ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΙΣΤΙΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ


 

Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Καλλίνικε· 



Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, σεβαστοὶ Πατέρες, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῶ ἀδελφοί·


 

Σήμερα, δευτέρα Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν 2016, ὅπως εἶναι καθιερωμένο, ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῆς τῆς ἑορτῆς βρισκόμαστε ἐδῶ, στὴν εὐλογημένη πόλη τῶν Θεσσαλονικέων, γιὰ νὰ συνεορτάσουμε καὶ νὰ τιμήσουμε τὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου. Νωρίτερα τὸ πρωΐ, γευθήκαμε τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τώρα ἐδῶ θὰ κοινωνήσουμε τὶς χάρες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ ἕναν διαφορετικὸ τρόπο, μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑορταστικὴ συν- άντηση. Ἡ παροῦσα Ὁμιλία ἔχει θέμα «ἡ Ὀρθόδοξος Πίστις καὶ ἡ προσ- ωπικὴ εὐθύνη». Στὸ πρῶτο μέρος θὰ ἀναφερθοῦμε στὴν πίστι μὲ τὴν ἔννοια τοῦ δόγματος. Θὰ ποῦμε τὶ εἶναι δόγμα καὶ πῶς κατανοεῖται τὸ δόγμα. Θὰ ἀναφερθοῦμε σύντομα γιὰ τὸ κῦρος τῶν Ἁγίων Πατέρων  καὶ ποιὲς κατηγορίες ἀνθρώπων ἀμφισβητοῦν τὸ κῦρος τους. Στὸ δεύτερο μέρος, θὰ ἀπαντήσουμε θετικὰ στὸ ἐρώτημα ἐὰν ὁ ἄνθρωπος θέλει νὰ γνωρίσει τὰ δόγματα καὶ τὸν τρόπο κατανόησης τῶν δογμάτων. Ἡ θετικὴ ἀπάντηση προϋποθέτει τὴν ἀνθρώπινη εὐθύνη. Στὴν συνέχεια θὰ ἐπικεντρώσουμε τὴν προσοχή μας σὲ μείζονα θέματα τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως τὸ μεταναστευτικό, καὶ στὸν οἰκουμενισμό καὶ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀνιχνεύσουμε τὴν προσωπικὴ εὐθύνη πάνω σὲ αὐτὰ τὰ παραδείγματα. Θὰ καταλήξουμε στὸ συμπέρασμα ὅτι ἀπαιτεῖται περισσότερο ὅσο ποτὲ ἄλλοτε ἡ ἐνεργοποίηση τῆς ἀνθρώπινης εὐθύνης. 



† Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Γρηγορίου 


Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μὲ τὴν Θεολογία του ἀνακεφαλαίωσε ὅλη τὴν Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου οἱ προηγούμενοι Πατέρες διετύπωσαν μὲ ἀκρίβεια τὸ δόγμα καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος διετύπωσε τὸν τρόπο, πῶς δηλαδή θὰ κατανοοῦμε τὸ δόγμα. Μίλησε γιὰ τὸν ὀρθὸ τρόπο κατανόησης τοῦ δόγματος. Ἔλεγε ὁ ἀντίπαλος τοῦ Ἁγίου, ὁ αἱρετικὸς Βαρλαάμ, ὅτι γιὰ νὰ κατανοήσεις τὸ δόγμα ἀπαιτεῖται νὰ γνωρίσεις ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία, νὰ ἔχεις δηλαδὴ γνώση γιὰ νὰ μπορεῖς νὰ κατανοήσεις τὰ δόγματα. Ὁ Ἅγιος ὅμως εἶπε, ὅτι γιὰ νὰ κατανοήσεις τὸ δόγμα χρειάζεται ἐνάρετη ζωή, ποὺ νὰ ταυτίζεται μὲ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων. Οἱ προηγούμενες Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι μίλησαν γιὰ τὸ κάθε πρόβλημα ποὺ προέκυπτε στὴν ἐποχή τους. Συγκεκριμένα, ἐπὶ παραδείγματι, τὸν 4ο αἰῶνα στὴν ἐποχὴ τῆς πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀμφισβήτησαν αἱρετικοὶ καὶ συγκεκριμένα ὁ Ἄρειος τὴν Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶπε ὁ Ἄρειος, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὅτι εἶναι ὑπουργός, διαμεσολαβητὴς μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Ἡ πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀντιμετώπισε τὸ πρόβλημα καὶ ἐδογμάτισε. Ὅταν λέμε στὴν θεολογικὴ γλῶσσα ἐδογμάτισε, ἐννοοῦμε ὅτι τὸ δόγμα ἐκφράζει τὰ ὅρια τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ ψεύδους, τῆς ὑγείας καὶ τῆς ἀσθένειας, τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἑπομένως, ἡ λέξη ἐδογμάτισε σημαίνει ὅτι ὁριοθέτησε καὶ ἀπὸ τότε μέχρι καὶ σήμερα θέτει τὸν ἄνθρωπο ἐνώπιον τῆς προσωπικῆς του εὐθύνης, νὰ ξέρει δηλαδή ἐκ τῶν προτέρων τὶ μπορεῖ νὰ ἐπιλέξει ὡς τρόπο ζωῆς. Τὸ δόγμα ἐπὶσης δείχνει καὶ  τὴν πίστη μας. Δηλαδή τὸν Θεό ποὺ πιστεύουμε. Ὡστόσο ὅμως αὐτὸ δὲν εἶναι μία ἁπλὴ ἀνακοίνωση ἀπὸ κάποιους, τοὺς ὁποίους ἐμεῖς σήμερα τοὺς ὀνομάζουμε Ἁγίους Πατέρες. Οἱ Πατέρες ἦταν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, ὅπου μὲ τοὺς νοεροὺς ὁφθαλμούς τους εἶδαν τὸ Ἄκτιστο Φῶς, βίωσαν τὶς Χάρες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γεύθηκαν ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωὴ τὰ ἀγαθὰ τοῦ Παραδείσου. Ἡ ζωή τους, ἡ ἐμπειρία τους, ἦταν τὰ ὅπλα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀντιμετώπισαν τὶς αἱρέσεις. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι αὐτὸ ποὺ περιέγραφαν ἦταν αὐτὸ ποὺ νωρίτερα εἶχαν δεῖ καὶ βιώσει μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς θεοπτίας. Συνάντησαν τὸν Θεὸ πρῶτα, τὸν εἶδαν καὶ μετὰ περιέγραψαν ὅ,τι εἶδαν. Τὸ ἀντίθετο ἔκαναν οἱ αἱρετικοί. Ἐπειδή ἀδυνατοῦσαν νὰ δοῦνε τὸν Θεό, ὑπολόγιζαν περίπου πῶς εἶναι καὶ ἁπλᾶ περιέγραφαν ὅ,τι φαντάζονταν. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅταν μιλοῦσε περὶ Ἀκτίστου Φωτὸς γνώριζε πολὺ καλὰ τὶ ἔλεγε. Εἶδε καὶ μετὰ μίλησε καὶ περιέγραψε. Ἡ ἐμπειρία δὲν περιγράφει τὸ νομίζω, ἀλλὰ τὸ περὶ τοῦ ἀκτίστου. Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὀνομάζονται καὶ ἀπλανεῖς ἀστέ- ρες, διότι ἀπλανῶς ὁδηγοῦν σὲ θέματα πίστεως τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀπλανῶς, μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διετύπωσαν τοὺς Ὅρους τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάτι, τὸ ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε, ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ ἀείμνηστος Καθηγητὴς τῆς Θεολογίας στὴν Δογματικὴ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅταν προσπαθοῦσαν νὰ περιγράψουν τὸ ἄκτιστο, ποὺ εἶδαν καὶ βίωσαν, χρησιμοποιοῦσαν κτιστὸ μέσο γιὰ νὰ περιγράψουν τὸ ἄκτιστο. Δηλαδή, ὁ προφορικὸς καὶ ὁ γραπτὸς λόγος εἶναι κτιστὰ μέσα γιὰ νὰ περιγράψει ὁ Ἅγιος τὸ ἄκτιστο. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ Ἁγία Γραφὴ περιγράφει τὶς ἐμπειρίες τῶν Προφητῶν, τῶν Δικαίων, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, μὲ τὸν γραπτὸ λόγο. Ὁ περιοριστικὸς λόγος τοῦ γραπτοῦ λόγου εἶναι, ὅτι προσπαθεῖ νὰ μεταφέρει, νὰ περιγράψει τὸν ἄκτιστο μὲ ἕνα κτιστὸ μέσο. Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ ἔχει ὑποστεῖ ἑρμηνεῖες, ποὺ εἶναι ἀντίθετες ἀκόμα καὶ μὲ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ποὺ οἱ Πατέρες, ὅταν περιέγραφαν τὸ Ἄκτιστο Φῶς, ποτέ δὲν ἔλεγαν τὶ εἶναι, ἀλλὰ τὶ δὲν εἶναι. Ἕνα παράδειγμα: ἔλεγαν ὅτι τὸ Φῶς ποὺ εἶδαν δὲν εἶναι σὰν τὸ φῶς τοῦ ἡλίου. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίστοιχο φῶς κτιστό, οὔτε ἀκόμα τοῦ ἡλίου, ποὺ νὰ εἶναι σὰν τὸ Φῶς τὸ Ἄκτιστο, τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ.  Ὡστόσο ὅμως, εὐτυχῶς ποὺ ὑπάρχουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὅπου μὲ τὸ βίωμά τους ξεκαθαρίζουν τὰ πράγματα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ Πατέρες, ἐπειδή εἶχαν ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατανοοῦσαν μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα ὄχι μόνον αὐτὸ ποὺ περιέγραφε ὁ κτιστὸς γραπτὸς λόγος, ἀλλὰ κυρίως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀδυνατοῦσε ὁ κτιστὸς γραπτὸς λόγος νὰ ἀποτυπώσει. Ἡ συμβολὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων σὲ αὐτὴ τὴν δυσκολία ἦταν νὰ ἑρμηνεύσουν καὶ νὰ διακρίνουν ὀρθῶς, ὅ,τι παρερμήνευαν οἱ αἱρετικοί. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ὁ τεράστιος ὄγκος Πατερικῶν Κειμένων, ὅπως καὶ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ἀπαντοῦσαν σε ποιμαντικὲς καὶ πραγματικὲς ἀνάγκες τοῦ λαοῦ. Δὲν ἔλεγαν ὅτι, ἂς γράψω καὶ ἐγὼ ἕνα κείμενο σήμερα μὲ πολλές παραπομπές, γιὰ νὰ μὲ θεωροῦν σημαντικὸ καὶ ἀκαδημαϊκό. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀπάντησε σε πραγματικὲς ἀνάγκες καὶ ἀπορίες ποὺ προέκυψαν στὴν ἐποχή του. Ἕνα παράδειγμα. Οἱ Μοναχοί στὴν ἐποχή τοῦ Ἁγίου εἶχαν μία ἀπορία καὶ ἔθεταν τὸ ἑξῆς ἐρώτημα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βλέπουμε τὴν Παναγία καὶ νὰ εἴμαστε ἀγράμματοι; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέει ὁ αἱρετικὸς Βαρλαάμ, ὅτι γιὰ νὰ δῶ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Παναγία θὰ πρέπει νὰ ξέρω ἀρχαία ἑλληνικὴ Φιλοσοφία; Οἱ Μοναχοὶ αὐτοὶ εἶχαν τὴν ἀπαραίτητη προϋπόθεση νὰ δοῦνε τὸν Θεό. Εἶχαν καθαρὴ καρδιὰ καὶ ἐνάρετη ζωή. Γι᾿ αὐτὸ ἔβλεπαν τὸν Θεό. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ποὺ εἶχε τὴν ἴδια ἐμπειρία μὲ τοὺς Μοναχούς, ἤξερε ὅτι εἶχαν δίκιο, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀληθείας καὶ ὄχι ἐπειδὴ ἤθελε ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ γράψει ἕνα συγγραφικὸ ἔργο. Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν Μοναχῶν, ἀπέναντι στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶχαν ἐμπιστοσύνη, διότι γνώριζαν καλὰ ὅτι τὴν ἐμπειρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτὸς ποὺ βίωσαν νωρίτερα, γνώριζαν πολὺ καλὰ ὅτι τὴν εἶχε βιώσει καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸν ἐμπιστεύτηκαν. Σήμερα ἐὰν ὑπάρχει ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης, εἶναι διότι δὲν ὑπάρχει ἐμπειρία πνευματικὴ ποὺ νὰ συναντᾶ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ἡ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης δείχνει τὴν ἀπειρία στὰ πνευματικά, εἴτε αὐτὸς εἶναι κληρικός, εἴτε εἶναι μοναχός, εἴτε εἶναι λαϊκός. Αὐτὴ ἡ ἐμπιστοσύνη δυστυχῶς σήμερα ἔχει κλονισθεῖ. Γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια τῶν Πατέρων, σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει σύνδεση στὰ λόγια καὶ στὸ βίωμα τῶν Πατέρων. Μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τρεῖς κατηγορίες ἀνθρώπων ποὺ δὲν ἐμπιστευονται τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ ἀμφισβητοῦν τὸ κῦρος τους. Ἡ μία κατηγορία εἶναι μὲ τρόπο ἀσυνείδητο, ἡ δεύτερη μὲ συνειδητό, καὶ ἡ τρίτη εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἐξαπάτησαν τὸν ἑαυτό τους. Ἡ πρώτη κατηγορία εἶναι μὲ ἀσυνείδητο τρόπο. Σὲ αὐτὴ τὴν κατηγορία ἀνήκουν οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν γνωρίζουν τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, τὶς ἑρμηνεῖες τῶν Πατέρων, καθὼς καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ ἢ τὸ βίωμα τῶν Ἁγίων Πατέρων, ποὺ ὅλα τὰ παραπάνω μὲ κάποιο τρόπο ἀγνοοῦν ἐξ αἰτίας ἀντικειμενικῶν λόγων, ὅπως ὁ γεωγραφικὸς περιορισμὸς καὶ ἑπομένως φαίνεται λογικὸ νὰ μὴν ὑπάρχει καὶ ἐμπιστοσύνη στοὺς Ἁγίους Πατέρες. Ἡ δεύτερη κατηγορία εἶναι μὲ συνειδητὸ τρόπο. Σὲ αὐτὴ τὴν κατηγορία ἀνήκουν οἱ ἄνθρωποι ποὺ γνωρίζουν συνειδητὰ τὶ λέει τὸ Εὐαγγέλιο, οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ἑρμηνεῖες τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ταυτόχρονα πράττουν τὰ ἀντίθετα· καὶ ἐδῶ ὡς αὐτονόητο μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι κρύβουν σκοπιμότητες ἢ ὅτι ποιοῦν τὸ θέλημα τοῦ διαβόλου. Εἶναι τὰ ἄτομα ἐκεῖνα ποὺ ἀνήκουν συνειδητὰ σὲ σκοτεινὰ κέντρα, ὅπως οἱ μασῶνοι. Ἡ τρίτη κατηγορία εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἐξαπατήσει τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ποὺ ἀφοῦ πρῶτα ἐξαπάτησαν τὸν ἑαυτό τους, τότε εἶναι πιὸ εὔκολο καὶ χωρὶς ἰδιαίτερο κόπο νὰ ἐξαπατοῦν καὶ τοὺς ἄλλους. Παρουσιάζουν τὸ ψεύτικο ὡς ἀληθινὸ καὶ μάλιστα μὲ πειστικὸ τρόπο. Ἕνα παράδειγμα σὲ ἐπίπεδο ἐξάρτησης εἶναι ὁ ναρκωμανής. Ὅταν ὁ ναρκωμανὴς βιώνει τὴν ἐπίδραση τῆς οὐσίας στὸ αἷμα του καὶ στοὺς νευρωδιαβιβαστὲς τοῦ ἐγκεφάλου, τοῦ εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ παρουσιάζει τὰ συμπτώματα τοῦ παραισθησιογόνου ὡς παράδεισο, ἀλλὰ καὶ ὡς τρόπο ζωῆς. Κάτι ἀντίστοιχο μπορεῖ νὰ γίνει μὲ πολιτικὴ ἰδέα ἢ μὲ θεολογικὴ πρόταση, ἀρκεῖ βέβαια νωρίτερα νὰ ὑπάρξει ἡ ἐξαπάτηση τοῦ παραισθησιογόνου, δηλαδὴ τῆς πολιτικῆς ἰδέας ἢ τῆς θεολογικῆς πρότασης. Μὲ μιὰ σύντομη ἀνακεφαλαίωση τοῦ πρώτου μέρους, εἴπαμε ὅτι στὴν ἱστορία ὑπῆρξαν Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι ποὺ διετύπωσαν δόγματα. Τὰ δόγματα εἶναι τὰ ὅρια μεταξὺ ἀληθείας καὶ ψεύδους καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μᾶς λέει πῶς νὰ κατανοήσουμε τὰ δόγματα. Ἐπίσης, ἀναφέραμε ὅτι ἐμεῖς ἐμπιστευόμαστε τοὺς Ἁγίους Πατέρες καὶ ὑπάρχουν τρεῖς κατηγορίες ἀνθρώπων ποὺ ἀμφισβητοῦν τὸ κύρος τῶν Πατέρων. Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο κρίνεται ἀπαραίτητο νὰ θέσουμε κάποια ἐρω- τήματα, τὰ ὁποῖα θὰ λειτουργήσουν καὶ ὡς γέφυρα γιὰ τὸ δεύτερο μέρος τῆς παρούσης ὁμιλίας. Ἆρά γε, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ γνωρίζουμε τὰ δόγματα, ὅπως τὰ περιγράφουν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες οἱ Θεοφόροι Πατέρες καὶ νὰ τὰ γνωρίσουμε ὅπως τὰ περιγράφει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς; Ἡ ἀπάντηση εἶναι, ναί. Εἶναι ἀναγκαῖο, ἔχει σημασία, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ γνωρίζουμε ἢ νὰ διακρίνουμε τὸ κῦρος τῶν Ἁγίων Πατέρων ἀπὸ τὰ λεγόμενα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀπορρίπτουν αὐτὸ τὸ κῦρος; Ἡ ἀπάντηση εἶναι καὶ πάλι, ναί. Ἐὰν πραγματικὰ συμφωνοῦμε νὰ γνωρίσουμε τὰ δόγματα, νὰ μάθουμε τὸν τρόπο κατανόησης τῶν δογμάτων καὶ νὰ διακρίνουμε τὸ κῦρος τῶν Ἁγίων Πατέρων ἀπὸ τὶς φλυαρίες, τότε θὰ πρέπει νὰ ἀναλάβουμε τὴν προσωπική μας εὐθύνη. Ἡ προσωπικὴ εὐθύνη οὐσιαστικὰ εἶναι ἡ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ἄς δοῦμε μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή τὴν προσωπικὴ εὐθύνη. Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἔχασε τὸν Παράδεισο, ὁ Θεάνθρπος, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς, μὲ τὸ σωτηριολογικό του ἔργο ὑποσχέθηκε στὸν ἄνθρωπο τὸν Παράδεισο καὶ μάλιστα νὰ εἶναι σταθεροποιημένος σὲ σχέση μὲ τὴν Παλαιά Διαθήκη. Ἕνα πράγμα ζήτησε ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ αὐτὸ χωρὶς ἐκβιασμὸ ἢ διλήμματα. Εἶπε χαρακτηριστικὰ τὸ περίφημο «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν». Μὲ ἁπλά λόγια: Ὁ Παράδεισος κατακτᾶται, κερδίζεται, δὲν εἶναι γιὰ τοὺς τεμπέληδες καὶ τοὺς ἀνεύθυνους. Εἶναι γιὰ τοὺς ὑπεύθυνους ποὺ βλέπουν μὲ εὐθύνη καὶ ἀποφασιστικότητα τὴν πνευματική τους προκοπή καὶ ἀνάπτυξη. Βλέπουν μὲ αἰσθήματα εὐθύνης τὴν προσωπική τους συνάντηση μὲ τὸν Θεάνθρωπο καὶ ταυτόχρονα μὲ τὸν συνάνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος ὅταν παρατηρεῖ, περιγράφει καὶ ἐκθέτει ὑπεύθυνα τὸν ἑαυτό του στὸν ἄλλο, δηλαδή στὸν Πνευματικό του ἤ, ὅπως ἔκαναν στὴν πρώτη ἐκκλησία, νὰ ἐκθέτει τὸν ἑαυτό του στὴν Κοινότητα, στὸν λαό, τότε ἔχει ἀναλάβει καὶ τὶς προσωπικές του εὐθῦνες νὰ τὶς ἀλλὰξει καὶ νὰ τὶς μεταμορφώσει ἐν Πνεύματι. Ὁ Παράδεισος προγεύεται ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωή, μαθαίνεται, διδάσκεται καὶ ἔχει ἀπίστευτη μεταδοτικότητα, ὅπως στὴν πρώτη Ἐκκλησία, ὅταν βιώνεται αὐθεντικῶς, δηλαδὴ μὲ ὑπεύθυνο τρόπο. Ὁ Παράδεισος θὰ ἔχει τοὺς ὑπεύθυνους μέσα καὶ δὲν θὰ μπορεῖ  νὰ δεχθεῖ τοὺς ἀνεύθυνους, διότι ἁπλᾶ οἱ ἀνεύθυνοι δὲν θὰ ἔχουν καταφέρει νὰ ὡριμάσουν ἐξ αἰτίας τῆς ἀνευθυνότητάς τους καὶ δὲν θὰ μποροῦν νὰ ἀντέξουν τὸ Φῶς τοῦ Παραδείσου, ὅπως οἱ νυχτερίδες τὸ φῶς τοῦ ἡλίου. Ἂς δοῦμε ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ὅλοι γνωρίζουμε τὴν εὐχή «Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλὸ» τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου. Αὐτὴ ἡ εὐχὴ εἶναι μία εὐχὴ γιὰ τὸν ἀδύναμο, ποὺ ὅταν φθάσει σὲ πνευμα- τικὰ ὕψη ἐξακολουθεῖ νὰ τὴν λέει. Ἑπομένως, εἶναι εὐχὴ γιὰ ὅλες τὶς πνευματικὲς καταστάσεις καὶ ἂν βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι μία εὐχή, ἡ ὁποία αὐξάνει τὴν πνευματικὴ προκοπὴ σὲ ὅποιο στάδιο καὶ ἄν βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος εἶχε αὐτοσχεδιάσει καὶ ἀντὶ αὐτῆς τῆς εὐχῆς ἔλεγε «Κύριε φώτισόν μου τὸ σκότος». Αὐτὴ ἡ εὐχὴ δείχνει πραγματικὰ τὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος πίστευε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε ὅτι ἔχει σκότος μέσα του καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ αὐτὸ τὸ σκότος νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ φῶς. Ἐπίσης, αὐτὴ ἡ εὐχὴ δείχνει πόσο ὑπεύθυνα καὶ εἰλικρινὰ περιέγραφε ὁ Ἅγιος τὸν ἑαυτό του ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ κατὰ προέκταση στὸν συνάνθρωπο. Τελικά, αὐτή ἡ εὐχή, ὄχι μόνο οἱ λέξεις, ἀλλὰ κυρίως τὸ νόημα αὐτῶν τῶν λέξεων, καθὼς καὶ τὰ κίνητρα τοῦ Ἁγίου, ἦταν ὑπεύθυνα. Ζητοῦσε μὲ ὑπεύθυνο τρόπο νὰ συναντήσει τὸ φῶς τὸ Θεοῦ, διότι εἶχε μέσα του βαθιὰ τὴν πεποίθηση ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦταν θετικὸ καὶ πράγματι ἔτσι ἦταν. Στὴν συνέχεια ἔβλεπε διαφορὰ σὲ σχέση μὲ τὸ πρὶν καὶ τὸ μετά. Ἐξελισσόταν, ὡρίμαζε καὶ ταυτόχρονα ἦταν συνειδητοποιημένος, ὅτι τὸ διαφορετικὸ εἶναι ὄχι κάτι τὸ ἀνθρώπινο ἢ κάτι τὸ θεϊκό, ἀλλὰ Θεανθρώπινο. Αὐτὸς ἐνεργοῦσε καὶ ὁ Θεὸς συνεργοῦσε στὴν καθημερινότητά του. Αὐτὴν τὴν ὑπευθυνότητα ἐμεῖς σήμερα καλούμαστε νὰ ἐνεργο- ποιήσουμε στὴν ζωή μας γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν καθημερινότητα μας μὲ σοβαρὸ καὶ λειτουργικὸ τρόπο καὶ ὄχι μὲ δυτικὲς γρήγορες ἀντιγραφές. Ὁ Ἅγιος βίωσε τὴν μοναδικότητα τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, βίωσε μὲ μοναδικὸ τρόπο τὴν σχέση του μὲ τὸν Θεό. Ἐμεῖς τώρα καλούμαστε νὰ ἀντιμετωπίσουμε μὲ μοναδικὸ τρόπο τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς μας, μὲ μοναδικὸ τρόπο διότι πολὺ ἁπλᾶ εἴμαστε μοναδικοί. Ἐπίσης, κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι αὐτονόητο, εἶναι καὶ ἡ μοναδικὴ ψυχοπαθολογία ποὺ καὶ αὐτὴ ἔχει τὸν ρόλο της. Ἀμέσως μετὰ ἐὰν θέλουμε, ἔχουμε τὴν μοναδικὴ θεραπεία καὶ  μέσα ἀπὸ αὐτὴ συναντοῦμε τὴν μοναδικὴ σωτηρία. Ἂν δοῦμε τὰ παραπάνω μὲ ὑπεύθυνο τρόπο, τότε μποροῦμε νὰ βιώσουμε στὴν καθημερινότητά μας τὴν ἀλλαγή, τὴν ἐξέλιξη, τὴν πνευματικὴ ὡριμότητα καὶ τὴν ἐν Πνεύματι κοινωνία τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Χριστιανός, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο, τότε ἐννοεῖται πὼς ἔχει ἐνεργοποιήσει στὴν ζωή του τὸ διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ προτείνει τὸ κοσμικὸ φρόνημα, δη- λαδὴ ἔχει βάλει στὴν ζωή του τὸν Χριστὸ καὶ εἶναι αὐτονόητο ὅτι προσεύχεται σὲ κάποιο βαθμὸ μὲ συγκεκριμένες προσευχές, καθὼς καὶ μὲ τὴν παραπάνω γνωστὴ εὐχή, τὸ «Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό». Ἐπειδὴ ἡ ἐμπειρία τῆς προσευχῆς εἶναι μοναδικὴ σὲ κάθε ἄνθρωπο, αὐτὸ ποὺ θὰ προτείνουμε παρακάτω εἶναι ἕνα διαφορετικὸ μονοπάτι ὑπεύθυνης ἐπιλογῆς. Θὰ προσπαθήσουμε ἐν ὀλίγοις νὰ φωτίσουμε, ὅπως φωτίζει κάποιος μὲ ἕναν φακό, ἕνα σκοτεινὸ μονοπάτι. Πιθανὸν νὰ φωτίσουμε διαδρομὲς ποὺ δὲν βλέπει μόνος του ὁ ἄνθρωπος καὶ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ ἐπιλέξει τὶ θὰ κάνει στὴν ζωή του. Ἂς δοῦμε ἕνα ἁπλὸ παράδειγμα, ποὺ ἀπὸ αὐτὸ καὶ μόνον καθορίζονται πολλὰ πράγματα στὴν ζωή μας. Δύο ἄνθρωποι ἔρχονται σὲ ἀντιπαράθεση μεταξύ τους. Συνήθως ὅταν ἀντιπαρατίθονται ἀνὰ μεταξύ τους περιγράφουν τὰ λάθη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου. Προσπαθοῦνε μὲ ἐπιχειρήματα ὁ ἕνας νὰ πείσει τὸν ἄλλο, ὅτι ἔχουν τὸ δίκιο μὲ τὸ μέρος τους καὶ ἄλλες φορὲς ἐκβιάζουν μὲ πολλοὺς καὶ διαφορετικοὺς τρόπους. Σπάνια ἕως καθόλου περιγράφουν τὰ λάθη τους καὶ ζητοῦν συγγνώμην, διότι αὐτὸ εἶναι ἀδυναμία ὅπως νομίζουν. Ἂς ποῦμε τώρα τὴν πρότασή μας στὴν ὅποια ἀντιπαράθεση. Ὑπάρχει περίπτωση κάποιος ἀπὸ τὸ παράδειγμά μας νὰ διεκδικεῖ τὸ ἀλάθητο; Πιθανὸν ὄχι. Ἑπομένως ὑπάρχει μερίδιο εὐθύνης καὶ στοὺς δύο. Ἄλλος περισσότερο καὶ ἄλλος λιγότερο. Πιστεύω νὰ συμφωνοῦμε ὅλοι ἐδῶ. Ὁ ἕνας ἐκ τῶν δύο νομίζει ὅτι ἔχει τὸ λιγότερο μερίδιο εὐθύνης καὶ ἂς ὑποθέσουμε ὅτι τοῦ ἀνήκει τὸ 1%. Τὸν ἀπασχολεῖ νὰ τὸ ἀλλὰξει; Ἂν ναί, τότε πιθανὸν νὰ ἀνακαλύψει ὁ ἴδιος ὅτι ἔχει κάτι παραπάνω ἀπὸ τὸ 1% εὐθύνης καὶ τότε ἔχει ἀρχίσει τὴν ἐν Χριστῷ ἀλλαγὴ μὲ ὑπεύθυνο τρόπο. Ἂν ὅμως δὲν τὸν ἀπασχολεῖ νὰ ἀλλὰξει τὸ 1% καὶ τοῦ εἶναι δύσκολο, τότε γιατὶ ὁ ἄλλος νὰ ἀλλὰξει τὸ 99%; Ποιὸ εἶναι πιὸ εὔκολο, νὰ ἀλλὰξει τὸ 1% ἢ τὸ 99%; Τὸ εὔκολο εἶναι τὸ 1%. Ἆρά γε γιατί αὐτὸς ποὺ ἔχει τὸ 1% 9 δὲν θέλει νὰ τὸ ἀλλὰξει; Διότι πολὺ ἁπλᾶ θέλει νὰ μεταφέρει τὴν προσωπική του εὐθύνη στὸν ἄλλο. Νὰ λοιπὸν μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἁπλῆ ἀντιπαράθεση πόσο εὔκολο εἶναι νὰ δοῦμε ἐὰν ὑπάρχει ὑπευθυνότητα ἢ ἀνευθυνότητα στὰ ἁπλᾶ πράγματα. Τὸ τονίζουμε αὐτό, διότι τὰ ἁπλᾶ πράγματα τῆς ζωῆς, μᾶς δίνουν προσανατολισμὸ καὶ γιὰ τὰ δύσκολα. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλός. Ἔτσι μαθαίνει νὰ συμπεριφέρεται ὁ ἄνθρωπος καὶ στὰ ἁπλᾶ, ἀλλὰ καὶ στὰ δύσκολα. Ἂς δοῦμε ἄλλο ἕνα παράδειγμα, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος μεγαλώνει μὲ τὴν παραπάνω συμπεριφορά, τελικὰ δὲν ἀλλάζει, διότι ἐπιλέγει κάτι διαφορετικὸ σὲ σχέση μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Ἂς ὑποθέσουμε, ὅτι εἶναι πολιτικὸ πρόσωπο. Συνήθως ἀκοῦμε νὰ μᾶς λένε οἱ πολιτικοὶ ποὺ ψηφίζουμε: «Φταίει τὸ πολιτικὸ σύστημα καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀλλὰξει». Συμφωνοῦμε πιστεύω ὅλοι ὅτι πρέπει νὰ γίνει κάποια ἀλλαγή, διότι ἡ συννοσηρότητα τοῦ πολιτικοῦ συστήματος ἔχει ἀπαξιώσει τὴν Ἑλλάδα, τὸν ἕλληνα καὶ τὶς ἀξίες τῆς παράδοσής μας. Ὡστόσο αὐτὸ τὸ λένε οἱ ἴδιοι οἱ πολιτικοὶ ποὺ ἔχτισαν τὸ σύστημα ἢ ζοῦνε μέσα σὲ αὐτὸ ἢ ζοῦνε ἀπὸ αὐτό. Γιατί ἆρά γε μιλᾶνε γιὰ τὸ σύστημα καὶ ὄχι γιὰ τὰ πρόσωπα; Διότι θέλουν νὰ μεταφέρουν τὴν προσωπική τους εὐθύνη ἀλλοῦ καὶ ὄχι στὸν ἑαυτό τους. Τὸ ἀλλοῦ εἶναι ἕνα ἀπρόσωπο πεδίο, τὸ ὁποῖο ὀνομάζουν σύστημα καὶ αὐτὸ τὸ κάνουν μὲ ἀσυνείδητο τρόπο, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ κατηγοροῦν καὶ νὰ αὐτοδικαιώνονται χωρὶς νὰ ὑπάρχει κόστος γιὰ κανέναν. Τὸ λυπηρὸ εἶναι ὅτι μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν νηπιώδη μεταφορὰ εὐθύνης στὸ πουθενά, δὲν φέρνει τὴν ἀλλαγὴ ποὺ ὑπαινίσσονται μὲ λόγους καὶ ἄρθρα. Αὐτὸ ἔμαθαν ἄλλωστε νὰ κάνουν ἀπὸ μικροὶ καὶ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνουν καὶ στὴν πολιτικὴ ζωή τους. Παλινδρομεῖ δηλαδὴ ἡ ἴδια συμπεριφορά ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἰδιότητα. Στὸ παράδειγμα θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνας ἐπιστήμων, ἀλλὰ καὶ ἕνας ἐργάτης, ἕνας πλούσιος ἢ ἕνας φτωχός. Εἶναι τὰ πρόσωπα τῆς τρίτης κατηγορίας ποὺ ἀναφέραμε παραπάνω, ποὺ ἔχουν ἐξαπατήσει τὸν ἑαυτό τους καὶ πολὺ ἁπλᾶ θέλουν νὰ ἐξαπατήσουν καὶ ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦν. Σήμερα βιώνουμε ὡς κράτος μία μουσουλμανικὴ μετανάστευση, ἡ ὁποία ἔχει στηριχθεῖ στὴν ἀνευθυνότητα τῶν ποιλιτικῶν μας ποὺ ψηφίζουμε. Βλέπουμε κάτι, τὸ ὁποῖο ὅλους μᾶς ἀνησυχεῖ καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων σὲ λίγα χρόνια μέσα στὴν κοινωνία μας θὰ βλέπουμε μουσουλμάνους, τοὺς ὁποίους θὰ τοὺς ἀντιμετωπίσουμε ἀναλόγως θετικὰ ἢ ἀρνητικὰ ὅλοι μας. Εἶναι ἀνεύθυνο νὰ μιλᾶμε μόνο γιὰ τὴν μία ὄψη τοῦ προβλήματος. Ὑπεύθυνο εἶναι νὰ ἔχουμε σαφῆ εἰκόνα. Αὐτὴ τὴν στιγμὴ δὲν ἐξετάζουμε τὴν πολιτικὴ ὄψη τοῦ προβλήματος, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσουμε νὰ δώσουμε μία προοπτικὴ μέσα ἀπὸ τὸ πρόβλημα ποὺ μᾶς προίκισαν οἱ πολιτικοί μας, μέσα ἀπὸ τὴν δική μας ὀπτικὴ εἰκόνα, ἀλλὰ κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν προσωπικὴ εὐθύνη. Τὸ σοβαρὸ καὶ τὸ ὑπεύθυνο εἶναι πῶς θὰ συμβιώσω μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ πῶς νὰ μεταφέρω στὴν καθημερινότητά μου τὸν Χριστό. Ἐγώ ἔχω ἐμπειρία αὐθεντικῆς ἀγάπης; Ὁ κανόνας λέει ὅτι στὸ ποσοστὸ ποὺ νιώθω ὅτι μεταμορφώνομαι ἐν Χριστῷ, τότε στὸ ἴδιο ποσοστὸ θὰ μπορέσω νὰ μεταφέρω αὐτὴ τὴν ἐμπειρία στὸν διπλανό μου. Ἀνεύθυνο εἶναι νὰ περιγράφω μόνο τὶς εὐθῦνες τῶν ἄλλων ἢ νὰ περιγράφω ὅτι δὲν εἴμαστε καὶ τόσο ἐπαρκεῖς ὡς Χριστιανοί. Ἂν περιγράφω, ὅτι ἐγὼ προσωπικὰ δὲν εἶμαι ἐπαρκὴς Χριστιανός, εἶναι διαφορετικό, ἀπὸ τὸ νὰ περιγράφω ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς ἀνεπαρκεῖς μαζὶ μὲ ἐμένα. Ὅταν λέω ὅτι εἴμαστε ἀνεπαρκεῖς, φαίνεται ἕνας ὑπαινιγμός, ποὺ λέει ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀνεπαρκής, ἀλλὰ δὲν τὸ λέω εὐθέως. Γιατί ἆρά γε νὰ τοποθετοῦμε κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι γιὰ νὰ μεταφέρω τὴν προσωπική μου εὐθύνη ἀλλοῦ, δηλα- δὴ στὸν ἄλλο. Εἶναι ἕνας τρόπος ἀποφυγῆς προσωπικῆς εὐθύνης, ὅπως τῶν πολιτικῶν. Ὅταν ὅμως λέω, εἶμαι ἀνεπαρκής, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐγὼ προσωπικὰ ἀναλαμβάνω μὲ εὐθύνη τὴν προσωπική μου ἀλλαγή, τότε εἶναι σίγουρο ὅτι θὰ προκύψει κάτι τὸ διαφορετικὸ πρὸς τὸ καλύτερο γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Γνωρίζουμε ὅλοι ὅτι δὲν εἶναι εὔκολο νὰ σκεφτεῖ ἔτσι ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὅμως ὁ Χριστιανισμὸς θέτει τὸν πῆχυ ψηλά. Ἐπίσης, ὁ Χριστιανισμὸς δὲν θέλει σκέψεις, ἀλλὰ βίωμα. Θέλει ἀνθρώπους ποὺ νὰ τολμοῦν νὰ βλέπουν πρῶτα τὴν προσωπική τους ἀδυναμία. Ἡ συνέχεια θὰ εἶναι σχεδὸν αὐτονόητη. Μετὰ θὰ βλέπει τὴν ἀδυναμία τοῦ ἄλλου ὡς ποιμένας καὶ ὄχι ὡς ἀντίπαλος. Ἑπομένως, τὸ κακὸ ἢ τὸ ὁποιοδήποτε στρεβλὸ τῆς κοινωνίας μας ἀντιμετωπίζεται μὲ ἀγάπη πατρικὴ καὶ ὄχι μὲ προνοιακὰ μέτρα. Πράγματι ὑπάρχει πόλεμος στὴν Συρία, οἱ ἄνθρωποι θέλουν βοήθεια, θέλουν ἐργασία, θέλουν νὰ πᾶνε στὴν χώρα ποὺ θὰ ἱκανοποιήσει τὰ ὄνειρά τους, ὅπως ἡ Γερμανία. Αὐτὸ εἶναι ἡ μία ὄψη. Ἡ ἄλλη ὄψη εἶναι αὐτὴ ποὺ δὲν λέγεται, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε σκεφτεῖ ὅλοι μας. Μέσα σὲ αὐτὰ τὰ πλήθη δὲν ὑπάρχουν κακοποιὰ στοιχεῖα ἢ ὀργανωμένα ἄτομα, μὲ σκοπὸ τὴν τρομοκρατία ἢ τὴν ἐπικράτηση τοῦ μουσουλμανισμοῦ; Πολλοὶ φοβοῦνται, ὅτι θὰ κατακτήσουν τὴν Εὐρώπη, ὅταν θὰ γεννοῦν μόνον οἱ Μουσουλμᾶνοι καὶ οἱ Χριστιανοί καθόλου. Πιθανὸν νὰ γίνει καὶ ἔτσι. Εἶναι ἱκανὸς ἰσχυρισμὸς σύμφωνα μὲ ἀπόψεις εἰδικῶν. Ὁ φόβος ὅμως δὲν εἶναι καλὸς σύμμαχος. Ἡ εὐαγγελικὴ πρόταση εἶναι «καὶ ἡ ἀγάπη βάλει τὸ φόβον ἔξω». Ὅταν ἀγαποῦμε, μποροῦμε νὰ ἐμπνευστοῦμε. Ὅταν ἀγαποῦμε, μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε τὰ ὅρια καὶ τὶς προσωρινὲς προτάσεις τῶν πολιτικῶν μας. Αὐτὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀνησυχεῖ εἶναι τὸ ἑξῆς: ἆρά γε ποιά εἶναι ἡ προσωπική μου εὐθύνη καὶ τί θὰ κάνω ἐγώ; Ὁ ὑπεύθυνος Χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ περιμένει νὰ δεῖ τὶ θὰ κάνουν οἱ ἄλλοι, γιὰ νὰ κάνει μία γρήγορη ἀντιγραφή. Ἀπὸ μόνος του ἤδη ἔχει αὐτοσχεδιάσει καὶ τολμᾶ πέραν τῶν συνταγῶν καὶ τῶν ὑποδείξεων ποὺ ἀκοῦμε ἀπὸ τὰ Μ.Μ.Ε. Ἑπομένως, τὴν ἀπάντηση τὴν ἔχει ἤδη ὁ καθένας ἀνάλογα μὲ τὸ τὶ ὡριμότητα ἔχει, ἀλλὰ καὶ κατὰ πόσο ἐπιβάλλεται νὰ ἀναλάβει ὑπεύθυνο ρόλο ἀπὸ τὴν θέση ποὺ βρίσκεται. Τὰ ὑπόλοιπα θὰ λειτουργήσουν μὲ αὐτορύθμιση ὡς πρόταση, ὡς ἄποψη καὶ ὡς προσανατολισμό· ὅπως ὁ μαγνήτης ἑλκύει τὰ ρινίσματα σιδήρου, δίνοντας στὸ καθένα τὴν θέση ποὺ τοῦ ἀνήκει, ἔτσι καὶ ὁ ὑπεύθυνος Χριστιανὸς θὰ προσανατολίζει ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὸν μαγνήτη, δηλαδή ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὸν Χριστό. Ἡ ἐποχή μας ὅμως μοῦ θυμίζει τὴν πολιτικὴ ἀναστάτωση ποὺ εἴχαμε τὸ 1924. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἑνάμισης χρόνος μετὰ τὴν Μικρασιατικὴ καταστροφή. Ἡ προσφυγιὰ τῶν Ἑλλήνων ἦταν διάχυτη. Αὐτὸ ποὺ σημάδευσε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἦταν ἡ ἀνευθυνό- τητα τῶν πολιτικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν πνευματικῶν ἀνδρῶν. Σὲ μία ἐποχὴ τόσο δύσκολη, ἡ Ἱεραρχία τότε εἶπε ὅτι ἦταν ὁ καταλληλότερος χρόνος νὰ ἀλλάξει τὸ Ἡμερολόγιο καὶ ἀπὸ τότε εἶναι μία ἀνοιχτὴ πληγὴ μέχρι σήμερα, λόγῳ τῆς ἀνευθυνότητας. Σήμερα μέσα σὲ αὐτὲς τὶς δύσκολες συγκυρίες, ὅπως ἡ οἰκονομικὴ κρίση, ἡ μουσουλμανικὴ μετανάστευση, ἡ φυγὴ τῶν νέων στὸ ἐξωτερικό, ἔρχεται ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος νὰ καλέσει Σύνοδο καὶ ὅπως τὴν ὀνομάζει Πανορθόδοξη νὰ ἀπαντήσει σὲ θέματα ποὺ αὐτὴ τὴν στιγμὴ ἐπιλέγει ὡς τὸν καταλληλότερο χρόνο. Λέει στὸν λαὸ αὐτὰ ποὺ ἔχω νὰ πῶ, εἶναι πιὸ σημαντικά ἀπὸ αὐτὰ τὰ προβλήματα ποὺ ἀντιμετωπίζετε. Ἡ ἔλλειψη ὑπευθυνότητας φαίνεται καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ συγκαλεῖ τὴν Σύνοδο. Εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλους, ποὺ ἀσχολοῦνται σοβαρὰ μὲ τὸ θέμα, ὅτι ὑπάρχει πρόβλημα ἐγκυρότητας. Γιὰ νὰ ὑπάρξει ἐγκυρότητα, ἀπαραίτητο στοιχεῖο εἶναι ἡ συνέχεια τῶν Ἁγίων Πατέρων νὰ ἐκφράζεται καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ὅποια νέα Σύνοδο. Εἶναι ἀναγκαῖο δηλαδὴ οἱ προηγούμενες ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων νὰ ἐπιβεβαιωθοῦν. Ἂν δηλαδὴ κάποιος ἀπορρίψει τὸν πατέρα του, πῶς μπορεῖ νὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεῖται τὴν υἱότητά του; Δὲν φαίνεται μία ὑποκρισία; Ἂν σὲ μία σχέση μεταξὺ δύο ἀνδρῶν ὁ πρῶτος ὑβρίσει ἀδικαιολόγητα τὸν πατέρα τοῦ ἄλλου, ἡ λογικὴ λέει ὅτι θὰ προκύψει κάποια ἀντίδραση ἀπὸ τὸν δεύτερο. Ὁ δεύτερος ἄνδρας ὅμως ἀντὶ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν πατέρα του, δικαιολογεῖ τὸν φίλο του, ἐνῶ τὶς ὕβρεις τὶς θεωρεῖ λέξεις ποὺ δὲν ἔχουν ἀπολύτως καμία σημασία. Αὐτή ἡ στάση εἶναι λογικὸ νὰ φέρει αὐθεντικὴ ἀγάπη; Δὲν εἶναι στάση ποὺ φανερώνει ἀνευθυνότητα; Δὲν εἶναι λογικὸ ἀπὸ τὴν στιγμή ποὺ ἐκφράζει αὐτὴ τὴν συμπεριφορά, νὰ τὴν μιμηθοῦν μετὰ καὶ τὰ παιδιά του καὶ στὴν συνέχεια τὰ παιδιά του νὰ ἀπορρίψουν τὸν πατέρα τους μὲ τὸν ἴδιο ἀσυνείδητο τρόπο ποὺ τοὺς δίδαξε ὁ πατέρας τους; Δὲν αὐξάνεται ἔτσι ὁ φαῦλος κύκλος σχέσεων μὲ μία ψευδῆ ἀγάπη; Αὐτὴ ἡ ψευδὴς ἀγάπη λειτουργεῖ ὡς παραισθησιογόνο καὶ προτείνεται σήμερα ὡς τρόπος ζωῆς ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμό. Μπορεῖτε στὸ παράδειγμά μας στὴν θέση τῶν δύο ἀνδρῶν νὰ βάλετε τὸν Πάπα Ρώμης, ὡς τὸν πρῶτο ἄνδρα, καὶ τὸν οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, ὡς τὸν δεύτερο ἄνδρα. Καταβάλλεται ἰδιαίτερη προσπάθεια νὰ μᾶς ἐξαπατήσουν μὲ δῆθεν θεολογικὲς ἀκρίβειες καὶ γιὰ μία ἀγάπη ὅπως τὴν κατα- λαβαίνουν. Ἡ προσεχὴς Σύνοδος, ποὺ θὰ λάβει μέρος στὴν Κρήτη, δὲν ἔχει κίνητρα ἀγάπης, ἐνῶ πάσχει σὲ πολλὰ σημεῖα. Πάσχει στὴν συνέχεια τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ αὐτὸ ἀκυρώνει καὶ τὸ τυπικὸ μέρος τῆς διαδικασίας. Ὡστόσο ὅμως, ἡ Σύνοδος αὐτὴ πάσχει ἀκόμα καὶ ἀπὸ τυπικῆς διαδικασίας. Αὐτὸ εἶναι σημαντικό, διότι ἐκεῖνοι ποὺ συγκαλοῦν τὴν Σύνοδο δὲν παίρνουν στὰ σοβαρὰ οὔτε τοὺς δικούς τους ἀνθρώπους. Δηλαδή, Πανορθόδοξη Σύνοδος ἀπὸ τυπικῆς πλευρᾶς λέγεται ὅταν καλοῦνται ὅλοι οἱ Ἀρχιερεῖς νὰ συμμετάσχουν. Αὐτὸ βέβαια δὲν γίνεται καὶ φαίνεται ἐδῶ κατὰ πόσον ὑπεύθυνα καὶ σοβαρὰ λειτουργοῦν ἀνὰ μεταξύ τους. Ἕνα τελευταῖο σημεῖο, λίγο πρὶν τελειώσω τὴν ἀποψινή μου Ὁμιλία, εἶναι νὰ ποῦμε μὲ μία λέξη τὶ εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός. Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι μία θεολογικὴ καὶ κοινωνικὴ πλάνη. Πολλοὶ θὰ ποῦνε ὅτι καὶ ὁ παλαιοημερολογιτισμὸς εἶναι μία πλάνη. Μπορεῖ ὁ καθένας νὰ ὑποστηρίξει ὡς πλάνη αὐτὸ ποὺ βλέπει ἀπὸ μακριά. Ἂν ὅμως δεῖ τὴν πλάνη ἀπὸ κοντά, σίγουρα θὰ ἀλλάξει ἄποψη. Θὰ διαφοροποιηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχική του θέση. Ἕνα παράδειγμα ποὺ σᾶς παρουσιάζω, εἶναι μία ὀπτικὴ πλάνη. Στὴν πρώτη ὀπτικὴ πλάνη τῆς διαφάνειας [ποὺ προβάλλεται παράλληλα σὲ ὀθόνη] φαίνεται ὁ Οἰκουμενισμός. Σὲ αὐτὴ ἀρχικὰ βλέπουμε ἕναν ποταμὸ νὰ τρέχει μὲ ὁρμὴ καὶ νὰ παρασύρει τοὺς πάντες καὶ πράγματι ἐντυπωσιάζει τὸ θέαμα. Ἂν ὅμως δοῦμε προσεκτικότερα, θὰ διαπιστώσουμε φαντάσματα ποὺ θέλουν νὰ μᾶς μεταφέρουν τὸν δικό τους τρόμο ποὺ ζοῦνε. Στὴν δεύτερη ὀπτικὴ πλάνη φαίνεται ὁ παλαιοημερολογιτισμός. Ἀρχικὰ βλέπουμε κάτι σὰν νεκροκεφαλή, κάτι ποὺ θυμίζει νεκροταφεῖο. Ἂν δοῦμε ὅμως προσεκτικότερα τὴν ὀπτικὴ πλάνη, θὰ διαπιστώσουμε ἕνα πλοῖο, τὸ ὁποῖο παλεύει μὲ τὰ κύματα καὶ τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ παλαιοημερολογιτισμός, ποὺ ἂν κάποιος τὸν δεῖ ἀπὸ κοντά, τότε μόνον μπορεῖ νὰ καταλάβει τὸν αὐθεντικὸ ἀγῶνα τῆς σημερινῆς μαχόμενης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Θὰ δοῦμε ἄλλη μία τελευταία ὀπτικὴ πλάνη, ποὺ ἡ διαφορὰ σὲ σχέση μὲ τὶς ἄλλες δύο εἶναι ὅτι ὅσο πιὸ κοντὰ εἴμαστε μέσα στὸ θέμα, ἄλλο τόσο δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀντιληπτὴ ἡ πραγματικὴ εἰκόνα. Θὰ παρομοιάσω τὸν Οἰκουμενισμὸ μὲ μία ἄλλη ὀπτικὴ πλάνη, ποὺ στὸ παράδειγμά μας βλέπουμε ἕνα δάσος μὲ πολλὰ κλαδιά. Θὰ λέγαμε μὲ μεταφορικὴ ἔννοια, ὅτι εἶναι ἡ θεωρία τῶν κλάδων ποὺ πάνω σὲ αὐτή στηρίζεται ὁ Οἰκουμενισμός. Ἂν θὰ παρατηρήσουμε ὅτι ὅσο φεύγουμε ἀπὸ μέσα, τὸ θέμα ἀποκαλύπτεται μία τίγρη. 



Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ ἐπικαλεστῶ μία προσφιλῆ ἔκφραση τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου μας κυροῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: Ἄλλα τὰ ὁρώμενα καὶ ἄλλα τὰ νοούμενα. Κλείνοντας, θὰ ἤθελα νὰ προτρέψω ὅλους νὰ ἑστιάσουμε στὴν προσωπική μας εὐθύνη, διότι ἀπὸ ἐκεῖ θὰ κριθοῦμε ὅλοι μας καὶ ὁ καθένας ξεχωριστά. Νὰ μὴν ἀφήσουμε κανέναν νὰ μᾶς χειραγωγεῖ. Νὰ κλείσουμε τὰ αὐτιά μας στὶς τηλεοράσεις καὶ νὰ ἀφήσουμε τὴν ἀκοή μας καὶ κυρίως τὴν καρδιά μας νὰ ἀκούσει τὸ Θέλημα  τοῦ Θεοῦ. Ἀδελφοί μου, πιστεύω ὅτι τὸ καλὸ ἔχει δυναμικὴ τέτοια ποὺ μπορεῖ νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ χείμαρρο. Αὐτὸ τὸ καλό δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὴν προσωπική μας συνάντηση μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ συνανθρώπου μας. Ἡ τελευταία μου πρόταση θὰ εἶναι μία ἀντιστροφὴ σὲ μία ἀρνητικὴ πρόταση, ποὺ ἔχουμε ὑπ᾿ ὄψιν μας. «Ἑνὸς καλοῦ δοθέντος, μύρια ἕπονται». Μία ἀλλαγὴ θέλουμε, ἀδελφοί, καὶ αὐτὴ θὰ φτάσει καὶ θὰ περισσεύσει. Νὰ γνωρίσουμε τὸ μυστήριο τῆς προσωπικῆς μας σωτηρίας μὲ εὐθύνη καὶ σοβαρότητα στὸ ἔργο ποὺ ἔχει ἀναλάβει, σὲ ὅποια θέση καὶ ἐὰν βρίσκεται ὁ καθένας μας. Καλὸ ὑπόλοιπο τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴν προσοχή σας.


  Ομιλία του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Γρηγορίου προς τιμήν της εορτής του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά την Κυριακὴ Β΄ Νηστειῶν, 14 {27} Μαρτίου 2016.


Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης  κ. Γρηγόριος 

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου