ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ Γ' ΜΕΡΟΣ



Γ' Μέρος


...Συνέχεια από τα προηγούμενα... Όπως περιπλανιώμουνα άρχισα να απορώ, τι να κάνω τα λίγα χρήματα που μου είχε δώσει ο χωρικός. Τι τα ήθελα; Εσταμάτησα για μια στιγμή κι εσκέφθηκα. Τώρα πια δεν είχα Πνευματικόν οδηγό. Γιατί τάχα να μην αγόραζα με τα δυο ρούβλια που είχα μια «Φιλοκαλία», και να εξακολουθήσω περισσότερο να διδάσκωμαι απ’ αυτή για την εσωτερική Προσευχή; Έκανα το σταυρό μου κι εξακολούθησα το δρόμο μου με την γνωστήν επίκλησι. Έφθασα σε μια μεγάλη πόλι, όπου εζήτησα εις όλα τα βιβλιοπωλεία το βιβλίο που ήθελα. Εις το τέλος το βρήκα, αλλά μου ζήτησαν τρία ρούβλια ενώ εγώ είχα μόνο δύο. Παζάρευσα για πολλήν ώρα, αλλ’ ο βιβλιοπώλης ήταν ανένδοτος. Τέλος μου είπε: «Πήγαινε εις την εκκλησία εδώ κοντά, και μίλησε σ’ έναν επίτροπο. Αυτός έχει ένα παλιό και λίγο εφθαρμένο σώμα της «Φιλοκαλίας» κι ίσως σου το πουλήση για δυο ρούβλια». 



Επήγα πράγματι και τέλος την αγόρασα. Ήμουν πολύ ευχαριστημένος. Την συμμάζεψα όσο μπορούσα, της έκανα ένα πάνινο κάλυμμα, και την είχα μαζί με την Αγία Γραφή μου. Τώρα πλέον προχωρώ με την ακατάπαυστην επανάληψι της Προσευχής του Χριστού, που είναι για μένα το πιο πολύτιμο πράγμα εις τον κόσμον αυτό. Μερικές φορές βαδίζω πενήντα έως πενήντα πέντε χιλιόμετρα την ημέρα και αισθάνομαι ότι δεν περπατώ καθόλου, επειδή το μόνο γεγονός που καταλαβαίνω είναι η προσευχή. Όταν το πικρό κρύο με περονιάζη, αρχίζω την προσευχή του Χριστού και μια γλυκεία θερμότης απλώνεται σε όλο το κορμί μου. Όταν η πείνα αρχίζη να με κυριεύη, το όνομα του Ιησού με κάνει να την λησμονώ εντελώς. Όταν οι ρευματισμοί απλώνωνται εις τα πόδια και την πλάτη μου, προσηλώνω τις σκέψεις μου εις την Προσευχή του Ιησού κ’ έτσι δεν αισθάνομαι τον πόνο. Όταν κανείς μου κάνη κακό, σκέπτομαι αμέσως, «πόσο γλυκειά είναι του Ιησού η Προσευχή» και η βλάβη ή η προσβολή, φεύγουν και εξαφανίζονται. Δεν με ενδιαφέρει τίποτα από τις φασαρίες του κόσμου αυτού. Το μόνο που με ικανοποιεί, είναι να βρίσκωμαι μόνος, να προσεύχωμαι αδιάλειπτα, και κάνοντας αυτό γεμίζω από χαρά. Ο Θεός γνωρίζει τι μεγάλο πράγμα έχει συντελεσθή σε μένα τον αμαρτωλό. Βεβαίως όλα αυτά που μου συμβαίνουν είναι φυσικά και γήϊνα όπως ο Πνευματικός μου οδηγός είχεν ειπή. Είναι μια τεχνητή κατάστασις η οποία ακολουθεί την οδό της κατά φυσικό τρόπο. Αλλά εγώ λόγω της αναξιότητός μου και της αμυαλωσύνης μου δεν τολμώ μόνος μου να προχωρήσω, να μάθω περισσότερα και να εφαρμόσω εις τα βάθη της καρδιάς μου την πνευματική προσευχή, περιμένοντας να μου δώση ο Θεός την ευκαιρία. Εις το μεταξύ αναπαύομαι με την ελπίδα που έχω εις τις προσευχές του Πνευματικού μου διδασκάλου, για μένα. Έτσι, αν και δεν έχω ακόμη φθάσει εις το ύψος της αδιαλείπτου πνευματικής προσευχής, που είναι η αυτοενέργεια της καρδιάς, όμως ευχαριστώ τον Θεό, επειδή τώρα αντιλαμβάνομαι την έννοια των λόγων του Αποστόλου «αδιαλείπτως προσεύχεστε». Επεσκέφθηκα για κάμποσο καιρό διάφορες περιοχές έχοντας, για συνταξειδιώτη μου την προσευχή του Ιησού Χριστού που με εγκαρδίωνε και μ’ επαρηγορούσε σε όλα μου τα ταξείδια, σε όλες μου τις συναντήσεις με άλλους ανθρώπους εις τις μακρές μου πορείες. Τέλος, όμως, άρχισα να αισθάνωμαι την ανάγκη να σταματήσω κάπου και να εγκατασταθώ σε έναν τόπο, για να μπορώ έτσι εις την μοναξιά μου να μελετώ την «Φιλοκαλία». Αν και την εδιάβαζα όσο μπορούσα, όπου κατέφευγα τη νύκτα ή όπου για λίγο εστεκόμουν την ημέρα, όμως, επιθυμούσα να την διεξέλθω όσο πιο βαθύτερα ήτο δυνατόν, με πίστι και εγκάρδια προσευχή, για να μάθω απ’ την μελέτη της, την διδασκαλία της για την αλήθεια και για την σωτηρία της ψυχής μου. Αλλ’ όσο κι αν εφρόντιζα, όσο κι αν το επιθυμούσα δεν ημπόρεσα να βρω το καταφύγιο που ζητούσα, γιατί αδυνατούσα να βρω δουλειά, επειδή το αριστερό μου χέρι ήταν μισοπαράλυτο από τότε που ήμουν παιδί ακόμη. Έτσι, εσκέφθηκα κι απεφάσισα να πάω εις την Σιβηρία για να προσκυνήσω τον τάφο του αγίου Ιννοκεντίου, εις το Ιρκούτσκ. Κατέληξα εις την απόφασιν αυτή, γιατί θα μπορούσα εις τα δάση και τις Σιβηριανές στέππες, να ταξειδεύω με μεγάλην ησυχία κ’ έτσι θα είχα μια πολύ καλήν ευκαιρία για την μελέτη και την Προσευχή μου. Άρχισα, λοιπόν, το ταξείδι μου κ’ έλεγα, όπως προχωρούσα, την προφορική επίκλησι χωρίς να σταματώ καθόλου. Ύστερα από λίγο χρονικό διάστημα είχα το συναίσθημα ότι η Προσευχή του Χριστού, πέρασε κάπως, από τα χείλη εις την καρδιά μου, κι αυτό εσήμαινεν ότι με τον κάθε φυσικό κτύπο της καρδιάς μου αυτόματα ελέγοντο οι λέξεις της Προσευχής, όπως π. χ. ένα, Κύριε, δύο, Ιησού, τρία, Χριστέ κ.ο.κ. Είχα σταματήσει να λέγω την Προσευχή με τα χείλη μου και απλώς άκουγα αυτό που η καρδιά μου έλεγε με τους κτύπους της. Μου φαινόταν ότι τα μάτια μου έβλεπαν ολόϊσα μέσ’ στην καρδιά μου και θυμώμουν έντονα τα λόγια του μακαρίτη του οδηγού μου που μου είχε μιλήσει γι’ αυτή την χαρά. Έπειτα αισθάνθηκα μέσ’ στην καρδιά μου κάτι σαν ελαφρό πόνο, μα εις τις σκέψεις μου επικρατούσε τόση μεγάλη αγάπη για τον Χριστό, ώστε εδημιουργούσα μέσα μου την εικόνα ότι έβλεπα τον εαυτόν μου ριγμένο εις τα πόδια Του, χωρίς να τ’ αφήνω απ’ τ’ αγκαλιάσματα και τα τρυφερά φιλιά. Έβλεπα, με τα μάτια της ψυχής μου, ότι τον ευχαριστούσα με θερμά δάκρυα επειδή με την μεγάλη Χάρι Του και την αγάπη, με αξίωσε να βρω τόση μεγάλη παρηγοριά εις το Όνομά Του, εγώ ένα αμαρτωλό και ανάξιο πλάσμα. Σαν συνέχεια ήλθε εις την καρδιά μου μια θεία θερμότης που απλώθηκε σ’ όλο μου το στήθος. Αυτό μ’ εκίνησε σε ακόμη στενότερη μελέτη της «Φιλοκαλίας», με τον σκοπό να εξετάζω τα συναισθήματά μου και να κάνω μια ολοκληρωμένη μελέτη της άφωνης και μυστικής προσευχής της καρδιάς. Η γνώμη μου ήταν, μήπως χωρίς παρόμοια εξέτασι έπεφτα θύμα της ομορφιάς της Προσευχής ή μήπως έπαιρνα κατά λάθος ορισμένα φυσικά φαινόμενα ως αποτελέσματα της χάριτος του Θεού κι ακόμη, μήπως με κατελάμβανε χωρίς να το καταλάβω, υπερηφάνεια για το κατόρθωμά μου αυτό, της Προσευχής. Γι’ αυτούς τους κινδύνους ο μακαρίτης Πνευματικός μου οδηγός μου είχε μιλήσει όταν εζούσε. Τώρα απεφάσισα να περπατώ περισσότερο εις το διάστημα της νύκτας για να διαβάζω απ’ την «Φιλοκαλία» την ημέρα, κάτω απ’ τις σκιές των δένδρων των πυκνών δασών. Ω! τι σοφία, ανεκάλυπτα κατά την μελέτη μου αυτή, σοφία που ούτε καν την είχα πριν υποπτευθή. Εντρυφώντας εις τα βάθη της σοφίας αυτής αισθανόμουν ευτυχία, που ποτέ δεν θα μπορούσα ούτε να την φαντασθώ. Είν’ αλήθεια ότι μερικά χωρία, πολύ απείχαν από του να τα κατανοήσω, αλλ’ η Προσευχή της καρδιάς μου, έκανε ώστε να ξεκαθαρίζω κάπως αυτά, που τέλεια δεν ημπορούσα να τα συλλάβω με το μυαλό μου. Άλλοτε πάλι, αν και σπάνια, έβλεπα εις τον ύπνο μου τον μακαρίτη τον Πνευματικό μου οδηγό να μου εξηγή πολλές δυσκολίες, και να καθοδηγή την άξεστή μου ύπαρξι, όλο και περισσότερον εις την ταπείνωσι. Εις αυτή την κατάστασι της ουρανίου ευλογίας επέρασαν περισσότερο από δυο μήνες απ’ το καλοκαίρι. Το περισσότερο μέρος του χρόνου στο διάστημα αυτό, εβάδιζα μέσα από συντομώτερα μονοπάτια των δασών. Σαν έφθασα σ’ ένα χωριό εζήτησα μόνο λίγο παξιμάδι και μια χούφτα αλάτι, εγέμισα δε και το παγούρι μου με νερό κ’ εξεκίνησα για άλλα εκατό χιλιόμετρα ταξείδι. Κατά το τέλος του καλοκαιριού εδέχθηκα επίθεσι ενός πειρασμού, που ήταν αποτέλεσμα ισως αμαρτιών της αθλίας ψυχής μου, ή ανάγκης για την πνευματική μου ζωή, ή και ανάγκης για απόκτησι διδασκαλίας από την πείρα. Μου συνέβη, λοιπόν, το εξής: Μιά ημέρα εβάδιζα εις τον αμαξωτό δρόμο την ώρα που έπεφτε το λυκόφως, όταν συνήντησα δυό ανθρώπους με ξυρισμένα κεφάλια. Ήλθαν ίσια κατεπάνω μου. Τους επήρα για στρατιώτες. Μου εζήτησαν χρήματα. Όταν τους είπα οτι δεν είχα ούτε μια πεντάρα επάνω μου, δεν μ’ επίστεψαν και μου φώναξαν άγρια: «Όλοι σεις οι προσκυνηταί είσθε ψεύτες και μαζεύετε ένα σωρό λεφτά, ζητιανεύοντας». «Γιατί να συζητούμε μαζί του»; είπε μετά ο ένας απ’ τους δύο και μούδωσε ένα κτύπημα στο κεφάλι με το δρύινο ραβδί του, αφήνοντάς με αναίσθητο. Δεν ηξεύρω πόσην ώρα έμεινα αναίσθητος αλλ’ όταν συνήλθα ήμουν ξαπλωμένος εις την άκρη του δάσους δίπλα εις τον αμαξωτό δρόμο και αντελήφθηκα ότι με είχαν ληστέψει. Το σακκίδιό μου είχε κάνει φτερά και το μόνο που έμεινε απ’ αυτό ήταν τα υπόλοιπα κορδόνια μου επάνω εις την πλάτη μου, κομμένα με μαχαίρι. «Δόξα τω Θεώ» που δεν μου είχαν πάρει το βιβλιάριο με την ταξιδιωτική μου άδεια, γιατί το είχα μέσα εις το γούνινο καπέλλο μου, για ευκολία να το δείχνω αμέσως όταν μου το ζητούσαν. Σηκώθηκα με πικρά δάκρυα, όχι τόσο για τον πόνο εις το κεφάλι μου, όσο για το χάσιμο των βιβλίων μου, της Αγίας Γραφής και της «Φιλοκαλίας» μου, που τα είχα μέσ’ στο σακκίδιό μου και μου τα είχαν κλέψει μαζί του. Όλην αυτή την ημέρα δεν εσταμάτησα να κλαίω και να θρηνώ. Πού να βρισκόταν η Βίβλος μου τώρα, που την είχα μαζί μου και την εδιάβαζα απ’ τα μικρά μου χρόνια; Πού να ήταν η «Φιλοκαλία» μου, που είχα πάρει τόση μεγάλη πνευματικήν ωφέλεια απ’ το διάβασμά της και παρηγοριά; Ω! ο δυστυχής εγώ, που έχασα τον πρώτο και τον τελευταίο θησαυρό μου, πριν ακόμη γεμίσω την ψυχή μου μ’ αυτούς. Καλύτερα να με είχαν σκοτώσει, παρά που έμεινα χωρίς την πνευματική τους τροφή, επειδή νομίζω πως ποτέ δεν θα μπορέσω να βρω χρήματα για να ξαναγοράσω βιβλία σαν κι αυτά. Επί δυο ημέρες έσερνα κυριολεκτικά το κορμί μου εις το δρόμο και ήμουν τόσο συντετριμμένος απ’ το βάρος της ατυχίας μου, ώστε την τρίτην ημέρα εξαντλήθηκα τελείως. Εστάθηκα κ’ εξάπλωσα εις την σκιά ενός θάμνου, όπου μ’ επήρε ο ύπνος. Εις τον ύπνο μου είδα όνειρο. Είδα πως ευρέθηκα πάλι στο μοναστήρι, εις το κελλί του Πνευματικού μου οδηγού και έκλαιγα γι’ αυτά που μου πήραν. Ο Γέροντας προσπαθούσε να με παρηγορήσει. «Ας σου γίνη αυτό ένα μάθημα», μου είπε, «που θα σε διδάξη την αποξένωσι από τα γήϊνα πράγματα, επειδή χωρίς αυτά καλύτερα προχωρείς προς τον ουρανό. Αυτό έγινε κατά παραχώρησι, για να σε προλάβη από την πτώσι, που είναι η απλή και σκέτη ευχαρίστησι για τα πνευματικά. Ο Θεός θέλει τον χριστιανό να πετάξη εντελώς από πάνω του, όλες τις επιθυμίες του, τις ευχαριστήσεις, τους συνδέσμους, και να υποτάξη τον εαυτόν του τέλεια εις την θεία θέλησι. Αυτός κατευθύνει κάθε γεγονός για την βοήθεια και την σωτηρία του ανθρώπου, Αυτός, θέλει πάντας σωθήναι». «Έχε θάρρος, λοιπόν, και πίστευε ότι ο Θεός επιτρέπει τον πειρασμό αλλά και λυτρώνει απ’ αυτόν. Παραχωρεί «σύν τω πειρασμώ και την έκβασιv.». Γρήγορα θα πάρης πολύ περισσότερη χαρά από όση λύπη έχεις τώρα». Σ’ αυτά τα λόγια εξύπνησα και αισθάνθηκα οτι είχα ξαναποκτήσει τις δυνάμεις μου και οτι η ψυχή μου είχε πάρει φως και ειρήνη. Κύριε, «γενηθήτω το θέλημά Σου» είπα, έκανα το σταυρό μου κ’ εσηκώθηκα κ’ εσυνέχισα τον δρόμο μου. Η Προσευχή άρχισε πάλι να κτυπά μαζί με τους παλμούς της καρδιάς μου κ’ εβάδισα τρεις ημέρες με ειρήνη εις την ψυχή μου. Αμέσως με το ξεκίνημά μου διεσταυρώθηκα εις τον δρόμο με μιαν ομάδα από κατάδικους που μετεφέροντο υπό συνοδείαν. Όταν επλησίασα, ανεγνώρισα μέσα σ’ αυτούς και τους δυο ανθρώπους που με είχαν ληστέψει. Ήσαν κ’ οι δυο στην εξωτερική γραμμή της παρατάξεως. Έπεσα σχεδόν εις τα πόδια τους, παρακαλώντας θερμά να μου πουν, τι έκαναν τα βιβλία μου. Εις την αρχή δεν μού έδωσαν σημασία αλλά τέλος ένας απ’ αυτούς μου είπε: «Εάν μας δώσης κάτι, θα σου πούμε που είναι τα βιβλία σου. Δώσε μας ένα ρούβλι». Τους εβεβαίωσα πώς για την αγάπη του Χριστού, αν μπορούσα, θα το ζητιάνευα ένα ρούβλι να τους το δώσω και τους προσέφερα το διαβατήριό μου για ενέχυρο. Έτσι μου είπαν ότι τα βιβλία μου ήσαν εις τις αποσκευές που ακολουθούσαν τους καταδίκους, μαζί με άλλα κλεμμένα αντικείμενα. «Πώς θα μπορέσω να τα πάρω;» ερώτησα. «Παρακάλεσε τον αξιωματικό της συνοδείας» μου απήντησαν, και έσπευσα να τον βρω και να τον παρακαλέσω. «Λες αλήθεια πως ξεύρεις να διαβάζης την Αγία Γραφή»; μ’ ερώτησε. «Μάλιστα», απήντησα, «και όχι μόνο μπορώ να διαβάζω καλά, αλλά, ξεύρω και να γράφω. Εις το Ευαγγέλιό μου πάνω, υπάρχει η υπογραφή μου για να σε βεβαιώση ότι είναι δικό μου. Να το διαβατήριό μου με το όνομα και το επώνυμό μου». Μετά από αυτά ο αξιωματικός μου είπεν ότι οι λωποδύται ήσαν λιποτάκται, εκρύβοντο σε μια λασπωμένη καλύβα του δάσους και είχαν ληστέψει πολλούς διαβάτες, αλλά ένας έξυπνος αμαξάς όταν του επετέθησαν χθες, κατώρθωσε να τους πιάση και να τους δέση. «Εν τάξει» προσέθεσε «θα σου δώσω τα βιβλία σου, αλλά πρέπει να έλθης μαζί μας μέχρι τον πρώτο σταθμό που θα κάνουμε για την νύχτα. Είναι μόλις τριάμιση χιλιόμετρα απ’ εδώ, και θα σταματήσουμε εκεί, γιατί εδώ εις την μέση του δρόμου δεν ημπορούμε να διακόψουμε την πορεία». Με μεγάλη χαρά επεζοπόρησα δίπλα του και κουβεντιάζαμε, εγώ πεζός κι αυτός επάνω εις το άλογό του. Ήταν ευγενικός, φαινόταν ειλικρινής και είχε περάσει την πρώτη του νιότη. Μ’ ερωτούσε από που ερχόμουν και πού επήγαινα. Απήντησα σ’ όλες τις ερωτήσεις του χωρίς να κρύψω το παραμικρό κ’ έτσι εφθάσαμε εις το σπίτι που θα γινόταν η στάθμευσις για την διανυκτέρευσι. Ευρήκε τα βιβλία μου και μου τα έδωσε πίσω, λέγοντας: «Πού να πας τώρα νύχτα καιρό; Κάθησε εδώ και κοιμήσου σ’ αυτό εκεί το δωματιάκι». 



Με έπεισε να μείνω.Τώρα που είχα βρη τα βιβλία μου ήμουν τόσον ευτυχής ώστε δεν ήξευρα πραγματικά πώς να ευχαριστήσω τον Θεό. Έσφιξα τα βιβλία εις το στήθος μου και τα κράτησα εκεί τόσον, ώσπου τα χέρια μου μουδιάσανε. Έχυσα δάκρυα χαράς, και η καρδιά μου κτυπούσε με ευφροσύνη. Ο αξιωματικός με παρακολουθούσε και είπε: «Πρέπει όπως βλέπω, να αγαπάς πάρα πολύ την ανάγνωσι της Γραφής». Αλλ’ η χαρά μου ήτο τόσο μεγάλη ώστε δεν ημπόρεσα να του απαντήσω και αισθανόμουν διάθεσι να κλάψω. Έπειτα προχώρησε λέγοντάς μου: «Κ’ εγώ διαβάζω τακτικά, κάθε μέρα το Ευαγγέλιο» και έβγαλε ένα μικρό βιβλιαράκι που είχε τα τέσσερα Ευαγγέλια, τυπωμένο εις το Κίεβο και δεμένο με αργυρές πλάκες. «Κάθησε», εξακολούθησε, «και θα σου πω τι μου συνέβη κάποτε. «Φέρετέ μας κάτι να φάμε για βράδυ», εφώναξε δυνατά κ’ επλησιάσαμε εις το τραπέζι ενώ συγχρόνως, άρχιζε την ιστορία του.



Σειρά συνακόλουθων αναρτήσεων από το βιβλίο - αριστούργημα, αγνώστου συγγραφέως, ''Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητή''. Το ρωσικό αυτό πόνημα μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από το   Ιστολόγιο ''ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ'' απ' όπου και το αντιγράφουμε σε συνέχειες. Έχουμε προβεί σε μερικές, ορθογραφικές διορθώσεις, όπου αυτό ήταν επιβεβλημένο. Ενότητα 1η.

Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητή


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου