ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ Θ' ΜΕΡΟΣ



Αλήθεια! Παραδέχομαι πως είμαι πολύ φίλος της μελέτης" απήντησε. "Τί είδους βιβλία έχετε εις την βιβλιοθήκη σας"; ερώτησα. 'Εχω μεγάλον αριθμό θρησκευτικών βιβλίων, ήταν η απάντησις. Εδώ είναι οι βίοι των Αγίων όλου του έτους, τα έργα του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, και πολλών άλλων Θεολόγων και Φιλοσόφων. 'Εχω αρκετούς τόμους κηρυγμάτων, γραμμένους από σπουδαίους συγχρόνους ιεροκήρυκας. Η αξία της βιβλιοθήκης μου είναι πάνω από εκατό χρυσές λίρες. 'Εχετε τίποτε που να γράφη για την Προσευχή; Βεβαίως, γιατί μου αρέσει πάρα πολύ να διαβάζω για την προσευχή. Εδώ είναι μια τελευταία εργασία για την προσευχή, γραμμένη από έναν ιερέα απ' την Πετρούπολη. Κατέβασε ένα βιβλίο που έγραφε για την Κυριακή προσευχή και αρχίσαμε να το διαβάζουμε με αγαλλίαση.  'Επειτα από λίγο ήλθε η κυρία φέρνοντας τσάι. Την ακολουθούσαν τα παιδάκια κρατώντας και τα δύο μαζί ένα μεγάλον ασημένιο δίσκο, γεμάτο από μπισκότα και γλυκά τόσο ωραία, που ποτέ προηγουμένως δεν είχα παρόμοια γευθεί.



'Επειτα ό κύριος έπήρε άπό τά χέρια μου τό βιβλίο καί τό έδωσε είς τήν σύζυγο του λέγοντας: "Τώρα θά μάς διαβάση ή κυρία. Διαβάζει πάρα πολύ όμορφα κι έμείς θά ζεσταθούμε μέ τό καλοφτιαγμένο τσάϊ". 'Έτσι άρχισε νά διαβάζη κ' έμείς άκούγαμε. 'Αλλ' όπως παρακολουθούσα, αισθάνθηκα τήν ένέργεια τής Προσευχής νά άναδεύη τήν καρδιά μου καί όσο προχωρούσε τό διάβασμα, τόσο ή ένέργεια αύτή έμεγάλωνε, γεμίζοντάς με άπό εύφροσύνη. «Ξαφνικά είδα κάτι λαμπερό νά περνά άστραπιαία στον άέρα έμπρός άπό τά μάτια μου, κατι σαν τη φυσιογνωμία τού μακαρίτη τού Πνευματικού μου οδηγού. θέλοντας νά κρύψω ολο αύτό πού μού συνέβαινε, είπα: "Νά μέ συγχωρήτε, άλλά πρέπει νά κοιμηθώ έστω κ' έλάχιστα". "Επειτα αισθάνθηκα σάν νά μ' έφώτιζε ή ψυχή τοΰ Πνευματικού μου οδηγού καί ό φωτισμός αύτός ήλθε μέσα στό μυαλό μου, σάν ένα είδος διαφόρων ιδεών γιά τήν Προσευχή. "Εκανα τό σταυρό μου καί όπως άρχισα νά τακτοποιώ τις ιδέες αύτές είς τόν νοΰ μου, ή κυρία είχε φθάσει διαβάζοντας είς τό τέλος τοΰ βιβλίου, ό δέ σύζυγός της μ' ερώτησε άν μοΰ άρεσε. "Ετσι, λοιπόν, ή συζήτησίς μας ξανάρχισε πάλι. "Πάρα πολύ", άπάντησα. "Τό Πάτερ ήμών, είναι ή υψηλότερη καί ή πιο πολύτιμη άπ' όλες τις προσευχές γιά μάς τούς χριστιανούς, έπειδή προέρχεται άπό τό ίδιο τό στόμα τού Χριστού. Ή έξήγησις πού έδιαβάσαμε μόλις, ήταν πολύ καλή, μόνο πού τό περισσότερο της μέρος, πραγματεύεται γιά τήν πρακτική πλευρά τής πνευματικής ζωής, ένώ έγώ διαβάζοντας τούς άγιους Πατέρας, συνήντησα περισσότερο τήν θεωρητική καί μυστικιστική έξήγησι τής Προσευχής, τής λεγομένης Καρδιακής Προσευχής". "Σέ ποιούς άπό τούς Πατέρας τό έδιαβάσατε αυτό; "Εις τόν άγιο Μάξιμο τόν 'Ομολογητή επί παραδείγματι, και είς τον ίερομάρτυρα Πέτρο τόν Δαμασκηνό, είς τήν «Φιλοκαλία»". "θυμάστε τίποτε άπό αύτά; Πέστε καί σέ μάς κάτι, σάς παρακαλούμε". "Βεβαιότατα. Οί πρώτες λέξεις τής Προσευχής. Πάτερ ήμών ό έν τοις ούρανοίς, ερμηνεύονται είς τό βιβλίον σας σάν μιά κλήσις γιά άδελφική άγάπη γιά τόν πλησίον, έφ' όσον ολοι μας είμεθα παιδιά τοϋ ένός Πατέρα, αύτό δέ είναι άλήθεια. Άλλά είς τούς Αγίους Πατέρας ή ερμηνεία πηγαίνει βαθύτερα καί είναι πιο πνευματική, έπειδή έκείνοι λένε ότι οταν χρησιμοποιούμε αύτές τις λέξεις πρέπει νά υψώνουμε τόν νοΰ μας είς τόν ούρανόν, πρός τόν ούράνιό μας Πατέρα και νά θυμώμεθα κάθε στιγμή, οτι οπουδήποτε καί άν εύρισκώμεθα είμεθα μπροστά στό Θεό. "Τά λόγια Άγιασθήτω τό όνομά Σου είς τό βιβλίο πού έδιαβάσαμε έξηγοΰνται, ότι πρέπει νά είναι φροντίδα μας νά μή πιάνουμε γιά τό τίποτα στό στόμα μας τό ονομα τοϋ Θεοϋ, νά μή παίρνουμε ψεύτικους όρκους καί μέ μιά λέξι, νά προφέρουμε μέ σεβασμό πάντοτε τό θείον όνομα καί νά μή τό "λαμ-βάνωμεν έπί ματαίω". Άλλά οί μυστικισταί συγγραφείς διαβλέπουν έδώ μιά σαφή κλήσι γιά τήν έσωτερική Προσευχή τής καρδιάς, πού σύμφωνα μ' αύτή τό άγιον ονομα τοϋ Θεοΰ τυπώνεται εσωτερικά έπάνω είς τήν καρδιά τοΰ άνθρώπου καί έξαγιάζεται άπό αύτενεργοϋσα Προσευχή καί άγιάζει όλα τά συναισθήματα καί τις δυνάμεις τής ψυχής. "Τά λόγια Έ λ θ έ τ ω ή Βασιλεία Σου οί Πατέρες τά έξηγοΰν: είθε ή έσωτερική ειρήνη καί γαλήνη καί πνευματική άγαλλίασις νά έλθουν μέσ' στις καρδιές μας. Είς τό βιβλίο σας πάλι, τά λόγια Τόν άρτον ήμών τόν έπιούσιον δός ήμίν σήμε ρον, θεωρούνται οτι είναι παρακλητικά γιά τις καθημερινές άνάγκες τής ζωής τής ιδικής μας καί τοΰ πλησίον μας. Άλλ' ό άγιος Μάξιμος ό Όμολογητής άντιλαμβάνεται τόν άρτον τόν έ π ι ο ύ σ ι ο ν σάν τροφή τής ψυχής μέ ούράνιον άρτον πού είναι ό Λόγος τοΰ θεοΰ καί σάν ένωσι τής ψυχής μέ 'Εκείνον πού γίνεται μέ τήν έγκατοίκησί της είς Αύτόν, μέ τή σκέψι καί τήν άσίγαστη έσωτερική Προσευχή τής καρδίας". "Ναί, άλλά ή άπόκτησις τής έσωτερικής Προσευχής είναι δύσκολο πράγμα καί σχεδόν άδύνατο γιά όσους δέν είναι μοναχοί ή ιερωμένοι, μοΰ είπε ό κύριος πού μ' έφιλοξενοΰσε, κ' έμείς είμαστε τυχεροί πού μποροΰμε νά λέμε τις τακτικές καθημερινές προσευχές μας χωρίς οκνηρία". "Μήν τά σκέπτεσθε έτσι τά πράγματα, απήντησα. 'Εάν ήταν κάτι δύσκολο καί άκατόρθωτο νά τό εκπληρώσουμε, ό Θεός δέν θά τό άπαιτοΰσε άπό μάς. "Ή δύναμίς του έν άσθενεία τελειοΰται". Οί Πατέρες πού όμιλοΰν άπό τήν ιδική τους πείρα, μάς παρέχουν τόν τοόπο καί τό σύστημα νά κερδίσουμε εύκολώτερα τήν Προσευχή τής καρδιάς. Φυσικά γιά τούς άσκητάς καί τούς έρημίτας προσφέρουν είδικάς μεθόδους ύψηλάς, άλλά καί γι' αύτούς πού ζοΰν είς τον κόσμο, τά συγγράμματά τους δείχνουν τρόπους πού όδηγοΰν μέ άσφάλεια είς τήν γνώσι καί τήν έφαρμογή τής έσωτερικής Προσευχής". "Θέλεις νά σοΰ διαβάσω σχετικά μ' αύτό, κάτι απ τή «Φιλοκαλία»"; τόν έρώτησα, βγάζοντας τό βιβλίο άπ' τό σακκίδιό μου. Εύρήκα ενα κεφάλαιο τοΰ άγιου Πέτρου τοΰ Δαμασκηνού, είς τό τρίτο μέρος τοΰ βιβλίου, κ' έδιάβασα τά άκόλουθα: Πρέπει κανείς νά μαθη νά έπικαλήται τό ονομα τοΰ Θεοΰ συχνότερα καί απο την άναπνοή του, πάντοτε, παντοΰ και οποιαδήποτε κι άν είναι ή έργασία του. Ό άπόστολος είπε, «άδιαλείπτως προσεύχεσθε», μέ αύτό δέ, διδάσκει τούς άνθρώπους νά έχουν τη σκέψι τους στό θεό, σέ κάθε στιγμή, σέ κάθε τόπο, σέ οποιαδήποτε περίστασι. "Οταν πρόκειται νά κάνη ό άνθρωπος κάτι, φέρνει εις τό μυαλό του τόν Δημιουργό τών όλων. "Οταν βλέπη τό συνηθισμένο φώς, θυμάται τόν φωτοδότη Χριστό. "Οταν ρίχνη τά μάτια του είς τόν ούρανό ή τήν γη, τήν θάλασσα καί όλα όσα ύπάρχουν εις τήν φύσι, θαυμάζει μέ τήν ψυχή του καί ύμνεί τόν πάνσοφο Καλλιτέχνη. "Οταν φορή τά ροϋχα του, σκέπτεται τίνος δώρα είναι αύτά, καί δοξάζει τόν Προνοητή πού προνοεί καί γιά τό πιο άσημο πλάσμα τής γής αύτής, γενικά δέ ό άνθρωπος φροντίζει ώστε κάθε πράξις του νά γίνη αιτία νά θυμάται καί νά δοξολογή τό ονομα τοϋ Θεοΰ, όποτε πραγματοποιεί τήν άσίγαστη προσευχή, ενώ ή ψυχή του γεμίζει άπό έσωτερική πνευματική ευτυχία και γαλήνη". Είναι, λοιπόν, όπως άντιλαμβάνεσαι, αύτός ό τρόπος τής άδιαλείπτου προσευχής, εύκολος καί κατορθωτός άπό τόν κάθε ένα πού έχει φόβο Θεοΰ καί όμαλά τά άνθρώπινα συναισθήματα". Καί οί δυό τους εύχαριστήθηκαν εξαιρετικά άπό αύτό πού τούς έδιάβασα, ό άνδρας δέ άφοΰ μοΰ έσφιξε τό χέρι, πήρε είς τά χέρια του τήν "Φιλοκαλία" καί τήν περιεργάστηκε, λέγοντας: "Πρέπει καί έγώ νά πάρω ένα αντίτυπο τής "Φιλοκαλίας" καί θά τό παραγγείλω άμέσως είς τήν Πετρούπολη, άλλά πρός τό παρόν καί γιά νά θυμάμαι τή στιγμή αύτή, θά άντιγράψω αύτό τό κομμάτι πού μοΰ έδιάβασες". «'Αντέγραψε, λοιπόν, τό χωρίον αύτό καλλιγραφικά καί μόλις τό έτελείωσε έστάθηκε γιά μιά στιγμή μέ έκπληξη καί είπε: "Θεέ μου! "Εχω τήν εικόνα τοΰ άγιου Πέτρου τοΰ Δαμασκηνοΰ. Είναι αύτή έπάνω εκεί εις το εικονοστάσι . Έβγαλε έπειτα αυτό που εγράψε σέ μιά κορνίζα μέ τζάμι καί το έκρέμασε κάτω άπό τήν εικόνα. "Τώρα θά είναι, προσέθεσε, τά ζωντανά λόγια τοΰ Αγίου κάτω άπ' τήν εικόνα του γιά νά μοΰ θυμίζουν νά τά εφαρμόζω τέλεια είς τή ζωή. «"Επειτα έπήγαμε γιά τό δείπνο. "Οπως καί κατά τό γεΰμα, έτσι καί τώρα όλο τό προσωπικό έκάθησε είς τό ίδιο τραπέζι μ' έμάς. Πόσο ήσυχο καί επιβλητικό ήταν τό δείπνο αύτό! Μόλις έτελειώσαμε, όλοι μαζί καί τά παιδάκια, έκάναμε προσευχή. Μέ παρεκάλεσαν νά διαβάσω τόν ίκετήριο κανόνα είς τόν γλυκύτατον Ίησοΰ. Μετά άπό αύτό οί υπηρέτες καί τά παιδιά έπήγαν νά κοιμηθοΰν κ' έμείναμε οι τρείς έμείς πάλι μόνοι. Αμέσως τότε ή κυρία μοΰ έφερε ένα άσπρο πουκάμισο καί ένα ζευγάρι κάλτσες. Υποκλίθηκα εύχαριστώντας, άλλά τής είπα ότι δέν θά πάρω τις κάλ-τσες, έπειδή ποτέ είς τήν ζωή μου δέν είχα φορέσει, έκτος άπό τις συνηθισμένες πάνινες ρωσικές μπότες πού τύλιγα τά πόδια μου. 'Επήρε έτσι τότε τις κάλτσες κ' έφερε άπ' τήν προίκα της ένα κίτρινο μάλλινο ύφασμα άπ' όπου μοΰ έκοψε ένα ζευγάρι περίφημες μπότες, λέγοντας συγχρόνως είς τόν άνδρα της: "Τά παπούτσια τοΰ άγαπητοΰ μας φίλου είναι λειωμένα, φέρε, λοιπόν, ένα καινούργιο ζευγάρι καλά στιβάλια δικά σου, νά τοΰ δώσουμε". Μ' επήραν έπειτα σ' ένα διπλανό δωμάτιο γιά νά φορέσω τό καινούργιο πουκάμισο. 'Οταν ήλθα κοντά τους πάλι, μέ καθήσανε σέ μιά καρέκλα, όπου μοΰ φόρεσαν οι ίδιοι τά καινούργια στιβάλια πού μοΰ χαρίσανε. Εις την άρχή δέν ήθελα νά τους άφήσω, άλλά αύτοί επέμεναν λέγοντάς μου οτι ό Χριστός ένιψε τά πόδια τών μαθητών του. Ύπή- κουσα έπειτα άπό ολα αύτά και έδάκρυσα άπό εύτυχία μόλις δε μέ είδαν έδάκρυσαν καί αύτοί. "Υστερα άπό τήν ένδειξι τής άγάπης αύτής, ή κυρία επήγε νά κοιμηθή, ενώ ό σύζυγος της και έγώ προχωρήσαμε σ' ενα καλοκαιρινό σπιτάκι είς τον κήπο. Ό φίλος μου άρχισε πρώτος: "Τώρα, χωρίς περιστροφές, σέ παρακαλώ, πές μου, στή συνείδησί σου, πές μου τήν αλήθεια. Ποιός είσαι; Φαίνεσαι νά κατάγεσαι άπό οικογένεια εύγενών καί προφασίζεσαι τόν άσημο, μεταμφιεσμένος σέ άπλό χωρικό. Έσύ γράφεις καί διαβάζεις τόσο καλά καί γιά νά είμαι πιο σαφής, είσαι ικανός νά συζητής τόσα πράγματα, πού είναι άφύσικο καί πολύ δύσκολο σέ χωρικούς νά τό κατορθώσουν". "Είπα τήν καθαρή άλήθεια είς τήν γυναίκα σας καί σέ σάς τόν ίδιο, όταν σάς διηγήθηκα γιά τήν καταγωγή μου, ποτέ δέ, δέν έσκέφθηκα νά σάς πώ ψέμματα ή νά σάς γελάσω. Γιά ποιό λόγο, άλλως τε, θά τό έκανα αύτό; "'Οσο γιά αύτά πού σάς είπα, δέν είναι δικά μου, έπειδή τά έμαθα άπό τόν μακαρίτη τόν Πνευματικό μου όδηγό, πού ήταν γεμάτος άπό θεία σοφία, ή τά έδιάβασα προσεκτικά είς τά συγγράμματα τών 'Αγίων Πατέρων. "Άλλά περισσότερο ή άγραμματωσύνη μου έξαλείφθηκε, άπό τήν γνώσι τής εσωτερικής Προσευχής, πού δέν τήν κατώρθωσα μόνος μου, παρά μοΰ τήν έχάρισε τό έλεος τοΰ Θεοΰ καί ή φροντίδα τοΰ Πνευματικού μου όδηγοΰ. Τήν έσωτερική αύτή Προσευχή μπορεί ό κάθε ένας νά τήν άποκτήση. Δέν στοιχίζει τίποτε, παρά τήν προσπάθεια τής βυθίσεως είς τήν σιωπή καί είς τά βάθη τής καρδιάς, καθώς καί τήν πρόνοια γιά τήν έπίκλησι, όσο τό δυνατόν περισσότερο τοΰ γλυκυτάτου ονόματος τοΰ Ίησοΰ Χριστού, πού γεμίζει τόν άνθρωπο μέ άγαλλίασι. "Ό κάθε ένας πού κάνει τήν προσπάθειαν αύτή, αισθάνεται άμέσως εσωτερικά, κατανόησι γιά ολα τά πράγματα καί άντιλαμβάνεται μερικά άπό τά μυστήρια τής Βασιλείας τοϋ θεοϋ, μέ τήν δύναμι τοΰ φωτός τής γνώσεως αύτής. "Καταλαβαίνει άκόμη πόσο βάθος και πόσο φώς, ύπάρχει μέσα είς τό μυστήριο τοϋ άνθρώπου, οταν γνωρίση τόν τρόπο καί άποκτήση τήν δύναμι νά βυθζεται είς τόν εαυτόν του γιά νά τόν δή άπό μέσα, νά βρή τήν εύφροσύνη τής αύτογνωσίας, νά λυπηθή γιά τά σφάλματά του καί νά χύση άνακουφιστικά δάκρυα γιά τις πτώσεις του καί τις άδυναμίες τής θελήσεώς του. "Νά δείξη κανείς καλή διάθεσι γιά τό κάθε τι, καί νά συνομιλή μέ ολους δέν είναι δύσκολο καί ό κάθε ένας ήμπορεί αύτό νά τό κάνη, έπειδή ό νοϋς καί ή καρδιά διατίθενται εύνοϊκά χωρίς δυσκολία σ' αύτό. "Οταν ό νοϋς διατίθεται εύχάριστα γιά κάτι, ή εργασία, είτε πρακτική, είτε έπιστημονική είναι, προοδεύει μέ έπιτυχία, άλλ' όταν δέν έχη διάθεσι, καί ή πιο εύκολη καί ή πιο εύχάριστη έργασία, χωλαίνει. Τό δυστύχημα είναι οτι ζοϋμε έξω άπό τόν έαυτόν μας καί δέν έπιθυμοϋμε νά γυρίσουμε μέσα είς τόν πλοΰτο του. Αλήθεια! Πάντα τρέχουμε μακρυά άπό αύτό πού είναι τόσο κοντά μας καί άποφεύγουμε νά έλθουμε κοντά, πρόσωπο πρός πρόσωπο μέ τούς πραγματικούς εαυτούς μας, άνταλλάσσουμε δέ τήν άλήθεια μέ μηδαμινά πράγματα. Λέμε συνήθως: Θά ήθελα νά άρχίσω νά ένδιαφερωμαι γιά τά πνευματικά πράγματα και νά προσεύχωμαι θερμά, άλλά ποΰ νά βρώ καιρό γιά όλα αύτά, με τις δουλειές μου καί τις φασαρίες μου; Ποιό ομως εχει μεγαλύτερη αξια εις τήν ζωή, αρετή καί ή σωτηρία τής ψυχής ή ό άσταθής αύτός βιος καί τό φθαρτό σώμα, γιά τό όποίο τόσο κοπιάζουμε; Αύτά όλα λέγω πάντοτε όταν συζητώ καί άλλοι μεν διδάσκονται, άλλοι όμως δέν δίνουν καμμιά σημασία". "Συγχώρεσέ με, άδελφέ μου, δέν σ έρώτησα άπό απλή περιέργεια, άλλά άπό άγάπη και χριστιανικό ένδιαφέρον καί άκόμη, έπειδή δυό χρόνια πριν, συνάν- τησα κάποιον άνθρωπο πού μέ έκανε άπό τότε, νά ύποβάλλω πάντοτε τις έρωτήσεις αύτές. Συνέβη, λοιπόν, τό έξής: Ήλθε σάν ζητιάνος κάποτε έδώ είς τό σπίτι μας ένας άνθρωπος, αύτός πού άνέφερα, έχοντας ένα διαβατήριο άπομαχικό, τοϋ στρατοΰ. 'Ηταν γέρος καί καταβεβλημένος, τόσο δέ πτωχός πού τά ροϋχα του σχεδόν είχαν πέσει άπό πάνω του. Μιλοΰσε πολύ λίγο καί μέ τόσο άπλό τρόπο ώστε δέν σοΰ έμενε άμφιβολία ότι ήταν χωρικός, μεγαλωμένος είς τις στέππες. Τόν επήραμε είς τόν ξενώνα, άλλά υστέρα άπό πέντε ήμέρες έπεσε βαρεία άρρωστος. Τόν μεταφέραμε είς αύτό έδώ τό σπιτάκι γιά νά έχη ήσυχία, καί τόν έφροντίζαμε, ή δέ γυναίκα μου τόν περιποιόταν μόνη της. "Υστερα άπό λίγες ημέρες ήταν φανερό ότι έπλησίαζε πρός το τέλος του. Άρχίσαμε, λοιπόν, νά τόν προπαρασκευάζουμε. Καλέσαμε τόν έφημέριο, γιά τό Εύχέλαιο, τήν Έξομολόγησι καί τήν Αγία Κοινωνία. Τήν παραμονή τοΰ θανάτου του, άνασηκώθηκε κάπως, μοϋ έζήτησε λίγο χαρτί καί μελάνι καί μέ παρεκάλεσε νά μή μπή άλλος είς τό δωμάτιο, γιά νά γράψη τήν τελευταία του θέλησι, τήν όποια μοΰ άνέθεσε νά τήν στείλω, μόλις θά έκλεινε τά μάτια του, είς τόν γυιό του, είς τήν Πετρούπολι. "Εμεινα έκπληκτος οταν είδα πώς ήξευρε νά γράφη καί μάλιστα ώραιότατα. Ή σύνθεσις τών γραφομένων του ήταν έπίσης ύπέροχη, άλάνθαστη και έδειχνε πολύ καλλιεργημένο συναίσθημα. Θά σοΰ τήν διαβάσω άπό ένα άντίγραφο πού έχω κρατήσει καί θά ϊδής καί σύ ό ίδιος μέ τά μάτια σου, αύτά πού σοΰ λέγω. "Ολα εκείνα, έκτός άπό τήν έκπληξι, μοϋ έγέννησαν καί τήν περιέργεια νά τόν ερωτήσω ποιός ήταν, ποιά ήταν ή καταγωγή του καί ποιο τό νόημα τής ζωής του. "Άφοϋ έπήρε τήν ύπόσχεσί μου ότι δέν θά άπεκάλυπτα, πριν άπό τό θάνατο του, τίποτε άπό όσα θά μοϋ έλεγε, μοϋ διηγήθηκε πρός δόξαν Θεοϋ, τής ζωής του τήν ιστορία". "Είμαι Πρίγκιπας. Τό όνομά μου είναι... Μετά τόν θάνατο τής συζύγου μου, έζοϋσα μέ το γυιό μου, πού ήταν λοχαγός τής άνακτορικής φρουράς. Μιά μέρα ένώ έτοιμαζόμουν νά υπάγω είς ένα χορό είς τό σπίτι ένός σπουδαίου προσώπου, θύμωσα πολύ μέ τόν ύπηρέτη μου καί άφοϋ τόν έκτύπησα άσχημα είς τό κεφάλι, διέταξα νά τόν στείλουν είς τό χωριό του. Αύτά έγιναν άπό βραδύς, άλλά τά ξημερώματα ό ύπηρέτης άπέθανε άπό τό κτύπημα πού τοΰ είχα δώσει. Τό γεγονός αύτό δέν μέ συνεκίνησε καί πολύ. Μετάνοιωσα φυσικά γιά τήν παραφορά μου καί τό κακό πού τοϋ έκανα, άλλά σέ λίγο έξέχασα όλο τό συμβάν. "Εξη εβδομάδες μετά άπό τό άτύχημα, άρχισα νά βλέπω τόν υπηρέτη μου νά παρουσιάζεται στον ύπνο μου καί νά με έπιπλήττη κάθε νύκτα, έπαναλαμβάνοντας άδιάκοπα τις λέξεις: Ασυνείδητε άνθρωπε! Είσαι ένας φονιάς! 'Οσο περνοΰσεν ό καιρός, άρχισα νά τόν βλέπω και όταν ήμουν ξύπνιος καί οί έμφανίσεις του έγίνοντο με τόν καιρό όλο καί πυκνότερες, μέχρις ότου ή ταραχή πού μοΰ προξενοΰσαν έγινε κατάστασις είς τήν ψυχήν μου. Είς τό τέλος τό θύμά μου αύτό, παρουσιαζόταν μαζί μέ άλλους άνθρώπους, άνδρες καί γυναίκες, πού είχα διαφθείρει ή είχα βλάψει καί άδικήσει. Τώρα μέ άπόπαιρναν όλοι μαζί, χωρίς νά σταματούν, ώστε έχασα τήν ήρεμία μου εντελώς καί μαζί μ' αύτή και τόν ύπνο μου καί τά πάντα. 'Αρχισα νά άδυνατίζω τόσο, πού κόλλησε τό δέρμα μου εις τά κόκκαλά μου. Οί γιατροί δέν ήμποροΰσαν νά μοϋ προσφέρουν τίποτε. 'Επήγα είς τό έξωτερικό γιά νά βρώ τή θεραπεία, άλλά έπέρασαν έξη ολόκληροι μήνες καί ή κατάστασίς μου δέν έσημείωσε ούτε τήν παραμικρή βελτίωσι. Τούναντίον δέ οί ψυχές, τά πνεύματα, πού μέ ταλαιπωρούσαν, έβασάνιζαν τήν ψυχή μου σταθερά, όλο καί περισσότερο. Μ' έφεραν σπίτι μου πίσω, περισσότερο νεκρό παρά ζωντανό. Η υπαρξίς μου έβγαινε μεσα από τρόμους κι άπ' τά βασανιστήρια τής πιο φρικτής κολάσεως. 'Ετσι έπείσθηκα άποδεικτικά γιά τήν πραγματική τής Κολάσεως ύπαρξι, άφοϋ ό ίδιος τήν έζούσα άπό ζωντανός. Ενώ εύρισκόμουν είς αύτήν τήν κατάστασι, άνεγνώρισα είς τό βάθος τους, όλες τις αμαρτωλές μου πράξεις. Μετενόησα καί έξωμολογήθηκα μέ πλήρη συντριβή. Ελευθέρωσα όλους τούς υπηρέτες καί τούς σκλάβους μου. Έταξα δέ νά συνθλίψω τόν εαυτόν μου γιά όλο τό ύπόλοιπο τής ζωής μου, μέ όσο περισσότερο βασανισμένη ζωή καί άν μποροΰσα νά μεταμορφώσω τόν έαυτόν μου σέ ζητιάνο. Επεθύμησα, γιά τις πολλές μου άμαρτίες, νά γίνω ό ταπεινότερος δούλος τών συνανθρώπων μου καί νά ζήσω τοΰ προσκαίρου τούτου βίου, τήν πιο άσημη μορφή. Μόλις έλαβα τις άποφάσεις αύτές, οί φρικτές οράσεις εξαφανίσθηκαν καί αισθάνθηκα άνακούφισι καί εύτυχία άνείπωτη, επειδή έγέμισε τήν ψυχή μου ή πληροφορία, ότι ειρήνευσα με τόν Δίκαιο Κριτή. 'Ετσι στ' άλήθεια μού έφάνηκε ότι έπέρασα άπο τήν Κόλασι είς τόν Παράδεισο καί ότι η Βασίλεια τοΰ Θεοΰ μοΰ είχεν άποκαλυφθή κι άκόμα κατάλαβα, πώς άποκαλύπτεται άπ' τή μιά στιγμή στην άλλη η Βασιλεία τοΰ Θεοΰ, είς τούς άνθρώποϋς. Αμέσως η υγεία μου άρχισε νά άναλαμβάνη και σέ λίγο ήμουν έτοιμος νά πραγματοποιήσω το τάξιμό μου. "Εγκατέλειψα κρυφά τήν γενέτειρά μου, μέ μόνο εφόδιο αύτό τό διαβατήριο τής άποστρατείας μου και έπί δεκαπέντε χρόνια τώρα, έχω σχεδόν γυρίσει όλη τήν Σιβηρία. Πολλές φορές έδούλεψα έργάτης είς τά χωράφια τών χωρικών. 'Αλλοτε συντηρήθηκα άπό τή ζητιανιά, χορταίνοντας περισσότερο άπό τήν ταπείνωσι, παρά άπό τά ξεροκόμματα πού έμάζευα. Πόσο μεγάλη ήταν ή χαρά καί ή εύλογία πού αισθανόμουν, πόσο δέ άνέκφραστη ή ειρήνη είς τό μυαλό καί τήν καρδιά μου, άπό όλες αύτές τις θεληματικές στερήσεις, μόνον όποιος πέρασε άπ' τήν Κόλασι είς τόν Παράδεισο μέ τό έλεος τοΰ Μεγάλου Πρεσβευτοΰ, τοΰ Ίησοΰ Χριστοΰ, μπορεί νά τό καταλάβη. 'Οταν έτελείωσε τήν ιστορία του αύτή, μοΰ έδωσε τήν γραμμένη τελευταία του θέλησι γιά νά τήν στείλω είς τόν γυιό του, καί τήν άλλην ήμέρα έκλεισε τά μάτια του γιά πάντα". Τό άντίγραφό της τό έχω μέσα σ' ένα πορτοφόλι έκεί πάνω, δίπλα είς τήν 'Αγία Γραφή. Εάν θέλης μπορείς νά τό δής". Τό άνοιξα καί άρχισα νά διαβάζω ώς έξής: Εις τό όνομα της Αγίας Τριάδος, του Πατρός καί του Υιού και του Άγίου Πνεύματος. «Αγαπητό μου παιδί. 'Εχουν περάσει δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια άφότου δέν είδες τόν πατέρα, σου. Ή άγάπη  κάνει νά σοΰ στείλη, άπ' τό κρεβάτι πού κοίτεται έταιμοθάνατος, τις λίγες αύτές γραμμές. Είθε νά άποτελέσουν γιά σένα δίδαγμα σ' όλη σου τή ζωή! «Γνωρίζεις πόσο υπέφερα άπό τήν άμελή καί άσύνετη ζωή μου, άλλά δέν ήξεύρεις πόση εύλογία έπήρα άπό τό άγνωστο σέ όλους προσκύνημά μου καί μέ πόση χαρά έγέμισαν τήν ψυχή μου οί καρποί τής μετανοίας. «Πεθαίνω ειρηνικά είς τό σπίτι ένός, πού έδείχθηκε καλός σ' έμένα και σέ σένα, γιατί ή καλωσύνη του πρός τόν πατέρα σου, πρέπει νά συγκινή ένα γυιό είς τοΰ όποιου τήν καρδιά ύπάρχει τής εύγνωμοσύνης τό συναίσθημα. Δείξε σ' αύτόν τήν ευγνωμοσύνη μέ όποιον τρόπο μπορείς. Διδοντάς σου τήν πατρική ευχή μου σέ έξορκίζω, νά θυμάσαι πάντα τόν θεό, καί να προσέχης τήν συνείδησί σου. Νά είσαι συνετός, καλός καί λογικός. Νά μεταχειρίζεσαι τούς κατωτέρους σου φιλικά καί μέ όση περισσότερη καλοκαγαθία μπορείς. Νά μή περιφρονής τούς ζητιάνους καί τους προσκυνητάς, άλλά νά θυμάσαι ότι  ή μαρτυρικά βαισανισμένη ψυχή μου, εύρήκε τή γαλήνη τής έμπράκτου μετανοίας. Ικετεύω τοΰ θεοΰ τήν ευλογία γιά σένα καί κλείνω ήρεμα τά μάτια μου, μέ τήν έλπίδα τής αιωνίου ζωής, πού θά μοΰ χαιρίση τό έλεος τοΰ Κυρίου μας Ίησοΰ Χριστοΰ, τοΰ Σωτήρος των άνθρώπων. Ό πατέρας σου». 'Οπως καθόμαστε έπάνω εις τόν καναπέ κ' έκουβεντιάζαμε, έρώτησα μέ την σειρά μου: Φαντάζομαι πώς ό ξενώνας ποΰ διατηρείτε θά σάς παρέχη κ' ένα σωρό φασαρίες. Δέν είναι έτσι"; Βεβαίως, έπειδή υπάρχουν πολλοί άνθρωποι ποΰ γίνονται προσκυνηταί, γιατί δέν έχουν τί νά κάνουν, ή έπειδή είναι τεμπέληδες, μερικοί δέ άπ' αύτούς κάποτε, κάνουν καί καμμιά κλεψιά είς τόν δρόμο όταν ήμπορέσουν. Έχω ίδή άρκετοΰς τέτοιους μέ τά ίδια μου τά μάτια". Δέν είναι μεγάλος ό άριθμός τών προσκυνητών αύτού τού είδους, ήταν ή άπάντησις. Οί περισσότεροι ποΰ συνήντησα ήσαν καλοί προσκυνηταί. Άλλά έμείς καλοδεχόμεθα καί τοΰς κακούς μέ χαρά, μέ τήν έλπίδα οτι είς τήν συναναστροφή μέ τοΰς καλούς είς τον ξενώνα μας, θά δοθή ή εύκαιρία νά άλλάξουν τόν χαρακτήρα τους καί νά γίνουν καλοί, έτσι δέ τό καλό γίνεται διπλό. Ένα σχετικό γεγονός συνέβη λίγο καιρό πρίν. 'Ηταν ένας άνθρωπος πού άνήκε είς τήν κατώτερη μέση τάξι τής πόλεώς μας έδώ καί είχε καταντήσει τόσον έλεεινός, ώστε όπου παρουσιαζόταν τον έδιωχναν, χωρίς νά τού δίνουν ούτε ένα ξεροκόμματο. 'Επινε καί έμάλωνε μέ όλους, τό χειρότερο δέ έκλεβε ό,τι εύρισκε. Μιά μέρα ήλθε είς τόν ξενώνα μας άθλιος καί πεινασμένος ζητώντας λίγο ψωμί καί κρασί έπειδή τό κρασί πολύ τό άγαποΰσε. Τόν έδεχθήκαμε φιλικά καί τού είπαμε, μείνε έδώ μαζί μας καί θά σού δίνουμε όσο κρασί θέλεις, μέ τήν συμφωνία, όμως, οτι θά πηγαίνης κατ' εύθείαν νά πέφτης είς τό κρεβάτι σου μόλις πίνης. Έάν δέν συμμορφωθής έντελώς μέ αύτό καί άρχίσης τις φασαρίες καί τις ανοησίες, όχι μόνον θά σέ διώξουμε, άλλά θά σέ άναφέρουμε είς τήν άστυνομία γιά νά σέ στείλη είς τό άσυλο πού κλείνουν τούς άπατεώνες. Συμφώνησε άπόλυτα κ' έτσι έμεινε κοντά μας. Γιά μιάν ολόκληρη εβδομάδα, εις τήν άρχή, έπινε όσο ήθελεν ή ψυχή του. Άλλ' έπειδή είχε δώσει τις υποσχέσεις πού είπαμε καί φοβόταν μήπως τόν διώξουμε καί χάση τό κρασί, πού τό έλάτρευε, έπήγαινε πράγματι καί έπεφτε είς τό κρεβάτι, όταν δέ βα- ρυότανε τό κρεβάτι, έπήγαινε είς τόν μικρό κήπο έξω από τήν κουζίνα κ' έξάπλωνε στό χορτάρι, άρκετά ήσυχος. 'Οταν ήταν νηστικός οί άδελφοί είς τόν ξενώνα προσπαθούσαν νά τόν πείσουν νά συνηθίση νά επιβάλλεται είς τόν έαυτόν του σιγά - σιγά, κάνοντας άρχή κάποτε, έπιτέλους. 'Ετσι, χωρίς νά τό καταλάβη, άρχισε νά μετριάζη τό ποτό καί στό τέλος, πέντε μήνες άργότερα, ένίκησε έντελώς τό πάθος κ' έγινε νηφάλιος. 'Επιασε δουλειά καί έργάζεται τώρα, χωρίς νά γίνεται βάρος καί νά έξαρτάται άπό τήν ελεημοσύνη τών άλλων. Προχθές άκριβώς ήλθε νά μέ ίδή καί νά μέ εύχαριστήση άκόμη μιά φορά". Τί τέλεια σοφία, έσκέφθηκα, προπαρασκευάζει ή άγάπη! Καί είπα: Ευλογημένο τό ονομα τοΰ Θεοΰ πού πλουτίζει μέ τόση χαρά τό έργο τοΰ ξενώνα σας". 'Επειτα άπ' αύτή τήν συνομιλία κοιμηθήκαμε μιά έως μιάμιση ώρα κ' έξυπνήσαμε μέ τις καμπάνες τής έκ- κλησίας. Ετοιμασθήκαμε κ' έξεκινήσαμε γιά τήν έκκλησία. Μπαίνοντας μέσα, είδαμε ότι ή κυρία μέ τά παιδάκια της ήταν κιόλας έκεί. Εσταθήκαμε κοντά όλοι καί παρακολουθήσαμε τόν 'Ορθρο. Είς τήν Λειτουργία ό οικοδεσπότης μέ τό άγοράκι του προχώρησε μέσ' στό ιερό, ένώ ή κυρία μέ τό κοριτσάκι πλησίασαν είς τήν άριστερή Πύλη γιά νά μπορέσουν νά δοΰν τήν ύψωσι τών Τιμίων Δώρων. Τούς έβλεπα γονατισμένους που προσεύχονταν θερμά καί έδάκρυσα άπ' αύτό και άπό τήν χάρι τοΰ Θεοΰ, πού διέκρινα ζωγραφισμένη είς τά πρόσωπά τους. 'Οταν έτελείωσε ή έκκλησία, τό εκκλησίασμα, ό παπάς, οί ψάλτες, ό νεωκόρος, οί ζητιάνοι, όλοι, έπήγαμε μαζί είς τήν τραπεζαρία. Επάνω άπό σαράντα μαζεύτηκαν όλοι, μέ τούς άναπήρους καί τά παιδιά. Κάθησαν χωρίς έξαίρεσι είς τό τραπέζι, έθαύμασα δέ τήν ήσυχία πού έπεκράτησε. Έζύγωσα τον οικοδεσπότη καί τοΰ ψιθύρισα: "Είς τά μοναστήρια διαβάζουν τούς βίους τών άγίων τήν,ώρα τοΰ φαγητού στήν τράπεζα, γι' αύτό δέν θά' ταν άσχημο, νομίζω, νά έκάνατε και σεις το ίδιο, άφοΰ μάλιστα έχετε τά βιβλία είς τήν βιβλιοθήκη σας". "Τί λές, Μαρία, νά τό έφαρμόσουμε; είπε, γυρίζοντας πρός τήν σύζυγό του. θά είναι πολύ έποικοδομητικό. θά άρχίσω άπό τό βράδυ νά διαβάσω πρώτος, έπειτα έσύ, έπειτα θά παρακαλέσουμε τόν παπά, καί μετά, μέ τή σειρά, θά διαβάζουν όλοι οί άδελφοί πού γνωρίζουν άνάγνωση". Ό παπάς άρχισε, ενώ έτρωγε, νά κουβεντιάζη συγχρόνως. Μοΰ άρέσει νά άκούω, άλλ' ώς πρός τό διάβασμα, μέ ολη τήν άγάπη πού σάς έχω, θά σάς παρακαλέσω νά μή μέ ύπολογίζετε. Δέν έχετε ιδέα σέ τί δίνη βρίσκομαι όταν είμαι είς τό σπίτι, πόσες φασαρίες καί δουλειές έχω, τήν μιά συνέχεια τής άλλης. 'Ολη μέρα δέν στέκομαι καθόλου. Πάει καιρός τώρα πού έχω ξεχάσει όλα όσα έμαθα είς τήν ιερατική σχολή". Σάν νά έκρύωσα όταν άκουσα αύτά, άλλά τήν ίδια στιγμή ή οικοδέσποινα, πού έκαθόταν δίπλα μου, μ' έσκούντισε καί μοΰ είπε: Ό παππούλης τά λέγει αύτά άπό ταπείνωσι. Συνηθίζει νά τά λέγη, άλλ' είς τήν πραγματικότητα είναι πολύ τακτικός καί ενάρετος. Ή πρεσβυτέρα του είναι τώρα είκοσι χρόνια πεθαμένη κι αύτός έχει στή ράχη του μιά μεγάλη οικογένεια παιδιών καί έγγόνων. Παρ' όλα αύτά, λειτουργεί πολύ συχνά. 'Οταν τά άκουσα αύτά, ήλθε είς τόν νοΰ μου αύτό πού γράφει ό Νικήτας ό Στηθάτος είς τήν "Φιλοκαλία". Ή φύσις των πραγμάτων κρίνεται με τήν έσωτερική διάθεσι τής ψυχής", δηλαδή, ό άνθρωπος σχηματίζει γνώμη γιά τό ποιόν του γείτονά του, άπό το ποιον του έαυτού του. 



'Επειτα προχωρεί ο Όσιος, λέγοντας: "Αυτός που κατόρθωσε την πραγματική προσευχή και απέκτησε την αγάπη, δεν διακρίνει τις διαφορές μεταξύ των πραγμάτων. Δεν διακρίνει τον δίκαιο από τον αμαρτωλό, αλλά αγαπά με τον ίδιο τρόπο όλους τούς ανθρώπους και δεν κατακρίνει κανένα, όπως ο Θεός ανατέλλει τόν ήλιο επί πονηρούς καί α γ α θ ο ύ ς και βρέχει επί δικαίους καί αδίκους". Εσιωπήσαμε πάλι. Απέναντί μου εκαθόταν ένας από τους ζητιάνους του ξενώνος που ήταν εντελώς τυφλός. Ο οικοδεσπότης τον επεριποιείτο μόνος του, του έκοβε το ψωμί, του έδινε νερό και του εκαθάριζε το ψάρι απ' τα κόκκαλα. Παρατηρούσα τον ζητιάνο αυτόν με προσοχή και είδα ότι εκρατούσε το στόμα του ανοιχτό κάπως, ενώ η γλώσσα του μέσα, συνεχώς εκινείτο σαν να έτρεμε. Σίγουρα, εσκέφθηκα, θα προσεύχεται και εξακολούθησα να τον κοιτάζω. Ακριβώς εις το τέλος του φαγητού μια γυναίκα αρρώστησε ξαφνικά και άρχισε το βογγητό. Το ανδρόγυνο την έβαλε εις το δικό τους το κρεβάτι και η κυρία την εφρόντιζε η ίδια, ενώ ο κύριος έστειλε το αμάξι του εις την πόλι να φέρη γρήγορα τον γιατρό. Ο παπάς έφερε τα 'Αχραντα Μυστήρια και εμείς όλοι επήγαμε να ησυχάσουμε. (Συνεχίζεται...)...



Σειρά συνακόλουθων αναρτήσεων από το βιβλίο - αριστούργημα, αγνώστου συγγραφέως, ''Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητή''. Το ρωσικό αυτό πόνημα μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από το Ιστολόγιο ''ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ'' απ' όπου και το αντιγράφουμε σε συνέχειες. Ενότητα 3η.


Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητή

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου