ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΑΓΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ



Ἱερὰ Ἀκολουθία τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Χρυσοστόμου, 


τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἱεράρχου καὶ Πρωθιεράρχου τῆς Ἐκκλησίας 


τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἐν Ἑλλάδι 


(† 7.9.1955 ἐκ. ἡμ.) 


Ψαλλομένη τῇ 7ῃ Σεπτεμβρίου



Ἐν τῷ Μεγάλῳ Ἑσπερινῷ. Μετὰ τὸν Προοιμιακὸν καὶ τὴν α΄ Στάσιν τοῦ Καθίσματος Α’ τοῦ Ψαλτηρίου, ἤτοι τὸ Μακάριος ἀνήρ, εἰς τὸ Κύριε ἐκέκραξα, ἱστῶμεν Στίχους Ϛ΄ καὶ ψάλλομεν Στιχηρὰ Προσόμοια Προεόρτια τῆς Θεοτόκου τρία καὶ τοῦἹεράρχου τρία. Τῆς Θεοτόκου. Ἦχος α΄. Τῶν οὐρανίων. Τῆς παγκοσμίου τῷ κόσμῳ, χαρᾶς ἀνέτειλαν, αἱ νοηταὶ ἀκτῖνες, προμηνύουσαι πᾶσι, τὸν ἥλιον τῆς δόξης, Χριστὸν τὸν Θεόν, ἐν τῇ Γεννήσει Σου Ἄχραντε· Σὺ γὰρ μεσῖτις ἐδείχθης τῆς ἀληθοῦς, εὐφροσύνης τε καὶ χάριτος. Ἡ προεόρτιος αὕτη, δόξα Σου ῎Αχραντε, προκαταγγέλλει πᾶσι, τὰς τῆς Σῆς εὐμενείας, λαοῖς εὐεργεσίας· Σὺ γὰρ τῆς νῦν, εὐφροσύνης ἡ πρόξενος, καὶ τῆς μελλούσης αἰτία χαρᾶς ἡμῖν, καὶ τρυφῆς θείας ἀπόλαυσις. Ἡ θεοχώρητος Κόρη, καὶ Θεοτόκος ἁγνή, τῶν Προφητῶν τὸ κλέος, τοῦ Δαυῒδ ἡ θυγάτηρ, σήμερον γεννᾶται ἐξ Ἰωακείμ, καὶ τῆς Ἄννης τῆς σώφρονος, καὶ τοῦ Ἀδάμ τὴν κατάραν τὴν εἰς ἡμᾶς, ἀνατρέπει ἐν τῷ τόκῳ Αὐτῆς. Τοῦ Ἱεράρχου. Ἦχος δ΄. Ὡς γενναῖον ἐν Μάρτυσιν. Φωτοφόρος ἡ Μνήμη Σου, Ἱεράρχα Χρυσόστομε, τοὺς Πιστοὺς συνήγαγε, εἰς Πανήγυριν· ὅτι ἐσχάτοις ἐν ἔτεσι, γενναίως ἐτήρησας, Ἐκκλησίας Διδαχήν, καὶ Πατέρων Θεσπίσματα, καὶ ἐστήριξας, Ἐν τῷ Μεγάλῳ Ἑσπερινῷ Μετὰ τὸν Προοιμιακὸν καὶ τὴν α΄ Στάσιν τοῦ Καθίσματος Α’ τοῦ Ψαλτηρίου, ἤτοι τὸ Μακάριος ἀνήρ, εἰς τὸ Κύριε ἐκέκραξα, ἱστῶμεν Στίχους Ϛ΄ καὶ ψάλλομεν Στιχηρὰ Προσόμοια Προεόρτια τῆς Θεοτόκου τρία καὶ τοῦ Ἱεράρχου τρία. Ορθοδόξους στεῤῥᾷ Ὁμολογίᾳ, διωχθεὶς δὲ πολυτρόπως, νῦν ἀπολαύεις τῶν κόπων Σου. Καινοτόμους κατέπληξας, Ἱεράρχα Χρυσόστομε, καὶ Πιστῶν κατηύφρανας τὴν Ὁμήγυριν, Ὁμολογίας Κηρύγματι, λαμπροῖς δὲ συγγράμμασιν, Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, διεφύλαξας Ἄμωμον, καὶ διέλυσας, τὴν ἀχλὺν διδαγμάτων ἀλλοτρίων, καὶ στεφάνων ἠξιώθης, τῶν ἀμαράντων Θεόσοφε. Ἐκκλησίαν ὡράϊσας, Ἱεράρχα Χρυσόστομε, τοῖς φαιδροῖς ἀγῶσί Σου, καὶ ἀνέτρεψας, τῶν Καινοτόμων τὸ ὅρμημα, καὶ Ποίμνην ἐφύλαξας, Ὀρθοδόξων ἀβλαβῆ, καὶ τὴν Πίστιν ἀκήρατον· νῦν δὲ ἅπαντας, τοὺς ζηλοῦντας ἐν πόθῳ θεαρέστῳ, καθοδήγει εἰς τὴν τρίβον, Ὁμολογίας θεόφρονος. Δόξα. Ἦχος δ΄. Τοῦ Ἱεράρχου. Τὸν Κήρυκα τῆς Πίστεως, Ἱεράρχην σοφόν τε καὶ κλεινόν, Ὀρθοδόξων τὰ πλήθη τῶν εὐ- σεβῶν, συνδραμόντα ἐν πόθῳ χαρμονικῶς ἀνυμνήσωμεν· Οὗτος γὰρ διέῤῥηξε, τῶν Καινοτόμων τὸ δόγμα δυνάμει Χριστοῦ. Χρυσόστομε παναοίδιμε, πρόφθασον ταῖς Σαῖς λιταῖς, στηρίζων τὰ τέκνα Σου, ἐν τῇ Πίστει τῶν Πατέρων καὶ τῶν Ἀποστόλων, καὶ εἰρήνην δωρούμενος πᾶσι τὴν ἄνωθεν. Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός. Προεόρτιον. Τὴν πάνσεπτόν Σου Γέννησιν, Παναγία Παρθένε ἁγνή, τῶν Ἀγγέλων τὰ πλήθη ἐν οὐρανῷ, καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος ἐπὶ τῆς γῆς μακαρίζομεν· ὅτι Μήτηρ γέγονας, τοῦ Ποιητοῦ τῶν ἁπάντων Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸν ἱκετεύουσα ὑπὲρ ἡμῶν μὴ παύσῃ δεόμεθα, τῶν εἰς Σὲ μετὰ Θεὸν τὰς ἐλπίδας θεμένων, Θεοτόκε πανύμνητε καὶ ἀπειρόγαμε. Εἴσοδος. Φῶς ἱλαρόν. Τὸ Προκείμενον τῆς ἡμέρας. Τὰ Ἀναγνώσματα. Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα. Δικαίων ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος. Ἔδοξαν ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι, καὶ ἐλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν, Καὶ ἡ ἀφ᾿ ἡμῶν πορεία σύντριμμα, οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ. γ΄ 1-9. 3 Καὶ γὰρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθῶσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης· Καὶ ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται, ὅτι ὁ Θεὸς ἐπείρασεν αὐτοὺς καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους Ἑαυτοῦ· Ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτοὺς καὶ ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὐτούς. Καὶ ἐν καιρῷ ἐπισκοπῆς αὐτῶν ἀναλάμψουσι καὶ ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται· Κρινοῦσιν ἔθνη καὶ κρατήσουσι λαῶν, καὶ βασιλεύσει αὐτῶν Κύριος εἰς τοὺς αἰῶνας. Οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ Αὐτῷ συνήσουσιν ἀλήθειαν, καὶ οἱ πιστοὶ ἐν ἀγάπῃ προσμενοῦσιν Αὐτῷ, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις Αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς Αὐτοῦ. Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα. Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ Ὑψίστῳ. Διὰ τοῦτο λήψονται τὸ βασίλειον τῆς εὐπρεπείας καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρὸς Κυρίου, ὅτι τῇ δεξιᾷ σκεπάσει αὐτοὺς καὶ τῷ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν. Λήψεται πανοπλίαν τὸν ζῆλον Αὐτοῦ καὶ ὁπλοποιήσει τὴν κτίσιν εἰς ἄμυναν ἐχθρῶν. Ἐνδύσεται θώρακα δικαιοσύνην καὶ περιθήσεται κόρυθα κρίσιν ἀνυπόκριτον· Λήψεται ἀσπίδα ἀκαταμάχητον ὁσιότητα· Ὀξυνεῖ δὲ ἀπότομον ὀργὴν εἰς ρομφαίαν, συνεκπολεμήσει δὲ Αὐτῷ ὁ κόσμος ἐπὶ τοὺς παράφρονας. Πορεύσονται εὔστοχοι βολίδες ἀστραπῶν καὶ ὡς ἀπὸ εὐκύκλου τόξου τῶν νεφῶν ἐπί σκοπὸν ἁλοῦνται· Καὶ ἐκ πετροβόλου θυμοῦ πλήρεις ριφήσονται χάλαζαι. Ἀγανακτήσει κατ᾿ αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης, ποταμοὶ δὲ συγ- κλύσουσιν ἀποτόμως. Ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως καὶ ὡς λαῖλαψ ἐκλικμήσει αὐτούς. Καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία, καὶ ἡ κακοπραγία ε΄ 15-23, Ϛ΄ 1-3. Ἦχος α΄. Τὸν Ἱεράρχην Πιστοί, δεῦτε καὶ τιμήσωμεν, ἐν ὕμνοις εὐσεβῶς· σήμερον χαρὰν οἱ χοροὶ ἐνδυσάσθωσαν, καὶ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας ὑψούσθωσαν· χαίρουσα ὑμνείτω πληθύς, τὸν νέον Χρυσόστομον, στεῤῥῶς ἀθλήσαντα· διὸ θείῳ καὶ ἡμεῖς ζήλῳ ζηλοῦντες ὑψώσωμεν περιτρέψει θρόνους δυναστῶν. Ἀκούσατε οὖν, βασιλεῖς, καὶ σύνετε· μάθετε, δικασταὶ περάτων γῆς· Ἐνωτίσασθε οἱ κρατοῦντες πλήθους καὶ γεγαυρωμένοι ἐπὶ ὄχλοις ἐθνῶν· Ὅτι ἐδόθη παρὰ τοῦ Κυρίου ἡ κράτησις ὑμῖν καὶ ἡ δυναστεία παρὰ Ὑψίστου, Ὃς ἐξετάσει ὑμῖν τὰ ἔργα καὶ τὰς βουλὰς διερευνήσει. Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα. Δίκαιος ἐὰν φθάσῃ τελευτῆσαι, ἐν ἀναπαύσει ἔσται· Γῆρας γὰρ τίμιον οὐ τὸ πολυχρόνιον οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται· Πολιὰ δέ ἐστι φρόνησις ἀνθρώποις καὶ ἡλικία γήρως βίος ἀκηλίδωτος. Εὐάρεστος τῷ Θεῷ γενόμενος ἠγαπήθη καὶ ζῶν μεταξὺ ἁμαρτωλῶν μετετέθη· Ἡρπάγη, μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ ἢ δόλος ἀπατήσῃ ψυχὴν αὐτοῦ· Βασκανία γὰρ φαυλότητος ἀμαυροῖ τὰ καλά, καὶ ρεμβασμὸς ἐπιθυμίας μεταλλεύει νοῦν ἄκακον. Τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς· Ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ· διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ἐκ μέσου πονηρίας. Οἱ δὲ λαοὶ ἰδόντες καὶ μὴ νοήσαντες, μηδὲ θέντες ἐπὶ διανοίᾳ τὸ τοιοῦτον, Ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς Αὐτοῦ καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ὁσίοις Αὐτοῦ. Εἰς τὴν Λιτήν. Στιχηρὰ Ἰδιόμελα. δ΄ 7-15. Αὐτόν· Πάτερ θεολόγε σοφέ, μὴ ἐλλίπῃς στηρίζων, οὓς Θεῷ προσέφερες, Ὁμολογίᾳ Σου, διδοὺς ἡμῖν ἔλεος. Ἦχος β΄. Σύμπασα ἡ πληθύς, ἐν χαρμονῇ τιμᾷ τὸν Ἱεράρχην, ᾄσματα ποικίλα ἐξᾴδουσα, ἀθλοφόρον ὑμνοῦσα· Καινοτόμων ἐπιβουλαὶ ἐλαύνονται, καὶ ἐν γῇ καὶ οὐρανῷ χαρὰ γίνεται· ἡ Μάδυτος χαίρει προσφέρουσα, Ποιμενάρχην τὸν θεῖον Χρυ- σόστομον· Γνησίας δὲ Ἐκκλησίας τὰ τέκνα, δόξῃ καὶ τιμῇ εὐσεβῶς, ἐν ᾠδαῖς θεοπρεπέσι, τὴν Τριάδα ὑμνοῦσιν. Ἦχος πλ β΄. Δῶμεν Ἱεράρχῃ κλεινῷ, τῶν εὐσεβῶν αἱ χορεῖαι, στέφανον χάριτος μελωδικῶς, προσκυνοῦντες τῶν Λειψάνων Αὐτοῦ τὴν Θήκην · ᾄσωμεν δὲ ᾄσματα πάντες τῷ Θεῷ, πατερικῶς θε- ολογοῦντες· Μίαν Ἐκκλησίαν Θεοῦ, Ὀρθοδόξων καὶ Μόνην, καὶ ἐν Μόνῃ σωτηρία. Δόξα. Ἦχος πλ. δ΄. Τοῦ Ἱεράρχου. Εὐφραίνεται ὁ χορός, ὁ τῶν Πατέρων σήμερον· Φῶς γὰρ τῆς Πίστεως, διὰ Σοῦ αὐγάζει ἅπαντας, πλάνης ὦ Χρυ- σόστομε ὀλοθρευτά, στήριγμα δογμάτων τε τῶν Πατρικῶν· Μίαν Ἐκκλησίαν, διεκήρυξας Μόνην, τὴν Ὀρθόδοξον· τῆς Δύσεως αἱρέσεις, ὡς ἐκτὸς Ἀληθείας ἐδογμάτισας, Πίστιν Ὀρθὴν τοῦ Συμβόλου διακρατήσας. Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός. Προεόρτιον. Ἐν εὐσήμῳ ἡμέρᾳ ἑορτῆς ἡμῶν σαλπίσωμεν, πνευματικῇ κιθάρᾳ· ἡ γὰρ ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, σήμερον τίκτεται, ἡ Μήτηρ τῆς ζωῆς τὸ σκότος λύου- σα· τοῦ Ἀδὰμ ἡ ἀνάπλασις, καὶ τῆς Εὔας ἡ ἀνάκλησις, τῆς ἀφθαρσίας ἡ πηγή, καὶ τῆς φθορᾶς ἀπαλλαγή, δι᾿ ἧς ἡμεῖς ἐθεώθημεν, καὶ τοῦ θανάτου ἐλυτρώθημεν· καὶ βοήσωμεν Αὐτῇ σὺν τῷ Γαβριὴλ οἱ πιστοί· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ Σοῦ, διὰ Σοῦ, χαριζόμενος ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος. Εἰς τὸν Στίχον Ἱστῶμεν Στίχους γ΄ καὶ ψάλλομεν Στιχηρὰ Προσόμοια τοῦ Ἱεράρχου. Ἦχος πλ. δ΄. Τί ὑμᾶς καλέσωμεν Ἅγιοι. Πῶς Σε νῦν τιμήσωμεν Ἅγιε; υἱϊκῶς, Σὺ γὰρ Πατὴρ ἐν Γνη- σιότητι Πιστῶν· φωτεινῶς, ὅτι τὸ σκότος Σὺ διέλυσας πλανῶν· ἐν μύροις, τοῖς ἀγῶσιν εὐωδίασας· ἐν ὕμνοις, χαρμοσύνης ἡμᾶς ἔπλησας· πολλά Σου γὰρ τὰ Ἐγκώμια, τῆς νήσου Ἴμβρου τὸ καύχημα, Χρυσόστομε, Ἐκκλησίας τὸ ἑδραίωμα. Στίχ α΄. Τὸ στόμα μου λαλήσει σοφίαν, καὶ ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου σύνεσιν. Tί Σε νῦν καλέσω χρυσώνυμε; Εὐκλεῆ, ὅτι δικαίως Σὲ ἐδόξασε Χριστός· Ὁδηγόν, ὅτι ἐμφρόνως καθωδήγησας Πιστούς· Ποιμένα, τὴν φωνήν Σου ἐγνωρίσαμεν· Πατέρα, τὴν γὰρ Ποίμνην Σου ἐτείχισας· πολλαὶ αἱ κλήσεις Σου Ἅγιε, οἱ στέφανοι ἀναρίθμητοι, Χρυσόστομε, Ὀρθοδόξων τὸ κραταίωμα. Στίχ β΄. Οἱ Ἱερεῖς Σου, Κύριε, ἐνδύσονται δικαιοσύνην, καὶ οἱ Ὅσιοί Σου ἀγαλλιάσονται. Ποίοις Σε στολίσωμεν ἄνθεσι; Νικητής, ἀναδειχθεὶς Καινοτόμων σθεναρός· Συγγραφεύς, κατατροπώσας κραταιῶς συγκρητιστάς· Πατέρων, τὰ Θεσπίσματα ἐτήρησας· τὸ Νέον, Καλανδάριον ἀνήρεσας· ζηλῶν ἐζήλωσας δώματα, καὶ ἄνθη τὰ αἰωνίζοντα, Χρυσόστομε, τῶν Γνησίων ἐγκαλλώπισμα.  Δόξα. Ἦχος δ΄. Τοῦ Ἱεράρχου. Τὸν Ποιμένα τὸν Καλόν, Ὁμολογίας ἀστέρα φαεινόν, τὸν ἀποσταλέντα ἐσχάτως, τῆς Τριάδος εὐδοκίᾳ· καὶ καταβαλόντα ὀχυρώματα, Σταυροῦ φωτὶ πλάνης τὰ σκότια, τρανῶς δὲ ἀνακηρύξαντα, τῶν Πατέρων Θεσπίσματα. Αὐτὸν τῶν Ὀρθοδόξων ἡ πληθὺς νῦν τιμᾷ, θαυμάσιον Χρυσόστομον ᾄδουσα, θείαις ᾠδαῖς Χριστὸν δὲ μεγαλύνουσα. Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός. Προεόρτιον. Ἡ παγκόσμιος χαρά, ἐκ τῶν δικαίων ἀνέτειλεν ἡμῖν, ἐξ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης, ἡ πανύμνητος Παρθένος· ἥτις δι᾿ ὑπερβολὴν καθαρότητος, ναὸς Θεοῦ ἔμψυχος γίνεται, καὶ μόνη κατὰ ἀλήθειαν, Θεοτόκος γνωρίζεται. Αὐτῆς ταῖς ἱκεσίαις Χριστὲ ὁ Θεός, τῷ κόσμῳ τὴν εἰρήνην κατάπεμψον, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος. Ἀπολυτίκια. Ψάλλομεν τοῦ Ἱεράρχου καὶ τῆς Θεοτόκου. Τοῦ Ἱεράρχου. Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε. Γενναίῳ φρονήματι, καὶ θεολόγῳ φωνῇ, κατέβαλες φρύαγμα τῶν Καινοτόμων Σοφέ, καὶ ἤθλησας ἄριστα· κλέος Ἀρχιερέων, ὦ Χρυσόστομε ὤφθης, Πίστιν τῶν Ὀρθοδόξων, στερεώσας ἐσχάτως, ἀμέμπτῳ Ὁμολογία, βίῳ θεόφρονι. Εἰς τὸν Ὄρθρον Καθίσματα. Ψάλλομεν τοῦ Ἱεράρχου καὶ τῆς Θεοτόκου. Μετὰ τὴν Στιχολογίαν α΄. Τοῦ Ἱεράρχου. Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος. Τοῦ νέου Χρυσοστόμου χοροὶ τῶν Ὀρθοδόξων, ἐν χαρμονικαῖς μελωδίαις, τιμήσωμεν τὴν Μνήμην, ἐνθέως σαλπίζοντες Πιστοί, κυκλοῦντες δὲ τὰ Λείψανα Αὐτοῦ· Καινοτόμους τὸν αἰσχύναντα κραταιῶς, Θεσπίσμασι τῶν Πατέρων· Μίαν τὴν Ἐκκλησίαν εὐσεβῶς, Μόνην διακηρύξαντα, ῥήσεις δὲ πεπλανημένας γνησίως ὀλέσαντα. Δόξα. Καὶ νῦν. Προεόρτιον. Ὅμοιον. Τεχθεῖσα παραδόξως, στειρω- τικῶν ἐξ ὠδίνων, παρθενικῶν ἐκ λαγόνων, ἐκύησας ὑπὲρ φύσιν· ὡραῖος φανεῖσα γὰρ βλαστός, ἐξήνθησας τῷ κόσμῳ τὴν ζωήν· διὰ τοῦτο αἱ Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν, βοῶσί Σοι Θεοτόκε· Δόξα τῇ νῦν προόδῳ Σου σεμνή· δόξα τῇ παρθενίᾳ Σου· δόξα τῇ κυοφορίᾳ Σου, μόνη Πανάχραντε. Μετὰ τὴν Στιχολογίαν β΄. Τοῦ Ἱεράρχου. Ἦχος πλ. α΄. Τὸν Συνάναρχον Λόγον. Ἱεράρχην τὸν θεῖον ἐγκωμιά- σωμεν, Ὁμολογίας τὸν στῦλον καὶ θεολόγον κλεινόν, τὸν ἐν ἤθεσι λαμπροῖς διαβιώσαντα· τῶν Καινοτόμων τὴν ἀχλύν, ὀρθοδόξῳ τῇ φωνῇ, ἐλάσαντα θεοφρόνως· Χρυσόστομον τὸν ἐκ Μαδύτου, Πελαγονίας τὸν Φωστῆρα λαμπρόν. Δόξα. Καὶ νῦν. Προεόρτιον. Ὅμοιον. Τὰ οὐράνια πάντα νῦν ἐπαγάλλονται, τῶν ἀνθρώπων τὸ γένος συνεορτάζει αὐτοῖς, καὶ οἱ Προφῆται μυστικῶς συνευ- φραίνονται· Ἣν γὰρ προεῖδον τυπικῶς, ἐν ταῖς ἀρχαίαις γενεαῖς, βάτον καὶ στάμνον καὶ ῥάβδον, νεφέλην πύλην καὶ καὶ καινουργεῖται· συγχαίρει τε ὁμοῦ, ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ. Αἰνέσατε Αὐτὴν αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν. Ἰωακεὶμ εὐφραίνεται, καὶ Ἄννα πανηγυρίζει κραυγάζουσα· Ἡ στεῖρα τίκτει, τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν. Δόξα. Καὶ νῦν. Προεόρτιον. Ὁ αὐτός. Κατεπλάγη Ἰωσήφ. Ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἐξ ὀσφύος τοῦ Δαυΐδ, ἡ θεόπαις Μαριάμ, τίκτεται σήμερον ἡ- μῖν· διὸ καὶ χαίρει ἡ σύμπασα θρόνον, καὶ μέγα ὄρος, γεννᾶται σήμερον. Μετὰ τὸν Πολυέλεον. Τοῦ Ἱεράρχου. Ἦχος πλ. δ΄. Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς. Τὸν θεαυγῆ ζηλωτὴν ὀρθῶν δογμάτων, Ὀρθοδοξίας τὸν Φωστῆρα καὶ Ποιμένα, τὸν Χρυ- σόστομον πάντες ἀνευφημοῦμεν· τὸ τεῖχος τῆς Ἐκκλησίας τὸ ἀῤῥαγές, τὸν πύργον Ὀρθοδοξίας τὸν ἀκλινῆ, Οὗ οἱ λόγοι διέῤῥηξαν, ῥημάτων σκότους ἱστόν· βοήσωμεν οὖν ἅπαντες, χαῖρε Ἴμβρου καλλώπισμα. Δόξα. Καὶ νῦν. Προεόρτιον. Ὅμοιον. Ἀνανεώθητι Ἀδάμ, ἀγάλλου Εὔα· ἀνακαινίσθητι Δαβίδ, εὐφραίνου Ἄννα· ἡ γὰρ Μήτηρ τοῦ Κτίστου Σου, τίκτεται παραδόξως· χορεύει καινιζομένη πᾶσα ἡ γῆ, καὶ χαίρει στολιζομένη νέαν στολήν· πᾶσα γλῶσσα χορεύουσα, βοάτω νῦν τῇ Μαριάμ, μακάριος ὁ οἶκος Δαβίδ· ὅτι τρέφει τὴν τροφὸν τῆς Ζωῆς. Τάξις Εὐαγγελίου τοῦ Ὄρθρου. Οἱ Ἀναβαθμοί. Τὸ α΄ Ἀντίφωνον τοῦ δ΄ ἤχου. Προκείμενον. Ἦχος δ΄. Οἱ ἱερεῖς Σου, Κύριε, ἐνδύσονται δικαιοσύνην, καὶ οἱ ὅσιοί Σου ἀγαλλιάσονται. (δὶς) Στίχ. Στόμα δικαίου ἀποστάζει σοφίαν, χείλη δὲ ἀνδρῶν ἐπίστανται χάριτας. Οἱ ἱερεῖς Σου, Κύριε, ἐνδύσονται δικαιοσύνην, καὶ οἱ ὅσιοί Σου ἀγαλλιάσονται. Τὸ Πᾶσα πνοή. Εὐαγγέλιον. Βλέπε Ἰανουαρίου Λ΄, τὸ τοῦ Ὄρθρου, Ἰωάν. ι΄ 9-16. Βλέπε Ἐπίμετρον, σελ. 23. Ὁ Ψαλμὸς Ν΄. Δόξα. Ταῖς τοῦ Ἱεράρχου. Καὶ νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου. Στίχ. Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου. Ἰδιόμελον. Τοῦ Ἱεράρχου. Ἦχος πλ. β΄. Ἱεράρχην γλυκύφθογγον θείοις ὕμνοις, ἅπαντες τιμῶμεν, Χρυσόστομον λαμπρόν, καὶ χρυσοῤῥόα Ποιμένα, καὶ στῦλον τῆς Ἀληθοῦς Πίστεως, τὴν πλάνην διαλύσαντα, τῆς Τριάδος Χάριτι. Τῆς Θεοτόκου, οὗ ἡ Ἀκροστιχίς· «Γέννησιν ὑμνῶ τῆς Θεόπαιδος Κόρης. Ἰωσήφ». Ἦχος δ΄. ᾨδὴ α΄. Ὁ Εἱρμός· «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου, καὶ πληρωθήσεται Πνεύματος, καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τῇ Βασιλίδι Μητρί· καὶ ὀφθήσομαι, φαιδρῶς πανηγυρίζων, καὶ ᾄσω γηθόμενος, ταύτης τὰ θαύματα». (δὶς) Γηθόμενοι σήμερον, μετ᾿ εὐφροσύνης ὑμνήσωμεν, τὸ θεῖον Γενέθλιον, τῆς Θεομήτορος· καὶ γὰρ τέτοκε, χαρὰν τῇ οἰκουμένῃ, λύπην Προμήτορος ἐξαφανίσασα. Ἐκ στείρας προέρχεται, τῆς ἁμαρτίας ἡ στείρωσις, ἣν νόμος προέγραψε, καὶ τὰ κηρύγματα, προεδήλωσαν, τῶν θείων θεηγόρων, ἡ πάναγνος Δέσποινα, καὶ παναμώμητος. Ναὸς καὶ παλάτιον, τοῦ Βασιλέως γεγένησαι, ἐν ᾧ τὴν κατοίκησιν αὐτοῦ ποιούμενος, οἰκητήριον, τῆς Ἁγίας Τριάδος, πιστοὺς ἀπεργάσεται ὁ ὑπερούσιος. Νυμφὼν ὡραιότατος, θρόνος Θεοῦ ὑψηλότατος, ἐδείχθης Θεόνυμφε, ἐν ᾧ καθίσας σαρκί, τοὺς καθημένους, ἐν σκότει ἀπωλείας, ἐγερεῖ πρὸς γνώσεως, φῶς ἀγαθότητι. Τοῦ Ἱεράρχου, οὗ ἡ Ἀκροστιχίς· «Χρυσοστόμῳ. Πόνος Κυπριανοῦ». Ἦχος πλ. δ΄. ᾨδὴ α΄. Ὁ Εἱρμός. ᾊσωμεν τῷ Κυρίῳ· Χεῖρα μεμολυσμένην, νοῦν τεθολωμένον, ἁπλανῇ γραφῇ, Σὺ ὦ Τριὰς ὁδήγει, τοῦ ὑμνῆσαι, τὸν νέον Χρυσόστομον. (δὶς) Ῥήτορα θεοφόρον, πλάνης καθαιρέτην, ἐν χρυσαῖς τομαῖς, καὶ τῇ Θεοῦ δυνάμει, ἀσιγήτως, τιμῶμεν ἐν ᾄσμασιν. Θεοτοκίον. Ὕμνοις χαριστηρίοις, γνήσιόν Σου δοῦλον, καὶ λιταῖς Αὐτόν, τὸν εὐλαβῆ Ποιμένα, νῦν ὑψοῦμεν, πρεσβείαις Σου Δέσποινα. Καταβασία· Σταυρὸν χαράξας. Τῆς Θεοτόκου. ᾨδὴ γ΄. Ὁ Εἱρμός· «Ὅτι στεῖρα ἔτεκεν, ἡ ἐξ Ἐθνῶν Ἐκκλησία, καὶ ἡ πολλὴ ἐν τέκνοις, ἠσθένησε Συναγωγή, τῷ θαυμαστῷ Θεῷ ἡμῶν βοήσωμεν· Ἅγιος εἶ Κύριε». (δὶς) Ἡ γῆ ἡ κατάκαρπος, ἐκ γῆς ἀκάρπου γεννᾶται, ἥτις καρ- πογονήσει, τὸν γεωργὸν τῶν ἄνευ Εἱρμῶν εἰς δ΄. ἀγαθῶν, καὶ ζωηφόρον ἄστα- χυν, τὸν τρέφοντα πάντας θείῳ νεύματι. Σήμερον ἐβλάστησε, τῆς Παρθενίας ἡ ῥάβδος, ἐξ ἧς ἀνθήσει ἄνθος, ὁ φυτουργὸς ἡμῶν Θεός, τὰ πονηρὰ βλαστήματα, ἀποτέμνων ἄκρᾳ ἀγαθότητι. Ἴδε τὸ ἀλάξευτον, ὄρος ἐκ πέτρας ἀγόνου, ἀποτεχθὲν τὸν λίθον, καρπογονεῖ τὸν νοητόν, ὃς συντριβὴν ἐργάσεται, τῶν ξοάνων πάντων τοῦ ἀλάστορος. Νόμου προχαράγματα, Σὲ προεδήλωσαν Κόρη· τὸν νομοδότην Σὺ γάρ, νομίμων δίχα ἐν γαστρί, κυοφορεῖς τηροῦντά Σε, ὑπὲρ λόγον ἄφθορον ἀμίαντον. Τοῦ Ἱεράρχου. ᾨδὴ γ΄. Σὺ εἶ τὸ στερέωμα. Σύμπασα ὁμήγυρις, τῶν Ὀρ- θοδόξων Χρυσόστομε, ἐν τῷ Φωτί, θείῳ τῆς Τριάδος, προσκυνεῖ Σου τὰ Λείψανα. (δὶς) Ὅλως ἠκολούθησας, ἡμῶν Σωτῆρι Χρυσόστομε, ᾯ στερεῶς, ἅπας ῥιζωμένος, τοῖς Πατρώοις ἐνέμεινας. Θεοτοκίον. Στήριξον Πανάμωμε, ἐν Εὐ- σεβείᾳ τὰ τέκνα Σου, Σὺ ἀληθῶς, θείων Ἀποστόλων, καὶ Πατέρων τὸ καύχημα. Καταβασία· Ῥάβδος εἰς τύπον. Κοντάκιον καὶ Οἶκος τῆς Θεοτόκου. Προεόρτια. Κοντάκιον. Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον. Ἡ Παρθένος σήμερον, καὶ Θεοτόκος Μαρία, ἡ παστὰς ἡ ἄλυτος, τοῦ οὐρανίου Νυμφίου, τίκτεται, ἀπὸ τῆς στείρας θεοβουλήτως, ὄχημα, τοῦ Θεοῦ Λόγου εὐτρεπισθῆναι· εἰς τοῦτο γὰρ καὶ προωρίσθη, ἡ θεία πύλη, καὶ Μήτηρ τῆς ὄντως Ζωῆς. Οἶκος τῆς Θεοτόκου. Τῇ στειρευούσῃ καρπὸς ἐδόθη ἡ θεόπαις Μαρία· Ἣν προεῖδόν ποτε θεῖοι Προφῆται ἐν Πνεύματι· Ταύτην ἡμεῖς σήμερον ὁρῶντες, ἐν τοῖς κόλποις τῆς Ἄννης σκιρτῶσαν, σὺν τῷ πιστῷ Ἰωακείμ, νοητῶς πρὸς ἑστίασιν συνέλθωμεν, καὶ τοὺς πόῤῥω καλέσωμεν, λέγοντες· Τοῦ κόσμου νῦν ἡ ἀνάκλησις, ἐξ ἀκάρπου γαστρὸς ἀνεβλάστησεν, ἡ θεία πύλη, καὶ Μήτηρ τῆς ὄντως Ζωῆς. Τοῦ Ἱεράρχου. Ἦχος πλ. δ΄. Τὸ προσταχθέν. Τὰς ζοφερὰς τῶν Δυτικῶν ἐλέγξας πλάνας, καὶ Καλανδάριον τὸ Νέον ἀπελάσας, ἀνεδείχθης προστάτης τῆς Ὀρθοδοξίας· τὰ Μύρα τῶν Σῶν Λειψάνων τὰ ἱερά, πληροῦσι πάσας καρδίας θείου Φωτός, καὶ τὸν ζόφον διώκουσι, δογμάτων πλάνης ἐχθροῦ· κραυγάσωμεν οὖν ἅπαντες, χαῖρε θεῖε Χρυσόστομε. Δόξα. Καὶ νῦν. Προεόρτιον. Ὅμοιον. Ἀγαλλιάσθω οὐρανός, γῆ εὐ- φραινέσθω· ὁ τοῦ Θεοῦ γὰρ οὐρανός, ἐν γῇ ἐτέχθῃ, ἡ θεόνυμφος Αὕτη ἐξ ἐπαγγελίας. Ἡ στεῖρα βρέφος θηλάζει τὴν Μαριάμ· καὶ χαίρει ἐπὶ τῷ τόκῳ Ἰωακείμ, Ῥάβδος λέγων ἐτέχθη μοι, ἐξ ἧς τὸ ἄνθος Χριστός, ἐβλάστησεν ἐκ ῥίζης Δαυΐδ. Ὄντως θαῦμα παράδοξον! Καθίσματα. Τοῦ Ἱεράρχου· καὶ τῆς Θεοτόκου, Προεόρτιον. Κανόνων συνέχεια. Τῆς Θεοτόκου. ᾨδὴ δ΄. Ὁ Εἱρμός· «Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ, ἐπὶ θρόνου Θεότητος, ἐν νεφέλῃ κούφῃ, ἦλθεν Ἰησοῦς ὁ ὑπέρθεος, τῇ ἀκηράτῳ Παρθένῳ καὶ διέσωσε, τοὺς κραυγάζοντας· δόξα Χριστὲ τῇ δυνάμει Σου». (δὶς) Ὑπερτέρα τῶν Ἀγγέλων ἐπὶ γῆς Κόρη τίκτεται, ἐν ἁγιωσύνῃ οὖσα καὶ καθάρσει ἀσύγκριτος, Ἥτις τὴν κάθαρσιν πάντων Χριστὸν τέξεται, ἁγιότητα, καὶ παντελῆ ἀπολύτρωσιν. Μακαρία ἡ κοιλία ἡ τῆς Ἄννης γεγένηται· τὴν γὰρ ἐν κοι- λίᾳ μέλλουσαν χωρεῖν τὸν μακάριον, καὶ μὴ χωρούμενον Λόγον, ἀπεγέννησεν, ἀναγέννησιν, πᾶσι πιστοῖς παρεχόμενον. Νῦν ὁ ζόφος τῆς κακίας, ἐκμειοῦσθαι ἀπάρχεται· ἡ γὰρ τοῦ ἡλίου ἔμψυχος νεφέλη ἀνέτειλε, στειρωτικῶν ἐκ λαγόνων, ἡ πανάμωμος· Ἧς τὴν γέννησιν, τὴν φωταυγῆ ἑορτάσωμεν. Ὡς κατάκαρπον ἐλαίαν, τὴν ἐκ ῥίζης βλαστήσασαν, Ἰεσσαὶ Παρθένε, Ἄννα Σὲ βλαστάνει βλαστάνουσαν, τὸν ἐλεήμονα Λόγον, Οὗ τὸ ἔλεος, καὶ ἡ ἀλήθεια, διὰ παντός προπορεύεται. Τοῦ Ἱεράρχου. ᾨδὴ δ΄. Ἐξ ὄρους κατασκίου. Τῆς Πίστεως Προστάτης, λόγοις Σου ἐδείχθης, καὶ πάσης Ἐκκλησίας, Πρόμαχος παμμάκαρ, ὑπερορίας ὑπέμεινας, καὶ καθεῖλες, τῶν Καινοτόμων ὀχυρώματα. (δὶς) Ὁ νέος Ἀληθείας, Ἄτλας καὶ Ἡγήτωρ, καὶ Πρόεδρος κατέστης, Πίστεως Γνησίας, Μοναδικὸν δὲ ἐκήρυξας, Ἐκκλησίας, Συγκρητιστῶν Σὺ ἀπεχόμενος. Θεοτοκίον. Μετάνοιάν μοι δίδου, Μῆτερ τοῦ Σωτῆρος, ῥοαῖς δὲ τῶν δακρύων, κάθαρον τὸν ῥύπον, καὶ τοῦ νοός μου τὴν σκότωσιν, καὶ καρδίας, τοῦ ἀνυμνεῖν Σου τὰ θαυμάσια. Καταβασία· Εἰσακήκοα Κύριε. Τῆς Θεοτόκου. ᾨδὴ ε΄. Ὁ Εἱρμός· «Ἐξέστη τὰ σύμπαντα, ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ Σου· Σὺ γάρ, ἀπειρόγαμε Παρθένε, ἔσχες ἐν μήτρᾳ, τὸν ἐπὶ πάντων Θεόν, καὶ τέτοκας ἄχρονον Υἱόν, πᾶσι τοῖς ὑμνοῦσί Σε, σωτηρίαν βραβεύουσα». (δὶς) Τὸ ἐσφραγισμένον νῦν βιβλίον ἀποτίκτεται, ὅπερ ἀναγνώσεται οὐδόλως, φύσεως νόμῳ βροτὸς τηρούμενον, Λόγου εἰς κατοίκησιν καθώς, βίβλοι προ- εδήλωσαν, θεηγόρων ἐν πνεύματι. Ἡ ἄμπελος σήμερον, ἐτέχθη ἡ σωτήριος, ἥτις τὸν ἀκήρατον ἀνθήσει, βότρυν τὸν θεῖον, γλεῦκος προχέοντα, ἐξ οὗ πᾶς ὁ πίνων μυστικῶς, θείαν καὶ σωτήριον, εὐφροσύνην καρπώσεται. Σκιρτήσατε Ἄγγελοι, ἀνθρώποις συγχορεύοντες· σήμερον ἐκ στείρας ἡ Παρθένος, ἀποτεχθεῖσα τὴν λύπην ἔπαυσε, καὶ προοιμιάζεται χαράν, τοῖς πανηγυρίζουσι, τὴν Αὐτῆς θείαν γέννησιν. Θεῖος προδιέγραψε, Προφήτης προδηλότατα, τόμον Σε καινὸν ἐν ᾧ δακτύλῳ, Λόγος πατρῴῳ, Κόρη γραφήσεται, βίβλῳ καταγράφων τῆς ζωῆς, πάντας ἀγαθότητι, τοὺς Αὐτῷ πειθαρχήσαντας. Τοῦ Ἱεράρχου. ᾨδὴ ε΄. Ὀρθρίζοντες βοῶμέν Σοι. Ὡράϊσας τὴν Ποίμνην Σου Ἅγιε, δοὺς εἰς Αὐτήν, πλοῦτον τῶν Λειψάνων Σου, δι᾿ Ὧν προχέονται θαύματα. (δὶς) Προτάσεις Καινοτόμων ἀπέρριψας, δόξαν μισῶν, καὶ μιμούμενος Χριστόν, Μαδύτου γόνε πανθαύμαστε. Θεοτοκίον. Ὁρῶν με κατακείμενον Δέσποινα, δοῦλον τὸν Σόν, ἔγει- ρον ταῖς Σαῖς λιταῖς, Μητέρα ἄλλην οὐκ ἔχομεν. Καταβασία· Ὦ τρισμακάριστον ξύλον. Τῆς Θεοτόκου. ᾨδὴ Ϛ΄. Ὁ Εἱρμός· «Τὴν θείαν ταύτην καὶ πάντιμον, τελοῦντες Ἑορτὴν οἱ θεόφρονες, τῆς Θεομήτορος, δεῦτε τὰς χεῖρας κροτήσωμεν, τὸν ἐξ Αὐτῆς τεχθέντα, Θεὸν δοξάζοντες». (δὶς) Ἐτέχθη σήμερον γέφυρα, με- τάγουσα πρὸς φῶς τὸ ἀνθρώπινον, κλῖμαξ οὐράνιος, ὄρος Θεοῦ ἐμφανέστατον, ἡ Θεοτόκος Κόρη Ἣν μακαρίσωμεν. Ὁ κόχλος Ἄννα προήγαγε, πορφύραν τὴν τὸ ἔριον βάψασαν, τῆς σωματώσεως, τοῦ Βασιλέως εἰς ὕστερον, Ἣν ἐπαξίως πάντες ὑμνολογήσωμεν. Πηγὴ νυνὶ προελήλυθε, ῥανίδος ἐκ μικρᾶς ἡ Πανάμωμος, Ἥτις τὴν ἄβυσσον, τῆς σωτηρίας κυήσασα, πολυθεΐας παύσει ἄπειρα ῥεύματα. Ἀκάρπου ῥίζης ἐβλάστησας, καὶ πρόῤῥιζον κακίας τὴν ἄκανθαν, τῷ ὑπὲρ φύσιν Σου, θείῳ βλαστῷ ἐναπέτεμες, Θεογεννῆτορ Κόρη ἀειμακάριστε. Τοῦ Ἱεράρχου. ᾨδὴ Ϛ΄. Χιτῶνά μοι παράσχου. Νεκρώσας Καινοτόμων τὰς ὁρμάς, φωτὶ τῷ τῆς Χάριτος, θεῖε Χρυσόστομε, εὐχαρίστως ὁ Λαός, νῦν γεραίρει Σε. (δὶς) Ὁ νέος τῆς Γνησίας Κιβωτοῦ, Ἱεράρχης ἔμπλεως Πνεύματος ἄνωθεν, θεολόγων ἡ φωνή, ἡ στεντόρειος. Θεοτοκίον. Στενάζουσαν, ψυχήν μου ὦ Ἁγνή, νῦν ἐλπίδος πλήρωσον, νοῦν μου δὲ αὔγασον, Χρυσοστόμου ταῖς λιταῖς, τοῦ συλλήπτορος. Καταβασία· Νοτίου θηρός. Κοντάκιον καὶ Οἶκος τοῦ Ἱεράρχου. Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ. Τὸν Ἱεράρχην τοῦ Χριστοῦ τὸν Θεοπρόβλητον, Ὁμολογίας Ὀρθοδόξου θεῖον ἔρεισμα, Ζηλωτῶν Σε αἱ χορεῖαι ἀνευφημοῦμεν· τὴν δὲ Μνήμην Σου τιμῶντες ὦ Χρυσόστομε, Σὲ γεραίρομεν ἡμῶν τὸ περιτείχισμα· καὶ κραυγάζομεν· Χαῖρε Πάτερ θεόστεπτε. Οἶκος. Ἄγγελος καὶ Προστάτης, Ὀρθοδόξων ἐφάνης, ἐσχάτως θεοδώρητος Πάτερ, καὶ τῆς Θεολογίας αὐγαῖς, Καινοτόμων λήρους τοὺς δεινοὺς ἤλασας, καὶ ἅπαντας διήγειρας, τοῦ βοᾶν Σοι εὐφροσύνως ταῦτα· Χαῖρε δι᾿ οὗ κατῃσχύνθη ἡ πλάνη, Χαῖρε δι᾿ οὗ ἡ Ἀλήθεια λάμπει· Χαῖρε Ὀρθοδόξων ἁπάντων παράκλησις, Χαῖρε Καινοτόμων ἡ τελεία ἀναίρεσις· Χαῖρε τεῖχος ἀῤῥαγέστατον Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, Χαῖρε φάρος τηλαυγέστατος Ἀληθείας τοῦ Θεοῦ· Χαῖρε ὅτι διώκεις τὰς αἱρέσεις ἁπάσας, Χαῖρε ὅτι στηρίζεις Εὐσεβείας τοὺς λάτρας· Χαῖρε Πατὴρ καὶ ῥήτωρ θεόληπτε, Χαῖρε λαμπτὴρ σοφίας ἀκοίμητε· Χαῖρε δι᾿ οὗ ἀπελαύνεται ζόφος, Χαῖρε δι᾿ οὗ θεῖος ἅπτεται πόθος· Χαῖρε Πάτερ θεόστεπτε! Μηνολόγιον. Τῇ Ζ΄ τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Χρυσοστόμου τοῦ Νέου, τοῦ Ὁμολογητοῦ Ἱεράρχου, τοῦ Πρωθιεράρχου καὶ Θεοῤῥήμονος Ἡγήτορος τῆς ἐν Ἑλλάδι Γνησίας Ὀρθοδοξίας. Στίχοι Ἐν ἑβδόμῃ Χρυσόστομος τὸν δρόμον τετέλεκε, Λαβὼν στεφάνους ἀποκειμένους νίκης· Θείᾳ δόξῃ πρὸς Τριάδα Ἁγίαν ἐν χαρᾷ ἀναβέβηκε, Δεδωκὼς Παραθήκην τοῖς ἑαυτοῦ τέκνοις. Συναξάριον Οὗτος, ὁ μέγας ἐν Ὀρθοδόξῳ Ὁμο- λογίᾳ, ὁ χρυσοῦς ἐν γλώσσῃ τε καὶ σοφίᾳ καὶ βίῳ Ἀρχιερεὺς τοῦ Ὑψίστου, ἦν ἐκ Μαδύτου τῆς εὐάνδρου Θράκης, γεννηθεὶς ἐξ εὐσεβῶν γονέων Γεωργίου καὶ Μελπομένης Καβουρίδου, κατὰ τὸ σωτήριον ἔτος χιλιοστὸν ὀκτακοσιοστὸν ἑβδομηκοστὸν (1870). Ἐλθὼν εἰς τὴν ζωήν, καθ᾿ ἣν ἡμέραν τιμᾶται ὁ Μέγας Φωστὴρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐν Πατράσι περιάκουστος, ἐν δὲ Πατριάρχαις κορυ- φαιότατος Ἰωάννης, ὁ καὶ δικαίως προσωνυμηθεὶς Χρυσόστομος, ὁ νέος οὗτος Χρυσόστομος ἐδείχθη ἐραστὴς τῆς ἄνωθεν σοφίας, ἅμα δὲ καὶ ζηλωτὴς θερμότατος τῆς διακονίας εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου, μιμητὴς οὕτω γενόμενος τοῦ καὶ ἰδιαιτέρου προστάτου Αὐτοῦ, φερωνύμως ζήσας, διδάξας καὶ ὁμολογήσας. Ἐσπούδασεν, ἀριστεύων ἐν πᾶσι, τὴν ἱερὰν ἐπιστήμην εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς Χάλκης ἐν Κωνσταντινουπόλει, διετέλεσε Πρωτεύων Διάκονος τῶν Πατριαρχείων, Ἱεροκήρυξ Πανόρμου, Μέγας Πρωτοσύγκελλος τῶν Πατριαρχείων καὶ ἐχειροτονήθη ἐν ἔτει χιλιοστῷ ἐνακοσιοστῷ ὀγδόῳ (1908) Ἐπί- σκοπος Ἴμβρου, μετὰ δὲ τέσσαρα ἔτη προήχθη εἰς Μητροπολίτην Πελαγονίας τῆς Μακεδονίας καὶ ἀργότερον διετέλεσε Μητροπολίτης Φιλιατῶν καὶ Γηρομερίου, ἐν συνεχείᾳ δὲ Μητροπολίτης Φλωρίνης, παραιτηθεὶς ἐν τέλει διὰ λόγους ὑγείας μετὰ ἕξ ἔτη ποιμαντορίας (1932). Νεύσει θείᾳ, κατὰ τὸ ἔτος χιλιοστὸν ἐνακοσιοστὸν τριακοστὸν πέμπτον (1935), τοὺς οἴακας δεξάμενος τῶν ἀρνησαμένων τὴν ἀπὸ τοῦ ἔτους χιλιοστοῦ ἐνακοσιοστοῦ εἰκοστοῦ τετάρτου (1924) υἱοθετηθεῖσαν Ἡμερολογιακὴν Μεταρρύθμισιν καὶ στερρῶς ἐχομένων τοῦ Πατροπαραδότου Ἐκκλησιαστικοῦ Ἡμερολογίου, τοῦ καὶ Συνοδικῶς θεσπισθέντος, παρὰ τὸ προκεχωρημένον δὲ τῆς ἡλικίας Αὐτοῦ, ἠγωνίσθη σθεναρῶς διὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν καὶ κατὰ τῆς Καινοτομίας ἐπὶ ὅλην εἰκοσαετίαν, μάλιστα δὲ ἐξορισθεὶς δίς, ἐν ἔτεσι χιλιοστῷ ἐνακοσιοστῷ τριακοστῷ πέμπτῳ (1935) καὶ χιλιοστῷ ἐνακοσιοστῷ πεντηκοστῷ πρώτῳ (1951). Ὁ ἀκλινὴς οὗτος πρόμαχος τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, ἀναδειχθεὶς εἰς φαεινοτάτην ἐκκλησιαστικὴν καὶ ἐθνικὴν Μορφήν, ῥήτορα γλαφυρώτατον καὶ συγγραφέα πολυγραφώτατον, ἐλεγκτὴν τῶν ἀθέσμως καινοτομησάντων καὶ καθαιρέτην τῶν τῆς Δύσεως αἱρέσεων καὶ πλανῶν, ἐν οἷς καὶ τὸ Νέον Καλανδάριον, ἐκοιμήθη ἀγωνιζόμενος ἐπὶ τῶν ἀδαμαντίνων ἐπάλξεων τῆς Ἁγίας Πίστεως ἡμῶν κατὰ τὸ ἔτος χιλιοστὸν ἐνακοσιοστὸν πεντηκοστὸν πέμπτον, ἐν μηνὶ Σεπτεμβρίῳ καὶ ἡμέρᾳ ἑβδόμῃ (7.9.1955), φέρων πολλαπλοῦς τοὺς στεφάνους τῆς θείας δόξης, καταλιπὼν δὲ μνήμην Ὁσίου καὶ Μάρτυρος τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Ἡ Σύναξις Αὐτοῦ τελεῖται κατ᾿ ἔτος εἰς τὴν ἱερὰν καὶ σεβασμίαν γυναικείαν Μονήν, τὴν ἀφιερωμένην εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ἄνωθεν τῶν Ἀχαρνῶν τοῦ Νο- μοῦ Ἀττικῆς, παρὰ τὰς νοτίους ὑπωρείας τοῦ ὄρους Πάρνηθος, ἔνθα καὶ τὸ σεπτὸν Αὐτοῦ μνῆμα, ὡς καὶ τὰ χαριτόβρυτα καὶ εὐωδιάζοντα Αὐτοῦ ἱερὰ Λείψανα. Ταῖς Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν. Κανόνων συνέχεια. Τῆς Θεοτόκου. ᾨδὴ ζ΄. Ὁ Εἱρμός· «Οὐκ ἐλάτρευσαν, τῇ κτίσει οἱ θεόφρονες, παρὰ τὸν κτίσαντα· ἀλλὰ πυρὸς ἀπειλήν, ἀνδρείως πατήσαντες, χαίροντες ἔψαλλον· Ὑπερύμνητε, ὁ τῶν Πατέρων Κύριος, καὶ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ». (δὶς) Ἰωακείμ τε καὶ Ἄννα μακαρίζονται, ἀποκυήσαντες, τὴν μακαρίαν σαφῶς, ἁγνὴν Θεομήτορα, Λόγον κυήσασαν, τὸν Μακάριον, τὸν μακαρίους ἅπαντας, τοὺς πιστοὺς ἀποτελοῦντα. Δῶρον τίμιον ἐκτήσαντό Σε Πάναγνε, οἱ Σοὶ γεννήτορες, τὴν συλλαβοῦσαν Θεόν, τὸν καταπλουτίσαντα, δωρεαῖς κρείττοσι, τοὺς κραυγάζοντας· ὁ τῶν Πατέρων Κύριος, καὶ Θεὸς εὐ- λογητὸς εἶ. Οἱ μαστοί σου ὑπὲρ οἶνον ἀγαθώτατοι, Ἄννα θεόκλητε, ὅτι μαστοῖς ἀγαθοῖς, τὴν τὸν ἀγαθώτατον Λόγον θηλάσασαν, σὺ ἐθήλασας, τὸν χορηγὸν τοῦ γάλακτος, καὶ πνοῆς τροφέα πάσης. Σκίρτα κροῦε τὴν κινύραν σου θεόπνευστε, Δαυῒδ καὶ χόρευε· ἡ κιβωτὸς γὰρ ἰδού, ἣν πάλαι προήγγειλας, ἐκ στειρευούσης γαστρός, προελήλυθε, τῷ Βασιλεῖ τῆς κτίσεως, καὶ Θεῷ τετηρημένη. Τοῦ Ἱεράρχου. ᾨδὴ ζ΄. Παῖδες Ἑβραίων ἐν καμίνῳ. Κήρυκα Γνησίων Ὀρθοδόξων, Σὲ ἀνέδειξε Χρυσόστομε παμμάκαρ, τῶν Πιστῶν ἡ φροντίς, καὶ Πίστεως οἱ κόποι, ἡμεῖς δέ Σε γεραίρομεν, ὡς σοφὸν Οἰακοστρόφον. (δὶς) Ὕμνους Σοι πέμπομεν ἐνθέως, προσκυνοῦντες τῶν Λειψάνων Σου τὴν Θήκην, τῶν Σῶν τέκνων πληθύς, καὶ χαίρουσα βοᾷ Σοι· Συγκρητιστῶν καθαίρεσις, Σὺ Χρυσόστομε ὑπάρχεις. Θεοτοκίον. Παῦσον τὸν κλύδωνα Παρθένε, καὶ ἀθλίας μου ψυχῆς τὴν τρικυμίαν, καὶ ἐλπίδος Σεμνή, νῦν ἔμπλησον βοῶντα· ἁμαρτανόντων εὔδιε, ὁ Λιμὴν εὐχαριστῶ Σοι. Καταβασία· Ἔκνοον πρόσταγμα. Τῆς Θεοτόκου. ᾨδὴ η΄. Ὁ Εἱρμός· «Παῖδας εὐαγεῖς ἐν τῇ καμίνῳ, ὁ τόκος τῆς Θεοτόκου διεσώσατο, τότε μὲν τυπούμενος· νῦν δὲ ἐνεργούμενος, τὴν οἰκουμένην ἅπασαν, ἀγείρει ψάλλουσαν· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας». Κινήσωμεν γλῶτταν ὑμνῳδίαις, τὸ θεῖον Γενέθλιον γεραίροντες, τῆς τὸν ὑπερύμνητον, Λόγον καὶ ὑπέρθεον, σωματωσάσης Πνεύματι, καὶ ἀνακράξωμεν· τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Οἱ θεῖοι σκιρτήσατε Προφῆται, τιμῶντες Παρθένου τὸ Γενέθλιον· Αὕτη γὰρ ἐπλήρωσε, πάντα τὰ κηρύγματα, τὸν ὑφ᾿ ὑμῶν δηλούμενον ἀποκυήσασα, Χριστὸν τὸν τοῦ παντὸς Βασιλέα, Ὃν ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ῥήξατε τὰ ὄρη εὐφροσύνην, Ἀπόστολοι Μάρτυρες χορεύσατε, Ὅσιοι καὶ Δίκαιοι, νῦν ἀγαλλιάσθητε, τῷ Γενεθλίῳ σήμερον τῆς τοῦ Κυρίου Μητρός, τὸν Κύριον ὑμνεῖτε βοῶντες, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἤνθησε τὸ μῆλον τὸ εὐῶδες, τὸ ῥόδον τὸ θεῖον πεφανέρωται, καὶ κατευωδίασε, σήμερον τὰ πέρατα, καὶ τὸ δυσῶδες ἔπαυσε, τῆς ἁμαρτίας ἡμῶν, ἡ Πάναγνος καὶ Μήτηρ τοῦ Λόγου, Ἣν ὑπερυψοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Στειρεύουσα φύσις τῶν ἀνθρώπων, σεπτῶν χαρισμάτων θείου Πνεύματος, σήμερον εὐφράνθητι, στείρας τὴν Θεόπαι- δα, ἀποτεχθεῖσαν βλέπουσα καὶ ἀναβόησον· Τὸν Κύριον ὑμνεῖτε τὰ ἔργα, καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Τοῦ Ἱεράρχου. ᾨδὴ η΄. Οἱ θεοῤῥήμονες Παῖδες. Ῥητορευόντων τὸ κλέος καὶ θεολόγων, ὁ θεοπνεύστως στηρίξας, τὰ τῶν Πατέρων Θεσπίσματα, θεμελίῳ ἀσείστῳ, τιμάσθω Χρυσόστομος. (δὶς) Ἱλαστηρίους ἐνέγκας τῷ Παρακλήτῳ, καὶ προσελκύσας τὴν Χάριν, Ὀρθοδοξίας Χρυσόστομε, Ἐκκλησίαν ὡς Μίαν, καὶ Μόνην ἐδίδαξας. Θεοτοκίον. Ἁπανταχοῦ Σε κηρύττω ἐν εὐλαβείᾳ, ὡς τοῦ ἐχθροῦ καθαιρέτιν, καὶ χορηγὸν τῆς θεώσεως, Χρυσοστόμου δὲ κόπους, θεόθεν βραβεύουσαν. Καταβασία· Εὐλογεῖτε, Παῖδες. Τῆς Θεοτόκου. ᾨδὴ θ΄. Ὁ Εἱρμός· «Ἅπας γηγενής, σκιρτάτω τῷ πνεύματι, λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δέ, ἀΰλων Νόων, φύσις γεραίρουσα, τὴν ἱε- ρὰν πανήγυριν, τῆς Θεομήτορος, καὶ βοάτω· Χαίροις παμμακάριστε, Θεοτόκε ἁγνή, ἀειπάρθενε». Ἴδε τοῦ Θεοῦ, ὁ τόπος ὁ ἅγιος προφανῶς δέδεικται· πόλις ἡ περίδοξος, τοῦ Βασιλέως ἀνῳκοδόμηται, ὁ φωταυγὴς Παράδεισος, φαιδρῶς ἐξήνθησε, Παραδείσου, πρόξενος ὑπάρχουσα, πρὸς Θεόν τε ἀνθρώπων οἰκείωσις. Ὤφθη ἡ λαμπάς, λυχνία τε σήμερον, ἡ χρυσαυγίζουσα, φῶς τὸ προαιώνιον, ἐν ᾗ οἰκῆσαν, τοὺς ἐν νυκτὶ τῶν δεινῶν, καταφωτίσει παύσει τε, τῆς ἀθεΐας ἀχλύν, καὶ ἡμέρας, πάντας ἀπεργάσεται, κοινωνοὺς ἀληθῶς διὰ πίστεως. Σήμερον ἡ γῆ, χορεύει· τὸν νέον γάρ, οὐρανὸν ἔβλεψε, Θεοῦ τὸν τερπνότατον, ἀποτεχθέντα· ἐν ᾧ οἰκήσας σαρκί, τῶν οὐρανῶν ἐπέκεινα, ἀναβιβάσει βροτούς, καὶ θεώσει, πάντας ἀγαθότητι· Ὃν ὑμνοῦντες πιστῶς μεγαλύνομεν. Ἡ περικαλλής, δυὰς ἀνεβλάστησεν, Ἄννα καὶ Ἰωακείμ, δάμαλιν τὴν ἄσπιλον, ἐξ Ἧς ὁ μόσχος ὁ σιτευτὸς προελθών, ὑπὲρ τοῦ κόσμου τέθυται, αἴρων τὰ πταίσματα, τῶν ἀνθρώπων, τὰς προσαγομένας τε, καταπαύων θυσίας τοῖς δαίμοσι. Φώτισον ἡμᾶς, τὸ Φῶς ἡ κυήσασα τοὺς τὴν φωσφόρον Σου, Γέννησιν ἐν Πνεύματι, Θεογεννῆτορ πανηγυρίζοντας, καὶ τοῦ φωτὸς τοῦ μέλλοντος, δεῖξον ἁγνὴ κοινωνούς· καὶ εἰ- ρήνην, βράβευσον καὶ λύτρωσιν, τῶν δεινῶν μητρικαῖς ἱκεσίαις Σου. Τοῦ Ἱεράρχου. ᾨδὴ θ΄. Ἔφριξε πᾶσα ἀκοή. Νόσον αἱρέσεως δεινῆς, ὑψηλῷ τῷ κηρύγματι, θεῖε Χρυσόστομε, Σταυροῦ δυνάμει ὅλως ἀπέκρουσας, καὶ ἠγωνίσθης σθεναρῶς, ἀθλήσεως σκάμματι, διὸ ὡς Μάρτυρα, Ὀρθοδόξων, οἱ χοροί Σε δοξάζομεν. (δὶς) Ὅλος ὁ βίος Σου κλεινός, Ἀποστόλων καὶ Πατέρων Διάδοχε, Ἤθει καὶ Δόγμασιν· ὡς Φῶς καὶ Πόλις Χάριτι ἔλαμψας, καὶ καταλέλοιπας Πιστοῖς τὰ θεῖά Σου Λείψανα, διὸ ἡ Μνήμη Σου, διαμένει χρυσαυγῶς αἰωνίζουσα. Θεοτοκίον. Ὕψωσον δόξῃ καὶ τιμῇ τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Διδάγματα, πλάνης δὲ δόγματα, ταχέως κατάβαλε καὶ ἀφάνισον, ἵνα Τριάδος τῷ Φωτί, Παρθένε Θεόνυμφε, τὸ θεῖον Κήρυγμα, Ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ μεγαλύνηται. Καταβασία· Μυστικῶς εἶ, Θεοτόκε. Καὶ Ἑτέρα· Ὁ διὰ βρώσεως τοῦ ξύλου. Ἐξαποστειλάρια. Τοῦ Ἱεράρχου· καὶ τῆς Θεοτόκου, Προεόρτιον. Τοῦ Ἱεράρχου. Ἦχος β΄. Τοῖς Μαθηταῖς συνέλθωμεν. Τὸν Ἱεράρχην ἅπαντες, Χρυσόστομον τιμῶμεν, Στήλην καὶ Στῦλον ἄσειστον, ὄντα Ὀρθοδοξίας· λαβὼν γὰρ θείαν Σοφίαν, ῥήματα Καινοτόμων, καθεῖλε καὶ ἀπήλασεν, ἐξ Αὐλῆς τῆς Ἁγίας· καὶ εἰς ἡμᾶς, τὴν λαμπρὰν παρέδωκε Παραθήκην, Πατέρων τὰ Θεσπίσματα, πάντα διαφυλάττειν. Δόξα. Καὶ νῦν. Τῆς Θεοτόκου. Ὅμοιον. Ἀγάλλου κτίσις ἅπασα, τὴν χαρὰν αἰσθομένη, ἐξ Ἄννης τῆς θεόφρονος, ἥτις λέγεται Χάρις, Ἰωακείμ τε τοῦ θείου, τίκτεσθαι παρ᾿ ἐλπίδα, Μαρίαν τὴν πανάχραντον καὶ ἁγνὴν Θεοτόκον· Ἧς ὁ καρπός, σωτηρία γέγονε τοῖς ἀνθρώποις, Χριστὸς ὁ σαρκωθεὶς Θεός, ἐξ Αὐτῆς ἀποῤῥήτως. Τῆς Θεοτόκου. Προεόρτια. Ἦχος πλ. δ΄. Ὢ τοῦ παραδόξου. Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ὡς ἐξ ἀγόνου μητρός, καὶ ἀκάρπου στειρώσεως, ῥάβδος ἄνθος φέρουσα, ἀναφύεται σήμερον, ἡ Θεομήτωρ καὶ ἀπειρόγαμος, ἐκ τῶν δικαίων Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης· ὅθεν καὶ χαίρει νῦν, Προφητῶν τὸ σύστημα, Πατρι- αρχῶν, πᾶσα ἡ ὁμήγυρις, ἐν τῇ Γεννήσει Αὐτῆς. Σήμερον Δαυῒδ ἀγάλλεται, καὶ Ἰεσσαὶ νῦν σκιρτᾷ, καὶ Λευῒ μεγαλύνεται, καὶ χαίρει τῷ πνεύματι, Ἰωακεὶμ ὁ δί- καιος, καὶ ἀτεκνία τῆς Ἄννης λύεται, τῇ Σῇ Γεννήσει Μαρία ἄχραντε, Θεοχαρίτωτε· καὶ Ἀγγέλων σύστημα, σὺν τοῖς βροτοῖς, πάντες μακαρίζομεν, τὴν θείαν μήτραν Σου. Χαίροις τῶν βροτῶν τὸ σύστημα· χαῖρε Κυρίου ναέ· χαῖρε ὄρος τὸ ἅγιον· χαῖρε θεία τράπεζα· χαῖρε λύχνε ὁλόφωτε· χαῖρε τὸ κλέος τῶν Ὀρθοδόξων Σεμνή· χαῖρε Μαρία, Μήτηρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ· χαῖρε Πανάμωμε· χαῖρε θρόνε πύρινε· χαῖρε σκηνή· χαῖρε βάτε ἄφλεκτε· χαῖρε ἡ πάντων ἐλπίς. Τοῦ Ἱεράρχου. Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου. Πᾶσα εὐσεβούντων ἡ πληθύς, νῦν ἐν Ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ, γεγωνυίᾳ φωνῇ, ὕμνοις τε καὶ ἄνθεσι, φαιδρῶς τιμήσωμεν, Ἱεράρχην Χρυσόστομον, σοφῶς καὶ ἀνδρείως, τὸν ὁμολογήσαντα, Πίστιν Ὀρθόδοξον, Θέσπισμα κυρώσαντα Θεῖον, δόγμα δὲ δεινὸν καθελόντα, πάντας καταπλήξαντα κακόφρονας. Θείου Ἱεράρχου καὶ σεπτοῦ, τοῦ ἐν θεολόγοις μεγάλου, καὶ συγγραφαῖς θαυμαστοῦ, ἅπαντες ὑμνήσωμεν, λαμπρὰ ἀθλήματα· Ποιμενάρχα Χρυσόστομε, Αὐτῷ μελωδοῦντες, Γνήσιόν Σου Ποίμνιον, νῦν περι- φρούρησον, πᾶσιν ἀπονέμων εἰρήνην, τήρει ἐν ἑνότητι πάντας, λήρους Καινοτόμων ἀποῤῥίπτοντας. Μίαν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, ἐν Ὁμολογίᾳ κηρύττει, τῶν εὐσεβῶν ὁ χορός, στέργων δὲ τὸ Σύμβολον, Πατέρων ἄτρωτον, νῦν τιμᾷ τὸν Χρυσόστομον, φωστῆρα τὸν θεῖον, στήσαντα τὸ τρόπαιον, κατὰ αἱρέσεως, πάντας προτρεπόμενον θείως, φεύγειν Καινοτόμων τὸ σκότος, Μίαν δὲ κηρύττειν τὴν Ἀλήθειαν. Δόξα. Εἰς τοὺς Αἴνους. Ἱστῶμεν Στίχους Ϛ΄, ἀρχόμενοι ἀπὸ τοῦ Στίχου· «Τοῦ ποιῆσαι ἐν αὐτοῖς...», ψάλλομεν δὲ τῆς Θεοτόκου Στιχηρὰ Προσόμοια τρία, Προεόρτια· καὶ τοῦ Ἱεράρχου τρία. Ἦχος β΄. Τοῦ Ἱεράρχου. Ἀποστόλων καὶ Πατέρων τὰς Δόξας, Σὺ θεοφρόνως κηρύξας, Χρυσόστομε θεσπέσιε, ἠρνήθης τῶν Καινοτόμων, τὰ ῥήματα ἀνοίας, καὶ δείξας Ἐκκλησίας, ἀρχαίας τὴν εὐπρέπειαν, πάντας ὡδήγησας θείᾳ Δόξῃ, Τριάδος τῇ Χάριτι. Καὶ νῦν. Ἦχος β΄. Προεόρτιον. Ἡ προορισθεῖσα παντάνασσα Θεοῦ κατοικητήριον, ἐξ ἀκάρπου σήμερον νηδύος προῆκται, τῆς Ἄννης ἠγλαϊσμένης, τῆς Ἀϊδίου Οὐσίας τὸ θεῖον τέμενος· δι᾿ Ἧς ἰταμὸς ᾍδης καταπεπάτηται, καὶ παγγενῆ Εὔα ἐν ἀσφαλεῖ ζωῇ εἰσοικίζεται· Ταύτῃ ἐπαξίως ἐκβοήσωμεν· Μακαρία Σὺ ἐν γυναιξί, καὶ ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας Σου εὐλογημένος. Δοξολογία Μεγάλη. Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἱεράρχου. Δόξα. Καὶ νῦν, τὸ Προεόρτιον. Ἡ Ἐκτενὴς καὶ τὰ Πληρωτικά. Ἀπόλυσις. Εἰς τὴν Θείαν Λειτουργίαν Τυπικὰ Ὁ Ψαλμὸς ρβ΄, Ἦχος πλ. δ΄, ὡς καὶ ὁ Ψαλμὸς ρμε΄, Ἦχος β΄. ● Μακαρισμοὶ Ἱστῶμεν Στίχους η΄ καὶ ψάλλομεν ἐκ τοῦ Προεορτίου Κανόνος, τροπάρια δ΄ ἐκ τῆς ᾨδῆς γ΄, ἐκ δὲ τοῦ Κανόνος τοῦ Ἱεράρχου, τροπάρια δ΄, ἐκ τῆς ᾨδῆς Ϛ΄. Ἀπόστολος Βλέπε Ἰανουαρίου ΙΗ΄, Πρὸς Ἑβραίους ιγ΄ 7-16. Βλέπε Ἐπίμετρον, σελ. 23. Εὐαγγέλιον Βλέπε, Ἰανουαρίου Λ΄, τὸ τῆς Θείας Λειτουργίας, ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον ε΄ 14-19. Βλέπε Ἐπίμετρον, σελ. 25. Σημείωσις Εἰ δέ ἐστι Σάββατον πρὸ τῆς Ὑψώσεως, Προκείμενον τοῦ Σαβ- βάτου πρὸ τῆς Ὑψώσεως, Ἀπόστολος τοῦ Σαββάτου πρὸ τῆς Ὑψώσεως καὶ τοῦ Ἱεράρχου, Ἀλληλουϊάριον δὲ τοῦ Ἱεράρχου καὶ Εὐαγγέλιον τοῦ Σαββάτου πρὸ τῆς Ὑψώσεως καὶ τοῦ Ἱεράρχου. Προεόρτιον. Ψαλμὸς ριε΄ 4. Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι. Ἀλληλούϊα. Καὶ τοῦ Ἱεράρχου. Ψαλμὸς ρια΄. Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος. Ἀλληλούϊα. Μεγαλυνάριον Ἦχος πλ. δ΄. Χαίροις τῶν Πατέρων ὁ μιμητής, θράσος Καινοτόμων, θαρσαλέως καταβαλών· τῆς Πίστεως πύργος, στεῤῥὸς ἐν τοῖς ἐσχάτοις, Χρυσόστομε ἐδείχθης, ὅθεν τιμῶμέν Σε. Δίστιχα Χρυσόστομε κλέϊσμα Πίστεως νέον, δέξαι μου πόνημα καὶ τόλμημα ἅμα. Θαῤῥήσας προσήνεγκα τοῦτον τὸν Ὕμνον, Μνήμῃ καὶ αἴγλῃ Σου Χρυσόστομε μάκαρ. Κηρύξας Χρυσόστομε ἆθλα Σου πᾶσι, Δός μοι τὸ Φῶς Κυπριανῷ τῷ Σῷ δούλῳ.† Τῷ δὲ Δοτῆρι καὶ Εὐεργέτῃ Θεῷ ἡμῶν, τῷ Πατρί, καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ θείῳ Παρακλήτῳ, δόξα, προσκύνησις, καὶ εὐχαριστία! Ἀμήν! Ἐπίμετρον Εὐαγγέλιον Ὄρθρου Ἰωάννου ι΄ 9-16. Βλ. Εὐαγγελιστάριον, Ἰανουαρίου Λ΄, Τριῶν Ἱεραρχῶν, εἰς τὸν Ὄρθρον. Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾿ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν. Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων· Ὁ μισθωτὸς δὲ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. Ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν· Καθὼς γινώσκει με ὁ Πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν Πατέρα, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι, καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν. Ἀπόστολος Πρὸς Ἑβραίους ιγ΄ 7-16. Βλ. Ἀποστολάριον, Ἰανουαρίου ΙΗ΄, Ἁγίων Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου. Α. Προκείμενον τοῦ Ἀποστόλου. Ἦχος δ΄. Δανιὴλ γ΄ 2-3 (Ὕμνος Τριῶν Παίδων). Δ. Πρόσχωμεν! Λ. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν. (δὶς) Α. Στίχ. Ὅτι δίκαιος εἶ ἐπὶ πᾶσιν, οἷς ἐποίησας ἡμῖν. Λ. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, ὁ Θεὸς τῶν Πατέρων ἡμῶν. Δ. Σοφία! 23 Α. Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα. Δ. Πρόσχωμεν! Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε. Καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατήσαντες. Ἔχομεν Θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ Σκηνῇ λατρεύοντες. Ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ἅγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς. Διὸ καὶ Ἰησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου Αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθε. Τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς Αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς τὸν ὀνειδισμὸν Αὐτοῦ φέροντες. Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. Δι᾿ Αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ᾿ ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι Αὐτοῦ. Τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός. Α. Ἀλληλούϊα. Ἦχος δ΄. Ψαλμὸς μγ΄, Ψαλμὸς λγ΄. Δ. Πρόσχωμεν! Λ. Ἀλληλούϊα (γ΄). Α. Ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ὠσὶν ἡμῶν ἠκούσαμεν. Λ. Ἀλληλούϊα (γ΄). Α. Ἐκέκραξαν οἱ δίκαιοι, καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτῶν. Λ. Ἀλληλούϊα (γ΄). Δ. Σοφία· ὀρθοὶ ἀκούσωμεν τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου. Ι. Εἰρήνη πᾶσι! Λ. Καὶ τῷ πνεύματί Σου. 24 Ι. Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον Ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ Ἀνάγνωσμα. Δ. Πρόσχωμεν! Λ. Δόξα Σοι, Κύριε, δόξα Σοι! Εὐαγγέλιον Θείας Λειτουργίας Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον ε΄ 14-19. Βλ. Εὐαγγελιστάριον, Ἰανουαρίου Λ΄, Ἁγίων Τριῶν Ἱεραρχῶν, τὸ τῆς Θείας Λειτουργίας. Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη. Οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς Οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν Νόμον ἢ τοὺς Προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ Νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. Ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν Ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν. Ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν.





Η Ακολουθία του εν  Αγίοις πατρός ημών Χρυσοστόμου του νέου Ομολογητή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...