ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΛΩΡΟΣ Ο ΑΟΙΔΗΜΟΣ ΙΕΡΕΥΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ



Ἰωάννης Φλῶρος Ἱερεὺς



Ο θρυλικός παπα-Γιάννης, ὁ πρῶτος Ἱερέας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων, ὁ Λειτουργὸς τῶν Ἀγρυπνιῶν καὶ τοῦ μεγάλου Θαύματος τῆς Γ΄ Ἐμφανίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, γεννήθηκε τὸ 1860 στὸ χωριὸ Πεντιὰ (σημερινὸ Τρίκορφο) τῆς Μεσσηνίας, ἀπὸ εὐσεβῆ οἰκογένεια.


 

Τὸ 1893 νυμφεύεται καὶ τὸ ἀμέσως ἑπόμενο ἔτος χειροτονεῖται Διάκονος καὶ Ἱερεὺς ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Μεσσηνίας Πανάρετο Κωνσταντινίδη (†1897), καὶ ἀναλαμβάνει ἐφημεριακὰ καθήκοντα στὸν ἐνοριακὸ Ναὸ τοῦ χωριοῦ του, τὸν Ἅγιο Νικόλαο. Μετὰ τὴν κοίμηση τῆς Πρεσβυτέρας του καὶ ἔχοντας ἐπωμισθεῖ τὴν φροντίδα τῶν πέντε τέκνων του, μεταβαίνει κατὰ τὸ ἔτος 1923 στὴν Ἀθήνα γιὰ τὶς σπουδὲς τοῦ μικροτέρου υἱοῦ του, ἐγκαταλείποντας τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του καὶ μένοντας δίχως Ἐνορία.



Πολλὲς φορὲς προσφεύγει στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν γιὰ νὰ τοῦ δοθεῖ μία ἐνοριακὴ θέση, προκειμένου νὰ ἀσκήσει τὰ λειτουργικά του καθήκοντα καὶ νὰ μπορέσει νὰ ἀνταπεξέλθει στὶς ἀνάγκες τῆς οἰκογενείας του, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Μετὰ ἀπὸ μῆνες μεγάλων στερήσεων, τὸν ἐπισκέπτεται ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος σὲ ἐνύπνιο καὶ τοῦ ὑποδεικνύει τὸ τότε γραφικὸ Ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου στὰ Κάτω Πατήσια Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖο ἔμελε νὰ γίνει ἡ Ἐνορία του γιὰ λίγο καιρό. Ἐκεῖ τὸν βρίσκει ἡ ἐπιβληθεῖσα Ἡμερολογιακὴ Καινοτομία κατὰ τὸ ἔτος 1924. Τότε ἦταν ποὺ ἀντέταξε ἕνα σθεναρὸ ΟΧΙ στὴν καινοτομήσασα Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀποτειχιζόμενος ἀπὸ τοὺς Καινοτόμους προϊσταμένους του καὶ συστρατευόμενος μὲ τοὺς φύλακες τῶν Πατρώων Παραδόσεων, τὸν ἁπλὸ πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Ἡ στάση του αὐτή, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τὸν φέρνει ἀντιμέτωπο μὲ τὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία καὶ τὸν ἐκδιώκει ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἐλευθέριο. Νέες περιπέτειες ἀρχίζουν γιὰ τὸν παπα-Γιάννη. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς κάθε Ἐξωκκλῆσι στὰ περίχωρα τῆς Ἀττικῆς βρίσκει τὸν Λειτουργό του στὸ πρόσωπο τοῦ Γέροντος Ἱερέως μὲ τὸν νεανικὸ ζῆλο καὶ φρόνημα. Ἔβρισκε ἰδιαίτερη ἀνάπαυση ὅταν λειτουργοῦσε στὸ ἐγκαταλειμμένο τότε Μονύδριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, στὶς παρυφὲς τοῦ Ὑμηττοῦ (Δῆμος Παπάγου), καθὼς καὶ στὴν Ὀμορφοκκλησιὰ (τοῦ Βεΐκου) στὸ Γαλάτσι, τὰ ὁποῖα καὶ ὑποδέχονται τοὺς Παλαιοημερολογῖτες κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος. Οἱ κόποι καὶ οἱ μόχθοι τοῦ πατρὸς Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ὀλίγους ἐγγάμους Κληρικοὺς ποὺ παρέμειναν μὲ τὸ Παλαιὸ Ἡμερολόγιο, ἐπευλογήθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό· σ’ αὐτὸν ἐπιφυλάχθηκε ἡ μεγίστη τιμὴ νὰ εἶναι ὁ Λειτουργὸς στὴν Ἀγρυπνία τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ κατὰ τὸ ἔτος 1925, στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο στὸν Ὑμηττό, κατὰ τὴν ὁποία ἐμφανίσθηκε ἐκεῖνος ὁ φωτεινὸς λευκὸς Σταυρός, ὁ ὁποῖος γέμισε μὲ εὐφροσύνη τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν, ἐνίσχυσε τοὺς ἀποκαμωμένους ἀπὸ τὶς διώξεις καὶ φώτισε πολλοὺς στὸ νὰ ἐπιστρέψουν στὴν πατρῶα εὐσέβεια, σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίας τῶν αὐτοπτῶν. Τὸ ἔτος 1934, οἱ Παλαιοημερολογῖτες τῆς Μπάλας (σημερινὴ Ροδόπολη Ἀττικῆς) τὸν καλοῦν νὰ λειτουργήσει στὸ βυζαντινὸ Ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ἄδικα ὅμως οἱ Χριστιανοὶ ἄρχισαν νὰ συγκεντρώνονται γιὰ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ, ἀφοῦ βρίσκουν τὸ Ναΰδριο ἑρμητικὰ κλειστὸ ἀπὸ τὶς ἀστυνομικὲς ἀρχές. Ὁ παπα-Γιάννης συνηθισμένος στὶς ἀπαγορεύσεις καὶ τοὺς διωγμοὺς δὲν πτοεῖται, ἀλλὰ οὔτε κἄν σκέπτεται νὰ στερήσει τοὺς εὐλαβεῖς ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία, ποὺ μὲ τόση λαχτάρα εἶχαν συγκεντρωθεῖ γιὰ νὰ συμμετάσχουν. Ἀκολουθούμενος πάντοτε ἀπὸ τοὺς πιστούς, κατευθύνεται στὸ χωριὸ καὶ δίπλα στὸν χῶρο ὅπου βρίσκεται ὁ σημερινὸς Ἱερὸς Ναὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος Ροδοπόλεως, τελεῖ τὸ Μυστήριο ὑπαίθρια, ἐπάνω σὲ μία πέτρα, ποὺ ἔγινε ἀργότερα ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ ἐν λόγῳ Ναοῦ. Τακτικὸς στὴν τέλεση τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν ὁ παπα-Γιάννης, δὲν παραλείπει ἀκόμη καὶ στὸ βαθὺ γῆρας του τὴν καθιερωμένη νυκτερινὴ Ἀκολουθία. Μόνον μία νύκτα χιονισμένη παραβιάζει ἐξ ἀνάγκης τὴν τακτική του, σκεπτόμενος νὰ διαβάσει λίγο ἀργότερα τὴν Ἀκολουθία του. Ὁ Θεὸς ὅμως, ὁ Ὁποῖος δὲν θέλει νὰ διακοπεῖ μία τόσων ἐτῶν εὐλογημένη τακτική, τὸν εἰδοποιεῖ τὴν κατάλληλη στιγμή. Ἔντρομος ὁ Γέροντας Πρεσβύτερος ἀκούει φωνὴ ἀπὸ τὴν μικρὴ Εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία φέρει πάντοτε μαζί του, νὰ τοῦ λέγει: «Παπα-Γιάννη, ὄρθρου βαθέως!», καὶ ὁ ἀγαθὸς Λευΐτης σηκώνεται εὐθὺς γιὰ τὴν ὀρθρινὴ δοξολόγηση καὶ ἀνύμνηση τοῦ ἁγίου Θεοῦ... Στὸν μεγάλο διωγμὸ τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τοῦ 1951, παρὰ τὰ γηρατειά του, ὁ παπα-Γιάννης ἐργάζεται ἐξαντλητικά, ἔχοντας μεταβάλλει τὴν οἰκία του στὴν Κηφισιά, στὴν ὁδὸ Κανάρη, σὲ κρυφὸ πνευματικὸ καταφύγιο τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων. 


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1951


Τὰ Χριστούγεννα τοῦ αὐτοῦ ἔτους, κατὰ περιγραφὴν αυτόπτου μάρτυρος, τοῦ κατὰ σάρκα πατρὸς τῆς Καθηγουμένης τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Θρακομακεδόνων Ἀττικῆς Ξένης Μοναχῆς, τοῦ μετέπειτα Θεολόγου Μοναχοῦ, τρία φορτηγὰ γεμᾶτα πιστοὺς ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Ἀττικῆς ξεκίνησαν τὴν παραμονὴ τῆς μεγάλης Ἑορτῆς ἀργὰ τὸ βράδυ, γιὰ νὰ ἀγρυπνήσουν μακρυὰ ἀπὸ τοὺς Καινοτόμους διῶκτες τους, στὸ Ἐξωκκλῆσι τῆς Ἁγίας Μαρίνης στὸ Πόρτο Ράφτη. Ἱερεὺς καὶ ἐκείνης τῆς Ἀγρυπνίας ἦταν ὁ π. Ἰωάννης. Ἐκεῖνος βρισκόταν στὸ τελευταῖο φορτηγό, κάτω ἀπὸ ἕναν σωρὸ ἀπὸ παλτὰ καὶ ἐπανωφόρια. Καθ’ ὁδόν, ἀστυνομικὴ δύναμη σταματάει τὰ τρία φορτηγὰ γιὰ ἔλεγχο. Στὸ ἐρώτημα τῶν ἀστυνομικῶν ποιὸς ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς μετακινήσεως, οἱ ἐπιβαίνοντες τοῦ πρώτου φορτηγοῦ ἀντέταξαν τὴν ἁπλοϊκὴ δικαιολογία: «Πᾶμε γιὰ μπάνια», δεδομένου ὅτι ἦταν μιὰ παγωμένη νύκτα τοῦ Δεκεμβρίου, μὲ ἀρκετὸ χιόνι, καὶ τρία φορτηγὰ γεμᾶτα κυρίως ἀπὸ ἀνθρώπους περασμένης ἡλικίας, οἱ ὁποῖοι ἔτρεμαν ἀπὸ τὸ κρύο. Τὸ δεύτερο καὶ τὸ τρίτο φορτηγὸ ὅταν ἐρωτήθηκαν ποῦ πηγαίνουν, ἀπάντησαν: «Ὅπου πᾶνε καὶ οἱ μπροστινοί». Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπέτρεψε στοὺς Ἀστυνομικοὺς νὰ ἐπεξεργαστοῦν λεπτομερῶς τὸ κατὰ τὰ ἄλλα παιδαριῶδες ἐκεῖνο ἐπιχείρημα καὶ τοὺς ἄφησαν ἐλεύθερους νὰ συνεχίσουν τὸν δρόμο τους. Ἡ Ἀγρυπνία δὲ στὸ ἀσφυκτικὰ γεμᾶτο Ἐκκλησάκι ἐνθύμιζε πρωτοχριστιανικὲς ἐποχές. Ὅλο το ἐκκλησίασμα ἔψαλλε μαζὶ καὶ ὁ Ζηλωτὴς Ἱερέας ἐξομολόγησε καὶ κοινώνησε ὅλους τοὺς παρισταμένους. Στὸ τέλος ὅλοι περιχαρεῖς ἀντάλλαξαν ἑόρτιες εὐχές, ἀρτεύθηκαν μὲ λίγα πτωχικὰ κεράσματα καὶ ἀναχώρησαν γιὰ τὶς οἰκίες τους δίχως νὰ σταματήσουν νὰ ψάλλουν καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἐπιστροφῆς. Ἕξι μῆνες πρὶν ἀπὸ τὴν εἰς Κύριον ἐκδημίαν του, ὁ ἡρωϊκὸς π. Ἰωάννης καθηλώθηκε στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου ἐξ αἰτίας ἀτυχήματος. Τότε τὸν ἐπισκέπτεται καὶ ὁ ἐπανελθῶν ἀπὸ τὴν δεύτερη 17μηνη ἐξορία του στὴν Μυτιλήνη ἀείμνηστος Μητροπολίτης πρώην Φλωρίνης κυρὸς Χρυσόστομος. Τὴν 15η Δεκεμβρίου 1953, ἡμέρα τῆς Ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου, στὸ Ναΰδριο τοῦ ὁποίου πιστὰ ὑπηρέτησε κάποτε, ὁ παπα-Γιάννης ἐκοιμήθη τὸν ὕπνο τοῦ Δικαίου.


Ἐτάφη στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Θαυματουργοῦ Ἁγίας Εἰρήνης Χρυσοβαλάντου στὴν Λυκόβρυση Ἀττικῆς, τῆς ὁποίας τὴν Ἀδελφότητα ἐξυπηρετοῦσε τακτικὰ Μυστηριακῶς. Ὑπῆρξε ἕνας ἀφανὴς καὶ θαρραλέος Κληρικός, λακωνικὸς καὶ σοφός, μὲ μόνο φόβο τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα θὰ μείνῃ στὴν ἱστορία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, συνδεδεμένο ἄρρηκτα μὲ τὸ συγκλονιστικὸ Θαῦμα τῆς Γ΄ Ἐμφανίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τὸ ἔτος 1925.


Κύριες πηγές:

● Περιοδικὸ «ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ», τ. 3, Ἰούλιος – Σεπτέμβριος 1976, σελ. 94-97.
● Ἱστολόγιο «Ἐκκλησιαστικός» (http://www.ekklisiastikos.
gr/2009/09/blog-post_19.html)
Εκ του περιοδικού '' Αρχείον του Ιερού Αγώνος '', τεύχος 2, Άνοιξη - Καλοκαίρι 2015. Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΖΗΛΩΤΗΣ ΘΕΟΥ



«Μία ημέρα, εις την Αίγινα, τον συνάντησα στην παραλία. Μου λέει: «Καλογραία, έχω μια δουλειά. Πήγαινε και άρχομαι. Εσύ να πάρεις ταξί δια να πάς και εγώ έχω μια δουλειά και άρχομαι. Στάσου να σε βρω ένα ταξί». 



Πέρασαν ένα, δύο, τρία, μέχρι 6 περίπου ταξί άδεια. Φαίνεται δεν ήταν εκείνο πού ήθελε, γιατί έλεγε: ''όχι αυτό, ούτε κι' αυτό''. Μετά, δεν πειράζει Καλογραία, μου λέει, πήγαινε με τα πόδια». Αμέσως ξεκίνησα και κατευθυνόμουν για το ησυχαστήριο του. Μετά από δυο - τρία βήματα, στράφηκα πίσω να τον ιδώ, δεν τον είδα πουθενά. Και πάλι, καθώς προχωρούσα, ξανάβλεπα πίσω μου, τίποτα. Πολύ σύντομα έφθασα. Μόλις μπήκα όμως μέσα στην αυλή, δεν πρόλαβα να κλείσω την πόρτα, κτυπά, ανοίγουμε, ήταν ό Γέροντας! 



Δεν μπορώ να καταλάβω, φρικιών, αλλά απ' τον κανονικό δρόμο πήγα, έβλεπα πίσω μου πότε-πότε, πότε και από που και πώς είχε φθάσει ό Γέροντας εκεί; Ένοιωσα δέος καί συντριβή καί δεν τον ρώτησα καθόλου.... Άλλοτε, μπαίνοντας εις το κελί του, παραμονές πού θα έφευγε απ' την Αίγινα, δια την Αθήνα, νοσοκομείο κ.λ.π., τον βρήκα καθιστό εις την κλίνην του και ετοιμαζόταν ν' αναπαυθεί. Φορούσε μια φανέλα και από πάνω το ράσο του. Όταν το τράβηξε για να πέση, είδα το χέρι του κάτασπρο σαν το χιόνι, νεανικό και μια άρρητη εύωδία ένοιωσα να είναι διάχυτη εις το κελί του. Το χέρι του, τόσο λευκό ήτο, πού δεν έμοιαζε να είναι σάρκα. Έτρεμα, κατάλαβε και μου λέει, την ώρα πού πήγα να το ασπασθώ καί ενώ είχε κλειστά τα μάτια: -Δεν είναι τίποτα, καλογραία, δεν είναι τίποτα αυτά πού βλέπεις.... Υπάρχουν ανώτερα». Σοφία Ιωάννου Αιγάλεω. Στις δύο (2) Απριλίου 1990 επισκέφθηκα την Αίγινα με την αδελφή μου Αικατερίνη και με δύο οικογενειακές μας γνωστές, την κ. Καλλιόπη Γ. Κομνηνού καί την κ. Φάνη εκ της Ρόδου. Επισκεφθήκαμε τον Ιερό Τάφο και τον Ναό του Αγίου Νεκταρίου. Στο δρόμο πού πηγαίναμε προς Αγιον Νεκτάριο, ή κ. Καλλιόπη Κομνηνού, ρώτησε τον οδηγό του «ταξί»: Σάς παρακαλώ, εδώ στην Αίγινα υπάρχει και ένα Ιερό Ησυχαστήριο ενός Αγίου Γέροντα του π. Ιερωνύμου. Τον βλέπω επί δέκα (10) χρόνια στον ύπνο μου και συζητούμε για την ασθένεια μου και έχω το βιβλίο πού γράφει για κείνων, «ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης». Είναι σαν να τον έχω γνωρίσει από χρόνια και ζήσει μαζί του. Και βέβαια, μου απαντά ό οδηγός, είναι πολύ εύκολο, θα σας πάω μετά τον Άγιο. Πράγματι, κατόπιν, κατευθυνθήκαμε και πήγαμε στο Ησυχαστήριο του π. Ιερωνύμου. Κτυπήσαμε την πόρτα και φάνηκε ή μοναχή Εύπραξία. Αφού μας πέρασε μέσα, μας οδήγησε και γνωρίσαμε την Γερόντισσα πού είχε υπηρετήσει τον Γέροντα Ιερώνυμο, υπέργηρον ηλικίας 100 ετών. Επήραμε την ευχή της. Κατόπιν μας οδήγησε ή Μοναχή στο Εκκλησάκι της Ευαγγελιστρίας και προσκυνήσαμε και τα Αγια Λείψανα του π. Ιερωνύμου, επίσης τον Τάφο του, τον χώρο πού απεσύρετο και προσευχόταν και ό όποιος ήτο ίσα όσο χωρούσε γονατιστό ένα άνθρωπο και τέλος και το κελλάκι του πού αναπαυότανε και εδέχετο τον κόσμον. Ήταν μεσημέρι. Ή Μοναχή Εύπραξία, ή υποτακτική της Γερόντισ¬σας Ευπραξία, μας έκανε το τραπέζι. Αυτές τις στιγμές, όλες οί φίλες αισθανόμασταν ένα δέος. Ή αίσθησης της ζωντανής παρουσίας και στοργής του π. Ιερωνύμου ήτο πολύ αισθητή, τόσο ώστε προσωπικά ή κάθε μια μας, είχαμε την αίσθηση πώς είχαμε δίπλα μας τον Άγιο Γέροντα, πράγμα πού είναι «σημείο» των Αγίων μας κεκοιμημένων και εν γένει όλων των Αγίων μας.Αφού ήλθε ή ώρα να χαιρετήσουμε το Ησυχαστήριο, βάλαμε μετάνοια στην Οσία Γερόντισσα και στη Μοναχή Εύπραξία, επήραμε ευχή και πήραμε το καράβι και γυρίσαμε στα σπίτια μας στο Αιγάλεω. Την επομένη ημέρα ή κ. Καλλιόπη Κομνηνού μου προμήθευσε το βιβλίο πού είχε, δηλ. «Ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης, Βίος, πνευματικά υποθήκες και παραινέσεις αυτού» υπό Σωτ. Νούση. Άρχισα να το διαβάζω σιγά-σιγά από την αρχή το βιβλίο, κάθε μέρα και μερικές σελίδες, μέχρι πού έφθασα στο σημείο στη σελίδα 222 (έκδοση Γ') οπού λέει την προσευχή σε κάποιους πού έφευγαν: «Πάτερ Άγιε Ιατρέ των ψυχών και των σωμάτων ημών, ό πέμψας τον Μονογενή Σου Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πάσαν νόσον ίώμενος και εκ θανάτου λυτρούμενον, ίασαι τον δούλον Σου (δείνα) εκ της περιεχούσης αυτόν σωματικής τε και ψυχικής ασθενείας. Σον γαρ εστί το ελεεί και σώζει ημάς, Χριστέ ό Θεός ημών και Σοί την δόξαν αναπέμπομεν, συν τω Ανάρχω Σου Πατρί και τω Παναγίω και Αγαθώ και Ζωοποιώ Σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Την ένοιωσα πολύ αυτήν την προσευχή και έκανα τον Σταυρό μου και προσευχήθηκα και εγώ με αυτά τα λόγια και προχώρησα την ανάγνωση. Καθώς διάβαζα, με κατέλαβε ένας γλυκός ανάλαφρος ύπνος και εκεί στον ύπνο μου, αισθάνθηκα έναν βήχα, τρεις φορές έβηξα και βλέπω να φτύνω ένα κρυσταλλόμενο κατακόκκινο σα ζελέ πτύελο, και με το βήχα ξύπνησα. Αμέσως αισθάνθηκα ότι είχαν απελευθερωθεί οί πνεύμονες μου, οπού είχα Επί πολλά έτη βροχικά.Όταν επισκέφθηκα τον θεράποντα ιατρό μου με διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχουν ούτε Ίχνος ακροαστικά. Τώρα, με την ευλογία του Αγίου Ιερωνύμου και την Ιαματική του αγία δύναμη, δεν ξανά αρρώστησα. Είναι σαν να μη είχα ποτέ βρογχικά και τα φάρμακα τα πέταξα. Ή θεραπευθείσα και πάντοτε ευγνώμων. Δοξάζω τον Κύριο και τον πρέσβυ Του Άγιο Ιερώνυμο. Με άπειρη ευλάβεια ή ιαθείσα προσκυνήτρια, Σοφία Παύλου Ιωάννου. Όταν για πρώτη φορά θα κυκλοφορούσε το βιβλίο «Ό Γέρων Ιερώνυμος της Αιγίνης», από τον Εκδοτικό Οίκο «Επτάλοφος», είχαν αποσταλεί διαφημιστικά - ενημερωτικά δελτάρια σε πολλούς ανθρώπους των Γραμμάτων, οί όποιοι εν συνεχεία ταχυδρομούσαν την επιταγή με το αντίτιμο του βιβλίου και το όποιο ελάμβαναν κατόπιν ταχυδρομικώς. Μετά λίγο χρονικό διάστημα, τηλεφωνεί ένας Ιατρός από τον Πειραιά, ό όποιος έκπληκτος ρωτούσε τους εκπροσώπους του Εκδοτικού οίκου, πώς και για ποιόν λόγο του απέστειλαν το βιβλίο του Γέροντος. Βιαστική ή υπάλληλος - αρμοδία, του απήντησε, ότι «για να σας το στείλουμε σημαίνει ότι λάβαμε την επιταγήν σας με την διεύθυνση σας κ.λπ.» και ετοιμάσθηκε να κλείσει το τηλέφωνο. Εκείνος μετ' επιμονής, τους λέγει: «Παρακαλώ, επιμένω να βρείτε το απόκομμα της επιταγής μου, για να βεβαιωθείτε ότι δεν σας ζήτησα εγώ αυτό το βιβλίο, υπάρχει λόγος πού επιμένω». Στην επιμονή του ανέσυραν το απόκομμα της επιταγής, και οποία ή έκπληξης, όταν βλέπουν ότι ό ιατρός είχε ζητήσει τον « Ιατρικό Τύπο» και όχι το βιβλίο περί του Γέροντος. Ζητώντας του συγγνώμη, τον παρεκάλεσαν να ταχυδρόμηση το βιβλίο του Γέροντος και να του αποστείλουν εν συνεχεία τον « Ιατρικό Τύπο». και εκείνος τους άπαντα: «Μα τι είναι αυτά πού μου λέτε; Αν γνωρίζατε σε τι κρίσιμες στιγμές μου ήλθε ό «Γέροντας» (το βιβλίο του) και πόσο με βοήθησε, δεν θα το λέγατε αυτό. Το κρατώ και θα σας στείλω άλλα χρήματα για τον Ιατρικό Τύπο. Απλώς ήθελα να γνωρίζω πώς έγινε και τώρα, με συγκινεί ιδιαιτέρως πού διαπίστωσα ότι ό π. Ιερώνυμος ήλθε μόνος του και με βρήκε». Σε μία κυρία από το Τορόντο, ή οποία είχε πάει για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα και ευρέθη για λίγο στην Ελλάδα, της εδωρήθη ένα βιβλίο της β' εκδόσεως του βιβλίου του π. Ιερωνύμου, χρώματος βυσσινί (εκείνη ή έκδοσης είχε κυκλοφορήσει τα βιβλία του Γέροντος, σε διαφορετικά χρώματα: βυσσινί, μπλε, πράσινο και καφέ). Ή κυρία από το Τορόντο, μετά ένα μήνα έστειλε στην δωρήτρια του βιβλίου μία επιστολή στην οποία έλεγε εν ολίγοις, ότι μόλις μπήκε στο αεροπλάνο, από την Αθήνα για το Τορόντο, διαπίστωσε ότι είχε ξεχάσει σε μία εξαδέλφη της, το βιβλίο του Γέροντος καί όπως έγραφε, από την λύπη της, δεν κατάλαβε πότε πέρασαν τόσες ώρες ταξιδεύοντας. 



Μόλις έφθασε στο σπίτι της και πήγε στο προσωπικό της δωμάτιο για να βγάλει τα ρούχα του ταξιδιού και να φορέση κάτι «πρόχειρο», οποία ή έκπληξης της, όταν πάνω στο κομοδίνο της, βλέπει ένα βιβλίο του π. Ιερωνύμου, ολόιδιο (στο χρώμα) σαν αυτό πού είχε λησμονήσει στην Ελλάδα. Φωνάζει κατασυγκλονισμένη τον άνδρα της: Ηλία, σε παρακαλώ πώς βρέθηκε το βιβλίο αυτό του Γέροντος εδώ; Εκείνος ενοχλημένος, της λέγει: Τόσους μήνες έλειπες, δεν ήσουν εδώ και δεν με ρωτάς τι κάνω κ.λ.π. αλλά τόσο πολύ ενδιαφέρθηκες για το βιβλίο; Του άπαντα εκείνη: Αυτό έχει μεγάλη σημασία, για μένα. Πώς βρέθηκε το βιβλίο εδώ; Και εκείνος της απήντησε: «Χθες εκκλησιάσθηκα στην Εκκλησία μας και στην «βιτρίνα» μεταξύ και άλλων βιβλίων προς πώλησιν, είδα και το βιβλίο του Γέροντος Ιερωνύμου, σκέφθηκα να το πάρω για να σε βληθήση με το καλό να έλθεις και να σε υποδεχθεί με το γλυκό του χαμόγελο! {Συνεχίζεται...}. Μέρος 2ον.



Φωτογραφία από το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων στην Αίγινα, που έχτισε ο ίδιος ο Όσιος Ιερώνυμος, όπου και έγινε η επίσημη αγιοκατάταξή του από την Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. Να έχουμε την ευλογία και την μεσιτεία του Αγίου αυτού Καππαδόκη της Μικρασίας, που το 1942 αποτειχίστηκε από την καινοτόμο Εκκλησία και εντάχθηκε  στον Ιερό Αγώνα των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.


Όσιος Ιερώνυμος Αιγίνης


ΜΑΡΚΕ ΥΠΕΡΜΑΧΟΥΝΤΑ ΠΑΤΡΩΟΥ ΦΡΟΝΗΜΑΤΟΣ



Επί τη εορτή του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού

Δευτέρα 19 (1) Ιανουαρίου 2015 πάτριο, εκκλησιαστικό ημερολόγιο



Ο άγιος Μάρκος (κατά κόσμο Εμμανουήλ), εγεννήθη από ευσεβείς γονείς το 1392 εις την βασιλίδα των πόλεων, Κωνσταντινούπολιν. Ο πατέρας του ωνομάζετο Γεώργιος και ήτο αρχιδικαστής, σακελλίων και διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας, η μητέρα του ωνομάζετο Μαρία και ήτο θυγατέρα του ευσεβούς ιατρού Λουκά. Αμφότεροι οι γονείς προσπάθησαν και επέτυχαν να αναθρέψουν τον μικρό Εμμανουήλ εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Αλλά ο θάνατος του πατρός του άφησε αυτόν και τον μικρότερό του αδελφό Ιωάννη ορφανούς εις νεαρά ηλικία. 



Τα πρώτα γράμματα ο άγιός μας τα εδιδάχθη από τον πατέρα του Γεώργιο, ο οποίος είχε μία ονομαστή ιδιωτική σχολή. Μετά τον θάνατον του πατρός του η μητέρα του τον έστειλε να μαθητεύεση εις τους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικόν και φιλόσοφον Γεώργιον Γεμιστόν Πλήθωνα. 



Μεταξύ των συμμαθητών του ήτο και ο μετέπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων, ο καρδινάλιος. Όταν ο νεαρός Εμμανουήλ τελείωσε τας σπουδάς του, ανέλαβε την διεύθυνση της πατρικής σχολής και εις σύντομο χρονικό διάστημα ανεγνωρίσθει ως ένας από τους πλέον λαμπρούς διδασκάλους της ψυχορραγούσης πόλεως. Μεταξύ των μαθητών του, που διέπρεψαν αργότερον, ήσαν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος,-ο πρώτος μετά την πτώσιν της Πόλεως Πατριάρχης-, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο Θεοφάνης Μητροπολίτης Μηδείας και ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός. Αλλά ο θείος έρως δεν άφησε τον Εμμανουήλ να παρασυρθεί από την γεμάτη υποσχέσεις λαμπρά καριέρα του διδασκάλου, ούτε οι λίαν φιλικές σχέσεις του με τον αυτοκράτορα τον εμπόδισαν να απαρνηθεί τον κόσμο και να καταφύγει εις την νήσον των Πριγκιποννήσων Αντιγόνη, πλησίον του φημισμένου ασκητού Συμεώνος. Εκεί έμεινε αγωνιζόμενος πνευματικώς επί δύο έτη και μετά, κατόπιν των τουρκικών επιδρομών εις τας νήσους, ήλθε με τον γέροντά του εις την περίφημο τότε Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, εις την Κωνσταντινούπολιν. Ο μοναχός Μάρκος συνέχισε και εις την νέαν μετάνοιά του την σκληράν ασκητικήν ζωήν. Εις την μονήν των Μαγγάνων, ο άγιος Μάρκος συνέθεσε σχεδόν τα περισσότερα από τα 100 έργα του που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερον. Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα έργα που έγραψε εναντίων των λατινοφίλων αντιπάλων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίον εσέβετο πολύ και τον είχε ως πρότυπο του. Εις την Μονήν αυτήν ο Μάρκος έλαβε και το χρίσμα της ιεροσύνης, κατόπιν πιέσεως, διότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο δια τέτοιον υψηλόν λειτούργημα. Σύντομα δε απέκτησε και φήμη καλού πνευματικού, δι,αυτό πολλοί κληρικοί και λαϊκοί έγραφον εις τον άγιον ζητώντες την γνώμη του επί διαφόρων ζητημάτων. Το 1436 και ενώ ακόμη ήτο ιερομόναχος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον διορίζει ως αντιπρόσωπο του εις την συγκληθείσαν σύνοδον δια ένωσιν των εκκλησιών. Το ίδιον έτος ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης ο Παλαιολόγος τον αναγκάζει να δεχθεί τον Μητροπολιτικόν θρόνον της Εφέσου που είχε χηρεύσει εκείνον τον καιρόν. Ο αυτοκράτωρ δείχνει την μεγάλη εκτίμηση που έτρεφε εις τον άγιον Μάρκον διορίζοντάς τον γενικόν έξαρχον της συνόδου. Ούτως ο άγιος ηναγκάσθη να ακολουθήσει τον Πατριάρχη και την λοιπήν αντιπροσωπία εις την Ιταλία. Ο άγιος Μάρκος πήγε στην σύνοδον με τας καλυτέρας προθέσεις και έδειξε την διαλλακτικότητά του με τον λόγο που συνέθεσε δια τον πάπαν, προτού ακόμη αρχίσουν αι εργασίαι της συνόδου εις την Φερράραν. Μερικοί μάλιστα Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι παρεξήγησαν τον Μάρκον δια την διαλλακτικότητα του ύφους του εις τον διάλογο με τον καρδινάλιο Κεσσαρίνι, και απήτησαν όπως εις το εξής ομιλεί ο Βησσαρίων, Μητροπολίτης Νικαίας. Το πρώτο θέμα των συζητήσεων ήτο το καθαρτήριο πυρ. Του Βησσαρίωνος αδυνατούντος - λόγω ανεπαρκούς θεολογικής καταρτίσεως - να ομιλήσει, ομίλησε δια τους Ορθοδόξους ο άγιος Μάρκος, εκφωνήσας επί του θέματος τέσσαρες αντιρρητικούς λόγους. Αι κρυστάλλιναι ορθόδοξοι απόψεις, ως επαρουσιάσθησαν από τον άγιο μας, ενθουσίασαν τον αυτοκράτορα, ο οποίος προσέβλεπε εις τον Μάρκον ως τον μόνον Ορθόδοξο θεολόγο που ηδύνατο να απαντά ευχερώς εις τους λόγους των παπικών. Αλλά ο περί τα θεία άσχετος βυζαντινός αυτοκράτωρ ήλπιζε ότι αι ορθόδοξοι απόψεις θα επεκράτουν, μη γνωρίζων ότι οι παπικοί θα επέμεναν αμετακίνητοι εις τας πλάνας των. Δι΄αύτόν τον λόγο, όταν είδε ότι η παράλογος επιμονή των λατίνων θα ναυαγούσε τον πολιτικό του σκοπό - ήτοι την ένωση των δύο εκκλησιών και την εξ αυτής αναμενόμενη παπική βοήθεια δι αντιμετώπισιν των Τούρκων - άρχισε να πιέζει τους Ορθοδόξους να ακολουθήσουν μία ηπιότερη η καλύτερα ενδοτική γραμμή. Οι λατίνοι άρχισαν να εφαρμόζουν την γνωστή τακτική των ψιθύρων, ψευδών και εκβιασμών, και ούτω κατ εκείνη την εποχή διένειμαν εις την Φερράραν εκατοντάδας φυλλαδίων, τα οποία περιείχαν 54 αιρετικές δοξασίας των Ορθοδόξων!!! Βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει εις βάρος των Ορθοδόξων, δύο εκ των εγκρίτων μελών της Βυζαντινής αντιπροσωπείας, ο Μητροπολίτης Ηρακλείας Αντώνιος, πρώτος τη τάξει Μητροπολίτης του Οικουμενικού θρόνου και ο αδελφός του Μάρκου Ιωάννης, προσπάθησαν να αποδράσουν από την Φερράραν, αλλά ημποδίσθησαν από τον αυτοκράτορα. Και επειδή ο Ιωάννης συνοδευόταν μέχρι τον λιμένα από τον αδελφό του, ο αυτοκράτωρ και ο Πατριάρχης φοβούμενοι τυχόν άλλας απόπειρας αποδράσεως - εν συνεννοήσει μετά των παπικών - μετακίνησαν τις εργασίες της συνόδου από την Φερράραν, που ήτο πλησίον της θαλάσσης, εις την Φλωρεντία. Όταν δε επανήρχισαν αι εργασίαι της συνόδου ο Εφέσου ήτο ο κύριος ομιλητής των Ορθοδόξων. Αι σαφείς όμως απαντήσεις του και αι ανατροπαί των λατινικών κακοδοξιών προκάλεσαν το μένος των λατινοφρόνων Ορθοδόξων, οι οποίοι με την σιωπηρά συγκατάθεση και ανοχή του αυτοκράτορος προσπάθησαν να διαβάλουν τον άγιο Μάρκο, κυκλοφορούντες μάλιστα και την είδηση ότι ο Εφέσου είχε τρελαθεί. Εις μίαν δε συνεδρίαση της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας, όταν ο Μητροπολίτης Εφέσου απεκάλεσε τους παπικούς «αιρετικούς» οι Μητροπολίτες Λακεδαίμονος και Μυτιλήνης ύβρισαν τον άγιο και προσπάθησαν να τον κτυπήσουν. Διαπιστώνων ο άγιος ότι όλες οι προσπάθειές του να πείσει τους Ορθόδοξους να μην προχωρήσουν εις την ένωση - γενόμενοι θύματα των παπικών - ήσαν μάταιοι, απεσύρθη από του να συμμετέχει ενεργώς εις τας εργασίας της συνόδου. Τελικώς την 5 Ιουλίου 1439 υπεγράφη η ένωση και ως αναφέρει ο Συρόπουλος οι περισσότεροι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υπέγραψαν χωρίς την θέληση των και φοβούμενοι τον αυτοκράτορα. Όταν δε ο πάπας ηρώτησεν εάν υπέγραψε ο Μάρκος και έλαβε απάντηση αρνητική είπε προφορικώς «λοιπόν, εποιήσαμεν ουδέν».Ο υπερόπτης και δεσποτικός πάπας ζήτησε ανερυθριάστως από τον άβουλο βυζαντινό αυτοκράτορα, όπως στείλει τον Μάρκον εις αυτόν δια να τον δικάσει ενώπιον συνοδικού δικαστηρίου, αλλ' ευτυχώς ο αυτοκράτωρ ηρνήθη. Αργότερα όμως παρεκάλεσε τον Μάρκον, αφού είχε πάρει προφορικές διαβεβαιώσεις δια την ασφάλειάν του από τον πάπα, να εμφανισθεί ενώπιον του ποντίφικα και να εξηγήσει την στάση του. Ο Μάρκος υπακούοντας εις το αυτοκρατορικό πρόσταγμα επήγε εις τον πάπαν. Μάταια όμως προσπάθησε ο αρχιαιρεσιάρχης της δύσεως να τον πείσει να δεχθεί την εκτρωματική ένωση. Όταν δε είδε ότι ο Μάρκος έμεινε αμετακίνητος εις τας απόψεις του, κατέφυγε εις εκβιασμούς και απείλησε ότι θα καταδίκαζε τον άγιό μας ως αιρετικό. Αλλ΄ ο άγιος Μάρκος μη πτοηθείς απήντησε μετά παρρησίας λέγων. «Αι σύνοδοι κατεδίκαζον τους μη πειθωμένους τη Εκκλησία, αλλ' εις δόξαν τινά εναντίον αυτής ενισταμένους και ταύτη κηρύττοντας και υπέρ αυτής αγωνιζόμενους, διό και αιρετικούς εκάλουν αυτούς...Εγώ δε ου κηρύττω ιδίαν μου δόξαν ουδέ τι εκαινοτόμησα, ουδέ υπέρ αλλοτρίου τινός δόγματος και νόμου ενίσταμαι, αλλ' εις την ακραιφνή δόξαν, τηρώ εμαυτόν». Μετά την προδοτική ένωση της Φερράρας - Φλωρεντίας οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλίαν δια την επιστροφήν των εις την πολιορκουμένην Πόλιν. Ο αυτοκράτωρ παρέλαβε τον άγιον Μάρκον εις το αυτοκρατορικόν πλοίον. Ύστερα από ταξίδι τριών και ήμισυ μηνών έφθασαν τελικώς εις την Κωνσταντινούπολιν. Εκεί οι κάτοικοι εδέχθησαν με αισθήματα εχθρικά και απεδοκίμασαν τους υπογράψαντας την ένωση, αλλ' επεδοκίμασαν και ετίμησαν τον άγιόν μας και ως αναφέρει ο υβριστής του γραικολατίνος επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ «ο Εφέσου είδε το πλήθος δοξάζων αυτόν ως μη υπογράψαντα και προσεκύνουν αυτώ οι όχλοι παθάπερ Μωϋσεί και Ααρών και ευφήμουν αυτόν και άγιον απεκάλουν»( PG 159, 992). Ο απλός λαός του Θεού προσέβλεπε εις τον άγιον Μάρκον ως τον μόνον ιεράρχη που είχε το θάρρος και την ικανότητα να υπερασπίσει την Ορθόδοξον πίστη του. Εγνώριζεν ήδη ότι αρκετοί που υπέγραψαν την ένωση είχαν δωροδοκηθεί από τον πάπα, ενώ τα χέρια του Μάρκου ήταν καθαρά. Όταν ο αυτοκράτωρ απεφάσισε να πληρώσει τον πατριαρχικό θρόνο, έστειλε αντιπροσώπους του εις τον άγιον Μάρκον παρακαλών αυτόν να δεχθεί το υψηλόν αξίωμα του Πατριάρχου, αλλ' ο άγιός μας ηρνήθη. Την 4ην Μαΐου 1440 ο άγιος Μάρκος ηναγκάσθη να δραπετεύσει από την Βασιλεύουσαν, διότι εκινδύνευε η ζωή του, και να πάει εις την μητροπολιτική του περιφέρεια, την Έφεσον που ήτο κάτω από τους Τούρκους. Εκεί αφού εποίμανεν έπ' ολίγον το λογικόν του ποίμνιον ηναγκάσθη πάλιν, τώρα υπό των Τούρκων και των ενωτικών, να εγκαταλείψει την Έφεσον και εμπήκεν εις πλοίον που επήγαινεν εις το Άγιον Όρος, όπου απεφάσισε να διέλθει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίον έκαμε σταθμό εις την Λήμνο ο άγιος ανεγνωρίσθει και αμέσως συνελήφθη, κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής και εφυλακίσθη εκεί επί διετία. Κατά την διάρκεια της φυλακίσεώς του υπέφερε πολύ, αλλά ως έγραψε εις τον ιερομόναχο Θεοφάνη τον εν Ευβοία «ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμης ου δέδεται, τρέχει δε μάλλον και ευοδούται, και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως...». Από την Λήμνο ο άγιος εξαπέλυσε την περίφημο εγκύκλιο επιστολή του προς τους απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Με αυτήν ελέγχει αυστηρώς τους Ορθοδόξους εκείνους που απεδέχθησαν την ένωσιν και με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύει ότι οι λατίνοι είναι καινοτόμοι και δι' αυτό λέγει : «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν, και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν». Καλεί δε ο άγιος τους πιστούς να αποφεύγουν τους ενωτικούς, διότι αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι». Μετά την αποφυλάκισίν του άγιος Μάρκος πιεζόμενος υπό της ασθενείας του δεν ηδυνήθη να αποσυρθεί εις το Άγιον Όρος, αλλ' επέστρεψεν εις την εν Κωνσταντινουπόλει μονήν του, όπου εγένετο δεκτός μετά τιμών ως άγιος και ομολογητής υπό του πιστού λαού. Από το μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων ο νέος ομολογητής διηύθυνε τον αγώνα κατά των ενωτικών, γράφων επιστολάς εις μοναχούς και κληρικούς ενθαρρύνων αυτούς να κρατούν την ορθή πίστη και να μη συνεργάζονται μετά των ενωτικών. Οι διωγμοί, αι εξουδενώσεις και αι πιέσεις επεδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του οσίου πατρός, και ούτω την 23ην Ιουνίου τω 1444, αφού είχε καλέσει πλησίον του τα πνευματικά του τέκνα και ανέθεσε εις τον Γεώργιον Σχολάριον την αρχηγίαν του ανθενωτικού αγώνος, απεδήμησεν εις Κύριον. Ήτο δε τότε 52 ετών. Ο πιστός λαός του Κυρίου απορφανισθείς, εθρήνησε πολύ δια την απώλειαν του πνευματικού του πατέρα. Ο δε Γεώργιος Σχολάριος, εξεφώνησεν επικήδειον λόγον εις τον οποίον ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο όσιος «εν ιερεύσει διέπρεψεν, εν αρχιερεύσιν διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς αδάμαντος στερεώτερος ώφθη προς την μετάθεσιν...νυν γυμνή τη ψυχή της μακαριότητος εμφορείται ήν επέγνω καλώς και λαβείν εντεύθεν εσπούδασε την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζήσας ζωήν και σύνεστι τοις ιεροίς διδασκάλοις της πίστεως, πάντων είνεκα δίκαιος ών εκείνοις συντάττεσθαι». Πνευματικός καρπός του αγίου είναι οι δύο άγιοι μαθηταί του Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος και Διονύσιος. Αμέσως μετά την οσίαν κοίμησίν του ο Μάρκος ετιμήθη ως άγιος και ομολογητής. 



Αυτό μαρτυρεί με πόνο και ο σύγχρονος και άσπονδος εχθρός του Ιωσήφ, ουνίτης επίσκοπος Μεθώνης, λέγων, «ώσπερ πολλούς μεν και άλλους, και τον καλούμενον Παλαμάν, και τον Εφέσου Μάρκον, ανθρώπους ούτ' άλλως φρενήρεις, αλλά και δοξοσοφίας εμπεπλησμένους, μηδεμίαν αρετήν ή αγιωσύνην εν εαυτοίς έχοντας, μόνον δια το λέγειν και συγγράφειν κατά Λατίνων, δοξάζετε και υμνείτε, και εικόνας εγκοσμείτε αυτοίς και πανηγυρίζοντες, στέργετε αυτούς ως αγίους και προσκυνείτε» ( PG 159, 1357). Την πρώτη ακολουθία προς τιμήν του αγίου συνέθεσε ο αδελφός αυτού Ιωάννης ο φιλόσοφος. Κατ' αρχάς η μνήμη του εορτάζετο την 23ην Ιουνίου, αλλά βραδύτερον ωρίσθη η 19η Ιανουαρίου - ημέρα προφανώς της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου και ταφής αυτού εις την μονήν του Λαζάρου εις τον Γαλατά. Οι αγώνες του Μάρκου όσον και του μαθητού αυτού Γενναδίου ανεγνωρίσθησαν και εδικαιώθησαν από την μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως που τελείωσε το 1484 και κατέγραψε τα ονόματα αυτώ, ως πατέρων αγίων, εις το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.



Εκ του Ιστολογίου '' Θρησκευτικά ''. Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ ΠΕΡΙ ΒΑΡΒΑΡΩΝ



Ὁ ἅγιος Μᾶρκος καί οἱ βάρβαροι Τοῦρκοι 



Προφήτης τοῦ γένους αναδεικνύεται περίτρανα ὁ "'Αγιος Μάρκος αποκαλύπτοντας τά καταχθόνια σχέδια τῶν Τούρκων, οἱ όποιοι είχαν σκοπόν ὁχι μόνο νά κατακτήσουν τήν Πόλιν, αλλά καί νά καταστρέψουν όλοκληρωτικῶς τό γένος τῶν Ελλήνων: «Ούκέτι κατέχειν εαυτούς οἱ φόνιοι θῆρες ἐθἐλουσιν, άλλ' ἐξάραι άπαν τό γένος διανοοῦντας καί μόνοι τῶν ἐπί γῆς απάντων εγκρατείς καταστῆναι». 



Ὄταν ἐγεννήθη ό άγιος τό 1392, ή πατρίδα του ἐπολιορκεῖτο από τούς Ὄθωμανούς καί τό 1430, δταν οἱ Τούρκοι κατέλαβαν τήν συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη, ὁ άγιος ἔγραψε μία μονωδία, ἕνα θρήνο. Εἰς αυτόν περιγράφει μέ πόνον ψυχῆς σκηνάς πού φέρνουν εἰς τήν μνήμην μας ανάλογα περιστατικά πού ἔλαβαν χώρα, ἔχοντας τούς ίδιους πρωταγωνιστάς ήτοι τό «αἱμοχαρές καί ακόλαστο ἔθνος» τῶν Τούρκων, εἰς τήν μαρτυρικήν μαγαλόννησον Κύπρον: «Τό αἱμοχαρές καί ἀκόλαστον ἔθνος, πού συνέρρευσε ἀπό παντού εἰς τήν Θεσσαλονίκην, λεηλατούσε τήν πόλη ἀφοῦ εξασφάλισε τήν άδειαν τοῦ αρχηγού... "Ετσι ακάθαρτος βάρβαρος χόρευε πάνω σέ άγια ἱερά, λυσσασμένο καί βέβηλο στόμα κραύγαζε δυνατά στά θυσιαστήρια πού ό άνθρωπος φοβάται νά άγγίση... 'Ἐρριχναν κατά γῆς άγιες εικόνες καί τίς πατούσαν αφαιρώντας μέ γέλια τόν διάκοσμο τους... Σεμνές παρθέναι άποσποῦνταν άπό τά μοναστήρια τους καί γίνονταν παίγνιο στους ακόλαστους βαρβάρους πού τίς εξευτέλιζαν... Νήπια, στήν αγκαλιά τῆς μητέρας τους, σφάζονταν άπό τούς βαρβάρους πού τούς κινούσε άλλοτε ή οργή καί άλλοτε ή ζωώδης ασέλγεια. Άπό τά δύο αὐτά οί βάρβαροι ήταν κυριευμένοι, χωρίς αναστολές... Πού νά λυπηθούν οἱ βάρβαροι τούς γέροντες; Τούς αγίους καί θεοφιλείς μοναχούς, αυτούς πού καί νά τούς κοιτάζη κανείς ντρεπόταν, ειδικά αυτούς τούς διαπόμπευαν περισσότερο άπό τόν καθένα... Οί γυναίκες ακολουθούσαν άλλους κυρίους καί ώδηγοῦνταν μέ ελεεινό τρόπο, α­φού είδαν προηγουμένως τίς θυγατέρες τους νά ἕπωνται άλλων ή νά είναι οἰκτρές δούλες ῆ ἀκόμη καί νά ἀτιμάζωνται μέ αἰσχρό τρόπο... Γλίτωσε άπό τίς συμφορές ὁ άρχιερεύς τῆς πόλεως (ὁ άγιος Συμεών ὁ Θεσσαλονίκης), ἐπειδή είχε εγκαταλείψει τόν βίο πρίν άπό λίγο καιρό (15 Σεπτεμβρίου 1429). Στ' αλήθεια θά τόν ἔκοβαν σέ μικρά κομμάτια μέ τά δόντια τους οἱ καννίβαλοι... Τό νεκρό σῶμά του τό έβγαλαν άπό τόν τάφο μέ παράλογη μανία, τό ντρόπιασαν ὁσο μπορούσαν καί τό πέταξαν. Γιατί καί αὐτό τούς υποβάλλει νά κάνουν ό πατέρας τους ό διάβολος, νά σκάβουν τούς τάφους, τάχα ἐπειδή είναι γεμάτοι μέ χρήματα, μέ αποτέλεσμα ούτε αυτοί πού πέθαναν παλαιότερα νά μείνουν χωρίς νά πάθουν συμφορές... Περιφέρεται ένας σεμνός γέροντας, ένας μοναχός, άλλου ἕνας ἱερεύς, δεμένοι μαζί μ' όποιον τύχη μέ βαριά αλυσίδα καί χειροπέδες, καί αυτούς τού περιφέρει ἕνας κατάπτυστος καί ηλίθιος Ἰσμαηλίτης πού δέν έχει άξία ούτε δύο όβολούς, ζητώντας νά τούς πουλήση ἔναντι τεραστίου ποσού. Τά ϊδια πάσχουν καί οἱ γυναίκες, ἰδιαίτερα οἱ εὐγενεῖς, άπό τόν οποιονδήποτε τυχαίο ταπεινής καταγωγής άνθρωπο καί «τρεις φορές δούλο» βάρβαρο. Αλίμονο γιά τό μέγεθος τῶν συμφορών, σέ ποιό τέλος κατάντησαν οἱ χριστιανοί! Τά φονικά θηρία δέν θέλουν νά κρατούν γιά τούς εαυτούς τους (αἰχμαλώτους), άλλά σχεδιάζουν νά εξαφανίσουν ὁλο τό γένος μας, καί νά γίνουν κύριοι ὁλων τῶν ἐπί γῆς. Ἰσως μπορέσουν και τό επιτύχουν αὐτό». (Αγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, Έάλω Θεσσαλονίκη, Ἐκδ. Παπαδημητρίου, 1997). Αὐτή τήν «σκληρήν» καί προφητικήν γλώσσα χρησιμοποιεί ό ύστατος τῶν μεγάλων θεολόγων τοῦ Βυζαντίου διά νά περιγράψη «τά κατορθώματα» τῶν Τούρκων οἱ όποῖοι ὁχι μόνον δέν μετενόησαν δι' ὁσα έκαμαν εἰς τό παρελθόν εις βάρος τοῦ δύσμοιρου γένους τῶν Ρωμιών, άλλά τά επανέλαβαν προσφάτως καί εις τήν Κύπρον, ὁπου μεταξύ τῶν άλλων φρικαλεοτήτων πού διέπραξαν, ἐβεβήλωσαν τούς ιερούς ναούς καί τά κοιμητήρια τοῦ κατεχομένου τμήματος τῆς νήσου. Αυτούς τούς Τούρκους οί σημερινοί σύμμαχοι τους, νεοσταυροφόροι άγγλοαμερικανοί καί γερμανοί, βαπτίζουν Ευρωπαίους καί θέλουν νά τούς δώσουν εύρωπαϊκόν διαβατήριον. 



Ας γνωρίζουν ὁμως ὁλοι ὁτι πλησιάζει τό τέλος αύτῶν τῶν «αιμοβόρων καί δολίων απογόνων τῆς "Αγαρ» καί θά κληθούν νά πληρώσουν ακριβά διά τά εγκλήματα των.



Εκ του Ιστολογίου '' Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός ''. Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΖΗΛΩΤΗΣ ΘΕΟΥ



Την ώρα που θυμίαζα προς το παράθυρο της Εκκλησίας, σκεπτόμενη με συγκίνηση τι ουράνιες στιγμές να είχε ζήσει ο Γέροντας μέσα σε κείνη την Εκκλησία, τα ξέχασα κυριολεκτικά όταν μέσα από το παράθυρο της Εκκλησίας, (ήταν ανοικτό, είχε μόνον μία σίτο, για να μη μπαίνουν τα κουνούπια) είδα ολοκάθαρο, ολοζώντανο το Άγιο Πρόσωπο του Γέροντα (μέχρι τον θώρακα) να με κοιτάζει και να μου χαμογελά με μια γλυκύτητα, στοργή και λάμψη, που έκανε να διακρίνονται καθαρά - ολοζώντανα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.



Ξανακοίταξα: ήταν ακόμη εκεί ή Μορφή του και μου χαμογελούσε. Ξανά ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, κοίταξα άλλου, ξανά κοίταξα στο παράθυρο και βλέπω πάλι την ίδια εικόνα. Ακίνητη, γλυκεία ή μορφή του και μου χαμογελούσε. Τότε, φυσικά αμίλητη, έκαμα μία μισή μετάνοια, πήρα την τσάντα μου και έφυγα.



Παρόμοια χαριτωμένα και συγκινητικά «φερσίματα» έχει κάμει πάμπολλα ο π. Ιερώνυμος, απ' ότι έχουν διηγηθεί κατά καιρούς διάφοροι αδελφοί μας. Ο Γέροντας, γλυκύτατος και χαρούμενος υπήρχε ζων ανάμεσά μας, το ίδιο και από την άλλη ζωή μας περιβάλλει όλους με στοργή άμετρο (πάντα πόθον νικώσαν) και προθυμία να βληθήση. Είθε αι πρεσβείαι και αι Ευχαί του να μας συνοδεύουν πάντοτε, τον καθένα προσωπικά, την Εκκλησία μας και την Πατρίδα μας. «Τα πρώτα χρόνια, μετά την κοίμησιν του Γέροντος Ιερωνύμου, ακόμη δεν είχε κτισθεί ο μανδρότοιχος γύρω από το Ησυχαστήριό του, πήγαινα, οσάκις μπορούσα, στον Τάφο του Γέροντα και προσευχόμουν και έκλαιγα και παρακαλούσα, και κατόπιν έφευγα αλλαγμένη, με κάποια γαλήνη διάχυτη μέσα μου και σιγουριά και την πεποίθηση ότι ο Γέροντας και από την άλλη, την όντως Zωή με την ίδια στοργή μας αφουγκράζεται καί παρακολουθεί. Αφού πέρασα πρώτα από τον Μεγάλο μας Άγιο, τον Άγιο Νεκτάριο, πήγα και στο Ησυχαστήριο του Γέροντος. Η υπέργηρος Γερόντισσα έλειπε, κανένας άλλος δεν ήτο εκεί, οπότε με μεγάλη μου χαρά και συγκίνηση, προσκύνησα και παρέμεινα στον Τάφο του Γέροντος, επί τρεις (3) περίπου ώρες. Περιποιήθηκα τον Τάφο, τοποθέτησα λουλούδια, καινούργια φωτογραφία του Γέροντος, έψαλλα τον Αναστάσιμο Κανόνα πού άρεσε πολύ στον Γέροντα, παρεκάλεσα, έκλαψα, θυμιάτισα τον Τάφο, τον όλο χώρο, την Εκκλησία και αφού σχεδόν είχε αρχίσει πολύ ελαφρά να φαίνεται ότι έδυε ό ήλιος, ετοιμάσθηκα να φύγω. Πριν φύγω, πήρα πάλι το λιβανιστήρι και θυμίαζα. Την ώρα πού θυμίαζα προς το παράθυρο της Εκκλησίας, σκεπτόμενη με συγκίνηση τι ουράνιες στιγμές να είχε ζήσει ό Γέροντας μέσα σε κείνη την Εκκλησία, τα ξέχασα κυριολεκτικά όταν μέσα από το παράθυρο της Εκκλησίας, (ήταν ανοικτό, είχε μόνον μία σίτο, για να μη μπαίνουν τα κουνούπια) είδα ολοκάθαρο, ολοζώντανο το Άγιο Πρόσωπο του Γέροντα (μέχρι τον θώρακα) να με κοιτάζει και να μου χαμογελά με μια γλυκύτητα, στοργή και λάμψη, πού έκανε να διακρίνονται καθαρά - ολοζώντανα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Εκείνη την ώρα βρέθηκα σε αμηχανία και τρομερό δίλημμα: Δεν πίστευα τι έβλεπα, δεν γνώριζα Αν έπρεπε να του μιλήσω ή όχι. Προτίμησα το δεύτερο. Έριξα άλλου τα μάτια μου, για να ξανακοιτάξω μετά καί να βεβαιωθώ αν ήταν της φαντασίας μου ή πραγματικότης. Ξανακοίταξα: ήταν ακόμη εκεί ή Μορφή του και μου χαμογελούσε. Ξανά ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, κοίταξα άλλου, ξανά κοίταξα στο παράθυρο και βλέπω πάλι την ίδια εικόνα. Ακίνητη, γλυκεία ή μορφή του και μου χαμογελούσε. Τότε, φυσικά αμίλητη, έκαμα μία μισή μετάνοια, πήρα την τσάντα μου και έφυγα.Μόλις απομακρύνθηκα από το Ησυχαστήριο και πήγαινα προς την παραλία αλλά και μέσα στο Καράβι, Ένοιωθα μέσα μου μιαν ουράνια γλυκύτητα, τόση, πού δεν την άντεχα και από τα μάτια μου έτρεχαν ασταμάτητα δάκρυα. Αύτη ή κατάστασις, κράτησε περίπου ένα μήνα συνεχώς. Όπου έριχνα τα μάτια μου, μου φαινόταν πως έβλεπα το ίδιο το Πρόσωπο του Γέροντος να με κοιτάζει και να χαμογελά και με πάρα πολύ κόπο, όταν ήμουν ανάμεσα στους ανθρώπους, συγκρατούσα τα δάκρυα. "Έκτοτε, πήγαινα με λαχτάρα, πολλές Δευτέρες μετά το κάθε Πάσχα, αλλά ποτέ δεν τον ξαναείδα. Κάποια φορά, μετά ένα χρόνο, το εκμυστηρεύθηκα αυτό μόνον στην Γερόντισσα, με δισταγμό, γιατι φοβήθηκα μη τυχόν μου έλεγε ότι ήταν του πειρασμού, και έχανα την χαρά που είχα, αλλά η απλοϊκή και σοφή Γερόντισσα με καθησύχασε και με διαβεβαίωσε ότι ήτο μια παραχώρησις του Θεού και μια εξ αγάπης του Γέροντος εμφάνισις και δια τον λόγον ότι ήτο δευτέρα ήμερα του Πάσχα, Αναστάσιμη, επέτρεψε ο Θεός να γίνη. Εκ παραλλήλου, μου διηγήθηκε και εκείνη τα παρακάτω: «Ήλθε χθες εδώ ένας, που κάποτε έμενε στην Αίγινα και που είχε και τους δικούς του εδώ. Καθώς πήγαινε κατά το σούρουπο προς το σπίτι του, για να κόψη δρόμο, πέρασε μέσα από κάτι χωράφια και χωρίς να το αντιληφθεί και να προλάβει, έπεσε μέσα σε έναν ασβεστόλακκο, αλλά ξερό, χωρίς ασβέστη. Την ώρα που προσπαθούσε να δη πως και από που να πιαστεί για ν' ανέβει, ακούει κάτι βήματα και βλέπει να περνά από κει δίπλα ο πατήρ Ιερώνυμος. Γέροντα, του φωνάζει, τι κάνετε; καθώς προχωρούσα, έπεσα στον λάκκο εδώ και προσπαθώ να βγω. «Του λέγει καί ό Γέροντας: Μη φοβάσαι, εγώ θα σε βοηθήσω και θα βγεις. Άπλωσε το χέρι του ό Γέροντας, τον βοήθησε και κείνος βγήκε. Του ασπάσθηκε το χέρι και τον ευχαρίστησε. Προχώρησαν λίγο μαζί καί μετά χώρισαν, γιατί ήσαν διαφορετικοί οί δρόμοι τους. Όταν έφθασε στους δικούς του, διηγήθηκε το γεγονός και εκείνοι τον κοίταγαν καλά - καλά. Είσαι σίγουρος του είπαν ότι ήταν ό πατήρ Ιερώνυμος; και στην έντονη διαβεβαίωσή του, τότε του είπαν: « Εδώ και ένα χρόνο ο Γέροντας δεν είναι κοντά μας. Έκοιμήθη...


ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ


Αγαπήστε και την προσευχή. Ένας έκαμε προσευχή όλην την νύχτα. Τα λόγια της προσευχής του έρχονταν το ένα μετά το άλλο χωρίς δυσκολία. Είτε έχεις ζήλο είτε όχι, την προσευχήν δεν θα κόβεις Ούτε θα αμελής. Δια πολλούς λόγους την προσευχήν δεν θα κόβεις Ούτε θα αμελής. Προσπάθησε επίσης, ένα κόμπο δάκρυ κάθε βράδυ να έχεις. Ημέρα να μη πέραση χωρίς προσευχήν, αλλά καί προσευχή να μη γίνη χωρίς δάκρυ. Η προσευχή πως πηγαίνει; Εγώ, πολλές ήμερες κρεβάτι δεν βλέπω. Και όταν αρχίζω, γλυκαίνομαι και δεν θέλω να τελειώσω. Όταν κάμνετε προσευχήν, να λέτε: Πιστεύω.... εις ένα Θεόν... Πατέρα... Παντοκράτορα... Ποιητήν Ουρανού καί γης.... δηλαδή να μη τα λέγετε, γρήγορα και σας παίρνει ο πονηρός τον λογισμόν, αλλά αργά, για να τα νοιώθετε τα λόγια. Επιμένετε και αυξάνετε την προσευχήν. Θα κάμετε την προσευχήν την οποίαν ορίζει η Εκκλησία μας, δηλ. Εξάψαλμο, Απόδειπνο, Παράκλησιν κλπ. θα τα διαβάζετε αυτά από τα βιβλία, αλλά ενίοτε αφήνετέ τα και δι' ολίγον. Δηλαδή χωρίς το βιβλίον, εκτός τα λόγια, αυτά της προσευχής, μιλήσατε και μόνοι σας στο Χριστό μας. Απλά καί από την καρδιά σας, πείτε Του σαν να τον βλέπατε μπροστά σας: «Πατέρα μου, έσφαλλα, δεν πέρασα την ήμερα μου πνευματικά, αλλά με κοσμικά πράγματα. Κατέκρινα, μίλησα πολύ, γέλασα, Έφαγα πολύ, προσευχή δεν έκαμα, είχα τόσες αδυναμίες και πτώσεις. Συγχώρεσέ με Κύριε κλπ.» Έτσι να λέγετε και θα σας λυπηθεί τότε ό Χριστός μας και θα σας στείλει δάκρυα. Και πρέπει να έλθουν δάκρυα, διότι αυτά τα δάκρυα της προσευχής θα σας δώσουν δύναμιν και χαράν. Αυτά θα σας πάρουν τις θλίψεις. Όπως αν δεν εργασθείς μισθό δεν παίρνεις, Έτσι και χωρίς κόπο, προσπάθειες, επιμέλεια, προσευχήν κλπ. χαρίσματα ούτε έρχονται, ούτε πνευματικές αγίες γεύσεις. Αν στο μαγκάλι δεν προσθέσουμε κάρβουνα, η φωτιά θα σβήσει. Προσοχή να μη σβήσει η φωτιά. Και δεν θα σβήσει αν δεν κόψης την προσευχή. Μετά τα λόγια της Ακολουθίας, Απόδειπνο κλπ. να παρακαλάς τον Θεόν και με απλά λόγια, με λόγια δικά σου για τα προβλήματα σου για τον πόνο σου, ως να είναι μπροστά σου και τον βλέπεις. Αυτά τα πονεμένα και κατανυκτικά λόγια, είναι σαν τα προσανάμματα δια να πιάσει η φωτιά, δηλ. ο πόθος δια τον Θεόν. Και τότε έρχονται και τα δάκρυα. Αγάπησε την κατάνυξιν, φέρνε στο νου σου τις αιτίες που θα σου φέρνουν δάκρυα. Μια ψυχή, δεκατέσσερις ώρες, συνεχώς, έκλαιγε από κατάνυξιν. Έλεγε: Τα μάτια μου είναι μικρά, τα δάκρυα πολλά, δεν χωρούν. Το «Πιστεύω» να μη περνάει ήμερα πού να μη το πεις. Είτε στην ακολουθία, είτε χωριστά. Θεολόγος είσαι και πανδρεύθηκες; Ο θεολόγος πρέπει να ανακατώνει το βάθος της θαλάσσης! Πώς δεν σε αιχμαλώτισε η Θεολογία! Όταν άρχισες να την σπουδάζεις, είχες εις τον νουν σου να παντρευθής, ή μετά έμπλεξες! (όντως είχε γίνει το δεύτερο). Εάν έχεις φόβο Κυρίου, έμαθες θεολογία. Εάν δεν έχεις φόβον Κυρίου, τέχνη έμαθες δια να ζήσης. Ταπείνωση, δάκρυα, προσευχή και καθαρή ψυχή. Δεν έρχονται δάκρυα, όταν δεν πέρασε κανείς καλά, πνευματικά την ημέρα του. Όταν βρεθείς σε δύσκολες στιγμές, το «Πιστεύω» να λες. Αργά και να το αισθάνεσαι. Κάθε μία λέξη του να φθάνει βαθιά στην καρδιά σου, όχι τυπικά και ξηρά. Εγώ, το λέγω πολλές φορές την ήμερα, 5-6 και περισσότερες. Αν αφήνεις παράθυρο, θα μπει το φως. Αν όλα είναι κλειστά, από που θα μπει φως και ας είναι άφθονο έξω. Έτσι και εις τα πνευματικά: Άνοιξε την καρδιά σου στο Χριστόν μας, παρακάλεσε Τον και Εκείνος θα βοηθήσει!



Μη λες «ο Χριστός» αλλά «ο Χριστός μας». Το Ψαλτήρι καθημερινή μου τροφή το έχω. Να το αγαπάς πολύ και να το διαβάζεις. Έστω ένα ή δύο ψαλμούς την ημέρα. Και όταν έχεις λύπη, όταν έχεις πειρασμόν, διάβαζε με προσοχήν και αγάπην το Ψαλτήρι και θα νιώθεις μεταβολή μέσα σου. Η καλύτερη μουσική είναι η Βυζαντινή. Πολύ την αγαπώ. Να θεωρείς την κκλησίαν ως Ιατρείων. Διατί πηγαίνει κανείς εις το Ιατρείων; Δια να θεραπευθεί. Να λέγεις, Διατί ήλθα εδώ; (εις την Εκκλησίαν) και να παρακαλείς τον Χριστό μας, την Παναγίαν μας και τους Αγίους μας! Κάθε ημέρα, στην Βηθλεέμ βρίσκομαι. Μπορείς σωματικά να είσαι όπου αναγκαστικά είσαι υποχρεωμένος να είσαι. Αλλά με τον νουν σου, όπου εσύ θέλεις. Τον νουν σου δεν εξουσιάζει κανείς.[Συνεχίζεται...}. Μέρος 3ον.



Όσιος Ιερώνυμος Αιγίνης


Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

ΣΤΟΝ ΑΕΤΟ ΤΗΣ ΚΑΡΥΣΤΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΕΤΟΣ 1925



ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΕΤΟ ΤΗΣ ΚΑΡΥΣΤΟΥ ΤΟ ΕΤΟΣ 1925



Στον Αετό της Καρύστου μας διηγήθηκαν και το εξής:



Λίγα χρόνια μετά την αλλαγή του Πατρίου εορτολογίου με το παπικό, ο Ευάγγελος Μακρής από τον Αετό της Καρύστου με τον γυιό του τον Χρήστο ετοιμάσθηκαν την ήμέρα της μνήμης του Αγίου Προφήτη Ηλία ν' ανέβουν στο βουνό για ξύλα. Το χωριό τους τότε, όπως και σήμερα, ήταν διαιρεμένο σε Νεοημερολογίτες καί Παλαιοημερολογίτες. Η γυναίκα του γερο - Μακρή ακολουθούσε χωριστά από τον άνδρα της το Πάτριο εορτολόγιο και εκκλησιαζόταν στην Αγία Μαύρα. —Μη πας, άνδρα μου, τέτοια μέρα πού' ναι σήμερα για ξύ­λα ... τον παρακαλούσε. Αλλά ο γέρο Μακρής πού να την ακούση! Καβάλισαν τα μουλάρια τους κι' ανέβηκαν στις Καστανιές στο βουνό ''Όχι''. Εκεί έκοψαν ξύλα και κατά το μεσημέρι ετοιμάσθηκαν να τα φορτώσουν. Ξαφνικά, τότε βλέπουν μπροστά τους ένα λευκο­γένη Γέροντα με ολοφώτεινο το γλυκό Του πρόσωπο. —Τι κάνετε εκεί παιδιά μου; τους ρωτά με αυστηρή φωνή. —Ξύλα κόψαμε, Γέροντα, και τα φορτώνουμε για να φύγου­με, απάντησε ο γέρο - Μακρής. Μα μια τέτοια μέρα δουλεύουν; τους ξαναρωτά ο Γέροντας. —Και τί μέρα είναι σήμερα Γέροντα;... —Σήμερα, παιδιά μου, είναι του Προφήτη Ηλία... και, ξαφ­νικά χάθηκε από τα μάτια τους, όπως ξαφνικά είχε παρουσιαστεί. Τότε κατάλαβαν ότι ο Γέροντας που είδαν και μίλησαν μα­ζί του, ήταν ο "'Αγιος Προφήτης Ηλίας. Τρομαγμένοι γονάτισαν, έκαμαν το σταυρό τους και αφήνοντας τα ξύλα ανέβηκαν στα ζώα τους και έφυγαν. Φθάνοντας στο χωριό διηγήθηκαν στους συγχωριανούς τους ό,τι είδαν και άκουσαν. Από τότε ο γέρο - Μακρής και ο γυιός του ακολούθησαν το Πάτριο Εορτολόγιο μέχρι του θανάτου τους και ποτέ δέν χά­λασαν γιορτινή ημέρα. Εύρισκαν δε, πάντοτε την ευκαιρία να διη­γούνται το τί είδαν και άκουσαν την ημέρα εκείνη ώστε και οι νεώτεροι μέχρι σήμερα να το γνωρίζουν.


 

θαύμα του Αγίου Προφήτη Ηλία που έχει σχέση με το Παπικό ημερο­λόγιο έγινε στο Βελιγράδι της Σερβίας επί Πατριαρχείας του Ιεροσολύμων Παισίου (1643). Το αναδημοσιεύομε ως έχει:



«Ο ουν Παίσιος από Γιασίου ήλθεν εις Κωνσταντινούπολή, είτα εις Ανδριανούπολιν, Φιλιππούπολιν, Σόφιαν και Βελιγράδιον, εν ω όντος αυτού του Πατριάρχου Παισίου συνέβη γενέσθαι τοιούτον τι. Γυνή τις Ορθόδοξος, Λατινίδι γυναικί ζυμώσαι θελούση κατά την εικοστήν του Ιουλίου, εν η η του Ηλιού του Προφή­του εορτάζεται μνήμη είπε, σήμερον εστίν, η εορτή Ηλιού του Προφήτου και μη άπτου έργων. Η δε Λατινίς υπολαβούσα έφη, ότι δέκα παρήλθον ημέραι από της εορτής του Ηλιού του Προ­φήτου, και ούτως αμφότεραι αλλήλας εφιλονίκουν, ει άρα αι δέ­κα ήμέραι (σήμερα 13) καλώς προσετέθησαν υπό των Παπιστών, και ήρξατο η Λατινίς ζυμούν, και ω του θαύματος! μεταβέβλητο εν ταις χερσίν αυτής το φύραμα εις πέτραν, οίον εστί τό κισήριον, το κοινώς λεγόμενον πορί» (βλέπε Δοσιθέου Ιεροσολύμων βιβλίον ΙΒ' σελ. 1192 και Ιερό Πηδάλιο σελ. 27).



Το Θεοσημείον τούτο, μας το διηθήθηκε το έτος 1976, η αείμνηστος γερόντισσα Ζηνο­βία Γεωργίου Σιδέρη, η οποία ήταν αυτόπτης μάρτυς. Εκοιμήθη η σεβαστή αυτή γερόντισσα σε ηλικίαν 102 ετών. Εξ άλλου και άλλοι, αυτόπτες μάρτυρες μας είπαν για το θαύμα τούτο που τό 1930 κατεθορήβησε την Κάρυστον και τα περίχωρά της. Αλλά και ο τοπικός Τύπος, καθώς μία εφημερίδα των Αθηνών, το "ΣΚΡΙΠ", το δημοσίευσαν.


Να τί μας διηγήθηκε η γερόντισσα Ζηνοβία:



'Ηταν Χριστούγεννα με το νέον ημερολόγιον. Εγώ ακόμη δεν ήμουν με το "παλιό". Πήγα να λειτουργηθώ την νύκτα στο Ναό του Αγίου Νικολάου, ο ναός ήταν γεμάτος. Εγώ έστεκα αριστερά κοντά σε μιά κολώνα. Από πάνω μου, στη κολώνα ήταν κρεμασμένη η ει­κόνα του Αγίου Σπυρίδωνος, δωρεά του Αν­τωνίου Λουμίδη από τον Πειραιά. Είχε ακόμη επάνω της το στεφάνι, από λουλούδια που την στόλισαν στη γιορτή του Αγίου με το νέον ημερολόγιον. 'Οταν ο π. Σίλας, που ήταν λειτουργός, άρχισε μετά την μικρά είσοδο, να θυμιατίζει και να ψάλλη το "Η γέννησίς Σου, Χριστέ ο Θεός ημών, ...." άρχισε η εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνος να κτυπιέται στη κολώνα και έρριψε το λουλουδιένιο στεφάνι από πάνω της. Ο κόσμος βλέποντας το Θεοσημείο τούτο τρόμαξε. Ο παπάς και οι ψάλται σταμάτησαν να ψάλλουν. Σε κάποια στιγμή κάποιος ή κάποια φώ­ναξε: "Σήμερα είναι η γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνος, με το παλιό! Ψάλλατε το τροπά­ριό του"! Οι ψάλται και ο παπάς "βουβάθηκαν". Τότε οι πιστοί, όλοι μαζί άρχισαν να ψάλ­λουν: "Της Συνόδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος, και θαυματουργός ανεδείχθης, Θεοφόρε Σπυρίδων, πατήρ ημών,... " κ.λπ. "'Οσην ώραν εψάλλετο το απολυτίκιον του Αγίου, η Εικόνα του Αγίου άρχισε σιγά-σιγά να ηρεμή, έως ότου σταμάτησε να κτυπιέται... Επίσης το σχετικό δημοσίευμα, την άλλην ημέρα, της τοπικής εφημερίδος "Η ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ", της οποί­ας ο εκδότης κ. Σερέλης ήταν παρών επρόσθετε και τα εξής: "μία νεφέλη εκάλυπτε το πρόσωπον του Αγίου". Το σημείον αυτό διαδόθηκε σε όλη την Κάρυστον και τα περιχωρά της. Όλοι συζη­τούσαν και όλοι ευρίσκαν ότι οι άκολουθούντες το Πάτριον Εορτολόγιον έχουν δίκιο". 



"Η ΚΑΡΥΣΤΙΝΗ" επίσης έγραφεν ότι "την επαύριον η είκών έλειπεν εκ της θέσεώς της. Πολλοί πιστεύουν εξ' επίτηδες αφηρέθη παρ' αγνώστων μέχρι της στιγμής ταύτης ή διά να μη γίνεται) συζήτησις περί της διαφοράς του η­μερολογίου, η οποία ήτο φυσικώς να γίνεται μεταξύ των Χριστιανών καθ' ότι πλείστοι των κατοίκων των υπολοίπων 6-7 κοινοτήτων α­κολουθούν το παλαιόν ημερολόγιον. Δικαίως όθεν η κοινωνία της Καρύστου διατελεί εν ιερά αγανακτήσει καί πιστεύει ότι μερικοί ενήργησεν εκ πείσματος παίζοντες με τας θρησκευτικάς αντιλήψεις και τας ιεράς εικόνας, αφού μέχρι της 29ης Δεκεμ­βρίου παρ' όλην την δικαίαν απαίτησιν των κατοίκων, η εικών δεν επανατοποθετήθη εις την θέσιν της".



Απόσπασμα από το ιστορικό ορθόδοξο περιοδικό '' ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ '', του αειμνήστου Μητροπολίτη Πενταπόλεως κ. Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. Εισαγωγή στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΖΗΛΩΤΗΣ ΘΕΟΥ



Ο Όσιος Γέρων Ιερώνυμος, κατά κόσμον Βασίλειος Αποστολίδης, γεννήθηκε το έτος 1883 εις το Μικρασιατικό Χωρίον «Γκέλβερη» της Καππαδοκίας. Οι γονείς του Ανέστης και Ελισάβετ, απέκτησαν 6 (εξ) τέκνα, μεταξύ των οποίων και τον εκ κοιλίας μητρός κεκλημένον Βασίλειον, τον μετέπειτα γνωστόν μας  Όσιο Πατέρα - Γέροντα Ιερώνυμο.



Μεγάλωσε και άνετράφη σε περιβάλλον προσευχής, ασκήσεως και αγιότητας. Τα προσευχητικά δάκρυα της μητέρας του, ήσαν τα πρώτα που επέδρασαν στην ευαίσθητη ψυχή του Βασιλείου. Επίσης και τα άγια παραδείγματα των Ασκητών - Τρωγλοδυτών Αγίων της περιοχής του, οι οποίοι εκρύπτοντο και ζούσαν εν αφάνεια στα διάσπαρτα αυτά «κέντρα» προσευχής των βράχων της Καππαδοκίας. Εχειροτονήθη Διάκονος υπό του Μητροπολίτου Σωφρονίου εις την Αμισόν. Επισκεφθείς τους Αγίους Τόπους, ως Διάκονος, παρέμεινε επί εννέα μήνας εις την Ί. Μονήν του Τιμίου Προδρόμου παρά τον Ιορδάνη ποταμό. Επιστρέφων, διωρίσθη Διάκονος εις τον Ί. Ναόν Αγίου Γεωργίου εις Κωνσταντινούπολη, οπού και αφήκε την «σφραγίδα» του, διότι εθαυμάζετο δια τάς αρετάς και την αγιότητα του, τον ζήλο και την καλλικέλαδο φωνή του.



Η Μικρασιατική καταστροφή, έφερε εις την Ελλάδα το «πτηνόν της ερήμου», τον «Ερωδιόν», Ασκητή Διάκονο Βασίλειον. Η Νήσος Αίγινα, αμέσως μετά την στέρησιν του Αγίου της, Αγίου Νεκταρίου, το έτος 1922, υπεδέχθη τον Διάκονο Βασίλειον, που ήλθε «από την μεγάλη στεριά, όπως θα έλεγε ο Κόντογλου, από τα 'Αγια χώματα της Ανατολής: από την Καππαδοκία, που την τίμησαν και την δόξασαν τόσοι Μάρτυρες και Όσιοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας» (Π. Πάσχος). Την εποχή εκείνη Ιεροκήρυξ εις την Αίγινα, ήτο ο μετέπειτα Μητροπολίτης Καρυστίας Παντελεήμων, ο όποιος εξετίμησε και ηγάπησε τον Καππαδόκη Διάκονο Βασίλειον. 'Οτε δε έγινε Μητροπολίτης Καρυστίας, εις μίαν επίσκεψίν του εις την Αίγινα, μετά πολλάς πιέσεις προς τον Βασίλειον, τον έπεισε και τον χειροτόνησε εις Ιερέα, δίδων εις αυτόν και το Οφίκιον του Άρχιμανδρίτου. Μετά εν έτος έλαβε και το Μέγα και Αγγελικόν Σχήμα από τον Αγιον Γέροντα Ιερώνυμο Σιμωνοπετρίτη, λαβών το όνομα Ιερώνυμος. Στην αρχή της Ιερατεία του, κάποια, μέρα, την ώρα πού έκαμε προσκομιδή είδε ένα φοβερό δράμα (τον Κύριόν μας ως βρέφος επάνω στην Αγία Τράπεζα), το οποίον τόσο πολύ τον συνεκλόνισε ώστε έγινε ή αφορμή, να παύση να ιερουργεί, διότι ήτο τόσο το δέος του, που θεωρούσε ανήμπορα τα χέρια του να λογχίζουν το Σώμα του Κυρίου μας. Κατόπιν και μέχρι της κοιμήσεως του, απεσύρθη εις ιδιόκτητο Ησυχαστήριον «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου». Εις το Ησυχαστήριον αυτό, συνέχισε τους Ασκητικούς αλλά και Ποιμαντικούς αγώνας του. Άλλοτε απεσύρετο εις ιδιαίτερο κρυπτόν τόπον (εντός του Ησυχαστηρίου), που ενθύμιζε τους λαξευτούς διαδρόμους - κρύπτες και τα κελλιά, υπό τους βράχους, της Πατρίδος του, άλλοτε εγίνετο «η κολυμβήθρα του Σιλωάμ», οπού πλήθος επισκεπτών εύρισκαν κοντά του, παρηγοριά, λύτρωση, αναγέννηση. Οι συμβουλές του και ή προσευχή του, ήσαν το «μάλαγμα» για τις από πάσης αιτίας πληγωμένες καρδιές. Και μόνον που τον ατένιζε κανείς, ένοιωθε να τον διαπερνά σε όλο το είναι του, η Χάρις και η Ευλογία του Αγίου, πολύπαθους Γέροντος, της Αγιότητας του και έφευγε, «άλλος άνθρωπος!». Ειχεν όλα τα Χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, το δε προορατικό του Χάρισμα, ήτο εις αφάνταστο βαθμό εντυπωσιακό και ακριβέστατο, ώστε ο επισκέπτης, καθώς τον ήκουε, ησθάνετο δέος και φόβον! Εκοιμήθη μετά δύο, περίπου, μηνών επώδυνου ασθενείας του, εις τας Αθήνας, την 2αν (π.ε.) Οκτωβρίου 1966. Είθε οι πρεσβείες του Αγίου Γέροντος Ιερωνύμου να μας σκέπουν, προστατεύουν, ενισχύουν και βοηθούν για την σωτηρία μας, διαφυλάττουν δε την Ορθοδοξία μας και το Έθνος μας, από πάσης επιβουλής και κακίας. Πολλοί, όσοι τον είχαν γνωρίσει προσωπικά ή μετά την ανάγνωσιν των βιβλίων, περί του Οσίου Γέροντος και που συνεκλονίσθησαν και τον ηγάπησαν, οσάκις κατακλύζονται από οδύνη καί πόνο καί τον επικαλούνται, έχουν ευεργετηθεί καί εν γένει έχουν γίνει δέκται της αγιαστικής του στοργής καί παρρησίας. Διηγούνται πολλά θαύματα, ιάσεις ασθενών επιτυχίες στα παιδιά τους, είτε σε σπουδές είτε σε αποκαταστάσεις καί πού οπωσδήποτε τα αποδίδουν στην μεσιτεία, αγάπη καί στοργή του Γέροντος. Παρατίθενται, ενδεικτικώς μόνον, ώρισμένα εκ των πολλών θαυμάτων και θαυμάσιων που είχεν επιτελέσει εν ζωή ο Γέροντας καθώς και δύο εμφανίσεις του Γέροντος μετά την κοίμησίν του, χωρίς δι' ευνόητους λόγους να αναφερθούν τα ονόματα αυτών που τα διηγήθηκαν, τα οποία όμως υπάρχουν εις το αρχείο «περί του Γέροντος», που κρατείται. «…….'Ήμουν, λέγει, δέκα επτά ετών, μαθήτρια της κοπτικής και ραπτικής Σχολής του Παπαϊωάννου, ότε με κατέλαβε ξαφνικά και εισήλθεν εντός μου ο διάβολος, τέλη του Έτους 1922. Με έφεραν στην την Αίγινα και με έκλεισαν σε ένα δωμάτιο και με έδεσαν, δια να μη κτυπώ και κάμνω και άλλα πολλά. Τούτο, όταν το επληροφορήθη ό Γέροντας, με επεσκέφθη και ανέλαβε το βαρύ έργον, να εκβάλη το δαιμόνιον, το οποίον με βασάνιζε. Μου είπε ότι πρέπει να νηστεύω και να προσεύχομαι περισσότερο. Άρχισα την νηστεία, αλλά έκαμε και ο Γέροντας συγχρόνως πιο αυστηρή νηστεία. Επί τεσσαράκοντα ημέρας τελείτο καθημερινώς θεία Λειτουργία και μου διάβαζε και τους εξορκισμούς. Η κατάστασης αύτη κράτησε επί εννέα ολόκληρα έτη, εκ των οποίων τα τέσσαρα ήσαν πολύ μαρτυρικά, Ιδίως δια τον Γέροντα. Κατά την διάρκεια των πρώτων αυτών χρόνων, έφθασε περίοδος που ήμουν έτοιμη να αποθάνω, όπως οι άλλοι αλλά και ο ίδιος ο Γέροντας μου είπαν αργότερα. Επί τρεις ημέρας ήμουν τελείως αναίσθητη. Όταν λίγο καλυτέρευσα, την τρίτην ήμέραν το εσπέρας ο Γέροντας έκαμε εσπερινό και με εχειροθέτησε Μοναχή, και μάλιστα μεγαλόσχημη, ώστε αν φύγω δια την άλλην ζωήν, να είμαι μοναχή, επειδή πολύ το επιθυμούσα. Τότε όμως ξαφνικά συνήλθα, ένοιωσα πώς δεν είχα τίποτα. Την επομένη μου είπε και κοινώνησα. Πράγματι, ένοιωσα άλλος άνθρωπος, δεν το πίστευα! Ο Θεός και ό Γέροντας έκαμαν το θαύμα τους. Έκτοτε, με την βοήθειαν του Θεού δεν ξαναέπαθα τίποτα.



Γράφει ή μακαριστή Ξένη μοναχή: «Φεύγοντας (ο Γέροντας μετά από επίσκεψη στο Ησυχαστήριό μου, σε εξοχικό Προάστιο.) και βγαίνοντας τελείως έξω από την πόρτα του κήπου, μου λέει με μιαν έκφραση λύπης και απογοητεύσεως: -Πω πω! μεγάλη αμαρτία γίνεται εις τούτον τον τόπον (δάσος, βουνό). Μια φωτιά όμως, όλα γύρω απ' εδώ θα τα φτιάξη αυτά.....Την ίδια χρονιά, μετά λίγους μήνες, μετά την επίσκεψη του Γέροντος, έπιασε χωρίς να το γνωρίζουμε πώς, μια τεράστια φωτιά πού την βοήθησε και ό αέρας ν απλωθεί, πολύ περισσότερο. Περί τα 400 στρέμματα κάηκαν. Ούτε θάμνοι έμειναν, ούτε δένδρα, όλα έγιναν στάκτη. Ακόμη και σήμερα, φαίνεται όλος αυτός ο τόπος που τον «έφτιαξε» η φωτιά. Κάθε φορά που τον βλέπω, βλέπω και τον Γέροντα στο ίδιο σημείο, να μου δείχνει τον τόπον αυτόν και να προφητεύει! {Συνεχίζεται...}. Μέρος 1ον.



Στην φωτογραφία,το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων στην Αίγινα, που έχτισε ο ίδιος ο Όσιος Ιερώνυμος, όπου και έγινε η επίσημη αγιοκατάταξή του από την Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. Να έχουμε την ευλογία και την μεσιτεία του Αγίου αυτού Καππαδόκη της Μικρασίας, που το 1942 αποτειχίστηκε από την καινοτόμο Εκκλησία και εντάχθηκε   στον Ιερό Αγώνα των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.


Όσιος Ιερώνυμος Αιγίνης


ΑΓΙΟΣ ΑΓΙΟΣ ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΣΑΒΑΩΘ



Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Σιλουανό: – Τι να κάνω, αββά; Πως θα αποκτήσω την κατάνυξη; Πολύ ενοχλούμε από την πνευματική αδράνεια, τον ύπνο και τη νύστα. 



Και όταν σηκώνομαι από τον ύπνο, παλεύω πολύ με την ψαλμωδία, αλλά δεν μπορώ να νικήσω τη νύστα και δεν λέγω ψαλμό χωρίς μελωδία. Κι ο γέροντας του αποκρίθηκε: – Παιδί μου, το να ψάλλεις ψαλμούς με μελωδία πρώτα - πρώτα αποτελεί υπερηφάνεια · γιατί σου υποβάλλει την ιδέα ότι· εγώ ψάλλω, ο αδελφός δεν ψάλλει· και δεύτερο σου σκληραίνει την καρδιά και δεν σε αφήνει να αισθανθείς κατάνυξη. Εάν λοιπόν θέλεις κατάνυξη άφησε το ψάλσιμο. Και όταν στέκεσαι προσευχόμενος, να ερευνά ο νούς σου τη δύναμη του στίχου και να αναλογίζεσαι ότι βρίσκεσαι μπροστά στο Θεό που γνωρίζει τις σκέψεις και τις επιθυμίες του ανθρώπου. Όταν σηκωθείς από τον ύπνο, πριν απ’ όλα να δοξάσεις τον Θεό, ύστερα απάγγειλε το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ημών» και τότε άρχισε τον κανόνα σου χωρίς βιασύνη, στενάζοντας και ενθυμούμενος τις αμαρτίες σου και την κόλαση στην οποία πρόκειται να βασανίζεσαι. Λέγει ο αδελφός: – Εγώ αββά, από τότε που άρχισα να μονάζω, ψάλλω την ακολουθία του κανόνα των ωρών σύμφωνα με την Οκτώηχο. Αποκρίθηκε ο γέροντας: – Γι’ αυτό ακριβώς φεύγουν από σένα η κατάνυξη και το πένθος. Θυμήσου τους μεγάλους πατέρες, πως, παρόλο που ήταν αμόρφωτοι και δεν γνώριζαν ούτε ήχους ούτε τροπάρια παρά μόνο λίγους ψαλμούς, έλαμψαν σαν αστέρες στον κόσμο. Τέτοιοι ήταν ο αββάς Παύλος ο απλός, ο αββάς Παμβώ, ο αββάς Απολλώ και οι λοιποί θεοφόροι πατέρες, οι οποίοι και νεκρούς ανέστησαν και μεγάλα θαύματα έκαναν και την εξουσία εναντίων των δαιμόνων είχαν λάβει από το Θεό όχι με τα ψαλσίματα, τα τροπάρια και τις μελωδίες, αλλά με την προσευχή που γίνεται με συντετριμένη καρδία και με τη νηστεία. Με αυτά παραμένει αδιαλείπτως ο φόβος του Θεού μέσα στην καρδία και δυναμώνει το πένθος, που καθαρίζει τον άνθρωπο από κάθε αμαρτία και κάνει το νου καθαρότερο από το χιόνι. Γιατί η ομορφιά του ψαλσίματος δεν σώζει τον άνθρωπο, αλλά ο φόβος του Θεού και η τήρηση των εντολών του Χριστού τον σώζουν. Το ψάλσιμο όμως πολλούς κατέβασε στα τρίσβαθα της γής, όχι μόνο κοσμικούς αλλά και ιερείς, γιατί αδυνάτισε τον χαρακτήρα τους και τους γκρέμισε στην πορνεία και σε άλλα αισχρά πάθη. Το ψάλσιμο λοιπόν είναι για τους κοσμικούς, γι’ αυτό και ο λαός μαζεύεται στις εκκλησίες. Σκέψου, παιδί μου, πόσα αγγελικά τάγματα υπάρχουν στον ουρανό και για κανένα από αυτά δεν λέγει η Γραφή ότι ψάλλουν σύμφωνα με την Οκτώηχο, αλλά ότι το ένα τάγμα ψάλλει ακαταπαύστως το «Αλληλούϊα», άλλο το «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ» και άλλο «Ευλογημένη η δόξα Κυρίου εκ του τόπου και εκ του οίκου αυτού». Εσύ λοιπόν, παιδί μου, να μιμηθείς τους πατέρες, εάν θέλεις στις προσευχές σου ν’ αποκτήσεις κατάνυξη, φυλάγοντας το νου σου όσο μπορείς συγκεντρωμένο και μακριά από ρεμβασμούς. 



Αγάπησε την ταπείνωση του Χριστού και πρόσεχε τον εαυτό σου περιφρουρώντας το νου σου την ώρα της προσευχής. Και όπου βρεθείς, μη προβληθείς ως σοφός και δάσκαλος, αλλά ως αμόρφωτος και μαθητής, και ο Θεός θα σου χαρίσει την κατάνυξη.


Το Γεροντικό του Σινά


ΔΕΧΘΗΚΑ ΕΝΑΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΣΤΗΝ ΣΠΗΛΙΑ ΜΟΥ



Μας διηγήθηκαν απ’ τους πατέρες του Σινά για τον αββά Σέργιο, τον αναχωρητή λέγοντας ότι:



'' Όταν έμενε στο Σινά, ο οικονόμος τον τοποθέτησε στα μουλάρια. Μιά μέρα καθώς επέστρεφε, ένα λιοντάρι ήταν ξαπλωμένο στο δρόμο. Μόλις το είδαν τα μουλάρια και οι οδηγοί τους ζάρωσαν από το φόβο τους, το έβαλαν στα πόδια. Τότε ο αββάς Σέργιος αφού πήρε από το σάκκο του ένα κομμάτι ψωμί, πλησίασε το λιοντάρι και του λέει: – Πάρε την ευλογία των πατέρων και φύγε από τον δρόμο για να περάσουμε. Αφού πήρε το λιοντάρι την τροφή, έφυγε ''. Για τον ίδιο τον αββά Σέργιο, τον αναχωρητή, μας διηγήθηκε ο μαθητής του, ο αββάς Σέργιος ο Αρμένης ότι: – Με ενοχλούσε πολύ, που ο αββάς Γρηγόριος, ο οποίος ήταν ηγούμενος του μοναστηριού των Φάρων ήθελε να τον πάω στο γέροντα (αββά Σέργιο). Μια μέρα λοιπόν τον πήγα στον γέροντα. Βρισκόταν εκείνη την εποχή ο γέροντας στα μέρη της Νεκράς θάλασσας. Μόλις λοιπόν τον αντίκρυσε ο γέροντας, τον ασπάσθηκε με πάρα πολύ χαρά και αφού έφερε νερό του έπλυνε τα πόδια και ολόκληρη τη μέρα συζητούσε μαζί του για την ωφέλεια της ψυχής. Την επόμενη μέρα τον ξεπροβόδισε. Όταν λοιπόν έφυγε ο αββάς Γρηγόριος, λέω στον γέροντα: – Γνωρίζεις πάτερ, ότι σκανδαλίσθηκα, γιατί ενώ σου έφερα πολλούς επισκόπους και πρεσβύτερους και μερικούς άλλους, ποτέ κανενός απ’ αυτούς δεν έπλυνες τα πόδια παρά μόνο του αββά Γρηγορίου; Τότε μου απαντά ο γέροντας: – Εγώ, ποιός είναι ο αββάς Γρηγόριος δεν γνωρίζω· αυτό μόνο γνωρίζω, ότι πατριάρχη δέχτηκα στη σπηλιά μου. Γιατί είδα να φορά ωμοφόριο και να κρατά το Ευαγγέλιο.



Πράγματι αυτό πραγματοποιήθηκε, γιατί ύστερα από έξι χρόνια αξίωσε ο Θεός τον αββά Γρηγόριο να γίνει πατριάρχης στη Θεούπολη, όπως προέβλεψε ο γέροντας!



Το Γεροντικό του Σινά


Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΣΤΟΥΣ ΜΥΛΟΥΣ ΚΑΡΥΣΤΟΥ 1924



ΣΥΝΕΒΗ ΤΟ ΕΤΟΣ 1924 ΣΤΟΥΣ ΜΥΛΟΥΣ ΚΑΡΥΣΤΟΥ



Ο π. Νικόλαος Καλοσκάμης (ετών 78), εφημέριος του ιερού ναού Ευαγγελίστριας Καραβά Πειραιώς, μας διηγήθηκε τα εξής:


 

Όταν τό 1946 χειροτονήθηκα Ιερέας από τον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπό μας πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομο, διορίστηκα εφη­μέριος στην Κάρυστο Εύβοιας. Λειτουργούσα στο ναό της Αγίας Μαύρας, όπου εκκλησιάζονται οι Γ.Ο.Χ. Καρύστου, Μύλων και Αετού.


 

Από τους εκεί πιστούς που, ούτε για μια μέρα δεν δέχ­θηκαν την καινοτομία του νέου ημερολογίου, πληροφορήθηκα ότι ο Άγιος Θεός επέτρεψε να ζήσουν πολλά θαυμάσια προς ενίσχυσι και στερέωσί τους στην Πατρώα πίστι. Εγνώρισα μια γερόντισσα, από το χωριό Μύλοι, μια ώρα δρόμο πάνω από την Κάρυστο, την αείμνηστο Όλγα Ρόγκα. Αιω­νία της η μνήμη! Αυτή μου διηγήθηκε όσα θα σας πω και τα οποία γνωρίζουν όλοι στην περιοχή. Όταν ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος απεφάσισε ν' αλλάξη το Πατροπαράδοτο εορτολόγιο με το παπικό, έστειλε σχετική εγ­κύκλιο σ' όλους τους ναούς για να διαβάσουν και να γνωρίσουν όλοι οι Χριστιανοί την αλλαγή. Στους Μύλους της Καρύστου, την εγκύκλιο διάβασε ο τότε εφημέριος του χωριού παπα-Γιάννης την Κυριακή 10 Μαρτίου 1924, την οποίαν όμως μετέβαλαν εις 23 Μαρτίου. Μετά από δύο ημέρας έπρεπε να γιορτάσουν και τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου! Οι χωρικοί, που βρέθηκαν την Κυριακή αυτή στον ναό του Τιμίου Προδρόμου στους Μύλους, σταυροκοπήθηκαν καί ψιθύρι­σαν μεταξύ τους: «να, που ήλθαν και τα χρόνια που ο Παπουλάκος έλεγε ότι θα μας φραγγέψουνε»!... Ο παπα - Γιάννης δεν αρκέσθηκε να διαβάση την εγκύκλιο, αλλά διαταγμένος ως φαίνεται από τον Δεσπότη του, συνέστησε με αυστηρότητα στους πιστούς να μη λείψη κανένας την ερχόμενη Τρίτη που θα πανηγύριζαν τον Ευαγγελισμό με το νέο ημερολόγιο. Τόνισε ιδιαίτερα και το περί υπακοής καθήκον των πιστών στις αποφάσεις των Αρχιερέων. Τελείωσε η Λειτουργία και οι πιστοί έφυγαν με βαρεία καρ­διά για τα σπίτια τους. Την Δευτέρα το απόγευμα, «παραμονή του Ευαγγελισμού», η γυναίκα του Προέδρου Όλγα Ρόγγα έστειλε το οκτάχρονο αγό­ρι της να πάη «ν' αλλάξη θέσι» στη βοσκή την κατσίκα τους, που ήταν δεμένη λίγο πιο πάνω από το χωριό. Ανεβαίνοντας το παιδί πέρασε από το εξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής και εκεί κοντοστάθηκε, γιατι είδε έναν άγνωστο λευκογένειο Ιερέα να τον καλή κοντά του. Πλησίασε και έσκυψε να του φιλήση το χέρι. —Ποιανού είσαι μικρέ μου; τον ρώτησε ο άγνωστος Ιερέας. -Τοο Νίκου του Ρόγγα, παππούλη. —Να πης στον πατέρα σου να μην πάη αύριο στην Εκκλησία γιατι δεν είναι του Ευαγγελισμού. "Αν όμως πάη, ο αδελφός σου ο στρατιώτης θα βρεθή σε μεγάλο κίνδυνο. —Καλά παππού. Σαν πάω θα το πω! Ο μικρός σαν «έφτιαξε» την κατσίκα, έφυγε τρέχοντας για το σπίτι του. Εκεί λαχανιασμένος τα είπε όλα στη μητέρα του που μαζί ξανανέβηκαν αμέσως στο εξωκκλήσι της Αγίας Πα­ρασκευής. Αλλά τον άγνωστο Ιερέα δεν τον βρήκαν. Το βράδυ, σαν γύρισε από το χωράφι ο Νίκος ο Ρογγάς έμαθε από την γυναίκα του και τον γυιό του για τον άγνωστο Ιε­ρέα και για το μήνυμά Του. Φοβήθηκαν, και αντί το πρωί να πάνε με τους άλλους χω­ρικούς στο ναό, πήγαν για ξύλα δίνοντας πίστι στα λόγια του ά­γνωστου Ιερέα, ότι δεν ήταν η εορτή του Ευαγγελισμού. Τό' μαθε ο παπά - Γιάννης και του στοίχισε πολύ που ο Πρό­εδρος δεν δέχθηκε την αλλαγή του ημερολογίου. Το βράδυ μάλι­στα πήγε στο καφενείο του χωριού που μαζεύονταν όλοι οι χωρια­νοί, και εκεί μπροστά σ' όλους τον «έλεγξε που δεν έκαμε υπακοή στην απόφασι της Εκκλησίας», αλλά πίστευε στα παραμύθια του παιδιού του. —Παπά μου, το παιδί μου δεν είναι κανένα μωρό. Τον Ιερέα τον είδε και μίλησε μαζί του. Μη ξεχνάς ότι κι εσύ από χρόνια μας έλεγες για τον Παπουλακο και τα λεγόμενά του... ότι θάρθη μέρα που θα μας φραγγέψουνε!.... Η ορθόδοξος αυτή στάσι του μακαρίτη Νίκου Ρογγα έσπει­ρε την αμφιβολία και στους συγχωριανούς του καί πολλοί «πέταξαν» τα ψάρια που είχαν μαγειρέψη για την «εορτή» και δεν κατέλυσαν την νηστεία. Πέρασαν μερικές ημέρες και η οικογένεια Ρόγγα έλαβε γράμ­μα από τον γυιό τους τον Γιώργο, τον στρατιώτη, που τους έγραφε: «Σεβαστοί μου γονείς, μάθετε ότι χθες, που γιορτάσαμε την Εθνική μας γιορτή με το νέο ημερολόγιο, μια αδέσποτη σφαί­ρα με κτύπησε στη παλάμη χωρίς να μου σπάση κανένα κόκκαλο. Όλοι εδώ με διαβεβαίωσαν ότι ήταν θαύμα που σώθη­κα και, ότι είχα "'Αγιο! Τώρα είμαι καλά». Με το γράμμα στο χέρι βγήκαν και διαλάλησαν σ' όλους στους συγχωριανούς τους. Και έλεγαν και ξανάλεγαν: «Γιά ν' α­κούσουμε τον άγνωστο Ιερέα, ο Θεός έσωσε το παιδί μας!» Τό' μαθε και ο παπα - Γιάννης «κι έχασε τη μιλιά του!». Μι- σοδικαιολογήθηκε ότι «έχουν δίκιο», ότι «ας όψονται οί αίτιοι» και ότι αυτός δεν μπορεί να κάμη αλλιώς για να μη χάση τό ψωμί του... Συνέχισε αδιόρθωτος να λειτουργή με το νέο ημερολόγιο και ακόμη να φοβερίζη τους Χριστιανούς που ακολουθούσαν το Πά­τριο. 



Όχι όμως για πολύ καιρό, γιατί στο χρόνο επάνω, φεύγον­τας από το πανηγύρι του ναού με το νέο ημερολόγιο γλίστρησε στο γεφύρι και έπεσε στο νερό και πνίγηκε.



Απόσπασμα από το ιστορικό ορθόδοξο περιοδικό '' ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ '', του αειμνήστου Μητροπολίτη Πενταπόλεως κ. Καλλιοπίου Γιαννακουλοπούλου της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. Εισαγωγή στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...