ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ Η' ΜΕΡΟΣ



Τέλος έφθασα εις το Ιρκούτσκ. Μετά την προσευχή μου μπροστά εις τα λείψανα του αγίου Ινοκεντίου, άρχισα να συλλογίζομαι για ποιό άλλο προσκύνημα έπρεπε τώρα να ξαναρχίσω. Δεν ήθελα να μείνω εκεί για πολύ, επειδή η πόλις ήταν αρκετά μεγάλη και θορυβώδης. Περπατούσα σκεπτικός σε έναν από τους δρόμους της πόλεως όταν συναντήθηκα τυχαίως με ένα ντόπιον έμπορο. «Είσαι προσκυνητης»; με ερώτησε, και προσθέτοντας, «γιατί δεν έρχεσαι σπίτι μου»; μ’ επήρε μαζί του εις την πλούσια κατοικία του και άρχισε να μ’ ερωτά για την ζωή και τα σχέδιά μου. Του διηγήθηκα για τα ταξίδια μου και όταν ετελείωσα μου είπε: «Πρέπει να μην παραλείψης ένα ταξίδι εις την Ιερουσαλήμ, όπου υπάρχουν τόσα προσκυνήματα ιερά και μοναδικά εις τον κόσμο». «Θα ήμουν εξαιρετικά ευτυχής αν μπορούσα να πάγω, αλλά με τί χρήματα»; απήντησα. «Μπορώ να περπατώ όσο ευρίσκομαι εις την στεριά αλλά όταν φθάσω σε θάλασσα πρέπει να πληρώσω, γιατί ταξίδι με πλοίο δεν γίνεται χωρίς λεπτά».



«Θα ήθελες να σου εξοικονομήσω εγώ χρήματα για ένα τέτοιο ταξίδι; Πέρσι μόλις, εφρόντισα και έστειλα έναν άλλο προσκυνητή σαν και σένα εις τα Ιεροσόλυμα», μου είπεν ο έμπορος. Έπεσα εις τα πόδια του, ενώ εκείνος προχώρησε λέγοντας: «Θα σου δώσω ένα γράμμα για τον γυιό μου που μένει εις την Οδησσό. Έχει εμπορικές συναλλαγές με την Κωνσταντινούπολι και θα βρη οπωσδήποτε πλοίο για κει. Έπειτα απ΄ εκεί, διάφοροι γνωστοί του πράκτορες θα σε βάλουν σε άλλο πλοίο για την Παλαιστίνη». Με κατέλαβε άπλετη χαρά εις το άκουσμα αυτών των λόγων και ευχαρίστησα τον καλό μου φίλο για την τόση του καλοσύνη. Ακόμη περισσότερο, ευχαρίστησα τον Θεό για την τόσο πλούσια πατρική του αγάπη και την φροντίδα του για μένα, έναν ταλαίπωρον αμαρτωλό, ένα πλάσμα που δεν είναι ικανό να κάνη καλό, ούτε εις τον εαυτόν του ούτε σε άλλον και που τρώει ανάξια το ψωμί του, ζητώντας το απ΄ τους άλλους. Έμεινα τρεις ημέρες εις το σπίτι του ευγενικού αυτού εμπόρου. Όπως μου είχεν υποσχεθή, έγραψε το γράμμα για το παιδί του και εγώ το επήρα με πρόθεσι ν’ αρχίσω το ταξείδι μου για την Οδησσό, που θα ήταν η αφετηρία για την Ιερουσαλήμ. Αλλά δεν ήξευρα αν μέχρι τέλους θα εγίνετο ίλεως ο Κύριος και αν θα με αξίωνε να προσκυνήσω τον ζωοποιό Του τάφο. Λίγο προτού αφήσω το Ιρκούτσκ επήγα να ιδώ τον πνευματικό μου πατέρα, με τον οποίο πολλάκις είχα συζητήσει, για να του πω αυτή τη φορά: «Πηγαίνω εις την Ιερουσαλήμ, και ήλθα να σε ευχαριστήσω για την χριστιανική σου αγάπη προς εμένα, ένα φτωχό προσκυνητή». «Ο Θεός να ευλογήση το ταξείδι σου», απήντησε. «Πώς, όμως, συνέβη, ώστε ποτέ να μη μου πης τίποτε για τον εαυτό σου, ποιος είσαι και από πού έρχεσαι; Έχω ακούσει ένα σωρό για τα ταξείδια σου, αλλά θάθελα να γνωρίζω κάτι και για το μέρος που γεννήθηκες καθώς και για την ζωή σου προτού γίνης προσκυνητής». «Γιατί όχι; Με μεγάλην ευχαρίστησι», απήντησα, «θα σου πω το κάθε τι, άλλως τε δεν είναι ζήτημα που θα μας απασχολήση πολλήν ώρα. Εγεννήθηκα σ’ ενα χωριό της περιοχής της διοικήσεως του Ορέλ. Μετά τον θάνατο των γονέων μας εμείναμε μόνοι εγώ και ο αδελφός μου, αυτός δέκα χρόνων κ’ εγώ δύο. Μας ανέθρεψεν ο παππούς μας, που ήταν ένας καλός και πλούσιος γέρος, ιδιοκτήτης ενός πανδοχείου εις τα μισά ενός δρόμου. Χάρις εις την καλή καρδιά του παππού μου, πολλοί ταξειδιώται τον προτιμούσαν κ’ εσταματούσαν εκεί. Ο αδελφός μου, που ήταν πολύ παλιόπαιδο, επερνούσε τον περισσότερον καιρό γυρίζοντας εδώ και εκεί στο χωριό, αλλά εμένα μου άρεσε καλύτερα να μένω κοντά στον παππού μου. Τις Κυριακές και τις γιορτές επηγαίναμε μαζί εις την εκκλησία. Εις το σπίτι ο παππούς συνήθιζε να διαβάζη την Αγία Γραφή, αυτή την ίδια που έχω εγώ τώρα. Όταν ο αδελφός μου εμεγάλωσε, άρχισε να πίνη. Μιά φορά όταν ήμουν επτά χρόνων και είμαστε οι δυό ξαπλωμένοι κοντά στη θερμάστρα, μ’ έσπρωξε τόσο πολύ, ώστε κατρακύλισα και πέφτοντας εκτύπησα το αριστερό μου μπράτσο στις σκάλες, τόσον, ώστε πια δεν κατέστη δυνατόν να το χρησιμοποιήσω, επειδή από τότε εις την πραγματικότητα το χέρι μου παρέλυσε. Ο παππούς μου βλέποντας ότι ύστερα από αυτό, ποτέ δεν θα μπορούσα να εργασθώ εις την γη, με έμαθε να διαβάζω. Μη έχοντας άλλο βιβλίο για αναγνωστικό εχρησιμοποιούσε την Αγία Γραφή. Με εδίδαξε το αλφάβητο, με έμαθε να φτιάχνω λέξεις και να διακρίνω τα διάφορα γράμματα, όταν τα έβλεπα. Χωρίς να καταλάβω επαναλαμβάνοντας συνεχώς ό,τι εδιάβαζε αυτός, έμαθα σιγά – σιγά και ύστερα από κάμποσο χρονικό διάστημα, μπορούσα να διαβάζω ελεύθερα. Αργότερα, όταν το φως του παππού μου άρχισε να ελαττώνεται, με έβαζε συχνά να του διαβάζω δυνατά από την Αγία Γραφή και με διώρθωνε όταν έκανα λάθη. Την εποχή αυτή, συνήθιζε και ένας κύριος γραμματισμένος, να έρχεται συχνά εις το πανδοχείο μας. Έγραφε πολύ ωραία γράμματα και μου άρεσε να τον βλέπω όταν καλλιγραφούσε. Αντέγραφα το γράψιμό του και αυτός άρχισε να με διδάσκη. Μου έδωσε χαρτί και μελάνη, μου έφτιαξε πέννες από φτερά κ’ έτσι έμαθα να γράφω πολύ καλά. Ο παππούς μου ήταν πολύ ευχαριστημένος και μιά μέρα μου είπε τα εξής: «Ο Θεος σου έδωσε το χάρισμα της μαθήσεως που θα σε κάνη άνθρωπο. Να δοξάζης, λοιπόν, το όνομά Του και να προσεύχεσαι συχνά». Συνηθίζαμε να πηγαίνουμε σ’ όλες τις ακολουθίες της εκκλησίας, συχνά δε εκάναμε προσευχές και εις το σπίτι. Εμένα μούπεφτε πάντοτε στη σειρά μου να διαβάζω τον πεντηκοστό ψαλμό, την ώρα που ο παππούς μου και η γιαγιά μου έκαναν μετάνοιες και γονάτιζαν. Όταν ήμουν δέκα επτά ετών η γιαγιά μου πέθανε. Ο παππούς έπειτα από αυτό, μου είπε: «Το σπίτι μας δεν έχει πια οικοδέσποινα και αυτό είναι άσχημο πράγμα. Ο αδελφός σου είναι ελεεινός. Φροντίζω, λοιπόν, να σου βρω μια γυναίκα να παντρευτείς». Εγώ ήμουν αντίθετος εις την σκέψι του αυτή, λέγοντάς του ότι ήμουν ένας ανάπηρος, αλλά ο παππούς μου δεν υποχωρούσε. Ευρήκε μιά καλή κοπέλλα είκοσι χρόνων, κ’ επαντρευτήκαμε. Έπειτα από ένα χρόνο ο παππούς μου αρρώστησε βαρειά. Γνωρίζοντας ότι ο θάνατός του ήταν κοντά, με εκάλεσε και με απεχαιρέτησε, λέγοντας: «Σου αφήνω το σπίτι μου με όλα όσα έχει. Να είσαι τίμιος, ευσυνείδητος, να μην απατήσης ποτέ άνθρωπο και πάνω απ΄ όλα να προσεύχεσαι τακτικά, για το κάθε τι, για όλα που ο Θεός μάς δίνει. Μόνον σ’ αυτόν να εμπιστεύεσαι τα πάντα συ και η γυναίκα σου· να πηγαίνετε τακτικά εις την εκκλησία, να διαβάζετε την Αγία Γραφή και να θυμάστε την γιαγιά σας κ’ εμένα εις τις προσευχές σας. Να και τα χρήματα μου. Είναι χίλια ρούβλια χρυσά και σου τα χαρίζω. Φρόντισε να μην ξοδέψης άσκοπα ούτε ένα από αυτά, φρόντισε να μη σου κυριεύσουν την ψυχή και δώσε μερικά εις τους φτωχούς και εις την Εκκλησία». Μετά λίγες ημέρες απέθανε και τον εκηδεύσαμε σεμνά. Αλλ’ ο αδελφός μου, με εφθόνησε φοβερά επειδή όλη η περιουσία έγινε δική μου. Ο θυμός του εναντίον μου εμεγάλωνε συνεχώς και ο Σατανάς τον παρώτρυνε τόσο εις το μίσος του εναντίον μου, ώστε εσχεδίαζε να με σκοτώση. Τελικά δεν μ’ εσκότωσε αλλά έκανε το εξής: Μιά νύχτα ενώ κοιμώμαστε, μη έχοντας πελάτες εις το πανδοχείο, διέρρηξε το δωμάτιο μεσ’ στο οποίο είχαμε τα λεπτά, τα επήρε από το μπαούλο κ’ έπειτα έβαλε φωτιά. Η φωτιά ξαπλώθηκε σ’ όλο το σπίτι χωρίς να το καταλάβουμε, μόλις δε κατωρθώσαμε εγώ κ’ η γυναίκα μου να γλυτώσουμε, πηδώντας μεσ’ στις φλόγες από ένα παράθυρο, φορώντας μόνο τα ρούχα του ύπνου. Η Αγία Γραφή ήταν κάτω από το μαξιλάρι μας, μα με όλη την παραζάλη κατώρθωσα να την πάρω μαζί μου. Καθώς εβλέπαμε το σπίτι μας να καίγεται, είπαμε ο ένας εις τον άλλο. «Δόξα τω Θεώ που εσώσαμε τη ζωή μας και την Αγία Γραφή, για να την έχουμε παρηγοριά, εις τις συμφορές που μας ευρήκαν». Έτσι ό,τι είχαμε και δεν είχαμε το χάσαμε και ο αδελφός μου εξαφανίστηκε χωρίς ν’ αφήση κανένα ίχνος. Αργότερα εμάθαμε ότι μεθυσμένος κάποτε εκόμπαζε, λέγοντας με τι τρόπο πήρε τα χρήματα και έκαψε το σπίτι. Εμείναμε γυμνοί και κατεστραμμένοι, σχεδόν ζητιάνοι. Εδανειστήκαμε μερικά χρήματα, εφτιάξαμε μια μικρή καλύβα και αρχίσαμε να ζούμε όπως οι ακτήμονες χωρικοί. Η γυναίκα μου ήταν προκομμένη κι άρχισε να πλέκη, να υφαίνη και να ράβη. Είχε πολλή δουλειά κ’ έτσι συντηρούσε υποφερτά τον εαυτό της κ εμένα. Εγώ με την πάθησι του χεριού μου δεν ημπορούσα ούτε σκέτα ξυλοπάπουτσα να φτιάχνω. Έτσι εκαθόμουνα δίπλα της όταν εδούλευε και της εδιάβαζα κομμάτια από την Αγία Γραφή. Άκουγε πάντα με προσοχή και ευλάβεια και μερικές φορές έκλαιγε. Όταν ερωτούσα γιατί έκλεγε, λέγοντάς της, ότι ο Θεός μάς εχάρισε το πολυτιμότερο αγαθό, τη ζωή, αυτή μου απαντούσε: «Συγκινούμαι τόσο πολύ από την ανάγνωσι της Αγίας Γραφής»! Εκτελούσαμε όσα ο παππούς μας, μας είχε παραγγείλει, ενηστεύαμε συχνά, κάθε πρωί ελέγαμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και την νύκτα εκάναμε εκατό μετάνοιες ο καθένας, για να αποφύγουμε το πέσιμό μας σε πειρασμό. Έτσι εζήσαμε ήρεμα δυό ολόκληρα χρόνια. Αλλά αυτό που είναι εκπληκτικό, είναι το γεγονός, ότι αν και δεν καταλαβαίναμε, επειδή δεν είχαμε ακούσει τίποτε για την εσωτερική προσευχή της καρδιάς, παρά προσευχόμεθα με το στόμα μόνον και με τις μετάνοιες χωρίς βαθύτερη σκέψι, σαν κούκλες που κάνουν παιγνίδια, παρ’ όλα αυτά, η επιθυμία για γνήσια προσευχή υπήρχε μέσα μας και οι μακρές προσευχές που τις ελέγαμε χωρίς να τις καταλαβαίνουμε, δεν μας εκούραζαν, αλλά πραγματικά μας άρεσαν. Η καθαρή αλήθεια είναι, όπως ένας διδάσκαλος μού είπε κάποτε, ότι η μυστική Προσευχή πάντοτε κρύβεται μέσα εις την ανθρώπινη καρδιά. Ο άνθρωπος τις περισσότερες φορές δεν το γνωρίζει αυτό, αλλ’ αυτή εργάζεται κατά τρόπο μυστηριώδη μέσα εις την ψυχή και προτρέπει σε εκδήλωσι, ανάλογα με του κάθε ανθρώπου την γνώσι και την δύναμι. Ύστερα από δυο χρόνια που εζήσαμε έτσι, η σύζυγός μου αρρώστησε με υψηλό πυρετό. Την εκοινωνήσαμε και την ενάτην ημέρα της αρρώστιας απέθανε. Τώρα ήμουν ολομόναχος εις τον κόσμον. Δεν ημπορούσα να κάμω καμμιά εργασία κ’ έπρεπε συγχρόνως να ζήσω, μά και η ζητιανιά μού φαινόταν ασυνείδητο πράγμα. Εκτός αυτού είχα τόση λύπη για το θάνατο της γυναίκας μου, ώστε δεν ήξευρα τί να κάμω. Όταν επήγαινα μέσα στην καλύβα κ’ έβλεπα τα ρούχα της, επνιγόμουν εις τα δάκρυα τόσο, που δυό – τρείς φορές, έπεσα κάτω αναίσθητος. Κατάλαβα, λοιπόν, ότι δεν ημπορούσα πιά να ζήσω εις το μέρος αυτό. Επούλησα την καλύβα μου για είκοσι ρούβλια και έδωσα τα λίγα ρούχα της γυναίκας μου εις τους φτωχούς. Επειδή ήμουν ανάπηρος, οι αρχές του τόπου μου δώσανε ένα διαβατήριο, το οποίον με ελευθέρωνε από κάθε δημόσια υποχρέωσι και έτσι παίρνοντας μαζί μου την Αγία Γραφή άρχισα τα ταξείδια χωρίς να ενδιαφέρωμαι πού πηγαίνω. Έπειτα από λίγο καιρό άρχισα να σκέπτωμαι πού θα ημπορούσα να πάγω και είπα με τον εαυτόν μου: Πρώτα απ΄ όλα θα πάγω εις το Κίεβο. Θα προσκυνήσω εκεί τα μέρη αυτών που ευαρεστήσανε το Θεό και θα τους παρακαλέσω να με βοηθήσουν στα βάσανά μου. Κάνοντας τις σκέψεις αυτές, άρχισα να αισθάνωμαι καλύτερα κ’ εγέμισε η ψυχή μου από ανακούφισι, αρχίζοντας το ταξείδι μου για το Κίεβο. Από τότε, δέκα τρία ολόκληρα χρόνια έχω περάσει ταξειδεύοντας από τόπο σε τόπο, κ’ έχω προσκυνήσει σε πάμπολλες εκκλησίες και σε μοναστήρια, αλλά τον τελευταίο καιρό έχω περπατήσει περισσότερο μέσα σε λιβάδια και στέπες. Δεν ηξεύρω αν ο Θεός θα ευδοκήση να πάω εις την Ιερουσαλήμ. Εάν αυτό είναι η θέλησί Του, τα αμαρτωλά μου κόκκαλα θα αναπαυθούν εκεί. «Και πόσων χρόνων είσαι τώρα»; «Τριάντα τριών». «Ώστε, αγαπητέ μου αδελφέ, έχεις φθάσει την ηλικία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού»! Η ρωσική παροιμία πού λέγει: «Ο άνθρωπος καταθέτει και ο Θεός διαθέτει» άληθεύει, είπα, όταν έγύρισα πίσω είς τόν πνευματικό μου. Εσκεπτόμουν οτι τώρα, άσφαλώς, θά είχα άρχίσει τόν δρόμον μου γιά τήν Ιερουσαλήμ, άλλά κοίταξε πόσο άντίθετα έξειλίχθησαν τά πράγματα. Κάτι έντελώς άνεπάντεχο συνέβη καί μ' έκράτησε είς τό ιδιο μέρος γιά άλλες τρείς ήμέρες. Δέν ημπορούσα δε νά μήν έλθω νά σου πώ καί νά σέ συμβουλευθώ, προτού τελικά αποφασίσω γιά ό,τιδήποτε. Συνέβη, λοιπόν, τό έξης: Τούς είχα άποχαιρετήσει όλους καί μέ τήν| βοήθεια του Θεού άρχισα τόν δρόμο μου. Είχα φθάσει είς τά κράσπεδα τής πόλεως όταν είδα ένα γνωστό μου άνδρα νά κάθεται είς τήν πόρτα του τελευταίου σπιτιού. 'Ηταν κι αύτός κάποτε προσκυνητής σάν κ' έμένα, άλλά δέν τόν είχα ίδή τρία ολόκληρα χρόνια. Χαιρετισθήκαμε καί μ' ερώτησε, που έπήγαινα. «Αν ό Θεός θέλη, άπήντησα, σκοπεύω νά πάω είς τά Ιεροσόλυμα». «Δόξα τω Θεώ! 'Υπάρχει ένας πολύ καλός συνταξειδιώτης γιά σένα», είπε. «Ο Θεός νά εύλογή καί σένα καί αύτόν, είπα, άλλά άσφαλώς γνωρίζεις οτι ποτέ δέν ταξειδεύω μέ παρέα. Συνηθίζω πάντα νά περιπλανιέμαι μόνος μου». «Ναί, μά άκουσε πρώτα, γιατί νομίζω) ότι αυτός πού σου λέω είναι συνταξιδιώτης όπως θά τόν ήθελες. Θά σού ταιριάζη πραγματικά, σάν κοστούμι. " 'Ακουσε, λοιπόν: Ο πατέρας του κατόχου αύτού τού σπιτιού εδώ που υπηρετώ, έχει τάξει νά προσκυνήση εις τήν Ιερουσαλήμ. Είναι πολύ καλός άνθρωπος, αλλά είναι εντελώς κουφός. Οσοδήποτε κι άν φωνάζης δέν άκούει ούτε λέξι. " 'Οταν χρειάζεται νά τού πής κάτι, πρέπει νά τού τό γράψης. Βλέπεις, λοιπόν, δέν θά σέ στενοχωρήση καθόλου στό δρόμο καί ούτε θά σού μιλά, γιατί κ' έδώ είς τό σπίτι κάθε μέρα γίνεται καί πιο σιωπηλός. Άπό μέρους σου, έσύ θά τού είσαι βοηθός στό ταξίδι. Ό γυιός του θά τού παραχωρήση ένα άμάξι μέ άλογα πού θά σάς πάη μέχρι τήν 'Οδησσό κι άπό έκεί θά τά πουλήσετε καί τά δυό. Ό γέρος θά προτιμούσε νά πεζοπορήση, άλλά δέν ήμπορεί γιατί έχει άποσκευές μαζί του καί μερικά πράγματα πού θέλει νά φέρη είς τόν Τάφο τού Κυρίου. Θά βάλης κ' έσύ τό σακκίδιό σου μέσα είς τό άμάξι. «Τώρα σκέψου, πώς είναι δυνατόν ν' άφήσουμε ένα γέρον άνθρωπο καί κουφό, νά φύγη μόνος του μ' ένα άμάξι γιά ένα τόσο μεγάλο ταξείδι; "Εχουμε ερευνήσει, έχουμε ψάξει παντού νά βρούμε κάποιον γιά συνοδό, άλλά όλοι τους ζητούν πολλά λεπτά καί εκτός άπ' αύτό, είναι δυνατόν νά μπλέξουμε μέ κανέναν άπατεώνα, πού μπορεί νά του κλέψη καί τά χρήματα πού θά έχη μαζί του καί νά τόν εγκαταλείψη. Πές μου το ναι, άδελφέ μου, καί όλα θά πάνε καλά. Κάνε τήν άπόφασι γιά τήν δόξα τού Θεοΰ καί τήν άγάπη του πλησίον. Θά χαρούνε πάρα πολύ οί δικοί του, πού είναι καλοί άνθρωποι καί μου έχουν δείξει τόση άγάπη, δυό χρόνια τώρα πού εργάζομαι κοντά τους». "'Ολη αύτή ή συνομιλία έγινε στήν πόρτα καί έπειτα μ' έπήρε μέσ' στό σπίτι. Ό νοικοκύρης ήταν εκεί καί άμέσως κατάλαβα καθαρά ότι ήταν πλούσιοι και εύγενείς άνθρωποι. Τέλος συμφώνησα μέ τό σχέδιό τους. Έκανονίσαμε νά άρχίσουμε τό ταξίδι μας, με την εύλογία του Θεού, δυό μέρες μετά τήν Λειτουργια τών Χριστουγέννων. Αλλά πόσα απροσδόχητα πράγματα συναντά κανείς στο δρόμο τούτο τής ζωής του! Εις όλο αύτό τό διάστημα, ή θεία Πρόνοια καθωδήγησε τις πράξεις μας καί εκυβέρνησε τά σχέδιά μας σύμφωνα μέ τό γραμμένο: «Θεός εστίν ό ενεργών έν ήμίν καί τό θέλειν καί τό ένεργείν». Ακούγοντας όλα αύτά ό έξομολόγος μου, μου είπε: «Χαίρω μέ όλη μου τήν καρδιά, έπειδή ό θεός επέτρεψε νά σέ δώ καί πάλιν, έτσι άνεπάντεχα καί γρήγορα. Τώρα πού έχεις, λοιπόν, καιρό διαθέσιμο μένοντας μέ άγάπη κοντά μου, θά μου πής περισσότερα άπό τή διδακτική πείρα πού πήρες άπό τόσα καί τόσα προσκυνηματικά ταξείδια. Τό ένδιαφέρον μου ν' άκούσω, γεννήθηκε όταν σέ πρωτοάκουσα νά μου διηγήσαι γιά ολα αύτά πού έχεις ίδή. Είμαι, λοιπόν, έτοιμος νά ξανακούσω τήν συνέχεια μέ μεγάλη εύχαρίστησι καί ενδιαφέρον». «Καί έγώ είμαι έτοιμος καί ευτυχής νά σου διηγηθώ περισσότερα», άπήντησα, καί άρχισα ώς εξής: «Πολλά μου έχουν συμβή άλλα καλά καί άλλα άσχημα. Γιά νά σου τά διηγηθώ όμως όλα, πρέπει νά έχω πάρα πολύ χρόνο είς τήν διάθεσί μου, άλλά έπίσης έχω ξεχάσει καί μερικά έν τω μεταξύ, έπειδή μόνη μου προσπάθεια ήταν πάντα νά μή λησμονήσω εκείνα τά περιστατικά πού μ' έβοηθούσαν καί ώδηγούσαν τήν άμελή ψυχή μου είς τήν Προσευχή. "Ολα τά υπόλοιπα μόλις τά θυμούμαι ή μάλλον έφρόντισα νά τά ξεχάσω, σύμφωνα καί μέ τήν έντολή του Αποστόλου Παύλου πού λέγει: "Τά μεν οπίσω έπιλανθανόμενος τοις δέ έμπροσθεν έπεκτεινόμενος, κατά σκοπόν διώκω έπί τό βραβείον τής άνω κλήσεως του Θεού έν Χριστώ Ίησού"». Ο μακαρίτης ό Πνευματικός μου όδηγός συνήθιζε έπίσης νά λέγη, ότι οί δυνάμεις οί άντίθετες εις τήν προσευχή τής καρδιάς, μάς επιτίθενται άπό δυό μεριές, άπό άριστερά καί άπό δεξιά. Δηλαδή όταν ό έχθρός δέν ήμπορεί νά μάς έμποδίση άπό τήν προσεχή μέ τις μάταιες καί τις αμαρτωλές σκέψεις, φέρνει είς το μυαλό μας καλές διδασκαλίες καί όμορφες ιδέες, ώστε νά μάς παγίδευση ή μέ τόν ένα ή μέ τόν άλλο τρόπο καί νά ματαίωση τήν Προσευχή πού δέν ήμπορεί μέ κανέναν τρόπο νά τήν άνεχθή καί νά τήν βαστάξη. Ονομαζεται κλέπτης εκ οσίων, και αν ο άνθρωπος άπατηθή, έγκαταλείπει τήν συνομιλία μέ τόν Θεό, γιά νά συνομιλή μέ τόν εαυτό του ή μέ άλλους. "Ετσι μέ έδίδαξε νά μήν έπιτρέπω καμμιάν άλλη, έστω καί τήν πιο ωραία, άπασχόλησι είς τό μυαλό μου τήν άρα τής προσευχής καί πολλές φορές οταν έξώδευα τήν ήμέρα, περισσότερο χρόνο σέ σκέψεις ή συνομιλίες, άντι γιά τήν νοερά Προσευχή, έπίστευα ότι κάτι έπήγε χα¬μένο, ενώ άλλοτε κατελάμβανε τήν ψυχή μου ένα είδος πνευματικής δίψας. Είναι άλή-θεια, μοϋ είπεν άκόμη, οτι οί αρχάριοι, είδικώτερα, έπειδή έχουν άνάγκη νά άφιερώνουν πολύ χρόνον είς τήν προσευχή, πρέπει τό περισσότερο μέρος τής ημέρας νά προτιμούν νά τό αφιερώσουν είς αύτήν, παρά σέ οποιαδήποτε άλλη πνευματική άπασχόλησι. Άλλά ό άνθρωπος δέν ήμπορεί νά ξεχάση, όλα όσα τοΰ συνέβησαν, έστω καί άν πολλές φορές γιά πολύν καιρό δέν τά έπανέφερε είς τήν μνήμη του. «Θυμάμαι, λοιπόν, πώς όταν ήμουν είς τήν περιοχή του Τομπόλσκ, συνέβη νά περάσω άπό μιάν επαρχία. Τά παξιμάδια μου έκόντευαν νά τελειώσουν, γι αύτό άναγκάσθηκα νά μπώ σ' ένα σπίτι καί νά ζητήσω λίγα. Μόλις άνοιξαν τήν πόρτα, ό οικοδεσπότης μου είπε: " 'Ερχεσαι άκριβώς τήν πιο κατάλληλη στιγμη. Η σύζυγός μου μόλις τώρα ξεφούρνισε. Πάρε, λοιπόν, ένα μεγάλο καί ζεστό καρβέλι, γιά νά μάς θυμάσαι εις τις προσευχές σου". Τόν ευχαρίστησα καί όπως έβαζα τό καρβέλι μέσ' στό σακκίδιό μου ή νοικοκυρά βλέποντάς το μου είπε: "Πολύ έτρίφτηκε αύτό τό σακκίδιό σου, έχω όμως έγώ ένα καινούργιο καί θά σου τό δώσω". Μου έδωσε, λοιπόν, ένα καινούργιο καί γερό σακκίδιο καί έγώ άφού τούς εύχαρίστησα καί πάλι θερμά, έκίνησα γιά νά φύγω. Βγαίνοντας άπό τήν πόλι, έχρειάσθηκα λίγο άλάτι, κ' έζήτησα άπό ένα σπίτι, όπου οί καλοί άνθρωποι έκεί, μου έδωσαν άφθονο. Αγαλλίασε πραγματικά ή καρδιά μου καί εύχαρίστησα τόν Θεό πού μέ ώδήγησε σέ τόσο καλούς άνθρώπους. "Τώρα, είπα μέ τόν έαυτόν μου, μή έχοντας νά φροντίσω γιά τροφή, θά ευφρανθώ ψυχικά γιά μιάν όλόκληρην έβδομάδα. Ευλογημένο τό ονομα του Κυρίου". Πέντε χιλιόμετρα άπό έκεί, περνώντας μέσα άπό ένα φτωχικό χωριό, είδα μιά μικρή ξύλινη έκκλησία, κομψή καί όμορφα χρωματισμένη άπ' έξω. "'Οπως έπερνούσα δίπλα, αισθάνθηκα τήν άνάγκη νά προσευχηθώ λιγάκι μέσα έκεί κ' έμπήκα είς τόν πρόναο. Είς τήν πρασινάδα τής αύλής τής εκκλησίας έπαιζαν δυό παιδάκια πέντε έως έξι χρόνων. 'Ησαν καλοντυμένα καί τά πήρα πώς ήσαν τά παιδιά του παπά. Έτελείωσα τήν προσευχή μου κ' έπροχώρησα στό δρόμο μου, άλλά δέν είχα κάνει δέκα - δώδεκα βήματα όταν άκουσα νά μέ φωνάζουν: "Ζητιανάκο, ζητιανάκο, στάσου. Τά δυό μικρά πού είχα ίδή, ένα άγοράκι καί ένα κοριτσάκι, μέ έφώναζαν κ' έτρεχαν πίσω μου. Εσταμάτη-σα, καί αύτά μ' επήραν άπό τό χέρι λέγοντας: " 'Ελα άπό τό σπίτι, ή μητέρα μας έχει συμπάθεια είς τους ζητιάνους . "Δέν είμαι ζητιάνος, είπα, είμαι ένας περαστικός άνθρωπος. Γιατι τότε έχεις σακκούλα; "Την έχω γιά τό ψωμί πού τρώγω είς τόν δρόμο. Το ίδιο κάνει, έλα, η μητέρα μας να σου δώσει χρήματα γιά τό ταξίδι σου". "Μά που είναι ή μητέρα σας"; ερώτησα. "Κάτω έκεί, πίσω άπό τήν έκκλησία, μέσα σ' αύτό τό μικρό πάρκο". Μέ ώδήγησαν σέ ένα όμορφο κήπο πού είς τή μέση του ήταν ένα μεγάλο έπαρχιακό σπίτι. 'Εμπήκαμε μέσα. Πόσο όμορφα καί καθαρά ήσαν όλα έκεί. Η οικοδέσποινα έτρεξε νά μάς πή: "καλώς ώρίσατε! καλώς ώρίσατε! Ό Θεός σάς έστειλε, καθήστε, σάς παρακαλώ". Μέ τά ίδια της τά χέρια έπήρε τό σακκίδιό μου καί τό έβαλε έπάνω σ' ένα τραπέζι καί έμένα μ' έκάθισε σέ μιά μαλακή καί άναπαυτική πολυθρόνα. "Μήπως θέλετε νά φάτε κάτι; Μήπως θέλετε τσάϊ; " 'Ο,τι χρειάζεσθε ύπάρχει έδώ". "Σάς εύχαριστώ, άπήντησα, μά έχω ένα σακκίδιο γεμάτο παξιμάδια. Είναι άλήθεια πώς δέν άπε- χθάνομαι τό τσάι, άλλά, σάν χωρικός πού είμαι, δέν τό έχω πολυσυνηθίσει. Μέ εύχαριστεί καί μέ ύποχρεώνει τό έγκάρδιό σας καλωσόρισμα, τόσο, πού δέν θέλω τίποτε άλλο. θά προσευχηθώ νά σάς εύλογή ό θεός, πού δείχνετε είς τούς ξένους τόσην άγάπη, ποτισμένη μέ τό πνεύμα του Εύαγγελίου". »Ένώ μιλούσα, ένα ισχυρό συναίσθημα μέ κατέλαβε σπρώχνοντάς με νά μείνω μόνος. Ή Προσευχή μου άναστάτωνε τήν κοιρδιά καί είχα άνάγκη άπό σιωπή καί ήρεμία, ν' άφήσω έλεύθερο αύτό τό ξύπνημα πού μου έφερνε τής Προσευχής ή φλόγα, καθώς επίσης νά κρύψω άπό τούς άλλους τά εξωτερικά σημάδια πού τό άκολουθούν, όπως τά δάκρυα, οί αναστεναγμοί καί οί συσπάσεις είς τό πρόσωπο καί είς τά χείλη πού λέγονται "άλλοίωσις", κ' έσηκώθηκα λέγοντας: "Νά μέ συγχωρήτε, άλλά πρέπει νά φύγω τώρα. Ο Χριστός να είναι μαζί σας, καί μαζί μέ τ' αγαπημένα σας παιδάκια". "Ω, όχι! θεός φυλάξοι, δέν θά φύγετε! Δέν σάς άφήνω. Ό άνδρας μου, πού είναι δικαστής, θά γυρίσει άπ' τήν πόλι άπόψε, κι άλήθεια πόσο θά εύχαριστηθή νά σάς συναντήση! Θεωρεί τούς προσκυνητάς άγγελιαφόρους του Θεού. Έάν φύγετε, θά λυπηθή πολύ, πού δέν θά σάς ίδή. Έκτος αύτού αύριο είναι Κυριακή, θά προσευχηθήτε, λοιπόν, μαζί μας είς τήν έκκλησία, καί τό μεσημέρι θά φάτε έδώ, ό,τι ό Θεός μάς δώση. Είς τις γιορτές πάντοτε έχουμε καμμιά τριανταριά έπισκέπτας, όλους, πτωχούς άδελφούς μας. Ελάτε τώρα, γιατί δέν μου είπατε άκόμη τίποτε γιά τά ταξείδια σας; Πού έπήγατε καί ποϋ θά πάτε νά προσκυνήσετε; Μιλήστε μου, μου άρέσει τόσο πολύ νά συνομιλώ με αφοσιωμένους είς τόν Θεόν άνθρώπους. Παιδιά, παιδιά! Πάρετε τό σακκίδιό του προσκυνητού καί φυλάξετέ το μέσα, γιατί θά μείνη άπόψε έδώ". »Ή έκπληξίς μου ήτο τόσο μεγάλη καί όπως άκουγα αύτά πού έλεγε έρώτησα τόν εαυτόν μου, έάν μιλούσα μέ άνθρωπο ή μέ κάποιο είδος επιγείου άγγέλου! «" 'Εμεινα, λοιπόν, κ' επερίμενα τόν σύζυγο της. Της διηγήθηκα με συντομία γιά τά ταξίδια μου καί τής είπα ότι επήγαινα στό Ιρκούτσκ. "Τότε, λοιπόν, θά περάσετε άπό τό Τομπόλσκ. είπε ή κυρία, εκεί είναι ή μητέρα μου, καλογριά σ' ένα μοναστήρι. Είναι μεγαλόσχημη τώρα. Θά σας δώσουμε ένα γράμμα γι' αυτήν καί θά χαρή πάρα πολυ να σάς δή. Πολύς, πάρα πολύς κόσμος πηγαίνει νά τήν συμβουλευθή γιά πνευματικά ζητήματα. Θά σάς παρακαλέσουμε νά τής δώσετε ένα βιβλίο του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, πού μάς έγραψε και το παραγγείλαμε είς τήν Μόσχα". «Είχε φθάσει έν τώ μεταξύ ή ώρα του φαγητού κ' έκαθήσαμε στό τραπέζι. Τέσσερεις άλλες κυρίες έκάθησαν μαζί μ' εμάς. " 'Οταν τό πρώτο πιάτο έτελείωσε, μιά άπ' αύτές έσηκώθηκε, υποκλίθηκε είς τήν εικόνα καί σ' εμάς, έπήγε καί έφερε τό δεύτερο πιάτο κ' έκάθησε πάλι. " 'Επειτα μέ τήν σειρά άλλη μιά άπό τις κυρίες έσηκώθηκε κ' έφερε τό τρίτο πιάτο. "Οταν είδα αύτά, είπα πρός τήν οικοδέσποινα: "Θά ήθελα, άλλά δέν ξεύρω άν πρέπη νά τολμήσω, νά σάς έρωτήσω, έάν οί κυρίες αύτές είναι συγγενείς σας". "Μάλιστα! Είναι σαν αδελφές μου. Αύτή έδώ είναι ή μαγείρισσα καί ή άλλη είναι ή σύζυγος τού άμαξά. Ή τρίτη κρατάει όλα τά κλειδιά καί ή τετάρτη είναι ή βοηθός μου. Είναι όλες παντρεμένες. Σε όλη τήν υπηρεσία μου δέν έχω καμμίαν ανύπαντρη κοπέλλα". «"Οσο περισσότερο έβλεπα καί άκουγα αύτά, τόσο καί πιο πολύ μέ κατελάμβανε έκπληξις καί έδόξαζα τόν Θεό πού παρεχώρησε νά γνωρίσω τόσον εύσεβείς άνθρώπους. "Αρχισα, όμως, νά αίσθάνωμαι τήν έπιθυμία γιά προσευχή νά άναταράζη τήν καρδιά μου καί έπιθυμούσα νά μείνω μόνος όσο πιο γρήγορα μπορούσα, έπειδή δέν άντεχα νά άναβάλω τήν Προσευχή περισσότερο. Είπα, λοιπόν, είς τήν κυρία μόλις έσηκωθήκαμε άπ' τό τραπέζι: "Δέν άμφιβάλλω ότι θά άναπαυθήτε τώρα μετά τό φαγητό. Εγώ όμως έπειδή είμαι πολύ συνηθισμένος νά περπατώ, θά κάμω μιά βόλτα μέσα είς τόν κήπο". "Α, όχι! δέν αναπαυόμεθα, άπήντησεν ή οικοδέσποινα, θά έλθω καί έγώ είς τόν κήπο μαζί σας, και θά συνομιλήσουμε γιά κάτι εποικοδομητικό. Εάν πάτε μόνος σας τά παιδιά θά σάς διαταράξουν τήν γαλήνη, γιατί μόλις σάς δουν θά έλθουν κοντά σας, έπειδή άγαπούν πολύ τούς προσκυνητάς καί τούς ξένους. Δέν έμενε, λοιπόν, τίποτε άλλο παρά νά ύποχωρήσω είς τά όσα είπε. Θέλοντας ν' άποφύγω νά μιλώ όλο εγώ, όταν έφθάσαμε στον κήπο, υποκλίθηκα μπροστά της καί τής είπα: "Σάς παρακαλώ πάρα πολύ, πέστε μου, πόσον καιρό περνάτε τήν ζωήν σας μέ αύτόν τόν τρόπον τής άφοσιώσεως είς τόν Χριστό καί τον πλησίον καί ποιά ήταν ή αιτία πού σάς ώδήγησε σέ μιά τέτοια εύλογημένη διαβίωσι"; "Θά σάς διηγηθώ ολην τήν ιστορία, άν τό θέλετε", ήταν ή άπάντησις. "Ή μητέρα μου ήταν δισέγγονη του άγίου Ίωάσαφ, του οποίου τά λείψανα εύρίσκονται είς τό Μπυελκορόδ. Είχαμε ένα μεγάλο σπίτι, κ' ένα διαμέρισμά του τό είχαμε ένοικιάσει σέ ένα κύριο πού ήταν πολύ καλός, άλλ' όχι πλούσιος. Σέ λίγο καιρό όμως ό άτυχής άπέθανε καί ή σύζυγος του, πού ήταν έγκυος, άπέθανε κι αύτή στον τοκετό. "Τό μωρό, ένα άγοράκι, έμεινε πεντάρφανο καί πάμπτωχο, ή δέ μητέρα μου τό εύσπλαγχνίσθηκε καί τό άνέλαβε νά τό άναθρέψη. Έγώ έγεννήθηκα ένα χρόνο άργότερα. Έμεγαλώσαμε μαζί, επήγαμε είς τό σχολείο μαζί, είχαμε τούς ίδιους διδασκάλους, τούς ίδιους παιδαγωγούς καί είχαμε συνηθίσει τόσο πολύ ό ένας τόν άλλο, πού δέν ξεχωρίζαμε άπό πραγματικά άδέλφια. Αργότερα ό πατέρας μου άπέθανε καί ή μητέρα μου μάς έπήρε καί ήλθαμε είς αύτό έδώ τό κτήμα. " 'Οταν έμεγαλώσαμε μάς έπάνδρευσε, μάς έδώρισε τό κτήμα τούτο καί τό σπίτι κ' εκείνη άπεχώρησε σέ μοναστήρι, όπου είχε κτίσει άπό πρίν, ένα κελλί δικό της. Μάς έδωσε τήν μητρική της ευλογία, σάν υποθήκη δέ, τήν έπιθυμία της νά ζούμε ζωή καλών χριστιανών, νά προσευχώμεθα θερμά καί νά εφαρμόζουμε τήν έντολή τής άγάπης δείχνοντάς την μέ έργα πρός τόν πλησίον, τρέφοντας καί βοηθώντας τους πτωχούς μέ άπλότητα καί ταπείνωσι, γιά νά τούς διδάσκουμε μέ τά έργα μας αύτά, τόν φόβο του Θεοϋ. "Μάς έδίδαξε άκόμη νά συμπεριφερώμεθα πρός τούς ύπηρέτας μας σάν νά είναι άδελφοί μας. " 'Ετσι λοιπόν, άπό τότε ζούμε συνεχώς σύμφωνα μέ τις ύποθήκες της, προσπαθώντας νά τις έφαρμόζουμε όσο καλύτερα μπορούμε. Έχουμε ένα ξενώνα για τους περαστικούς και τούς δυστυχισμένους, αυτή δε την στιγμή υπάρχουν μέσα σ αύτόν περισσότεροι από δέκα δυστυχισμένοι και ανάπηροι. Άν θέλης μπορούμε να τους ιδούμε αύριο.


«'Οταν ετελείωσε, δίδοντάς μου όλες αυτές τις πληροφορίες, την ερώτησα αν μπορούσα να ιδώ αυτό το βιβλίο τής Κλίμακος του αγίου Ιωάννου, που ήθελε να το στείλη εις την μητέρα της. "Ελάτε μέσα, μου είπε, και θα το βρω αμέσως".  Μόλις είχαμε καθήσει για να διαβάσουμε, ήλθε ο σύζυγός της και βλέποντάς με μ' έκαλωσώρισε θερμά. Ασπασθήκαμε ο ένας τον άλλον σαν αδελφοί, μ' επήρε δε εις το δωμάτιο του λέγοντας: " ΄Ελα, αγαπητέ μου αδελφέ, ας περάσουμε στο γραφείο μου. Η γυναίκα μου θα σε ζάλισε τόση ώρα. Μόλις βλέπει κανένα προσκυνητή ή κανένα ανάπηρο ζητιάνο, δεν τους αφήνει με την κουβέντα και τις ερωτήσεις να ησυχάσουν ούτε μέρα ούτε νύχτα. Αυτό κάνει για χρόνια και χρόνια τώρα". «Εμπήκαμε εις το γραφείο. Αλήθεια πόσα βιβλία υπήρχαν μέσα εκεί! Τί ωραίες εικόνες, τί ωραίος Εσταυρωμένος σε φυσικό μέγεθος, τί όμορφο Τετραυαγγέλιο! Απήγγειλα μια προσευχή και έπειτα είπα: "Ζείτε πραγματικά σ' έναν Παράδεισο του θεού. Εκεί είναι ο Χριστός, η αγία Του Μητέρα και οι 'Αγιοι, εδώ δε είναι η Θεία διδασκαλία, τα ζωντανά και αιώνια λόγια της ζωής. Είμαι βέβαιος πως πολύ συχνά απολαμβάνετε την Θεία τροφή που παρέχουν". Αλήθεια! Παραδέχομαι πως είμαι πολύ φίλος τως μελέτης" απήντησε. (Συνεχίζεται...)...


Σειρά συνακόλουθων αναρτήσεων από το βιβλίο - αριστούργημα, αγνώστου συγγραφέως, ''Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητή''. Το ρωσικό αυτό πόνημα μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από το Ιστολόγιο ''ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ'' απ' όπου και το αντιγράφουμε σε συνέχειες. Έχουμε προβεί σε μερικές, ορθογραφικές διορθώσεις, όπου αυτό ήταν επιβεβλημένο. Ενότητα 2η.


Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητή


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου