ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

ΝΗΠΤΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΟΣΙΟΥ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΙΤΗ



1. Υπάρχει ένας νοητός πόλεμος που γίνεται μέσα μας, που είναι πιο φοβερός από τον αισθητό πόλεμο. Και πρέπει ο εργάτης της ευσέβειας να τρέχει νοερά προς τον επιδιωκόμενο σκοπό (Φιλιπ. 3,14), για να θησαυρίσει τελείως μέσα στην καρδιά του τη μνήμη του Θεού σαν μαργαριτάρι ή πολύτιμο λίθο. Και πρέπει όλα να τα παραμερίζομε, ακόμη και το σώμα, και αυτή τη ζωή να καταφρονούμε, μόνο και μόνο για να αποκτήσομε στην καρδιά μας το Θεό. Γιατί αρκεί, όπως λέει ο θείος Χρυσόστομος, να βλέπει κανείς με το νου του το Θεό, για ν’ αφανίσει τους πονηρούς δαίμονες. 2. Εκείνοι λοιπόν που διεξάγουν νοητό αγώνα, οφείλουν να εκλέγουν από τις θείες Γραφές εργασίες πνευματικές και να τις βάζουν πάνω στο νου σαν υγιεινά επιθέματα. Και από το πρωί, με ακριβή μνήμη του Θεού και αδιάλειπτη μέσα στην ψυχή την ευχή του Ιησού Χριστού, πρέπει να στεκόμαστε με ανδρεία και αποφασιστικότητα στην πύλη της καρδιάς και να θανατώνομε με τη φρούρηση του νου όλους τους αμαρτωλούς της γης (Ψαλμ. 100,8), όπως λέει ο Δαβίδ, δηλαδή τους λογισμούς, και με την έκσταστη και έκταση της πιστής μνήμης του Θεού να κόβομε για τον Κύριο τα κεφάλια των τυράννων (Αββ. 3,14) και τις αρχές των εχθρικών λογισμών. 



Γιατί βέβαια γνωρίζομε ότι και στους νοητούς αγώνες υπάρχει κάποια θεϊκή εργασία και τάξη. Έτσι πρέπει να κάνομε βάζοντας τον εαυτό μας, έως ότου έρθειο παρών καιρός του φαγητού. Κατόπιν, αφού ευχαριστήσομε τον Κύριο, ο οποίος από φιλανθρωπία και μόνο μας χορταίνει διπλά, και με πνευματική και σωματική τροφή, να αφιερώνομε το χρόνο μας στη μνήμη και μελέτη του θανάτου και την άλλη μέρα να συνεχίζομε με δύναμη την πρωινή μας εργασία. Όταν τα κάνομε αυτά κάθε μέρα, μόλις που θα μπορέσομε να ξεφύγομε με τη βοήθεια του Κυρίου τα δίχτυα του νοητού εχθρού. Καθώς αυτά πολυκαιρίζουν μέσα μας, γεννούν τα τρία τούτα, πίστη, ελπίδα και αγάπη. Η πίστη μάς προδιαθέτει να φοβόμαστε το Θεό αληθινά. Η ελπίδα, αφού υπερπηδήσει το δουλικό φόβο, ενώνει τον άνθρωπο με την αγάπη του Θεού. αφού βέβαια η ελπίδα δεν καταισχύνει (Ρωμ. 5,5), επειδή γεννά τη διπλή αγάπη, από την οποία εξαρτώνται όλος ο Νόμος και οι Προφήτες (Ματθ. 22,40). Η αγάπη τέλος, δε χάνει ποτέ την αξία της (Α΄ Κορ. 13,8), αλλά αφού γίνει αιτία να εκπληρώνει στον παρόντα αιώνα τους θείους νόμους εκείνος που την έχει, τον συνοδεύει και στον μέλλοντα. 3. Είναι πολύ σπάνιο να βρεις ανθρώπους που το λογιστικό τους δεν ενοχλείται από κακούς λογισμούς. Αυτό συμβαίνει μόνο σ’ εκείνους που με τον τρόπο αυτό μηχανεύονται να προσελκύουν τη θεία χάρη και επίσκεψη. Αν λοιπόν θέλομε να βαδίζομε την κατά Χριστόν φιλοσοφία, δηλαδή τη νοητή εργασία, με φύλαξη του νου και νήψη, ας αρχίσομε το δρόμο αυτό με εγκράτεια από τα πολλά φαγητά, παίρνοντας με μέτρο κατά τη δύναμή μας την τροφή και το ποτό μας. Η νήψη ας λέγεται εύλογα οδός που οδηγεί στη βασιλεία, και στην μέσα μας (Λουκ. 17,21) και στη μελλοντική, επίσης και νοητή εργασία, γιατί επεξεργάζεται και λευκαίνει τα ήθη του νου και τον μεταβάλλει από την εμπάθεια στην απάθεια. Μοιάζει με μια φωτεινή θυρίδα, από την οποία σκύβει ο Θεός και φανερώνεται στο νου. 4. Όπου υπάρχει ταπείνωση, μνήμη Θεού που αποτελείται από νήψη και προσοχή, συνεχής προσευχή που στρέφεται εναντίον των εχθρών δαιμόνων, εκεί ασφαλώς είναι ο τόπος του Θεού, δηλαδή καρδιακός ουρανός, όπου η δαιμονική φάλαγγα φοβάται να παραμείνει, επειδή στον τόπο αυτό κατοικεί ο Θεός. 5. Τίποτε άλλο δεν προκαλεί τόση σύγχυση, όσο η πολυλογία. και τίποτε δεν είναι φαυλότερο από την ακράτητη γλώσσα, που μπορεί να αφανίσει την καλή κατάσταση της ψυχής. Ό,τι οικοδομούμε κάθε μέρα, το γκρεμίζει και ό,τι με κόπο μαζεύομε, η ψυχή το σκορπίζει με την πολυλογία. Τι είναι χειρότερο από τη γλώσσα; Είναι ασυγκράτητο κακό (Ιακ. 3,8). Πρέπει λοιπόν να της βάλομε όρια, να της επιβληθούμε δια της βίας και να την πιέσομε, για να πω έτσι, ώστε να λέει μόνο τα απαραίτητα. Ποιος μπορεί να πει πόση ψυχική ζημιά προκαλείται από τη γλώσσα; 6. Πρώτη πύλη που εισάγει στη νοητή Ιερουσαλήμ, δηλαδή στην προσοχή του νου, είναι η κατά γνώση σιωπή του στόματος, έστω και αν ο νους δεν ησυχάζει ακόμη. Δεύτερη πύλη είναι η με μέτρο εγκράτεια από φαγητά και ποτά. Τρίτη, η αδιάλειπτη μνήμη του θανάτου, η οποία αγνίζει το νου και το σώμα. Αυτής την ωραιότητα όταν αντίκρυσα, όχι με τα μάτια, αλλά με το πνεύμα, πληγώθηκα από την αγαλλίαση και θέλησα να την πάρω σύζυγο για όλη μου τη ζωή, γιατί ερωτεύθηκα την ομορφιά και τη σεμνότητά της. Είδα πόσο ταπεινή είναι, πως είναι γεμάτη χαρμολύπη, σκεπτική, γεμάτη φόβο για τη μέλλουσα δίκαιη κρίση, πως φοβάται τις φροντίδες του βίου. Και από μεν τα μάτια του σώματος σταλάζει νερό ζωοπάροχο και ιαματικό, από δε τα μάτια του νου αναβρύει πηγή σοφοτάτων εννοιών, η οποία, όπως αναβλύζει και αναπηδά, ευφραίνει τη διάνοια. Αυτή λοιπόν, όπως είπα, την κόρη του Αδάμ, εννοώ τη μνήμη του θανάτου, διψούσα πάντοτε να την πάρω συζυγό μου και με αυτή να κοιμούμαι, με αυτή να μιλάω και να συζητώ τι μέλλει να γίνει μετά την απόθεση του σώματος. Δεν με άφησε όμως πολλές φορές η σιχαμερή λησμοσύνη, η σκοτεινή θυγατέρα του διαβόλου. 7. Υπάρχει ένας πόλεμος της ψυχής που ενεργείται στα κρυφά με λογισμούς από τα πνεύματα της πονηρίας. Επειδή η ψυχή είναι αόρατη, οι επίβουλες εκείνες δυνάμεις της επιτίθενται με αόρατο πόλεμο, όπως ταιριάζει στην ουσία της. Και μπορεί να δει κανείς ανάμεσα σ’ αυτές και σ’ εκείνη όπλα και παράταξη και δόλια τεχνάσματα και πόλεμο φοβερό και συμπλοκή πεισματώδη και νίκες και ήττες και από τα δύο μέρη. Μόνο ένα πράγμα λείπει από αυτόν το νοητό πόλεμο, για τον οποίο μιλάω, που υπάρχει στον αισθητό. ο καιρός του πολέμου. Γιατί ο αισθητός πόλεμος ξέρει να προσδιορίζει και τον καιρό και την τάξη της διεξαγωγής του. Ενώ ο νοητός ξεσπά ξαφνικά και απροειδοποίητα στα βάθη της καρδιάς και με ενέδρα χτυπά καίρια την ψυχή και τα θανατώνει με την αμαρτία. Για ποιο λόγο όμως, και για πιο σκοπό γίνεται αυτός ο αγώνας και η πάλη εναντίον μας; Για να μη γίνει από εμάς το θέλημα του Θεού, για το οποίο προσευχόμαστε λέγοντας «Γεννηθήτω το θέλημά σου» (Ματθ. 6,10). και θέλημα του Θεού είναι οι εντολές Του. Αυτό θα το αντιληφθεί με την πείρα όποιος με διάκριση, φωτιζόμενος από τον Κύριο και αφού με τη νήψη σταματήσει το νου από την περιπλάνηση, παρατηρήσει ακριβώς τις εισβολές των δαιμόνων και τις επακόλουθες συγκρούσεις που γίνονται με τις φαντασίες. Γι’ αυτό και ο Κύριος, στρεφόμενος κατά του σκοπού των ανόσιων δαιμόνων -επειδή ως Θεός προγνώριζε τα διανοήματά τους- , έθεσε αντίθετα στο σκοπό τους τις εντολές Του, μαζί με απειλή τιμωρίας για εκείνους που τις παραβαίνουν. 8. Όταν αποκτήσουμε κάποια έξη της εγκράτειας και της αποχής από τα αισθητά κακά που ενεργούνται με τις πέντε αισθήσεις, τότε από εκεί και πέρα θα μπορέσομε να φυλάξομε και την καρδιά μας με τη βοήθεια του Ιησού και να φωτιζόμαστε μέσα σ’ αυτήν από Αυτόν και με έναν πόθο θερμό να γευόμαστε με το νου την αγαθότητά Του. Επειδή έχομε λάβει νόμο να καθαρίζομε την καρδιά μας όχι για άλλο τίποτε, αλλά, αφού απομακρυνθούν τα σύννεφα της πονηρίας από το χώρο της καρδιάς και διασκορπισθούν με τη συνεχή προσοχή, να μπορέσουμε να δούμε καθαρά, σαν σε αίθριο ουρανό, τον ήλιο της δικαιοσύνης Ιησού, και να δεχτούμε κάπως στο νου την έλλαμψη των λόγων της μεγαλειότητάς Του. Γιατί οι λόγοι αυτοί εκ φύσεως δε φανερώνονται σε όλους, αλλά σ’ εκείνους που καθαρίζουν τη διάνοιά τους. 9. Κάθε μέρα πρέπει να ετοιμάζομε τον εαυτό μας έτσι, όπως πρέπει να φαινόμαστε μπροστά στο Θεό. Γιατί λέει ο προφήτης Ωσηέ: «Φύλαγε ελεημοσύνη και δικαιοσύνη και πλησίαζε το Θεό σου παντοτινά» (Ωσηέ 12,7). Και πάλι ο προφήτης Μαλαχίας, μιλώντας εκ μέρους του Θεού, λέει: « Ο γιός δοξάζει τον πατέρα του, και ο δούλος τον κύριό του. Αν λοιπόν εγώ είμαι Πατέρας, που είναι η δόξα Μου; και αν είμαι Κύριος, που είναι ο φόβος Μου; Λέει ο Κύριος, ο κυρίαρχος όλων» (Μαλ. 1,6). Και ο Απόστολος λέει: Ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από κάθε μολυσμό σαρκικό και πνευματικό» (Β΄ Κορ. 7,1). Και ο σοφός Σολομών πάλι λέει: «Με κάθε προσοχή φύλαγε την καρδιά σου. γιατί από αυτό θα οδηγηθείς στη ζωή» (Παροιμ. 4,23). Κι ο Κύριος Ιησούς είπε: «Καθάρισε το εσωτερικό του ποτηριού, για να γίνει και το εξωτερικό του καθαρό» (Ματθ. 23, 26). 10. Οι άκαιρες συνομιλίες άλλοτε προξενούν μίσος απ’ όσους μας ακούν, άλλοτε ειρωνείες και περιπαίγματα για την ανοησία των λόγων μας. Άλλες επιφέρουν μολυσμό της συνειδήσεως, άλλες προξενούν την καταδίκη από το Θεό και τη λύπη του Αγίου Πνεύματος, που είναι και το φοβερότερο από όλα τα άλλα. 11. Εκείνος που καθαρίζει τη καρδιά του και ξεριζώνει με τη χάρη του Κυρίου την αμαρτία, που κοπιάζει για ν’ αποκτήσει θειότερη γνώση και βλέπει στο νου του εκείνα που είναι στους πολλούς αθέατα, δεν πρέπει να υπερηφανεύεται γι’ αυτό απέναντι κάποιου. Ανάμεσα στα κτιστά όντα κανένα δεν είναι καθαρότερο από τον ασώματο, ούτε με περισσότερη γνώση από τον άγγελο. Επειδή όμως υπερηφανεύτηκε, κατακρημνίσθηκε σαν αστραπή από τον ουρανό. Έτσι η υψηλοφροσύνη του καταλογίσθηκε ως ακαθαρσία από το Θεό. Είναι φανεροί εκείνοι που εξορύσσουν το χρυσό. 12. Λέει ο Απόστολος: «Εκείνος που αγωνίζεται, εγκρατεύεται σ’ όλα» (Α΄ Κορ. 9, 25). Γιατί δεν είναι δυνατόν οι συνδεδεμένοι με την άθλια αυτή σάρκα που πάντοτε επιθυμεί κατά του πνεύματος, (Γαλ. 5, 17) να αντιπαραταχθούν, όταν είναι χορτασμένοι από πολλά φαγητά, εναντίον των αρχών, των αφανών δυνάμεων που θέλουν το κακό μας. Η βασιλεία του Θεού δεν είναι φαγητό και πιοτό (Ρωμ. 14, 17). Κι όπως λέει ο Απόστολος, το φρόνημα της σάρκας αποτελεί έχθρα προς το Θεό, γιατί αυτή δεν υποτάσσεται στο νόμο του Θεού, μα ούτε και μπορεί να υποταχθεί (Ρωμ. 8,7). Και είναι φανερό ότι γι’ αυτό δεν μπορεί, γιατί το σώμα είναι γήινο, συγκροτημένο από χυμό και φλέγμα, κλίνει πάντοτε προς τα κάτω, στρέφεται πάντοτε με εμπάθεια στα γήινα και ευχαριστείται στις εφήμερες ηδονές αυτού του αιώνα. Το φρόνημα της σάρκας είναι θάνατος (Ρωμ. 8, 6), και όσοι είναι παραδομένοι σε σαρκικό βίο δεν μπορούν να αρέσουν στο Θεό (Ρωμ. 8, 8). 13. Έχομε ανάγκη από πολλή ταπείνωση, εφ’ όσον με την χάρη του Κυρίου φροντίζομε για τη φύλαξη του νου. Ταπείνωση πρώτα απέναντι στο Θεό και έπειτα απέναντι στους ανθρώπους. Με κάθε τρόπο και από παντού οφείλομε να συντρίβομε την καρδιά μας, μεταχειριζόμενοι κάθε τι που ταπεινώνει. Συντρίβει και ταπεινώνει την καρδιά η ανάμνηση της παλιάς μας ζωής στον κόσμο, αν τη θυμόμαστε λεπτομερώς. Επίσης, η θύμηση όλων των αμαρτημάτων μας από τη νηπιακή ηλικία, που τα αναλογίζεται ο νους ένα-ένα (εκτός από τα σαρκικά, που η ενθύμησή τους είναι επιζήμια), και ταπείνωση προξενεί, και δάκρυα γεννά, και μας παρακινεί σε ολοκάρδια ευχαριστία του Θεού, όπως και η ακατάπαυστη και ζωηρή μνήμη του θανάτου. Η ίδια γεννά και πένθος ακακατωμένο με κάποια γλυκύτητα και χαρά, όπως επίσης και νήψη του νου. Ταπεινώνει πολύ το φρόνημα μας το να κρατούμε το βλέμμα μας προς τη γη και η μνήμη των παθών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όταν αναλογιζόμαστε και τα θυμόμαστε ένα- ένα. Τα πάθη αυτά φέρνουν επίσης και δάκρυα. Ακόμα ταπεινώνουν την ψυχή και οι πολλές ευεργεσίες του Θεού σ’ εμάς, όταν τις μετρούμε μία-μία και τις ξαναφέρνομε στο νου μας. Και όλα αυτά, επειδή έχομε να παλέψομε εναντίον των υπερήφανων δαιμόνων. 14. Μην αρνείσαι από φιλαυτία, άνθρωπε, αυτά τα σωτήρια φάρμακα της ψυχής. Γιατί τότε ούτε του Χριστού μαθητής είσαι, ούτε του Παύλου μιμητής, ο οποίος έλεγε: «Δεν είμαι ικανός να λέγομαι Απόστολος (Α΄ Κορ. 15, 9)» και αλλού: «Πρώτα ήμουν βλάσφημος και διώκτης και υβριστής» (Α΄ Τιμ. 1, 13). Βλέπεις υπερήφανε, τον Άγιο, ότι δεν είχε λησμονήσει τον προηγούμενο βίο του; Και όλοι οι Άγιοι από την αρχδή του κόσμου μέχρι τώρα, ντύνονταν αυτόν τον ευτελέστατο, πλην άγιο χιτώνα του Θεού, την ταπείνωση. Και ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όντας Θεός ακατάληπτος, άγνωστος και ανέκφραστος, και θέλοντας να δείξει το δρόμο της αιώνιας ζωής και της αγιότητας, ντύθηκε την ταπείνωση σε όλη Του την επίγεια ζωή. Πράγματι λοιπόν, θεϊκή αρετή και δεσποτική εντολή και στολή δίκαια πρέπει να λέγεται η αγία ταπείνωση. Και οι Άγγελοι, και όλες εκείνες οι λαμπρές και θείες ουράνιες δυνάμεις, αυτή την αρετή της ταπεινώσεως ασκούν και τηρούν γιατί ξέρουν τι φοβερή πτώση έπαθε ο σατανάς, όταν υπερηφανεύτηκε. Και τώρα ο πονηρός βρίσκεται ριγμένος στην άβυσσο, αποτελώντας παράδειγμα σε αγγέλους και ανθρώπους για να φοβούνται την πτώση. και εξαιτίας της υπερηφάνειάς του, αποδείχτηκε το πιο εξευτελισμένο από τα κτίσματα ενώπιον του Θεού. Επίσης γνωρίζομε και σε ποια πτώση έπεσε ο Αδάμ από υπερηφάνεια. ΄Εχοντας λοιπόν τόσα παραδείγματα της ψυχοσωτήριας αυτής αρετής, ας ταπεινωνόμαστε και στην ψυχή και στο σώμα και στο φρόνημα και στο θέλημα και στα λόγια και στα διανοήματα και στην εμφάνιση και εξωτερικά και εσωτερικά -αυτό πρέπει κυρίως να επιδιώκομε-, για να μη στρέψομε εναντίον μας τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού και Θεό, ο Οποίος είναι με το μέρος μας. Γιατί ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερήφανους, ενώ δίνει τη χάρη Του στους ταπεινούς (Παροιμ. 3, 34. Ιακ. 4, 6). Για τον Κύριο είναι ακάθαρτος κάθε υπερήφανος (Παροιμ. 16, 5). Και όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του, θα υψωθεί (Ματθ. 23, 12). Και ο Κύριος είπε: «Μάθετε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά» (Ματθ. 11, 29). Γι’ αυτό είναι ανάγκη να προσέχομε. 15. «Προσέχετε- λέει ο Κύριος- μήπως οι καρδιές σας σκληρυνθούν κλπ.» (Λουκ. 21, 34). «Και εκείνος που αγωνίζεται εγκρατεύεται σε όλα» (Α΄ Κορ. 9, 25). Αφού λοιπόν γνωρίζομε όλα αυτά που μας λέει η Θεία Γραφή, ας περάσομε τη ζωή μας με εγκράτεια, προπάντων από τα πολλά φαγητά. και ας εθίσομε το σώμα σε ενάρετη τάξη και συνήθεια, παρέχοντάς του την τροφή με μέτρο. Γιατί έτσι κατευνάζονται ευκολότερα τα σκιρτήματα του επιθυμητικού και υποτάσσονται στο ηγεμονικό λογικό, αν και πρέπει αληθινά και με βεβαιότητα να πούμε, και τα σκιρτήματα του θυμοειδούς. Αλλά και από τα λοιπά σφάλματα εύκολα απέχομε. Επειδή για όσους έλαβαν πείρα της αρετής, αρετή θεωρείται και η γενική εγκράτεια, δηλαδή το να απέχομε από κάθε είδους κακό (Α΄ Θεσ. 5, 22). Αιτία της αγνείας είναι πρώτα απ’ όλα ο Θεός, ο δωρεοδότης και αίτιος όλων των καλών, και έπειτα η καθημερινά ίδια μετρημένη εγκράτεια από τις πολλές τροφές. 16. Όπως ο σατανάς αντιτάσσεται στο Θεό, για να μη γίνεται το θέλημα του Θεού, που είναι οι εντολές Του, και με την παράβαση των οποίων προσπαθεί να το καταλύσει πολεμώντας το Θεό μέσω ημών, το ίδιο και ο Θεός θέλει μέσω ημών να εκτελείται το πανάγιο θέλημά Του- το οποίο όπως είπα είναι οι θείες και ζωοποιές εντολές Του- εξουδετερώνοντας μ’ εμάς και με τη βοήθειά Του τον ολέθριο σκοπό του πονηρού. Γιατί τη ματαιόπονη θέληση του εχθρού, που νομίζει ότι αντιστέκεται στο Θεό με τα μέσα με τα οποία κάνει να παραβαίνονται οι εντολές Του, ο Θεός πάλι με την ανθρώπινη ασθένεια την καταστρέφει. Και πρόσεξε μήπως τάχα δεν είναι έτσι. Όλες οι εντολές του ιερού Ευαγγελίου φαίνονται ότι με όσα προστάζουν, νομοθετούν και θεραπεύουν τα τρία μέρη της ψυχής. ή μάλλον, δε φαίνονται μόνο, αλλά και πράγματι του δίνουν υγεία. Αυτά λοιπόν τα τρία μέρη της ψυχής, ο διάβολος φαίνεται ότι τα πολεμά νύχτα και ημέρα. Και αφού πολεμά ο σατανάς τα τρία μέρη της ψυχής, άρα πολεμά τις εντολές του Χριστού.γιατί ο Χριστός νομοθετεί με τις εντολές τα τρία μέρη της ψυχής, που είναι το θυμικό, το επιθυμητικό και το λογιστικό. Πρόσεξε το ρητό: «Καθένας που οργίζεται με το αδελφό του χωρίς λόγο, είναι ένοχος για το δικαστήριο» (Ματθ. 5, 22) και τα επόμενα παραγγέλματά Του αυτά είναι θεραπείες του θυμού. Ο εχθρός πάλι, προσπαθεί να καταστρέψει την εντολή αυτή και τις άλλες όμοιές της, με λογισμούς φιλονεικιών, μνησικακίας και φθόνου. Γιατί γνωρίζει ο αντίπαλός μας ότι ηγεμόνας του θυμικού είναι το λογιστικό. Τοξεύει λοιπόν το λογιστικό με λογισμούς, όπως είπα, υποψίας, φθόνου, φιλονεικίας, λογομαχίας, δόλου, κενοδοξίας, και το πείθει να αφήσει την εξουσία του και να χαλαρώσει τα ηνία στο θυμό και να τον αφήσει ακυβέρνητο. Ο δε θυμός, έχοντας χάσει τον κυβερνήτη, βγάζει από το στόμα με τα λόγια εκείνα που είχε από πριν στην καρδιά, τα οποία συσσωρεύτηκαν εκεί με του λογισμούς που προκάλεσε ο εχθρός και με την αμέλεια του νου. Και τότε βλέπει κανείς την καρδιά, αντί να είναι γεμάτη από θείο πνεύμα και θεία νοήματα, να είναι γεμάτη κακία καθώς είπε ο Κύριος: «Από το περιεχόμενο της καρδιάς μιλάει το στόμα» (Ματθ. 12. 34). Γιατί αν μπορέσει ο πονηρός να βγάλει έξω με τα λόγια εκείνα που μελετήθηκαν εσωτερικά, τότε δε θ’ αποκαλέσει μονάχα «βλάκα» ή «ανόητο» τον αδελφό του εκείνος που κυριεύτηκε από το θυμό, αλλά από τα υβριστικά λόγια θα καταλήξει συχνά και σε φόνο. Αυτά τα χρησιμοποιεί ο πονηρός εναντίον του Θεού που έδωσε εντολή να μην οργιζόμαστε χωρίς λόγο. Αυτά μπορούσαν να μη φτάσουν να γίνου υβριστικά λόγια και όσα επακολουθούν, αν με την προσβολή του λογισμού διώχνονταν αμέσως από την καρδιά με προσευχή και εσωτερική προσοχή. ΄Ετσι ο κακούργος διάβολος πετυχαίνει το σκοπό του, όταν δει ότι εκείνα που έβαλε μέσα στην καρδιά με λογισμούς, καταλύουν κάποια θεία εντολή. 17. Τι έχει παραγγείλει στο επιθυμητικό η θεία δεσποτική εντολή; «Εκείνος που κοιτάζει γυναίκα με επιθυμία ήδη διέπραξε μοιχεία μ’ αυτήν μέσα στην καρδιά του» (Ματθ. 5, 28). Όταν είδε ο κακούργος διάβολος ότι δόθηκε αυτή η εντολή, έπλεξε κατά κάποιο τρόπο ένα δίχτυ μέσα στο νου κατά της εντολής. Γιατί μετέφερε τον πόλεμο από την ύλη που ερεθίζει και τον εγκατέστησε μέσα στον άνθρωπο. Και μπορεί να δει κανείς να ζωγραφίζονται μέσα στο νου από τον εχθρό σχήματα και εικόνες πορνικές, και μπορεί ν’ ακούει λόγια που ερεθίζουν το πάθος, και άλλα που γνωρίζουν όσοι έχουν πείρα του νοερού πολέμου. 18. Ποιά είναι τώρα η εντολή που προτρέπει το λογιστικό μας; «Εγώ σας λέω να μην ορκιστείτε καθόλου (Ματθ. 5, 34). Ο λόγος σας ας είναι ναι ή όχι (Ματθ. 5, 37). Όποιος δεν αρνήθηκε τα πάντα και δε με ακολουθεί, δεν είναι άξιος για μένα (Ματθ. 10, 37-38). Να περάσετε από τη στενή πύλη» (Ματθ. 7, 13). Αυτά είναι τα παραγγέλματα για το λογιστικό. Ο αντίπαλος διάβολος λοιπόν, για να υποτάξει έναν άριστο στρατηγό, που είναι το λογιστικό, το βγάζει από τα λογικά του με λογισμούς γαστριμαργίας και αδιαφορίας, και αφού σαν μέθυσο στρατηγό το χλευάσει και το απομακρύνει από την ηγεμονία, χρησιμοποιεί, το πονηρό φίδι, σαν υπηρέτες των άνομων θελημάτων του το θυμό και την επιθυμία. Οι δύο αυτές δυνάμεις, αφού μείνουν ελεύθερες από την εξουσία του λογικού, μεταχειρίζονται τις πέντε αισθήσεις σαν υπηρέτες για να αμαρτάνουν φανερά. Έτσι συμβαίνουν οι διάφορες πτώσεις. Τότε λοιπόν και τα μάτια γίνονται περίεργα, αφού δεν έχουν το νου να τα δεσμεύει, και η ακοή αγαπά να ακούει τα μάταια και η όσφρηση εκθηλύνεται και το στόμα γίνεται ακράτητο και τα χέρια αγγίζουν εκείνα που δεν πρέπει. Σ’ αυτά ακολουθεί αδικία αντί δικαιοσύνη, ανοησία στη θέση της φρονήσεως, ακολασία αντί σωφροσύνη δουλεία αντί ανδρεία. Αυτές οι τέσσερις γενικές αρετές, δηλαδή η δικαιοσύνη, η φρόνηση, η σωφροσύνη και η ανδρεία όταν είναι υγιείς, κυβερνούν τα τρία μέρη της ψυχής. Όταν αυτά διευθύνονται ορθά, εμποδίζουν τις αισθήσεις από τα άτοπα. Και τότε ο νους έχει γαλήνη, και καθώς οι δυνάμεις του κυβερνιούνται ενθέως και υπακούουν, ανδραγαθεί εύκολα στο νοητό πόλεμο. Αν όμως σκοτίζει τις δυνάμεις του από απροσεξία και νικιέται από τις επιθέσεις του εχθρού, τότε παραβαίνει τις θείες εντολές. Την παράβαση όμως οπωσδήποτε ακολουθεί, ή μετάνοια ανάλογη, ή κόλαση στο μέλλον. Καλό λοιπόν είναι να έχει πάντοτε νήψη ο νους, με την οποία αφού σταθεί στην κατά φύση κατάσταση, γίνεται αληθινός τηρητής των θείων εντολών. 19. Η ψυχή έχει περιτειχιστεί και περιφραχτεί και δεθεί με τις αλυσίδες του σκότους από τα πνεύματα της πονηρίας. Και δεν μπορεί λόγω του σκότους που είναι τριγύρω να προσευχηθεί όπως θέλει. Γιατί είναι δεμένη στα κρυφά και τυφλή στα εσωτερικά της μάτια. Όπως λοιπόν αρχίσει να προσεύχεται στο Θεό και με την προσευχή να έχει νήψη, τότε θα ελευθερωθεί από εκείνο το σκοτάδι με την προσευχή. Διαφορετικά, είναι αδύνατο να ελευθερωθεί. Τότε θα μπορέσει η ψυχή να έρθει σε επίγνωση ότι μέσα στην καρδιά γίνεται άλλη πάλη και εναντίωση κρυφή και άλλος πόλεμος λογισμός από τα πονηρά πνεύματα, όπως μαρτυρούν και οι άγιες Γραφές. Γιατί λένε: «Αν το πνεύμα του εξουσιαστή ανεβεί σε σένα, μην αφήσεις τον τόπο σου» (Εκκλ. 10, 4). Και τόπος του νου είναι η ακλόνητη στάση του στην αρετή και η νήψη. Γιατί υπάρχει στάση και στην αρετή και στην κακία, όπως λέει ο Ψαλμωδός: «Μακάριος ο άνθρωπος που δεν πορεύτηκε σε βουλή ασεβών, και δε στάθηκε σε δρόμο αμαρτωλών» (Ψαλμ. 1, 1), και ο Απόστολος: «Σταθείτε λοιπόν, έχοντας ζωσμένη τη μέση σας με την αλήθεια» (Εφ. 6, 14). 20. Ας κατέχομε το Χριστό με πολλή θέληση, λόγω των δαιμόνων που αγωνίζονται αενάως να Τον αρπάξουν από την ψυχή μας, για να μη φύγει ο Ιησούς εξαιτίας του πολλού όχλου (Ιω. 5, 13) των λογισμών στον τόπο της ψυχής. Είναι όμως αδύνατο να Τον κατέχομε έτσι, χωρίς πόνο ψυχής. Και ας ερευνούμε την επίγεια ζωή Του, για να περνούμε ταπεινά τη δική μας. Και ας θυμόμαστε συνεχώς τα πάθη Του, για να υπομένομε τις θλίψεις, μιμούμενοι Αυτόν με ζήλο. Και ας γευόμαστε την άρρητη και συγκαταβατική για χάρη μας Οικονομία Του, για να νιώθομε από τη γλυκιά γεύση της ψυχής ότι ο Κύριος είναι αγαθός (Ψαλμ. 33, 9). Μαζί με όλα αυτά, ή μάλλον πριν απ’ όλα, ας πιστεύομε αδίστακτα σ’ Αυτόν σε όσα λέει. Και ας περιμένομε την πρόνοιά Του κάθε μέρα, να έρθει σ’ εμάς. Και όταν συμβεί να έρθει, ας τη δεχτούμε μ’ ευχαρίστηση και χαρά και προθυμία, για να μάθομε να αποβλέπομε μόνο στο Θεό ο οποίος κυβερνά τα πάντα σύμφωνα με τους θεϊκούς λόγους της σοφίας. Και όταν κάνομε όλα αυτά, τότε δεν είμαστε μακριά από το Θεό. Αφού, ευσέβεια είναι τελειότητα που δεν έχει τέλος, όπως είπε ένας από τους θεοφόρους και τέλειους κατά το πνεύμα. 21. Εκείνος που χρησιμοποιεί ορθά τη ζωή του και αφιερώνει όλο τον καιρό του στην έννοια και τη μνήμη του θανάτου κλέβοντας σοφά με την απασχόληση αυτή το νου του από τα πάθη, αυτός και τις δαιμονικές προσβολές που συμβαίνουν όλη την ώρα, είναι φυσικό να τις βλέπει οπωσδήποτε με περισσότερη οξυδέρκεια από εκείνον που θέλει να ζει χωρίς μνήμη θανάτου. Όποιος καθαρίζει τη καρδιά του μόνο για τη γνώση και δεν προσπαθεί καθόλου να τη φυλάγει με πένθιμη μελέτη, ενώ καμιά φορά νομίζει ότι εξουσιάζει όλα τα ολέθρια πάθη με τις ικανότητές του, δένεται από ένα, χωρίς να καταλάβει, το χειρότερο από όλα, και πέφτει κάποτε, γιατί δεν έχει το Θεό μαζί του, στην υπερηφάνεια. Αυτός πρέπει να έχει πολλή νήψη, για να μη χάσει το μυαλό του από έπαρση. Γιατί είναι φυσικό, όπως λέει και ο Παύλος (Α΄ Κορ. 8, 1), οι ψυχές που συλλέγουν γνώση από εδώ κι από εκεί, να φουσκώνουν από υπεροψία απέναντι των κατωτέρων, όπως τους νομίζουν. Στις ψυχές αυτές πιστεύω πως δεν υπάρχει ούτε σπίθα της αγάπης, η οποία οικοδομεί. Αυτός που θυμάται κάθε βράδυ να μελετά το θάνατο, βλέπει καλύτερα από τον άλλο τις επιθέσεις των δαιμόνων, γι’ αυτό τους χτυπά και τους διώχνει. 22. Η γλυκύτατη μνήμη του Θεού, δηλαδή ο Ιησούς, μαζί με ορμή της καρδιάς και σωστική πικρία, έχει τη δύναμη να διαλύει όλες τις απάτες των λογισμών, τα νοήματα, τους λόγους, τις φαντασίες, τις σκοτεινές εικόνες, και μ’ ένα λόγο, όλα τα μέσα με τα οποία παρατάσσεται και ενεργεί με θρασύτητα ο πανώλεθρος διάβολος, αναζητώντας ψυχές να τις καταπιεί. Ο Ιησούς, όταν προσκληθεί, όλα αυτά τα κατακαίει μ’ ευκολία. Γιατί από κανέναν άλλο δεν μπορεί να προέλθει η σωτηρία μας, παρά από τον Ιησού Χριστό, όπως το είπε και ο ίδιος ο Σωτήρας: «Χωρίς εμένα, τίποτε δεν μπορείτε να κάνετε» (Ιω. 15, 5). 23. Με κάθε λοιπόν προσοχή, κάθε ώρα και κάθε στιγμή ας φυλάξομε την καρδιά μας (Παροιμ. 4, 23) από λογισμούς που θαμπώνουν τον ψυχικό καθρέφτη, στον οποίο εικονίζεται και φανερώνεται φωτεινός ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι η σοφία και η δύναμη του Θεού Πατέρα (Α΄ Κορ. 1, 24). Ας ζητήσομε ακατάπαυστα μέσα στην καρδιά μας τη βασιλεία των ουρανών (Ματθ. 6, 33), τον κόκκο του σιναπιού (Λουκ. 13, 19), το μαργαριτάρι (Ματθ. 13, 45) και το προζύμι (Ματθ. 13, 33). και όλα τ’ άλλα θα τα βρούμε μέσα μας μυστικά, αν βέβαια καθαρίσομε τα μάτια του νου. Γι’ αυτό ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είπε: «η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας» (Λουκ. 17, 21), και με αυτό φανέρωσε ότι η θεότητα μένει μέσα στην καρδιά. 24. Η νήψη κάνει ολοκάθαρη τη συνείδηση. Όταν αυτή καθαριστεί, λάμπει ευθύς, σαν ένα μεγάλο φως που ως τότε καλυπτόταν, και διώχνει μεγάλο σκότος. Αφού διωχθεί το σκοτάδι, η συνείδηση με συνεχή, γνήσια νήψη δείχνει εκείνα που μας διαφεύγουν. Και με τη νήψη του νου διδάσκει τα σχετικά με τον αόρατο πόλεμο και τη λογική μάχη και πώς πρέπει ο νους να ρίχνει λόγχες στη μονομαχία και να χτυπά με λογισμούς σαν με εύστοχα ακόντια, αλλά να μην χτυπιέται ο ίδιος από ακόντια καθώς θα κρύβεται κοντά στο Χριστό, επιθυμώντας φως αντί βλαβερό σκοτάδι. Αυτός που γεύθηκε αυτό το Φως, κατάλαβε τι λέω. Η γεύση αυτού του Φωτός κάνει την ψυχή να πεθαίνει μάλλον από την πείνα, και να μη χορταίνει ποτέ, αλλά όσο τρώει, τόσο πεινά. Αυτό το Φως έλκει το νου όπως η ήλιος τα μάτια. Είναι ανερμήνευτο όχι με λόγια, αλλά με την πείρα εκείνου που το έπαθε, ή πιο αληθινά, που πληγώθηκε από αγάπη γι’ Αυτό. Όμως αυτό με προστάζει να σιωπήσω, αν και ο νους θέλει να απολαμβάνει τα λόγια: «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους και τον αγιασμό, χωρίς τον οποίο κανείς δε θα δει τον Κύριο (Εβρ. 12, 14), για ν’ αποκτήσετε αγάπη και αγνεία-γιατί αυτές είναι η ειρήνη και ο αγιασμός». 25. Πρέπει να οπλίζομε το θυμό μας μόνο εναντίον των δαιμόνων, οι οποίοι μας πολεμούν μέσω του λογιστικού και έχουν θυμό εναντίον μας. Άκουσε τώρα και ακολούθησε τον τρόπο του πολέμου που γίνεται όλη την ώρα μέσα μας. Στη νήψη να συνάπτεις την προσευχή, γιατί η νήψη καθαρίζει την προσευχή, και η προσευχή τη νήψη. Η νήψη, παρατηρώντας αδιάλειπτα, αντιλαμβάνεται τους λογισμούς που επιχειρούν να μπουν. Εμποδίζει την είσοδό τους και καλεί σε βοήθεια τον Κύριο Ιησού Χριστό για να διώξει τους πονηρούς εχθρούς. Η προσευχή πάλι εμποδίζει και αντιλέγει σ’ αυτούς, ενώ ο Ιησούς που καλείται να βοηθήσει, διώχνει τους δαίμονες μαζί με τις φαντασίες τους. 26. Να φρουρείς το νου σου με πάρα πολύ μεγάλη ακρίβεια. Όταν λοιπόν αντιληφθείς κάποιο λογισμό, αντιμίλησε σ’ αυτόν, και αμέσως κάλεσε γρήγορα το Χριστό να σε υπερασπιστεί. Και ο γλυκύς Ιησούς, ενώ ακόμα θα μιλάς, θα σου πει: «Εδώ είμαι για να σου δώσω βοήθεια» (Ησ. 58, 9). Αφού όλοι οι εχθροί με την προσευχή καθησυχάσουν, εσύ πάλι πρόσεχε στο νου σου. Ιδού νέα κύματα, περισσότερα από τα πρώτα, έρχονται απανωτά και πάνω τους κολυμπά η ψυχή. Αλλά να πάλι ο Ιησούς. Τον ξυπνά ο μαθητής και ως Θεός επιτιμά τους πονηρούς ανέμους (Ματθ. 8, 25-26). Όταν βρεις άνεση από τον πόλεμο κάποια ώρα ή στιγμή, δόξασε Εκείνον που σε έσωσε και έχε τη μνήμη του θανάτου. 27. Ας βαδίσομε το δρόμο μας με προσοχή της καρδιάς και με αίσθηση ψυχής. Γιατί αν καθημερινά συζεύονται η προσοχή και η προσευχή, γίνονται παρόμοια με το πυρφόρο άρμα του προφήτη Ηλία (Δ΄ Βασ. 2, 11) και ανεβάζουν ψηλά στον ουρανό εκείνον που τις κατέχει. Και τι λέω; Εκείνου που κατορθώνει τη νήψη ή επιδιώκει να την κατορθώσει, η μακάρια καρδιά γίνεται νοητός ουρανός με ήλιο, σελήνη και άστρα. Γίνεται χώρος του αχώρητου Θεού σύμφωνα με μυστική θεωρία και ανάβαση. Αυτός λοιπόν, στον οποίο υπάρχει έρωτας θείας αρετής, ας προσπαθεί πρόθυμα με τη βοήθεια του Κυρίου, να μετατρέπει τα λόγια σε έργα. Εμποδίζοντας με κάποια βία την πεντάδα των αισθήσεών σου, από τις οποίες η ψυχή βλάπτεται, θα κάνεις ελαφρότερο οπωσδήποτε τον αγώνα και τον πόλεμο της καρδιάς. Απόκλειε λοιπόν με κάποιες επινοήσεις όλους αυτούς που έρχονται απ’ έξω, και πολέμα τους λογισμούς, που γεννιούνται από αυτούς εσωτερικά, με θείες και ασώματες μεθοδεύσεις. Με τον κόπο των αγρυπνιών διώχνε τις ηδονές. Έχε εγκράτεια στα φαγητά και τα ποτά. Λέπτυνε το σώμα σου αρκετά, για να κάνεις εύκολο κι ελαφρό για σένα τον πόλεμο γύρω από την καρδιά. Έτσι τον εαυτό σου ευεργετείς, όχι άλλον. Και να πειθαρχείς την ψυχή σου με τη μελέτη του θανάτου. Μάζεψε το διασκορπισμένο σου νου με τη μνήμη του Ιησού Χριστού. Ο νους ξαστερώνει καλύτερα συνήθως τις νύχτες, με τις λαμπρές θεωρίες του Θεού και των θείων. 28. Ας μην απορρίπτομε τους κόπους των σωματικών ασκήσεων. Όπως από τη γη φυτρώνει σιτάρι, έτσι απ’ αυτούς η πνευματική χαρά και η εμπειρία των καλών. Μήτε να ξεγελάμε τη συνείδηση, όταν μας υποδεικνύει τα σωτήρια που πρέπει να κάνομε, κι όταν μας λέει αδιάκοπα τι πρέπει και τι χρωστούμε, και μάλιστα όταν συμβεί να καθαρίζεται με ενεργό και έμπρακτη και λεπτή νήψη του νου. Γιατί τότε συνηθίζει να λέει τις διορατικές κρίσεις της κατάλληλες και αναμφισβήτητες, λόγω της καθαρότητας της. Γι’ αυτό, μη θέλομε να την ξεγελάσομε σχετικά μ’ αυτά, γιατί αναγγέλλει μέσα μας το βίο που αρέσει στο Θεό. Με τον απότομο πάλι έλεγχο που κάνει στη ψυχή, της οποίας η κρίση καμιά φορά αλλοιώνεται από τις αμαρτίες, την οδηγεί να επανορθώσει το σφάλμα της, και συμβουλεύει την καρδιά που έφταιξε να μετανοεί, υποδεικνύοντας τη θεραπεία με ευχάριστη υπαγόρευση. 29. Ο καπνός που βγαίνει από τα ξύλα, πειράζει τα μάτια, αλλά έπειτα δείχνει σ’ αυτά φως και ευχαριστεί εκείνους που ενοχλούσε πρωτύτερα. Και η ακατάπαυστη προσοχή προκαλεί κόπωση. Όταν όμως φτάσει η Ιησούς, που τον καλούμε με την προσευχή, φωτίζει την καρδιά. Γιατί η μνήμη του Ιησού χορηγεί, μαζί με την έλλαμψη, και το σπουδαιότερο απ’ όλα τα καλά. 30. Ο εχθρός μας συνηθίζει να πιέζει το νου μας σαν με μοχλό, θέλοντας να τρώμε χώμα κι εμείς μαζί του (Γεν. 3, 14.). Επιθυμεί, η εικόνα του Θεού να βαδίζει με την κοιλιά. Γι’ αυτό λέει ο Θεός: «Θα βάλω έχθρα ανάμεσα σε σένα και σ’ αυτόν» (Γεν. 3, 15). Γι’ αυτό το λόγο πρέπει εμείς πάντοτε να αναπνέομε το Θεό, για να μένομε έτσι άτρωτοι από τα πυρωμένα βέλη του διαβόλου κάθε μέρα. Γιατί λέει η Γραφή: «Θα τον σκεπάσω, επειδή γνώρισε το όνομά Μου» (Ψαλμ. 90, 14), και «H σωτηρία είναι κοντά σ’ εκείνους που Τον φοβούνται» (Ψαλμ. 84, 10). 31. Ο μακάριος Απόστολος Παύλος το σκεύος της εκλογής (Πραξ. 9, 15), ο οποίος μιλούσε με το φωτισμό του Χριστού (Β΄ Κορ. 2, 17), έχοντας μεγάλη πείρα του αόρατου και νοητού εσωτερικού πολέμου, έγραφε προς τους Εφεσίους: «Δεν έχομε να παλαίψομε με όντα από αίμα και σάρκα, αλλά με τις δαιμονικές αρχές και εξουσίες, με τους σκοτεινούς κοσμοκράτορες αυτού του αιώνα, με τα πονηρά πνεύματα που βρίσκονται ανάμεσα στη γη και στο ουρανό» (Εφ. 6, 12). Ο Απόστολος Πέτρος λέει: «Να είστε νηφάλιοι και άγρυπνοι, γιατί ο αντίδικός σας, ο διάβολος, περιφέρεται σαν το λιοντάρι που βρυχιέται, ζητώντας κάποιον να καταβροχθίσει. Αντισταθείτε σ’ αυτόν, στερεωμένοι στην πίστη» (Α΄ Πετρ. 5, 8-9). Και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, κάνοντας λόγο για τις διάφορες προαιρέσεις εκείνων που ακούνε τα λόγια του Ευαγγελίου, λέει: «Έπειτα έρχεται ο διάβολος και παίρνει το λόγο από την καρδιά- τον κλέβει δηλαδή από την κακή λησμοσύνη-, για να μην πιστέψουν και σωθούν» (Λουκ. 8, 12). Και πάλι ο Απόστολος λέει: «Εσωτερικά συμφωνώ και χαίρομαι με όσα λέει ο νόμος του Θεού. Διαπιστώνω όμως ότι υπάρχει ένας άλλος νόμος που αντιστρατεύεται στο νόμο που θέλει ο νους μου, και αιχμαλωτίζει» (Ρωμ 7, 22-23). Αυτά τα είπαν για να μας διδάξουν και να μας μάθουν εκείνο που μας διαφεύγει. 32. Είναι κάπως φυσικό η γνώση να φυσιώνεται (Α΄ Κορ. 8, 1), νομίζοντας ότι είναι ανώτερη από πολλούς, αν της λείψει η αυτομεμψία και η ταπείνωση. Όσοι λοιπόν γνωρίζομε την αδυναμία μας, ας φρονούμε αυτό που ακούμε από τον Απόστολο: «Αδελφοί, εγώ δε θεωρώ τον εαυτό μου ότι έφτασε στο τέρμα. Για ένα πράγμα φροντίζω. Να ξεχνώ το δρόμο που διέτρεξα και προχωρώ σ’ αυτόν που βρίσκεται μπροστά μου. Αγωνίζομαι να τερματίσω, προσβλέποντας στο βραβείο της ουράνιας προσκλήσεως του Χριστού» (Φιλιπ. 3, 13-14). Και πάλι: « Εγώ έτσι τρέχω, ξέροντας τι ζητώ. Έτσι πυγμαχώ, όχι σαν να δέρνω τον αέρα. Αλλά ταλαιπωρώ το σώμα μου και το μεταχειρίζομαι σαν δούλο, από φόβο μήπως, ενώ θα έχω κηρύξει σε άλλους, εγώ ο ίδιος κριθώ ακατάλληλος» (Α΄ Κορ. 9, 26-27). Είδες ταπείνωση και ταυτόχρονα αγώνα για την αρετή; Βλέπεις ποιά είναι η ταπείνωση του Αγίου Παύλου, του τόσου μεγάλου και σπουδαίου; «Ο Χριστός, λέει ήρθε στον κόσμο για να σώσει αμαρτωλούς, από τους οποίους πρώτος είμαι εγώ» (Α΄ Τιμ. 1, 15). Είναι λοιπόν ανάγκη να ταπεινωνόμαστε, αφού έχομε φύση ευτελή. Τι είναι πιο ευτελές από τη λάσπη; Και πρέπει να θυμόμαστε το Θεό, αφού γι’ αυτό πλαστήκαμε. Αλλά πρέπει να ασκούμε και την εγκράτεια, για να τρέχομε ελαφροί προς τον Κύριό μας. 33. Είναι αδύνατο, εκείνος που παρέδωσε τον εαυτό του στους πονηρούς λογισμούς, να είναι καθαρός εξωτερικά από αμαρτίες. Και δεν είναι δυνατό, αν δεν ξεριζώνονται από την καρδιά οι πονηροί λογισμοί, να μην προχωρούν σε πονηρά έργα. Το να βλέπει κανείς με διάθεση μοιχείας οφείλεται στο ότι τα εσωτερικά μάτια μοίχευσαν και σκοτίσθηκαν. Και το να θέλει να ακούει αισχρότητες, έχει ως αιτία το ότι τα ψυχικά αυτιά ακούνε τους μέσα μας αισχρούς δαίμονες ό,τι μας ψιθυρίζουν. Οφείλομε λοιπόν με τη βοήθεια του Κυρίου να καθαρίζομε τους εαυτούς μας μέσα και έξω, να προσέχει ο καθένας μας τις αισθήσεις του και να τις καθαρίζει κάθε μέρα από εμπαθείς και εφάρματες ενέργειες. Και όπως πρώτα, μέσα στην άγνοιά μας, όταν ήμαστε στον κόσμο ακολουθώντας τους μάταιους διαλογισμούς μας, με όλο του νου μας και τις αισθήσεις μας δουλέψαμε στην απάτη της αμαρτίας, έτσι πάλι πρέπει αφού ήρθαμε στον κατά Θεόν βίο, με όλο το νου και τις αισθήσεις μας να δουλεύομε στον ζωντανό και αληθινό Θεό (Α΄ Θεσ. 1, 9), στην δικαιοσύνη και στο θέλημα του Θεού. 34. Πρώτα είναι η προσβολή του πονηρού λογισμού, έπειτα ο συνδυασμός, έπειτα η συγκατάθεση, έπειτα η αιχμαλωσία, κατόπιν το πάθος που γίνεται μόνιμο με τη συνήθεια και τη συνέχεια. Αυτή είναι η ήττα μας στην εναντίον μας πάλη. Έτσι εξάλλου διδάσκεται και από τους αγίου Πατέρες. 35. Και προσβολή είναι, όπως λένε, απλός λογισμός, ή η εικόνα κάποιου καινούργιου τυχόν πράγματος που γεννήθηκε στην καρδιά μας και εμφανίζεται στο νου. Συνδυασμός είναι το να συνομιλήσει κανείς μ’ αυτό που φάνηκε με πάθος ή χωρίς πάθος. Συγκατάθεση είναι η ενήδονη συγκατάνευση της ψυχής προς αυτό. Αιχμαλωσία είναι η βίαιη και αθέλητη απαγωγή της καρδιάς, ή η επίμονη συναναστροφή με αυτό που τυχόν φάνηκε, πράγμα που αφανίζει την άριστη κατάστασή μας. 

Πάθος κυρίως λένε εκείνο που φωλιάζει πολύν καιρό μέσα στην ψυχή εμπαθώς. Από όλα αυτά, το πρώτο είναι αναμάρτητο, το δεύτερο, όχι πάντα, το τρίτο, ανάλογα με την κατάσταση του αγωνιζομένου. Η πάλι τέλος, προξενεί ή τα στεφάνια, ή τις τιμωρίες. 36. Η αιχμαλωσία διαφορετικά κρίνεται αν γίνει την ώρα της προσευχής ή άλλη ώρα. Το πάθος, χωρίς αμφιβολία, είναι υπόχρεο ή σε ανάλογη μετάνοια, ή στη μέλλουσα κόλαση. Εκείνος λοιπόν που αντιστέκεται ή αντιμετωπίζει με απάθεια το πρώτο, δηλαδή την προσβολή, με το ένα έκοψε όλα τα αισχρά. Αυτή είναι η μάχη των πονηρών δαιμόνων προς τους ανθρώπους, μοναχούς και μη, και η ήττα και η νίκη, όπως είπαμε. Και ανάλογα με τη νίκη θα δοθούν τα στεφάνια και οι ποινές για εκείνους που έφταιξαν και δεν μετανόησαν. Ας αγωνιστούμε λοιπόν νοητά εναντίον τους για να μην κάνομε εφάρματα αισθητά έργα τα πονηρά διανοήματα των δαιμόνων, και κόβοντας την αμαρτία από την καρδιά μας θα βρούμε τη βασιλεία των ουρανών μέσα μας (Λουκ. 17, 21). Και θα φυλάξομε διαρκή την καθαρότητα της καρδιάς και την κατάνυξη απέναντι του Θεού με την άριστη αυτή εργασία. 37. Πολλοί μοναχοί δεν γνωρίζουν την περιπλάνηση του νου που προκαλείται από τους δαίμονες. Ασχολούνται με την πρακτική και δεν φροντίζουν για το νου επειδή είναι απλοί και αμάθητοι. Διαπλέουν την ζωή τους, νομίζω, χωρίς να γεύονται την καθαρότητα της καρδιάς και αγνοώντας ολότελα το σκοτάδι των εσωτερικών παθών. Όσοι λοιπόν δεν γνωρίζουν αυτή τη πάλη που λέει ο Παύλος (Εφ. 6, 12), ούτε έχουν ίσως σταθεροποιηθεί με την πείρα στο καλό, θεωρούν ως πτώσεις μόνο τις έμπρακτες αμαρτίες, χωρίς να λογαριάζουν τις νίκες και ήττες των λογισμών, τις οποίες εξάλλου ούτε τα μάτια μπορούν να δουν, γιατί είναι απόρρητες και μόνο ο αγωνοθέτης Θεός και η συνείδηση του αγωνιζομένου τις γνωρίζουν. Γι’ αυτούς νομίζω ότι έχει λεχθεί το γραφικό εκείνο: «Και είπαν ειρήνη, μα δεν ήταν ειρήνη» (Ιεζ. 13, 10). Όταν έτσι συμβαίνει στους αδελφούς από την απλότητά τους, πρέπει να προσεύχεται κανείς γι’ αυτούς και να τους διδάσκει όσο μπορούν να απέχουν από τις κακές πράξεις. Για εκείνους όμως που έχουν θεϊκή επιθυμία να καθαρίζουν την όραση της ψυχής, υπάρχει και άλλη πράξη του Χριστού και άλλο μυστήριο.


 

38. Η ζωηρή μνήμη του θανάτου περιέχει πραγματικά πολλές αρετές. Γεννά το πένθος, το προτρέπει σε εγκράτεια από όλα, υπενθυμίζει τη γέεννα, είναι μητέρα της προσευχής και των δακρύων, φρουρεί την καρδιά, παύει την εμπαθή προσκόλληση στη σάρκα αφού είναι από πηλό, αναβλύζει την οξύτητα του νου μαζί με διάκριση. Παιδιά αυτών είναι ο διπλός φόβος του Θεού και η κάθαρση της καρδιάς από εμπαθείς λογισμούς. Περιέχει πολλές δεσποτικές εντολές. Σ’ αυτήν παρατηρείται ο πάρα πολύ δύσκολος αγώνας κάθε στιγμής για τον οποίο φροντίζουν οι περισσότεροι αθλητές του Χριστού. 39. Ένα απροσδόκητο συμβάν ή μια συμφορά, βλάπτει όχι λίγο την προσοχή της διάνοιας. Βγάζοντας το νου από την τάση του προς τα καλύτερα και την ενάρετη και καλή κατάστασή του, τον εκτρέπει σε εφάμαρτες φιλονεικίες και λογομαχίες. Αιτία αυτής της καταστροφής μας είναι οπωσδήποτε, ότι βρισκόμαστε απροετοίμαστοι για τις θλίψεις που παρχωρούνται από το Θεό. 40. Ούτε θα μας βλάψει, ούτε θα μας λυπήσει κανένα από τα καθημερινά λυπηρά που μας συμβαίνουν, όταν μια φορά καταλάβουμε και κάνομε παντοτινή μελέτη μας ότι αυτά είναι απαραίτητα. Γι’ αυτό λέει ο θείος Απόστολος Παύλος: «Χαίρομαι με τις ασθένειες, τις ύβρεις, τις δυσχέρειες» (Β΄ Κορ. 12, 10), και: «Όλοι όσοι θέλουν να ζουν με ευσέβεια στο όνομα του Ιησού Χριστού, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς» (Β΄ Τιμ. 3, 12). Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!



Φιλοκαλία Των Ιερών Νηπτικών


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου