ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΠΡΩΘΙΕΡΑΡΧΗΣ ΚΥΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ



Μετά τήν προσχώρησιν αὐτήν ἀρχίζει περίοδος λαμπρῶν, ἀλλά καί σκληρῶν ἀγώνων. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὠρυομένη, ἀλλά καί θορυβηθεῖσα ἐκ τοῦ κινήματος ὠρκισθη ἐκδίκησιν καί ἐξόντωσιν τῶν εὐσταλῶν Ἱεραρχῶν. Ὅθεν καί συγκροτήσασα ἐκτάκτως Συνοδικόν Δικαστήριον τήν 1ην τοῦ Ἰουνίου μηνός κατεδίκασε τούς Τρεῖς Ἀρχιερεῖς εἰς ἔκπτωσιν ἐκ τοῦ Ἀρχιερατικοῦ βαθμοῦ, ὑπαγωγήν αὐτῶν εἰς τήν τάξιν τῶν Μοναχῶν καί εἰς πενταετῆ περιορισμόν αὐτῶν εἰς ἀπομεμακρυσμένας καί ἐρήμους Μονάς. 



Τοῦ μέν ἀειμνήστου Χρυσοστόμου ὠρισθη ἡ ἐν τῷ Ὀλύμπω ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ ὠρισθη ἡ νῆσος Ἀμοργός καί τοῦ Ζακύνθου Χρυσοστόμου ἡ ἐν τῇ Ἀκαρνανία Ἱερά Μονή τῆς Ρομβης. 



Ἐν τῇ Ἱερά Μονή τοῦ Ὀλύμπου διέμεινεν ὁ ἀείμνηστος Χρυσόστομος μέχρις Ὀκτωβρίου τοῦ 1935, ὄτε τή καλοκαγαθία του τότε Κυβερνήτου Γ. Κονδύλη ἐπανῆλθεν εἰς Ἀθήνας. Δέν παρέμεινεν ὅμως ἐν Ἀθήναις ἐπί πολύ, διότι ὁ ἔνθεος ζῆλος ὑπέρ τῆς γαλήνης καί ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καταφλέγων τήν καρδίαν αὐτοῦ, ὑπεχρέωσε τοῦτον ἴνα ἐπιχειρήση ταξείδιον εἰς Ἱερουσαλήμ καί ἐκεῖθεν εἰς Δαμασκόν πρός συνάντησιν καί συνεννόησιν μετά τῶν Προέδρων τῶν τῆς Ἀνατολῆς Πατριαρχικῶν Θρόνων. Διο καί ἀνεχώρησεν ἐξ Ἀθηνῶν κατά τάς ἀρχάς Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους ἐκείνου, φθάσας ἐν μέσω χειμῶνος εἰς Ἱερουσαλήμ. Ἀμφότεροι οἱ Πατριάρχαι ὑπεδέχθησαν τόν ἀείμνηστον δικαιώσαντες τάς προσπαθείας καί τάς θυσίας αὐτοῦ καί ὑποσχεθέντες τήν συνδρομήν αὐτῶν διά τήν σύγκλησιν τῆς Προσυνόδου ἡ μεγάλης Ὀρθοδόξου Συνόδου, πρός τακτοποίησιν τῶν ἐκκρεμούντων ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων, πρώτην θέσιν κατέχοντος μεταξύ αὐτῶν τοῦ ἐορτολογικοῦ. Ἑτοιμασθεῖς δέ ἵνα ἐπιστρέψη εἰς τήν Ἑλλάδα, ἠμποδίσθη ὑπό τοῦ ἐν Ἱεροσολύμοις Ἕλληνος Προξένου, ἐκτελοῦντος διαταγὰς δοθείσας αὐτῶ ἐξ Ἀθηνῶν, καί μή ἐπικυροῦντος τά διαβατήρια Αὐτού∙ οὕτω δέ ἀπεκλείσθη ἐκεῖσε μείνας αἰχμάλωτος ἐπί πέντε περίπου μήνας. Ἐνταύθα δέν δυνάμεθα νά παραλείψωμεν τό εἰς τόν ἀείμνηστον γενόμενον θαῦμα ὑπό τοῦ Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου Γεωργίου. Εὐρίσκετο ἐν Ἱεροσολύμοις ἀποκλεισμένος καί κατά φυσικήν συνέπειαν πολύ στενοχωρημένος ὡς μή δυνάμενος νά πληροφορηθῆ περί τῆς πορείας ἐν Ἑλλάδι τοῦ ἐορτολογιακοῦ ζητήματος, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀναλάβει τήν ὑπεύθυνον διαχείρισιν. Οὕτω δέ εὑρισκόμενος, μετά τήν θείαν λειτουργίαν τήν τελεσθεῖσαν τήν 23ην Ἀπριλίου ἐπί τῇ μνήμη τοῦ Μεγαλομάρτυρος Ἁγίου Γεωργίου, ἀνέπεμψε θερμήν δέησιν πρός τόν Μεγαλομάρτυρα Τροπαιοφόρον Ἅγιον, εἰπών∙ «Ἅγιε Μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Γεώργιε. Σύ εἶσαι τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής καί τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής Σύ θαυμάστωσον καί ἐπ' ἐμοί τό ὄνομά Σου ἀπαλλάσσων μέ τῆς αἰχμαλωσίας ταύτης». Καί μετά τήν θερμήν ταύτην προσευχήν, ἀναχωρήσας ἐξ Ἱεροσολύμων καί κατελθῶν εἰς Γιάφαν εἰσῆλθεν ὅλως ἀπαρατήρητος εἰς τό ἀναχωροῦν διά τόν Πειραιά ἀτμοπλοῖον ἄνευ διαβατηρίου καί τῶν λοιπῶν Προξενικῶν ἐγγράφων, ἔφθασεν εἰς τόν Πειραιά. Καί τοῦτο τό εἰς αὐτόν τελεσθέν θαῦμα τοῦ Μεγαλομάρτυρος διεκήρυσσε μέχρι τῆς ὁσίας τελευτῆς τοῦ ὁ ἀείμνηστος. Ἀπό τῆς ἐξ Ἱεροσολύμων ἐπανόδου τοῦ ὁ ἀείμνηστος Χρυσόστομος, ἐν συνεργασία μετά τῶν ἀειμνήστων Δημητριάδος Γερμανοῦ, Κυκλάδων Γερμανοῦ καί Βρεσθένης Ματθαίου, ἐπεδόθη εἰς τήν Ποιμαντορίαν καί τόν Πνευματικόν καταρτισμόν τῶν ἀκολούθων τοῦ Παλαιοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου καταμηνυθεῖς εἰς τά Πολιτικά Δικαστήρια ὑπό τῶν διοικούντων τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, εἰσήχθη εἰς δίκην κατά ἀλληλοδιάδοχον συνέχειαν εἰς τό Πλημμελιοδικεῖον, Ἐφετεῖον καί τόν Ἄρειον Πάγον, καταπλήξας τούς Δικαστᾶς τοῦ διά τῆς εὐφραδείας καί τῶν ἀκαταμαχήτων, ὑπέρ τῆς ἀληθείας καί τοῦ δικαίου ἐπιχειρημάτων, καί ἀναγκάσας τούτους ἐν τέλει νά ὁμολογήσωσιν εἰπόντες «ἔχετε ἀπόλυτον δίκαιον, ἀλλά διά λόγους σκοπιμότητος εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά σᾶς δικάσωμεν». Καί ἐξέδωκαν καταδικαστικήν ἀπόφασιν. Αἱ τρεῖς μνημειώδεις ἀπολογίαι τοῦ ἀειμνήστου ἐκτυπωθεῖσαι εἰς ἰδιαίτερον φυλλάδιον, ἀποτελούσι στηλογράφημα καί εἰκόνα πρός μίμησιν ἀξιοζῆλον, διότι ἐν αὐταῖς ἐμφαίνεται καί τονίζεται τό Ἀποστολικόν «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῶ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις». Συνεχίζων τήν Ποιμαντορίαν καί διοργάνωσιν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ὁ ἀείμνηστος, ἐλυπήθη μεγάλως διά τόν γενόμενον - ὡς μήποτ' ὤφειλεν - ἀποχωρισμόν τῶν Κυκλάδων Γερμανοῦ καί Βρεσθένης Ματθαίου, ἀποχωρησάντων κατά Σεπτέμβριον τοῦ 1937, μή ὑπάρχοντος οὐδενός οὐσιώδους λόγου∙ μείνας δέ ἔκτοτε καί μετά τοῦ Δημητριάδος Γερμανοῦ συνεργαζόμενος μέχρι τῆς κοιμήσεως ἐκείνου, ἐπωμίσθη ἔκτοτε καί ἐβάστασε μόνος -ὡς ἄλλος μυθικός Ἄτλας- ὅλον το βάρος τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν μέχρι τῆς μακαρίας τελευτῆς του. Ἀξιοσημείωτος εἶναι, καί θά μείνη ἀλησμόνητος ἡ ὑπομονή καί ἐπιμονή εἰς τό ἱερόν καθῆκον τοῦ ἀειμνήστου Χρυσοστόμου, ὅστις καθ' ὅλον το διάστημα τῆς ξενικῆς της Πατρίδος ἠμων κατοχῆς (1941-1944), μή ὑπάρχοντος τότε οὐδενός συγκοινωνιακοῦ μέσου, κατήρχετο καθ' ἑκάστην - πολλάκις δέ καί δίς τῆς ἡμέρας - πεζή ἀπό τῆς ἐν τῇ συνοικία Κυψέλης κατοικίας τοῦ εἰς τά Γραφεῖα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος καί ἐπέστρεφε πεζοπορῶν, διάστημα μιᾶς καί ἠμισείας περίπου ὥρας, καί τοῦτο καθ' ἑκάστην, ἴνα διά τῆς παρουσίας καί τῶν λόγων τοῦ παρηγορήση τούς τεθλιμμένους, καί λάβη γνῶσιν τῆς πνευματικῆς καί ἠθικῆς καταστάσεως τῶν πνευματικῶν τέκνων του. Τοσούτον κατέφλεγε τήν καρδίαν αὐτοῦ ὁ ζῆλος καί τό ἐνδιαφέρον πρός τό καθῆκον ὑπέρ τοῦ Ποιμνίου του! Τόν αὐτόν ζῆλον καί τό αὐτό ἐνδιαφέρον ὑπέρ τοῦ ἱεροῦ ἠμων ἀγῶνος ἐπέδειξε καί μετά τήν ἀπελευθέρωσιν τῆς Πατρίδος ἐκ τῆς ξενικῆς κατοχῆς, συγγράφων καθ' ὅλον το διάστημα καί ἐκδίδων ἀδιακόπως διάφορα βιβλία ὑπέρ τοῦ Ἐορτολογιακοῦ ζητήματος, καί μετά νεανικῆς προθυμίας ἐπισκεπτόμενος ἐκ περιτροπῆς πάντας τους ἱερούς Ναούς τοῦ ἀγῶνος, κηρύττων ἐν αὐτοῖς τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί στηρίζων τούς ἀγωνιζομένους Ἀδελφούς, τόσον τούς τῶν Ἀθηνῶν καί τοῦ Πειραιῶς, ὅσον καί τούς τῶν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις παραρτημάτων, τούς ὁποίους πολλάκις ἐπεσκέφθη καί ἐνίσχυσε παρά τό προβεβηκός τῆς ἡλικίας του. Ὄχι δέ ὀλίγας φορᾶς ὑπεστήριξε τά δίκαιά του ἀγῶνος ἠμων διά διαλέξεων ἀπό τοῦ βήματος τῶν αἰθουσῶν τοῦ «Παρνασσοῦ» τῶν Φίλων του λαοῦ, τῆς αἰθούσης τῶν Ἐμποροϋπαλλήλων κ.α., τάς δέ διαλέξεις τοῦ παρηκολούθησαν πλεῖστοι ἐπίσημοι Ὑπουργοί, Βουλευταί Στρατηγοί κ.α. Τήν αὐτήν τακτικήν ἠκολούθησεν ὁ ἀείμνηστος Χρυσόστομος μέχρι τοῦ ἔτους 1951, ὄτε ἐνεργείαις καί εἰσηγήσεσι τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Σπυρίδωνος Βλάχου, ἐξεδόθη ὑπό τῆς τότε Κυβερνήσεως Βενιζέλου - Παπανδρέου ἡ ἀντισυνταγματικωτάτη ὑπ' ἀριθ. 45/51 Πράξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, βάσει τῆς ὁποίας ἐκινήθη ἄγριος διωγμός κατά τῶν Παλαιοημερολογιτῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν, κλεισθέντων καί σφραγισθέντων πάντων των Ναῶν αὐτῶν. Καίτοι ἡ μνημονευθεῖσα ὑπ' ἀριθ. 45 ὑπουργική αὐτή Πράξις διά δύο ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (ὑπ' ἀριθ. 1055/51 καί 500/52), ἐχαρακτηρίσθη ὡς «στερουμένη ἐκτελεστικοῦ χαρακτῆρος» ἐν τούτοις συνελήφθησαν, ἐκακοποιήθησαν, ἀπεσχηματίσθησαν καί ποικιλοτρόπως διεπομπεύθησαν πλεῖστοι Ἱερεῖς Παλαιοημερολογίται Μοναχοί καί Μοναχαί, καί ἐγένοντο εἰς βάρος τῶν πιστῶν χριστιανῶν ὅσα δέν ἀναγράφει ἡ Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ὡς γενόμενα ὑπό τῶν εἰδωλολατρῶν, τῶν εἰκονομάχων καί τῶν ἱεροξεταστῶν τοῦ μεσαιῶνος καί τά ὁποῖα ἀποτελούσι μελανήν κηλίδα εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ 20ου αἰῶνος τοῦ ἐπαγγελλομένου - κατ' ἐπίφασιν καί μόνον - τήν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως. Βάσει τῆς ἀνωτέρω ὑπουργικῆς Πράξεως, καί κατόπιν ἐπιμόνου ἀξιώσεως τοῦ προκαθημένου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τόν Μάρτιον τοῦ 1951 συνελήφθη καί ὁ ἀείμνηστος Χρυσόστομος μεταφερθεῖς - δίκην ληστοῦ - συνοδεία ἐκ τῆς οἰκίας του καί περιορισθεῖς εἰς τό Ὀρφανοτροφεῖον Βουλιαγμένης, ἔνθα ὑπό φρούρησιν παρέμεινεν ἐπί διάστημα ἐκβιαζόμενος ἵνα παραδεχθῆ τάς ἀπόψεις καί τό μνημόσυνον τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, ἐπί τοῦ ὁποίου σημείου οἱ ἐχθροί του συνήντησαν τήν γρανιτώδη ἀντίστασιν τοῦ ἀειμνήστου, προτιμήσαντος ἐξορίαν ἰσοδυναμοῦσαν μέ εἰς θάνατον καταδίκην αὐτοῦ καί ὄχι παρέκκλισιν ἐκ τῆς ὀρθοδόξου πορείας του καί τῆς γραμμῆς τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ἐπροτάθη εἰς τόν ἀείμνηστον ἴνα ἀποδεχθῆ τάς προτάσεις καί συμμορφωθῆ πρός τάς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος, μέ τήν ὑπόσχεσιν ὅτι θά δοθῶσιν εἰς αὐτόν αἱ ἀπό τοῦ 1935 καθυστερούμεναι Ἀρχιερατικαί του συντάξεις μετά τῶν τόκων καί ἐπιτοκίων καί... παχυλῶν δώρων∙ πρός τοῦτο ἀφέθη πρός στιγμήν -καθ' ὑστεροβουλίαν βέβαια- ἐλεύθερος ἵνα συνεννοηθῆ μετά τῶν συνεργατῶν καί τῶν οἰκείων τοy. Ἐπεχείρησαν ὅμως ἀδύνατα «γράφοντες εἰς ὕδωρ, καί τοξεύοντες εἰς οὐρανόν» κατά τήν παροιμίαν, ἐφ' ᾧ καί ἀπεφάσισαν τήν ἐξορίαν αὐτοῦ εἰς τήν ἐν τῇ νήσω Μυτιλήνη καί παρά τήν Ἄντισσαν Ἱεράν Μονήν τοῦ Ὑψηλοῦ τήν ἐπ' ὀνόματι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καί Εὐαγγελιστοῦ τιμωμένην. Ὑπό αὐστηρὰν συνοδείαν χωροφυλάκων μετήχθη εἰς Μυτιλήνην ὁ ὀγδοηκοντούτης πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος, ὁ τοσαύτας καθ' ὅλον τόν βίον αὐτοῦ προσενεγκῶν ὑπηρεσίας εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί τό Ἔθνος, διά τάς ὁποίας ὑπό μέν τῆς πρώτης ἠμείφθη διά τῆς ἐκφράσεως εὐαρεσκείας καί εὐφήμου μνείας, ὑπό δέ τοῦ δευτέρου ἠμείφθη διά τῆς ἀπονομῆς παρασήμου∙ ὑπ' ἀμφοτέρων ὅμως ἐπ' ἐσχάτων καί περί τάς δυσμᾶς τοῦ βίου του ἠμείφθη διά τῆς ἐξορίας, μόνον καί μόνον διά τήν ἐμμονήν του εἰς τήν ἱεράν παράδοσιν τοῦ Πατρίου Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου. Δέν ἔπαυσεν ὅμως λέγων καί ἐπαναλαμβάνων τούς λόγους τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου νουθετοῦντος τούς κακοπαθούντας Χριστιανούς καί λέγοντος∙ «Ἀδελφοί μή τίς ὑμῶν πασχέτω ὡς φονεύς, ἡ κλέπτης ἡ κακοποιός ἡ ὡς ἀλλοτριοεπίσκοπος∙ εἰ δέ ὡς χριστιανός πάσχη, μή αἰσχυνέσθω, δοξαζέτω δέ τόν Θεόν ἐν τῷ μέρει τούτω∙ ὅτι καιρός τοῦ ἄρξασθαι τό κρίμα ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Θεού∙ εἰ δέ πρώτον ἀφ' ἠμων, τί τό τέλος τῶν ἀπειθούντων τῷ τοῦ Θεοῦ Εὐαγγελίω;» (Α΄ Πετρ. Δ΄ 15-17). Εἰς τήν Μονήν τοῦ Ὑψηλοῦ ἔφθασεν ὁ ἀοίδιμος τήν 11 Μαρτίου εὐθύς δέ ἐνεκλείσθη εἰς ἕν τῶν σκοτεινοτέρων κελλίων αὐτῆς, πρό τῆς εἰσόδου τοῦ ὁποίου ἐτοποθετήθησαν δύο χωροφύλακες πρός φρούρησιν ἐκ... φόβου ἀποδράσεως!!! Καί εἰς τήν σκοτεινήν ἐκείνην φυλακήν θά εὕρισκεν ἀσφαλῶς τόν θάνατον, ἐάν δέν ἐπαρουσιάζετο ἡ καλοκάγαθος βοήθεια τοῦ ἐν πᾶσιν ἀρίστου Καθηγουμένου τῆς ἱερᾶς ἐκείνης Μονῆς Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου Σεραφείμ, ἐκτιμήσαντος ἀπό τῆς πρώτης ἡμέρας τήν ἀξίαν τοῦ ἀειμνήστου καί συνδεθέντος μετ' αὐτοῦ διά δεσμῶν ἀρρήκτου φιλίας. Θά ἦτο παράλειψις σπουδαία ἐάν δέν ἐμνημονεύετο εὐφήμως ἐνταύθα το ὄνομα τοῦ Πανοσιολογιωτάτου τούτου Καθηγουμένου τοῦ ὁποίου ἡ μεγάλη καλωσύνη ἐξηπλοῦτο ὄχι μόνον ἐπί τοῦ ἀειμνήστου, ἀλλά καί ἐπί ὅλων των πολυπληθῶν ἐπισκεπτῶν αὐτοῦ. Διότι ἐξ Ἀθηνῶν, ἐκ Πειραιῶς καί ἐξ ὅλων των μερῶν τῆς Ἑλλάδος καί τοῦ ἐξωτερικοῦ ἔσπευδον καθ' ὁμάδας καί μεμονωμένως ἐπίσημοι καί ἀνεπίσημοι ἴνα ἐπισκεφθῶσι τόν Μέγαν ἔγκλειστον (ἡ μᾶλλον τόν Δεσμώτην Προμηθέα ὡς τίς προσφυῶς ὠνόμασεν αὐτόν) ἄλλοι μέν ἴνα ἀπολαύσωσι τῶν εὐχῶν καί εὐλογιῶν του, καί ἄλλοι ἴνα ἐκφράσωσι τόν θαυμασμόν των∙ διότι ἐν τῷ αἰώνι τούτω τῆς ὕλης, εὑρίσκονται καί ἄνθρωποι προτιμῶντες τόν θάνατον ὑπέρ μιᾶς ἱερᾶς ἰδέας. Ἡ Ἱερά Μονή τοῦ Ὑψηλοῦ ἀπέχουσα τῆς πόλεως Μυτιλήνης περί τά 45 χιλιόμετρα, κεῖται ἐπί βραχώδους ὑψηλοῦ λόφου ἔνθα, ἕνεκα τῶν προσβαλλόντων αὐτόν πανταχόθεν ἰσχυρῶν ἀνέμων καί τοῦ ἀείποτε ἐπικρατοῦντος δριμυτάτου ψύχους ὄχι δένδρα, ἀλλ' οὐδέ χόρτα φύονται∙ στερεῖται δέ αὕτη καί πηγαίου ὕδατος, ἐξυπηρετουμένων τῶν οἰκητόρων αὐτῆς εἰς πάσας τάς χρείας διά τῶν ὑδάτων τῆς βροχῆς συγκεντρουμένων ἐπί εἰδικῶν δεξαμενῶν. Εἰς ταύτην τήν ἀπό πάσης ἀπόψεως ἀπαράκλητον Ἱεράν Μονήν ἐξωρίσθη ὁ ἀείμνηστος Ποιμενάρχης τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἔχων ὡς μόνην παρηγορίαν τήν καθημερινήν συναναστροφήν τοῦ μορφωμένου καί εὐγενεστάτου τούς τρόπους Πανοσιολογιωτάτου Καθηγουμένου Ἀρχιμανδρίτου Σεραφείμ καί τῶν ἐκ διαφόρων μερῶν ἐπισκεπτομένων Αὐτόν. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας χρηματίσας Ἀρχιδιάκονος τοῦ ἀειμνήστου ἐν τῇ Μητροπόλει Πελαγονίας -ὡς προελέχθη- ἀπέστειλεν ἐπιστολήν παραγγείλας καί προφορικῶς διά τοῦ ἐπιδότου αὐτῆς πρός τόν «Γέροντά» του, ὡς ἐνησμενίζετο νά ἀποκαλῆ τόν ἀοίδιμον, προσκαλῶν αὐτόν εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν, καί ὑποσχόμενος ἴνα τῷ προσφέρη μίαν ἐκ τῶν καλλιτέρων Μητροπόλεων, καί πάσαν ἄλλην ἀνάπαυσιν. Ἀλλ' ὁ ἀείμνηστος ἀπήντησε πρός τόν Πατριάρχην, ὄτι∙ ἡ μόνη ἀνάπαυσις καί ὑπηρεσία ἡ ὁποία θά εὐχαριστήση αὐτόν καί τό πλῆθος τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἀλλά καί Αὐτόν τόν Θεόν μετά τῶν Ἀγγέλων Αὐτοῦ, εἴναι∙ Νά φροντίση τήν ἕνωσιν τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν διά τῆς ἐπαναφορᾶς ἐν τῇ Ἐκκλησία τοῦ Πατρίου Ἑορτολογίου. Δέκα ἑπτά μήνας συνεπλήρωσεν ἐν τῇ ἐξορία μετ' ἀξιοθαυμάστου ὑπομονῆς ὁ ἀείμνηστος∙ καθ' ὅλον δέ τό διάστημα τοῦτο ἐγένοντο πολλαί καί ποικίλαι ἐνέργειαι διά τήν ἀνάκλησίν του. Τό ζήτημα τοῦτο πάνυ φιλοτίμως ἀνέλαβον καί διεχειρίσθησαν οἱ εὐγενέστατοι βουλευταί κ.κ. Ν. Ζορμπάς βουλευτής Χίου, Χ. Σκουτέρης βουλευτής Ἀττικῆς καί Χ. Γοργίας βουλευτής Σερρῶν, ὄχι μόνον ἐπεμβάντες ἁπλῶς ἀλλά καί πίεσιν ἀσκήσαντες ἐπί τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ Ν. Πλαστήρα, ὑπό τοῦ ὁποίου ἐδόθη ἐπί τέλους ἡ διαταγή τῆς ἀνακλήσεως. Αὕτη ἐπραγματοποιήθη τήν 18ην Ἰουλίου 1952, ἀφιχθέντος ἀεροπορικῶς εἰς τόν ἀερολιμένα τοῦ Ἑλληνικοῦ, τοῦ ἀειμνήστου Χρυσοστόμου καί γενομένου ἐνθουσιωδῶς δεκτοῦ ὑπό τῶν ἀνωτέρω ἀξιοτίμων βουλευτῶν, ὁλοκλήρου του Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Π.Θ.Ε.Ο.Κ. καί πλήθους λαοῦ Γνησίων Ὀρθοδόξων, συνοδεία τῶν ὁποίων καί ἀνῆλθεν εἰς Ἀθήνας ἐπανελθῶν εἰς τήν οἰκίαν του. Ἀπό τῆς ἐπανόδου ἐκ τῆς ἐξορίας τοῦ ὁ ἀείμνηστος Χρυσόστομος ἐπανήρχισε τό προσφιλές αὐτῶ ἔργον τῆς διαποιμάνσεως τοῦ κλήρου καί λαοῦ τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων, παρ' ὄλας τάς προβαλλομένας ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῆς Διοικούσης Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας ὁ Προκαθήμενος ἀπό Ἰωαννίνων κ. Σπυρίδων Βλάχος, διά μέσου του ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ ὑπουργείου Παιδείας καί Θρησκευμάτων κ. Ἰωάννου Πούλου, ἐκάλεσε τοῦτον εἰς τήν ἐν τῷ Ψυχικῶ οἰκίαν του καί διά σχήματος ὑποκρινομένης φιλίας εἶπε πρός αὐτόν∙ «Ἄκουσε Χρυσοστομε∙ Σύ ἔχεις μίαν πολύ καλήν "θέσιν" εἰς τήν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας, μή θέλης ἑπομένως νά ἀμαυρώσης τό παρελθόν σου ἐπιμένων εἰς τό Παλαιόν Ἡμερολόγιον. Βλέπεις ὅτι σέ ἐγκατέλειψαν οἱ συνεργᾶται σου καί διέρρευσαν διαλυθέντες οἱ ὀπαδοί τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου. Ἐπανελθε λοιπόν εἰς τούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία μεταξύ των ἄλλων θά σοῦ δώση καί τάς καθυστερουμένας ἀποδοχᾶς ἐκ τῶν συντάξεών σου ἀνερχομένας εἰς πολλᾶς χιλιάδας λιρῶν». Αὐτά καί πλείονα ὅμοια τούτων εἶπεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σπυρίδων, νομίζων ὅτι δι' αὐτῶν θέλει ἐκφοβίσει ἡ δελεάσει καί κλονίσει τόν ἀκλόνητον βράχον διακόψαντα τοῦτον ἀποτόμως καί εἰπόντα πρός αὐτόν: «Μακαριώτατε∙ Φρόντισε νά ἑνώσης τήν Ἐκκλησίαν ἐπαναφέρων εἰς αὐτήν τό πατροπαράδοτον Ἑορτολόγιον, ἵνα ἡσυχάσουν οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Περί συντάξεων καί χρημάτων δέν ἐνδιαφέρομαι, οὐδέ χάριν τούτων ἀποφασίζω νά παραβιάσω τήν συνείδησίν μου, τώρα μάλιστα εἰς τάς δυσμᾶς τοῦ βίου μου. Εἶναι ψευδέστατον ὅτι διελύθησαν ἡ διαλύονται οἱ Παλαιοημερολογίται, τῶν ὁποίων μάλιστα χαλυβδοῦται τό θρησκευτικόν αἴσθημα. Ἀλλά καί ἄν, καθ' ὑπόθεσιν, ὅλοι οἱ Παλαιοημερολογίται διαρρεύσουν πρός τό νέον ἡμερολόγιον, ὡς ἰσχυρίζεσθε, καί μείνη εἰς καί μόνον Παλαιοημερολογίτης, αὐτός θά εἶμαι ἐγώ». Κατάπληκτος ἐπί τῷ ἀκούσματι τῶν λόγων τούτων ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σπυρίδων, ἀντί ἄλλης ἀπαντήσεως εἶπε πρός τόν ἀείμνηστον Χρυσοστομον∙ «Ὁ Θεός νά Σέ ἐλεήση». Πλήν ἤκουσεν εἰς ἀπάντησιν ἐκ τοῦ ἁγίου ἐκείνου στόματος∙ «Ἀμήν. Νά ἐλεήση καί ἐμέ καί σας, Μακαριώτατε, καί νά σᾶς φωτίση νά ἐνώσητε τήν Ἐκκλησίαν, τῆς ὁποίας εἶναι ἀρκετά τα βέλη τά ὁποῖα δέχεται ἐκ τῶν ἔξωθεν ποικιλωνύμων ἐμφανῶν καί ἀφανῶν ἐχθρῶν της. Μή θέλητε λοιπόν καί σεῖς ἴνα πληγώνητε τά σπλάγχνα αὐτῆς ἐκ τῶν ἔνδον διά τῆς διαιρέσεως. Νέα ἐξορία μου δέν μέ φοβίζει∙ διότι ἐσυνήθισα τάς ἐξορίας, δέν ἔλυσα ἄλλωστε ἀκόμη καί τάς ὀλίγας ἀποσκευάς μου ἐπανελθῶν ἐκ τῆς προσφάτου ἐξορίας». 



Αὐτή ἦτο ἡ ἀπάντησις, ἀλλά καί ἡ τελευταία συνάντησις τοῦ ἀειμνήστου Χρυσοστόμου μετά τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος ἐξακολουθοῦντος τήν ἰδίαν τακτικήν καί τάς ἰδίας πιέσεις κατά τοῦ ἀειμνήστου καί γενικῶς ὅλων των Παλαιοημερολογιτῶν Κληρικῶν καί λαϊκῶν, ἀλλά ἐξ ἀντιθέτου καί ὁ μακάριος Ἡγέτης τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Κυρός Χρυσόστομος ἐξηκολούθησε τήν ἰδίαν τακτικήν μετά τοῦ αὐτοῦ θάρρους καί τῆς αὐτῆς αὐταπαρνήσεως μέχρι τῆς μακαρίας τελευτῆς καί μεταθέσεώς του εἰς τάς αἰωνίους Μονάς, λαβούσης χῶραν τήν 6ην πρός 7ην Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1955, τῆς κηδείας τοῦ γενομένης τήν 8ην Σεπτεμβρίου ἡμέραν Τετάρτην ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Κυψέλης ἔνθα ἐψάλη ἡ νεκρώσιμος Ἀκολουθία. Ἡ σορός ἀκολουθουμένη ὑπό πομπῆς 300 καί πλέον ταξί αὐτοκινήτων, μετεφέρθη καί ἐτάφη εἰς τήν παρά τήν Παρνηθα Ἱεράν Μονήν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου∙ το δέ μακάριον πνεῦμά του ἐποπτεύει οὐρανόθεν τους συνεχίζοντας τό ἔργον αὐτοῦ. Β' Μέρος. Τελευταίο.


Αἰωνία αὐτοῦ ἡ μνήμη!


Εκ της Ιστοσελίδας της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών εδώ. Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Χρυσόστομος Καβουρίδης ο νέος Ομολογητής


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου