ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΡΦΩΜΕΝΗ ΣΕ ΜΑΥΡΟ ΠΩΛΗΤΗΡΙΟ



Στο φύλλο του ''Ορθόδοξου Τύπου'', αριθμός  2127  της 29 Ιουλίου 2016, διαβάσαμε ένα άρθρο του ευσεβούς κατά τα άλλα π. Εμμανουήλ Καλύβα, με τον τίτλο ''Όχι εις την Ψευδοένωσιν Ορθοδοξίας - Μονοφυσιτισμού''. Μα η Ένωση σε επίπεδο τοπικών εκκλησιών έχει γίνει ήδη από το 1991, αρχής γενομένης από το Πατριαρχείο Αντιοχείας, όπου πλέον τελούνται μικτοί γάμοι, βαπτίσια, κηδείες, συλλείτουργα και φυσικά η από κοινού μετάληψη από το ίδιο... κοινό ποτήριο!... Και όλα αυτά χωρίς οι Αντιχαλκηδόνιοι Μονοφυσίτες να έχουν αναγνωρίσει την Δ' Οικουμενική Σύνοδο, καθώς και τις επόμενες Οικουμενικές Συνόδους και χωρίς επίσης να έχουν αποκηρύξει τους αιρεσιάρχες των, Σεβήρο και Διόσκουρο. Το δε Σεβήρο τον εορτάζουν ως ''άγιο'', παρόλο που αυτός έχει αφορισθεί από την Δ' Οικουμενική Σύνοδο. Στο ίδιο πάντα δαιμονοβλαβές και οφίδιο πνεύμα τους ακολούθησαν και τα Πατριαρχεία Κων/λεως και Αλεξανδρείας. Ο Οικουμενισμός με την αποδοχή της πανσπερμίας όλων των Αιρέσεων κατόρθωσε το απίστευτο: Να καταργήσει τις Αιρέσεις...! Και μαζί με αυτές να καταργήσει την πλειονότητα των Οικουμενικών Συνόδων, τους ίδιους τους Πατέρες, που όλως θρασύδειλα και ανίερα τους εορτάζει για τα μάτια ενός μορφοποιημένου, μετασχηματοποιημένου και χρόνια γαλουχημένου οικουμενιστικού ποιμνίου! Και   προελαύνει θριαμβευτικά -ως άλλος ''Καίσαρ''- δίπλα από κοινωνούντες, δονκιχώτες αντικοικουμενιστές που τους ραίνουν με μοσχοθυμιασμένα κομφετί καλογραμμένων και αντιαιρετικών ανακοινώσεων! Ακολουθεί το θεωρητικά ορθότατο κείμενο του π. Εμμανουήλ και στο κατόπι η Συνοδική απόφαση του Πατριαρχείου Αντιοχείας που ζητοκραυγάζει δίκην μικρού νηπίου την ένωσή του με τους αιρετικούς Μονοφυσίτες...       Γ. Δ.



ΟΧΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΕΝΩΣΙΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ - ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΥ


Ὅτι εἶναι ἀµετανόητοι αἱρετικοὶ οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι (=Μονοφυσῖται) καὶ τρόπον τινὰ ρυµουλκοῦν τὴν Ὀρθοδοξίαν εἰς τὸν µονοφυσιτισµόν των: Ἡ ἐµµονὴ τῶν µονοφυσιτῶν εἰς τὴν αἵρεσιν ἐκφράζεται µὲ τοὺς θεολόγους καὶ Πατριάρχας µονοφυσίτας, οἱ ὁποῖοι ὁµολογοῦν ὅτι µετὰ τὴν ἕνωσιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γί- νεται λόγος περὶ δύο φύσεων τοῦ Ἰ. Χριστοῦ. Ὁ κόπτης Πατριάρχης Σενούδα Γ΄ κατὰ τὴν Β΄ συνέλευσιν µικτῆς Ἐπιτροπῆς εἰς Anba Bishoy Νιτρίας, 20 Ἰουνίου 1989, ἐδήλωσε: «Πιστεύοµεν ὅτι ὁ Κύριος Θεὸς καὶ Σωτὴρ Ἰησοῦς Χριστός... Ἥνωσε τὴν θεότητα Αὐτοῦ µετὰ τῆς Ἀνθρωπότητος Αὐτοῦ ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως καὶ ἀχωρίστως καὶ δὲν ὁµιλοῦµεν περὶ δύο φύσεων µετὰ τὴν µυστηριώδη ταύτην ἑνότητα τοῦ Κυρίου ἡµῶν... ἀλλὰ ὁµιλοῦµεν περὶ τῆς µιᾶς ἐκείνης φύσεως, ἥτις κατὰ τὴν ἡµετέραν κατανόησιν σηµαίνει τὴν φύσιν τοῦ σαρκωθέντος Λόγου» (ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ, Ἀριθµ. 422. 1-7-1989, σελ 9-10). Ὁ αὐτὸς Σενούδα Γ΄ ἐνώπιον τῆς ∆ιορθοδόξου Ἐπιτροπῆς παλαιότερον εἰς Σαµπεζὺ ἐδήλωσεν: «Ὡς πρὸς τὰς Οἰκουµενικὰς Συνόδους, ἀποδεχόµεθα ἐξ αὐτῶν τὰς τρεῖς πρώτας... Ἀρνούµεθα τὴν Σύνοδον τῆς Χαλκηδόνος... ∆ύναµαι νὰ εἴπω τελείως ἀνοικτὰ ὅτι ὅλαι αἱ Ἀνατολικαὶ Ἐκκλησίαι δὲν δύνανται νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν Σύνοδον τῆς Χαλκηδόνος... Ἔχετε ἑπτὰ Οἰκουµενικὰς Συνόδους. Ἐὰν σᾶς λείψη µία, δὲν ἔχετε νὰ χάσετε πολλὰ πράγµατα» (Μητροπ. Μύρων Χρυσοστόµου Κωνσταντινίδου, ∆ιάλογος..., Ἐν Περ. «ΘΕΟΛΟΓΙΑ», Ἀθῆναι, 1980 τ. 51 σελ. 229). Ὥστε πρέπει νὰ ἀπορρίψωµεν καὶ ἐµεῖς τὰς Οἰκουµ. Συνόδους καὶ δὲν χάνοµεν! Ὅµως «ὅστις ὅλον τὸν νόµον τηρήσῃ, πταίσῃ δὲ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος» (Ἰακ. 2, 10). Βεβαιώνουν διὰ τῶν δηλώσεών των οἱ µονοφυσῖται ὅτι ἐµµένουν εἰς τὴν αἵρεσιν, ὅπως λέγει καὶ ὁ Μ. Βασίλειος: «οἱ (=αὐτοὶ) τό γε ἀληθὲς οὔτε ἴσασιν (=γνωρίζουν), οὔτε µαθεῖν ἀνέχονται, πρὸς µὲν τοὺς τὴν ἀλήθειαν αὐτοῖς ἐπαγγέλλοντας φιλονεικήσαντες, τὴν δὲ αἵρεσιν δι’ ἑαυτῶν ἐπιβεβαιώσαντες» (Μ. Βασίλειος Ρ.G. 32, 893). Κατ' οὐσίαν δὲν µετενόησαν οἱ µονοφυσῖται, δὲν ἦλθαν εἰς τὸ πλοῖον τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ἕνα πλοῖον τῆς Μίας Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τρόπον τινὰ ρυµουλκοῦν τὴν Ὀρθοδοξίαν εἰς τοὺς ταραχώδεις κόλπους τῆς αἱρέσεως. Παραµένουν ἐχθροὶ τῆς Χριστολογίας καὶ τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων. ∆ιὰ τοῦτο ἀκούοµεν τὸν Ἰγνάτιον, τὸν θεοφόρον λέγοντα: «Φεύγετε οὖν τὰς αἱρέσεις· τοῦ διαβόλου γὰρ ἐφευρέσεις εἰσὶν» (ΒΕΠ. 2, 302). Ὁ Ἐπιφάνιος Κύπρου λέγει ὅτι αἱ αἱρέσεις εἶναι «δηλητηριώδεις ὄφεις». (Ρ.G. 42, 177Α). Εἰς τὴν Ἐγκύκλιον τῆς ἐν Κων/πόλει Συνόδου 1722 ὑπάρχει ἡ προτροπή: «...νὰ φυλάττετε τὴν πατροπαράδοτόν σας πίστιν καὶ νὰ µένετε στερεῶς µέσα εἰς τὰ ὅρια τῆς Ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας... Ὅστις δὲ τολµήσει νὰ ἀθετήση τὰ δόγµατα τῆς Ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ νὰ παρασαλεύση κανένα ἀπὸ αὐτὰ καὶ νὰ δεχθῆ κανένα νεωτερισµὸν καὶ ἀπάτην... ἂς γνωρίζη... ὅτι ἁµαρτάνει θανάσιµα, ἐπειδὴ καὶ εὐγαίνει ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς εὐσεβείας καὶ γίνεται ὑπόδικος καὶ ὑπεύθυνος τῇ αἰωνίᾳ κολάσει καὶ ὡσὰν ἀσεβὴς καὶ αἱρετικὸς λογισθήσεται παρὰ Θεῷ...» (Ἐν Ἰω. Καρµίρῃ, Τὰ ∆ογµατικὰ καὶ Συµβ. Μν. τ. 2, 858). Δὲν ὑπάρχει δικαιολογία, ὅτι χάριν ἀγάπης πρέπει νὰ ἀποδεχθῶµεν ἀµετανοήτους αἱρετικοὺς καὶ νὰ µεταποιήσωµεν τὴν Ὀρθοδοξίαν εἰς αἵρεσιν. Ὁ Ἰω. Χρυσόστοµος λέγει ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ὑπάρχη πρὸς πάντας φιλία, εἰρήνη, ἀγάπη, ἀλλὰ «δέος (=φόβος) µή τις παραφθαρθῆ ὑπὸ τῆς τῶν αἱρετικῶν ἀγάπης... ἵνα µηδὲν νόθον δόγµα τῷ τῆς ἀγάπης προσχήµατι παραδέχησθε... οὐχ οὕτως ἀγαπᾶτε, ὥστε ὑπὸ τῆς φιλίας βλάπτεσθε» (Ρ.G. 62, 191). Ἡ Ὀρθόδοξος Ἀντιπροσωπία εἰς Β΄ Συνέδριον Π.Σ.Ε. εἰς Evanston τὸ 1954 ἐδήλωσεν: «Ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου ἡ ἐπανένωσις τῆς Χριστιανοσύνης... εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῆ µόνον ἐπὶ τῇ βάσει ὁλοκλήρου τῆς δογµατικῆς πίστεως τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, ἄνευ οἱασδήτινος προσθαφαιρέσεως ἤ ἀλλοιώσεως». (Ἰω. Καρµίρη, Δογµ. Συµ. Μν. τ. 2, 973). Ὁ Χ. Ἀνδροῦτσος λέγει: «Οἱ ἑτερόδοξοι, οἱ ἐπὶ µέρους ἀληθείας ἀρνούµενοι, εἶναι ἐξ ἴσου αἱρετικοί»... (Αἱ Βάσεις τῆς Ἑνώσεως Ἐκκλησιῶν, Κων/πολις, 1905 σελ. 16). Ὁ Μ. Βασίλειος ὀνοµάζει τοὺς αἱρετικοὺς «ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας» καὶ «ἐχθροὺς τῆς ἀληθείας». (ΕΠΕ 2, 14). Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀγαπήσωµεν τὴν αἵρεσιν καὶ µισήσωµεν τὸν Χριστόν. Θὰ ἀγαπῶµεν τοὺς αἱρετικοὺς καὶ καλῶµεν αὐτοὺς εἰς µετάνοιαν καὶ ἀποδοχὴν τῆς Ὀρθοδόξου ἀληθείας, ὅπως λέγει ὁ Ἰω. Χρυσόστοµος: «Μισεῖν µέν, οὐκ ἐκείνους δέ, ἀλλὰ τὸ δόγµα... τὴν διεφθαρµένην γνώµην...» (Ρ.G. 61, 282). Χάριν τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ εἶναι προτιµότερος ὁ πόλεµος, ὅπως λέγει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Κρείπων (=καλύτερος) γὰρ ἐπαινετὸς πόλεµος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ». (ΕΠΕ 1, 176). Καλούµεθα λοιπὸν νὰ εἴπωµεν: Εἰρήνη µὲ τὸν Θεόν, ὄχι ἔχθρα, χάριν ψευδενώσεως µὲ τοὺς µονοφυσίτας. Ὅποιος λέγει λοιπὸν ὅτι οἱ αἱρετικοὶ µονοφυσῖται εἶναι Ὀρθόδοξοι καὶ ὑπογράφει ταύτισιν Πίστεως καὶ Παραδόσεως καὶ ἀποδέχεται πλήρη ἀποκατάστασιν κοινωνίας µυστηριακῆς, ἀσφαλῶς δὲν εἶναι Ὀρθόδοξος, γίνεται σύµµορφος τῶν αἱρετικῶν καὶ πίπτει ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του τὸ ἀνάθεµα τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων κατὰ τῶν αἱρετικῶν. Ἂς ἀκούσωµεν τὴν φωνὴν τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τοῦ 1848: «Κρατῶµεν τὰς ὁµολογίας... ἀποστρεφόµενοι πάντα νεωτερισµὸν ὡς ὑπαγόρευµα τοῦ διαβόλου· ὁ δεχόµενος νεωτερισµόν, κατελέγχει ἐλλιπῆ τὴν κεκηρυγµένην Ὀρθόδοξον πίστιν. Ἀλλ’ αὕτη πεπληρωµένη ἤδη ἐσφράγισται... καὶ ὁ τολµῶν ἢ πρᾶξαι ἢ συµβουλεῦσαι ἢ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἑκουσίως καθυπεβλήθη εἰς τὸ αἰώνιον ἀνάθεµα διὰ τὸ βλασφηµεῖν εἰς τὸ Πνεῦµα τὸ Ἅγιον, ὡς τάχα µὴ ἀρτίως λαλῆσαν ἐν ταῖς Γραφαῖς καὶ διὰ τῶν Οἰκουµενικῶν Συνόδων» (Ἰω. Καρµίρη, ∆ογµατικὰ καὶ Συµβ. Μν. τ. 2, σελ. 922). 

 

Η ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΕΣ


Ἥ Ἁγία Σύνοδος τῆς Ἀντιοχείας ἀπεφάσισε τά ἑξῆς: 1. Τόν πλήρη καί ἀμοιβαῖο σεβασμόν τῶν δύο ἐκκλησιῶν ὡς πρός τό τελετουργικόν των, τήν πνευματικότητα, τήν κληρονομίαν καί τούς ἁγίους πατέρας καί τήν πλήρη προστασίαν τῶν λειτουργικῶν πράξεων καί τῆς Ἀντιοχείας καί τῆς Συρίας. 2. Τήν ἐνσωμάτωσιν τῶν πατέρων καί τῶν δύο ἐκκλησιῶν καί τῆς παραδόσεως τῶν γενικῶς εἰς τά χριστιανικά ἐπιμορφωτικά προγράμματα καί τήν θεολογίαν καθηγητῶν καί μαθητῶν. 3. Τήν ἀποφυγήν τοῦ νά δέχωνται μέλη μιᾶς ἐκκλησίας εἰς τήν ἄλλην, ὅποιοι καί ἄν εἶναι οἱ λὀγοι. 4. Τήν διοργάνωσιν συνάξεων τῶν δύο Συνόδων ὁποτεδήποτε ὑπάρξει ἀνάγκη. 5. Νά παραμείνει κάθε Ἐκκλησία ὡς σημεῖον ἀναφορᾶς διά τά μέλη της εἰς θέματα ἀφορῶντα γάμον, διαζύγιον, υἱοθεσίαν κλπ. 6. Ἐάν δύο ἐπίσκοποι δύο διαφορετικῶν ἐκκλησιῶν συναντηθοῦν διά πνευματικήν τελετήν, θά προῒσταται ἐκεῖνος πού θά ἔχει τό μεγαλύτερον ποίμνιον. Ἀλλά ἄν εἶναι εἰς τό μυστήριον τοῦ γάμου, θά προῒσταται ὁ ἐπίσκοπος τῆς ἐκκλησίας τοῦ νυμφίου. 7. Ὅτι ἔχει ἀναφερθῆ προηγουμένως δέν ἰσχύει κατά τόν συνεορτασμόν Ἐπισκόπων εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν. 8. Ὅτι ἔχει λεχθῆ εἰς τό ὑπ’ ἀριθμ.6 ἄρθρον, ἰσχύει διά τούς κληρικούς καί τῶν δύο ἐκκλησιῶν. 9. Ἐάν ἕνας ἱερεύς μιᾶς ἐκ τῶν δύο ἐκκλησιῶν τύχη νά εἶναι εἰς κάποιαν περιοχήν, θά τελέση τά θεῖα μυστήρια διά τά μέλη καί τῶν δύο ἐκκλησιῶν, συμπεριλαμβανομένης καί τῆς Θείας Λειτουργίας καί τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου. Ὁ ἴδιος ἱερεύς θά κρατήση ἀνεξάρτητον ἀρχεῖον καί διά τάς δύο ἐκκλησίας καί θά μεταφέρη τήν καταγραφήν τῶν μελών τῆς ἀδελφῆς ἐκκλησίας εἰς τήν πνευματικήν της ἐξουσίαν. 10. Ἐάν δύο ἱερεῖς καί τῶν δύο ἐκκλησιῶν τύχη νά εὐρίσκωνται εἰς κάποιαν κοινότητα, θά ἐναλλάσσονται, καί εἰς περίπτωσιν συνεορτασμοῦ θά προῒσταται ἐκεῖνος μέ τό μεγαλύτερον ποίμνιον. 11. Ἐάν ἐπίσκοπος ἀπό μίαν ἐκκλησίαν καί ἕνας ἱερεύς ἀπό τήν ἀδελφήν Ἐκκλησίαν τύχη νά συνεορτάζουν, θά προῒσταται, ὅπως εἶναι φυσικόν, ὁ ἐπίσκοπος, ἀκόμη καί ἄν εὑρίσκεται εἰς τήν κοινότητα τοῦ ἱερέως, ἐφ’ ὅσον θά ὑπάρχουν λαϊκοί καί ἀπό τάς δύο ἐκκλησίας. 12. Χειροτονίαι εἰς τούς βαθμούς τής ἱερωσύνης γίνονται ἀπό τήν πνευματικήν ἀρχήν τῶν ὑποψηφίων εἰς κάθε ἐκκλησίαν, κατά προτίμησιν, μέ τήν παρουσίαν ἀδελφῶν ἀπό τήν ἄλλην ἀδελφήν Ἐκκλησίαν. 13. Ἀνάδοχοι καί μάρτυρες γάμου ἐπιτρέπεται νά ἐπιλέγωνται ἀπό τά μέλη καί τῶν δύο ἐκκλησιῶν χωρίς διάκρισιν. 14. Εἰς ὅλας τάς κοινάς ἑορτάς θά προῒσταται ὁ ἀρχαιότερος τῆ τάξει ἱερεύς. 15. Ὅλοι οἱ ὀργανισμοί τῶν δύο Ἐκκλησιῶν θά συνεργάζωνται εἰς ὅλα τά θέματα, μορφωτικά, παιδείαν καί κοινωνικά διά τήν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀδελφικοῦ πνεύματος. Σᾶς ὑποσχόμεθα, μέ αὐτήν τήν εὐκαιρίαν, ὅτι θά συνεχίσωμεν νά ἐνισχύωμεν τήν σχέσιν μας μέ τήν ἀδελφήν Ἐκκλησίαν καί ὅλας τάς ἄλλας Ἐκκλησίας μέ σκοπόν νά γίνωμεν ὅλοι μία κοινότητα κάτω ἀπό ἕνα Ποιμένα (Γιά τό κείμενο τῆς ἐγκυκλίου τοῦ πεπτωκότος πατριαρχείου τῆς Ἀντιόχειας βλ. περιοδικόν ˝Ὀρθόδοξη Μαρτυρία˝, τεῦχος 79ον και τήν σειρά τῶν ἄρθρων στόν ˝Ὀρθόδοξο Τύπο˝, ἀναφορικά μέ τήν προδοτική συμφωνία τοῦ Σαμπεζύ στά φύλλα 1160 καί 1329).


ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου