ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΑΝΑΞΙΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΩΦΕΛΙΜΟΣ



Ἐν τοῖς χρόνοις οἷς περ ἐμαρτύρησεν ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Μερκούριος

ἦν τις ἱερεύς ἐν τῇ αὐτῇ χώρᾳ μέθυσος πάνυ· 

ἀεί ἐν τοῖς καπηλείοις μετά τῶν οἰνοποτῶν διέτριβεν. 

Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν, ἄρχων τις τῆς αὐτῆς χώρας 

ἔστειλε τήν ἑαυτοῦ δούλην πρός τόν οἶκον τοῦ ἱερέως 

καί ηὗρε τήν ἑαυτοῦ πρεσβυτέραν καί λέγει αὐτῇ· 

ποῦ ἐστιν ὁ ἱερεύς; Ἡ δέ λέγει· 

οὐκ οἶδας ὅτι ἐν τοῖς καπηλείοις ἐστίν; 

Ἡ δέ δούλη τοῦ ἄρχοντος εἶπεν· 

ὁ αὐθέντης μου μέ ἔστειλεν, 

ὅτι αὔριον ἔχει λειτουργίαν εἰς μνημόσυνον 

τῶν γονέων αὐτοῦ. 

Ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθεν. 


Ἡ δὲ πρεσβυτέρα ἔχουσα καὶ αὐτῇ δούλην εἶπε πρὸς αὐτήν· ἑγὼ μὲν ἀπέρχομαι εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρός μου ὅπως κοιμηθῶ ἐκεῖ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ αὐθέντης σου ὁ ἱερεύς, ἀνάπαυσον αὐτὸν ἐν τῇ κλίνῃ καλῶς, διότι μέλλει αὔριον λειτουργήσει. Ὡς δ᾿ ἑσπέρα ἐγένετο, ἦλθεν ὁ ἱερεὺς μεθυσμένος πολὺ καὶ ἀνέπεσεν εἰς τὴν κλίνην αὐτοῦ. Ἡ δὲ δούλη αὐτοῦ ἐπειδὴ εἰσῆλθεν ὁ διάβολος ἔσω αὐτῆς ἔπεσε πλησίον τοῦ ἱερέως. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ ἱερεύς, συνεγένετο μετ᾿ αὐτῆς νομίσας ὅτι ἡ πρεσβυτέρα αὐτοῦ ἐστι. Πρωΐας δὲ γενομένης, ἐλθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα ηὗρεν αὐτὸν ὑπνοῦντα ἐν τῇ κλίνῃ καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀνάστα ψάλλε τὴν ἀκολουθίαν σου, διότι ὁ δεῖνα ἄρχων ἔχει λειτουργίαν τῶν γονέων αὐτοῦ. Ὁ δὲ ἱερεὺς στρέψας εἰς τὸ ἕτερον μέρος ἀφύπνωσε. Καὶ πάλιν ἐλθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα λέγει· οὐκ εἶπά σοι, ἀνάστα, διότι μέλλεις σήμερον λειτουργῆσαι; Ὁ δὲ ἱερεὺς μειδιάσας λέγει αὐτῇ· Τί λέγεις ταλαίπωρε; οὐκ οἶδας τί ἐποιήσαμεν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· ἀλλὰ λέγεις λειτουργῆσαι ἔχω; Ἡ δὲ πρεσβυτέρα εἶπε· τί ἐποιήσαμεν; ἐγὼ γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου ἐκοιμήθην. Τότε ὁ ἱερεὺς λέγει· ἐγὼ τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἔπεσον μετὰ γυναικός, καὶ τίς ἦν ὁ θηρεύσας ἡμᾶς; Τότε ἠρώτησαν τὴν δούλην. Ἡ δὲ εἶπεν· ὁ Σατανᾶς ἐπείραξέ με καὶ ἔπεσα πλησίον αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ἔπεσε μετ᾿ ἑμοῦ. Τότε ἔκλαυσαν καὶ ἐλυπήθησαν οὐκ ὀλίγον· εἶτα λέγει ὁ ἱερεύς· Σιωπήσατε μήπως καὶ εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν κρατούντων εἰσέλθῃ, καὶ οὐ μετρίως κολάσουσιν ἡμᾶς· ὁ γὰρ Θεὸς εὔσπλαγχνός ἐστι καὶ πολυέλεος, καὶ δι᾿ ἐξομολογήσεως ἐξιλεώσας ἔχω αὐτόν. Ὅμως ἔψαλλεν ὀλίγην ἀκολουθίαν αὐτοῦ, καὶ ἐντραπεὶς τὸν ἄρχοντα ἐπορεύθη λειτουργῆσαι. Μετὰ δὲ τὴν προσκομιδήν, ὅταν εἶπε τὴν εὐχήν, «ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ τὸν οὐράνιον ἄρτον κ.λ.π.» ἦλθεν ὁ ἄγγελος ἵνα τελειώσῃ τὰ ἅγια δῶρα, καὶ ἰδὼν τὸν ἱερέα, λέγει πρὸς αὐτόν· ὦ ἀφωρισμένε τοῦ Θεοῦ, πῶς ἐτόλμησες εἰσελθεῖν λειτουργῆσαι τὰ θεῖα μυστήρια; οὐκ οἶδας ὅτι βέβηλος καὶ ἀκάθαρτος εἶ διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἣν ἔπραξας ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ; ἡμεῖς ἀσώματοι καὶ ἄϋλοι ὄντες, εὐλαβούμεθα ἰδεῖν τὸ ἅγιον πρόσωπον τῆς μακαρίας Θεότητος, ἀλλὰ ταῖς πτέρυξιν ἡμῶν περικαλύπτοντες τὰ πρόσωπα, παριστάμεθα μετὰ φόβου καὶ φοβεροῦ τρόμου, καὶ σὺ καταφρονῶν ἐτόλμησας ἐπιχειρῆσαι τὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ἐπὶ στόματος φαγεῖν μέλλεις; Ὁ δὲ ἱερεὺς ἀντεῖπεν εἰς τὸν ἄγγελον· Ἐπειδὴ οὕτω μὲ ἀφώρισας, ἔσο καὶ σὺ ἀφωρισμένος. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς ἀπεπτερώθη ὁ ἄγγελος καὶ ἔμεινεν ὡς ἄνθρωπος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ· ὁ δὲ ἱερεὺς οὐκ εἰδὼς τοῦτο, ἀλλὰ μετὰ τὴν θείαν λειτουργίαν ἦλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἄρχοντος, καὶ ἀριστήσας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. Μετὰ δὲ ἡμέρας τινὰς ἀπέθανεν ἄνθρωπός τις ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἐκάλεσαν τοὺς ἱερεῖς ἐπὶ τὸ ψάλλειν τὸ λείψανον, διότι ἦσαν καὶ ἄλλοι ἱερεῖς εἰς ἐκείνην τὴν χώραν διότι ἦν ἡ μεγίστη. Ἐκάλεσαν καὶ αὐτὸν τὸν ἱερέα· καὶ εἰπόντων τῶν ἱερέων τὴν εὐχήν, ἦλθε καὶ οὗτος ὁ ἱερεὺς ἵνα εἴπῃ τὴν εὐχήν. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ὅταν εἶπε, «ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάπαυσις», εὐθὺς ὁ νεκρὸς ἀνεκάθισε, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα· ὅτι ἂν καὶ νεκροὺς ἀναστήσῃς, ἀλλ᾿ οὐκ εἶ ἄξιος τοῦ φορέσαι ἐπιτραχήλιον, ἢ λειτουργῆσαι ἢ ποιῆσαι ἱερατικόν τι. Καὶ ταῦτα εἰπὼν ὁ νεκρὸς πάλιν κατέπεσεν· οἱ δὲ λαοὶ καὶ οἱ λοιποὶ ἱερεῖς ἰδόντες τὸ παράδοξον τοῦτο θαῦμα ἐξέστησαν ἅπαντες. Εἶτα λέγουσι πρὸς τὸν ἱερέα· τί ἐστι τοῦτο τὸ ἐξαίσιον καὶ μέγα θαῦμα; Τότε ὁ ἱερεὺς ἐξωμολογήσατο ἐνώπιον πάντων τὸ ἑαυτοῦ ἁμάρτημα. Τότε λέγουσιν οἱ λοιποὶ ἱερεῖς· ἀπὸ τοῦ νῦν οὐ συμφοροῦμέν σοι, καὶ ὡς θέλεις μόνος ποίησον. Καὶ ἀπῆλθε λυπούμενος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ ἀπήγγειλε τὰ γενόμενα. Τότε λέγει πρὸς τὴν πρεσβυτέραν αὐτοῦ· τὶ ποιήσω ἄρτι; ἑτέραν ἐπιστήμην οὐ γινώσκω, πῶς ἔχω θρέψαι ὑμᾶς; ἀλλ᾿ οὖν ἀπέλθωμεν ἐν ἑτέρῳ τόπῳ, ἔνθα οὐδεὶς γιγνώσκει ἡμᾶς, καὶ ἐκεῖσε διαβιώσωμεν τὸ ἐπίλοιπον τῆς ζωῆς ἡμῶν. Ἀναστάντες δὲ ἀπῆλθον ἐν ἑτέρᾳ πόλει, ὅπου οὐδεὶς ἐγίγνωσκεν αὐτούς, καὶ ἐλειτούργει ἐκεῖσε. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! καθὼς ἦν ὅτε ἀφώρισε τοῦτον ὁ ἄγγελος οὕτως ἦν, πλὴν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐγένετο μέλαν. Ἀποθανούσης δὲ τῆς πρεσβυτέρας καὶ τῶν τέκνων αὐτοῦ, μόνος ἔζη ἐν τριακοσίοις καὶ ἑβδομήκοντα χρόνοις. Ὅμως ὑπῆρχεν ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἐπίσκοπος ἀξιόλογος καὶ δίκαιος πάνυ. Ἦλθεν ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Μερκουρίου καί τις ἄρχων τῆς πόλεως ἐκείνης ἑόρταζε τὴν τούτου ἑορτὴν καὶ προσεκάλεσεν ὁ ἄρχων τὸν ἀρχιερέα, εὑρέθη δὲ καὶ ὁ ἱερεὺς ἐκεῖ· εἰς δὲ τὴν τράπεζαν ἤρχισεν ὁ ἀρχιερεὺς καὶ ἐδιηγεῖτο τὸ συναξάριον τοῦ ἁγίου καὶ πλατύτερον ἔλεγε τοῖς εὑρισκομένοις ἐν τῇ τραπέζῃ, ὁπότε ὑπολαβὼν ὁ ἱερεὺς ἔφη· Σὺ μὲν δέσποτά μου ἅγιε, ἐκ τοῦ ἁγίου συναξαρίου ἐπίστασαι τοὺς τοῦ ἁγίου ἄθλους, ἐγὼ δὲ ἀκριβῶς ἐπίσταμαι αὐτοὺς καὶ διότι ἤμην ἐκεῖσε παρὼν καὶ ἔβλεπον καλῶς τὸν Μάρτυρα ἀγωνιζόμενον καὶ ἀθλοῦντα καὶ ὡς ὅτι γείτων μου ἦν, καὶ πολλάκις συνεστιάθην αὐτῷ πρότερον. 

Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ἀτενίσας πρὸς τὸν ἱερέα ἔφη· Σὺ οὔπω τεσσαρακοντούτης ὢν πῶς τὸν ἅγιον οἶδας; Ἀφ᾿ ὅτου ἐμαρτύρησεν ὁ ἅγιος Μερκούριος μέχρι τοῦ νῦν ὑπολογίζονται ἔτη 370, καὶ σὺ οὔπω ἦς γεγεννημένος καὶ ταῦτα οἶδας; Τοῦ δὲ μεθ᾿ ὅρκου εἰπόντος ὅτι ἀληθῶς λέγει καὶ οὐ ψεύδεται, ὁ ἀρχιερεὺς ἔγνω ὅτι ἦν τι πρὸς αὐτόν· καὶ λαβὼν αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν λέγει αὐτῷ· Εἰπέ μοι πάντα τὰ κατὰ σὲ ἐν ἐξομολογήσει καθαρᾷ. Τότε ὁ ἱερεὺς ἐξεῖπε πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ πῶς ἐξέπεσε μετὰ τῆς δούλης αὐτοῦ, καὶ πῶς μετὰ ἀγγέλου ἀφορισθέντες, ἀσυνδιαλλάγητοι ἔμειναν. Τότε ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ, γίνωσκε ὅτι ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου εἶ δεδεμένος, καὶ μέχρι τοῦ νῦν ζῇς καὶ οὐ θνῄσκεις εἰς ἀπεράντους αἰῶνας, ἀλλ᾿ ἄπελθε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐκείνην ἔνθα τὸν δεσμὸν ἐποιήσατε· διότι ἔτι καὶ νῦν ὁ ἄγγελος ἐκεῖ ἐστιν, ἐπειδὴ ὁ εἷς τὸν ἕτερον ἔδησεν. Ὁ δὲ ἱερεὺς ἀπεκρίθη· οὐ δύναμαι, ἅγιε τοῦ Θεοῦ δέσποτά μου, τοῦτο ποιῆσαι, διότι τὸ διάστημα τῆς ὁδοῦ ἀπέχει πολύ, καὶ ἔξοδον οὐκ ἔχω, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἵππός μοι ἐστι πρὸς ἱππασίαν. Τότε λέγει ὁ Ἀρχιερεὺς πρὸς αὐτόν· ἐὰν μὴ πορευθῇς ἐκεῖσε, οὔτε σὺ τελευτᾷς, οὔτε ὁ ἄγγελος πτεροῦται ὅπως ἀνέλθῃ εἰς οὐρανούς. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς πάλιν οἰκτείρας αὐτὸν ἀποκρίνεται· ἐπειδὴ λέγεις ὅτι οὐκ ἰσχύεις, ποιήσω ἔλεος πρὸς σέ, καὶ πορευθῶμεν ὁμοῦ καὶ δώσω σοι ἵππον καὶ τὸ ἔξοδον ἐγὼ ποιήσω. Καὶ εὐθὺς εἴχοντο τῆς ὁδοῦ, καὶ ἀπῆλθον ἕως τῆς χώρας τοῦ ἱερέως· ἡ δὲ ἦν ἠρημωμένη καὶ οὐδένα ηὗραν, οὔτε οἰκίαν οὔτε ἄλλο τι. Ὁ οὖν ἀρχιερεὺς ἠρώτησεν· αὕτη σου ἐστὶν ἡ χώρα; Καὶ ὁ ἱερεύς· αὕτη ἐστίν, ἀλλ᾿ ἠρημώθη, δέσποτά μου ἅγιε. Καὶ ὁ ἀρχιερεύς· οὐ γινώσκεις ποῦ ἦν ἡ Ἐκκλησία; Καὶ ἀτενίσας ὁ ἱερεὺς εἶδε δένδρα ὡς ἀπὸ διαστήματος τῆς ποτε χώρας αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ὡς εἰκάζω, ἐκεῖ ὀποῦ φαίνονται τὰ δένδρα ἐστὶν ἡ Ἐκκλησία. Καὶ πορευθέντες ἐκεῖ, ηὗραν τὸν ναὸν κεχαλασμένον, πλὴν ὀλίγον μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου βήματος ἵστατο, καὶ ἀφ᾿ οὖ ἐκεῖσε ἐπέζευσαν ἐκ τῶν ἵππων, λέγει ὁ ἀρχιερεύς· ἄπελθε εἰς τὸ βῆμα. Καὶ εἰσελθὼν ὁ ἱερεὺς ηὗρε τὸν ἄγγελον ἱστάμενον ἐκεῖσε. Καὶ λέγει ὁ ἄγγελος· ἔτι ζῇς πτωχὲ ἱερεῦ; Ὁ δὲ ἱερεὺς λέγει· ναὶ ἔτι ζῶ, ἀλλὰ καὶ σὺ ἔτι αὐτοῦ ἵστασαι; Καὶ λέγει ὁ ἄγγελος· καλῶς ἦλθες, ἵνα συγχωρηθῶμεν συναλλήλως. Λέγει ὁ ἱερεύς· εὐλόγησον ἅγιε ἄγγελε τοῦ Θεοῦ, συγχώρησόν μοι. Ὁ δὲ ἄγγελος εἶπε· συγχώρησον ἐμοὶ σὺ πρῶτον, καὶ τότε κἀγώ σοι, διότι ἐὰν συγχωρήσω σοι πρῶτον, ἔχεις ἀναλύσαι αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, καὶ ἑγὼ μένω εἰς τὸν δεσμόν. Τότε λέγει ὁ ἱερεύς· ἐὰν καὶ ἑγὼ συγχωρήσω σοι, ἔχεις πτερωθῆναι καὶ ἀνελθεῖν εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ ἑγὼ μένω εἰς τὸν δεσμόν. Τότε λέγει ὁ ἄγγελος· ὀμνύω εἰς τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ τὸν ἀσάλευτον, ὅτι οὐ μὴ ἀφήσω σε ἐν τῷ δεσμῷ. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ταῦτα διήκουεν ἔξωθι. Ὅθεν λέγει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν ἄγγελον· ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἂς εἶσαι συγχωρημένος παρ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Καὶ εὐθύς, ὢ τοῦ θαύματος! ἐπτερώθη ὁ ἄγγελος καὶ ἔπτη εἰς τὸ ὕψος, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα· ἂς εἶσαι συγχωρημένος καὶ σὺ ὦ πρεσβύτερε· καὶ πρὶν τετελειῶσθαι τοῦ ἀγγέλου τὴν φωνήν, εὑρέθησαν τὰ ὀστέα τοῦ ἱερέως σωρηδὸν ἐν τῷ τόπῳ οὗ εἰστήκει. Ὅθεν ὁ ἀρχιερεὺς εἶπε πρὸς τὸν ἄγγελον· ὦ ἅγιε ἄγγελε, δέομαί σου, πλήρωσόν μοι μίαν αἴτησιν καὶ ψάλλε τινὰ ἀγγελικὸν ὕμνον ἵνα ἀκούσω κἀγώ. Ὁ δὲ ἄγγελος εἶπε· τοῦτο οὐκ ἔστι δυνατόν· ἐν ᾗ ἂν ὥρᾳ ἀκούσῃς τῆς ἀγγελικῆς φωνῆς, ἀναλῦσαι ἔχεις τῶν τῇδε· οὐκ ἔξεστι γὰρ σάρκα θνητὴν ἀκοῦσαι ἀγγέλου φωνὴν καὶ ζῆσαι πλὴν διὰ τὴν ἥν περ ἐποίησας καὶ εἰς ἑμὲ καὶ εἰς τὸν ἱερέα μεγάλην ἀγαθωσύνην, μένε ὀλίγον ἵνα ἀνέλθω ἕως τρίτον τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ψάλλω ἐκεῖσε καὶ ἀκούσας μόλις δυνήσει βαστᾶσαι. Ὅθεν ἀνελθὼν ἕως τρίτον οὐρανοῦ, ἔψαλλε τὸ Ἀλληλούϊα· ἐκ δὲ τῆς γλυκείας μελῳδίας ἔπεσεν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπὶ τῆς γῆς ὡσεὶ νεκρός, ἕως τρεῖς ὥρας καὶ μόλις καὶ χαλεπῶς συνελθὼν εἰς ἑαυτὸν ἀνέστη. Εἶτα τῷ Θεῷ εὐχαριστήσας ὑπέστρεψεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ, καὶ ἔγραψε τὴν διήγησιν ταύτην τοῦ ἱερέως εἰς πολλῶν ὠφέλειαν, ἵνα ἀκούοντες καὶ ἡμεῖς οἱ ῥᾴθυμοι διορθώμεθα, καὶ προσεκτικοὶ καὶ σπουδαῖοι γινώμεθα, καθαροί τε λογισμῶν αἰσχρῶν καὶ ἐπιθυμιῶν ἀπρεπῶν. Ὅτε τὴν ἱερωσύνην ἐπιτελοῦμεν ὀφείλομεν εἶναι ἀμέτοχοι λαγνείας· καὶ ἀσελγείας, διότι ὁ ἔχων ἐπιθυμίαν εἰς πορνείαν καὶ εἰς σαρκικὰ καὶ εἰς ἄλλα πάθη, πολυφαγίαν τε καὶ πολυποσίαν, μέθην καὶ φιλαργυρίαν, μνησικακίαν, κενοδοξίαν, ὑπερηφάνειαν, ἀνάξιος καθίσταται τῆς ἱερωσύνης καὶ καταφρονητὴς καὶ ὑβριστὴς τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων· διὰ τοῦτο προοφείλομεν ἀμίαντοι ὑπάρχειν, ὅτε μέλλομεν παρίστασθαι τῇ ἁγίᾳ Τραπέζῃ καὶ ὅτε τὴν φρικτὴν ἱερουργίαν ἐπιτελοῦμεν. Πολλοί τινες καταφρονητικῶς ταύτην ἐπιτελοῦσι, καὶ οὔτε ἐξομολόγησιν ποιοῦσιν, οὔτε τὴν συνήθη ἀκολουθίαν ψάλλουσιν, ὡς μὴ μέλλοντες δῆθεν ἀποθανεῖν, οἱ κατ᾿ ἐμὲ τάλανες, ἀμνημονοῦντες τὴν φοβερὰν τοῦ Κυρίου ῥητὴν ἐντολήν· ὁ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ μὴ ποιήσας, πολλὰ δαρήσεται· ἤγουν ὅποιος ἠξεύρει τὸ θέλημά μου καὶ δὲν τὸ κάμνει, ἐκεῖνος μεγάλως θὰ κολασθῇ. Τὸ λοιπὸν ἀδελφοί μου, ἰδοὺ ἐμάθαμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰς τὴν γῆν μεγαλύτερον τῆς ἱερωσύνης, οὔτε βασιλεία, οὐδὲ ἄλλο τίποτε, καὶ ὅποιος εἶναι ἀνάξιος τῆς θείας μυσταγωγίας καὶ δὲν παύσῃ, ἐκεῖνον ἐὰν τὸν εὕρῃ ὁ θάνατος ἀμετανόητον, κολάζεται μετὰ τοῦ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτου εἰς ἐκείνην τὴν κόλασιν, ὁποῦ ἄλλη χειροτέρα δὲν εἶναι.



Τοίνυν καί ἡμεῖς οἱ ἀναγινώσκοντες καί ἀκούοντες ταῦτα, 

ἐκβιασώμεθα ἑαυτούς ἀπό πάσης ἁμαρτίας, 

καί ποιήσωμεν τό θέλημα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, 

ὅπως ἀξιωθῶμεν τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ παραστάσεως εἰς τήν δευτέραν αὐτοῦ Παρουσίαν, 

καί κληρονόμοι τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν γενώμεθα 

μετά τῶν δικαίων ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, 

ᾧ ἡ δόξα καί τό κράτος καί ἡ προσκύνησις, 

σύν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί, 

καί τῷ παναγίῳ καί ἀγαθῷ καί ζωοποιῷ αὐτοῦ 

Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 

Ἀμήν.
 

Εκ χφ. κώδ. 229 ιζ´ αἰ. τῆς Ἱ. Μ. Διονυσίου Ἁγ. Ὄρους. 
Εκ του Ιστότοπου ''Nektarios.gr''. 
Πρωτότυπος τίτλος: ''Περί τίνος Ιερέως πάνυ ωφέλιμος και θαυμάσιος''. 
Τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου