ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ Β' ΜΕΡΟΣ



Β' Μέρος


Αυτά λογιζόταν το παιδί και πλησίασε, για να μάθει τί κάνει ο Άγιος εντός του ναού. Βλέπει, λοιπόν, αυτόν προ του άμβωνος να κρέμεται στον αέρα και να προσεύχεται. Κατεπλάγη από το παράδοξο τούτο θέαμα και αναχώρησε, για να εκτελέσει την διαταγή του κυρίου του. Ο Όσιος τελείωσε την προσευχή του και έφυγε. Εξερχόμενος από το ναό, ασφάλισε πάλι τις θύρες με το σημείο του Σταυρού. Τότε αντιλήφθηκε την παρουσία του παιδιού και λυπήθηκε, επειδή κάποιος οικέτης έγινε θεατής των συμβάντων. Ανέμενε την επιστροφή του παιδιού, για να του παραγγείλει να μην αποκαλύψει τα περί του Οσίου. Συνάντησε το παιδί και είπε: "Φύλαξε, τέκνον, όλα όσα είδες στον τόπο τούτο και θα έχεις το έλεος του Κυρίου του Θεού". Μία ημέρα, προς το τέλος της αγίας Τεσσαρακοστής, ο λαός της βασιλευούσης των πόλεων, της Κωνσταντινουπόλεως, επευφημούσε τον Δεσπότη Χριστό μετά βαΐων και ύμνων. 



Βλέπει, τότε, ο μακάριος Ανδρέας, κάποιον γέροντα, ωραίο κατά την εξωτερική εμφάνιση, να εισέρχεται στο ναό της του Θεού Σοφίας. Πλήθος λαού τον ακολουθούσε, με βάϊα και σταυρούς, οι οποίοι έλαμπαν ως αστραπή· μελωδούσαν μέλος τερπνό, ηδύ και σωτήριο. Ο ένας στον άλλο παραχωρούσε το προβάδισμα και όλοι κατευθύνονταν προς τον άμβωνα. Ο γέροντας εκείνος κατείχε κινύρα και έκρουε τις χορδές συνοδεύοντας τους ψάλτες. Ο μακάριος ετέρπετο από το θέαμα και την ψαλμωδία, σκίρτησε και είπε: «Μνήσθητι Κύριε τοῦ Δαβὶδ καὶ πάσης τῆς πραότητος αὐτοῦ. Ἰδού, ἀκούσαμε τὴν Κυρία τὴν Κυριοπρεσβεύτρια καὶ τὴν εὑρήκαμε ὅμοια πρὸς τὴ Σοφίαν τὴν τερπνή». Αυτά έλεγε ο Άγιος. Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους σοφούς έλεγαν: «Πώς, σαλέ; Αναφέρεται στο στίχο αυτό του ψαλμού η Παναγία; Τί είναι αυτά τα οποία λέγεις;», και εξ αιτίας της άγνοιάς τους γέλασαν και αναχώρησαν. Ο μακάριος τα έλεγε αυτά επειδή είδε τον Δαβίδ με άλλους Προφήτες να έχουν έλθει εκεί. Έτσι θεοφιλώς έζησε ο διά Χριστόν σαλός Όσιος Ανδρέας και κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία εξήντα έξι ετών. Ευθύς ευωδίασαν μύρα και θυμιάματα στον τόπο εκείνο, όπου άφησε το πνεύμα του ο Άγιος. Μία γυναίκα φτωχή, η οποία διέμενε πλησίον οσφράνθηκε την ηδύπνοο και ασύγκριτη ευωδία, την ακολούθησε, λοιπόν, αυτή και έφθασε στον τόπο εκείνο όπου βρισκόταν ο Άγιος. Βρήκε τον μακάριο νεκρό και ανέβλυζε μύρο από το τίμιο λείψανό του. Έτρεξε, λοιπόν, και ανήγγειλε το θαύμα, επικαλούμενη με όρκο ως μάρτυρα τον Θεό. Πολλοί συγκεντρώθηκαν τότε, αλλά δεν βρήκαν το τίμιο λείψανο του Οσίου. Τους προκαλούσε κατάπληξη, όμως, η ευοσμία του μύρου και των θυμιαμάτων. Ο Κύριος, ο Οποίος γνωρίζει τα κρίματα εκάστου και τα απόκρυφα κατορθώματα του Οσίου Ανδρέα, μετέθεσε το λείψανο του Αγίου. Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του στις 28 Μαΐου. Αρχές των ωδίνων. Ο Επιφάνιος συναντήθηκε κάποτε με τον όσιο και τον πήρε σπίτι του, με σκοπό να ξεκουραστεί για μια τουλάχιστον εβδομάδα απ’ τους πολλούς κόπους. Κάθισαν κάπου μόνοι τους και ο νέος άρχισε να τον ερωτά: - Πως θα γίνει το τέλος του κόσμου; Τι είναι «αι αρχαί των ωδίνων» και πότε θα γίνουν; Από που θα καταλάβουν οι άνθρωποι ότι πλησιάζει η συντέλεια, και ποια θα είναι τα σημάδια που θα τη φανερώνουν; Ποιο τέλος θα έχει η Πόλις μας (Κωνσταντινούπολη), αυτή η νέα Ιερουσαλήμ; Τι θα γίνουν οι σεβάσμιοι ναοί; Τι θα γίνουν οι θείοι σταυροί, οι άγιες εικόνες και τα ιερά βιβλία; Που θα ασφαλισθούν τα λείψανα των αγίων; Εξήγησέ μου, σε παρακαλώ! Ξέρω ότι για σένα και τους αγίους, που είναι όμοιοι μ’ εσένα, είπε ο Θεός: «Υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών». Πόσο μάλιστα τα μυστήρια του κόσμου! - Η Πόλης αυτή, αποκρίθηκε ο μακάριος, που κατέχει τα πρωτεία ανάμεσα σε πολλές άλλες πόλεις και έθνη, θα μείνει απόρθητη και ελεύθερη. Τη φυλάει η Θεοτόκος «εν τη σκέπη των πτερύγων της», και με τις πρεσβείες της θα παραμείνει άτρωτη. Πολλά έθνη θα πολιορκήσουν τα τείχη της, αλλά η δύναμίς τους θα συντριβή, και θ’ αναχωρήσουν ντροπιασμένα. Απ’ αυτή θα πλουτίσουν πολλοί και θα απολαύσουν τα αγαθά της. Ωστόσο κάποια προφητεία λέει ότι θα την αλώσουν οι Αγαρηνοί και θα σφάξουν με το μαχαίρι τους πλήθους λαού. Εγώ όμως πιστεύω ότι θα εισορμήσει και το ξανθό γένος, του οποίου η ονομασία αρχίζει από το δέκατο έβδομο γράμμα της αλφαβήτου (Ρ). Θα μπει λοιπόν και θα κατακόψει, και θα στρώσει τους αμαρτωλούς στο έδαφος. Αλλοίμονό του όμως από τα δύο ομογενή έθνη. Τα όπλα τους θα είναι γρήγορα σαν τον άνεμο, και καταστροφικά σαν κοφτερό δρεπάνι, που κόβει το θέρος τα γεννήματα. Τα όπλα αυτά δεν θα αναχαιτίζονται, αλλ’ όμως μετά θα διαλύονται. Ο ευσεβής βασιλιάς. - Τώρα, παιδί μου, Πως να σου διηγηθώ χωρίς δάκρια για την αρχή των ωδίνων και τη συντέλεια; Κατά τις έσχατες ημέρες θα αναδείξει ο Θεός βασιλιά κάποιο φτωχό. Ο βασιλιάς αυτός θα πολιτευθεί με δικαιοσύνη, θα σταματήσει όλους τους πολέμους και θα πλουτίσει τους φτωχούς. Θα βασιλεύσει η ευτυχία όπως στην εποχή του Νώε. Οι άνθρωποι θα πλουτίσουν πολύ, θα ζουν γαλήνια και ειρηνικά, θα τρώνε, θα πίνουν, θα έρχονται σε γάμο, θα κινούνται με πολλή άνεση και θα απολαμβάνουν αμέριμνοι τα αγαθά της γης, επειδή δεν θα γίνονται πόλεμοι, θα μετατρέψουν τα σπαθιά τους σε δρεπάνια, τα βέλη σε πασσάλους, και τα δόρατα σε γεωργικά εργαλεία για να καλλιεργούν τη γη. Αργότερα ο βασιλιάς θα στραφεί ανατολικά και θα ταπεινώσει τους Αγαρηνούς, γιατί ο Θεός είναι οργισμένος μαζί τους για τη βλάσφημη θρησκεία τους και για τη σοδομίτικη αμαρτία που κάνουν, πολλοί βέβαια απ’ αυτούς θα βαπτισθούν, θα ευαρεστήσουν στον βασιλιά και θα τιμηθούν, οι υπόλοιποι όμως θα εξοντωθούν, θα καούν ή θα θανατωθούν σκληρά. Εκείνη την εποχή το Ιλλυρικό θα επανέλθει στο βασίλειο των Ρωμαίων, ενώ η Αίγυπτος θα συνθηκολογήσει. Ο βασιλιάς αυτός θ’ απλώσει το δεξί του χέρι στα γύρω έθνη, θα ημερώσει τα ξανθά γένη και θα κατατροπώσει τους εχθρούς του. Η βασιλεία του θα διαρκέσει τριανταδύο χρόνια. Για δώδεκα χρόνια δεν θα εισπράττει φόρους και δασμούς, θα ξαναχτίσει γκρεμισμένα θυσιαστήρια και θα ανοικοδομήσει ιερούς ναούς. Στις ημέρες του δεν θα γίνονται δίκες, αλλά ούτε θα υπάρχει άδικος και αδικημένος, τον βασιλιά αυτόν θα τον φοβηθεί όλη η γη, θα αναγκάσει τους ανθρώπους με τον φόβο να σωφρονισθούν, και θα εξοντώσει τους άρχοντες που παρανομούν. Εκείνον τον καιρό ο Θεός θα φανερώσει στον βασιλιά όλο το χρυσάφι, όπου και αν βρίσκεται κρυμμένο. Κι αυτός θα το σκορπίσει «με το φτυάρι» σ’ όλη τη χώρα του. Από τον πολύ πλούτο οι άρχοντες θα ζουν σαν βασιλιάδες και οι φτωχοί σας άρχοντες. Ο βασιλιάς αυτός θα κάνη μεγάλα κατορθώματα. Θα ξεκινήσει με πολύ ζήλο για να διώξει τους Ιουδαίους. Κανείς Ισραηλίτης δεν θα απομείνει μέσα σ’ αυτή την Πόλη. Δεν θα ακούγονται γλέντια με λύρες, κιθάρες και άσεμνα τραγούδια. Δεν θα γίνεται τίποτα αισχρό, γιατί θα μισήσει και θα εξολοθρεύσει «εκ πόλεως Κυρίου πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν» (Ψαλμ. Ρ΄ 8). Θα επικρατήσει τότε μεγάλη χαρά και αγαλίασις. Η γη και η θάλασσα θα δίνουν πλούσια τα αγαθά τους. Η ζωή θα κυλά γαλήνια και ειρηνικά, και οι άνθρωποι θα ευφραίνονται όπως τον καιρό του Νώε, μέχρις ότου ήρθε ο κατακλυσμός. - Μετά την βασιλεία αυτή θ’ αρχίσουν οι συμφορές. Θα έρθει σ’ αυτήν την Πόλη ο υιος της απώλειας, ο χιλίαρχος Αράν και θα βασιλεύσει τρία χρόνια και έξι μήνες. Θα αναγκάσει μάλιστα τους ανθρώπους να κάνουν τέτοια παρανομία, που όμοιά της ούτε έγινε ποτέ, αφότου δημιουργήθηκε ο κόσμος, ούτε θα ξαναγίνει. Θα διατάξει δηλαδή και θα νομοθετήσει, ώστε να συνέρχονται, θέλοντας και μη, πατέρας με κόρη, γιος με μητέρα, αδελφός με αδελφή. Κι όποιος θα αντιστέκεται ή θα αντιμιλά, θα θανατώνεται. Εκείνος όμως που θα πεθάνει μ’ αυτόν τον τρόπο, θα καταταγεί την ημέρα της κρίσεως μαζί με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο βασιλιάς αυτός θα διατάξει να συζευχθούν οι μοναχοί με τις μοναχές, καθώς επίσης και οι ιερείς. Έτσι η παρανομία της μίξεως θα γίνει χειρότερη από του φόνου. Ο ίδιος θα πορνεύσει με την μητέρα του και την κόρη του. Αφού λοιπόν θα γίνει νόμος η ακολασία, όλοι οι άσωτοι θα κάνουν όργια με τις αδελφές τους. Η δυσωδία της αιμομιξίας θ’ ανέβει στον ουρανό, και ο Κύριος θα οργισθεί υπερβολικά με ολόκληρη την οικουμένη. Θα δώσει τότε διαταγή και θ’ αρχίσουν να πέφτουν οι αστραπές και οι βροντές με ασυγκράτητο θυμό σ’ όλη τη γη. Πολλές πόλεις θα καούν. Οι άνθρωποι θα παραλύσουν από τον φοβερό κρότο των βροντών και θα πεθάνουν με κακό θάνατο, ενώ άλλοι θα καούν από τις αστραπές. Αλλοίμονο τότε στη γη, γιατί πλησιάζει η φοβερή απειλή και η οργή του Παντοκράτορος! Θα γίνει λιμός, και οι άνθρωποι θα πεθαίνουν σωρηδόν από την πείνα. Θα επακολουθήσει δυνατός σεισμός και θα πέσει κάθε οικοδόμημα. Πολλοί εργάτες της ανομίας θα βρουν κακό τέλος χωμένοι μέσα στα ερείπια. Ο ήλιος θα γίνει μαύρος και σκοτεινός, ενώ η σελήνη σαν αίμα, εξ αιτίας των ανθρώπων που εξομοιώθηκαν με τους χοίρους. Τ’ αστέρια θα πέσουν στη γη. Κάθε βουνό και νησί θα μετακινηθεί από την βία του σεισμού και της απειλής. Οι ιερείς του Θεού, μαζί με όσους ενάρετους και εγκρατείς θα έχουν απομείνει, θα καταφύγουν στα βουνά και στα σπήλαια. Τότε λοιπόν θα παταχθεί ο άνομος βασιλιάς και θα εξορισθεί στο σκότος το εξώτερο. Όσοι θα κατοικούν στην πρεσβυτέρα Ρώμη, στην Αρσενόη, στη Στρόβυλο, στην Αρμενόπετρα ή στην Καρυόπολη θα είναι μακάριοι. Σ’ αυτές τις πόλεις οι άνθρωποι θα ζήσουν ειρηνικά. Στις άλλες όμως θα γίνουν πόλεμοι και ταραχές, καθώς είναι γραμμένο: «Μελλήσεται ακούειν πολέμους και ακοάς πολέμων» (Μαρκ. 13,7) και τα ακόλουθα. Ο ειδωλολάτρης βασιλιάς. - Έπειτα στην Πόλη αυτή θ’ ανέβει άλλος βασιλιάς. Θα είναι βλοσυρός και μαύρος, αρνητής του Θεού και των αγίων. Θα μελετήσει βιβλία των Ελλήνων, θα ασπασθεί τη θρησκεία τους, και θα πολεμήσει τους αγίους και την Εκκλησία του Χριστού. Αφού περάσουν οι πρώτες ημέρες της βασιλείας του, θα κάψει όλα τα ιερά σκεύη και θα ονομάσει «φούρκα» τον Σταυρό. Θα διαλύσει επίσης το ιερατείο και θα σφάξει τον μισό πληθυσμό στους δημοσίους δρόμους. Εκείνες τις ημέρες θα στραφούν οι γονείς εναντίον των παιδιών, τα παιδιά εναντίον των γονέων και θα θανατωθούν μεταξύ τους. 



Ο αδελφός θα παραδώσει σε θάνατο τον αδελφό, και ο φίλος τον φίλο. Πολλοί, που θα ομολογήσουν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός και «βασιλεύς των απάντων», θα λάβουν το στεφάνι του μαρτυρίου. Ο βασιλιάς αυτός θα μεταφέρει τους κατοίκους από τα νησιά στην περιοχή της Θράκης, της Μακεδονίας και του Στρυμόνος, οπότε τα νησιά θα ερημώσουν. Στον ουρανό θα γίνουν κτύποι φοβεροί, στην γη μεγάλοι σεισμοί και κατεδαφίσεις πόλεων. Τα έθνη και τα βασίλεια θα ξεσηκωθούν το ένα εναντίον του άλλου. Θα γίνει μεγάλος χαλασμός επάνω στην γη, και οι άνθρωποι θα πέσουν σε θλίψη και στεναχώρια. Την ίδια εποχή θα φανεί φωτιά στον ουρανό σαν από πυρωμένα κάρβουνα, που θα επισκιάσει απειλητικά με την ταχύτητα της αστραπής ολόκληρη τη γη. Τέτοια σύγχυση θα επικρατήσει στον αέρα, ώστε το ένα πτηνό θα πέφτει πάνω στο άλλο. Η γη θα γεμίσει φίδια που θα δαγκώνουν τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Και όλα αυτά θα είναι η αρχή των «ωδίνων». (Συνεχίζεται...)...  Β' Μέρος.


Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου