ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ



Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 

Ἀμήν! 



Ψαλμὸς ρμβʹ (ὴ 142) Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου· Καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος· καὶ ἠκηδίασεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, εν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρὸς Σὲ τὰς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου· Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν Σου ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωῒ τὸ ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοὶ ἤλπισα· Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς Σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου· Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρὸς Σὲ κατέφυγον· δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά Σου, ὅτι Σὺ εἶ ὁ Θεός μου· Τὸ πνεῦμά Σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με· Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου· καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου· Καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός Σού εἰμι. Καὶ ψάλλονται τὰ ἑξῆς· Ἦχος δʹ. Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου (τετράκις). Καὶ τὰ τροπάρια· Ἦχος δʹ. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ. Τῇ τῶν εἰδώλων μαθητεύσας μαντείᾳ, δαιμονικὴν προσεβεβαίωσας πρᾶξιν, Κυπριανὲ ἀοίδιμε, Χριστοῦ Ἀθλητά· ὕστερον δὲ ρήμασιν, Ἰουστίνης παρθένου, ἔμαθες μυστήρια, οὐρανίου σοφίας· καὶ Ἱεράρχης γέγονας Χριστοῦ, Ἀντιοχείας, ποιμάνας τὸ ποίμνιον. Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Διὰ βασάνων καὶ πυρὸς διελθόντες, Κυπριανὲ σὺν Ἰουστίνῃ τῇ θείᾳ, καὶ τὴν τομὴν δεξάμενοι, τοῦ ξίφους ὁμοῦ· νίκης ἀνεδέξασθε, τὸ οὐράνιον στέφος, ἔνθα καὶ πρεσβεύετε, ἐκτενῶς τῷ Κυρίῳ· τοῦ θεραπεύειν πάθη χαλεπά, τοῖς προσιοῦσιν, ὑμῖν μετὰ πίστεως. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Οὐ σιωπήσωμέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι· εἰ μὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο, ἐκ τοσούτων κινδύνων; τίς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ· Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν. Ψαλμὸς νʹ (50). Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου· Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου, καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με· Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διὰ παντός. Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον, καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπω, καὶ καθαρισθήσομαι· πλυνεῖς με καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου, καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου, καὶ τὸ Πνεῦμά Σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς Σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ Σὲ ἐπιστρέψουσι. Ῥῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεός, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου· Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ· Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν Σου μόσχους. Καὶ ψάλλεται ὁ ἑξῆς Κανών. Οὗ ἡ ἀκροστιχίς: «Κυπριανὸν καὶ Ἰουστίναν ᾂδω. Ἰσιδώρας» ᾨδὴ αʹ. Ἦχος πλ. δʹ. Ὑγρὰν διοδεύσας. Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν. Καλλίστην δυάδα τῶν Ἀθλητῶν, ὑμνήσωμεν πόθῳ Ἱεράρχην Κυπριανόν, παρθένον τε ἅμα Ἰουστίναν· τοὺς τῶν πασχόντων θερμοὺς ἀντιλήπτορας. Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν. Ὑδάτων ὡς πάγχρυσος ποταμός, θαυμάτων τὰ ῥεῖθρα ἀναβλύζει λυσιτελῶς, ὑμῶν ἡ εἰκὼν ἡ σεβασμία· Κυπριανὲ Ἰουστίνα τε Μάρτυρες. Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Πολλοὺς εἰς τῆς πίστεως τὴν ὁδόν, προσείλκυσας Μάρτυς Ἱεράρχα Κυπριανέ, αὐτῆς ἐγνωκὼς τὰς ἀληθείας· δι᾿ Ἰουστίνης σεμνῆς καλλιμάρτυρος. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Θεοτοκίον. Ῥημάτων τῶν θείων τοῦ Γαβριήλ, ἀκούσασα Κόρη παντευλόγητε Μαριάμ, Θεὸν ἀπεγέννησας ἀφθόρως· καὶ ἡ φθορὰ τοῦ θανάτου κατήργηται. ᾨδὴ γʹ. Οὐρανίας ἁψῖδος. Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν. Ἰατρεῖον ἐδείχθη, ἀσθενειῶν ἄμισθον, καὶ τῶν ψυχικῶν ἀλγηδόνων, θεραπευτήριον, ὑμῶν ἡ θεία Μονή, Κυπριανὲ Ἰουστίνα, τῆς Φυλῆς κοσμήσασα, δῆμον θεόλεκτον. Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν. Ἀδιστάκτῳ καρδίᾳ, καὶ λογισμῷ κρείττονι, ὦ Κυπριανὲ Ἰουστίνα, ἀειμακάριστοι, τοὺς τῆς σαρκὸς ἀλγεινούς, καθυπεμείνατε πόνους, τὸ ὑμῶν Μαρτύριον, ἐπισφραγίσαντες. Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Νηπιόφρονα γνώμην, τῶν διωκτῶν ἤσχυναν, οἱ θεοπειθεῖς Ἀθλοφόροι, σθένει τῆς πίστεως, Κυπριανὸς ὁ σοφός, καὶ ἱερὰ Ἰουστίνα, τῆς Θεοῦ συνέσεως, σκεύη τὰ πάνσεπτα. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Θεοτοκίον. Οὐρανῶν πλατυτέρα, κόσμου παντὸς Δέσποινα, σὺ ὑψηλοτέρα ὑπάρχεις, ἐν ἁγιότητι, καὶ ἀσυγκρίτῳ τιμῇ, Παρθενομῆτορ Μαρία, ὡς Θεὸν βαστάσασα, ἐν ταῖς ἀγκάλαις σου. Διάλυσον, τὰς πανουργίας τοῦ δαίμονος τοῦ δολίου, Ἱεράρχα Κυπριανέ, αὐτὸν γὰρ συνέτριψας, ταῖς νεύσεσι Μάρτυρος Ἰουστίνης. Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεὸν εἰς σὲ καταφεύγομεν, ὡς ἄῤῥηκτον τεῖχος καὶ προστασίαν. Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν! Κάθισμα. Ἦχος βʹ. Πρεσβεία θερμή. Μαγείας δεινῆς, τὴν πλάνην ἐγκατέλιπες, Παρθένου σεμνῆς, ταῖς θείαις εἰσηγήσεσι, καὶ Θεῷ ἐρχόμενος· τὰς μεγάλας χάριτας ἔλαβες, τοῦ θεραπεύειν ὦ Κυπριανέ, τὰ πάθη τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Καὶ συνεχίζεται ὁ Κανών. ᾨδὴ δʹ. Εἰσακήκοα Κύριε. Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν. Νικητὴς ἀναδέδειξαι, κατὰ τοῦ ἀλάστορος ἐμπειρότατος· τοῦ μαγείας τέχνῃ πρότερον, ὦ Κυπριανὲ σὲ παγιδεύσαντος. Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν. Κραταιότατον ἔρεισμα, ἐν ὁμολογίας τοῖς ἀγωνίσμασι· τοῦ Σταυροῦ τὸ ὅπλον ἔσχηκας, ὦ Κυπριανὲ ἀκαταμάχητε. Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἀγλαΐαις ταῖς κρείττοσι, καὶ τῆς θείας νίκης τῷ διαδήματι· ἱερῶς κατεστεφάνωσαι, ὦ Κυπριανὲ θεομακάριστε. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Θεοτοκίον. Ἰατρὸν ὡς κυήσασα, τὸν εὐσυμπαθήτως ἡμᾶς ἰώμενον· τῷ ἐλέει τῆς θεότητος, Παναγία Κόρη σὲ δοξάζομεν. ᾨδὴ εʹ. Φώτισον ἡμᾶς. Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν. Ἴσχυσας ἐχθροῦ, τοῦ κακίστου κατενώπιον, καὶ ἐφαύλισας αὐτὸν Κυπριανέ, σὺν Ἰουστίνῃ, τοῦ Χριστοῦ ὁπλῖται ἄριστοι. Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν. Ὄλβιος ἐστίν, ὅς προστάτας ὑμᾶς κέκτηται, ἐν τοῦ βίου τοῖς δεινοῖς Κυπριανέ, καὶ Ἰουστίνα, πρὸς Θεὸν πρέσβεις εὐπρόσδεκτοι. Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὕλην ἀπεχθῆ, τῆς μαγείας σὺ κατέκαυσας, κατενώπιον πολλῶν Κυπριανέ, καὶ τῶν εἰδώλων, τὴν ἀπάτην ἐμυκτήρισας. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Θεοτοκίον. Στήλη φωτεινή, παρθενίας καὶ ἁγνότητος, σὺ ὑπάρχεις Παναγία Μαριάμ, καὶ τοῦ Θεοῦ σου, ἁγιώτατον παλάτιον. ᾨδὴ ϛʹ. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ. Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν. Τρανότερον, τοῦ Θεοῦ ἐδόξασας, τὴν ἁγίαν καὶ ἀμώμητον πίστιν· Κυπριανέ, τοῖς γενναίοις σου ἄθλοις, καὶ Ἰουστίνα σεμνὴ καλλιπάρθενε· δυὰς Μαρτύρων εὐκλεής, Ἐκκλησίας τὰ ἄμωμα σφάγια. Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν. Ἱέρευσας, καθαρᾷ καρδίᾳ σου, καὶ ἀμέμπτῳ πολιτείᾳ τρισμάκαρ· Κυπριανέ, Ἱεράρχα Κυρίου, καὶ ἀναιμάκτους θυσίας προσέφερες· λατρείας τε τὰς λογικάς· λειτουργοῖς ἀσωμάτοις ἑνούμενος. Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Νεκρώσεως, καὶ φθορᾶς ἀπέβαλες, τοὺς χιτῶνας Ἰουστίνα παρθένε· καὶ τῆς ζωῆς, τῆς ἀφθάρτου τὴν χλαίναν, ὡς ἱερὰν διπλοΐδα ἐφόρεσας· ἐν δόξῃ δὲ καὶ ἐν τιμῇ· λαμπροφόρος Θεῷ νῦν παρίστασαι. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Θεοτοκίον. Ἀνύμφευτε, Θεοτόκε Δέσποινα, τῶν πιστῶν ἡ κραταιὰ προστασία· ῥῦσαι ἡμᾶς, ἐξ ἐχθρῶν ἀοράτων, καὶ ὁρατῶν τῇ θερμῇ ἀντιλήψει σου· ἰσχύει γὰρ ἡ Ἁγίων Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης μητρική· πρὸς Θεόν σου πρεσβεία τὰ μέγιστα. Διάλυσον, τὰς πανουργίας τοῦ δαίμονος τοῦ δολίου, Ἱεράρχα Κυπριανέ, αὐτὸν γὰρ συνέτριψας, ταῖς νεύσεσι Μάρτυρος Ἰουστίνης. Ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος. Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν! Κοντάκιον. Ἦχος βʹ. Προστασία τῶν Χριστιανῶν. Τῆς δουλείας τῆς εἰδωλικῆς ἠλευθέρωσαι, καὶ τὴν γνῶσιν τὴν ἀληθινὴν ἐξηρεύνισας, Ἱεράρχα Κυπριανὲ γενόμενος ποιμήν· ζωῆς νάματα εἰς καθαρά, Ἀντιοχείας τὸν λαόν, ὁδηγήσας ἐν χάριτι. Πρέσβευε τῷ Κυρίῳ, συνάμα τῇ Ἰουστίνῃ, καλλιπαρθένῳ ἱερᾷ, παρ᾿ ἧς ἔγνως τὰ ἀπόῤῥητα. Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν! Τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον· Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τοὺς δώδεκα Μαθητὰς Αὐτοῦ, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν κατὰ πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὥστε ἐκβάλλειν αὐτά, καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. Τούτους ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς, παραγγείλας αὐτοῖς, λέγων· εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μὴ εἰσέλθητε· πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε, λέγοντες, ὅτι ἤγγικεν ἡ Ἁγίων Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε. Καὶ ψάλλονται τὰ ἑξῆς· Ἦχος βʹ. Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. Ταῖς τῶν Ἀθλοφόρων, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων. Καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων. Στίχ. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου. Ἦχος πλ. βʹ. Ὅλην ἀποθέμενοι. Τέχνην ἐγκατέλιπες, τὴν μαγικὴν ἐν συνέσει, καὶ Θεοῦ ἀπέκτησας, τὴν καλὴν ἀλλοίωσιν καὶ σωτήριον· ἱεραῖς ῥήσεσι, τῆς σεμνῆς παρθένου, Ἰουστίνης τῆς θεόφρονος· ὁμοῦ τελέσαντες, τὴν ἀθλητικὴν ἐγκαρτέρησιν· τὸ ξίφος τε δεξάμενοι, ὡς μαρτυρικὴν ἐπισφράγησιν. Θεῖε Ἱεράρχα, σοφώτατε ποιμὴν Κυπριανέ, Ἀντιοχείας ὁ Ἄγγελος, Χριστοῦ ὁ ἐκπρόσωπος. 



Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. 

Ἀμήν!


Εκ της ομώνυμης έκδοσης της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής 
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.
Ἐπιμέλεια: Ἱερά Μονή Ἁγίων Κυπριανοῦ καί Ἰουστίνης – Φυλή Ἀττικῆς. 
Ἐκδόσεις Γεώργιος Χοροζίδης. Ἱερά Μονή Ἁγίου Κυπριανοῦ , Φυλή 133 51. 
Τηλέφωνο: 210 2411380. Τηλεαντίγραφα (Telefax): 210 2411080.
E-mail: Kyprianos@synodinresistance.org


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου