ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΘΥΜΑΣΑΙ;



Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη,θυμάσαι; 

Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν «Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!»



Τα σήμαντρα σωπαίναν, μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν. 

Θυμάσαι; 



Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη. 

Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του, πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους, τ’ αηδόνι. 



Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα. Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη: 

«Ζωή εν τάφω... Έαρ γλυκύ... Γλυκύτατόν μου τέκνον..». 



Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες, ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα της εκκλησιάς...





Κωστής Παλαμάς


Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

ΤΟΤΕ ΕΙΠΕ ΧΑΙΡΕ ΡΑΒΒΙ ΚΑΙ ΚΑΤΕΦΙΛΗΣΕΝ ΑΥΤΟΝ



Ας δούμε πώς παραδόθηκε ο Δεσπότης. Για να μάθομε καλά και του προδότη όλη τη μανία, και του μαθητή την αχαριστία να γνωρίσομε, και του Δεσπότη την ανείπωτη φιλανθρωπία, ας ακροασθούμε τον Ευαγγελιστή πώς εκείνου την παρατολμία ιστορίζει. Τότε, λέγει, πορευθείς εις εκ των δώδεκα, Ιούδας ο λεγόμενος Ισκαριώτης, προς τους αρχιερείς, είπεν αυτοίς· τι θέλετέ μοι δούναι, καγώ υμίν παραδώσω αυτόν; Θαρρώ πως είναι ξάστερα τούτα τα λόγια και δεν αφήνουνε τίποτε κρυφό. Κι άμα τα καλοξετάσει κανένας χωριστά το καθένα, πολλά έχει να στοχαστεί και πολύ βαθιά νοήματα να πιάσει. 



Και πρώτα για τον καιρό. Δεν τόνε σημαδεύει απλά κι όπως νάναι, ο ευαγγελιστής. Δεν λέγει πορευθείς μονάχα· αλλά τότε πορευθείς. Τότε… Πότε; Και για ποιον λόγο σημαδεύει τον καιρό; Δεν τόνε σημαδεύει απλά κι όπως νάναι ο ευαγγελιστής, μιλώντας μας μέσα στο Πνεύμα· γιατί εκείνος που λαλεί μέσα στο Πνεύμα τίποτε απλά και τυχαία δεν το λέγει. Τι είναι λοιπόν, το τότε; Πριν από εκείνη την ώρα, πριν από αυτό το τότε σίμωσε το Χριστό η γυναίκα που είχε το αλάβαστρο με το μυρωδικό και που τόχυσε πάνω στο κεφάλι του. Φανέρωσε πολλή πίστη εκείνη η γυναίκα, φανέρωσε πολλήν έγνοια, φανέρωσε πολλήν υπακοή και σέβας. Άλλαξε από τον προτινό της βίο κι έγινε καλύτερη και φρονιμώτερη. Και σαν η πόρνη μετάνοιωσε, σαν κατάλαβε τον Δεσπότη, τότε ο μαθητής παράδωσε τον Διδάσκαλο. Τότε… Πότε; Όταν ήρθε η πόρνη και το μυρωδικό λάδι έχυσε στα πόδια του Ιησού και τα σφούγγισε με τις τρίχες της κεφαλής της και πολλήν έγνοια φανέρωσε σβύνοντας με την εξομολόγηση όλα της τα κρίματα. Τότε, λοιπόν, σαν είδε τη γυναίκα εκείνη τόσην έγνοια να φανερώνει μπροστά στον Διδάσκαλο, τότες αυτός έδραμε στην παράνομη προδοσία. Κι ενώ εκείνη από τον βυθό της αμαρτίας ανέβηκε στον ουρανό, αυτός ύστερα από τόσα θαύματα και σημεία, ύστερ’ από την ανείπωτη τη συγκατάβαση, γκρεμνίσθηκε στα τάρταρα. Τόσο μεγάλο κακό είναι η ραθυμία κι η χαλασμένη προαίρεση. Για τούτο και ο Παύλος έλεγε· ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση. Κι ο προφήτης παλαιότερα φώναξε· μη ο πίπτων ουκ ανίσταται; ή ο αποστρέφων ουκ επιστρέφει; Για να μη θαρρεύει εκείνος που στέκεται, αλλά πάντα νάχει αγωνία, μηδέ κείνος που έπεσε ν’ απελπίζεται. Γιατί τόση είναι η δύναμη του Κυρίου, που και πόρνες και τελώνες να τραβήξει και να βάλει κάτω από το ζυγό του. Τι γίνεται, λοιπόν; Αυτός που τράβηξε κοντά του τις πόρνες, δεν μπόρεσε να κρατήσει τον μαθητή; Ναι, μπορούσε να κρατήσει και τον μαθητή· αλλά δεν ήθελε να τον κάνει καλόν με την ανάγκη, μηδέ με τη βία να τον κρατήσει κοντά του. Για τούτο ο ευαγγελιστής, ιστορώντας μας για τον αχάριστο μαθητή, λέγει· τότε πορευθείς, ήγουν δίχως να τον καλέσει κανένας, δίχως να τον αναγκάσει ή να τον σπρώξει άλλος, αλλά από μονάχος του κινήθηκε σ’ εκείνη την πράξη, από δική του γνώμη σ’ εκείνο το παράνομο τόλμημα ώρμησε, δίχως να κινηθεί από άλλη αιτία, αλλά από την κακία που ερχότανε από μέσα του πήγε να πέσει στην προδοσία του Δεσπότη. Τότε πορευθείς εις των δώδεκα. Και τούτο είναι όχι μικρό βάρος που λέγει εις των δώδεκα. Γιατί ήτανε κι άλλοι εβδομήντα μαθητάδες, για δαύτο είπε εις των δώδεκα, ήγουν ένας από τους διαλεχτούς, από εκείνους που κάθε μέρα συναναστρεφόντανε μ’ αυτόν, που είχανε πολύ το θάρρος μαζί του. Για να μάθεις, λοιπόν, πως ήτανε από τους πρώτους μαθητάδες, λέγει εις των δώδεκα. Και δεν τ’ αποκρύβει τούτα, γράφοντας ο ευαγγελιστής, για να νοιώσεις πως αυτό που φαίνεται ατιμία, φανερώνει τη φροντίδα του Δεσπότη σε μας, που τον προδότη και τον κλέφτη τον αξίωσε με τόσα αγαθά, κι ίσαμε το τελευταίο βράδι τον συμβούλευε και τον πρότρεπε. Είδες την πόρνη πώς σώθηκε, επειδή συνήρθε, και πώς ο μαθητής γκρεμνίσθηκε με τη ραθυμία; Μη λοιπόν απελπίζεσαι, κυττάζοντας την πόρνη, μηδέ πάλι να θρασέψεις, ρίχνοντας τα μάτια σου στην αποτολμία του μαθητή. Γιατί και τα δύο τούτα είναι ολέθρια. Εύκολα γλυστράει η γνώμη μας και ξεστρατίζει η πρόθεσή μας. Για δαύτο απ’ ολούθε πρέπει ν’ ασφαλίζεται κανένας. Τότε πορευθείς εις των δώδεκα, Ιούδας ο Ισκαριώτης. Βλέπεις από τι συντροφιά ξέπεσε; Βλέπεις από τι διδασκαλία έμεινε πίσω; Βλέπεις τι κακό μεγάλο είναι η ραθυμία; Ιούδας, λέγει, ο Ισκαριώτης, γιατί ήτανε κι άλλος συνονόματος με τούτον, ο λεγόμενος του Ιακώβου. Βλέπεις του ευαγγελιστή τη σοφία, που όχι από την πράξη μα από τον τόπο μάς τον ονοματίζει, ενώ τον άλλον όχι από τον τόπο αλλά από το όνομα του πατέρα του μάς τον κάνει γνωστό; Ενώ μπορούσε φυσικά να πει Ιούδας ο προδότης. Αλλά για να μας διδάξει πως πρέπει να κρατάμε καθαρή τη γλώσσα από κατηγόρια, τσιγκουνεύτηκε τη λέξη προδότης. Ας μάθομε, λοιπόν, να μην κακολογούμε τον εχθρό μας. Γιατί αν αυτός ο μακάριος δεν θέλησε να κατηγορήσει τον προδότη, ιστορώντας το παράνομο τούτο τόλμημα, αυτό το περισώπασε και τον ονομάτισε από τον τόπο απ’ όπου καταγότανε, πώς εμείς θα συγχωρεθούμε κατηγορώντας τον διπλανό μας; Εμείς, που πολλές φορές όχι μονάχα τους εχθρούς θυμόμαστε με κακολογία, αλλά κι εκείνους που θέλουνε το καλό μας, ας μην κάνομε τέτοια, σας παρακαλώ. Είναι συμβουλή και του Παύλου που λέγει: Πας λόγος σαπρός εκ του στόματος υμών μη εκπορευέσθω. Έτσι ο μακάριος Ματθαίος, όντας καθαρός από τέτοιο πάθος, έλεγε: Τότε πορευθείς εις εκ των δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας ο Ισκαριώτης προς τους αρχιερείς είπε· τι θέλετέ μοι δούναι καγώ υμίν παραδώσω αυτόν; Ω βρωμερό λάλημα! Ω ασυλλόγιστη τόλμη! Το θυμούμαι και τρέμω, αγαπητοί, πώς βγήκεν από στόμα το λάλημα, πώς κίνησε τη γλώσσα, πώς δεν ξεριζώθηκε από το κορμί η ψυχή, πώς δεν παραλύσανε τα χείλη, πώς ο νους του δεν ξεστάθηκε. Τι θέλετέ μοι δούναι, καγώ υμίν παραδώσω αυτόν; Λέγε μου, Ιούδα, αυτό σ’ έμαθε ο Διδάσκαλος τόσον καιρό; Έτσι λησμόνησες τις αδιάκοπες συμβουλές του; Δεν σου έλεγε μη κτήσεσθε χρυσόν μήτε άργυρον, από την αρχή κυττάζοντας πώς να βάλει χαλινάρι στην ακράτητη μανία σου για τα λεφτά; Δεν σε συμβούλευε λέγοντας εάν τις σε ραπίση εις την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην; Για ποιο λόγο, πες μου, παράδοσες τον Διδάσκαλο; Επειδή σου χάρισε εξουσία καταπάνω στους δαίμονες, και να γιατρεύεις αρρώστειες, και λεπρούς να καθαρίζεις, κι άλλα πολλά τέτοια θαύματα να φανερώνεις; Για τόσες λοιπόν ευεργεσίες, τέτοιαν αμοιβή του πληρώνεις; Ω ξέφρενη καρδιά ή μάλλον φιλαργυρία! Γιατί όλα τούτα τα κακά η φιλαργυρία τα γεννάει, η ρίζα όλων των κακών, που σκοτεινιάζει τις ψυχές μας και τους ίδιους τους νόμους της φύσεως, και μας βγάζει από τα συλλοϊκά μας και δεν αφήνει μηδέ φιλία μηδέ συγγένεια μηδέ τίποτ’ άλλο να θυμόμαστε. Αλλά μια και σακατέψει τα μάτια της ψυχής, μας βάζει να περπατάμε μέσα στο σκοτάδι. Και για να το μάθεις αυτό καλά, ιδές πόσα δεν έδιωξε από την ψυχή του Ιούδα. Σαν μπήκε εκεί μέσα, τη συναναστροφή, τη συνήθεια, τη θαυμαστή διδασκαλία, τη φιλία, όλα τούτα τάρριξε στη λησμοσύνη. Καλά έλεγε ο Παύλος ρίζα πάντων των κακών εστιν η φιλαργυρία. Τι θέλετε μοι δούναι, καγώ υμίν παραδώσω αυτόν; Παραδίνεις, Ιούδα, αυτόν που όλα τα κρατάει μέσα στο πρόσταγμά του; Πουλάς τον αχώρετο στον νου, τον χτίστη του ουρανού και της γης, τον πλάστη της φύσεώς μας, αυτόν που με λόγο και νεύμα τάφτιαξε όλα; Για να δείξει, λοιπόν, πως θεληματικά παραδόθηκε, άκου τι έκαμε. Την ώρα της προδοσίας, όταν ήρθανε καταπάνω του με μάχαιρες και κοντάρια, και με δαδιά αναμένα και φανάρια, τους λέγει τίνα ζητείτε; Και πάψανε παρευθείς να ξέρουνε ποιον θα πιάνανε. Τόσο ήτανε εκείνος μακρυά από το να μπορέσουνε να τον πιάσουνε, που ούτε να τον δούνε μπροστά τους δεν μπορούσανε, ενώ ήτανε, τόση φωτοχυσία. Και πως αυτό θέλει να πει, ήγουν πως ενώ είχανε δαδιά και φανάρια δεν τον βλέπανε μολαταύτα, βγαίνει από τα παρακάτω λόγια. Και ο Ιούδας ειστήκει μετ’ αυτών, αυτός που τους είχε πει εγώ υμίν παραδώσω αυτόν. Γιατί ο Χριστός τους σύγχυσε τη διάνοια, θέλοντας να φανερώσει τη δύναμή του, για να μάθουνε πως καταπιάνονταν με τ’ αδύνατα. Και σαν ακούσανε τη φωνή του πισωπερπατήσανε σκυφτοί και πέσανε τέλος χάμου. Είδες πώς δεν αποκριθήκανε λόγο, αλλά πέφτοντας δείξανε καταφάνερα την αδυναμία τους; Κύτταξε τη φιλανθρωπία του Δεσπότη! Μια και μηδέ μ’ αυτόν τον τρόπο δεν συγκίνησε την αδιαντροπιά του προδότη, μηδέ την αγνωμοσύνη των Ιουδαίων, παραδίνεται τότε και λέγει ο Κύριος. Σαν τους έδειξα πως καταπιάνονται με τ’ αδύνατα, θέλησα να τους ημερώσω τη μανία· δεν θέλουνε, μα επιμένουνε στην κακία τους. Ιδού, λοιπόν, παραδίνομαι. Αυτά σας τα λέγω, για να μην κατηγορήσει κανένας τον Χριστό λέγοντας: Γιατί δεν άλλαξε την καρδιά του Ιούδα; Γιατί δεν τον έκαμε καλύτερο; Και πώς έπρεπε να κάμει τον Ιούδα φρόνιμο και καλόκαρδο, με τη βία ή με την προαίρεση; Αν με τη βία, μηδέ μ’ αυτόν τον τρόπο δεν έμελλε να γίνει καλύτερος· γιατί κανένας δεν γίνεται καλύτερος με την ανάγκη.  



Και σαν δεν ήτανε πια κανένας να τον συμβουλεύσει, αναταράχθηκε η συνείδησή του, κι εκεί που κανένας δεν τον δίδασκε, άλλαξε και πέταξε τα τριάντα αργύρια. Γιατί, λέγει ο ευαγγελιστής, έστησαν αυτώ τριάκοντα αργύρια. Πληρώσανε το αίμα εκείνου που ήταν ατίμητος. Τι παίρνεις, Ιούδα, τριάντα αργύρια; Δωρεάν κατέβηκε ο Χριστός να χύσει το αίμα του για την οικουμένη και συ τώρα παζαρεύεις αυτό το αίμα; Ποια ντροπή τρανότερη από τέτοιο παζάρεμα! Ποιος είδε και ποιος άκουσε!


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ



«Και ελθόντες εις τόπον λεγόμενον Γολγοθά, ο έστι Κρανίου τόπος λεγόμενος, έδωκαν αυτώ οίνον ποιείν μετά χολής μεμιγμένον. Και γευσάμενος, ουκ ήθελε πιείν. Σταυρώσαντες δε αυτόν, διεμερίσαντο τα ιμάτια αυτού, βάλλοντες κλήρον, ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Προφήτου˙ διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον. Και καθήμενοι ετήρουν αυτόν εκεί». 



Και εις τα εξής. Το μεν αναγνωσθέν ρητόν ευαγγελικόν εστί: σαφηνείας δε τούτου χάριν καλόν προς τους αγίους καταφυγείν και παρ’ αυτών την τούτου διάνοιαν εκλαβείν. Εκείνους γαρ μάλλον ή ημάς τοις Ευαγγελίοις συνίστασθαι προσήκει. Και ίνα μη περιερχόμενοι τους πάντας επιβραδύνωμεν τω λόγω, αρκεί και μόνος ο Απόστολος προς την ημών πληροφορίαν γενέσθαι διδάσκαλος. Γράφει γαρ τοις Εβραίοις αυτός ο μακάριος Παύλος, ότι αδύνατόν εστί ψεύσασθαι τον Θεόν και αληθεύει μάλιστα λέγων και ου ψεύδεται. Των μεν γαρ γενητών η φύσις ίδιον έχει το τρέπεσθαι και κινείσθαι ποικίλαις μεταβολαίς: επειδήπερ και μη όντα ποτέ, μεταβολήν έσχεν εις το είναι, τη του πεποιηκότος χάριτι και φιλανθρωπία˙ καθώς και πάλιν ο Παύλός φησίν˙ «Ο καλών τα μη όντα ως όντα». Θεός δε ο πάντων δια του Λόγου ποιητής τυγχάνων, όντως ων, αμετάβλητον έχει συν τω Λόγω την φύσιν˙ και τούτο δια του προφήτου διδάσκει, λέγων˙ «Ίδετε, ίδετε, ότι εγώ ειμί και ουκ ηλλοίωμαι». Διο περί μεν των ανθρώπων εν Ψαλμοίς άδεται˙ «Εγώ είπα εν τη εκστάσει μου˙ Πας άνθρωπος ψεύστης»˙ περί δε του Θεού Μωσής εν τω νόμω μαρτυρεί, ότι «ο Θεός πιστός εστί και αληθινός». Ο γουν χριστοφόρος ανήρ, ως εξ αμφοτέρων τούτων παιδευθθείς, και αυτός την του Θεού προς τα γενητά διαφοράν εξηγούμενος, γράφει˙ «Γινέσθω δε ο Θεός αληθής, πας δε άνθρωπος ψεύστης». Αληθής δε εστίν ο Θεός, ουχ ως μη ψευδόμενος, ουδέν γαρ εστίν εναντίον αυτώ, ουδέ ως άνθρωπος ετέρω μαρτυρών το αληθές, ουδενί γαρ υπεύθυνός εστίν, άλλ’ ως αυτήν την αλήθειαν γεννών και Πατήρ υπάρχων του Κυρίου λέγοντος˙ «Εγώ ειμί η αλήθεια»˙ αληθείας δε φίλον το ψεύδος ουκ αν ποτέ γένοιτο… «Και όταν ήλθαν εις ένα τόπον, που ωνομάζετο Γολγοθάς, που σημαίνει τόπος Κρανίου, του έδωκαν να πίη ξύδι ανακατεμένον με χολήν. Άλλ όταν το εγεύθη δεν ήθελε να πίη. Όταν δε τον εσταύρωσαν εμοίρασαν με κλήρον τα ενδύματά του, δια να εκπληρωθή αυτό που είπεν ο Προφήτης˙ «Εμοίρασαν μεταξύ των τα ενδύματά μου, δια τα οποία έβαλλαν κλήρον. Και εκάθησαν και τον εφύλασσαν εκεί». Το μεν ρητόν που ανεγνώσθη είναι από το Ευαγγέλιον, δια να το διασαφήσωμεν όμως είναι καλόν να καταφύγωμεν και να ζητήσωμεν την βοήθειαν των αγίων, και να πάρωμεν από αυτούς την αληθινήν σημασίαν του. Διότι αυτοί αρμόζει, περισσότερον από ημάς, να οδηγούν κοντά εις τα Ευαγγέλια. Και δια να μη περιφερώμεθα από τον έναν εις τον άλλον, και έτσι να επιβραδύνωμεν τον λόγον, αρκεί και μόνος ο Απόστολος να γίνη διδάσκαλος, δια να μας δώση την αναγκαίαν πληροφορίαν. Διότι ο ίδιος ο μακάριος Παύλος γράφει προς τους Εβραίους, ότι είναι αδύνατον να αποδειχθή ψεύστης ο Θεός, αλλά όταν ομιλή, λέγει κατ’ εξοχήν την αλήθειαν, και δεν ψεύδεται. Διότι εις μεν την φύσιν των δημιουργημάτων προσιδιάζει το να μετατρέπωνται και να μετακινούναι δε διαφόρους μεταβολάς, επειδή βέβαια, ενώ κάποτε δεν υπήρχαν, υπέστησαν μεταβολήν και ήλθαν εις την ύπαρξιν, με την χάριν και την φιλανθρωπίαν του δημιουργού, καθώς και πάλιν λέγει ο Παύλος˙ «Αυτός που καλεί ό,τι δεν υπάρχει ωσάν να υπήρχεν». ο Θεός δε, ο οποίος είναι δημιουργός των όλων δια του Λόγου, και ο οποίος έχει πραγματικήν ύπαρξιν, έχει μαζί με τον Λόγον αμετάβλητον φύσιν˙ και τούτο διδάσκει δια του προφήτου, όταν λέγη˙ «Ίδετε, ίδετε ότι εγώ είμαι και δεν έχω μεταβληθή». Δια τούτο δια μεν τους ανθρώπους λέγεται εις τους ψαλμούς˙ «Εγώ είπα όταν ευρισκόμην εις κατάστασιν εκστάσεως ότι πας άνθρωπος είναι ψεύστης», δια δε τον Θεόν ο Μωυσής δίδει εις τον νόμον την μαρτυρίαν, ότι «Ο Θεός είναι αξιόπιστος και τηρεί την υπόσχεσίν του». Ο άνδρας λοιπόν αυτός, ο οποίος φέρει μέσα του τον Χριστόν, ωσάν να εδιδάχθη και από τους δύο τούτους, εξηγών και αυτός την διαφοράν του Θεού από τα δημιουργήματα γράφει˙ «Ας αναγνωρισθή, ότι ο Θεός είναι αληθής, και κάθε άνθρωπος ψεύστης».


Ο Θεός δε είναι αληθής, όχι επειδή δεν ψεύδεται, διότι τίποτε δεν υπάρχει αντίθετον προς αυτόν, ούτε ωσάν άνθρωπος, ο οποίος δίδει αληθινήν μαρτυρίαν δια κάποιον άλλον, διότι βέβαια δεν είναι υπεύθυνος δια κανένα, άλλ’ είναι αληθής, διότι γεννά την ιδίαν την αλήθειαν, και διότι είναι Πατήρ του Κυρίου, ο οποίος λέγει˙ «Εγώ είμαι η αλήθεια», και της αληθείας δεν είναι ποτέ δυνατόν να ευρεθή φίλος το ψεύδος...



Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας


ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΕΝ ΤΩ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ



Εξέτασε με δέος, άνθρωπε, πόσο πολύ υπερέχουν τα έργα του Χριστού πάνω στο Σταυρό από την ανθρώπινη μικρότητά μας! Και μη μείνης στο μέγεθος του πάθους Του τόσο, όσο αναλογίσου την μεγαλειότητα του αξιώματός Του. Εκεί προσήλωσε τη σκέψη σου. Προσπάθησε να κατανόησης πόσο φοβερό είναι να βλέπης καρφωμένο στο Σταυρό τον ίδιο το Θεό και μάλιστα ανάμεσα σε ληστές. Φαντάσου, αν μπορής, έναν άνθρωπο απλό, αν θάθελε από μόνος του να υποφέρη τόσα, όσα ο Χριστός με τη θέλησή Του ήλθε εδώ στη γη να πάθη. Και όλα αυτά πότε; Μετά από τη φανέρωση της θεότητός του μετά από τις γιατρευτικές του ενέργειες, μετά την απομάκρυνση από τους άρρωστους τόσων ασθενειών, μετά την παράδοση των Αγίων Μυστηρίων, μετά τις τόσες ευεργεσίες! Ποια είναι όλα αυτά που έπαθε; Ποια είναι τα σημάδια του Σταυρικού πάθους; τα καρφιά, τα δεσμά, η Σταύρωση, το ξύδι, η χολή, η λόγχη, ο κλήρος για τα ενδύματα, η μοιρασιά τους, οι ειρωνίες όταν ήταν πάνω στο Σταυρό. Και όλα αυτά ο Χριστός τα έπασχε με υπομονή και σιωπούσε. Και όλα αυτά για τη δική σου Λύτρωση και Σωτηρία.





Άγιος Ανδρέας Κρήτης



"Πατερικά Σχόλια στα Ευαγγελικά και Αποστολικά Αναγνώσματα''. 
Εκδόσεις: «Ορθόδοξος Κυψέλη»

ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



Μοῦ γράφεις ὅτι ἄκουσες ἀπό τήν γιαγιά σου κάτι (σάν παραμύθι!), γιά τίς πέντε πληγές τοῦ Χριστοῦ. Καί ρωτᾶς: Ποία εἶναι ἡ πραγματικότητα; Διάβασε τήν Καινή Διαθήκη. Εἶναι ντροπή νά μήν ξέρωμε τήν Πίστη μας. Ἄφησε στήν ἄκρη κάθε ἄλλο διάβασμα! Ἄρχισε τήν μελέτη σου ἀπό τά ἱερά Εὐαγγέλια. Αὐτή εἶναι ἡ πιό σπουδαία καί ἡ πιό λυτρωτική μελέτη. 



Πρώτη στήν σειρά, ἔρχεται ἡ γνώση τῆς Πίστεως. Καί μετά ἡ κάθε ἄλλη γνώση. Νά τόν μελετᾶς τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δίνει ἀξία στόν δικό μας λόγο. Ὅπως τά διαμάντινα στά γυναικεῖα κοσμήματα. Ἡ ἁγία Γραφή δέν μᾶς τό λέει καθαρά ὅτι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ εἶναι πέντε. Μά εἶναι ἡ φοβερή πραγματικότητα: δύο στά χέρια˙ δύο στά πόδια˙ καί μία στά πλευρά. Ἀπό τά καρφιά. Καί ἀπό τίς ἁμαρτίες μας. Τρυπημένα τά χέρια πού εὐλογοῦσαν! Τρυπημένα τά πόδια πού βάδιζαν τόν δρόμο τῆς ἀλήθειας! Τρυπημένη ἡ πλευρά, πού ἄναψε τήν θεία καί ἱερή φλόγα τῆς ἀγάπης! Ἔτσι τό θέλησε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. -Νά Τοῦ τρυπηθοῦν τά χέρια, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἐκάμαμε μέ τά χέρια μας- (φόνους, κλεψιές, βιαιότητες). -Νά Τοῦ τρυπήσουν τά πόδια, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἔκαμαν τά πόδια, (ἕνα δάσος πόδια!), πού ἔτρεξαν νά κάνουν τό κακό, τό κάθε κακό! -Τοῦ τρύπησαν τήν πλευρά κοντά στήν καρδιά, γιατί ἡ δική μας καρδιά, ἦταν γεμάτη μέ κάθε κακό˙ ἀσέβεια, βλάσφημες σκέψεις, κτηνώδεις ἐπιθυμίες, μῖσος καί φθόνο, καί σχέδια δαιμονικά ἐναντίον ἀδελφῶν, ἐναντίων φίλων, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ! -Τρυπήθηκαν τά χέρια τοῦ Χριστοῦ, γιά νά θεραπευθοῦν οἱ ἁμαρτίες πού ἔκαμαν τά δικά σου χέρια! -Τρυπήθηκαν τά πόδια Του, γιά νά ἐπιστρέψουν τά πόδια τά δικά σου ἀπό τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας! -Τρυπήθηκε ἡ πλευρά Του, γιά νά καθαρίσει ἡ δική σου καρδιά ἀπό τίς ἁμαρτωλές σκέψεις καί ἐπιθυμίες! Ὅταν ὁ Κρόμβελ, ὁ φοβερός αὐτός δικτάτορας τῆς Ἀγγλίας, ἄρχισε νά ἁρπάζει τίς περιουσίες τῶν Μοναστηριῶν καί τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔγινε μιά μεγαλειώδεις πορεία διαμαρτυρίας. Μιά διαδήλωση. Χιλιάδες λάβαρα καί πανώ, πού ἔγραφαν «Οἱ πέντε πληγές τοῦ Χριστοῦ». Καί ὁ δικτάτορας ὑποχώρησε. Μετάνοιωσε. Ὄχι γιά ἄλλο λόγο. Σεβάστηκε τά λόγια, πού ἦταν γραμμένα στό πλακάτ: Πέντε εἶναι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ! Μάθε νά τίς σέβεσαι καί σύ! Πέντε εἶναι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ! Πέντε οἱ κρουνοί τοῦ Αἵματός Του. Ἀπό αὐτές ἔρρευσε τό Αἷμα Του, πού ἁγίασε τήν γῆ καί ἐξηγόρασε τό ἀνθρώπινο γένος. Μέ τό Αἷμα Του, πού ἔρρευσε ἀπό τίς πέντε πληγές Του πλένει τόν κάθε πιστό Του. Σάν θαυματουργός καί παντοδύναμος ὁ Κύριος ἐπῆρε πέντε ψωμιά, καί ἔθρεψε μέ αὐτά πέντε χιλιάδες ψυχές! Ἔτσι καί μέ τό Αἷμα Του. Μπορεῖ νά θρέψει ψυχικά ἑκατομμύρια πιστῶν! Αὐτό εἶναι ἡ Θεία Μετάληψη! Φρόντισε λοιπόν τήν Μεγάλη Παρασκευή νά σταθῆς κάτω ἀπό τόν Σταυρό Του.


 

Καί παρακάλεσέ Τον. Νά σέ καθαρίσει καί σένα μέ τό Αἷμα Του. Καί νά ζωοποιήσει τήν ψυχή σου. Ὥστε, τήν Ἀνάσταση, νά φωνάζεις καί σύ μαζί μέ τίς ἅγιες μυροφόρες ὅτι Ἀνέστη ὁ Κύριος ὄντως.



Αγιογραφία Serhei Vandalovskiy


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


ΓΙΑΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ;



«Τότε, αφού πήγε στους αρχιερείς ένας από τους δώδεκα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, είπε, τι θέλετε να μου δώσετε για να σας τον παραδώσω;» Και ακριβώς όταν η πόρνη μετανοούσε, όταν καταφιλούσε τα πόδια του Κυρίου, τότε πρόδινε το Δάσκαλο ο μαθητής. Γι’ αυτό είπε «τότε», για να μην κατηγορήσεις για αδυναμία το Δάσκαλο, όταν βλέπεις τον μαθητή του να τον προδίνει. Γιατί τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του Δασκάλου, ώστε να πείθει να Τον ακολουθούν ακόμη και οι πόρνες. Θα αναρωτιόταν όμως κανείς, Εκείνος που είχε τη δύναμη να μεταστρέφει τις πόρνες και να τις κάνει να Τον ακολουθούν, δεν κατάφερε να κερδίσει την αγάπη του μαθητή του;



Είχε τη δύναμη να κερδίσει το μαθητή, αλλά δεν επιθυμούσε να τον μεταβάλει αναγκαστικά στο καλό, ούτε με τη βία να τον προσελκύσει κοντά Του. «Τότε, αφού πήγε». Και το «αφού πήγε» αυτό δεν στερείται κάποιας σημασίας. Γιατί δεν κάλεσαν οι αρχιερείς τον Ιούδα, ούτε αναγκάστηκε, ούτε υποχρεώθηκε, αλλά ο ίδιος μόνος του κι ελεύθερα γέννησε την πονηρή αυτή σκέψη κι έβγαλε αυτή την απόφαση, χωρίς να έχει κανέναν σύμβουλο σ’ αυτό το πονηρό του έργο. «Τότε, αφού πήγε… ένας από τους δώδεκα». Τι σημαίνει το «ένας από τους δώδεκα»; Και αυτός ο λόγος «ένας από τους δώδεκα» δείχνει πως η κατηγορία του Ιούδα είναι πολύ μεγάλη. Γιατί ο Ιησούς είχε και άλλους μαθητές, εβδομήντα συνολικά. Αλλά εκείνοι βρίσκονταν σε δεύτερη θέση και δεν απολάμβαναν τόση τιμή, ούτε είχαν τόση οικειότητα με τον Διδάσκαλο, ούτε γνώριζαν τόσο τα μυστικά Του όσο οι δώδεκα. Αυτοί προπάντων ήταν οι εκλεκτοί, αυτοί αποτελούσαν τον στενό κύκλο του Βασιλιά, αυτοί αποτελούσαν την ομάδα που ήταν κοντά στο Δάσκαλο, και από αυτήν ξεπήδησε ο Ιούδας. Για να μάθεις, λοιπόν, ότι δεν Τον πρόδωσε απλώς κάποιος από τους μαθητές Του, αλλά ένας από τους εκλεκτούς Του, γι’ αυτό αναφέρει ο Ευαγγελιστής το «ένας από τους δώδεκα». Και δε ντρέπεται ο Ματθαίος να το αναφέρει. Αλλά για ποιο λόγο να ντραπεί; Το αναφέρει για να μάθεις πως παντού και πάντα λένε οι Ευαγγελιστές την αλήθεια και δεν αποκρύπτουν τίποτα, ακόμη και αυτά που θεωρούνται αξιοκατάκριτα. Γιατί αυτά που φαίνονται πως είναι αξιοκατάκριτα, αυτά αποδεικνύουν τη φιλανθρωπία του Κυρίου. Ότι δηλαδή προσέφερε τόσα πολλά αγαθά στον προδότη, το ληστή, τον κλέφτη (τον Ιούδα) και συνέχιζε μέχρι την τελευταία στιγμή να τον έχει κοντά Του. Και μάλιστα τον νουθετούσε και τον συμβούλευε και τον φρόντιζε με κάθε τρόπο. Αν εκείνος δεν έδινε σημασία, δεν φταίει ο Κύριος. Και μάρτυρας είναι η πόρνη, και μη πολυπαίρνεις θάρρος προσέχοντας τον Ιούδα. Γιατί και τα δύο αυτά είναι ολέθρια, και το υπέρμετρο θάρρος και η απελπισία (απόγνωση). Γιατί το υπέρμετρο θάρρος κάνει να πέσει κάτω αυτός που στέκεται όρθιος, και η απελπισία εμποδίζει να σηκωθεί αυτός που έχει πέσει. Γι’ αυτό και ο Παύλος συμβούλευε λέγοντας: «Αυτός που νομίζει πως στέκεται, ας προσέχει μην πέσει». Έχεις τα παραδείγματα και των δύο πως έπεσε δηλαδή ο μαθητής, που νόμιζε πως στεκόταν όρθιος, και πως σηκώθηκε η πόρνη που είχε πέσει. Η σκέψη μας εύκολα παρασύρεται και η θέλησή μας είναι ευμετάβλητη. Γι’ αυτό πρέπει να διαφυλάσσουμε και να οχυρώνουμε τον εαυτό μας από παντού. «Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Πες μου Ιούδα, αυτά σου έμαθε ο Χριστός; Γι’ αυτό το λόγο δεν έλεγε, «μην αποκτήσετε χρυσά νομίσματα, ούτε ασημένια, ούτε χάλκινα που να τα φυλάγετε στις ζώνες σας», θέλοντας να περιορίσει από πιο μπροστά τη φιλαργυρία σου; «Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Πολύ σκληρά είναι τα λόγια αυτά. Πες μου, μπορείς εσύ να παραδώσεις Εκείνον που συγκρατεί τα πάντα, που εξουσιάζει τους δαίμονες, που διατάσσει τη θάλασσα και είναι ο Κύριος όλων όσων υπάρχουν στη φύση; Για να περιορίσει λοιπόν τη παραφροσύνη του και για να δείξει πως αν δεν ήθελε, δεν θα προδιδόταν, άκουσε τι κάνει. Κατά την ώρα ακριβώς της προδοσίας, όταν ήρθαν εναντίον Του κρατώντας ξύλα, λαμπάδες και πυρσούς, τους λέει: «Ποιον ζητάτε;» και δεν γνώριζαν Εκείνον που επρόκειτο να συλλάβουν. Τόσο πολύ έλειπε η δύναμη από τον Ιούδα στο να παραδώσει τον Κύριο, ώστε δεν Τον έβλεπε τη στιγμή που επρόκειτο να Τον παραδώσει, ενώ ήταν παρών, και όλα αυτά τη στιγμή που υπήρχαν τόσες λαμπάδες και τόση φωτοχυσία. Αυτό βέβαια υπαινίχθηκε και ο Ευαγγελιστής λέγοντας ότι είχαν λαμπάδες και πυρσούς και δεν τον έβλεπαν. Και κάθε ημέρα του το υπενθύμιζε και με λόγια και με έργα, ότι δηλαδή δεν θα μπορέσει να Τον προδώσει στα κρυφά. Και μάλιστα δεν του έκανε (ο Κύριος) παρατηρήσεις φανερά μπροστά σε άλλους, για να μην τον κάνει πιο αδιάντροπο, ούτε πάλι αποσιωπούσε τα σφάλματά του, για να μην νομίζει ότι περνούν απαρατήρητα και επιχειρήσει άφοβα την προδοσία, αλλά διαρκώς έλεγε: «Ένας από εσάς θα με παραδώσει», δεν τον φανέρωσε όμως. Είπε πολλά (ο Κύριος) και για την κόλαση, πολλά και για τη Βασιλεία των ουρανών και απέδειξε τη δύναμη που είχε και για τα δύο, και για να τιμωρεί τους αμαρτωλούς και για να ανταμείβει τους δικαίους. Αλλά εκείνος (ο Ιούδας) όλα αυτά τα περιφρόνησε, ο Θεός όμως δεν τον ανακάλεσε με τη βία από αυτό που αποφάσισε. Επειδή λοιπόν μάς δημιούργησε ελεύθερους να διαλέγουμε τις κακές ή τις ενάρετες πράξεις, επιθυμεί να είμαστε καλοί με τη θέλησή μας. Γι’ αυτό αν εμείς δεν θέλουμε, ούτε μας πιέζει ούτε μας αναγκάζει. Επειδή αυτός που γίνεται με τη βία ενάρετος, δεν είναι δυνατόν να είναι ενάρετος. Αφού λοιπόν κι εκείνος ήταν ελεύθερος να διαλέξει και ήταν σε θέση να μην υποστεί βία για να κλίνει προς τη φιλαργυρία, γι’ αυτό τυφλώθηκε η σκέψη του, πρόδωσε τη σωτηρία του και είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Επικρίνοντας τη διανοητική του τύφλωση και την αναισθησία, ο Ευαγγελιστής λέει ότι την ώρα που πήγαν να συλλάβουν τον Κύριο, βρισκόταν μαζί τους και ο Ιούδας, εκείνος που είπε «τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Και όχι μόνο από αυτό είναι δυνατόν να δούμε τη δύναμη του Χριστού, αλλά και απ’ ότι μόλις Εκείνος απλώς μίλησε, απομακρύνθηκαν κι έπεσαν κάτω.



Επειδή όμως ούτε μ’ αυτόν τον τρόπο δεν σταμάτησαν το επαίσχυντο έργο τους, παραδίνεται αμέσως σαν να έλεγε: Εγώ έκανα το καθήκον μου, αποκάλυψα τη δύναμή μου και απέδειξα ότι επιχειρείτε πράγματα ακατόρθωτα. Θέλησα να περιορίσω την κακία σας, αλλά επειδή εσείς δεν θελήσατε και επιμένετε στην παραφροσύνη σας, να, σας παραδίνομαι. Τα ανέφερα όλα αυτά, για να μην κατηγορήσουν μερικοί τον Χριστό, και πουν: γιατί δεν μετέστρεψε τον Ιούδα; 


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ Η ΑΠΟΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ



Μια Κυριακή, η αποκαλουμένη των Βαίων. Ένας φτωχός, ρακένδυτος και ενδεής Θεός θωράται ταπεινά πάνω σ΄ένα ξεσαμάρωτο, γυμνό γαιδούρι να βαδίζει διακριτικά ανυπέρβλητα ανάμεσα στο εγερμένο και αλαφιαμένο πλήθος, σε μια σταυρωτική πορεία θριάμβου, σε μια σωστικά μετέωρη βουτιά θανάτου, σ' έναν εκούσια ατιμωτικό εναγκαλισμό με την άφρονη καταδίκη των ανθρώπων.



Μια Κυριακή, η αποκαλούμενη των Βαίων του 21ου αιώνα. Σημερινοί, επίγονοι και αποστολικά...διάδοχοι, ομοφρονούντες μαθητές Του επιβιβάζονται σε μαύρες θωρακισμένες μερσεντές των 3.000 χιλιάδων κυβικών, έχουν μαύρα φιμέ και αλεξίσφαιρα τζάμια για να μην αναγνωρίζονται στην θέα των πολλών και διακριτικά, αναγνωρίσιμες, υπουργικές πινακίδες με τα αρχικά των Μητροπόλεων, για να φανεί επιβλητικά κι ανέξοδα ο υπερφίαλα, πομπώδης και διαβαθμισμένος τίτλος τους.



Μια Κυριακή, η αποκαλουμένη των Βαίων. Όπως και οι παλιοί εκείνοι Γραμματείς έχουν συνταυτισθεί και ομογενοποιηθεί με το ονόρε μιας χειραγωγημένης και φαύλης εξουσίας, όπου οι επιθετικοί και υπερθετικοί προσδιορισμοί τους δηλώνουν την υπηρεσιακή τους στάθμη και ο επισκοπικός κι ανίερος αυτοσκοπός τους εξελίχθηκε σε έναν ιδεοληπτικό, κρημνώδη και κατήφορο Δεσποτισμό, που μπροστά τους ένας πτωχός, ρακένδυτος και ενδεής Χριστός, φαντάζει με τον ατιμωτικά απαξιωμένο Πακιστανό, που πλένει με το μπουκάλι τα παμπρίζ των αυτοκινήτων της γωνίας.



Μια Κυριακή, η αποκαλουμένη των Βαίων. Κάποιοι αναλώνονται αφιδώς σε ξύλινα, βαρετά και βερμπαλιστικά κηρύγματα περί Υπομονής, Αγάπης και Πτωχείας, όταν οι ίδιοι εξαργυρώνουν τους ευαγγελικούς τους λόγους με πλούσια και ευαγή, καλωπισμένα διαμερίσματα, εξαψήφιες, καταθετημένες εισφορές σε Τράπεζες και αγαστές συνεργασίες με τον κρετίνο Καίσαρα της διαπλοκής και της εξουσίας.



Μια Κυριακή, η αποκαλουμένη των Βαίων. Κάποιοι αποκαλούνται πατέρες, όταν εκ του μακρόθεν παρακολουθούν σαν ταινία επιστημονικού ενδιαφέροντος 6.500 χιλιάδες Έλληνες να έχουν αυτοχειρίσει, 3.000.000 συνανθρώπους μας να ζουν κάτω από το όριο των φτώχειας κι ένα 3 ο/ο των Ελληνίδων να έχει αυτομολήσει στις πιάτσες και στα πεζοδρόμια του αγοραίου έρωτα, προκειμένου να ζήσει υποτυποδώς τα ''κατώτερα'' παιδιά της.



Μια Κυριακή, η αποκαλουμένη των Βαίων. Ακόμη και ο γράφων, ως ένας επηρμένος και μικρός δικτατορίσκος δείχνει εγνωσμένα με τεντωμένο δάκτυλο την υποκριτικά, διαμελισμένη αβλεψία των άλλων, γιατι και ο ίδιος δεν δύναται να αποστασιοποιηθεί από αυτόν τον εγγενή και φαρισαικό τομαρισμό του.



Μια Κυριακή, η αποκαλούμενη των Βαίων. Η υποκρισία του Σήμερα θωπεύει τον φαρισαισμό του Χτες.


Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος


Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ



Αφήστε τα παιδιά να ρθούν σε μένα,
φτωχών αθώα παιδιά και ταπεινών.
Αφήστε τα να παίξουνε σιμά μου.
Γι αυτά είν΄ η βασιλεία των ουρανών.



Τα χέρια μου ως απλώνω να ευλογήσω,

Τα ολόσγουρα ας χαϊδέψουν τους μαλλιά.
Χαρά μου είν΄ η χαρά τους. Κι ας μου γίνει
Μικρή πάλι η ζωή μου μια σταλιά.



Παιδάκια γεωργών, φτωχών ψαράδων.

Τι ξέρετε όμως, τάχα, έναν καιρό
Για με, για την αλήθεια, αν δεν φορέσουν
Στεφάνι μαρτυρίου αγκαθερό;



Αφήστε τα ναρθούν όλα σε μένα

με την αθώα, την άδολη καρδιά,
Τους πόθους τους να πουν, να μου ιστορήσουν.
Αφήστε να ευλογήσω τα παιδιά.





Στέλιος Σπεράντσας


ΕΓΩ ΕΙΜΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ Η ΖΩΗ



Το Σάββατο της ΣΤ΄ εβδομάδος των Νηστειών η αγία μας Εκκλησία όρισε να εορτάζουμε την θαυμαστή ανάσταση του Λαζάρου. Καθόλου τυχαία. Το θαυμαστό αυτό γεγονός συμπίπτει χρονικά με την είσοδο του Κυρίου μας στην Ιερουσαλήμ και επίσης το γεγονός της εκ νεκρών αναστάσεως του Λαζάρου είναι το προμήνυμα και της δικής Του πανένδοξης ανάστασης!



Ο Λάζαρος με τις αδελφές του Μάρθα και Μαρία, κατοικούσαν στην κώμη Βηθανία, και είχαν εγκάρδιες φιλικές σχέσεις με τον Κύριο. Φαίνεται ότι πολλές φορές είχαν την ύψιστη τιμή και χαρά να δεχτούν και να φιλοξενήσουν το Χριστό στον ευλογημένο οίκο τους (Λουκ. 10, 38-42). Ξαφνικά ο Λάζαρος ασθένησε βαριά. Οι δυο αδερφές έστειλαν μήνυμα στον Ιησού ότι ο αγαπημένος Του φίλος ο Λάζαρος αρρώστησε. Ο Χριστός διαβεβαίωσε τους απεσταλμένους πως «αύτη η ασθένεια ούκ έστι προς θάνατον, αλλ’ υπέρ της δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι΄ αυτής» (Ιωάν. 11, 4). Όμως ο Λάζαρος πέθανε και ετάφη σε σπηλώδες μνημείο, σύμφωνα με τις ιουδαϊκές συνήθειες. Ο Χριστός αφού έμεινε δύο ημέρες στον τόπο που βρισκόταν πήρε τους μαθητές του και γύρισε στην Ιουδαία κατευθύνθηκε στη Βηθανία. Καθ’ οδόν τους διαβεβαίωνε πως «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται· αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνήσω αυτόν»(Ιωάν. 11, 12-15). Η ενθουσιώδης Μάρθα, όταν έμαθε ότι ο Χριστός έρχεται στη Βηθανία, έτρεξε να Τον προϋπαντήσει και με απόλυτη εμπιστοσύνη σε Αυτόν του είπε: «Κύριε, ει ης ώδε, ο αδελφός μου ουκ αν ετεθνήκει. Αλλά και νυν οίδα ότι όσα αν αιτήση τον Θεόν, δώσει σοι ο Θεός». Ο Ιησούς της λέει ξεκάθαρα:«αναστήσεται ο αδελφός σου» (Ιωάν. 11, 24) και διαβεβαιώνει πανηγυρικά: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν. 11, 26). Μετά ζήτησε να τον οδηγήσουν στο μνημείο και να άρουν τον λίθο από την θύρα του σπηλαίου. Η Μαρία, όμως, Τον προειδοποίησε: «Κύριε, ήδη όζει· τεταρταίος γαρ εστι». Ο Χριστός της είπε πως «ουκ είπον σοι ότι εάν πιστεύσης όψει την δόξαν του Θεού;» (Ιωάν. 11, 40). Αφού κύλησαν το λίθο ο Κύριος στάθηκε μπροστά στο μνημείο και σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και είπε: «Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς μου. Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις· αλλά δια τον όχλον τον παρεστώτα είπον, ίνα πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας» (Ιωάν. 11, 41). Κατόπιν φώναξε με δυνατή φωνή: «Λάζαρε δεύρο έξω». Το θαύμα έγινε, ο Λάζαρος έζησε και εξήλθε του μνημείου δεμένος με τα νεκρικά ενδύματα. Ο Χριστός έδωσε εντολή να τον λύσουν και να περπατήσει. Το μεγάλο αυτό γεγονός έκανε πολλούς να πιστέψουν στο Χριστό. Κάποιοι έτρεξαν στους Φαρισαίους και ανήγγειλαν το θαύμα. Οι σκληρόκαρδοι και υποκριτές εκείνοι άνθρωποι, μαζί με το ιουδαϊκό ιερατείο, όχι μόνο δεν συγκινήθηκαν και δεν πίστεψαν στα θαύμα και τη δύναμη του Ιησού, αλλά σκληρύνθηκαν έτι περισσότερο οι καρδιές τους και αποφάσισαν να σκοτώσουν το Λάζαρο! Για να γλυτώσει από τους φανατικούς Ιουδαίους έφυγε για την Κύπρο και εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Κιτίου περί το 33 μ. Χ. Εκεί τον συνάντησαν ο απόστολος Παύλος και ο Βαρνάβας, κατά την πρώτη αποστολική περιοδεία τους, το οποίο χειροτόνησαν επίσκοπο Κιτίου. Η παράδοση αναφέρει πως ποίμανε θεοφιλώς την Εκκλησία για δεκαοχτώ χρόνια. Κοιμήθηκε γύρω στο 60 μ. Χ. Η ανάσταση του Λαζάρου είναι το μεγαλύτερο θαύμα του Κυρίου. Αν και ο νεκρός άρχισε να αποσυντίθενται, ο Χριστός τον ανάστησε, φανερώνοντας το μεγαλείο της θείας δυνάμεώς Του, διότι Αυτός είναι ο κύριος της ζωής. Είναι ο ίδιος η ζωή. Η διαβεβαίωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ότι είναι η πηγή της ζωής και η μακάρια ανάστασή μας, είναι η μεγάλη μας παρηγοριά και η άρρητη δύναμη που μας κάνει να υπερνικάμε όλες τις αντιξοότητες της επίγειας ζωής μας. Χάρη στην πίστη μας σ’ Αυτόν δεν θα πεθάνουμε ποτέ, έστω και αν το φθαρτό σώμα μας αποσυντεθεί στη γη. Αυτό είναι ένα απλό βιολογικό γεγονός, το οποίο δεν έχει ουδεμία οντολογική επίπτωση για μας τους πιστούς του Χριστού. Η ψυχή μας θα εξακολουθεί να ζει και χωρίς το σώμα μας, μια ζωή ασύγκριτα ανώτερη από την επίγεια. Αλλά όχι για πάντα μόνη της, διότι «έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν. 5, 25). Κατά τη γενική ανάσταση τα σώματά μας θα ζήσουν και θα ενωθούν πάλι με τα πνεύματά μας για να μην ξαναχωρίσουν ποτέ πια, αλλά να ζουν αιώνια την όντως ζωή και να συνδοξάζονται με το Χριστό. Το μέγα θαύμα της αναστάσεως του Λαζάρου δείχνει ξεκάθαρα ότι όπως ο Χριστός ανάστησε εκείνον, κατά τον ίδιο τρόπο θα αναστήσει και μας. Με τη δική Του ανάσταση νίκησε κατά κράτος το θάνατο. Δια της Αναστάσεως του Χριστού «έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος»(Α΄ Κορ. 15, 26), διακηρύττει πανηγυρικά ο απόστολος Παύλος. 


Η μεγάλη αυτή εορτή λειτουργεί αναμφίβολα ως πνευματική ανάταση στις ψυχές μας αυτές τις άγιες ημέρες, οι οποίοι συν-οδοιπορούμε με τον Κύριο προς το εκούσιο πάθος και το σταυρικό Του θάνατο. Ο εορτασμός της ανάστασης του αγίου Λαζάρου είναι τα προεόρτια της λαμπροφόρου Αναστάσεως του Κυρίου μας και η απαρχή και της δικής μας ανάστασης!




  Λάμπρος Κ. Σκόντζος


ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΕΘΙΜΑ



Μία των αρχαιοτέρων και μεγαλυτέρων Χριστιανικών εορτών είναι αναμφιβόλως η της Λαμπράς Κυριακής. Δεν θα αγνοούν, ίσως, τινές των αναγνωστών μου ότι η εορτή αύτη του Πάσχα κατά τους παλαιοτέρους Χριστιανικούς αιώνας δεν εωρτάζετο κατά την αυτήν χρονικήν περίοδον υπό των κατά τόπους Χριστιανών. Κατά τον βιογράφον Κωνσταντίνου του Μεγάλου, οι προ του βασιλέως τούτου Χριστιανοί άλλοτε ετέλουν το Πάσχα μετά των Ιουδαίων, άλλοτε κατά την 25ην Μαρτίου, άλλοτε κατά το θέρος και άλλοτε κατά τον χειμώνα. Την ανωμαλίαν ταύτην ήρεν ο άγιος Βασιλεύς θεσπίσας πρώτον να μη εορτάζεται το Πάσχα μετά των Ιουδαίων, και δεύτερον ορίσας διά της εν Νικαία Συνόδου, ίνα εορτάζεται τούτο την πρώτην Κυριακήν μετά την πανσέληνον την επομένην της εαρινής ισημερίας, ότε αύτη τύχη.


του Φαίδωνα Κουκουλέ


Περί του μη συνεορτασμού του Πάσχα μετά των Ιουδαίων, όστις, αρχήν λαβών εκ του μετ' αυτών συνεορτασμού των εξ Ιουδαίων Χριστιανών, θα εξηκολούθησε τουλάχιστον μέχρι του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος, έχομεν απαγορευτικούς κανόνας της τε εν Αντιοχεία Συνόδου ως και των διαταγών των αγίων Αποστόλων, αίτινες αφορίζουσι τους παρακούοντας λαϊκούς, καθαιρούσι δε τους κληρικούς. Εις τον ορθόδοξον Χριστιανικόν κόσμον η Ανάστασις του Χριστού ήτο «πιστών ευφροσύνη».Κατά την εορτήν αυτήν, όπως και κατ' άλλας εορτασίμους ημέρας συνηθίζετο, οι πιστοί εφρόντιζον να επαλείψωσι δι' ασβέστου ή να βάψωσι με διάφορα χρώματα τους τοίχους των οικιών των και να σαρώσωσι τα δάπεδα αυτών, αφ' ετέρου δε να στρώσωσιν επί του εδάφους των κλάδους δάφνης, μυρσίνης, δενδρολιβάνου, φύλλα λεμονέας και τα τοιαύτα, έθιμον όπερ δια τον ΙΑ' αιώνα πιστοποιεί Χριστόφορος ο Μυτιληναίος, ούτινος σώζονται στίχοι «εις τας εν τη εκκλησία ραινομένας δάφνας κατά τας εορτάς» και όπερ και σήμερον ακόμη επικρατεί κατά τον εορτασμόν διαφόρων εκκλησιών, ως δεικνύει και το δίστιχον «μυρτιά μου χρυσοπράσινη της εκκλησιάς στολίδι χωρίς εσέ δε γίνεται κανένα πανηγύρι» εν Πόντω μάλιστα, τέως, το έδαφος των οικιών εστρώνετο με κλάδους δάφνης ήδη από της Κυριακής των Βαΐων. Ουχί δε μόνον τας οικίας περιεποιούντο οι Χριστιανοί κατά τας ημέρας του Πάσχα, αλλά και καινουργή φορέματα εφρόντιζον να φορώσι, να λαμπροφορώσιν, όπως έλεγον τότε, ή, ως λέγομεν σήμερον, να φορούν Πασκαλιάτικα, Λαμπριάτικα ή λαμπρά ή να λαμπραγκαινιάζουν. Περί τούτου μαρτυρεί, πλην άλλων, και η σύζυγος του Πτωχοπροδρόμου, ήτις παριστάνεται λέγουσα μετά παραπόνου προς τον σύζυγον· «ποίον ιμάτιν μ' έρραψες; ποιον δίμιτον μ' εποίκες; και ποιον γυρίν μ' εφόρεσες; ουκ οίδα Πασχαλίαν.» Κατά τους επισήμους εορτασμούς συνήθιζον οι βυζαντινοί να φωταγωγώσι τας πόλεις των, άπλετον δε φως να έχωσι και εις τας οικίας των. Τούτο έκαμνον και κατά το Πάσχα, κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον «ιδία τε και δημοσία δαψιλεί τω πυρί την νύκτα καταφωτίζοντες». Επειδή δε κατά τους Βυζαντινούς χρόνους οι πιστοί ετήρουν αυστηρώς την νηστείαν της Μ.Τεσσαρακοστής, διά τούτο κατά το Πάσχα παρέθετον επί των τραπεζών των άφθονα τα κρέατα και καθ' όλου τα καταλύοντα την νηστείαν είδη. Παράβαλε την σημερινήν εν Πάρω ευχήν «είν'τά χει η μέρα η Λαμπρή να τά χης μεσ' στο σπίτι σου». Εντεύθεν το ρήμα λαμπρεύω σημαίνει σήμερον καταλύω την νηστείαν, πολλαχού δε η λ.Πάσχα ισοδυναμεί προς το νηστείας κατάλυσις. Ηυφραίνοντο δε πολλά και καλά φαγητά κατά τας Πασχαλίους ημέρας τρώγοντες ου μόνον οι λαϊκοί, αλλά και οι αυστηρότατα την νηστείαν τηρούντες μοναχοί, ως εκ τυπικών των μονών πληροφορούμεθα· εις εν τοιούτον π.χ. αναγινώσκομεν· «οι μοναχοί το Πάσχα μέχρι της Πεντηκοστής τέσσερα φαγητά να τραπεζώνωνται». Το Πάσχα, ον μέγας δεσμός αγάπης, ως επακολούθημα είχε και την δόσιν φιλήματος υπό των εκκλησιαζομένων, δύο μάλιστα Βυζαντινοί συγγραφείς, ο προμνημονευθείς Χριστόφορος ο Μυτιληναίος, και κατά τον ΙΒ' αιώνα Θεόδωρος ο Πρόδρομος έγραψαν επιγράμματα «εις τον κατά το Πάσχα γινόμενον ασπασμόν». Πόσον δε το φίλημα τούτο θα ήτο τότε διαδεδομένον, πασιφανώς δεικνύει το και σήμερον κατά την δευτέραν Ανάστασιν ανταλλασσόμενον φίλημα. Πάγκοινος ανά τας Ελληνικάς χώρας είναι η συνήθεια κατά το Πάσχα να γίνωνται οι κουλούρες της Λαμπρής, εφ' ων εμπηγνύουσι και κόκκινα ωά. Το έθιμον τούτο είχον και οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας, την παλαιοτέραν δε μνείαν αυτού παλαιοτέρου όντος, ευρίσκομεν παρά συγγραφεί του ΙΒ' αιώνος τω Θεοδώρω Βαλσαμών. Ο ιεράρχης λοιπόν ούτος μαρτυρεί ότι εις το χωρίον Καλοτυχάδα του θέματος Χερρονήσου είδε κατά την ημέραν της Αναστάσεως άνδρας και γυναίκας να προσέρχωνται, μετά την θείαν λειτουργίαν, εις τον ιερέα και να του προσφέρωσιν, ίνα τους κοινωνήση, τεταριχευμένα κρέατα «μετά άλλων τινών βρωσίμων», πιθανώτατα τυρών και ωών, ως φαίνεται από το μέγα αγιασματάριον, ένθα υπάρχει ευχή «εις το ευλογήσαι εδέσματα κρεών τη αγία και μεγάλη Κυριακή του Πάσχα και εις το ευλογήσαι τυρόν και ωά» και από τα κατά τόπους νυν συνηθιζόμενα, προς δε, συνεχίζει ο Βαλσαμών «και ορνίθεια ωά εν ζύμη άρτου συνηνωμένα». Το να πληρώνονται τότε οι ιερείς, ίνα παράσχωσι την Θείαν Κοινωνίαν, φαίνεται ότι ήτο συνηθέστατον, δι' ο είλκυσε και των συνόδων την προσοχήν. Ούτως η εν Τρούλλω οικουμενική σύνοδος θεωρούσα το πράγμα Σιμωνίαν, καθαιρεί δια του εικοστού τρίτου κανόνος της τον επίσκοπον ή πρεσβύτερον, όστις, ίνα μεταδώση την άχραντον κοινωνίαν, εισέπραττεν «οβολούς ή είδος το οιονούν». Ας προσθέσωμεν ενταύθα ότι η χρήσις ωών εν τη παρούση περιπτώσει, κατά τους ερευνητάς, έχει βαθυτέραν έννοιαν προελθούσα εκ της αντιλήψεως των αρχαίων λαών περί του ωού ως εικόνος του κόσμου και συμβόλου της ζωής και της δημιουργίας. Τα ωά του Πάσχα, ως γνωστόν, βάφονται κόκκινα, διά να ερμηνευθή δε το έθιμον, εξηνέχθησαν διάφοροι, ανεκδοτικαί αι πλείσται, γνώμαι. Το ορθόν εύρε ο σοφός Κοραής εικάσας ότι το κόκκινον χρώμα συμβολίζει το αίμα των προβάτων διά του οποίου οι Ιουδαίοι έβαψαν εν Αιγύπτω τας παραστάδας και την φλιάν του οίκου των, ίνα αποφύγωσι την υπό του εξολοθρευτού αγγέλου φθοράν, έθιμον όπερ υφίσταται εν Μαδύτω και κατά τους παλαιοτέρους χρόνους διετηρείτο παρά τοις Κερκυραίοις, οίτινες με το αίμα των κατά το μέγα Σάββατον σφαζομένων αρνίων έκαμνον σταυρούς εις τας παραστάδας των οικιών των ακολουθούντες το της Γραφής «(Έξοδος ΙΒ' 7) και λήψονται από του αίματος και θήσουσιν επί των δύο σταθμών και επί την φλιάν εν τοις οίκοις εν οις οίκοις εν οις αν φάγωσιν». Εις την Έξοδον (ΙΒ' 8) μετά την μνείαν της επαλείψεως των παραστάδων και της φλιάς διά του αίματος του σφαγέντος αρνίου, προστίθεται· «Και φάγονται τα κρέα τη νυκτί ταύτη οπτά πυρί». Τούτο φρονώ ότι εξηγεί την παρ' ημίν κατά το Πάσχα παράθεσιν του οβελίου αμνού, έθιμον, όπερ, πάγκοινον σήμερον ον, ασφαλώς θα ήτο και μεσαιωνικόν. Ότι δε τον οβελίαν αμνόν εγνώριζον οι Βυζαντινοί, δεικνύει η παρατιθεμένη εικών εκ χειρογράφου του ΙΑ' αιώνος, εν η φαίνεται ο υπέρ την πυράν ψηνόμενος οβελίας. Άλλο Πασχαλινόν έθιμον, Πανελλήνιον νυν, είναι η σύγκρουσις των ωών. Και περί της αρχής τούτου πολλά, ουχί όμως ικανοποιητικά, ελέχθησαν. Οι Χριστιανοί φαίνεται ότι διείδον εις την πράξιν αυτήν συμβολισμόν της Αναστάσεως του Χριστού· ως δήλα δη εντός του ωού, οιονεί τάφου, εγκλείεται ζωή, το ορνίθιον, όπερ, όταν έλθη ο καιρός, θραυσθέντος του κελύφους, αναπηδά, ούτω και ο Χριστός, η αιωνία ζωή, θραυσθέντων των δεσμών, του τάφου εκ του θανάτου επανήλθεν εις την ζωήν. Ότι το έθιμον της συγκρούσεως των ωών ήτο εν χρήσει κατά το πρώτον ήμισυ του ΙΓ' αιώνος, ον ασφαλώς πολύ παλαιότερον, βεβαιοί μαρτυρία του κατά την εποχήν αυτήν ακμάσαντος μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιωάννου Αποκαύκου. Εις τον Αλμαλή Μαλγάρων της Θράκης οι κάτοικοι κατά την εσπέραν του Σαββάτου, προ του «Χριστός ανέστη», θέτουσιν επί του τάφου των συγγενών ωά κόκκινα, εις το χωρίον δε της Λακεδαίμονος Καστανιάν μετά την νυκτερινήν ακολουθίαν της Αναστάσεως, επίσης Πασχαλινά ωά, τυρόν και τεμάχια άρτων. Αν λάβη τις υπ' όψιν ότι οι αρχαίοι Έλληνες εθεώρουν το ωόν ως ιερόν του Ασκληπιού και το μετεχειρίζοντο ως κόσμημα των τάφων, οι δε Ρωμαίοι ότι ου μόνον κατά τα επικήδεια δείπνα το εχρησιμοποίουν, αλλά και εντός των τάφων το έθετον, τότε θα ήτο διατεθειμένος να δεχθή ότι το ανωτέρω σημειωθέν σημερινόν έθιμον επεκράτει και κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, συνδεθέν με τα κατά τα μνημόσυνα επί των τάφων γινόμενα δείπνα. Το Πάσχα, ως η μεγίστη των εορτών και κοινή των λόγων πανήγυρις, εωρτάζετο ουχί μόνον μίαν ημέραν, αλλά καθ' όλην την μέχρι της Καινής ή Νέας Κυριακής Εβδομάδα, ήτοι κατά την Εβδομάδα του Θωμά. Ως λέγει Βυζαντινός συγγραφεύς, «ως μία Κυριώνυμος ημέρα λογίζεται κατά πάντα η μετά την αγίαν Ανάστασιν του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού τρέχουσα Εβδομάς». Ότι η αντίληψις αυτή εξακολούθησε παρά τω λαώ καθ' όλους τους αιώνας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και τους μετά την άλωσιν χρόνους φαίνεται εκ του ότι σήμερον πολλαχού της Ελλάδος Λαμπρόσκολα λέγεται η Διακαινήσιμος Εβδομάς, εν Κερκύρα δε η τράπεζα της Κυριακής δεν σηκώνεται μέχρι της Κυριακής του Θωμά. Κατά την Πασχάλιον αυτήν Εβδομάδα, κατά τους παλαιοτέρους αιώνας, οι πιστοί απείχον πάσης εργασίας, μικρόν όμως κατά μικρόν σιωπηρώς επετράπη η εργασία από της Τετάρτης και τέλος περιωρίσθη εις τας τρεις πρώτας ημέρας, ως φανερώνει ο σχολιαστής του 66ου κανόνος της εν Τρούλλω συνόδου, όστις παρατηρεί, «Ερωτήσει τις όπως οι χειρονάκται, μετά την Τρίτην της Εβδομάδος ταύτης τα οικεία εργάζονται εργόχειρα;» Οι πολίται, μη εργαζόμενοι κατά τας ημέρας της Διακαινησίμου, εύρισκον ευκαιρίαν τότε να παρακολουθώσι δημόσια θεάματα, και δη τους προσφιλείς των ιπποδρομικούς αγώνας, πράγμα όπερ απήρεσκεν εις τους εκκλησιαστικούς άνδρας, διότι οι πιστοί, εγκαταλείποντες την εκκλησίαν, έσπευδον εις τον ιππόδρομον. Έχομεν λοιπόν επέμβασιν των ιερών Συνόδων, αίτινες διά των κανόνων των απαγορεύουσι κατά τας ημέρας αυτάς τους ιπποδρομικούς αγώνας. Ούτως οι πατέρες της εν Καρθαγένη Συνόδου εζήτησαν από τον βασιλέα Θεοδόσιον τον Β', ίνα εμποδίση την τέλεσιν ιπποδρομιών «εν τη Κυριακή και εν ταις λοιπαίς φαιδραίς της των Χριστιανών πίστεως ημέραις, μάλιστα εν τω ογδοάδι του αγίου Πάσχα, ότε οι όχλοι μάλλον εις το ιπποδρόμιον ήπερ εις την εκκλησίαν συνέρχονται». Επειδή δ' ο λαός εξηκολούθει να παρακολουθή κατά την Διακαινήσιμον Εβδομάδα τους ιπποδρομικούς αγώνας, επανήλθεν εις το ζήτημα η εν Τρούλλω Οικουμενική Σύνοδος, ήτις διά του 66ου κανόνος της εθέσπισεν «Από της αγίας Αναστασίμου Χριστού του Θεού ημών ημέρας μέχρι της Καινής Κυριακής την όλη Εβδομάδα εν ταις αγίαις εκκλησίαις σχολάζειν δει απαραλείπτως τους πιστούς. Μηδαμώς ουν εν ταις προκειμέναις ημέραις ιπποδρόμια ή ετέρα δημώδης θέα επιτελείσθω». Και επειδή περί Διακαινησίμου Εβδομάδος και εορτών κατ' αυτήν πρόκειται, προσθέτομεν ότι κατά την Τρίτην, μετά το Πάσχα, ήτις εκαλείτο της Γαλιλαίας, όπως και σήμερον λέγεται υπό των Ποντίων, εγίνετο το λεγόμενον καλημέριν του δημάρχου, του προέδρου δηλαδή των Πρασίνων και των Βενετών. Κατά τον περιγράφοντα την τελετήν Κωνσταντίνον τον Πορφυρογέννητον, οι του δήμου των Πρασίνων και των Βενέτων με το αρμόνιόν των επήγαινον εις την αυλήν του δημάρχου των, όστις τους υποδέχετο επίσημον φορών στολήν και έφιππος. Εκεί εψάλλοντο αι επευφημίαι. «Την καλήν ημέραν ποιήσωμεν μετά του δημάρχου των Βενέτων (ή των Πρασίνων)· Τρισάγιε, βοήθησον τους δεσπότας και συ αυτούς θεράπευσον επί πάσιν πλεονάζων της ζωής αυτών χρόνους συν ταις τιμίαις Αυγούσταις εν τη πορφύρα εις τελείαν χαρμονήν των Ρωμαίων και Βενέτων (ή Πρασίνων) των γνησίων ημών δούλων. Κύριε χαίρε· καλή σου ημέρα, όλη η ημέρα σήμερον καλή σου ημέρα γίνεται. Ο δείνα πρωτοσπαθάριε δήμαρχε, πολλοί σου χρόνοι· ως γαρ αγαπώμεν σοι, αξίως σε ευχόμεθα, ίνα αδιάδοχος μείνης διοικών ημάς. Ο αναστάς Θεός ημών, φύλαττε τον δήμαρχον». Μετά τας ευχάς αυτάς, συνωδεύετο ο δήμαρχος στον ιππόδρομον, όπου, ιστάμενος, ήκουε τα εξής: «Καλώς ήλθες προβολή ευεργετών, καλώς ήλθες ευγενής εκ προγόνων, καλώς ήλθες Θεοστέπτων ο δούλος, καλώς ήλθες ο δείνα, πρωτοσπαθάριε και δήμαρχε των Βενέτων (ή Πρασίνων), αλλ' ο πάντων ποιητής και δεσπότης ο αναστάς παραδόξως εκ τάφου τους χρόνους σου πληθύνοι εις μήκη χρόνον· ο Θεός ο άγιος φύλαττε τον δήμαρχον». Οι Βυζαντινοί πρόγονοι ημών, τιμώντες την ιερότητα των Πασχαλίων ημερών, ενομοθέτησαν, ίνα μη λειτουργώσι τα δικαστήρια κατά την Μεγάλην και την Διακαινήσιμον Εβδομάδα, ήκουε δε τις τότε πολλούς λέγοντας· διά τον αντιδικόν μου δεν λέγω τίποτε· «παρέλθει η ημέρα του πάθους του Χριστού και γυμνάζω την δίκην, εκδικώ την ύβριν». Ο νόμος ώριζε κατά τας ημέρας αυτάς να μη φυλακίζωνται οι εις ελαφρά πταίσματα υποπέσοντες. Εξαίρεσις εγίνετο διά τους βαρέα πλημμελήσαντας π.χ. τυμβωρύχους, γόητας, παρθένων άρπαγας, πατροκτόνους και παραχαράκτας, οίτινες τότε εφυλακίζοντο. Κατά τας μεγάλας εορτάς ή κατά τας ημέρας ευχαρίστων δια το κράτος γεγονότων, συνήθεια επεκράτει κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, ίνα απολύωνται των φυλακών οι δι' ελαφρά παραπτώματα φυλακισθέντες. Τούτο εγίνετο και κατά το Πάσχα ερχομένης ειδικής βασιλικής διαταγής του ευεργετήματος όμως τούτου εστερούντο οι διά σοβαρα εγκλήματα εγκλεισθέντες. Σημειωτέον ότι τη συνήθεια της αποφυλακίσεως ηκολούθησε και η Βενετική Κυβέρνησις εις τας υπ' αυτής κατακτηθείσας Ελληνικάς χώρας. Γνωρίζομεν επί παραδείγματι ότι εις την Ζάκυνθον, επί Βενετοκρατίας, οι επίσκοποι και πρωθιερείς ως και ο διοικητής της Στρατείας και ο εισαγγελεύς είχον το δικαίωμα κατά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα να ελευθερώνωσι διαφόρους εξορίστους, όπερ δικαίωμα, ένεκα καταχρήσεων, ήρθη τω 1556. Της χαράς και του πανυγηρισμού διά το Πάσχα μετείχον, ως εικός, και ο τα ανάκτορα. Κατά την Μεγάλην λοιπόν Κυριακήν οι βασιλείς μετέβαινον εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας, ίνα εκκλησιασθώσιν ακούοντες κατά την μετάβασιν και την επιστροφήν τας επευφημίας των δήμων, ήτοι των Πρασίνων και Βενέτων, οίτινες, τοποθετημένοι εις εξ διάφορα σημεία, ως εξής εναλλάξ επευφήμουν την διερχομένην βασιλικήν πομπήν, των Βενέτων αρχομένων τας επευφημίας. Κατά την μετάβασιν λοιπόν ηκούετο: Θεϊκής εγέρσεως δυναστεία ο του θανάτου πόλεμος διελύθη -Φωτός απροσίτου λαμπηδόνες νεκροίς επέλαμψαν τοις εν σκότει- Πάσχα Κυρίου σήμερον καθορώντες μελωδικώς κραυγάζομεν και ομοφρόνως -ο αχρόνως τω Πατρί συμβασιλεύων αυτός, τας ημέρας υμών, δεσπόται, ανυψώσοι ταις νίκαις κατά βαρβάρων- ο των πάντων ποιητής και δεσπότης ο αναστάς παραδόξως εκ τάφου και το χαίρε δεδωκώς μυροφόροις τους χρόνους υμών πληθύνοι συν ταις Αυγούσταις και τοις πορφυρογεννήτοις. Πολυχρόνιον ποιήσοι ο Θεός την αγίαν βασιλείαν σας εις πολλά έτη. Κατά την επιστροφήν πάλιν ηκούετο: Καλώς ήλθον οι δεσπόται συν ταις Αυγούσταις και τοις πορφυρογεννήτοις προσκυνήσαντες του αναστάντος Χριστού την δόξαν -Η κτίσις σήμερον εορτάζει διπλούν το Πάσχα της Σωτηρίας ορώσα το σκήπτρον υμών, δεσπόται, την αναστάσει του Χριστού συνανατέλλον- Εγκαινίζεται σήμερον των ανθρώπων η φύσις ο γαρ έχων το κράτος του θανάτου ο του πατρός συνάναρχος και συναΐδιος λόγος, σκυλεύσας τα βασίλεια του Άδου έλυσε τον δεσμόν των αιχμαλώτων πάσι δωρησάμενος ελευθερίαν, ος και φυλάξοι το κράτος της βασιλείας εις δόξαν, εις καύχημα, εις ανέγερσιν των Ρωμαίων. Καθ' ον χρόνον, παρόντων των βασιλέων, εψάλλετο ο όρθρος της Μεγάλης Κυριακής κατά την 3ην ή 4ην ώραν μετά το μεσονύκτιον, το εκκλησίασμα κατά την ανάγνωσιν του Ευαγγελίου έμενεν εκτός του ναού, της θύρας αυτού ούσης κεκλεισμένης. Μετά την ανάγνωσιν ο πρωτοπαππάς των ανακτόρων ήνοιγε την θύραν και εισήρχετο ψάλλων το αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμεν λαοί. Τούτο εις Αγίαν Σοφίαν, εις τους άλλους όμως ναούς κατά τους Παλαιολογείους χρόνους, πιθανώτατα δε και παλαιότερον, πριν ή ο ιερεύς ανοίξη την κλειστήν θύραν, έκρουεν αυτήν αναφωνών το και κατά τα εγκαίνια των εκκλησιών συνηθιζόμενον· «άρατε, πύλας οι άρχοντες υμών και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης», μετά δε την ανταλλαγήν της γνωστής στιχομυθίας, εισήρχετο. Τούτο σαφέστατα μαρτυρεί ο Κωδινός εν τω περί των οφφικιαλίων έργω του προσεπιβεβαιοί δε και το σήμερον πολλαχού κατά την Ανάστασιν επαναλαμβανόμενον. Εις το κλητορολόγιον του Φιλοθέου, κείμενον του Ι' αιώνος, αναγινώσκομεν: «Η αγία και δεδοξασμένη της του Χριστού αναστάσεως περιφανής ημέρα λαμπράν τινα και περίβλεπτον ευωχίαν τοις βασιλεύσιν ημών προεξένησεν». Όντως κατά την Κυριακήν του Πάσχα εγίνοντο επίσημα γεύματα εις το επιβλητικώτατον και μεγαλοπρεπέστατον των διαμερισμάτων των ανακτόρων, τον Χρυσοτρίκλινον, εις ον, εστολισμένον καταλλήλως, ετοποθετείτο η χρυσή τράπεζα και το έπιπλον το λεγόμενον πενταπύργιον, είδος αρμαρίου έχοντος πέντε πυργίσκους, εν οις ετοποθετούντο τα πολίτιμα βασιλικά κοσμήματα και στέμματα. Εις το κατά την πρώτην ημέρα διδόμενον γεύμα προσκαλούμενοι προσήρχοντο εν επισήμω περιβολή και εκάθηντο εις την χρυσήν τράπεζαν ανώτατοι άρχοντες, μάγιστροι, ανθύπατοι, στρατηγοί και πατρίκιοι, προς δε και ξένοι πρεσβευταί, εάν ευρίσκοντο εις την Κωνσταντινούπολιν. Εις τας άλλας τραπέζας ελάμβανον θέσιν οι υποδεέστεροι άρχοντες, πολιτικοί και στρατιωτικοί, οι ακόλουθοι των ξένων πρεσβευτών τας εθνικάς των φορούντες ενδυμασίας και ωρισμένοι εκ των φυλακών εξαγόμενοι αιχμάλωτοι. Κατά το γεύμα τούτο ηύλουν τα μουσικά όργανα, μετά την κατάπαυσιν των οποίων οι προσκεκλημένοι, ανιστάμενοι, επευφήμουν τον βασιλέα. Το σημείον της αποχωρήσεως έδιδεν ο βασιλεύς υψών και κινών την χείρα του. Τοιαύτα επίσημα γεύματα εγίνοντο μέχρι της μεθεπομένης της Καινής Κυριακής, καλουμένων εις αυτά εκάστοτε διαφόρων αρχόντων, κατωτέρων και ανωτέρων. 



Ωρισμένως κατά την πέμπτην ημέραν προσεκαλείτο ο Πατριάρχης μετά των μητροπολιτών και πρεσβυτέρων του παλατίου ως και ηγουμένων δώδεκα μοναστηρίων. Εκ των προσκεκλημένων ο πατριάρχης και οι μητροπολίται συνέτρωγον μετά του βασιλέως εις την χρυσήν τράπεζαν, εν ω εις άλλας τράπεζας ετοποθετούντο οι διάκονοι και οι των πατριαρχείων ιερείς. Τοσαύτα περί του εορτασμού του Πάσχα υπό των Βυζαντινών βασιλέων και των Βυζαντινών πολιτών, οίτινες μετά πολλού πόθου αναμένοντες την μεγάλην εορτήν, συχνά κατά το διάστημα της Μ. Τεσσαρακοστής προσαγορεύοντες τους γνωρίμους και φίλους, απηύθυνον προς αυτούς την ευχήν «καλά Πάσχα».

Αναδημοσίευση από το Ιστολόγιο Πολιτική. Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

ΑΓΙΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ Ο ΑΝΑΣΤΑΣ ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


 

Ο Λάζαρος ήταν στενός φίλος του Χριστού. Κατοικούσε στη Βηθανία, 3 χλμ. περίπου ανατολικά της Ιερουσαλήμ και οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία φιλοξένησαν πολλές φορές τον Ιησού στο σπίτι τους στη Βηθανία (Λουκ. 10,38-40, Ιωαν. 12,1-3). Κάποια φορά όμως, όπως αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (Ιω. 11,3), που ο Κύριος βρισκόταν στη Γαλιλαία, έμαθε πως ο φίλος Του ο Λάζαρος ήταν άρρωστος. Του το είχαν διαμηνύσει οι αδελφές του με τούτα τα λόγια: «Κύριε, να, αυτός που τόσο πολύ αγαπάς, είναι άρρωστος». Σαν ήκουσε όμως ο Ιησούς τούτο, είπε: «Αυτή η αρρώστια είναι για να φανεί η δόξα του Θεού». Ο Ιησούς όμως καθυστέρησε εσκεμμένα τη μετάβασή του στη Βηθανία (Ιω. 11,6) κι έμεινε εκεί στον τόπο που βρισκόταν ακόμη δύο μέρες.



Ύστερα είπε στους μαθητές Του: «Πάμε πάλι στην Ιουδαία». Οι μαθητές, που ήξεραν τους κινδύνους που μπορούσε να έχει για τον Δάσκαλό τους ένα τέτοιο ταξίδι, προσπάθησαν να Τον αποτρέψουν από του να το κάμει. «Δάσκαλε, πριν λίγες μέρες οι Ιουδαίοι ζητούσαν να σε λιθοβολήσουν και πάλι θέλεις να πάς εκεί;» (Ιω. 11,8. Ο Κύριος πρόσθεσε: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος κοιμήθηκε και πρέπει να πάω να τον ξυπνήσω». Οι μαθητές που δεν κατάλαβαν τα λόγια του Ιησού νόμισαν πως ο Λάζαρος είχε κοιμηθεί με τον φυσικό ύπνο και του είπαν: «Κύριε, αν κοιμήθηκε, θα ξυπνήσει μοναχός του. Τι ανάγκη είναι να πάμε εμείς, για να τον ξυπνήσουμε;». Τότε ο Ιησούς τους μίλησε καθαρά και τους είπε: «ο Λάζαρος πέθανε. Και χαίρομαι για σας για να πιστέψετε. Πάμε, λοιπόν προς τον Λάζαρο». Στην αμετάθετη αυτή απόφαση του Ιησού να επιστρέψουν στην Ιουδαία, οι μαθητές παρά τους ενδοιασμούς τους πειθάρχησαν. Όταν έφθασε στο σπίτι μαζί με τους μαθητές Του, ο Λάζαρος ήταν ήδη νεκρός για τέσσερις ημέρες (Ιω. 11,17). Η Μάρθα έτρεξε να τον συναντήσει και αφού Τον προσκύνησε με ευλάβεια, Του είπε με πόνο ψυχής: «Κύριε, αν ήσουνα εδώ ο αδελφός μου δεν θα είχε αποθάνει. Αλλά και τώρα ξέρω, πως ότι ζητήσεις από τον Θεό θα σου το δώσει ο Θεός» (Ιω. 11,21-22). Ο Κύριος της απάντησε «ο αδερφός σου θα αναστηθεί». Αυτή προσθέτει: «Ναι, Κύριε, το ξέρω. Ο αδερφός μου θ' αναστηθεί τότε, που θα γίνει η γενική ανάσταση όλων των νεκρών, στη συντέλεια των αιώνων». Ο Κύριος της είπε: «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σε μένα κι αν αποθάνει θα ζήσει και θα ζήσει αιώνια. Μάρθα, το πιστεύεις αυτό;» (Ιω. 11, 25-26). Στα λόγια αυτά του Διδασκάλου της η Μάρθα απάντησε: «Ναι, Κύριε. Από καιρό έχω πιστέψει, ότι Συ είσαι ο Χριστός που προανήγγειλαν οι Προφήτες» (Ιω. 11,27). Τότε η Μάρθα πήγε και φώναξε την αδερφή της τη Μαρία ότι ο Κύριος ήρθε. Η Μαρία σηκώθηκε κι έτρεξε, για να συναντήσει τον Κύριο. Τα πλήθη των Ιουδαίων, που βρισκόντουσαν μαζί της στο σπίτι, έσπευσαν κι αυτά να την ακολουθήσουν. Είχαν νομίσει πως η κόρη θα πήγαινε στον τάφο για να κλάψει και την ακολούθησαν. Έτσι σε λίγο κόσμος πολύς συγκεντρώθηκε στον τόπο που βρισκόταν ο Ιησούς. Μόλις η Μαρία αντίκρισε τον Κύριο που με λαχτάρα περίμεναν, σωριάστηκε στα πόδια του και με σπαραγμό ψυχής μόλις μπόρεσε να επαναλάβει της αδελφής της Μάρθας τα λόγια: «Κύριε, αν ήσουνα εδώ δεν θα απέθνησκε ο αδελφός μου». Ο Κύριος μπροστά στο ψυχικό δράμα των δύο γυναικών ταράχτηκε και με δυσκολία συγκράτησε τη συγκίνησή Του. Τότε τις ρώτησε: «Που τον έχετε βάλει;» Του έδειξαν τον τάφο. Ο Ιησούς μπροστά στον τάφο του φίλου του Λαζάρου δάκρυσε. Ο τάφος εκείνος ήταν ένα σπήλαιο και είχε μια βαριά πέτρα πάνω του. «Σηκώστε την πέτρα» διέταξε ο Ιησούς. Στη διαταγή αυτή του Κυρίου με δειλία τολμά να επέμβει η αδελφή του Λαζάρου η Μάρθα και να του πει: «Κύριε, μυρίζει. Είναι τέσσερις μέρες τώρα που είναι νεκρός» (Ιω. 11,38-39). Στα λόγια της Μάρθας απάντησε ο Ιησούς και της είπε: «Μάρθα, δεν σου είπα, πως αν πιστεύεις, θα δείς τη δόξα του Θεού;». Ο Κύριος όρθιος μπροστά στον τάφο με τα μάτια υψωμένα προς τον ουρανό προσευχήθηκε και είπε πριν κάνει το θαύμα: «Πατέρα μου, σ' ευχαριστώ, διότι με άκουσες. Εγώ εγνώριζα πολύ καλά ότι πάντοτε με ακούς. Το εγνώριζα, αλλά το είπα τούτο, για να ακούσει ο λαός που στέκεται εδώ γύρω και να πιστέψουν ότι συ με έχεις στείλει». Κι αφού τα είπε αυτά, με φωνή μεγάλη φώναξε προς τον νεκρό φίλο του: «Λάζαρε, βγες έξω». Και ο Λάζαρος που ήδη μύριζε, σαν να ξυπνούσε από βαθύ ύπνο, σηκώθηκε και ολοζώντανος, φασκιωμένος ολόκληρος με τα σάβανα και τα σουδάρια με τα οποία οι Ιουδαίοι συνήθιζαν να περιτυλίγουν τα σώματα των νεκρών τους, αναστημένος βγήκε έξω από τον τάφο (Ιω. 11,40-44). Το θαύμα του Λαζάρου διαδόθηκε μονομιάς παντού και κόσμος πολύς πίστεψε στον Κύριο. Το θαύμα συνήγειρε τα πλήθη του Εβραϊκού λαού να υποδεχθούν ύστερα από λίγες μέρες τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα με τον εξαιρετικό εκείνο ενθουσιασμό, για τον οποίο μας μιλάει το Ευαγγέλιο (Ιω. 11,45). Η ανάσταση του Λαζάρου και η συγκέντρωση του πλήθους θορύβησε τους αρχιερείς και τους Φαρισαίους, οι οποίοι αποφάσισαν να σκοτώσουν τον Ιησού (Ιω. 11,46-57), αλλά και το Λάζαρο (Ιω. 12,10). Δεν κατόρθωσαν όμως να το πράξουν για το Λάζαρο, τον Ιησού όμως λίγο αργότερα Τον σταύρωσαν. Έξη ημέρες πριν από το Πάσχα, ο Ιησούς κάθισε σε δείπνο το οποίο δόθηκε γι Αυτόν. Μαζί Του ήταν και ο Λάζαρος (Ιω. 12,1-2), ενώ πλήθος κόσμου είχαν πάει για να δουν όχι μόνο τον Ιησού, αλλά και τον αναστημένο Λάζαρο (Ιω. 12,9). Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο επίσκοπο Κωνσταντίας της Κύπρου (367-403), ο δίκαιος Λάζαρος ήταν τότε 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια μετά την ανάστασή του. Άλλη παράδοση επίσης αναφέρει ότι ο Λάζαρος μετά την ανάστασή του θέλοντας να αποφύγει το μίσος των αρχιερέων κατέφυγε στο Κίτιο της Κύπρου γύρω στο 33 μ.Χ.. Εδώ τον συνάντησαν οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας, όταν μετέβαιναν από τη Σαλαμίνα στην Πάφο, και τον χειροτόνησαν ως πρώτο επίσκοπο Κιτίου, της Εκκλησίας, που ίδρυσε ο ίδιος. Την εκκλησία του Κιτίου εποίμανε με στοργή κι αγάπη δεκαοκτώ περίπου χρόνια μέχρι το τέλος της ζωής του. Οι παραδόσεις τον θέλουν σκυθρωπό και αγέλαστο κατά την παρούσα ζωή, και αυτό οφειλόταν στα όσα είχε δει κατά την τετραήμερη παραμονή του στον Άδη. Οι ίδιες παραδόσεις αναφέρουν ότι δε γέλασε ποτέ στη ζωή του παρά μία φορά, όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο αγγείο και σχολίασε αποφθεγματικά: «το ένα χώμα κλέβει το άλλο». Άλλη παράδοση συνδέει τον Άγιο με την Αλυκή της Λάρνακας (σημερινή ονομασία του Κιτίου). Στη θέση της Αλυκής υπήρχε τον καιρό του Αγίου ένα μεγάλο αμπέλι. Κάποια φορά που περνούσε ο άγιος από εκεί είδε την γυναίκα - ιδιοκτήτη του αμπελιού να μαζεύει ωραία δροσάτα σταφύλια και να γεμίζει τα κοφίνια της. Κουρασμένος και διψασμένος όπως ήταν ο άγιος σταμάτησε κι απευθυνόμενος στη γυναίκα με καλοσύνη της ζήτησε λίγα σταφύλια. Αυτή όμως σαν είδε τον ξένο, τον κοίταξε με περιφρόνηση και του είπε: - Πήγαινε στο καλό, άνθρωπε μου. Δεν βλέπεις πως το αμπέλι ξεράθηκε κι έγινε άλας κι εσύ μου ζητάς σταφύλια; - Αφού το βλέπεις ξερό σαν άλας, ας γίνει άλας απήντησε ο άγιος. Κι έτσι όλη εκείνη η έκταση στην οποία βρισκόταν το δροσερό αμπέλι έγινε στη στιγμή μια αλυκή. Η παράδοση αυτή επιβεβαιώνεται από τους εργάτες που συλλέγουν το αλάτι. Ισχυρίζονται ότι σκάβοντας βρίσκουν ρίζες και κορμούς αμπελιού. Λέγεται μάλιστα, πως στο μέσο της αλυκής βρίσκεται πηγάδι με γλυκό νερό, γνωστό ως "πηγάδι της «ρκάς» δηλ. της γριάς. Ο Συναξαριστής της Κωνσταντινουπόλεως, σχετικά με αυτή την παράδοση, αναφέρει ότι τη λίμνη διεκδικούσαν δύο αδέλφια, οι οποίοι ήρθαν σε έντονη ρήξη για την κατοχή της. Ο Άγιος με την προσευχή του την εξήρανε και έμεινε το αλάτι. Στα "Πάτρια" του Αγίου Όρους γίνεται άμεση σύνδεση της Κύπρου και του Αγίου Λαζάρου με τη Θεοτόκο και τον Άθωνα. Η μητέρα του Κυρίου, συνοδευομένη από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ήλθε στο Κίτιο, συνάντησε τον Άγιο Λάζαρο, στον οποίο μάλιστα δώρησε ωμοφόριο και επιμάνικα, ενώ στη συνέχεια επισκέφθηκε τον Άθω. Τελείωσε τον επίγειο βίο του στην Κύπρο το έτος 63 μ.Χ. Οι πιστοί τον έκλαψαν και με τιμές τον κήδεψαν σε μια σαρκοφάγο από κυπριακό μάρμαρο στην οποία έγραψαν στην εβραϊκή γλώσσα: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος Χριστού». Πάνω από τη σαρκοφάγο αυτή κτίσθηκε ωραιότατος ναός, που ανακαινίστηκε γύρω στα 1750 μ.Χ.. Η μνήμη του θαύματος της Αναστάσεως του Λαζάρου γιορτάζεται το Σάββατο πριν από την Κυριακή των Βαΐων. Η ανακομιδή και μετάθεση του ιερού λειψάνου του αγίου Λαζάρου από το Κίτιο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία τιμάται από την Εκκλησία τη 17ην Οκτωβρίου, έγινε κατά το έτος 890 μ.Χ. μετά από εντολή του αυτοκράτορα Λέοντα Στ' του Σοφού, ο οποίος συνέθεσε τα ιδιόμελα στον εσπερινό του Λαζάρου. Η μετάθεση του λειψάνου περιγράφεται λεπτομερώς σε δύο πανηγυρικούς λόγους που εκφώνησε μπροστά στο ιερό λείψανο παρουσία του αυτοκράτορος ο μαθητής του Μεγάλου Φωτίου, μητροπολίτης Καισαρείας Αρέθας (850-μετά το 932). Στον πρώτο Λόγο, ο λόγιος κληρικός εκθειάζει το γεγονός της αφίξεως του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη, ενώ στο δεύτερο περιγράφει διεξοδικά την πομπή που σχηματίσθηκε, με τη συμμετοχή του αυτοκράτορα, για τη μεταφορά του λειψάνου από τη Χρυσούπολη στην Αγία Σοφία. Ο Λέων Στ', ως αντάλλαγμα της μεταφοράς του λειψάνου στην Κωνσταντινούπολη, απέστειλε χρήματα και τεχνίτες στην Κύπρο, όπου έκτισαν το μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου, ο οποίος διατηρείται ως σήμερα στη Λάρνακα. Εκτός τούτου οικοδόμησε μονή στην Κωνσταντινούπολη επ' ονόματι του δικαίου Λαζάρου, όπου εναπόθεσε το ιερό λείψανο. Στην ίδια μονή μεταφέρθηκε αργότερα από την Έφεσο και το λείψανο της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής. Κατά τη βυζαντινή εποχή διατηρήθηκε η συνήθεια να εκκλησιάζεται στη μονή κατά το Σάββατο του Λαζάρου, ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Πριν από λίγα χρόνια (συγκεκριμένα στις 23 Νοεμβρίου 1972) επιστάτης του Τμήματος Αρχαιοτήτων που εργαζόταν για αναπαλαίωση του ναού, βρήκε μία σαρκοφάγο με οστά κάτω από την κολόνα που στήριζε την πλάκα της Αγίας Τράπεζας. Τα οστά ήταν σε ένα κιβώτιο ξύλινο, τοποθετημένα στη σαρκοφάγο, που στην πλευρά της είχε χαραγμένη τη λέξη "ΦΙΛΙΟΥ". Το πολυτιμότατο τούτο εύρημα κατά τη γνώμη των πιστών επιβεβαιώνει την παράδοση, πως δηλαδή ο Λέων Στ' ο Σοφός που ξόδεψε κι έκτισε τον μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου στη Λάρνακα, γύρω στα 390 μ.Χ. όπως και στην Κωνσταντινούπολη δεν πήρε όλα τα λείψανα, αλλά μέρος αυτών κι ότι τούτα τα λείψανα που βρέθηκαν είναι του Αγίου Λαζάρου. Αυθεντική μαρτυρία κι απόδειξη τούτου του γεγονότος είναι η θέση στην οποία βρέθηκαν τα οστά: κάτω από την Αγία Τράπεζα όμως του Αγίου μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 890 από τον ευσεβή αυτοκράτορα Λέοντα Στ' τον Σοφό. 



Εξάλλου και ο Αρέθας στους Λόγους του δεν αναφέρεται σε άφθαρτο σκήνωμα αλλά σε «οστά » και «κόνιν». Εκτός αυτού ρωσική πηγή στη βιβλιοθήκη της Οξφόρδης αναφέρει ότι ένας Ρώσος μοναχός από το Μοναστήρι του Πσκώβ, που επισκέφθηκε κατά το 16ο αιώνα την πόλη της Λάρνακας, προσκύνησε τα οστά του αγίου Λαζάρου και πήρε μαζί του μικρό τεμάχιο από αυτά. Το τεμάχιο διαφυλάσσεται ως σήμερα στο παρεκκλήσιο του αγίου Λαζάρου, στη μονή Πσκώβ. Η δυνατότητα την οποία είχε ο Ρώσος μοναχός να προσκυνήσει τον Άγιο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η λάρνακα με τα εναπομείναντα λείψανα ήταν θεατή στους προσκυνητές τουλάχιστον ως το 16ο αιώνα. Αργότερα σε χρόνο που δεν προσδιορίζεται, οι Κιτιείς τα έκρυψαν κάτω από την αγία Τράπεζα όπου παρέμεινε μέχρι την ανεύρεσή της κατά το έτος 1972.


Επί τη μνήμη του Αγίου Λαζάρου εκ Βηθανίας


ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΠΟΛΥΤΡΩΘΗ ΑΝΑΣΤΗΘΗ ΚΑΙ ΕΣΗΚΩΘΗ



Τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου κατέχει ξεχωριστὴ θέση στὸ λειτουργικὸ ἡμερολόγιο. Δὲν ἀνήκει στὶς σαράντα ἡμέρες τῆς μετάνοιας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς οὔτε καὶ στὶς ὀδυνηρὲς ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδας, αὐτὲς ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Δευτέρα καὶ τελειώνουν τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Μαζὶ μὲ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων συνθέτουν ἕνα σύντομο χαρούμενο πρελούδιο τῶν γεμάτων πόνο ἡμερῶν ποὺ ἀκολουθοῦν.



Δύο σημαντικὰ περιστατικὰ συνδέονται μὲ τὴ Βηθανία: ἐκεῖ ἀνέστησε τὸν Λάζαρο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ξεκίνησε ὁ Ἰησοῦς τὴν πορεία καὶ ἄνοδό Του πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου εἶναι ἕνα γεγονὸς πού, ὅπως θὰ δοῦμε, ἔχει ἐξαιρετικὰ μεγάλη σημασία. Συνδέεται μυστηριωδῶς μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας καὶ παίζει, ὡς πρὸς αὐτή, τὸ ρόλο μίας ἔμπρακτης προφητείας. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Λάζαρος μᾶς παρουσιάζεται στὸ κατώφλι τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας ἀναστημένος, ὡς προάγγελος τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ θανάτου, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, παραμονὲς τῶν Θεοφανείων, προανήγγειλε τὸν Ἐπιφανέντα Χριστό. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὸν πρωταρχικὸ αὐτὸ χαρακτήρα της, ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἔχει καὶ κάποιες δευτερεύουσες πτυχὲς τὶς ὁποῖες εἶναι χρήσιμο νὰ ἐξετάσουμε: Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἀναγγέλλει τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἡ ὁποία ἔρχεται ὡς συνέπεια τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου: «Λάζαρον τεθνεῶτα τετραήμερον ἀνέστησας ἐξ Ἅδου, Χριστέ, πρὸ τοῦ σοῦ θανάτου διασείσας τοῦ θανάτου τὸ κράτος καὶ δι’ ἑνὸς προσφιλοῦς τὴν πάντων ἀνθρώπων προμηνύων ἐκ φθορᾶς ἐλευθερίαν». Τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ ἑορτὴ ὅλων τῶν νεκρῶν. Μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπιβεβαιώσουμε καὶ νὰ συγκεκριμενοποιήσουμε τὴν πίστη μας στὴν Ἀνάσταση. Ὁ Κύριός μας, τονώνοντας τὸ ἠθικό τῆς Μάρθας, μᾶς δίνει σχετικὰ μὲ τοὺς κεκοιμημένους μας μία πολύτιμη διδασκαλία. Εἶπε στὴ Μάρθα: «Ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου». Ἡ Μάρθα ἀπάντησε: «Γνωρίζω ὅτι ὁ ἀδελφός μου θὰ ἀναστηθεῖ κατὰ τὴ γενικὴ ἀνάσταση τῆς ἐσχάτης ἡμέρας». Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀνταπάντησε: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή». Ἡ πίστη τῆς Μάρθας ἦταν ἀνεπαρκὴς σὲ δύο σημεῖα. Προέβαλε στὸ μέλλον, καὶ μόνο στὸ μέλλον, τὴν ἀνάσταση τοῦ ἀδελφοῦ της καί, δεύτερον, δὲν ἀντιλαμβανόταν αὐτὴ τὴν ἀνάσταση παρὰ μόνο σὲ σχέση μὲ ἕνα γενικὸ νόμο. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τῆς δείχνει ὅτι ἡ ἀνάσταση εἶναι ἕνα γεγονὸς ἤδη παρόν, ἐπειδὴ Αὐτὸς δὲν προξενεῖ ἁπλῶς, ἀλλὰ εἶναι ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωή. Οἱ κεκοιμημένοι μας ζοῦν διὰ καὶ ἐν Χριστῷ. Ἡ ζωὴ τους συνδέεται μὲ τὴν προσωπικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐκδηλώνεται ἐν αὐτῇ. Ἐὰν θελήσουμε νὰ ἑνωθοῦμε πνευματικὰ μὲ ἕνα κεκοιμημένο ἀδελφό μας ποὺ ἀγαπούσαμε πολύ, δὲν θὰ προσπαθήσουμε νὰ τὸν ζωντανέψουμε στὴ φαντασία μας, ἀλλὰ θὰ ἔρθουμε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Ἰησοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ θὰ τὸν βροῦμε. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου εἶναι μία θαυμάσια ἐπεξήγηση τοῦ χριστολογικοῦ δόγματος. Μᾶς δείχνει πῶς, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, ἡ Θεία καὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση ἑνώνονται χωρὶς νὰ συγχέονται: «Ἀνάστασις καὶ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχων, Χριστέ, ἐν τῷ μνήματι Λαζάρου ἐπέστης, πιστούμενος ἡμῖν τὰς δύο οὐσίας σου». Ἀφενός, στὸν Ἰησοῦ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ λυγίσει μπροστὰ στὴ συγκίνηση καὶ νὰ θλιβεῖ γιὰ τὴν ἀπώλεια ἑνὸς φίλου: «Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς. Ἔλεγον δὲ οἱ Ἰουδαῖοι, ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν». Ἀφετέρου, ὁ Θεός, ἐν Χριστῷ, μπορεῖ νὰ διατάξει τὸν θάνατο ὡς ἔχων ἐξουσία: «Φωνὴ μεγάλη ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκώς…». Τέλος, ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου παρακινεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ νὰ ἐλπίζει ὅτι, ἀκόμη καὶ ἂν εἶναι πνευματικὰ νεκρός, μπορεῖ νὰ ξαναζήσει: «Καμέ, φιλάνθρωπε, νεκρὸν τοῖς πάθεσιν, ὡς συμπαθὴς ἑξανάστησον, δέομαι». Εἶναι κάποιες φορὲς ποὺ μία τέτοια πνευματικὴ ἀνάσταση φαίνεται ἐξίσου ἀδύνατη ὅπως καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου: «Κύριε, ἤδη ὄζει, τεταρταῖος γάρ ἐστι». Ὅλα ὅμως εἶναι δυνατὰ γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀπὸ τὸ νὰ μεταστρέψει τὸν πιὸ σκληρόκαρδο ἁμαρτωλὸ μέχρι νὰ ἀναστήσει ἕνα νεκρό: «Λέγει ὁ Ἰησοῦς, ἄρατε τὸν λίθον…». Νὰ λοιπὸν τί θὰ μάθουμε, ἂν πᾶμε τὸ Σάββατο αὐτὸ στὴ Βηθανία, στὸν τάφο τοῦ Λαζάρου. Ἐμεῖς ὅμως δὲν θέλουμε νὰ συναντήσουμε τὸν Λάζαρο. Θέλουμε νὰ συναντήσουμε στὴ Βηθανία τὸν Ἰησοῦ καὶ νὰ ξενινήσουμε μαζί Του τὴ φετινὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Μᾶς προσκαλεῖ ὁ Ἴδιος καὶ μᾶς περιμένει. Ἡ Μάρθα ἦρθε κρυφὰ νὰ πεῖ στὴν ἀδελφή της: «Ὁ διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῖ σοι». Καὶ ἡ Μαρία «ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς Αὐτόν». Ὁ Κύριος μὲ καλεῖ. 


Θέλει κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ Πάθους Του νὰ μὴν τὸν ἐγκαταλείψω. Θέλει, αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς μέρες νὰ ἀποκαλυφθεῖ σὲ μένα –ποὺ μπορεῖ ἤδη νὰ «ὄζω»– μὲ ἕνα τρόπο καινούριο καὶ ὑπέροχο. Κύριε, ἔρχομαι!



 Επί τη μνήμη του Αγίου Λαζάρου εκ Βηθανίας