ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Η ΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ ΔΕΝ ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ



Το ζήτημα τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ φρονήματος τοῦ ῾Ομολογητοῦ ῾Ιεράρχου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (Καβουρίδου, †7. 9.1955) ἔχει καταστῆ «σημεῖον ἀντιλεγόμενον».



῾Η ὀρθὴ θεολογικῶς καὶ κανονικῶς ἐκκλησιολογικὴ τοποθέτησις ἔναντι τῆς ἡμερολογιακῆς/ἑορτολογικῆς Καινοτομίας τοῦ 1924, ὡς δυνάμει καὶ ὄχι ἐνεργείᾳ σχίσματος, μὲ ὅλα τὰ ἐπακόλουθα ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐγκυρότητα τῶν ῾Ιερῶν Μυστηρίων, ποτὲ δὲν ἐγκατελείφθη ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου ᾿Αρχιερέως, ἡ δὲ γνωστὴ ᾿Εγκύκλιος, ὑπ᾿ ἀριθ. 13/26.4-9. 5.1950 3, ἀποτελεῖ συγκατάβασιν, οἰκονομίαν ἑνωτικὴν καὶ ἀμυντικὴν ἔκφρασιν, ἡ ὁποία δὲν ἀνήρεσε τὴν δογματικῶς πολλάκις ὑποστηριχθεῖσαν παλαιότερον πίστιν του 4.


᾿Ελπίζοντες, ὅτι ἐπὶ τοῦ λίαν σοβαροῦ τούτου θέματος θὰ ἐπανέλθωμεν, δημοσιεύομεν ἐν συνεχείᾳ ἐκκλησιολογικὸν σχετικὸν κείμενον τοῦ ῾Ομολογητοῦ ῾Ιεράρχου, ἐπισημαίνομεν δέ, ὅτι «ἀποτελεῖ ἁμαρτίαν καὶ ἁμαρτίαν οὐ μικράν, ὅταν τὰ οἰκονομικῶς ὑπ᾿ αὐτοῦ λεχθέντα καὶ δὴ οὐχὶ ἑκουσίως, ἀλλ᾿ ἐξ ἀνάγκης καὶ δεινῶν περιστάσεων πιεσθείς», προσπαθοῦν τινὲς νὰ ἐμφανίσουν «ὡς ἰδεολογίαν τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, τοῦ ὁποίου εὐόρκως προέστη ἐπὶ ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν, προσδώσας αἴγλην καὶ ποικίλως σωφρονίσας διὰ τοῦ ἐνδύματος τῆς θεολογίας καὶ τῆς εὐτάκτου καὶ “Κανονικῆς” ἀντιδράσεώς του, στοιχεῖα ἅτινα ἐστερεῖτο προηγουμένως» 5. ῾Ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος, ὁ κοπιάσας ἐν θεολογικῷ λόγῳ, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἤδη ἠξιώθη «διπλῆς τιμῆς» 6 παρὰ τοῦ Θείου Δομήτορος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἑρμηνεύεται τόσον διὰ τῶν πολυπληθῶν συγγραμμάτων του, ὅσον καὶ διὰ τῆς ἐφαρμοσθείσης ὑπ᾿ αὐτοῦ πρακτικῆς ἔναντι τῶν Καινοτόμων, προσέτι δὲ καὶ ἀπὸ τοὺς στενοὺς συνεργάτας του 7. Οἱ ἐμμένοντες εἰς τὴν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησιολογίαν τοῦ ῾Ομολογητοῦ ῾Ιεράρχου θεωροῦνται οἱ γνήσιοι ἐργάται «τῆς ὀρθοδόξου καὶ θεαρέστου ἐνστάσεως» 8 ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς ᾿Εκκλησίας ἐν ᾿Αληθείᾳ καὶ Κανονικότητι. ᾿Απολογία εἰς τὸ ᾿Εφετεῖον ᾿Αθηνῶν: Την 31ην ᾿Ιανουαρίου 1940 ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος ἐδικάσθη ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου ᾿Αθηνῶν, μηνυθεὶς ὑπὸ τοῦ καινοτόμου ἀρχιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ἐπὶ ἀντιποιήσει δῆθεν ἀρχῆς καὶ κατεδικάσθη εἰς τετράμηνον φυλάκισιν καὶ χρηματικὴν ποινὴν 500 δραχμῶν. ῎Εχουν δημοσιευθῆ τρεῖς «᾿Απολογίαι» τοῦ μαρτυρικοῦ ῾Ιεράρχου: α) ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ᾿Αθηνῶν (31.1. 1940) 9, β) ἐνώπιον τοῦ ᾿Εφετείου ᾿Αθηνῶν (29. 3.1940) 10 καὶ γ) ἐνώπιον τοῦ ᾿Αρείου Πάγου (1.10.1940) 11. Τὸ καταδικάσαν Πρωτόδικον Δικαστήριον ἐστήριξε τὴν ἀπόφασίν του «πρῶτον εἰς τὸ κῦρος δῆθεν καὶ τὸ τελεσίδικον τῆς καθαιρετικῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου, δεύτερον εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἀειμνήστου Εἰσαγγελέως τοῦ ᾿Αρείου Πάγου Γεωργιάδου 12, καθ᾿ ἢν οἱ παλαιοημερολογῖται δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰδίους Ναοὺς ἤ Λειτουργούς, καὶ τρίτον εἰς τὴν σχετικὴν Συνταγματικὴν διάταξιν, καθ᾿ ἢν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ συνύπαρξις δύο ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν ἐν τῇ ῾Ελληνικῇ ᾿Επικρατείᾳ». ῾Ο ῾Ομολογητὴς ῾Ιεράρχης εἰς τὴν «᾿Απολογίαν» του ἐνώπιον τοῦ ᾿Εφετείου (29. 3.1940), ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἕνα ἐκ τῶν ὡραιοτέρων κειμένων του, ἀνεσκεύασε μὲ χαρακτηριστικὴν δύναμιν λόγου καὶ τὰ τρία ἐρείσματα τῆς πρωτοδίκου ἀποφάσεως. Κατωτέρω δημοσιεύομεν τὴν ἀνασκευὴν τοῦ τρίτου ἐρείσματος, λόγῳ τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ περιεχομένου του. ῾Υπογραμμίσεις καὶ ὑποσημειώσεις ἡμέτεραι. Ερχόμεθα νῦν εἰς τὴν ἀνασκευὴν καὶ ἀνατροπὴν τοῦ τρίτου ἐρείσματος τῆς πρωτοδίκου ἀποφάσεως 13. ῾Ως τοιοῦτον ἐχρησιμοποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ᾿ ἢν δὲν δύνανται νὰ ἀναγνωρισθῶσι δύο ᾿Ορθόδοξοι ᾿Εκκλησίαι εἰς τὸ Κράτος. Τοῦτο λέγουν μόνο οἱ καινοτομήσαντες ῾Ιεράρχαι, οἵτινες ἐκήρυξαν ὅλως ἀντικανονικῶς καὶ αὐθαιρέτως τοὺς Παλαιοημερολογίτας Σχισματικούς, ἵνα κινήσωσι κατ᾿ αὐτῶν τὴν περιφρόνησιν τοῦ κοινοῦ καὶ τὴν μῆνιν τῆς Πολιτείας 14. Οὐδείς ποτε τῶν ἐγκρατῶν τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, καὶ τῶν ἐχόντων ὀρθόδοξον παλμὸν δύναται νὰ διϊσχυρισθῇ σοβαρῶς, ὅτι οἱ Παλαιοημερολογῖται ἀποτελοῦν δευτέραν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν ἐν τῷ Κράτει, ἀλλὰ τὴν πατροπαράδοτον καὶ ᾿Ακαινοτόμητον Αὐτοκέφαλον ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν τῆς ῾Ελλάδος 15. Διότι, ὅσῳ καὶ ἄν παρουσιάζωνται κατὰ τὸ φαινόμενον καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἐκδήλωσιν τῆς πίστεως, ὡς ἔχοντες ἰδίαν λατρείαν, ἰδίους εὐκτηρίους οἴκους, καὶ ἰδίους Λειτουργούς, οὖχ ἧττον ὅμως οὗτοι, καίτοι διατελοῦν ἐν ἀκοινωνησίᾳ πρὸς τὴν καινοτομήσασαν ῾Ιεραρχίαν, ὡς ἐχόμενοι στερρῶς τῶν Παραδόσεων καὶ τῶν Θείων καὶ ῾Ιερῶν Κανόνων, ἀποτελοῦν ἐν τῇ Κανονικότητι, οὐχὶ ἰδιαιτέραν ᾿Εκκλησίαν ἐκείνης μεθ᾿ ἧς διέκοψαν προσωρινῶς διὰ λόγους Κανονικοὺς τὴν ᾿Εκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ τὴν ἀνύστακτον φρουράν, τὴν ἀγρύπνως φρυκτωροῦσαν ἐπὶ τῶν ἀδαμαντίνων ἐπάλξεων τῆς Μιᾶς ᾿Ορθοδόξου ῾Ελληνικῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ο ἐν λόγῳ Εἰσαγγελεύς, δοὺς πίστιν εἰς τὴν ἐσφαλμένην καὶ ἀντικανονικὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἀποβιώσαντος ᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Αθηνῶν, καθ᾿ ἢν ἄνευ ἐκκλησιαστικῶν λόγων ἐπανεστάτησαν δῆθεν οἱ Παλαιοημερολογῖται κατὰ τῆς ἐπισήμου ᾿Εκκλησίας, πήξαντες ἰδίους Ναούς, καὶ μὴ δυνάμενος ἐλλείψει θεολογικῆς μορφώσεως νὰ διακρίνῃ, ποῖα εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς ἑνότητος μιᾶς ᾿Εκκλησίας καὶ ποῖα τὰ τῆς διαιρέσεως καὶ ἀποσχίσεως αὐτῆς, ἀπεφάνθη, ὅτι οἱ Παλαιοημερολογῖται, διακόψαντες τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Διοικούσης ῾Ιεραρχίας, λόγῳ τῆς ἑορτολογικῆς καινοτομίας, ἀπετέλεσαν καὶ ἰδίαν ᾿Εκκλησίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ἐκ τῆς διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας μερίδος τινὸς λαϊκῶν καὶ Κληρικῶν μετὰ τῆς Διοικούσης ῾Ιεραρχίας, λόγῳ ἐκκλησιαστικῆς διαφωνίας καὶ μὴ συμμορφώσεως τούτων πρὸς ἀντικανονικήν τινα ἀπόφασιν, δὲν δύναται νὰ συναγάγῃ τις κανονικῶς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ διαφωνήσασα καὶ διακόψασα προσωρινῶς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Διοικούσης ῾Ιεραρχίας μερὶς ἀπετέλεσε καὶ ἰδίαν ᾿Εκκλησίαν, καὶ δὴ Σχισματικήν, ὡς ἐνησμενίσθη δυστυχῶς νὰ ἀποκαλέσῃ αὐτὴν τὸ Συνοδικὸν Δικαστήριον, τὸ δικάσαν καὶ καθαιρέσαν τοὺς ᾿Επισκόπους Μεγαρίδος, Διαυλείας, Κυκλάδων καὶ Βρεσθένης 16. Τὰς ᾿Εκκλησίας συνιστᾷ καὶ χωρίζει, οὐχὶ μία μερὶς Χριστιανῶν, δια- φωνοῦσα εἴς τι ᾿Εκκλησιαστικὸν ζήτημα πρὸς τὴν Δ. ῾Ιεραρχίαν, καὶ ἐν καταστάσει ἐκκλησιαστικῆς ἀκοινωνησίας διατελοῦσα, οὔτε καὶ μία ἐπὶ μέρους ᾿Εκκλησία ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τῶν Κανόνων, τοῦτο μόνον οἱ ἔχοντες Προτεσταντικὰς ἀντιλήψεις δύνανται νὰ διϊσχυρίζωνται μὲ σοβαρότητα, ἀλλ᾿ ὅλη ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία, συνερχομένη εἰς Πανορθόδοξον Σύνοδον. ᾿Απόδειξις ὅτι τὸ Βουλγαρικὸν Σχίσμα δὲν τὸ ἐκήρυξε μόνον τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ἄν καὶ εἶχε τότε 85 ᾿Επαρχίας, ἀλλὰ Μία Μεγάλη Τοπικὴ Σύνοδος, συνελθοῦσα τῷ 1872 ἐν Κωνσταντινουπόλει 17.῾Επομένως ἡ μερὶς τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, μὴ συσταθεῖσα καὶ ἀναγνωρισθεῖσα ὡς ἰδία ᾿Εκκλησία ὑπὸ μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου, δὲν δύναται νὰ ἀποτελῇ ἰδιαιτέραν ᾿Εκκλησίαν ἐκείνης, ἐξ ἧς προσωρινῶς ἀπέσχισεν ἑαυτήν, ἵνα μὴ καταστῇ συνένοχος μὲ τὴν ῾Ιεραρχίαν διὰ τὴν μονομερῆ καινοτομίαν. Καὶ οὐ μόνον ἡ μερὶς αὕτη δὲν διχάζει τὴν ᾿Εκκλησίαν, ἀλλ᾿ ἀποτελεῖ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς Αὐτοκεφάλου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος τὴν φαεινὴν καὶ ἀλύμαντον πλευρὰν τῆς ᾿Ορθοδόξου ἐννοίας Αὐτῆς.



῞Ωστε ἡμεῖς, οἱ ἀκολουθοῦντες τὸ ἐκ παραδόσεως ἑορτολογικὸν καθεστὼς καὶ σεβόμενοι, ὡς ὀφείλομεν, μᾶλλον τὰς ᾿Αποστολικὰς καὶ Συνοδικὰς Διατάξεις, παρὰ τὰς ἀντικανονικὰς τῆς ῾Ιεραρχίας ἀποφάσεις, οὐ μόνον δὲν ἀποτελοῦμεν ἰδιαιτέραν Σχισματικὴν ᾿Εκκλησίαν, ἀλλ᾿ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς Μιᾶς ᾿Εκκλησίας ἡμεῖς διεσώσαμεν τὰ χρυσόβουλλα τῶν ᾿Εκκλησιαστικῶν Παραδόσεων καὶ συνεχίζομεν τὴν ῾Ιστορίαν καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς ᾿Ορθοδοξίας τῆς Αὐτοκεφάλου ῾Ελληνικῆς ᾿Εκκλησίας.  


Περιοδικό «᾿Ορθόδοξος ᾿Ενημέρωσις καὶ Μαρτυρία», ἀριθ. 24-25/᾿Ιούλιος-Δεκέμβριος 1991, σελ. 297-300. Τίτλος, επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Παραπομπές:


1. Βλ. βιογραφικὰ καὶ συγγραφὰς τοῦ πρώην Φλωρίνης ἐν περιοδ. «᾿Ορθόδοξος ᾿Ενημέρωσις καὶ Μαρτυρία», ἀριθ. 18-21/᾿Ιανουάριος-Δεκέμβριος 1990: «Εἰδικὸν ᾿Αφιέρωμα εἰς τὸν ῾Ομολογητὴν ῾Ιεράρχην Μητροπολίτην πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον Καβουρίδην, ἐπὶ τῇ συμπληρώσει α) 55 ἐτῶν ἀπὸ τῆς ὁμολογιακῆς ἀποτειχίσεώς του/1935, β) 35 ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἱερᾶς κοιμήσεώς του/1955». 2. Λουκ. βʹ 34. 3. Βλ. περιοδ. «῾Η Φωνὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας», ἀριθ. 86/12.6.1950. 4. Βλ. ἐνδεικτικῶς: α) ᾿Επιστολὴ πρὸς τὸν ᾿Επίσκοπον Κυκλάδων Γερμανὸν Βαρυκό- πουλον (20.10.1937), β) ᾿Απολογία εἰς τὸ ᾿Εφετεῖον ᾿Αθηνῶν (29. 3.1940), γ) Ποι- μαντορικὴ ᾿Εγκύκλιος (1. 6.1944), δ) Διασάφησις Ποιμαντορικῆς ᾿Εγκυκλίου (18.1.1945), καὶ ε) ᾿Αναίρεσις τῆς ἡμερολογιακῆς πραγματείας τοῦ Λαρίσης Δωροθέου Κοτταρᾶ (Δεκέμβριος 1947). 5. Θεοδωρήτου Μοναχοῦ (νῦν ῾Ιερομονάχου), Τὸ ῾Ημερολογιακὸν Σχίσμα: Δυνάμει ἤ ᾿Ενεργείᾳ; σελ. 29-30, ῞Αγιον ῎Ορος - ᾿Αθῆναι 1973, ὑπογραμ. ἡμέτ. 6. Αʹ Τιμοθ. εʹ 17. 7. Βλ. ἐνδεικτικῶς α) ᾿Ηλία ᾿Αγγελοπούλου-Διονυσίου Μπατιστάτου, Μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος — ᾿Αγωνιστὴς τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ τοῦ ῎Εθνους, σελ. 41, ᾿Αθῆναι 1981, β) Διονυσίου Μπατιστάτου, ᾿Επιστολὴ «῾Ο πρώην Φλωρίνης καὶ οἱ ἄλλοι Γ.Ο.Χ.», ἐν ἐφημερ. «᾿Ορθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 327/20. 9.1978, σελ. 3, γ) Σταύρου Καραμήτσου, ῾Ο σύγχρονος ῾Ομολογητὴς τῆς ᾿Ορθοδοξίας, σελ. 47, ᾿Αθῆναι 1990. 8. ῾Οσίου Θεοδώρου Στουδίτου, PG τ. 99, στλ. 1045. 9. Βλ. αὐτὴν ἐν ᾿Ηλία ᾿Αγγελοπούλου-Διονυσίου Μπατιστάτου, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 63- 68. 10. Βλ. αὐτὴν ἐν Πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ῾Υπομνήματα - ᾿Επιστολαὶ - ᾿Απολογίαι ἐν σχέσει πρὸς τὸ ᾿Ιουλιανὸν ᾿Εκκλησιαστικὸν ῾Ημερολόγιον, ᾿Εν ᾿Αθήναις 1941. 11. Βλ. αὐτὴν αὐτόθι. Αἱ δύο αὐταὶ «᾿Απολογίαι» εἰς τὸ ᾿Εφετεῖον καὶ ῎Αρειον Πάγον ἀναδημοσιεύονται καὶ ἐν Σταύρου Καραμήτσου, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 136-194. 12. Βλ. αὐτὴν ἐν περιοδ. «᾿Εκκλησία», ἀριθ. 29-30/28. 7.1934, σελ. 227-234: «῾Ο ῎Αρειος Πάγος περὶ τῶν καθηρημένων ἱερέων καὶ τῶν Παλαιοημερολογιτῶν». 13. Βλ. Πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, ῾Υπομνήματα..., ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 29-31, 33. 14. Βλ. ἐνδεικτικῶς: Συνοδικὴ ᾿Εγκύκλιος τῆς καινοτόμου ῾Ιεραρχίας ὑπ᾿ ἀριθ. Π. 2389/ Δ.2203/16.4.1926: «Αἱ ἀποφάσεις τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι ἀπολύτως ὑποχρεωτικαί, ὁ δὲ μὴ ὑπακούων δὲν ἀνήκει πλέον εἰς αὐτήν, στερεῖται τῶν μέσων τῆς θείας Χάριτος, ἀποσχίζεται καὶ ἀποκόπτεται ἀπ᾿ αὐτῆς καὶ ὑπόκειται – 6 – εἰς αἰωνίαν κόλασιν. ῞Οθεν τὰ εὐσεβῆ καὶ πιστὰ τῆς ᾿Εκκλησίας τέκνα καθῆκον ἔχουσι νὰ πείθωνται εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς καὶ μὴ παρασύ- ρωνται ὑπὸ τῶν σχισματικῶν καὶ καταφρονητῶν τῆς πνευματικῆς αὐ- τῶν μητρὸς». («Αἱ Συνοδικαὶ ᾿Εγκύκλιοι», Τόμος Α/1901-1933, σελ. 454, «᾿Αποστολικὴ Διακονία», ᾿Αθῆναι 1955, ὑπογραμ. ἡμέτ. ) 15. Προστατευομένης τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας ἐν ῾Ελλάδι ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, κατ᾿ οὐσίαν κατοχυροῦται «ἐν τῇ ῾Ελληνικῇ ᾿Επικρατείᾳ τὸ κῦρος τῆς ῾Ι. Παραδό- σεως καὶ τῶν κανονικῶν διατάξεων τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Ορθοδόξου τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας», ἢτις «εἶναι ὑποχρεωμένη εἰς ἀπαρασάλευτον, καὶ δὴ ἀμετάτρεπτον καὶ ἀναλλοίωτον τήρησιν τούτων, οὐδαμῶς ἐπιτρεπομένου εἰς αὐτὴν νὰ ἀπομακρυνθῇ ἤ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ θριγγοῦ αὐτῶν, ἐπ᾿ οὐδενὶ μάλιστα λόγῳ, ἐν ἀντιθέτῳ (δὲ) ἐνεργείᾳ κινδυνεύουσα νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς διακοπῆς αὐτῆς ἀπὸ τοῦ ᾿Ορθοδόξου κλίματος καὶ δόγματος». (Παναγιώτου Ι. Παναγιωτάκου, Σύστημα τοῦ ᾿Εκκλησιαστικοῦ Δικαίου κατὰ τὴν ἐν ῾Ελλάδι ἰσχὺν αὐτοῦ, τόμος Γʹ, Τὸ ποινικὸν δίκαιον τῆς ᾿Εκκλησίας, σελ. 41-42, ἐν ᾿Αθήναις 1962) • Καὶ μόνον λοιπὸν βάσει τοῦ 3ου ῎Αρθρου τοῦ Συντάγματος τῆς ῾Ελλάδος τοῦ 1975 καταφαίνεται, ὅτι ἡ ῾Ελληνικὴ Πολιτεία ἀναγνωρίζει ὡς ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν ἐν ῾Ελλάδι, ὄχι τὴν Καινοτομίαν, ἀλλὰ τὴν ᾿Ορθοδοξίαν, τὴν ἀκαινοτόμητον ᾿Ορθοδοξίαν, τὸ ᾿Ακαινοτόμητον Πλήρωμα, τ. ἔ. τὴν «φαεινὴν καὶ ἀλύμαντον πλευρὰν τῆς ᾿Ορθοδόξου ἐννοίας Αὐτῆς». 16. Βλ. τὴν «᾿Απόφασιν τοῦ Συνοδικοῦ Δικαστηρίου κατὰ τῶν 1) Χριστοφόρου Χατζῆ, 2) Γερμανοῦ Βαρυκοπούλου, 3) Ματθαίου Καρπαθάκη καὶ 4) Πολυκάρπου Λιώση», ληφθεῖσαν τὴν 3. 7.1935, ἐν περιοδ. «᾿Εκκλησία», ἀριθ. 27-28/13. 7.1935, σελ. 213 - 217). ῾Η δίκη ἔγινεν ἐρήμην τῶν κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ἔνοχοι «παρανόμου καὶ ἀντικανονικῆς χειροτονίας εἰς ᾿Επισκόπους, προσχωρήσεως εἰς τὸ σχίσμα τὸ δημιουργηθὲν ὑπὸ τῶν τέως Μητροπολιτῶν Δημητριάδος Γερμανοῦ, πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου καὶ Ζακύνθου Χρυσοστόμου, ἀντιποιήσεως ᾿Αρχῆς διὰ συμπήξεως παρασυναγωγῆς, φατρείας καὶ τυρείας». Τὸ «᾿Εκκλησιαστικὸν Δικαστήριον» ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς «τὴν ποινὴν τῆς καθαιρέσεως ἀπογυμνοῦν αὐτοὺς τέλεον παντὸς ῾Ιερατικοῦ ᾿Αξιώματος, βαθμοῦ καὶ τίτλου, τῆς ὑπαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὴν τῶν Μοναχῶν τάξιν καὶ τοῦ πενταετοῦς σωματικοῦ περιορισμοῦ ἐν Μονῇ». 17. «Μὴ οὔσης δυνατῆς τῆς συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, διὰ συνόδου εὐρυτέρας (συνελθούσης ἀπὸ 29 Αὐγούστου ἕως 17 Σεπτεμβρίου τοῦ 1872, εἰς τρεῖς συνεδρίας, 29.8, 12 καὶ 16.9), εἰς ἢν μετέσχον οἱ πρώην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ϛʹ καὶ ᾿Ιωακεὶμ Βʹ, ὁ ᾿Αλεξανδρείας Σωφρόνιος, ὁ ᾿Αντιοχείας ῾Ιερόθεος, ὁ ῾Ιεροσολύμων Κύριλλος (οὗτος ὄχι κυριολεκτικῶς), ὁ Κύπρου Σωφρόνιος, 25 ἄλλοι ἐπίσκοποι καί τινες ἀρχιμανδρῖται, ἡ Βουλγαρικὴ ᾿Εξαρχία ἐκηρύχθη σχισματική», ἐπὶ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ανθίμου τοῦ Ϛʹ. (Βασιλείου Μουστάκη, «Βουλγαρικὴ ᾿Εκκλησία», λῆμ. ἐν «Θ.Η.Ε.», τ. 3, στλ. 1009, ᾿Αθῆναι 1963).


Άγιος Χρυσόστομος ο νέος Ομολογητής


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου