσοι κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ εἶνε ὀ­παδοὶ τοῦ οἰκουμενισμοῦ, προ­σπαθώντας νὰ κλονίσουν τὸ κῦρος τῶν ἱε­ρῶν κανόνων, μιλοῦν φανερὰ ἢ συνεσκιασμέ­να καὶ γιὰ τοὺς πατέρες μὲ περιφρόνησι. Ἔξω οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἔξω οἱ θεῖοι πατέρες, ποὺ τὰ συγγράμμα­τά τους δὲν εἶνε παρὰ ἡ ἀ­νάπτυξις τῶν συν­τόμων ἐκείνων προτάσεων πε­ρὶ ἐκκλησιαστι­κῆς ἠ­θικῆς καὶ εὐταξίας, τὶς ὁ­ποῖ­ες διατύπωσαν σὲ οἰ­κου­μενικὲς καὶ τοπικὲς Συνόδους, γιὰ νὰ κατανο­οῦνται εὔκολα καὶ νὰ ἐφαρμόζωνται ἀπὸ ὅ­λους. Ζήτω λοιπὸν τὸ πνεῦ­μα τῆς σαρκός, ποὺ ἔχει τὴν ἀναίδεια νὰ κρίνῃ ὀρθολογιστικὰ καὶ νὰ περιφρονῇ καὶ νὰ ὑβρί­ζῃ τὸ ἅγιο Πνεῦμα! Ἀλλὰ προτοῦ νὰ δοῦμε τὶς ὕβρεις κατὰ τῶν ἱ­ερῶν κανόνων ἂς μιλήσουμε γιὰ τὴν ἀναγ­καιότητα τοῦ ἠθικοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐκ­φράζουν οἱ ἱεροὶ κανόνες. Κατὰ τὴν ὀρθόδοξο διδασκαλία ὁ ἄνθρωπος βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ ὑ­πέ­ροχο δημιούργημα, λίγο μόνο κατώτερος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ἀφοῦ ἔφερε σάρκα, μὲ καθα­ρὴ τὴν ψυχή. Στὸν διαυγῆ ψυχικό του κόσμο καθρεφτιζόταν ὁ Θεός, ποὺ ἐπικοινωνοῦσε ἀ­­μέσως μαζί του. Ὁ ἠθικὸς νόμος ἦταν ἄγραφος, τυπωμένος ζωηρὰ στὴ συνείδησί του. Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ἄνθρωπος ἁμάρτησε καὶ ἔπεσε. Ἡ διαύγεια τῆς συνειδήσεώς του θόλωσε. Δὲν ἀκουγόταν πλέον μέσα του εὐκρι­νὴς ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ. Κι ὅσο ὁ χρόνος καὶ οἱ γενεὲς περνοῦσαν καὶ ἡ διαφθορὰ αὐξανόταν, τόσο ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως ἐξασθενοῦσε καὶ μερικὲς φορὲς ἔπαυε ν᾽ ἀκούγεται. Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔπεφτε κι ὁ Θεὸς ἐξακολουθοῦσε νὰ τοῦ μιλάῃ διὰ μέσου τῆς συνει­δήσεώς του, δὲν θὰ χρειαζόταν γραπτὸς θεῖος νόμος. Ἀφοῦ ὅμως ἔπεσε καὶ ἀτόνησε μέσα του ὁ ἄγραφος ἠθικὸς νόμος, ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε καὶ γραπτὸ νόμο, νὰ τοῦ θυμίζῃ ζωηρὰ τὸν ἄγραφο νόμο. Ἔτσι δόθηκε διὰ τοῦ Μωυσέως στὸ ὄρος Σινὰ ὁ γραπτὸς θεῖος νόμος, χαραγμένος σὲ λίθινες πλάκες σὰν σύντομες ἐν­τολές, κατεγράφη δὲ ἐκτενέστερα στὰ θεόπνευστα βιβλία Λευϊτικὸ καὶ Δευτερονόμιο. Ὁ Μωσαϊκὸς νόμος δὲν ἔπαυσε νὰ ὑπενθυ­μίζεται στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν προφητῶν καὶ ν᾽ ἀποτελῇ ἠ­θικὸ φραγμό. Καὶ ὅταν σὲ ἐ­ποχὲς διαφθορᾶς ὁ ἠθικὸς φραγμὸς καταλυ­όταν καὶ οἱ ἄνθρωποι καταντοῦσαν σὲ ἠθικὴ ἀσυδοσία, φοβε­ρὲς ἦταν οἱ συνέπειες. Ὁ λα­ὸς ἦταν σὰν ἀτίθασο ἄλογο ποὺ σπάει τὸ χαλινάρι καὶ ὁρμάει πρὸς τὸ γκρεμό. Δοῦλος τῆς ἁμαρτίας εἶχε καταντήσει ὁ ἄν­θρωπος. Ὁ νόμος αὐτὸς ἦταν καλὸς καὶ ἅ­γι­ος, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴ δύναμι νὰ τὸν ἐλευθερώσῃ. Δι᾽ αὐτοῦ ὁ ἄνθρωπος ἁπλῶς θυμόταν ποιό εἶ­νε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τῆς παραβά­σεώς του ἐλάμβανε πεῖρα πόση δύνα­μι ἔχει ἡ ἁμαρτία. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος χρειαζόταν μία μεγάλη δύναμι, βοήθεια ἀπὸ τὸ Θεό, γιὰ ν᾽ ἀ­πελευθερωθῇ ἀπὸ τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ἡ δύναμι αὐτὴ τοῦ δόθηκε διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴ δύνα­μι αὐτή, ποὺ ὀνομάζεται θεία χάρις, ὁ ἄνθρωπος κατώρθωσε ὄχι μόνο ν᾽ ἀποτινάξῃ τὴν κυ­­ρι­αρχία τῆς ἁμαρτίας ἀλλὰ καὶ ν᾽ ἀνυψωθῇ στὶς ὑψηλότερες κορυφὲς τοῦ ἠθικοῦ νόμου, ποὺ εἶνε οἱ ἐντολὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἔτσι ἄρχισε ν᾽ ἀναπτύσσεται μιὰ νέα ζωή, πνευματική, μὲ πρότυπο τὸν Κύριο τῆς δόξης. «Ὁ λέγων ἐν αὐτῷ μένειν ὀ­φείλει, καθὼς ἐκεῖνος περι­επάτησε, καὶ αὐ­τὸς οὕτω περιπατεῖν» (Α΄ Ἰω. 2,6). Ὁδός, δρόμος, εἶνε ἡ χριστιανικὴ ζωή, ὁδὸς Γολγοθᾶ, ὁδὸς σταυροῦ. Σ᾽ αὐτὴν ὀφείλει ὁ Χριστιανὸς νὰ βαδίζῃ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν πρέπει νὰ μένῃ στάσιμος. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶνε στασιμότης καὶ ἀδράνεια, εἶνε συνεχὴς κί­νησις καὶ πρόοδος, πρόοδος ὅμως ἐπάνω στὴν ἴδια ὁδό, ποὺ χάραξε ὁ Θεάνθρωπος. Οὔ­τε στασιμότης, ἀλλ᾽ οὔτε παρέκ­κλισις δεξιὰ ἢ ἀ­ριστερὰ ἀπὸ τὴ βασιλικὴ ὁδό, τὴ μόνη ἀ­σφα­λῆ γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν οὐράνια πατρίδα. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ὅμως δὲν εἶνε εὔκολη, ἔχει πε­ριπέτειες καὶ κινδύνους. Γι᾽ αὐ­τὸ ὁ Χριστιανὸς ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἄγρυπνη προ­σο­χὴ ἀλλὰ καὶ κα­θοδήγησι, γιὰ νὰ μὴ χάσῃ τὸ δρόμο καὶ πλανη­θῇ. Καὶ ὅπως στοὺς δημόσιους δρόμους ὑπάρ­χουν πινακίδες ποὺ δείχνουν τὴ σωστὴ πορεία, ἔτσι κ᾽ ἐδῶ ὑπάρχουν φωτεινοὶ δεῖ­κτες ποὺ ἐ­φιστοῦν τὴν προσοχὴ σὲ κινδύνους, προφυλάσσουν καὶ κατευθύνουν ὀρθά. Εἶνε θεόπνευ­στη ἐντολή· «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ᾽ ὡς σοφοί…» (Ἐφ. 5,15). Φωτεινοὶ δεῖκτες ἐπάνω στὴν χριστιανικὴ ὁ­δὸ εἶνε οἱ ἱεροὶ κανόνες. Ἂς εὐχαριστήσουμε τὸ Κύριο, διότι ὄχι μόνο μᾶς ἀπεκάλυψε τὴν ὁ­δὸ τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ καὶ διότι μὲ τὴν δι­αρκῆ μέριμνά του ὥρισε στὸ δρόμο μας ὁ­δηγοὺς τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς φώτισε νὰ συντάξουν τοὺς ἱεροὺς κανόνες σὰν δεῖκτες ἀσφαλοῦς πορείας. Κι ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἀφαι­ρεῖ ἢ καταστρέφει πινακίδες στὸ δρόμο ἐγκλη­ματεῖ, διότι κάνει ἐπικίνδυνη τὴν κίνησι καὶ γίνεται ἠθικὸς αὐ­τουργὸς φοβερῶν δυστυχη­μάτων, ἔτσι καὶ ὅ­ποιος τολμᾷ νὰ ἀφαιρέσῃ ἢ νὰ καταργήσῃ τοὺς ἱεροὺς κανόνες ἐγκλημα­τεῖ κατὰ τῆς σω­τηρίας τῶν ψυχῶν. Συνοψίζοντας λέμε, ὅτι οἱ ἱεροὶ κανόνες εἶ­νε ἱερὰ συνθήματα, ποὺ ἐκφράζουν μὲ συν­τομία τὴν ἠθικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησί­ας καὶ δίνουν ἀπαντήσεις στοὺς ὁδοιπόρους τῆς χριστιανικῆς ὁδοῦ μπροστὰ σὲ διάφορες δυσκολίες καὶ ἐμπόδια. Ἐναντίον τῶν ἱερῶν κανόνων βάλλει τὸ σύγ­χρονο σαρκικὸ πνεῦμα. Μιλάει γιὰ πολλοὺς ἀ­πὸ αὐτοὺς σὰν νὰ πρόκειται γιὰ διατάξεις ἀ­να­χρονιστικές, παμπάλαιες, ἀνεφάρμοστες, ἐξω­φρενικές, τοὺς δὲ ὑπερασπιστὰς τῶν ἱε­ρῶν κανόνων χαρακτηρίζει ὡς «σκοταδιστάς». Κάποιοι προχώρησαν σὲ μία διάκρισι τῶν κα­νόνων· τοὺς χωρίζουν σὲ δο­γματικοὺς – λα­τρευτικοὺς καὶ σὲ ἠθικούς. Καὶ ἀπὸ τὸ σύν­ολο τῶν 863 ἱερῶν κανόνων τῆς Ἐκ­κλησίας μόνο τοὺς 53 θεωροῦν δογματικοὺς καὶ τοὺς θε­ωροῦν ἀξίους σεβασμοῦ, τοὺς ἄλ­λους ὄχι. Ἡ διάκρισις αὐτὴ εἶνε ἀστήρικτη. Δὲν ὑπάρ­χουν κανόνες δογματικοί. Τὰ πιστευτέα, δηλα­­δὴ τὰ δόγματα, διατυπώθηκαν ἀπὸ τὶς οἰ­κουμε­νικὲς Συνόδους σὲ σύντομες προτάσεις ποὺ λέ­γονται ὅροι, ἐνῷ τὰ πρακτέα, δηλαδὴ ἡ ἠθική, διατυπώθηκαν σὲ προτάσεις ποὺ λέγονται κα­νόνες. Λίγοι κανόνες ποὺ ὁρίζουν τὴ στάσι μας ἀπέναντι στοὺς αἱρετικοὺς δὲν μποροῦν γι᾽ αὐ­τὸ νὰ χαρακτηρισθοῦν δογματικοί· ἔχουν ἁπλῶς δογματικὸ χρῶμα. Ἡ διάκρισις αὐτὴ γίνεται ἢ ἀπὸ ἐπιπολαιότητα ἢ ἀ­πὸ σκοπιμότητα, γιὰ ν᾽ ἀδυνατίσουν καὶ ἀποκόψουν τὸ μεγάλο μέρος τῶν κανόνων καὶ νὰ νεκρωθῇ ἔτσι ἡ ἠθικὴ ζωή. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἰκονίζεται σὰν ἀετὸς μεγαλοπτέρυξ· γιὰ νὰ πετάξῃ ἔχει ἀνάγκη καὶ τὶς δύο φτεροῦγες, τὴν πίστι καὶ τὴν ἠθι­κή. Δόγμα καὶ ἠθικὴ συνδέονται ἀδιάσπαστα. Ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος λέει· «Ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ᾽ ἑαυτήν… Σὺ πίστιν ἔχεις, κἀγὼ ἔργα ἔχω· δεῖξόν μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου, κἀγὼ δείξω σοι ἐκ τῶν ἔργων μου τὴν πίστιν μου» (Ἰακ. 2,17-18).



Ἡ πίστις ἐννοεῖται ὡς κανόνας ζωῆς, ὄχι ὡς ἕνα θεωρητικὸ κατασκεύασμα. Ἂν δὲν ἐ­φαρμόζεται παντοῦ στὴ ζωὴ καὶ δὲν τὴν διαπο­­τίζῃ, εἶνε σὰν ἕνας σκελετὸς χωρὶς σάρκες, εἶνε ἕνας ἀπωστεωμένος Χριστιανισμός, νεκρὸς Χριστιανισμός, προωρισμένος μόνο γιὰ τὸ μουσεῖο καὶ τοὺς ἀρχαιολόγους. Ἐκεῖ θὰ καταντήσῃ, ἂν καταργηθοῦν οἱ ἱεροὶ κανόνες, ποὺ ἐπεξηγοῦν καὶ ἐφαρμόζουν σὲ διάφορες περιπτώσεις τὸν Εὐαγγελικὸ νόμο. Δὲν χωρίζονται οἱ ποταμοὶ ἀπὸ τὶς πηγὲς καὶ δὲν χωρίζονται οἱ πηγὲς ἀπὸ τοὺς ποταμούς. Ἔτσι καὶ τὰ δόγματα δὲν μποροῦν νὰ χωριστοῦν ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες καὶ οἱ ἱεροὶ κανόνες ἀπὸ τὰ δόγματα.


Πηγή: Εδώ.

 

Μακαριστός Μητροπολίτης  Αυγουστίνος Καντιώτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου