ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

ΦΥΓΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ ΤΟΥ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΩΣ ΙΟΝ ΟΦΕΩΣ



ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΙΕ' ΚΑΝΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΔΕΥΤΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ



Κατ' αρχήν ο π. Επιφάνιος δέχεται και προσπαθεί να τον αποδείξει ως κανόνα δυνητικόν. Δηλαδή, εάν διακόψεις το μνημόσυνον καλώς ποιείς, εάν δε όχι, ουχ αμαρτάνεις! Ιδού αδελφέ Νέστωρ τα αποτελέσματα των μεγάλων εισαγωγών, των καπνογόνων επιχειρημάτων, των πόρρω απεχόντων της Ευαγγελικής απλότητος και σαφηνείας. Εν συνεχεία, τον έπαινον του Κανόνος δι' αυτούς που θα αντισταθούν τω αιρετικώ επισκόπω των, τον υποβιβάζει εις ''μη κατάκρισιν'', όπερ αποτελεί το έσχατον της ερμηνευτικής παραποιήσεως εν τη διατριβή του. Συνεχίζων, δέχεται ότι είναι δυνατόν και υποχρέωσιν να καθιεροί ο Κανών και όχι δικαίωμα! Σκέψου π. Νέστωρ τας μεταπτώσεις του π. Νικοδήμου. Αποθαύμασον όμως τώρα, πως μια απλή ψυχή, αθλούσα εν τη ερήμω του Άθωνος ερμηνεύει τα ανωτέρω: ''Εφόσον ο Κανών επαινεί και κρίνει αξίους τιμής τους προ Συνοδικής Διαγνώσεως αποκόπτοντας το μνημόσυνον, είναι πρόδηλον ότι ψέγει και κατηγορεί και επιφορτίζει με ατιμίαν και όνειδος τους μη αποκόπτοντας, αλλά αναμένοντας την Συνοδικήν διαγνώμην. Διότι εις πάσαν υπόθεσιν το εναντίον, πρόδηλον. Επειδή, εάν οι αποκόπτοντες σπουδάζωσι να ελευθερώσωσι την Εκκλησίαν από τα σχίσματα και τους μερισμούς, οι μη αποκόπτοντες δήλον, ότι ποιούσι μερισμούς και σχίσματα. Και αν οι πρώτοι χωρίζονται από λύκου και ψευδεπισκόπου, οι δεύτεροι συντάσσονται μετά λύκου και αιρετικού ψευδεπισκόπου.



Ει δε και απορήσει τινάς, διατι δεν καθορίζει ο Κανών και την τύχην των αναμενόντων την Συνοδικήν διαγνώμην, ευκόλως ενοείται τούτο, όταν ορθώς και ουχί σφαλερώς εξηγηθεί το νόημα του Κανόνος. Διότι, ο Κανών εν προκειμένω, μόνον δια τους αποκόπτοντας ομιλεί και ουχί δια τους μη αποκόπτοντας. Πλείστα δε και άπειρα έχομεν τα παραδείγματα από την Αγίαν Γραφήν εις παρομοίας περιστάσεις. Ούτω, επί παραδείγματι, ακούομεν το αψευδέστατον στόμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να εκφωνεί το ''Μακάριοι οι ειρηνοποιοί ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται''. Εδώ αποσιωπώνται οι ταραχοποιοί, αλλά ουδείς σώας έχων τας φρένας θα φθάσει ποτέ εις τοσαύτην παραπληξίαν, ώστε να υπολάβει ότι και οι ταραχοποοί αν δεν είναι μακάριοι, δεν είναι όμως και άθλιοι. Διότι ο τοιαύτην εξήγησιν προσάγων εκ διαστροφής του νου ή εκ κακής προθέσεως παραλογίζεται...''. Τας κρίσεις σου μεταξύ των δυο ερμηνειών σε αφήνω μόνος σου να τις εξαγάγεις. Σου παραθέτω τώρα και την εν προκειμένω θέσιν του π. Βασιλείου, η οποία τυγχάνει ηλίου διαυγεστέρα. ''Πως τολμάτε να παρουσιάσετε αμέσως ή εμμέσως ως σχισματικούς τους αποξενούντας εαυτούς της των αιρετικών κοινωνίας, την στιγμήν που οι θείοι και ιεροί Κανόνες, ουχί μόνον απαλάσσουν αυτούς πάσης υποψίας σχίσματος, αλλά ομολογούν τους τοιούτους υποστηρικτάς της ενότητος της Εκκλησίας κατέτεμον, αλλά σχισμάτων και μερισμών της Εκκλησίας εσπούδασαν ρύσασθαι''. Δια ποιους τα λέγει αυτά ο Κανών πάτερ; Γι' αυτούς που χωρίζουν τας ευθύνας τους, ή γι' αυτούς, όπως θέλετε εσείς, κάνουν ''στραβά'' μάτια και κοινωνούν με τους αιρετικούς, δια να μη γίνει σχίσμα; Που το βρήκατε γραμμένο να δικολαβείτε, ότι ο Κανών είναι δυνητικός και όχι υποχρεωτικός; Τι θα πει δυνητικός; Μήπως τάχα και ο Κανών λέγει πουθενά, αν ένας επίσκοπος πέσει σε αίρεση, όσοι θέλουν ας τον μνημονεύουν και όσοι θέλουν, ας χωρισθούν από την κοινωνίαν του; Το να χωριζόμεθα από τους αιρετικούς είναι λοιπόν δυνητικόν και ουχί υποχρεωτικόν; Να μας αποδείξητε ότι ο Αθηναγόρας δεν εκήρυξε ''αιρέσεις κατεγνωσμένας υπό των Συνόδων και υπό των Πατέρων'', ότι δεν εκήρυξε γυμνή τη κεφαλή εν μέσω της Εκκλησίας και τότε μόνον να μας πείτε, ότι είμεθα σχισματικοί, εάν χωρισθούμε από την κοινωνίαν του. Εάν, όμως δεν μπορείτε να αρνηθείτε την τραγικήν πραγματικότητα ότι ο κ. Αθηναγόρας είναι αιρετικός, τότε, πως τολμάτε και τίνι δικαιώματι και ποιος σας εξουσιοδότησε και δυνάμει ποιας παραδόσεως και ποιας πατερικής διδασκαλίας και δυνάμει τίνος κανόνος εμποδίζετε και θεωρείτε σχισματικούς εκείνους, οίτινες χωρίζουν εαυτούς της των αιρετικών κοινωνίας; Όχι πάτερ, τα πράγματα δεν έχουν, όπως τα παρουσιάζετε. Ο ΙΕ' Κανών της Πρωτοδευτέρας δεν είναι δυνητικός, αλλά είναι όλος δι' όλου υποχρεωτικός. Ο χωρισμός εκ των αιρετικών ουδέποτε είναι δυνητική πράξις... Ο Κανών απλώς κάνει αντιδιαστολήν μεταξύ των δυο περιπτώσεων χωρισμού από της τον πρόεδρον κοινωνίας και λέγει, ότι εάν μεν δια προσωπικόν αμάρτημα χωρισθώμεν απ' αυτού προ συνοδικής διαγνώσεως είμαστε σχισματικοί (''σχίσμα ποιήσει''), ενώ εάν δια περίπτωσιν γνωστής αιρέσεως χωρισθούμε, δεν είμαστε σχισματικοί (''ου σχίσματι την ένωσιν της εκκλησίας κατέτεμον''). Από αυτού όμως του σημείου μέχρι του να λέγομεν, ότι τάχα ο Κανών επαφίει εις την κρίσιν μας, το εάν πρέπει να χωρισθούμε ή όχι απο τους αιρετικούς και να βαπτίζομεν τον Κανόνα ως δυνητικόν, η απόστασις τυγχάνει αστρονομική. Τουναντίον, ο Κανών σαφέστατα διδάσκει πότε ο χωρισμός αποτελεί σχίσμα και πότε δεν αποτελεί. Πότε δυνάμεθα και πότε δεν δυνάμεθα. Όταν, όμως δυνάμεθα, δεν σημαίνει, ότι τάχα δεν είμαστε υποχρεωμένοι, αλλά τουναντίον η δυνατότης αναφύει την ηθικήν υποχρέωσιν. Ο Αθηναγόρας είναι αιρετικός και ως τοιούτον τον κατατάσσομεν μεταξύ των προγενεστέρων πατριαρχών της Κωνσταντινουπόλεως. Τις λοιπόν προξενεί το σχίσμα, αυτός ή εμείς; Τίνες τυγχάνουσι σχισματικοί, οι τούτου χωριζόμενοι, ή οι τούτω κοινωνούντες; Εν συνεχεία ο π. Επιφάνιος προσθέτει τα εξής: ''Ο παύων το μνημόσυνον του οικείου επισκόπου κληρικός, αρκείται εις τούτο, αποφεύγει να μνημονεύσει ετέρου και αναμένει εν ηρεμία συνειδήσεως την κρίσιν Συνόδου'', ενώ προηγουμένως τόνιζε ότι: ''Εφόσον η Εκκλησία δεν προέβη εις καθαίρεσιν αυτών, ημείς δεν πρέπει να αποκηρύξομεν αυτούς και να παύσομεν το μνημόσυνον αυτών'', νυν, πιεσθείς από την διαυγή σαφήνειαν του κανόνος ηναγκάθη να τον ερμηνεύσει, πλην μόνον ερμηνεύσει, ουχί δε και να προτρέψει την εφαρμογήν του δειλιάσας (;) δια τας συνεπείας της προτροπής, η οποία θα αναιρούσε την θέσιν του επί του προκειμένου, την διατρέχουσαν άπασαν την διατριβήν. Και δια να αληθεύομεν περισσότερον, και η νέα του αύτη ''ερμηνευτική'' έχει καταποθεί από το πέλαγος των παραπετασμάτων και το επαναλαμβανόμενον σύνθημα: Δεν πρέπει να παύομεν το μνημόσυνον αυτών, δι' όσους η Εκκλησία εφαρμόζει οικονομία και δεν έχει καθαιρέσει. (Το αν ο π. Νικόδημος ενταχθεί στους Γ.Ο.Χ. ή όχι, τούτο είναι θέμα καθαρώς εκλογής, λόγω των ''οικουμενικών'' ημερών μας, δεδομένου ότι οι Γ.Ο.Χ. δεν αποτελούν παρασυναγωγήν, ως διατείνονται τινες, αλλά την συνέχειαν της ακαινοτομήτου Ελλαδικής Εκκλησίας). Και συνεχίζομεν με την εξήν πρότασιν του π. Επιφανίου: ''Εφόσον όμως η Εκκλησία δεν προέβη εις καθαίρεσιν αυτών, ημείς δεν πρέπει να αποκηρύξομεν αυτούς και να παύσομεν το μνημόσυνον αυτών''. Κατ' αρχήν, η διακοπή μνημοσύνου αποτελεί έμμεσον αποκήρυξιν π. Νέστωρ, διότι είναι φανερόν ότι αποκήρυξιν ενεργόν και άμεσον μόνον μια Σύνοδος δύναται να εκτελέσει. Αλλά το θαυμαστόν είναι ότι, όχι μόνον προ Συνοδικής διαγνώμης, ως θα σου αποδείξομεν τα παραδείγματα, αλλά και μετά από Συνοδικήν διαγνώμην αθωωτική του δράστου, επιτρέπεται ν' αντιδράσει τις, όταν πληροφορηθεί και βεβαιωθεί, ότι καπηλεύουν την αλήθειαν οι αθωώσαντες τον ένοχον Συνοδικοί! Ιδού, τι γράφει ο άγιος Νικόδημος: ''Και εν τη καθ' ημάς γαρ Ιεραρχία, του Ιερέως και Ιεράρχου ατακτούντος και κακώς φρονούντων, και διάκονος και Μοναχός ευτακτούντες και ορθώς φρονούντες δύνανται νουθετήσαι και ευτακτήσαι αυτούς, καθώς τα παραδείγματα εισί πάμπολλα''. Ο γνωστός επίσης Σέρβος Κανονολόγος Επίσκοπος Νικόδημος Μίλας, αναφερόμενος δι' ειδικής μελέτης Του εις τον ΙΕ' Κανόνα της ΑΒ Συνόδου, γράφει τα εξής χαρακτηριστικά, χωρίς τας διαστροφικάς προσπαθείας του π. Επιφανίου. ''Εάν όμως επίσκοπος τις ή Μητροπολίτης ή Πατριάρχης άρξηται να διακηρύττει δημοσία επ' εκκλησίας αιρετικήν τίνα διδαχήν, αντικειμένην προς την Ορθοδοξίαν, τότε οι προαναφερθέντες κέκτηνται δικαίωμα άμα και υποχρέωσιν να αποτειχισθώσι πάραυτα του επισκόπου, Μητροπολίτου και Πατριάρχου εκείνου, διο ου μόνον εις ουδεμίαν θέλουσι υποβληθεί κανονικήν ποινήν, αλλά θέλουσι και επαινεθεί εισέτι, καθ' όσον δια τούτου δεν κατέκριναν και δεν επαναστάτησαν εναντίον ψευδεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων, ούτε και εγκατέστησαν τοιουτοτρόπως σχίσμα εν τη Εκκλησία, αλλ' αντιθέτως απήλλαξαν την Εκκλησίαν, εν όσω ηδυνήθησαν (μέτρω) του σχίσματος και της διαιρέσεως'' (Pravila Pravoslavne CrKve s tumacenzima, Οι Κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας μεθ' ερμηνείας, ΙΙ, Novi sad 189, σσ. 290 - 1). Εν συνεχεία σου παραθέτω, τι συμβουλεύει επί των ανωτέρω και ο Μ. Αθανάσιος, ο πρωταγωνιστής ούτος της πίστεως και ευσεβείας. ''Βαδίζοντες την απλανή και ζωηφόρον οδόν, οφθαλμόν μεν εκκόψωμεν σκανδαλίζοντα, μη τον αισθητόν, αλλά τον νοητόν. Οίον εάν ο Επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας κακώς αναστρέφωνται, χρη αυτούς εκβάλλεσθαι. Συμφέρον γαρ εστιν άνευ αυτών συναθροίζεσθαι εις ευκτήριον οίκον, ή μετ’αυτούς εμβληθήναι, ως μετά Άννα και Καϊάφα εις την γέενναν του πυρός...''. (Μ. P. G. 35, 22). Στο τέλος της παρούσης, θα ίδεις εν μια θαυμασία όντως επιστολή του αγίου Κυρίλλου όλας τας ανωτέρω θέσεις εις την πράξιν.


 

Αλλά πριν αναγνώσομεν το υπέροχον αυτής κείμενον, σου αναφέρω της ιδίας εποχής και επί του ιδίου αιρετικού Νεστορίου, γεγονός το οποίον τα μέγιστα θα πληροφορήσει την αγάπην σου. ''Αναφορά Βασιλείου διακόνου και Αρχιμανδρίτου και Θαλασσίου Αναγνώστου και μονάζοντος και λοιπών χριστιανών Μοναχών''... προς τους Βασιλείς Θεοδόσιον και Ουαλεντινιανόν κατά του αιρεσιάρχου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου κηρύσσοντος την κατά της Θεοτόκου βδελυράν αυτού αίρεσιν. ''... Τούτου ένεκα, γράφει ο αρχιμανδρίτης, ''του αληθούς δόγματος του εν τη αγιωτάτη Εκκλησία ακριβώς κηρυττομένου και του αιρετικού Παύλου (Σαμοσατέως) δικαίως εξωσθέντος, εγένοντο σχίσματα λαών, ακαταστασίαι ιερέων, ταραχή ποιμένων. όθεν και νυν κατά πρόσωπον του εγχειρισθέντος τον της επισκοπής θρόνον Νεστορίου, ει δει ειπείν επίσκοπον, εν τω Συνεδρίω πολλάκις τινες των ευλαβεστάτων πρεσβυτέρων ήλεγξαν και δια την απείθειαν αυτού, το μη λέγειν Θεοτόκον την αγίαν Παρθένον, και Θεό όντα φύσιν αληθινόν τον Χριστόν, της αυτού κοινωνίας εαυτούς εξέβαλον και κατέχουσι έως άρτι. τινές δε λάθρα ομοίως της αυτού κοινωνίας στέλλονται''. ''...Άλλοι δε των ευλαβεστάτων πρεσβυτέρων, δια το λεγόμενον, εν τη αγία ταύτη Εκκλησία, Ειρήνη τη παραθαλασσία, και του ανανεωθέντος δόγματος, του λέγειν εκωλύθησαν. Όθεν εβόα ο λαός ζητών της Ορθοδοξίας συνήθη διδασκαλίαν, λέγων: Βασιλέα έχομεν, Επίσκοπον ουκ έχομεν...''. (Πρακτικά Συνόδων, Τόμος Α', σ. 462). Αναρίθμητα τυγχάνουν αδελφέ μου, τα παράλληλα γεγονότα της Ιστορίας και αι γνώμαι των αγίων Πατέρων. Ο ανωτέρω αναφερθείς Μ. Φώτιος γράφει σχετικώς: ''Αιρετικός εστίν ο ποιμήν; λύκος εστίν. φεύγειν εξ αυτού και αποπηδάν δεήσει μην απατηθήναι προσέλθειν καν ήμερον αυτού παρισαίνειν δοκεί, φύγε την κοινωνίαν και την προς αυτόν ομιλίαν ως ιόν όφεως''.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. Απόσπασμα εκ του βιβλίου του μακαριστού Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου ''ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟΝ'', σελίδες 49 - 56, Αθήνα 1990.


Μακαριστός Ιερομόναχος π. Θεοδώρητος Μαύρος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου