ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Ο ΔΕ ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΠΕΝ ΤΟΤΕ ΑΥΤΩ: ΕΤΑΙΡΕ ΕΦ Ω ΠΑΡΕΙ



Η Ιστορία, για τους καλώς προαιρούντες και επ' αγαθώ κατεργάζοντες, διδάσκει με ακραιφνή ακρίβεια τα ''ομηρικά'' λάθη του Παρελθόντος και η λήθη του Χρόνου παραμένει γι' αυτούς παντελώς απουσιάζουσα. Η ''Ληστρική'' ψευδοσύνοδος της Κρήτης παρουσία καρδιναλίων, κοπτών, λουθηριανών, προτεσταντών, ως και αγγλικανών ''κοπελίων'' προσφέρεται για ολική, υπομνητική αναγωγή στην έτερη, εφάμαρτη ψευδοσύνοδο της Φεράρας - Φλωρεντίας του 1438. Τότε, που οι ενωτικοί χαρακτήριζαν τους ανθενωτικούς (αυτούς που είχαν διακόψει προ πολλού το μνημόσυνο του κακοδοξούντος και όλων των λατινόφρονων, φραγκοβαλεντίνων Επισκόπων), ως ανθενωτικούς ή... σχισματικούς! Ό,τι ακριβώς συμβαίνει από το 1924 και εντεύθεν με τους Ορθοδόξους Χριστιανούς του Πατρίου Ημερολογίου, ως και αποτειχισθέντες μεμονωμένα αδελφούς.  Χάριτι Θεού αποδείχθηκε,  πως αυτοί, που είχαν διακόψει άμεσα και έγκαιρα την κοινωνία με τους λατινόφρονες προ Συνοδικής διαγνώμης ήταν οι Εντός Εκκλησίας Ορθόδοξοι πιστοί και αυτοί, οι παποκαισαρικοί εραστές της διοικητικοποίησης της Εκκλησίας ήταν οι Εκτός αποβεβλημένοι - λάθρα - εκποιητές της. Από την Ιστορία του Παπαρηγόπουλου ''αλιεύσαμε'' περί τούτου την μαρτυρία του Δούκα (ενωτικού και παπόφρονος), που περιγράφει γλαφυρά την πρώτη κοινή ''Θ. Λειτουργία'' ''ορθοδόξων'' - παπικών στον ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, στις 12 Δεκεμβρίου του 1452: ''Όλοι εκείνοι, που εξεδηλούντο υπέρ της ενώσεως, ο βασιλιάς με την σύγκλητο και από τον κλήρο ιερείς και διάκονοι, ήλθαν στη Μεγάλη Εκκλησία, όπου θα γινόταν λειτουργία κοινή ομονοία και προσευχή αδόλω γνώμη. Κατά την ώρα όμως αυτής της θείας λειτουργίας, οι αντιφρονούντες (ανθενωτικοί ή σχισματικοί), όπως τους αποκαλούσαν, συγκεντρώθηκαν σε άλλους ναούς (ήταν εκείνην την ημέραν και εορτή του αγίου Σπυρίδωνος), όπου λειτουργούσαν ανθενωτικοί ιερείς, ενώ πολλοί επήγαν στην μονή του Παντοκράτορος. (...) Ήσαν δε και πολλοί, οι ουκ έλαβον προσφοράν αντιδώρου (που δεν δέχθηκαν δηλαδή να πάρουν αντίδωρο) ως βδελυκτήν θυσίαν τελεσθείσαν εν τη ενωτική λειτουργία. Και τον ναόν ως βωμόν και την θυσίαν ως Απόλλωνι τετελουμένην ενόμιζον''. Δηλαδή θεωρούσαν πλέον τον ναό ως βωμό θυσίας στα είδωλα και την ''Θ. Λειτουργία'' ως εξαγνιστική τελετή στον Απόλλωνα. Τα γράφουμε δίκην της συγκρητιστικά νοούμενης, αμοραλιστικής και κωμικής ψευδοσυνόδου της Κρήτης, που περισσότερο θυμίζει συνεδριάσεις Τεκτονικής Στοάς ή Εβραικής Παρασυναγωγής, παρά πανορθόδοξο σύνοδο, από την οποία εκλίπει παντελώς η Ορθοδοξία! Εκπρόσωποι Τύπου ως μεταλλαγμένοι διπλωμάτες της Ευρωπαικής Ένωσης, Οικουμενιστές ''ιερείς'' και ''επίσκοποι'' με όψη ακαδημαικών καθηγητών από το Harvard και διάχυτοι, ερωτικοί εναγκαλισμοί απύθμενης κοσμικής αγάπης από εντεταλμένους εκποιητές του Εωσφόρου. Αλήθεια, πόσο αλγεινή, ειδεχθή και απωθητική εντύπωση προκαλεί ακόμη και αυτή, η εξωτερική εμφάνιση Φαναριωτών και Ευρωπαίων μεταπατερικών νεωτεριστών, όπου η απουσία της γενειάδος συναγωνίζεται ισάξια την κοντοκουρεμένη κόμη και το μεταξένιο ράσο την περιποιημένη και ευδιάκριτη χωρίστρα! Το κάτωθι κείμενο αφιερούται στους Οικουμενιστές Σταυρωτές Κυρίου. Περιγράφει την άρτι άφιξη της Βυζαντινής αποστολής στην Βασιλεύουσα, μετά την δωσίλογη και προδοτική συμφωνία με τους Φραγκοβαλεντίνους στην σύνοδο Φεράρας - Φλωρεντίας. Εύχεσθε! Γ. Δ.



Ο στολίσκος με τον αυτοκράτορα και τα άλλα μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας εισήλθον εις το Χρυσούν Κέρας την 1ην Φεβρουαρίου του 1440, μετά από περιπετειώδες χειμερινόν ταξίδι τρισήμισι περίπου μηνών. Αλλ'η φήμη δια τους αγώνας του Οσίου Μάρκου και την σθεναράν του στάσιν προέτρεξεν εις την Βασιλεύουσαν. Λαός πολύς επερίμενε δια να τον επευφημήσει. Μόλις οι αρχιερείς απεβιβάσθηκαν από τα πλοία, ο λαός τους ερωτούσε επιμόνως: - Πως τα υμέτερα; Πως τα της συνόδου; ει άρα ετύχομεν την νικώσαν; Οι αρχιερείς, οι οποίοι έβλεπαν τώρα την απροκάλυπτον αντίθεσιν του λαού εις την υπογραφήν της ''ενώσεως'', αντελαμβάνοντο ότι ''ήταν ευκολότερο να υπογράψουν, παρά να πραγματοποιήσουν την ''ένωση''. Δι΄αυτό απαντούσαν με πόνον και καταφανή μετάνοιαν: - Πεπράκαμεν (επωλήσαμεν) την πίστιν ημών, αντηλλάξαμεν τη ασεβεία την ευσέβειαν (αντηλλάξαμεν με τον Παπισμόν  την Ορθοδοξίαν), προδόντες την καθαράν θυσίαν αζυμίται γεγόναμεν.



Αυτά δεν τα έλεγεν ο Ηρακλείας Αντώνιος, ο οποίος είχεν υπογράψει την τελευταίαν στιγμήν, αλλά και όλοι οι άλλοι. Όταν δε κανείς τους ερωτούσε: - Η δεξιά αύτη υπέγραψε, κοπήτω. η γλώττα ομολόγησεν, εκριζούσθω. Είχαν δίκιο να εκφράζονται έτσι. Είχαν συναισθανθεί τώρα την φοβεράν ευθύνην των δια τον σκανδαλισμόν του ευσεβούς πληρώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το οποίο εδίχασαν. Και μάλιστα το εδίχασαν τότε που έπρεπε περισσότερον από κάθε άλλην φοράν να είναι ενωμένον εις την μίαν πίστιν, η οποία με το προφορικόν κήρυγμα παρεδόθη ''μια φορά για πάντα'' εις τους Χριστιανούς (Ιούδα 3). Ακόμη εξεφράζοντο έτσι, διότι έβλεπον ότι αι αδικαιολόγητοι υποχωρήσεις των έναντι του Πάπα απέβησαν εξ' ολοκλήρου μάταιαι. Το αποτέλεσμα της αρνήσεως της Ορθοδόξου πίστεως ήτο η εκ μέρους του Πάπα προσφορά... δυο πλοίων και... τρακοσίων ανδρών! Και αυτά, ύστερα από απουσίαν και συνεχή εξευτελισμόν δυο ετών. Επρόδωσαν την Ορθοδοξίαν αντί πινακίου φακής! Πώς να μην ελέγχονται από την συνείδησήν των; Εντελώς διαφορετική ήτο η στάσις του λαού έναντι του Μάρκου. Ενώ ο λαός απεδοκίμαζε όσους είχαν υπογράψει τον ''Όρον'', αυτόν τον υπεδέχετο ως άγιον. Γράφει ο λατινόφρων Ιωσήφ Μεθώνης: Ο Εφέσου είδε το πλήθος να τον δοξάζει, διότι δεν υπέγραψε. Ο λαός, τον επροσκυνούσε, όπως επροσκυνούσαν άλλοτε οι Ισραηλίται τον Μωυσήν και τον Ααρών. Όλοι τον επευφημούσαν και τον ονόμαζαν άγιον. Δικαίως. Διότι έβλεπον εις το προσωπόν του τον ιερόν αθλητήν, τον άκαμπτον υπερασπιστήν των πατρίων δογμάτων της Ορθοδοξίας και της ακεραιότητάς της. Έβλεπαν τον Ιεράρχην, ο οποίος έμεινεν πιστός εις τους φρικτούς όρκους, που έδωκε κατά την χειροτονίαν του εμπρός εις το ιερόν θυσιαστήριον. Ο Εφέσου έμεινε μόνος, αλλ' επεβλήθη και εθριάμβευσεν. Ο Ιωσήφ Μεθώνης, παρ' όλον ότι υπήρξεν ενωτικός και αντίθετος του Μάρκου, ομολογεί: Όσοι υπέγραψαν τον ''Όρον'' ηνώθησαν με τους Παπικούς, αφού έλαβαν δώρα, αυτός δε (ο Μάρκος) ''ούτε δώρα έλαβεν, ούτε χρυσώ τας χείρας εμίανεν''. Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης, αφού απεσύρθη ολίγον καιρόν και αφιερώθη εις το πένθος του, επροσπάθησε να τηρήσει τας υποσχέσεις, που έδωκε με την υπογραφήν του. Και πρώτον μεν εφρόντισε δια την πλήρωσιν του κενού Πατριαρχικού θρόνου. Ενώ ακόμη ήσαν εις την Φλωρεντίαν, ο Πάπας ευθύς μετά τον εορτασμόν της ψευδοενώσεως, είχε ζητήσει να εκλεγεί νέος Ορθόδοξος Πατριάρχης εις Φλωρεντίαν. (...) Μετά την επίμονον παρακίνησιν του μεγάλου χαρτοφύλακος Βαλσαμώνος, να ανακοινώσει τας σκέψεις του δημοσίως και όχι ''κελλικώς'' επήγεν εις τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, όπου είχαν μαζευθεί και οι άλλοι επίσκοποι δια να εκλέξουν Πατριάρχην και είπεν, ενώπιον όλων: Εγώ δεν ήλθα εδώ δια να ψηφίσω, αλλά δια να σας ειπώ αυτό, που θέλω. Σας λέγω λοιπόν, ότι εγώ δεν είχα συμφωνήσει μαζί σας εις ό,τι συνέβη εις την Φλωρεντίαν, ούτε εδέχθησα, όπως γνωρίζετε, με την ελευθέραν θέλησίν μου την ένωσιν ως ''υγιές γεγονός''. Διότι, αν και χωρίς να θέλω, χωρίς να γνωρίζω το πως, υπέγραψα τον ''όρον'', τώρα θεωρώ, τα όσα γράφονται εις αυτόν αντίθετα προς την διδασκαλίαν, που μας παρέδωσεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και ξένα προς την παράδοσιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Από τότε που υπέγραψα, η συνείδησίς μου με ελέγχει συνεχώς και πιεζόμενος από ένα πολύ μεγάλο βάρος εδυσφορούσα και εζητούσα, πως να αποτινάξω εμπρός σας το βάρος που με επίεζεν. Έτσι λέγω, ότι απορρίπτω και αποδοκιμάζω μάλλον δε ότι δεν είχα αποδεχθεί ''την ένωσιν και τον όρον'' και όσα περιλαμβάνονται εις αυτόν ''ως ασύμφωνα και απάδοντα'', προς την αρχαίαν Παράδοσιν ''της αγίας καθολικής (=Ορθοδόξου Εκκλησίας)'' τα αποστρέφομαι. ''Παρέχω δε εμαυτόν τη Εκκλησία υπεύθυνον ως υπογράψαντα ου ουκ εξήν''. Και αφού είπε και άλλα τέτοια όμοια ''εσιώπησεν''. Την πρότασιν του αυτοκράτορος απέρριψε και ο Τραπεζούντος Δωρόθεος, ο οποίος εδήλωσεν εις τους απεσταλμένους του αυτοκράτορος: ''ούτε καλή μοι φαίνεται η ένωσις αύτη, ούτε καλώς γεγονέναι. δι' ο ου δύναμαι στέργειν αυτήν''. Και αν ακόμη ''έστεργον την ένωσιν'' (ως γνωστόν ο Τραπεζούντος υπέγραψε, τώρα όμως συνεργάζεται με τον Εφέσου, τον Ηρακλείας και τον Γεώργιον Σχολάριον) και πάλιν δεν θα εδεχόμην να γίνω Πατριάρχης, διότι η Εκκλησία ταράσσεται από το γεγονός της ψευδοενώσεως. Πόσω μάλλον τώρα, που η ένωσις, ούτε καλή μου φαίνεται, ''ουδέ ευσεβής, ουδέ κατά Θεόν γεγενημένη (...) ουδέ στέργεται πάρα πάντων, ούτε παρ' εμού''. Τελικώς ο βασιλεύς εστράφη προς τον κεκηρυγμένον λατινόφρονα και ενωτικόν επίσκοπον Κυζίκου Μητροφάνην, ο οποίος και απεδέχθη την προσφοράν. Έτσι την 4ην Μαίου του 1440, ημέρα της εορτής της Αναλήψεως, ο Μητροφάνης κατελάμβανε τον πατριαρχικόν θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως. Οι επίσκοποι, οι οποίοι δεν υπέγραψαν τον ''όρον'' και ο λαός που έμενε πιστός εις το Ορθόδοξον δόγμα, τον ονόμασαν ''Μητροφόνον'', δηλαδή ''φονιά'' της Μητρός Εκκλησίας! Ο Εφέσου δεν προσήλθεν εις την Θείαν Λειτουργίαν, η οποία έγινε την ημέραν της εθρονίσεως του νέου Πατριάρχου (15 Μαίου 1440). Δεν ήθελε να συλλειτουργήσει με τον λατινόφρονα Μητροφάνην, δια τον οποίον έγραφεν: ''Ούτε βούλομαι, ούτε δέχομαι την αυτού ή των μετ' αυτών κοινωνίαν, το παράπαν ουδανώς''. Άλλωστε έγραφεν αργότερα προς τον Μοναχόν Θεοφάνην: Οι ενωτικοί εξέλεξαν ως προστάτην των (τον Μητροφάνην) μάλλον δε όχι προστάτην, αλλά ''μισθωτόν'' και όχι ''ποιμένα'' ''λύκον και όχι ''νομέα(=βοσκόν), τον οποίον μάλιστα ημπορούν να άγουν και να φέρουν όπου θέλουν και δια του οποίου νομίζουν, ότι θα ''εγκαταστήσουν το πονηρόν δόγμα του λατινισμού'' εις τας ψυχάς όλων. Τέτοιο άβουλον όργανον ευρήκαν οι ενωτικοί δια να προωθήσουν τους σκοπούς των. Τέτοιον λύκον έβαλαν δια να ποιμάνει τα λογικά πρόβατα του Χριστού!... Δέν έλιπεν όμως από εκείνην την Θ. Λειτουργίαν μόνον ο Εφέσου. Έλιπαν και ο Ηρακλείας και ο Τραπεζούντος, όπως επίσης και άλλοι Ιεράρχαι, καθώς και δυο αξιωματούχοι του ναού της αγίας Σοφίας, οι οποίοι ήσαν υποχρεωμένοι να παρευρίσκονται: Ο Σίλβεστρος Συρόπουλος και ο Μιχαήλ ο Βαλσαμών. Απουσίαζεν επίσης και πλήθος λαού. Ο ναός ήτο σχεδόν άδειος! Αλλά και οι ολίγοι, που παρίσταντο εις την τελετήν του μηνύματος (που προηγήθη της Θ. Λειτουργίας) εδέχοντο ''την ευλογίαν του Πατριάρχου λίαν αηδώς, τινές δε και υπεχώρουν, ίνα μη θεωρώσι (δια να μη βλέπουν) την ευλογίαν αυτού''! Την ''αποστροφήν'' δε και την ''μέμψιν'' του λαού εναντίον του Μητροφάνους επολλαπλασίαζε και η παρουσία του λατινεπισκόπου Χριστοφόρου Γκαρατόνι, ο οποίος εστέκετο συνεχώς εις τα δεξιά του Πατριάρχου. Επειδή ο Εφέσου διησθάνετο, ότι τα πράγματα επρόκειτο να εκτραχυνθούν, δεδομένου ότι ο νέος Πατριάρχης ήτο αποφασισμένος να επιβάλλει τον ''Όρον'', έφυγε την 14ην Μαίου 1440 (ημέραν της αγίας Πεντηκοστής) εις την Προύσαν και από κει εις την έδραν της επισκοπής του, την Έφεσσον. Η φυγή του δεν ήτο μόνον πράξις συνενέσεως. Η πάροδος του χρόνου απέδειξε, ότι ήτο και σωτήριος τόσον δι' αυτόν, όσον και δια το έθνος. Η απόδρασίς του επροκάλεσε βαθείαν εντύπωσιν εις τον αυτοκράτορα, ο οποίος εφοβείτο, ότι το παράδειγμα του οσίου θα το ακολουθήσουν και άλλοι. Την ιδίαν ημέραν της φυγής του Μάρκου και ο Ηρακλείας Αντώνιος, παρ' όλον ότι ήτο γέρων, ανεχώρησε πεζός από την Κωνσταντινούπολιν και έφθασεν εις Τζουρολόην. Ο Πατριάρχης Μητροφάνης και οι λατινόφρονες υπεχρέωσαν εις φυγήν από την Κωνσταντινούπολιν και τον αδελφόν του Μάρκου, τον Νομοφύλακα Ιωάννην τον Ευγενικόν. Ήθελαν ''να αποσυμφορήσουν κάπως την Κωνσταντινούπολη από τους ανθενωτικούς ηγέτες''. Επομένως δεν ήτο δυνατόν να ανεχθούν εις την Κωνσταντινούπολιν εκείνον που είχεν αναφωνήσει: ''Φεράρα, χαίρε της αράς φερώνυμε''. Ο Εφέσου Μάρκος εις μίαν επιστολήν του ''προς Θεοφάνην'' Ιερομόναχον, εις Εύριπον εκθέτει τα περί της φυγής του εις Έφεσσον, τα περί των διωγμών, οι οποίοι ελάμβανον χώραν εις Κωνσταντινούπολιν και τα του εντοπισμού του εις την Λήμνον. ''Μάθε (του έγραφεν), ότι, αφού επεστρέψαμεν εις την Κωνσταντινούπολιν, ανέβη εις τον Πατριαρχικόν θρόνον ένας από τους λατινόφρονας επισκόπους, ο οποίος μας ενωχλούσε τόσον, ώστε ''εξ' ανάγκης απήλθον εις την εκκλησίαν μου'' (δηλαδή εις την Έφεσον). Αλλ' επειδή και εκεί συνήντησα αντιδράσεις και πειρασμούς πολλούς παρά των ασεβών λατινοφρόνων, έφυγα με σκοπόν να φθάσω εις το Άγιον Όρος. Ενώ, όμως επερνούσα από την Λήμνον, όργανα της εξουσίας με εκράτησαν εις την νήσον αυτήν και με περιόρισαν''. Εις την ιδίαν επιστολήν, ο Μάρκος δίδει και τας ακολούθους οδηγίας προς τον Θεοφάνην:



''Πληροφορούμαι, ότι εχειροτονήθη από τους λατινόφρονας ως Μητροπολίτης Αθηνών ''κοπελύδριον τι του Μονεμβασίας'' και ότι συλλειτουργεί με τους Λατίνους. Ζητώ λοιπόν από την αγιοσύνην σου να συμβουλεύσεις τους ιερείς να αποφεύγουν με κάθε τρόπον την κοινωνίαν με το πρόσωπον αυτό''. Και με την βεβαιότητα, που έδιδεν εις τον Μάρκον η πίστις και η εμμονή του εις το πατροπαράδοτον σέβας, επρόσθετε: ''Γνώριζε, ότι η ψευδοένωσις οσονούπω τη του Θεού χάριτι και δυνάμει διαλυθήσεται''. Ακόμη γνώριζε, ότι το δόγμα των Λατίνων, αντί να επιβληθεί, ανετράπη μάλλον και ''διηλέγχθη'' και παντού χακτηρίζεται και ''στηλιτεύεται ως βλάσφημον και δυσεβές''. Όσοι υπέγραψαν τον ''Όρον'', τώρα δεν τολμούν, ούτε το στόμα των να ανοίξουν δια να τον υπερασπίσουν''. Τέλος, ο Εφέσου εβεβαίωνε τον Θεοφάνην: ''Εγώ ο Μάρκος, ο αμαρτωλός σας λέγω, ότι εκείνος ο οποίος μνημονεύει τον Πάπαν, ως εάν είναι Ορθόδοξος αρχιερεύς είναι ένοχος και όποιος φρονεί τα δόγματα των Λατίνων, θα κατακριθεί με τους Λατίνους και θα θεωρηθεί ''ως παραβάτης της πίστεως''!



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. Απόσπασμα κειμένου εκ του βιβλίου του Νικολάου Π. Βασιλειάδη ''Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ ΚΑΙ Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ'', Αδελφότης Θεολόγων ''Ο Σωτήρ'',  Αθήνα Μάρτιος 1993, σελίδες 171 - 177. 


Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου