ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

ΔΙΑΤΙ ΑΠΕΣΤΕΙΛΑΣ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΣΟΥ ΠΑΤΕΡ ΘΕΕ;



«Διατί Ἀπέστειλας τόν Υἱόν Σου, Πάτερ Θεέ;...» 

Διατί Εὐδόκησας νά ἔλθη ὁ Ἄγγελος / Μηνυτής τῆς Μεγάλης καί Προαιωνίου καί Ἀρρήτου Βουλῆς Σου;...


 

«Θεός ὢν Εἰρήνης, Πατήρ Οἰκτιρμῶν, τῆς Μεγάλης Βουλῆς Σου τόν Ἄγγελον, εἰρήνην παρεχόμενον, ἀπέστειλας ἡμῖν· ὅθεν θεογνωσίας, πρός Φῶς ὁδηγηθέντες, ἐκ νυκτός ὀρθρίζοντες, δοξολογοῦμέν Σε, Φιλάνθρωπε». 



Ὦ Φιλεύσπλαγχνε Πατέρα, 

Ἐσύ, ὁ Ὁποῖος εἶσαι ὁ Θεός καί ἡ Πηγή τῆς Εἰρήνης, ἀπέστειλας σέ μᾶς τόν Μονογενῆ Υἱόν Σου, ὡς Ἀγγελιαφόρο / Μηνυτήν τῆς προαιωνίου Μεγάλης Ἀποφάσεώς Σου, δηλαδή νά Σαρκωθῆ Αὐτός, γιά νά μᾶς προσφέρη τήν Εἰρήνη καί τήν Συμφιλίωσι μέ Σένα. Γιά τόν λόγο αὐτόν, Σέ δοξολογοῦμε, Φιλάνθρωπε Πατέρα, ἐμεῖς πού ὡδηγηθήκαμε στό Φῶς τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ καί τώρα, ἀπό τήν νύκτα τῆς ἀσεβείας, εὑρισκόμεθα στήν αὐγή τῆς Εὐσεβείας. 



Ὁσίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, 

Ἑρμηνεία εἰς τόν Εἱρμόν τῆς ᾨδῆς Ε΄ τοῦ Πεζοῦ Κανόνος τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως, Ποιήματος τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Μελῳδοῦ 



Ἐκ πολλῶν ῥητῶν τῶν [Ἁγίων] Γραφῶν συγκροτεῖ τὸν παρόντα Εἱρμὸν [τῆς ᾨδῆς Ε΄] ὁ ἱεράρχης Κοσμᾶς· τὸ μὲν γὰρ «Θεὸς Εἰρήνης» ἐδανείσθη ἀπὸ τὴν πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολήν, τὴν λέγουσαν: «Καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν» (Φιλιπ. δ΄ 9), ὁμοίως καὶ ἀπὸ τὸ ιϚ΄ κεφ. στίχ. 20 τῆς πρὸς Ῥωμαίους, καὶ ἀπὸ τὸ ιγ ΄ κεφ. στίχ. 20 τῆς πρὸς Ἑβραίους· τὸ δὲ «Πατὴρ τῶν Οἰκτιρμῶν» ἐδανείσθη ἀπὸ τὴν πρὸς Κορινθίους δευτέραν κεφ. α΄ στίχ. 3· τὸ δὲ «Τῆς Μεγάλης Βουλῆς Σου τὸν Ἄγγελον» ἐδανείσθη ἀπὸ τὸν Ἡσαΐαν, λέγοντα περὶ τοῦ Χριστοῦ: «Καὶ καλεῖται τὸ Ὄνομα Αὐτοῦ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος» (Ἡσ. θ΄ 6)· τὸ δὲ «Εἰρήνην παρεχόμενον» ἐρανίσθη ἀπὸ τὸν [Εὐαγγελιστὴν] Ἰωάννην, λέγοντα: «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν Ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν» (Ἰωάν. ιδ΄ 27), καὶ ἀπὸ τὸν [ Ἀπόστολον] Παῦλον, εἰπόντα «Χριστός ἐστιν ἡ Εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἕν, ὁ καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας» (Ἐφ. β΄ 14)· τὸ δὲ «Φῶς τῆς θεογνωσίας» ἐπάρθη ἀπὸ τὸν Ἀββακούμ, ὅπου λέγει: «Καὶ φέγγος Αὐτοῦ ὡς φῶς ἔσται» (Ἀβ. γ΄ 4)· τὸ δὲ «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζοντες» ἐλήφθη ἀπὸ τὸν Ἡσαΐαν, λέγοντα: «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς Σὲ ὁ Θεὸς» (Ἡσ. κϛ΄ 9). Ἀπὸ τόσας λοιπὸν ῥήσεις συγκροτήσας τὸ Τροπάριον τοῦτο ὁ Μελῳδός, εἶτα ἐπιστρέφων πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα, λέγει πρὸς Αὐτόν: «Ὦ Φιλανθρωπότατε Δέσποτα, Σὺ Θεὸς ὢν τῆς Εἰρήνης, καὶ Πατὴρ τῶν Οἰκτιρμῶν, ἀπέστειλας εἰς ἡμᾶς τὸν Μονογενῆ Σου Υἱόν, τὸν Ἄγγελον (Μηνυτὴν) γενόμενον τῆς Μεγάλης καὶ Προαιωνίου καὶ Ἀῤῥήτου Βουλῆς Σου, τῆς περὶ τῆς Ἐνσάρκου οὔσης Οἰκονομίας Αὐτοῦ». Ἔφη δὲ ὁ Θεοφόρος Μάξιμος: «Μεγάλη Βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός ἐστι, τὸ σεσιγημένον καὶ ἄγνωστον τῆς Οἰκονομίας Μυστήριον· ὅπερ πληρώσας διὰ τῆς Σαρκώσεως ὁ Μονογενὴς Υἱὸς ἀπεκάλυψεν, Ἄγγελος γε- νόμενος τῆς Μεγάλης τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς προαιωνίου Βουλῆς. Γίνεται δὲ τῆς Μεγάλης τοῦ Θεοῦ Βουλῆς Ἄγγελος ὁ γνοὺς τοῦ Μυστηρίου τὸν λόγον· καὶ τοσοῦτον ἔργῳ τε καὶ λόγῳ διὰ πάντων ἀκαταλήπτως ὑψούμενος, μέχρις ἂν φθάσῃ τὸν πρὸς αὐτὸν τοσοῦτον κατελθόντα» (Κεφ. κγ΄ τῆς Β΄ Ἑκατοντ. τῶν Θεολογικῶν). Τὸ δὲ «Ἀπέστειλας» (εὐδόκησας νὰ ἔλθῃ εἰς ἡμᾶς ὁ Υἱός Σου) εἶπεν ὁ Μελῳδός, διότι ἡ Ἀποστολὴ τοῦ Υἱοῦ τὴν Εὐδοκίαν δηλοῖ τοῦ Πατρός, καθὼς ἐνόησεν ὁ μέγας Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Λόγ. εἰς τὴν Χριστοῦ Γέννησιν). Τὸ δὲ «Εὐδοκία» πάλιν θέλει νὰ εἰπῇ τὸ Προηγούμενον Θέλημα τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸν Δαμασκηνὸν Ἰωάννην καὶ τὸν Θεσσαλονίκης Γρηγόριον· οὐ γὰρ Ἑπόμενον, ἀλλὰ Προηγούμενον Θέλημα Θεοῦ ἦτον ἡ Ἔνσαρκος Οἰκονομία τοῦ Θεοῦ Λόγου. Διὰ τί δὲ Ἀπέστειλας τὸν Υἱόν Σου, Πάτερ Θεέ; Διὰ νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς εἰρήνην· διὰ νὰ εἰρηνοποιήσῃ ἡμᾶς πρῶτον μὲ τὸν Θεόν, δεύτερον μὲ τοὺς Ἀγγέλους, πρὸς τοὺς ὁποίους εἴχομεν μάχην· τρίτον μὲ τοὺς ὁμοφύλους ἡμῶν ἀνθρώπους, διότι καὶ πρὸς ἀλλήλους ἐμαχόμεθα· καὶ τέταρτον μὲ τὸν ἑαυτόν μας. ● Ἀδιάφορον δὲ εἶναι [χρησιμοποιεῖται χωρὶς διάκρισι, δὲν κυριολεκτεῖ] τὸ «παρεχόμενον», καθότι ἡ ἀκρίβεια ἀπῄτει νὰ γράφεται «παρεξόμενον», ἐπειδὴ τὰ κινήσεως σημαντικὰ ῥήματα, ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ «ἀπέστειλας», μετὰ μετοχῆς μέλλοντος χρόνου συν- τάσσονται, ἀντὶ τελικοῦ ἀπαρεμφάτου. Σημειοῦμεν δὲ ἐνταῦθα τὸν φοβερὸν λόγον, ὅπου λέγει ὁ θεῖος Μάξιμος, ὅτι ἂν καὶ ἐφιλίωσε καὶ εἰρήνευσεν ἡμᾶς μὲ τὸν Πατέρα ὁ Υἱός, ἐν ὅσῳ ὅμως δουλεύομεν εἰς τὰ πάθη καὶ τὸν διάβολον, εἰρήνην καὶ φιλίαν δὲν ἔχομεν μὲ τὸν Θεόν· οὕτω γὰρ λέγει: «Ἀδύνατόν ἐστι ἡμᾶς φιλιωθῆναι Θεῷ, διὰ τῶν παθῶν πρὸς Αὐτὸν στασιάζοντας (ἐφ᾿ ὅσον ἐπαναστατοῦμε), καὶ τῷ πονηρῷ τυράννῳ καὶ φονευτῇ τῶν ψυχῶν διαβόλῳ διὰ κακίας δασμοφορεῖν (νὰ πληρώνουμε φόρο) ἀνεχομένους, μὴ πρότερον διόλου πολεμωθέντας (ἂν δὲν πολεμήσουμε) τῷ πονηρῷ· μέχρι γὰρ τότε Τούτου (τοῦ Θεοῦ) καθεστήκαμεν ἐχθροὶ καὶ πολέμιοι, κἂν πιστῶν προσηγορίαν ἡμῖν αὐτοῖς περιπλάττωμεν (καὶ ἂς πλάθουμε), μέχρις οὗ πάθεσιν ἀτιμίας δουλεύειν βουλόμε- θα. Καὶ οὐδὲν ὄφελος ἡμῖν ἐκ τῆς κατὰ κόσμον εἰρήνης λοιπὸν περιγενήσεται (καμμία ὠφέλεια δὲν θὰ ἔχουμε), τῆς ψυχῆς κακῶς διακειμένης, καὶ πρὸς τὸν ἴδιον Ποιητὴν στασιαζούσης (ἐφ᾿ 4 ὅσον ἐπαναστατεῖ) καὶ ὑπὸ τὴν Αὐτοῦ Βασιλείαν γενέσθαι οὐκ ἀνεχομένης» (Κεφ. μα΄ τῆς Γ΄ Ἑκατοντ. τῶν Θεολογικῶν). Ἐκ τῆς Ἐνσάρκου δὲ Παρουσίας τοῦ Υἱοῦ Σου, ἀκολουθεῖ ὁ Μελῳδός, ἡμεῖς τὰ πεπλανημένα Ἔθνη ὡδηγήθημεν εἰς τὸ Φῶς τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τῆς Εὐσεβείας καὶ Πίστεως· διὰ τοῦτο «ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζοντες», ἤτοι ἀπὸ τὴν πλάνην καὶ ἀσέβειαν ἐλθόντες εἰς τὴν Εὐσέβειαν, «δοξολογοῦμέν Σε, Φι- λάνθρωπε» Κύριε. Εἶπε δὲ τοῦτο, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι εἶναι πέμπτη ᾨδὴ ἡ παροῦσα, τῆς ὁποίας ποιητὴς εἶναι ὁ Ἡσαΐας, εἰπών: «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμα μου πρὸς Σὲ ὁ Θεός», ὡς προείρηται. Ἐδῶ προτείνει μίαν ἀπορίαν ὁ τῶν Κανόνων ἑρμηνευτὴς Θεόδωρος, λέγων: «Ἐπειδὴ ἡ ἀσέβεια εἶναι νύκτα, ἡ δὲ εὐσέβεια, ἐκ τοῦ ἐναντίου, εἶναι ἡμέρα, διὰ τί ὁ Ἡσαΐας καὶ ὁ Μελῳδὸς δὲν εἶπον, ὅτι ἐκ νυκτὸς ἦλθον εἰς τὴν ἡμέραν, ἀλλ᾿ εἰς τὸν ὄρθρον;». Ταύτην λοιπὸν τὴν ἀπορίαν λύων αὐτός, λέγει: «Καθὼς εἰς μὲν τὴν νύκτα παντελῶς δὲν βλέπει ὁ ὀφθαλμός, εἰς δὲ τὴν ἡμέραν, ἐκ τοῦ ἐναντίου, βλέπει καθαρῶς καὶ ἀπλανῶς, εἰς δὲ τὸν ὄρθρον βλέπει μὲν ὀλίγον, οὐχὶ ὅμως καθαρῶς· μέσον γὰρ εἶναι ὁ ὄρθρος τῆς νυκτὸς καὶ τῆς ἡμέρας, καὶ οὔτε πάντῃ σκοτεινός, ὡς ἡ νύκτα, οὔτε πάντῃ φωτεινός, ὡς ἡ ἡμέρα· τοιουτοτρόπως: νύκτα μὲν σκοτεινὴ καὶ ἀσέληνος εἶναι ἡ ἀσέβεια, καὶ οἱ ἐν τῇ ἀσεβείᾳ εὑρισκόμενοι· ἡμέρα δὲ ὁλόφωτος εἶναι ἡ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι κατάστασις, καὶ ἡ τοῖς Ἁγίοις μέλλουσα ἀποκαλυφθῆναι δόξα καὶ γνῶσις τῶν Μυστηρίων· ὄρθρος δὲ εἶναι ἡ ἐν τῷ παρόντι αἰῶνι τῶν εὐσεβῶν κατάστασις· ἐν ταύτῃ γὰρ οἱ εὐσεβεῖς καὶ Ἅγιοι εὑρι- σκόμενοι, δὲν δύνανται νὰ θεωρήσουν τρανῶς καὶ καθαρῶς τὰ θεῖα Μυστήρια, διότι ἐμποδίζονται ἀπὸ τὸ σκέπασμα τοῦ ὑλικοῦ τούτου καὶ παχέος σώματος. Διὰ τοῦτο, ὁ μὲν Παῦλος ἔγραφε πρὸς τοὺς Κορινθίους: «Βλέπομεν ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου καὶ ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 12)· ὁ δὲ Θεολόγος Γρηγόριος εἶπε: «Τὰ ἐνταῦθα δευτέρας ἐλλάμψεως»· καὶ ἀλλαχοῦ: «Ὡς ἂν καθαρῶς ἐποπτεύωμεν τὴν μακαρίαν Τριάδα, Ἧς νῦν μετρίας δεδέγμεθα τὰς ἐμφάσεις»· καὶ ἐν τῷ εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ Γέννησιν Λόγῳ: «Πείθει δέ με τὸ μέτριον ἐνταῦθα φέγγος τῆς ἀληθείας, λαμπρότητα Θεοῦ καὶ ἰδεῖν καὶ παθεῖν», ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, δηλαδή. 



Εἰ δέ καί ἀπορεῖ τινάς: 

 πῶς [ὅμως] ὁ Παῦλος, γράφων πρός Ῥωμαίους, εἶπεν: 

«Ἀποθώμεθα τά ἔργα τοῦ σκότους, καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός· ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν» (Ῥωμ. ιγ΄ 12-13); 

Εἰς τοῦτο ἀποκρινόμεθα, ὅτι δέν εἶπεν ὁ Παῦλος «ἐν ἡμέρᾳ», ἀλλά «ὡς ἐν ἡμέρᾳ»· 

τό δέ «ὡς» ὁμοιωματικόν εἶναι μόριον, καί δηλοῖ ὁμοίωμα ἡμέρας, καί ὄχι αὐτήν τήν ἡμέραν, καθώς καί τό περί τοῦ Προφήτου Ἠλιού εἰρημένον: 

«Ἀνελήφθη ὡς εἰς τόν Οὐρανόν» [Δ΄ Βασιλ. β΄ 11], δηλοῖ ὅτι ἀνέβη, ὄχι εἰς τόν Οὐρανόν, ἀλλά εἰς ὑψηλότερον τόπον τῆς γῆς. 

Καί ὁ ὄρθρος λοιπόν ἡμέρα μέν δέν εἶναι, ὡς ἡμέρα δέ καί εἶναι καί λέγεται· 

καθότι καί αὐτός δίδει μέν εἰς τόν ὀφθαλμόν νά βλέπῃ, ὄχι ὅμως καθαρῶς ὡς ἡ ἡμέρα, ἀλλά μέ τρόπον μεσαῖον ὄντα τῆς ἡμέρας καί τῆς νυκτός, ὡς εἴπομεν.


Εκ της Ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής, της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 


Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...