ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Ο ΜΕΤΕΩΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ


 

Καθώς προσεύχεσαι, προσπάθησε να κρατάς το νου και την προσοχή σου μέσα στην καρδιά, πουθενά αλλού. Το ότι ο νους, ύστερ’ από λίγη ώρα προσευχής, φεύγει από την καρδιά, χάνει τη μνήμη του Θεού και μετεωρίζεται, δηλαδή περιπλανιέται και ρεμβάζει, φανερώνει αδυναμία αυτοσυγκεντρώσεως και υποσυνεί­δητη αδιαφορία για την προσευχή. 



Η ψυχή κατά βά­θος δεν εκτιμά την αξία της προσευχής και δεν την αισθάνεται τόσο ως ανάγκη όσο ως καθήκον. Βιάζε­ται, λοιπόν, ν’ απαλλαγεί απ’ αυτήν το συντομότερο, κάνοντας την όπως-όπως. Να προσεύχεσαι με φόβο Θεού, επικεντρώνοντας την προσοχή σου στις έννοιες των λέξεων. Η ευχή του Ιησού και άλλες σύντομες προσευχές γεννούν στην καρδιά αισθήματα θεία, με τα οποία δεσμεύεται η προ­σοχή, παραμένοντας στη μνήμη του Κυρίου. Να θυμάσαι, πάντως, ότι στην τελείωση και τη σωτηρία δεν φτάνει κανείς μόνο με την προσευχή, αλλά και με την παράλληλη καλλιέργεια όλων των αρετών. Όσο προοδεύουμε στην πνευματική ζωή, όσο δηλαδή μειώνονται τα πάθη μας και αυξάνονται οι αρετές μας, τόσο προοδεύουμε και στην προσευχή. Οι βασικότερες αρετές είναι: ο φόβος του Θεού, η αγνεία, η ταπείνω­ση, η μετάνοια, η υπομονή, η αγάπη. Όταν αυτές εμφανιστούν, ακολουθούν όλες οι άλλες και μαζί τους η προσευχή. «Να φροντίσω περισσότερο για τη συνεπή εκτέλεση του καθημερινού προσευχητικού μου κανόνα ή για την προσοχή στην προσευχή;». Η προσευχή δίχως προσοχή δεν είναι προσευχή. Γι’ αυτήν, επομένως, πρέπει να φροντίζεις περισσότε­ρο. Συνάμα, όμως, να είσαι συνεπής και στην εκτέλεση του καθημερινού σου κανόνα. Να συμμετέχεις, επίσης, και στη λατρεία της Εκκλησίας μας. Να πηγαίνεις στο ναό συχνά, σε κάθε ακολουθία, αν τούτο είναι δυνατό, και να συμπροσεύχεσαι ευλαβικά με τους άλλους πι­στούς. Διάβασε στη «Φιλοκαλία» το απόσπασμα από το βίο του οσίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη, που έλαβε από την Υπεραγία Θεοτόκο το χάρισμα της αδιάλει­πτης προσευχής. Μιμήσου την πίστη και την αρετή του, για να γίνεις κι εσύ άξιος αυτής της μεγάλης δω­ρεάς. Δίχως αγώνα, τίποτα δεν θα κατορθώσεις. Εθισμός στην προσευχή. Έχετε τη συναίσθηση και βασανίζεστε από το λο­γισμό πως η συμμετοχή σας στη λατρευτική σύναξη ήταν όχι καλή, όχι ουσιαστική. Ο νους σας τριγύριζε έδω κι εκεί και την καρδιά σας αναστάτωναν άπρεπα αισθήματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις να μετανοείτε αμέ­σως, να καταδικάζετε τον εαυτό σας και να βάζετε αρχή διορθώσεως. Άλλωστε, το τέλος της ακολου­θίας δεν είναι τέλος και της προσευχής. Να εθίσετε, λοιπόν, το νου και την καρδιά σας σε διαρκή κατά­σταση προσευχής. Αυτό μπορεί να συντελεστεί με την αδιάλειπτη ευλαβική μνήμη του Θεού και με την πα­ράδοση του εαυτού σας στο θέλημά Του. Έτσι, όταν θ’ αφήνετε την ακολουθία, δεν θ’ αφήνετε την προ­σευχή. Μόνο θ’ αλλάζετε μια μορφή προσευχής με άλλη. Να προσεύχεστε χρησιμοποιώντας τα λειτουργικά βιβλία, αλλά ν’ αρχίσετε σιγά-σιγά ν’ απευθύνετε και τα δικά σας λόγια στον Κύριο, λόγια που θ’ ανταποκρίνονται τόσο στις ψυχικές όσο και στις σωματικές ανάγκες σας. Καμιά φορά η ψυχή μας επιθυμεί να στραφεί στον Κύριο χωρίς συγκεκριμένη ανάγκη. Η επιθυμία αυτή οφείλεται απλά σε μια, ας την πω έτσι, δίψα του Θεού. Σ’ όποιο βαθμό και μ’ όποια μορφή κι αν εμφανιστεί μέσα σας, δεν πρέπει να την αφήνετε ανικανοποίητη. 



Την ίδια κιόλας ώρα ν’ αφοσιώνεστε στην προσευχή, όπου κι αν είστε, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο. Όσο πιο εγκάρδια ανταποκρίνεστε στο θείο τούτο κάλεσμα, όσο πιο θερμά ικανοποιείτε τον άγιο τούτο πό­θο, τόσο πιο συχνά θα εμφανίζεται, τόσο πιο πολύ θα διαρκεί, τόσο πιο βαθιά θα ριζώνει.


Εκ του βιβλίου: ''Χειραγωγία στην πνευματική ζωή''. 
Έκδοση της Ι. Μ. Παρακλήτου. 
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος


Η ΑΔΥΣΩΠΗΤΟΣ ΑΛΗΘΕΙΑ



Πλείστοι κληρικοὶ καὶ πλεῖστοι θεολόγοι (ἄς μὴ ἀναφέρομεν τοὺς μικροτέρους, διὰ νὰ κρίνουν ἄλλους Χριστιανοὺς οἵτινες, ὡς καλῶς γνωρίζετε καὶ σεῖς, ἁπαξάπαντες ἐπικροτοῦν τὸ φρόνημα ἡμῶν τῶν λεγομένων Παλαιοημερολογιτῶν) πρὸ τῆς ἀσυγκαλύπτου ἀληθείας, ἐκάλυψαν τὸ πρόσωπον, καὶ ἐξέτειναν πρὸς τὸν οὐρανὸν τὰς χεῖρας ἐκφέροντες ἀρὰς καὶ ἀναθέματα δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐπρωτοστάτησαν καὶ εἰσέτι ἐπιμένουν εἰς τὴν ἐπάρατον ἡμερολογιακὴν Καινοτομίαν, τὴν καταταράξασαν σύμπασαν τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.



Νομίζομεν ὅτι εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζητε καλῶς ὅτι τὸ φρόνημα ἡμῶν ὁσημέραι ἐξαπλοῦται καὶ διαδίδεται. Δὲν ἀποτελεῖ τὸ φρόνημα ἡμῶν φατριάζουσαν παράταξιν, ὡς αἱ λοιπαί, σκοποῦσαν τὴν ἐπικράτησιν μιᾶς ἀντιλήψεως ἀποβλεπούσης εἰς κοσμικὰ ὀφέλη. Οὔτε ποτε οἱ θιασῶται τοῦ Παλαιοῦ ἡμερολογίου, διενοήθησαν νὰ ἀκριβολογήσουν ἡμέρας καὶ καιροὺς ὡς τοὺς συκοφαντοῦν. Οἱ Παλαιοημερολογῖται σκοπὸν ἔχουσι νὰ τηρήσωσιν ὅ,τι ἡ Ἐκκλησία παρέλαβεν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρας, εἴτε Πασχάλιον, εἴτε νηστείαν, εἴτε ἡμερολόγιον, εἴτε γάμου κανόνας, διότι εἶναι ἀληθὲς ὅτι, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τὰ πάντα καλῶς ἐδιδάξαντο. Τὸ ἅγιον Πνεῦμα ἐλάλησε διὰ τῶν Συνόδων τὶ εἶνε ἀρεστὸν εἰς τὸν Θεὸν νὰ ἀκολουθήσουν οἱ Χριστιανοί. Ἐὰν τὸ ἡμερολόγιον, ἐὰν τὸ Πασχάλιον, ἐὰν καὶ ὅλαι αἱ λοιπαὶ ἐκκλησιαστικαὶ ἐθιμοτυπίαι, ἦσαν ἐσφαλμέναι, νομίζομεν ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον θὰ ἐπληροφόρει τοὺς ἁγίους Πατέρας, ἵνα μὴ τὰς ἀκολουθήσωμεν. Μόνον ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ ἅγιον Πνεῦμα δὲν ἐχειραγώγει καλῶς τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τῶν Ἀποστόλων μέχρι τοῦδε, μόνον τότε δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι εὑρίσκονται τινὰ ἐσφαλμένα ἐν αὐτῇ. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἀποτελῇ βλασφημίαν στυγερὰν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἡ βλασφημία κατὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γνωστὸν εἶναι ὅτι δὲν συγχωρεῖται οὔτε ἐν τῷ νῦν οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι. Ἴσως μᾶς εἴπητε ὅτι μικρὰς παραλλαγὰς εἰς τὰ μικρᾶς σημασίας ζητήματα μετήρχετο ἡ Ἐκκλησία ἐνίοτε, ὅπερ καὶ ἡ νῦν Ἐκκλησία ἔπραξε, καὶ συνεπῶς δὲν ἔπρεπε σεῖς οἱ Παλαιοημερολογῖται νὰ σκανδαλισθῆτε. Τὸ ὅτι ἡ Ἐκκλησία μετῆλθεν ἐνίοτε παραλλαγάς τινας εἰς τὰς ἐθιμοταξίας της εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ ὅ,τι καὶ ἄν ἔπραττε ἡ Ἐκκλησία, τὸ ἔπραττε πρὸς μείζονα πνευματικὴν ὠφέλειαν τῶν Χριστιανῶν, καὶ ὅπερ ἐγένετο εὐχαρίστως ἀποδεκτὸν παρ’ ὅλων. Ἤδη ὅμως, σᾶς ἐρωτῶμεν, τί ὠφελήθησαν περισσότερον οἱ σημερινοὶ Χριστιανοὶ μὲ τὸ νὰ τοὺς κάμωμεν νὰ ἑορτάζουν 13 ἡμέρας ἐνωρίτερον τὰς ἑορτάς; Τί ἔγινε τὸ καλὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἡμερολογίου; Ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν βλέπομεν νὰ ἔχῃ προξενηθῇ οὐδεμία ὠφέλεια εἰμὴ σκάνδαλα ἐσωτερικά, ἀλληλοσυγκρούσεις τῶν ἄλλοτε ἀδελφῶν, διαίρεσις, διχασμός, ἐρήμωσις, σχῖσμα εἰς τὴν μητέρα Ἐκκλησίαν. Εἶναι συνεπῶς κατάδηλον ὅτι καρπὸς ἁγίου Πνεύματος δὲν ἦτο ἡ μεταρρύθμισις τῆς παλαιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἡμερολογιακῆς Παραδόσεως. Διότι γέγραπται ὅτι ὁ καρπὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἶνε ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη κλπ. Ἐνθυμήθητε παρακαλῶ τὰ παρελθόντα ἔτη, πῶς ἦτο ἐν εἰρήνῃ τὰ τέκνα τῆς μητρὸς Ἐκκλησίας, καὶ πῶς τώρα διῃρημένα ἀλληλοσπαράσσονται. Ποῖος ἔχει τὸ δίκαιον, δὲν εἶνε δύσκολον νὰ εὑρεθῇ. Ἔχομεν Νόμον ἐκκλησιαστικόν, ἔχομεν Ἱστορίαν ἐκκλησιαστικήν, ἔχομεν πρὸς τούτοις καὶ ἐκ τῶν ἔργων καρποὺς δι’ ἑκατέραν τῶν δύο ἀλληλοσυγκρουμένων μερίδων. Δὲν μένει ἤδη παρὰ νὰ ἐξετάσωμεν: Ποῖον ἡμερολόγιον εἶχεν ἡ Ἐκκλησία ἀρχῆθεν; Τὸ παλαιόν. Ἐπὶ τῇ βάσει ποίου ἡμερολογίου ἐκανόνισεν Πασχάλιον, ἑορτοδρόμιον καὶ νηστείας; Βεβαίως τοῦ Παλαιοῦ, καὶ ἀπόδειξις τὰ συμβαίνοντα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν παράτυπα μὲ τὴν ἀλλαγὴν τούτου, ἤτοι κατάργησις νηστείας ἁγίων Ἀποστόλων, ἐκτοπισμὸς τοῦ Πάσχα πέραν τοῦ Ἀπριλίου, σύγχυσις γενικὴ εἰς τὰς Ἀκολουθίας κλπ. Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τί μαρτυρεῖ; Ὅποιαν δήποτε τοιαύτην καὶ ἄν ἀνοίξωμεν θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἡμερολογίου ἀνεφάνη κατὰ τὸ 1550, καὶ ὅτι τὸ Γρηγοριανὸν ἡμερολόγιον τρεῖς κατεδικάσθη μετ’ ἀναθέματος ὑπὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διὰ Συνοδικῶν πανορθοδόξων ἀποφάσεων (1583, 1587, 1593). Δὲν νομίζομεν ἐπάναγκες νὰ σᾶς παραπέμψωμεν εἰς τὰ οἰκεῖα κεφάλαια τῆς ἱστορίας, διότι ἀσφαλῶς ὑμεῖς κάλλιον ἡμῶν τὰ γνωρίζετε. Ἐπίσης ἄς ἐξετάσωμεν ποίαν συμπεριφορὰν ἔδειξαν οἱ ἀκόλουθοι τοῦ ἀναθεματισθέντος Γρηγοριανοῦ ἡμερολογίου; Μετῆλθον μέσα αὐτόχρημα ἀντιχριστιανικά, διὰ τοὺς ἐμμένοντας εἰς τὸ Παλαιόν. Ἐφυλάκισαν, ἐξώρισαν, ἔδειραν, ἐπροπηλάκισαν, ἐφόνευσαν δι’ ὑποκοπάνων χωροφυλάκων, διέλυσαν καὶ διαφοροτρόπως ἄλλως ἐπίεσαν αὐτοὺς ἵνα ἀφήσωσι τὸ Παλαιὸν καὶ ἀκολουθήσωσι τὸ Νέον. Εἶναι ὄντως λίαν χαρακτηριστικὴ ἡ διαγωγὴ τῶν Καινοτόμων. Ἐνῷ ὁ Χριστὸς οὐδένα ἐβίασεν νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, ἐνῷ οὔτε οἱ Ἀπόστολοι οὔτε τις τῶν Ἁγίων ἠθέλησε νὰ παραβιάσῃ τὸ αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου, οἱ σημερινοὶ Νεοημερολογῖται πᾶν ἀθέμιτον μετῆλθον ἵνα φέρωσι μεθ’ ἑαυτῶν τοὺς ἐμμένοντας εἰς τὴν παλαιὰν ἐκκλησιαστικὴν ἐθιμοταξίαν. Ὁ Χριστὸς ἔδωκε ἐντολὴν νὰ ἀγαπῶμεν καὶ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, οἱ νεωτερισταὶ ὅμως δὲν δεικνύουν ὄχι ἀγάπην, ἀλλ’ οὔτε ἴχνος συμπαθείας πρὸς τοὺς ἀδελφούς των. Ὁ Χριστὸς εἶπεν ὅτι «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταὶ ἐστὲ ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις». Ἀρκετοὶ δὲ οἱ λόγοι οὗτοι νὰ μᾶς ἀπαντήσωσιν ἐὰν ἐκ τῶν ἔργων των οἱ Νεοημερολογῖται εἶναι κἄν χριστιανοί. Ἀλλὰ εἴπομεν ὅτι καὶ ἐκ τῶν ἔργων τῶν ἀκολουθούντων τὸν ἡμερολογιακὸν νεωτερισμὸν ἄς κρίνωμεν κατὰ πόσον οἱ εἰσαγαγόντες αὐτὸν ἐχειραγωγοῦντο ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ σᾶς συστήσω ὅπως παύσητε ἐναντιούμενοι εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ πίστις ἡμῶν γνωρίζει νὰ συντρίβῃ εἰς τέλος τοὺς πολεμοῦντας αὐτήν. Λοιπὸν μὴ θελήσητε καὶ ὑμεῖς νὰ πολεμήσητε αὐτήν, διότι τὸ τέλος σας θὰ ἀποβῇ ἐλεεινόν. Ἐὰν νομίζητε ὅτι κατέχητε τὴν ἀλήθειαν, ἀνάγκη νὰ ἐξέλθητε εἰς τὸν στῖβον, καὶ ὄχι ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ νὰ πολεμῆτε γυμνοὶ ὅπλων καὶ ἐπιχειρημάτων. Δὲν γνωρίζετε ἄν εἶναι πολὺ ἐγγὺς ἡ ἡμέρα καθ’ ἥν θὰ ἐπέλθῃ ἡ εἰρήνη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν διὰ τῆς ἐξοντώσεως τῆς κακῶς γενομένης ἡμερολογιακῆς Καινοτομίας, ὁπότε τί γενήσεται εἰς πάντας τοὺς πολεμήσαντας τὴν Ἐκκλησίαν; Ποῖον θάρρος τότε θὰ λάβουν ἵνα κηρύξουν ἀπ’ ἄμβωνος τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄλλοτε ἀπεμπολήσαντες τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια; Τοῦτο ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν πάντες οἱ προνοητικώτεροι, βλέποντες ὁλονὲν αὐξανόμενον τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν καὶ ἤρχισαν ἤδη νὰ ἀνακρούωσι πρύμναν, ἄλλοι συγκεκαλυμμένως καὶ ἄλλοι ἀναφανδόν. Τοῦτο ὀφείλετε καὶ ὑμεῖς, διὰ τὸ συμφέρον ὑμῶν, νὰ πράξητε, ἐκτὸς ἐὰν ὄντως πιστεύητε ὅτι οἱ Παλαιοημερολογῖται εὑρίσκονται ἐν πλάνῃ, ὁπότε ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν θέλητε ἐξέλθετε εἰς πόλεμον. Σεῖς θεολόγοι, ἐκεῖνοι ἀγροῖκοι. Σεῖς σοφοί, ἐκεῖνοι μωροί! Ἐξέλθετε καὶ ὀψόμεθα τί ποιήσει ὁ δρασσόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν. Λέγουν οἱ Νεοημερολογῖται σοφισταὶ ὅτι δῆθεν δὲν ἠσπάσθησαν τὸ καταδεδικασμένον συνοδικῶς Γρηγοριανὸν ἡμερολόγιον, ἀλλὰ ἁπλῶς προσέθεσαν 13 ἡμέρας εἰς τὸ Ἰουλιανὸν καὶ διώρθωσαν τὸ σφάλμα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶμεν, τί περισσότερον ἔπρεπε νὰ πράξωμεν διὰ νὰ ἀσπασθῶμεν τὸ Γρηγοριανόν; 



Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὸ ἡμερολόγιον. Αὐτοὶ τολμῶσι νὰ λέγωσι, ὅτι θὰ διορθώσωσι καὶ τὸ Πασχάλιον, ὡς λελανθασμένον δῆθεν καὶ αὐτό, παρ’ ὅλον ὅτι ἄλλοτε ἤθελον νὰ ρίψωσι στάκτη στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸ νὰ λέγουν, ὅτι δῆθεν τὰ ἀναθέματα τῆς Ἐκκλησίας ἀφορῶσι τὸ Πασχάλιον καὶ ὄχι τὸ ἡμερολόγιον. [Ἀλλὰ] καὶ γάμον παράνομον εἰς ἱερωμένους καὶ λαϊκοὺς [θέλουν] νὰ θεσπίσωσι, καὶ νηστείας καὶ Ἀκολουθίας νὰ περικόψωσι, καὶ πλείστας ἄλλας Καινοτομίας ἐν συνόδῳ νὰ θεσπίσωσι... Τὰ ἀναίσχυντα ταῦτα δημοσιεύματά των τί ἄλλο δεικνύουσι εἰμὴ τὸ ἁμαρτωλὸν αὐτῶν ποιόν;



Πρὸς πλανώμενον θεολόγον. Ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς εἰς Κύριον ἐκδημίας τοῦ ἀειμνήστου Ἐπισκόπου Μαγνησίας Χρυσοστόμου Νασλίμη (+13.7.1973 ἐκ.ἡμ.), δημοσιεύουμε ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του, τὸ ὁποῖο ἔγραψε ἀκόμη ὡς λαϊκός, δημοσιευθὲν στὸ τότε ἐπίσημο ὄργανο τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος «Κῆρυξ τῶν Ὀρθοδόξων» (ἀρ.φ. 126/ 11-24.9.1933). Τὸ κείμενο εἶναι ἀπολογητικῆς φύσεως καὶ ἀπευθύνεται σὲ κάποιον «πλανώμενον θεολόγον» τοῦ Νέου ἡμερολογίου, χωρὶς νὰ τὸν κατονομάζη, ὁ ὁποῖος φαίνεται τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, στὴν ἐπαρχία, κατεφέρετο γραπτῶς καὶ προφορικῶς ἐναντίον τῶν ἀκολούθων τοῦ Πατρίου ἡμερολογίου, χαρακτηρίζων ὡς «πλάνην» τὴν ὄντως εὐσέβειαν αὐτῶν. Ὁ τότε λαϊκὸς ἀκόμη ἐν Βόλῳ Χρῖστος Νασλίμης, 23 μόλις ἐτῶν ἀλλὰ πολιὸς τὸ φρόνημα, δίδει μία κατάλληλη ὁμολογιακὴ ἀπάντησι, πρὸς καταισχύνην τοῦ πλανωμένου κατηγόρου καὶ ἐνίσχυσιν τοῦ Γνησίου Ὀρθοδόξου Πληρώματος. Σὲ κάποια σημεῖα ἡ φρασεολογία εἶναι τῆς πρωΐμου ἐκείνης ἐποχῆς ἀπὸ τῆς ἡμερολογιακῆς Καινοτομίας, ὅταν ἀκόμη ὑπῆρχε ἔντονη ἡ προσδοκία διορθώσεως τοῦ κακοῦ καὶ κατὰ Θεὸν ἑνώσεως τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἀθεράπευτοι ὅμως Νεοημερολογῖται συνέχισαν καὶ δὲν παύουν κατὰ καιροὺς νὰ φρυάττουν κατὰ τῆς Ἀληθείας, γι΄ αὐτὸ καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ καλοῦ αὐτοῦ κειμένου διατηρεῖ στὴν ὡραιότητα τοῦ ὕφους καὶ στὴν ἁπλότητα καὶ σαφήνεια τῶν ἐπιχειρημάτων του μία ἐντυπωσιακὴ ἐπικαιρότητα. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ ἀναπαύη τὴν ψυχὴ τοῦ εὐλογημένου ἀγωνιστοῦ τῆς Ἀληθείας Χρυσοστόμου Ἀρχιερέως τοῦ πολυπαθοῦς καὶ οἱ εὐχές του νὰ μᾶς ὁδηγοῦν στὴν διακράτησι τῆς θείας Παρακαταθήκης! Εκ της Ιστοσελίδας της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών ΕΔΩ. Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Χρυσόστομος  Ε. Νασλίμης


ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΧΕΚΑΚΟΥ ΟΦΕΩΣ



Η ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΓΟΡΟΥ


Και αυτά μεν περί της ημερολογιακής καινοτομίας, 

η οποία αποτελεί, 

ως γνωστόν, την πρώτην πρακτικήν εφαρμογήν της αιρέσεως του Οικουμενισμού. 

Αλλά ο Οικουμενισμός, 

ο πατήρ του νεοημερολογιτισμού, 

ασφαλώς δεν έχει σκοπόν να σταματήσει έως εδώ· αυτό ήτο απλώς το πρώτο βήμα. 

Με την αντικανονικήν άνοδο του Αθηναγόρου το 1949 εις τον Οικουμενικόν Θρόνον, 

αρχίζει νέα εποχή διά το Φανάρι, 

εποχή κακοδοξίας και αποστασίας που συνεχίζεται ρωμαλέως και στις ημέρες μας. 

Προκειμένου να γίνει η κατάληψις του Θρόνου 

«εξηνάγκασαν εις παραίτησιν τον νόμιμον πατριάρχην κ. Μάξιμον 

και ετοποθέτησαν τον μασώνον 33ου βαθμού κ. Αθηναγόραν. 

Ούτος εις τον ενθρονιστήριον λόγον του εξεπέρασε τους όρους της ... μασονικής δυσεβούς εγκυκλίου του 1920 

και διεκήρυξεν και το δόγμα της «πανθρησκείας». 

Είπεν ο κ. Αθηναγόρας: 

«Απατώμεθα και αμαρτάνομεν, 

εάν νομίζομεν ότι η ορθόδοξος πίστις κατήλθεν εξ ουρανού 

και ότι τα άλλα δόγματα είναι ανάξια. 

Τριακόσια εκατομμύρια ανθρώπων εξέλεξαν τον μουσουλμανισμόν διά να φθάσουν εις τον Θεόν 

και άλλαι εκατοντάδες εκατομμυρίων είναι Διαμαρτυρόμενοι, Καθολικοί, Βουδισταί. 

Σκοπός κάθε θρησκείας είναι να βελτιώσει τον άνθρωπον»! 

(Εφημερίς «Χρόνος» Κων/λεως, 20 Μαρτίου 1949 

και «Ορθόδοξος Τύπος» φ. 94, Δεκ. 1968).



Δυστυχώς όμως ουδείς συνεκινήθη από τας ανωτέρω βλασφημίας! Καμμία αντίδρασις από τους επισκόπους και τας θρησκευτικάς οργανώσεις! Από το 1967 εις το ανόσιον έργον του θα έχει ικανόν σύμμαχον, τον παρομοίως με αυτόν ανελθόντα εις τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον των Αθηνών με «αριστίνδην» Σύνοδον Ιερώνυμον Κοτσώνην. Ο κανονικός αρχ/πος Αθηνών Χρυσόστομος επαύθη διά νόμου του Κράτους, διότι αντετάχθη εις το σχέδιον της ενώσεως! Η αντίδρασίς του εξεδηλώθη ιδιαιτέρως μετά την συνάντησιν πάπα - Αθηναγόρου, εις το Φανάρι. Εις Συνοδικήν ανακοίνωσιν, μεταξύ άλλων είπε, ότι «αι αντορθόδοξοι ενέργειαι του Πατριάρχου κατατείνουν εις την πλήρη υποδούλωσιν της Ορθοδοξίας εις τον πάπαν...» (Μεσημβρινή 8. 3. 1967). Η διαγωγή του αυτή του εστοίχισε τον Θρόνον! Ο διάδοχός του Ιερώνυμος Κοτσώνης, γνωστός οικουμενιστής, σπεύδει αμέσως να πάει εις το Φανάρι προκειμένου να «ευλογηθεί» από τον Πατριάρχην και να χαράξουν κοινήν γραμμήν... προδοσίας. Μετά μάλιστα το ταξίδι του Αθηναγόρου εις Ρώμην και τας γενομένας εκεί προδοτικάς συμπροσευχάς και ανακοινώσεις, ο Ιερώνυμος εκδίδει το ακόλουθον ανακοινωθέν: «... η συνάντησις επραγματοποιήθη κατά την διάπυρον ευχήν και προσδοκίαν της Ιεράς Συνόδου και του ευσεβούς πληρώματος της Εκκλησίας»! Έτσι ο Αθηναγόρας με ικανούς συμμάχους, την Ελλαδικήν Ιεραρχίαν και την Ιεράν Κοινότητα του Αγίου 'Ορους προχωρεί ακάθεκτος προς τας αγκάλας του παπισμού. Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών μάλιστα διά τας προδοτικάς του ενεργείας τον αποκαλεί «προφηταπόστολον», οι δε Αγιορείται χαρακτηρίζουν με την σειρά τους «ασθενείς την συνείδησιν, παρασυναγώγους και αγνοούντας το πολίτευμα της Εκκλησίας», όσους εκ των Μοναχών αντιδρούν εις την ενωτικήν πολιτικήν του Φαναρίου. Ο Αθηναγόρας επραγματοποίησε συνολικώς τρεις συναντήσεις με τον ποντίφηκα της Ρώμης, συμπροσευχηθής μετ' αυτού, ενώ οι χορωδίες έψαλλον τον πολυχρονισμόν του πάπα και μέσα εις αυτόν τον Ναόν των Πατριαρχείων! Ποιος θα το επίστευε ότι 65 χρόνια μετά την Εγκύκλιον του Ιωακείμ Γ', εις την οποίαν προέτρεπε τους απανταχού ορθοδόξους ιεράρχας «εις ακατάπαυστον και άγρυπνον υπεράσπισιν των πεπιστευμένων αυτοίς λογικών προβάτων από των αδιαλείπτων επιβουλών και πολυειδών δελεασμάτων των λατίνων...», ο Οικουμενικός θρόνος της Κων/λεως θα απεκάλει τον πάπαν «Αγιώτατον», «πρώτον εν τη Εκκλησία του Χριστού», με μυστήρια και Αποστολικήν διαδοχήν!!... Δεν θα επιμείνωμε όμως περισσότερον εις τας κακοδόξους ενεργείας του Αθηναγόρα, διότι θα τις δούμε εν συνεχεία λεπτομερέστερον να αναζούν στις δραστηριότητες του δήθεν ταπεινού και ήσυχου Δημητρίου, του «άγιου», ως τον αποκαλούν οι αφελείς θαυμασταί του. Δεν μας εξηγούν όμως πώς είναι δυνατόν να είναι άγιος και ταπεινός, αφού ακολουθεί πιστώς την κακόδοξον πορείαν του προκατόχου του; Σ' αυτό δεν μας απαντούν οι θαυμασταί του και είναι ευεξήγητον το διατί· όταν έχουν μάθει να σιγούν μπροστά στην προδοσία της πίστεως, γιατί ν' απολογηθούν τώρα προς ημάς; Λησμονούν όμως ότι «ο την αλήθειαν σιγών κρύπτει Χριστόν εν τάφω», όπως οι φονευταί του Κυρίου Εβραίοι. 'Οταν δε μαζί με την σιγή τους προσθέσομεν και τον διωγμόν που ενεργούν εναντίον εκείνων που θέλουν να διαμαρτυρηθούν, τότε αντιλαμβάνεται ο καθένας το μέγεθος της ευθύνης των. Καιρός όμως να παρακολουθήσομεν στο επόμενο κεφάλαιο την πανώλεθρον διά την Ορθοδοξίαν δραστηριότητα του Πατριάρχου Δημητρίου, τον οποίον «η διεθνής μασονία που κυβερνά και την Τουρκία, τον ενέταξεν εις την «μητέρα στοάν» της Τουρκίας, της οποίας φέρει και τον 33ον βαθμόν! Ο κ. Δημήτριος είναι επίσης μέλος της εν Τουρκία ελληνοφώνου μασονικής στοάς «χουλούς» (ειλικρίνεια), ως και της στοάς «χακικάτ» (αλήθεια), μέσω των οποίων από αρκετού χρόνου ευρίσκεται εις επαφήν και με την «μητέρα» στοάν της Ελλάδος.


Η ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 



1. 'Οτι ο πατριάρχης Δημήτριος εξέκλινε της ορθοδόξου πίστεως και αληθείας κακοδόξων καί λατινοφρόνων δημοσία, θα ήρκει να το αποδείξει και μόνον ο ενθρονιστήριος αυτού λόγος. Εις αυτόν, άνευ συστολής τίνος ή διπλόης, καίτοι οι πάντες εγνώριζον το φθοροποιόν και κακόδοξον έργον του μασώνου και οικουμενιστού προκατόχου του Αθηναγόρου, εν τούτοις εδήλωσεν ανερυθριάστως πρός άπαντα τον κόσμον τα κάτωθι: «Και διαδηλούμεν την πρόθεσιν ημών, όπως εν πιστότητι προς την μέχρι τούδε γραμμήν του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ακολουθήσωμεν την αγίαν και μεγάλην γραμμήν του μεγάλου προκατόχου ημών, του αοιδίμου πατριάρχου Αθηναγόρου του A'»... Και μετ' ολίγον, ευκαιρίας δοθείσης: «Το έργον το οποίον μετά τόσης ειλικρίνειας και ζήλου ήρχισεν ο μακαρίας μνήμης μεγάλος προκάτοχος ημών Πατριάρχης Αθηναγόρας θα συνεχισθεί μετά της ιδίας συνέπειας και καθ' όλον το διάστημα που ο Θεός θα επιτρέψη να ευρισκώμεθα εις την διακονίαν ταύτην»! (Επίσκεψις, No 90, σ. 14). Υπάρχει όμως και η αξιοθρήνητος συνέχεια. 2. Δι' ειδικού Διαγγέλματος επί τη 25ετία του Π. Σ. Εκκλησιών ο κ. Δημήτριος επαινεί τους διευθύνοντας τούτο, ευχόμενος «μακράν και ευλογημένην εφεξής πορείαν»! Εν συνεχεία εκφράζει την βαθείαν ικανοποίησίν του, ως και της περί αυτόν Συνόδου, διά τας ενεργείας των προκατόχων των. Εκ των ανωτέρω ενεργειών ιδιαιτέρως τονίζεται: «Η εγκύκλιος προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού» του 1920. Κατ' αυτήν, ως γνωστόν, «επιβάλλεται ίνα αναζωπυρωθή και ενισχυθή προ παντός η αγάπη μεταξύ των Εκκλησιών, μη λογιζομένας αλλήλας ώς ξένας και αλλοτρίας, αλλ’ ως συγγενείς και οικείας εν Χριστώ και συγκληρονόμους και σύσσωμους της επαγγελίας του Θεού εν τω Χριστώ»! (Επίσκεψις, No 90, σ. 14). Ερωτώμεν τους υπερασπιστάς Δημητρίου: Εάν πας ο αποδεχόμενος και μόνον την ανωτέρω εγκύκλιον, καθίσταται αυτόχρημα αιρετικός, ο και επαινών αυτήν και μάλιστα εκ του βήματος του Οικ. Θρόνου, πως δέον να χαρακτηρισθεί; 3. Μνημονεύει τον πάπα εν τοις διπτύχοις, εξακολουθών το ανόσιον έργον του προκατόχου του. (Ορθ. Τύπος, 1.12/69, άρθρον του Μητροπολίτου Φιλαρέτου της Ρ. Διασποράς). 4. Ανεγνώρισε τον παπισμόν ως Εκκλησίαν, όργανον δηλ. σωτηρίας των ανθρώπων, ως τυγχάνει και η Ορθόδοξος Εκκλησία. (Επίσκεψις, No 90, σ. 18) 5. Διό και δέχεται τον πάπαν ως «σεβάσμιον αδελφόν» και «πρώτον εν τη καθόλου Εκκλησία του Χριστού», εφ’ όσον τυγχάνει κατά τους ιδίους του λόγους: «ομότροπος και ομόζηλος των πρωτοκορυφαίων Πέτρου καί Παύλου»! (Επίσκεψις, 15.12/77, σ. 3 και 4 και No 139, 159, 161, 214 ένθα τονίζονται αι αυταί κακόδοξοι θέσεις). 6. Συνεχάρη εγκαρδίως τον οικουμενιστήν Μητροπολίτην Θυατείρων Αθηναγόραν, διά την συγγραφήν του έργου του «Ομολογία Θυατείρων», εις την οποίαν περιέχονται μεταξύ των άλλων και αι κάτωθι βλασφημίαι: «Οι χριστιανοί πιστεύουν ότι αληθινή χειροτονία και ιερωσύνη έχουν και μεταδίδουν, οι Ορθόδοξοι επίσκοποι, οι Κοπτοαρμένιοι και Αιθίοπες επίσκοποι, οι Αγγλικανοί επίσκοποι... Δι' αυτό και τα μυστήρια των Αγγλικανών είναι μυστήρια της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ως είναι και τα μυστήρια των Ρωμαιοκαθολικών»!! Και ίνα παραλείψωμεν άλλας κακοδοξίας του, αναφέρομεν το μασονικόν σύνθημά του: «Δι' αυτό η ιδέα, ότι η Μασονία είναι θρησκεία είναι λανθασμένη»! Παρομοίαν στάσιν απέναντι της Μασονίας ετήρησε και ο επαινέτης του κ. Δημήτριος, αποφυγών να καταδικάσει την Μασονίαν και να αποσείσει την κατ' αυτού δημοσίαν κατηγορίαν επί μασονισμώ. (Μητρ. Θυατείρων, Αθηναγόρου Κοκκινάκη, «Η Ομολογία Θυατείρων», Λονδίνον 1975, σ. 203, 273, 283). 7. Παρουσία του, επί τη επισκέψει του πάπα εις το Πατριαρχείον, εψάλη εν τω πατριαρχικώ ναώ η φήμη του αιρετικού ποντίφηκος. Εν συνεχεία ετελέσθη ενωτική Λειτουργία, χοροστατούντος του Δημητρίου καί παρισταμένου του πάπα και των συν αυτώ. Κατ' αύτήν ο πάπας απήγγειλε το ''Πάτερ ημών'' και εν τω «αγαπήσωμεν αλλήλους» οι δύο προκαθήμενοι αλληλοησπάσθησαν! (Έπίσκεψις, 1.12/79, σ. 4, 12, 18). 8. Το 1982 υπεδέχθη τον αρχηγόν των Αγγλικανών, ενώ η χορωδία του Πατριαρχείου έψαλλε την φήμην του αιρετικού προτεστάντου! (Επίσκεψις 1.9.1982, σ. 2) 9. Δέχεται ότι «όλοι οι χριστιανοί οι πιστεύοντες εις τον Ιησούν Χριστόν ως Υιόν τού Θεού και σωτήρα του κόσμου είμεθα εν σώμα...»· «κατ' απόλυτον οικονομίαν» ένας Ορθόδοξος μπορεί «να μεταλάβει» σε Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία»· «Εκατέρα των Εκκλησιών ημών (Ορθοδόξου και Παπικής) έχει παραλάβει και τελεί τα αυτά ιερά μυστήρια»· «δεν υπάρχει μεταξύ μας (Ορθοδόξων και Παπικών) διαφορά εις το θέμα της αποστολικής διαδοχής. Αναγνωρίζομεν τον Πάπαν ως διάδοχον των Αποστόλων, όπως ημείς είμεθα διάδοχος των Αποστόλων». 10. Τη ευλογία του συμπροσηυχήθη εν Άσσίζη (1986) ως εκπρόσωπός του ο Θυατείρων Μεθόδιος, μετά πάντων των αιρετικών αντιπροσώπων όλων των ''χριστιανικών ομολογιών'' καί θρησκειών, μέχρι και αυτών τών μάγων και πυρολατρών της Αμερικής! 11. Δέχεται τις αντορθόδοξες δηλώσεις του Αυστραλίας κ. Στυλιανού, ότι «εις τας ρωμαιοκαθολικάς ακολουθίας είναι παρών ο ίδιος Κύριος Ιησούς» και ότι «το πανσθενουργόν Πνεύμα είναι το τελειούν όλας τας ιερουργίας και τα μυστήρια εν τη Εκκλησία αμφοτέρων, Ορθοδόξων και Παπικών». 12. Δέχεται όσα ασεβή διεκήρυξε και μάλιστα στον εσπερινό της Ορθοδοξίας του 1988 και ενώπιον διαφόρων αιρετικών, πολλών επισήμων, αλλά και επισκόπων του Πατριαρχείου Κων/λεως ο μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας, περί «ναρκισσευομένης Ορθοδοξίας» και περί «διευρύνσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας πέρα των ορίων της»! 13. Επήνεσε δημοσία την ουνιτική εβδομαδιαία εφημερίδα Καθολική για τα 60 χρόνια αγρίου προσηλυτισμού υπ' αυτής των Ορθοδόξων, πράγμα που έπραξε και ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ! 14. Συνελειτούργησε εις Ρώμην τον Δεκέμβριον του 1987 μετά του πάπα Παύλου Β' αποδείξας πλέον φανερώς και μετά παρρησίας, ότι θεωρεί τον παπισμόν Εκκλησίαν, εν αντιθέσει προς τους αγίους Πατέρας που τον θεωρούν αντιεκκλησίαν. 15. Κατά την πρόσφατον επίσκεψίν του εις Αμερικήν (Ιουλ. '89) «συμπροσηυχήθη» «με... γυναίκας ιέρειας!Η Τζόαν Κάμπελ και Πατρίτσια Μακ Κλέργκ με πάνκς και προτεστάντες εις Η.Π.Α.» (Μεσημβρινή, 16 Ιουλίου 1990). Το δε τραγικόν είναι ότι μετά την διακωμώδησιν αυτήν της πίστεώς μας επήγε και εις 'Αγιον 'Ορος διά να «ευλογήσει» τους πατέρας, οι οποίοι, δυστυχώς, των προσεκύνησαν χωρίς καμμίαν διαμαρτυρίαν, (!) πλην, εννοείται των ζηλωτών πατέρων της Ι. Μονής Εσφιγμένου και των διαφόρων κελλίων του 'Ορους. Αι ανωτέρω ενέργειαι του Πατριάρχου, ενώ τον καθιστούν καθαιρετέον και αφοριστέον, δεσμούν συγχρόνως εν ποικίλη ευθύνη, επιτιμίω και ακοινωνησία και τους απανταχού συμμάχους, επαινέτας και κοινωνούς του, ως και τους εν σιγή θεατάς της πρός Ρώμην τε και Γενεύην πορείας του, εξ ων η Ελλαδική Ιεραρχία κατέχει επίζηλον θέσιν...


Η ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ



Αλλά μήπως ο πατριάρχης Βαρθολομαίος (Οκτ. 1991) υπήρξε καλύτερος του Δημητρίου; 'Οχι μόνον ηκολούθησε και επεσφράγισεν ό,τι εκείνος αντικανονικόν και παράνομον διέπραξεν, όπως είναι και η αναγνώρισις των αιρετικών Μονοφυσιτών (Σαμπεζύ 1990), αλλά το 1993 με την ευλογίαν του υπεγράφη εις τον Λίβανον η ένωσις των Ορθοδόξων μετά των αιρετικών Ουνιτών και παπικών, ώστε να θεωρούνται του λοιπού «αδελφές Εκκλησίες»!! Και εις απόδειξιν τούτου το 1995, συλλειτουργεί στο Βατικανόν με τον πάπαν Βοιτύλαν, υπογράψας εν συνεχεία κοινήν δήλωσιν ότι «έχουν αμφότεραι αι εκκλησίαι των, ιερωσύνην, μυστήρια και είναι αδελφαί εκκλησίαι»!!! 'Ετσι, ενώ η Εκκλησία εντέλλεται διά της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου να λέγουν οι Χριστιανοί «όλοις τοις αιρετικοίς ανάθεμα», ο κ. Βαρθολομαίος πράττει ακριβώς το αντίθετον, αναγνωρίζων αυτούς ως μέλη τίμια της Εκκλησίας του Χριστού!... Τέλος στην θρονική εορτή του Φαναρίου (30.11.98), προσφωνών την παπικήν αντιπροσωπείαν, ετόνισε την ανάγκην πλήρους ενώσεως μετά της Ρώμης. Αναζητών εν συνεχεία τους υπαιτίους του σχίσματος θεωρεί συνυπευθύνους γι' αυτό παπικούς καί ορθοδόξους, τονίζοντας ότι «η μετάνοια ημών διά το παρελθόν είναι απαραίτητος» προσέθεσε δε και κάτι που ουδέποτε ετόλμησαν να προφέρουν ορθόδοξα χείλη και μάλιστα αρχιερατικά: «Οι κληροδοτήσαντες εις ημάς την διάσπασιν προπάτορες ημών, υπήρξαν ατυχή θύματα του αρχεκάκου όφεως και ευρίσκονται ήδη εις χείρας του δικαιοκρίτου Θεού»!!! (Εκκλ. ’Αλήθεια, 16.12/98). Συνεπώς κατ' αυτόν, όλοι οι άγιοι Πατέρες από την εποχήν του τελικού σχίσματος (1054) μέχρι σήμερα, οι αγωνισθέντες διά την παραμονήν της Ορθοδοξίας εις την αλήθειαν και αρνηθέντες την υποταγήν της εις την παπικήν αίρεσιν υπήρξαν θύματα του Διαβόλου! Ποιος ορθόδοξος θ' ανεχθεί να βλασφημούνται κατ' αυτόν τον κυνικόν τρόπον οι άγιοι Πατέρες του; Πώς είναι δυνατόν να παραμένει στον οικουμενικόν Θρόνον ένας τέτοιος ιεράρχης και να τιμάται μάλιστα ιδιαζόντως υπό του αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Χριστοδούλου; Να μνημονεύεται δε από ολόκληρον την Ελλαδικήν ιεραρχίαν και το 'Αγιον 'Ορος ως «ορθοτομών τον λόγον της αληθείας»; Και ύστερα διαμαρτυρόμεθα διατί θερίζουν την νεολαία τα ναρκωτικά και το sex. 'Οταν βλέπουν την υποκρισίαν και την κακοδοξίαν των ποιμένων τους, ποιος θά τολμήσει να τούς μιλήσει για ιδανικά και ηθικές άξιες της Ορθοδοξίας; Συνεπώς για τους ενωτικούς Φαναριώτες και τους ποικίλους δορυφόρους τους όλες οι αιρέσεις οδηγούν στον Χριστόν! Και αυτό διότι «οι ενωτικοί είναι συγκρητισταί. Δεν τους ενδιαφέρει η συγχώνευσις, αλλά η συνύπαρξις. '''Ολοι στον Θεό πηγαίνουμε, ο καθένας από τον δικό του δρόμο''. Αυτό το μασονικό μοτίβο είναι η πεμπτουσία του συγκρητισμού... Για τους ανθρώπους που θα ποτισθούν με το δηλητήριο του συγκρητισμού, ο Χριστός είναι ένας μεγάλος μύστης, ένας μεγάλος φιλόσοφος... Είναι ένας δρόμος, όχι όμως Ο ΔΡΟΜΟΣ. Είναι μια αλήθεια, όχι όμως Η ΑΛΗΘΕΙΑ...». «Η Ορθοδοξία είναι ένας δρόμος, δεν είναι όμως ο δρόμος. Υπάρχουν άλλοι δρόμοι εξ' ίσου καλοί. Δεν πρόκειται να γίνη συγχώνευση. Ο καθένας ας κρατήσει τον δρόμο του. Φθάνει να μην είναι φανατικός, να μη νομίζει πως μόνο η Ορθοδοξία υπάρχει στον κόσμο και τίποτε άλλο. Να μη νομίζη πως μόνο οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι είναι Επίσκοποι και οι αιρετικοί δεν είναι τίποτε. Να μη νομίζει πως μόνο εν Χριστώ γνωρίζει κανείς τον Θεό και ότι τόσα εκατομμύρια Εβραίοι, Μωαμεθανοί, Βουδισταί κλπ. είναι μακρυά από τόν Θεόν. Αυτή είναι ή αίρεση με την οποίαν παλεύουν οι πιστοί Ορθόδοξοι σήμερον και όχι για κάποιαν ένωση με τον πάπα που ακόμη φαινομενικώς δεν έγινε πλήρως. Είναι η άρνησις του Χριστού και της Εκκλησίας του. Η αίρεσις αυτή έχει διαποτίσει απ' άκρου σε άκρο τον ελληνικό χώρο, έγινε πια τρόπος του σκέπτεσθαι και βίωμα των Ρωμιών. Και όμως εν γνώσει της καταστάσεως νανουρίζουν οι δάσκαλοι αυτοί τα πνευματικά τους παιδιά με το: «'Αν ο πατριάρχης προχωρήσει ακόμη, αν προβεί εις "ένώσεις'', τότε θα ίδης...». Αλλά «ενώσεις» τέτοιες δεν πρόκειται ποτέ να γίνουν και οι αφελείς μαθηταί τους δεν πρόκειται ποτέ να ίδούν...» (Α. Καλομοίρου, Το σύγκριμα, σελ. 23-5, Θεσσαλονίκη 1976). 'Αλλο επίσης σύνθημα που πιπιλίζουν οι νεοημερολογίται κληρικοί προς τους πιστούς των, προκειμένου να μη φύγουν από κοντά τους είναι το γνωστόν: «Άνευ επισκόπου Εκκλησία ου καλείται». Βεβαίως δεν καλείται, όταν ο έπίσκοπος ορθοδοξεί, όταν όμως κακόδοξη, τότε ο Μ. Αθανάσιος προτρέπει τους πιστούς να φεύγουν μακράν του! «Εάν ο επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας, κακώς αναστρέφωνται και σκανδαλίζωσι τον λαόν, χρή αυτούς εκβάλλεσθαι. Συμφέρον γαρ άνευ αυτών συναθροίζεσθαι εις ευκτήριον οίκον ή μετ' αυτών εμβληθήναι, ως μετά Άννα και Καϊάφα, εις την γέεννα του πυρός»! (ΒΕΠΕΣ: 33, 199). Επειδή όμως το θέμα είναι σοβαρόν, παραθέτομεν ένα σχετικόν σχόλιον ορθοδόξου περιοδικού, που βάζει πολύ ωραία τα πράγματα στη θέση τους. «Γιατί όμως αισθάνονται οι Χριστιανοί τόσο πολύ έντονα την ανάγκη να καταφύγουν οπωσδήποτε σε μιά διοικητικά οργανωμένη Εκκλησία; Αυτό γίνεται, γιατί η Ιστορία έχει μεγάλη δύναμη στην ψυχή μας. Επειδή την Εκκλησία μέσα στους αιώνες την γνωρίσαμε οργανωμένη σε Πατριαρχεία και σε Συνόδους, την ταυτίσαμε με την οργάνωσή της αυτήν, ξεχνώντας ότι, κατά την διάρκειαν των αιρέσεων, η οργάνωση αυτή χανόταν για τους Ορθοδόξους και γινόταν το όπλο της κακοδοξίας εναντίον τους. 'Ομως, στους αποκαλυπτικούς καιρούς που ζούμε, έχουμε αφήσει πια πίσω την Ιστορία και μπήκαμε στην Εσχατολογία. Η πνευματική μας επιβίωση εξαρτάται από την συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος. Έπεσαν πια όλα τα ιστορικά μας αντερείσματα. Ή άποστασία άλλαξε τούς ποιμένας σέ λύκους καί ή όργανωμένη ’Εκκλησία πού ξέραμε είναι πιά σήμερα άγέλη λύκων καί θάνατος προβάτων. Ο διάβολος είναι πιά λυμένος. Γιά νά έπιβιώσουμε πρέπει νά δούμε τήν Έκκλησία στη μυστική καί μυστηριακή της ουσία, γυμνωμένη από τη διοικητική της όργάνωση πού γνωρίσαμε στήν 'Ιστορία. Στήν αρένα οί μάρτυρες γυμνοί αντιμετώπιζαν τά θηρία. Γυμνή καί ή στρατευομένη Εκκλησία των έσχάτων καιρών θά παλέψει μαζί τους, χωρίς Συνόδους, χωρίς Πατριαρχεία, χωρίς σύνδεσμο των κατά τόπους μικρών Εκκλησιών άλλον από τον Χριστόν και την κοινωνία τους με την θριαμβεύουσα Εκκλησία. Το συνηθισμένο λοιπόν έρώτημα: «Καλά να φύγουμε από τον Οικουμενισμό, αλλά σε ποιά Εκκλησία να πάμε;» δεν έχει την θέση του σήμερα. Γιατί δεν πρόκειται να πάμε πουθενά, αλλά να μείνουμε στην Εκκλησία του Χριστού, στην Εκκλησία των Πατέρων· ν' αρνηθούμε τις παραποιήσεις και να μείνουμε στην αλήθεια που από απαλών ονύχων γνωρίσαμε, αλλά δυσκολευόμαστε πια ν' αναγνωρίσουμε σ' αύτό που μας λέγουν ότι είναι δήθεν Εκκλησία. Αυτή την άρνηση του ψεύδους και των παραποιήσεων θα την πραγματοποιήσουμε εκεί που βρισκόμαστε, διακόπτοντας απλά κάθε κοινωνία μαζί της. Και τότε, όταν θα έχουμε κάνει το πρώτο βήμα που περιμένει από μας ο Θεός, θα έλθει ο ίδιος σε συνάντησή μας, και θ' ανοίξει τα μάτια μας, που μέχρι τότε όνομα είχαν ότι βλέπουν, αλλά ήταν ανίκανα να δουν τον αληθινό Χριστό. Και όταν Τον δούμε θα τρέξουμε στον πιο ακριβό μας φίλο, όπως έτρεξε ο Φίλιππος στον Ναθαναήλ και θα τον καλέσουμε να' ρθει να δει κι αυτός, όσο κι αν άμφιβάλλει για το καλό που μπορεί να έρθει από την Ναζαρέτ. Έτσι σχηματίζεται το «μικρό ποίμνιο», η μικρή τοπική εκκλησία. Οι αληθινοί Ισραηλίτες βρίσκουν ο ένας τον άλλον και έρχονται μαζί στον Χριστό, λαικοί και Ιερείς και Επίσκοποι. Αυτή η δραματική, αλλά ευλογημένη διαδικασία είναι ήδη από δεκαετίες γνωστή στην Ρωσία. Η λεγομένη ''Εκκλησία των Κατακομβών'' δεν έχει καμμιά εξωτερική ομοιότητα με τις οργανωμένες εκκλησίες που ξέρουμε, και μόνον με τις Εκκλησίες της εποχής των μεγάλων διωγμών ομοιάζει. Η κατάσταση που επικρατεί τώρα στην Ρωσία σιγά - σιγά θα γενικευθεί παντού. Ορθόδοξοι Επίσκοποι ελάχιστοι, διάσπαρτοι στον κόσμο, κρυμμένοι και άγνωστοι στους πολλούς. Ιερείς μευρημένοι θα εκτελούν αποστολικές περιοδείες από πόλη σε πόλη, από ενορία σε ενορία, από χώρα σε χώρα, ανακουφίζοντας τις πνευματικές ανάγκες των πιστών και ενώνοντάς τους όλους, γνωστούς και αγνώστους μεταξύ τους, με τους άφθαρτους δεσμούς του αναστημένου Σώματος και Αίματος του Χριστού, μνημονεύοντας ''πάσης επισκοπής Ορθοδόξων'' για να μη προδίδεται ο πλησιέστερος αληθινός επίσκοπος ή και από πραγματική άγνοια για το που βρίσκεται αληθινός επίσκοπος. Και η εποχή του Αντιχρίστου θα προχωρεί προς την αποκορύφωσή της. Το ποίμνιο του Χριστού όλο και θα μικραίνει. Όμως όσο πιο δυνατός ο πόνος των ημερών που έρχονται, τόσο κοντύτερά μας θα είναι ο Κύριος, φθάνει να μείνουμε πιστοί μέχρι το τέλος. Το πλοίο που μας έφερε μέχρι εδώ, η συνοδική, διοικητική, οργανωμένη μορφή της Εκκλησίας εξώκειλε στα ρηχά της αποστασίας και διαλύεται από την βία των κυμάτων...''. (Περιοδικόν ''Οι Ρίζες'', Δεκ. 1982, σ. 3 - 4). Όποιος είναι λυμένος από τα δεσμά του κόσμου και ελεύθερος από σκοπιμότητες και υπακοές εις αντικανονικά κατεστημένα της εποχής μας, όποιος ποθεί αλήθειαν και υπακοήν στον λόγον του Θεού και των αγίων του, αυτός βλέπει καθαρά ''τα σημεία των καιρών'' και επικροτεί όλη καρδία τους ανωτέρω προφητικούς λόγους του περιοδικού, αδιαφορών δια τας ειρωνίας των ''λογίων'' και τας ''ερμηνείας'' των ''ειδικών''... Αι σχέσεις, λοιπόν, Πανοσιολογιώτατε αποτελούν την φλούδα, τον δε πυρήνα συνιστούν η Κοινωνία και η αποδοχή της κηρυττομένης υπό της ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ αληθείας. Ο ευρισκόμενος εντός του πυρήνος δεν τον ενδιαφέρει εάν δεν μετέχει και του φλοιού, εις ημέρας ομοίας της εποχής μας, όταν και καθ' υμάς ακόμη, Πατριάρχαι και Αρχιεπίσκοποι εν ενεργεία ''απέδειξαν εαυτούς ως μηδένα εσωτερικόν και βαθύτερον δεσμόν έχοντας προς την ακήρατον και αμώμητον Ορθοδοξίαν''! Ακολούθως, αναφερόμενος εις το σχίσμα, το γεγονός επί αγίου Χρυσοστόμου, γράφετε τα εξής: α. ''...του ειρημένου σχίσματος ηγούνται τεσσαράκοντα επίσκοποι, καλούμενοι ''Ιωαννίται'', οίτινες παρέμειναν πιστοί εις τον Χρυσόστομον και ηρνήθησαν να κοινωνήσωσι τοις διαδόχοις αυτού, και β. ότι ''το εν λόγω σχίσμα εγένετο παρά την ρητήν εντολήν του θείου Πατρός, όπως οι φίλοι αυτώ Επίσκοποι μη υπογράφωσιν μεν την καταδίκην αυτού, κοινωνήσωσιν όμως τω διαδόχω αυτού (Αρσακίω) ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΗΝ ΣΧΙΣΜΑΤΟΣ''. Και καταλήγετε: ''Ούτως έπραττον, αγαπητέ π. Θεοδώρητε, οι πράματι Πατέρες της Εκκλησίας. Έτρεμον τας διαιρέσεις και τα σχίσματα και παντοιοτρόπως ειργάζοντο δια την αποφυγήν αυτών...''. Απάντησις: Και πάλιν ουδαμού βλέπω παράλληλόν τι των ανωτέρω και των της σήμερον! Ο Άγιος Πατήρ δικαίως και ευλόγως τοις παρήγγειλε να μη προβούν εις σχίσμα, διότι επρόκειτο περί ατασθαλίας διοικητικής μορφής και φύσεως μη λυμαινομένης δε την της Εκκλησίας διδασκαλίαν. Ιδού όμως, προκειμένου περί αιρετικού και καινοτομούντος ποιμένος, τι συμβουλεύει τους πάντας να πράττωσι. ''Πώς ουν Παύλος, φησίν, πείθεσθε τοις ηγουμένοις ημών και υπείκετε; Ανωτέρω ειπών ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής, τότε είπε πείθεσθε τοις ηγουμένοις ημών και υπείκετε. τι ουν; φησίν, όταν πονηρός η και μη πειθώμεθα; πονηρός πώς λέγεις; ΕΙ ΜΕΝ ΠΙΣΤΕΩΣ ΕΝΕΚΕΝ, ΦΕΥΓΑΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΙΤΗΣΑΙ. μη μόνον αν άνθρωπος η, αλλά καν άγγελος εξ ουρανού κατιών''! (Ομιλ. 36 προς Εβραίους). Δια τούτο, καίτοι οι ''Ιωαννίται'' επίσκοποι υπερβολικώ ζήλω κινηθέντες δεν εκοινώνησαν τω Αρσακείω, ουδόλως όμως κατεκρίθησαν δια τούτο υπό του ι. Πατρός, αλλ' εγκωμίοις ετιμήθησαν, αν και ως είπομεν, η αντίδρασίς των εσκόπει να ματαιώσει διοικητικήν ατασθαλίαν. Δια θέματα όμως πίστεως αείποτε εφώνει: ΦΕΥΓΕ ΚΑΙ ΠΑΡΑΙΤΗΣΑΙ. Κατά συνέπειαν, ημείς οι Αγιορείται, ως και πάντες οι υπό τον Πατριάρχην Επίσκοποι, ουδόλως πρέπει να κοινωνώμεν Αυτώ!


...Μετά τα ανωτέρω αντιλαμβάνεται κανείς 

πόσο ματαιοπονούν όσοι προσπαθούν, κληρικοί ή λαικοί, 

να δικαιολογήσουν την αντικανονικότητα της ημερολογιακής καινοτομίας. 

Μεταξύ αυτών και ο Αρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος, 

ο οποίος σε σχετική μελέτη του από το 1982 

προσπαθεί να αμνηστεύσει τας ενεργείας του συναδέλφου του Χρυσ. Παπαδοπούλου 

και να καταδικάσει συγχρόνως την αντίδρασιν του πιστού λαού! 

Εσχάτως τον εμιμήθη και ο κ. Δ. Κόκορης, 

τονίζων σε σχετική μελέτη του, 

ότι ήτο επιβεβλημένη η αλλαγή του ημερολογίου, 

αδιαφορών αν μέχρι σήμερα το 80% του Ορθοδόξου πληρώματος της γης ακολουθεί το παλαιόν εορτολόγιον! 

Ερωτώμεν: 

Αφού ήτο λοιπόν επιβεβλημένη και ορθή η αλλαγή, 

τότε διατι εόρτασαν το 1999 όλοι οι «ορθόδοξοι» Προκαθήμενοι στα Ιεροσόλυμα με το παλαιόν τα Χριστούγεννα; 

Δυστυχώς το πείσμα της καινοτομίας έχει πάντοτε 

ως κατάληξιν την κακοδοξίαν, 

που τόσο φανερά ακολουθούν σήμερα οι καινοτόμοι...




Εισαγωγή στο μονοτονικό σύστημα, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Εκ του βιβλίου του μακαριστού Ιερομονάχου π. Θεοδωρήτου Μαύρου:
 ''Παλαιόν και Νέον''. 
'Αγιον Ορος. Αθήναι 2000. Έκδοσις Β' Βελτιωμένη.
Από την ημερολογιακή καινοτομία του 1924 στην σημερινή συγκριτιστική αίρεση του Οικουμενισμού. 
Σελίδες 38 - 52. 

 Μακαριστός Ιερομόναχος π. Θεοδώρητος Μαύρος

 

ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΠΙΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΟΥΣ



Τὴ Λαμπροδευτέρα τὸ βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, πρὶν νὰ πλαγιάσω γιὰ νὰ κοιμηθῶ, βγῆκα στὸ μικρὸ περιβολάκι ποὺ ἔχουμε πίσω ἀπὸ τὸ σπίτι μας, καὶ στάθηκα γιὰ λίγο, κοιτάζοντας τὸ σκοτεινὸ οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα. Σὰν νὰ τὸν ἔβλεπα πρώτη φορά. Μοῦ φάνηκε πολὺ βαθύς, καὶ σὰν νὰ ἐρχότανε ἀπὸ πάνω μία μακρινὴ ψαλμωδία. Τὸ στόμα μου εἶπε σιγανά: «Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ». Ἕνας ἁγιασμένος γέροντας μοῦ εἶχε πεῖ μία φορὰ πὼς κατὰ τοῦτες τὶς ὧρες ἀνοίγουνε τὰ οὐράνια. Ὁ ἀγέρας μοσκοβολοῦσε ἀπὸ τὰ λουλούδια κι ἀπὸ τὰ ἁγιοχόρταρα, ποὺ ἔχουμε φυτέψει. «Πλήρης δ᾿ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης τοῦ Κυρίου». Θὰ στεκόμουνα ἔχει πέρα μοναχὸς ὡς τὸ ξημέρωμα. Σὰν νὰ μὴν εἶχα σῶμα, μήτε κανένα δεσμὸ μὲ τὴ γῆ. Ἀλλὰ συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα στὸ σπίτι καὶ ἀνησυχήσουνε ποὺ ἔλειπα, καὶ γι᾿ αὐτὸ μπῆκα μέσα καὶ ξάπλωσα. 



Δὲ μὲ εἶχε θολώσει καλὰ-καλὰ ὁ ὕπνος, δὲν ξέρω ἂν ἤμουνα ξυπνητὸς ἢ κοιμισμένος, καὶ βλέπω μπροστά μου ἕναν ἄνθρωπο μὲ ἀλλόκοτη ὄψη. Ἤτανε κατακίτρινος, σὰν πεθαμένος, μὰ τὰ μάτια του ἤτανε σὰν ἀνοιχτὰ καὶ μ᾿ ἔβλεπε τρομαγμένος. Τὸ πρόσωπό του ἤτανε σὰν μάσκα, σὰν μούμια, μὲ τὸ πετσί του γυαλιστερά, μαυροκίτρινο, καὶ κολλημένο στὸ νεκροκέφαλο μὲ ὅλα τὰ βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σὰν λαχανιασμένος· στό ῾να χέρι του βαστοῦσε κάποιο παράξενο πράγμα, ποὺ δὲν κατάλαβα τί ἤτανε, καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο ἕσφιγγε τὸ στῆθος του, λὲς καὶ πονοῦσε. Ἐκεῖνο τὸ πλάσμα μ᾿ ἔκανε ν᾿ ἀνατριχιάσω. τὸ κοίταζα, καὶ μὲ κοίταζε, δίχως νὰ μιλήσει, σὰν νὰ περίμενε νὰ τὸ γνωρίσω. Καὶ στ᾿ ἀλήθεια, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε τόσο ἀλλόκοτο, σὰν νὰ μοῦ εἶπε μία φωνή: «Εἶναι ὁ τάδε!». Μόλις ἄκουσα τὴ φωνή, τὸν γνώρισα ποιὸς ἤτανε. Τότε κι ἐκεῖνος ἄνοιξε τὸ στόμα του κι ἀναστέναξε. Μὰ ἡ φωνή του σὰν νὰ ἐρχότανε ἀπὸ πολὺ μακριά, σὰ νά ῾βγαινε ἀπὸ κανένα βαθὺ πηγάδι. Ἔβλεπα πὼς βρισκότανε σὲ μία μεγάλη ἀγωνία, κι ὑπόφερα κι ἐγὼ μαζί του. Τὰ χέρια του, τὰ πόδια του, τὰ μάτια του, ὅλα φανερώνανε πὼς βασανιζότανε. Ἀπάνω στὴν ἀπελπισία μου, πῆγα κοντά του νὰ τὸν βοηθήσω, μὰ ἐκεῖνος μοῦ ῾κανε νόημα μὲ τὸ χέρι του νὰ σταματήσω. Ἄρχισε νὰ βογκᾶ, μὲ τέτοιον τρόπο, ποὺ πάγωσα. Ἔπειτα μοῦ λέγει: «δὲν ἦρθα, μὲ στείλανε. Ἐγὼ ὁλοένα τρέμω! Βρίσκομαι σὲ ζάλη μεγάλη. Παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μὲ λυπηθεῖ. Θέλω νὰ πεθάνω, μὰ δὲ μπορῶ. Ἄχ! Όσα ἔλεγες βγήκανε ἀληθινά. Θυμᾶσαι, λίγες μέρες πρὶν πεθάνω, ποὺ ἦρθες στὸ σπίτι μου καὶ μιλοῦσες γιὰ θρησκευτικά; Ἤτανε καὶ δυὸ ἄλλοι φίλοι μου, ἄπιστοι κι αὐτοὶ σὰν κι ἐμένα. Ἐκεῖ ποὺ μιλοῦσες, ἐκεῖνοι χαμογελούσανε. Σὰν ἔφυγες, μοῦ εἴπανε: Κρίμα, νά ῾χει τέτοιο μυαλό, καὶ νὰ πιστεύει στὶς ἀνοησίες ποὺ πιστεύουνε οἱ γριές! Μία ἄλλη μέρα, σοῦ εἶχα πεῖ ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες φορές: «Βρὲ Φ., μάζευε λεφτά, θὰ πεθάνεις στὴν ψάθα. Βλέπεις ἐγὼ πόσα ἔχω, καὶ πάλι θέλω κι ἄλλα». Τότε μοῦ εἶπες: «Ἔχεις κάνει συμβόλαιο μὲ τὸν χάρο πὼς θὰ ζήσεις τόσα χρόνια ποὺ θέλεις, γιὰ νὰ καλοπεράσεις στὰ γερατειά σου;». Σοῦ λέγω ἐγώ: «Θὰ δεῖς πόσο χρόνο θὰ πάγω! Τώρα εἶμαι ἑβδομήντα πέντε. Θὰ περάσω τὰ ἑκατό. Ἔχω ἐξασφαλίσει τὰ παιδιά μου, ὁ γιός μου βγάζει λεφτὰ πολλά, τὴν κόρη μου τὴν πάντρεψα μ᾿ ἕναν πλούσιο ἀπὸ τὴν Ἀβησσυνία, ἐγὼ κι ἡ γυναίκα μου ἔχουμε καὶ παραέχουμε. Ὄχι σὰν κι ἐσένα, ποὺ ἀκοῦς αὐτὰ ποὺ λὲν οἱ παπάδες Χριστιανικὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν. Τί θὰ βγάλεις ἀπὸ τὰ Χριστιανικὰ τὰ τέλη; Παρᾶ νά ῾χεις στὴν τσέπη σου, καὶ μὴ σὲ μέλει. Ἐγὼ νὰ δώσω ἐλεημοσύνη; καὶ γιατί ἔκανε φτωχοὺς ὁ πολυεύσπλαχνος Θεός σας; γιὰ νὰ τοὺς θρέφω ἐγώ; Ἂμ βάζουνε ἐσᾶς καὶ ταΐζετε τοὺς τεμπέληδες, γιὰ νὰ πᾶτε στὸ Παράδεισο! Ἀκοῦς ἐκεῖ Παράδεισο; Ἐγὼ ξέρεις πὼς εἶμαι γιὸς παπᾶ, καὶ τὰ γνωρίζω καλὰ αὐτὰ τὰ κόλπα. Μὰ νὰ τὰ πιστεύουνε αὐτὰ οἱ μικρόμυαλοι. Ὄχι ὅμως κι ἐσύ, ποὺ ἔχεις τέτοια σπουδή, καὶ νὰ πᾶς χαμένος. Ἐσύ, ὅπως πᾶς, θὰ πεθάνεις πρὶν ἀπὸ μένα, θὰ πάρεις καὶ στὸ λαιμό σου τὴν οἰκογένειά σου. μὰ ἐγώ, σοῦ λέγω καὶ σοῦ ὑπογράφω, σὰν γιατρός, ποὺ εἶμαι, πὼς θὰ ζήσω ἑκατὸ δέκα χρόνια». Λέγοντας αὐτά, στριφογύριζε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, σὰν νὰ ψηνότανε ἀπάνω σὲ καμιὰ σκάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα ἀπὸ τὸ στόμα του: «Ἄχ! Οὔχ! Οὔ! Οὔ! Οὔ! Χοῦ!» Ἡσύχασε γιὰ λίγο καὶ ξαναεῖπε: «Αὐτὰ ἔλεγα, μὰ σὲ λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα κι ἔχασα τὸ στοίχημα! Τί ταραχή! Τί τρομάρα τράβηξα! Σαστισμένος, μία βουλίαζα καὶ μία ἀνέβαινα ἀπάνω, καὶ φώναζα: Ἔλεος! μὰ κανένας δὲν μ᾿ ἄκουγε. Ἕνα ρεῦμα μὲ κλωθογύριζε σὰν νά ῾μουνα κανένα ψόφιο ποντίκι. Τί τράβηξα ὡς τὰ τώρα, καὶ τί τραβῶ. Τί ἀγωνία εἶναι αὐτή! Ὅλα ὅσα ἔλεγες βγήκανε ἀληθινά. τὸ κέρδισες τὸ στοίχημα. Ἐγώ, τότε ποὺ βρισκόμουνα στὸ κόσμο ποὺ ζεῖς, ἤμουνα ὁ ἔξυπνος. Ἤμουνα γιατρός, κι εἶχα μάθει νὰ μιλῶ καὶ νὰ μ᾿ ἀκοῦνε, νὰ κοροϊδεύω τὴ θρησκεία, νὰ συζητῶ γιὰ χειροπιαστὰ πράγματα. Τώρα ὅμως βλέπω πὼς χειροπιαστὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ τὰ ἔλεγα παραμύθια καὶ χαρτοφάναρα. Χειροπιαστὴ εἶναι ἡ ἀγωνία ποὺ βρίσκουμε. Ἄχ! Τοῦτος θὰ εἶναι ὁ σκώληξ ὁ ἀκοίμητος, τοῦτος θὰ εἶναι ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων!». Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια μου, κι ἄκουγα μονάχα τὰ βογκητά του, ποὺ καὶ κεῖνα σβήσανε σιγὰ-σιγά. Μὲ πῆρε λίγο ὁ ὕπνος, μὰ σὲ μία στιγμή, κατάλαβα νὰ μὲ σπρώχνει ἕνα παγωμένο χέρι. Ἄνοιξα τὰ μάτια μου, καὶ τὸν βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη τὴ φορὰ ἤτανε ἀκόμα πιὸ φριχτὸς καὶ πιὸ μικρόσωμος. Εἶχε γίνει ἴσαμε ἕνα βυζανιάρικο παιδάκι, μ᾿ ἕνα μεγάλο γέρικο κεφάλι, ποὺ τὸ κουνοῦσε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ. Ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ μοῦ εἶπε: «σὲ λίγη ὥρα θὰ ξημερώσει καὶ θὰ ἔρθουνε νὰ μὲ πάρουνε ἐκεῖνοι ποὺ μὲ στείλανε!» τοῦ λέω: «Ποιοὶ σὲ στείλανε;». Εἶπε κάτι μπερδεμένα λόγια, δίχως νὰ καταλάβω τίποτα. Ὕστερα μοῦ λέγει: «Ἐκεῖ ποὺ βρίσκομαι εἶναι κι ἄλλοι πολλοὶ ἀπὸ κείνους ποὺ σὲ περιπαίζανε γιὰ τὴν πίστη σου, καὶ τώρα καταλάβανε πὼς οἱ ἐξυπνάδες δὲν περνοῦνε παραπέρα ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο. Εἶναι καὶ κάποιοι ἄλλοι ποὺ τοὺς ἔκανες καλό, κι αὐτοὶ σὲ κακολογούσανε. Κι ὅσο τοὺς συχωροῦσες, τόσο αὐτοὶ γινότανε χειρότεροι. Γιατὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀντὶ νὰ τὸν κάνει ἡ καλοσύνη νὰ χαίρεται, αὐτὸς πικραίνεται, ἐπειδὴ τὸν κάνει νὰ νοιώθει τὸν ἑαυτό του νικημένο. Τοῦτοι βρίσκονται σὲ χειρότερη κατάσταση ἀπὸ μένα, καὶ δὲ μποροῦνε νὰ βγοῦνε ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ φυλακή τους γιὰ νά ῾ρθουνε νὰ σὲ βροῦνε, ὅπως ἔκανα ἐγώ. Βασανίζονται πολὺ σκληρά, γιατὶ δέρνονται μὲ τὴ μάστιγα τῆς ἀγάπης, ὅπως εἶπε ἕνας ἅγιος. Πόσο ἀλλιώτικος εἶναι ὁ κόσμος ἀπ᾿ ὅ,τι τὸν βλέπαμε! Ἀνάποδος ἀπὸ τὴν ἔξυπνη ἀντίληψή μας. Τώρα καταλάβαμε πὼς ἡ ἐξυπνάδα μας ἤτανε βλακεία, οἱ κουβέντες μας πονηρὲς μικρολογίες, κι οἱ χαρές μας Ψευτιὰ καὶ ἀπάτη. Ἐσεῖς ποὺ ἔχετε στὴν καρδιά σας τὸ Χριστό, καὶ ποὺ γιὰ σᾶς ὁ λόγος του εἶναι ἀλήθεια, ἡ μονάχη ἀλήθεια, ἐσεῖς κερδίσατε τὸ Μεγάλο Στοίχημα, ποὺ μπαίνει ἀνάμεσα στοὺς πιστοὺς καὶ στοὺς ἀπίστους, αὐτὸ τὸ στοίχημα ποὺ τὸ ἔχασα ἐγὼ ὁ ἐλεεινός, καὶ χάθηκα, καὶ τρέμω κι ἀναστενάζω, καὶ δὲ βρίσκω ἡσυχία: Ἀληθινά, στὸν ᾍδη δὲν ὑπάρχει πιὰ μετάνοια. Ἀλίμονο σ᾿ ὅσους πορεύονται ὅπως πορευθήκαμε ἐμεῖς, τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε ἀπάνω στὴ γῆ. Ἡ σάρκα μας εἶχε μεθύσει, καὶ ἐμπαίξαμε ἐκείνους ποὺ πιστεύανε στὸ Θεὸ καὶ στὴ μέλλουσα ζωή, κι ὁ πολὺς κόσμος μας χειροκροτοῦσε. Σᾶς λέγαμε ἀνόητους, σᾶς κάναμε περίπαιγμα, κι ὅσο ἐσεῖς δεχόσαστε μὲ καλοσύνη τὰ πειράγματά μας, τόσο μεγάλωνε ἡ δική μας ἡ κακία. Βλέπω καὶ τώρα πόσο θλιβόσαστε ἀπὸ τὸ φέρσιμο τῶν κακῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ πὼς δεχόσαστε μὲ ὑπομονὴ τὶς φαρμακερὲς σαΐτες ποὺ βγάζουνε ἀπὸ τὸ στόμα τους, λέγοντάς σας ὑποκριτές, θεομπαῖχτες καὶ λαοπλάνους. 


Ἂν βρισκότανε, οἱ δυστυχεῖς στὴ θέση ποὺ βρίσκομαι τώρα, καὶ βλέπανε ἀπὸ δῶ ποὺ βλέπω, θὰ τρομάζανε γιὰ ὅ,τι κάνουνε. Θέλω νὰ φανερωθῶ σ᾿ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς πῶ ν᾿ ἀλλάξουνε δρόμο, μὰ δὲν ἔχω τὴν ἄδεια, ὅπως δὲν τὴν εἶχε κι ἐκεῖνος ὁ πλούσιος καὶ γιὰ τοῦτο παρακαλοῦσε τὸν Πατριάρχη Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸ φτωχὸ τὸ Λάζαρο. Μὰ καὶ ἐκεῖνον δὲν τὸν ἔστειλε, καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ γίνουνε ἴδια ἄξιοι τῆς καταδίκης ὅσοι ἁμαρτάνουνε, κι ἄξιοί της σωτηρίας ὅσοι πορεύονται τὴ στράτα τοῦ Θεοῦ. «Ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ρυπαρὸς ῥυπαρευθέτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνη ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι». Μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια, τὸν ἔχασα ἀπὸ μπροστά μου...


Πρωτότυπος τίτλος: ''Τὸ μεγάλο στοίχημα ἀνάμεσα σὲ πιστοὺς καὶ σὲ ἀπίστους''.
Από τα ''Τὰ Μυστικὰ Ἄνθη''. 
Εκδόσεις Παπαδημητρίου. 
Αθήνα 1973. 
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Φώτης Κόντογλου


ΗΤΟ ΜΙΑ ΚΟΡΗ ΑΔΕΛΦΟΙ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗ ΜΑΡΙΑ



Να έχετε ευλάβειαν εις όλους τους Αγίους της Εκκλησίας, και περισσότερον εις την Δέσποιναν Μαρίαν, διότι όλοι οι Άγιοι είναι δούλοι του Χριστού, η δε Θεοτόκος είναι Βασίλισσα του ουρανού και της γης, ήτις παρακαλεί τον εύσπλαχνον Χριστόν διά τας αμαρτίας μας. Διά τούτο πρέπει και ημείς να τιμώμεν την Δέσποινάν μας με νηστείας και ελεημοσύνας. Ένας άνθρωπος ονομαζόμενος Ιωάννης ενικήθη και έγινε κλέπτης, έγινε καπετάνιος εις 100 κλέπτας · αλλά είχε πολλήν ευλάβειαν εις την Θεοτόκον και κάθε πρωί και εσπέρας έλεγε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. 



Θέλων ο πανάγαθος Θεός να τον σώση διά την ευλάβειαν οπού είχεν εις την Θεοτόκον, έστειλε ένα άγιον ασκητήν, τον οποίον άμα είδον οι κλέπται τον έπιασαν. Τους λέγει ο ασκητής : Σας παρακαλώ, να με υπάγετε εις τον καπετάνιο σας, διότι έχω να σας ειπώ λόγον διά το καλόν σας. Τον υπήγαν εις τον καπετάνιον και του λέγει : Κράξε μου όλα τα παλληκάρια να έλθουν να σας ειπώ ένα λόγον. Τους κράζει ο καπετάνιος και ήλθαν. Λέγει ο ασκητής : Δεν έχεις άλλον; Έχω, λέγει, ένα μάγειρον. Λέγει του ο ασκητής : Κράξε τον να έλθη. Και άμα ήλθε, δεν ηδύνατο να ιδή τον ασκητήν ο μάγειρος, αλλ’ εγύριζε το πρόσωπό του εις άλλο μέρος. Τότε λέγει ο ασκητής εις τον μάγειρον: Εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού σε προστάζω να με ειπής ποίος είσαι και τίς σε έστειλε και τι κάμνεις εδώ που κάθεσαι; Απεκρίθη ο μάγειρος και λέγει: Εγώ είμαι ψεύστης και πάντοτε το ψεύδος λαλώ · αλλά τώρα, επειδή με έδεσες με το όνομα του Χριστού, δεν ημπορώ παρά να ειπώ την αλήθειαν. Εγώ λοπόν είμαι διάβολος, και με έστειλεν ο μεγαλύτερός μου να δουλεύω τούτον τον καπετάνιον και να τον φυλάγω και να τον ευρώ καμμίαν ημέραν οπού να μη διαβάζη τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, να τον βάλω εις την κόλασιν. Και έχω τώρα 14 χρόνους οπού τον φυλάγω, και δεν εύρον καμμίαν ημέραν οπού να μη διαβάζη το «Άγγελος πρωτοστάτης». Τότε λέγει ο ασκητής: Σε προστάζω εις το όνομα της Αγίας Τριάδος να γίνης άφαντος και πλέον να μη πειράξης τους χριστιανούς. Και ευθύς έγινεν άφαντος ο διάβολος ωσάν καπνός. Τότε εδίδαξεν ο ασκητής τους κλέπτας και άλλοι έγιναν καλόγηροι και άλλοι υπάνδρεύτηκαν και έκαμαν καλά έργα και εσώθησαν. Διά τούτο σας συμβουλεύω όλους, άνδρες και γυναίκες, να μάθετε το «Άγγελος πρωτοστάτης», να το λέγετε εις την προσευχή σας. Και αν θέλετε, πάρετε το «Αμαρτωλών σωτηρία», οπού έχει 70 θαύματα της Θεοτόκου, από τα οποία σας είπα ένα διά να καταλάβετε. Ήτο μία κόρη ονομαζόμενη Μαρία. Ο πατήρ της ήτο χριστιανός και εζήτει να την υπανδρεύση· εκείνη δεν ήθελε, θέλουσα να φυλάξη παρθενίαν. Την έβαλεν εις ένα μοναστήριον γυναικείον και την παρέδωκε της ηγουμένης να την έχη ως παιδί της. Και αφού απέθανεν ο πατήρ της, έγινεν άλλος αφέντης εις την χώραν εκείνην, όστις εβγήκε μίαν ημέραν και υπήγεν εις το μοναστήριον οπού ήτο η Μαρία. Και ευθύς οπού την είδεν ο αφέντης, ετρώθη η καρδιά του έρωτα σατανικόν · και γυρίζοντας εις το σπίτι του έστειλε γράμματα εις την ηγουμένην και της έλεγεν: Αμέσως να μου στείλης την Μαρίαν, διότι την είδον και με είδε, με ηγάπησε και την ηγάπησα. Διαβάζει το γράμμα η ηγουμένη, κράζει την Μαρίαν και της λέγει: Παιδί μου, τι καλόν είδες εις τον πασάν και τον εκοίταξες με αγάπην; Κοίταξε τί μου γράφει εδώ! Λέγει η Μαρία: Εγώ δεν ηξεύρω τίποτε· τον εκοίταξα με άλλον σκοπόν και είπα: Άρα, Θεέ μου, ταύτην την δόξαν οπού έχει εδώ τούτος ο πασάς, θα την έχη και εις τον άλλον κόσμον; Και αυτός μ’ εκοίταξε με διαβολικόν σκοπόν. Εγώ αν ήθελα υπανδρειάν, με υπάνδρευε και ο πατέρας μου και έπαιρνα χριστιανόν. Τότε γράφει η ηγουμένη εις τον πασάν: Καλύτερα σου στέλνω το κεφάλι μου, παρά την Μαρίαν. Στέλλει ο πασάς και λέγει της ηγουμένης: Ή μου στέλης την Μαρίαν, ή έρχομαι και την παίρνω μόνος μου και καίω το μοναστήρι. Το ήκουσεν η Μαρία και λέγει της ηγουμένης: Όταν έλθουν οι απεσταλμένοι, στείλε τους εις το κελλί μου και εγώ τους αποκρίνομαι. Ήλθον οι απεσταλμένοι εις το κελλίον της Μαρίας, και τους ηρώτησε τι θέλουν. Της είπον εκείνοι: Μας έστειλεν ο πασάς να σε πάρωμεν, διότι είδε τα μάτια σου και τα ωρέχθηκε. Τους είπε να περιμένουν να υπάγη εις την εκκλησίαν. Τότε παίρνει ένα μαχαίρι και ένα πιάτο, και πηγαίνει εις τον Ιησούν Χριστόν εμπρός και λέγει: Κύριέ μου, μού έδωκες τα μάτια τα αισθητά διά να πηγαίνω εις τον καλόν δρόμον, και εγώ να πηγαίνω με το θέλημά μου εις το κακόν δεν είναι πρέπον. Και επειδή αυτά τα αισθητά θα μου βγάλουν τα νοητά, ιδού οπού τα βγάνω διά την αγάπην Σου, διά να φύγω από το βόρβορον της αμαρτίας. Και ευθύς βάζει το μαχαίρι μέσα εις το μάτι της και το βγάνει εις το πιάτο. Επήγεν εμπρός και εις την Παναγίαν και βγάζει και το άλλο της μάτι και τα βάνει μαζί. Τότε τα στέλλει του πασά · και αφού τα είδεν ο πασάς, εγύρισεν ευθύς σατανικός έρως εις κατάνυξιν · και σηκώνεται ευθύς και πηγαίνει εις το μαναστήριον, και παρακαλεί τας καλογραίας να υπάγουν να κάμουν δέησιν εις τον Θεόν, να ιατρευθή η Μαρία. Πηγαίνουν πάραυτα όλαι μαζί με τον πασάν και πίπτουσαι κατά γης παρεκάλουν τον Κύριον και την Θεοτόκον να δώση το φως της Μαρίας. Εφάνη η Θεοτόκος τότε ως αστραπή εις την Μαρίαν και της λέγει: Χαίρε, Μαρία! Επειδή επροτίμησες να βγάλης τα μάτια σου διά την αγάπην του Υιού και την ιδική μου, ιδού πάλιν έχε τα μάτια σου και πλέον πειρασμός να μη σου συμβή. Βλέποντας δε το θαύμα οι παρόντες εχάρησαν πολύ και εδόξασαν τον Θεόν και την Παναγίαν. Έπειτα ο πασάς αφιέρωσε πολύ χρυσίον εις το μναστήρι και επήρε συγχώρησιν από τας καλογραίας και ανχώρησε και έκαμε καλά και εσώθη. Ακούετε, αδελφοί μου, τι έκαμεν η Μαρία με την δύναμιν της Παναγίας; Διά τούτο πρέπει και ημείς να τιμώμεν την Παναγίαν Θεοτόκον με έργα καλά. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αδελφοί μου, ανάμεσα εις τα καλά, τα οποία μας διδάσκει εις το ιερόν Ευαγγέλιον, μας λέγει και τούτον τον λόγον· ότι: 



αλλοίμονον εις εκείνον τον άνθρωπον οπού σκανδαλίζει τον αδελφόν του και δεν ζητήση συγχώρησιν προτού να δύση ο ήλιος, διότι κολάζεται. Τώρα είναι δυνατόν και εγώ οπού ήλθα εδώ να μη εσκανδάλισα τινά από λόγου σας; Λοιπόν με άλλον τρόπον δεν δυνάμεθα παρά με τον εξής. Σας παρακαλώ να ειπήτε η ευγένιά σας τρεις φοράς: Συγχώρησόν μας και ο Θεός συγχωρήσοι σε. Τώρα, αν θέλετε να χαρή ο Χριστός, να χαρή η Παναγία μας Θεοτόκος και πάντες οι Άγιοι, να κρανθή ο διάβολος, ο εχθρός μας, τώρα οπού είσθε εδώ μαζευμένοι, να ειπήτε μεταξύ σας τρεις φοράς :Συγχωρείτε μας, αδελφοί, και ο Θεός συγχωρήσοι σας.


Απόσπασμα εκ του βιβλίου: ''Διδαχαί και Προφητείαι του αγίου Κοσμά του Αιτωλού''. 
Εκδόσεις Λυδία. 
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός


Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΕΣΥΜΜΟΡΦΩΘΗ ΠΡΟΣ ΤΑΣ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ...



Μας εστάλη το ακόλουθο κείμενο με την μορφή του κατ' επείγοντος και το δημοσιεύουμε.

 ἐν Ἀγίῳ Ὄρει τῇ 13/26-7-2016 

Σύναξις
 Άρχαγγέλου Γαβριήλ, Στεφάνου Σαββαΐτου



Ὁ διωγμὸς τῶν ὀρθοδόξων μοναχῶν ἐντὸς τοῦ Ἁγ. Ὄρους πλέον κλιμακώνεται. Ἐχθὲς ἔλαβε χώρα στὴν Ἱ. Μ. Μ. Λαύρας ἡ -ἐρήμην- δίκη τοῦ ὁμολογητοῦ μοναχοῦ Σάββα. Ἐρήμην διότι, ἐνῶ ἀπαιτεῖτο ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἐν λόγῳ μοναχοῦ κοντὰ στὸν ἀσθενοῦντα πατέρα του (ἒχοντος καρκῖνο τελικοῦ σταδίου), οἱ διοικοῦντες, καίτοι ἐγνώριζαν τὸ πρόβλημα, ἐπροχώρησαν ἐσπευσμένα στὴν ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κατηγορουμένου δίκη-καταδίκη του. Ὡς ἀφορμὴ τῆς δίκης ἦταν ἡ κοινοποιηθεῖσα ἐπιστολὴ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κυδωνίας καὶ Ἀποκορώνου (Χανίων Κρήτης), πρὸς τὴν Ἱ. Μ. Μ. Λαύρας, τὴν Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους καθῶς καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποῖα, συκοφαντικῶς, ἐκατηγορεῖτο ὁ γέρων Σάββας γιὰ πρόκληση "ταραχῆς" στὸ ποίμνιο τῆς ἐν λόγῳ μητροπόλεως. Τὸ ὀρθόδοξο πεπαρρησιασμένο κήρυγμα ἑνὸς ἁγιορείτου μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος στοιχῶντας στὸ διαχρονικὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖο ἐκφράζεται χαρακτηριστικὰ διὰ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ἤτοι: "ἔργον δὲ μοναχοῦ μηδὲ τὸ τυχὸν ἀνέχεσθαι καινοτομεῖσθαι τὸ εὐαγγέλιον" (PG 99, 1049), ἐνόχλησε τοὺς οἰκουμενιστές, οἱ ὁποίοι καὶ "ἐτάχυναν εἰς τὸ διῶξαι". Ἡ σύναξη τῆς Μονῆς προχώρησε ἔτσι στὴν ἐπιβολὴ τῆς ποινῆς τῆς ἔκπτωσης ἐκ τοῦ ἀξιώματος τοῦ προϊσταμένου, δηλαδὴ στὴν ἐκβολὴ τοῦ πατρὸς Σάββα ἐκ τῆς Γεροντίας τῆς Μονῆς. Χαρακτηριστικὴ ἐπίσης εἶναι ἡ ἄρνηση, τόσο τῆς Μονῆς ὅσο καὶ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος, καὶ τοῦτο κατὰ πλήρη παράβαση τῶν ἁρμοδίων ἄρθρων τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στὸ αἴτημα τοῦ γέροντος Σάββα ἀποστολῆς τοῦ φακέλου μὲ τὸ ἔγγραφο κατηγορητήριο καὶ τὴν ἐπίσης ἔγγραφη καὶ ἐνυπόγραφη (ἐκ τῶν μελῶν τῆς συνάξεως) καταδίκης του. Καθηκόντως ἐνημερώνουμε τὸ πιστὸ Λαὸ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὶς νέες αὐτὲς ἐξελίξεις καὶ ἀναμένουμε τὶς ἀπαντήσεις ἐκ τῆς Μονῆς καθῶς καὶ ἐκ τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος.

 

Ἁγιορεῖτες Πατέρες


Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ


 

Ὀρθά ἔχει γραφεῖ ὅτι, στό Ἅγιον Ὄρος µαθαίνει κανείς πώς τά πάντα συλλειτουργοῦν δοξάζοντας τόν Τριαδικό Θεό καί τήν Κυρία Θεοτόκο. Ἐκεῖ, ἡ ποικιλία τῶν µορφῶν τῆς µοναχικῆς ζωῆς, ἡ πλούσια βλάστηση, ἡ ἑτερότητα τοῦ κάθε µοναχοῦ, τό µέγεθος τῆς ἱστορικής κληρονοµιάς πού φυλλάγεται, ὅλα κατορθώνουν καί συνυπάρχουν ἁρµονικά. 



Ἡ ἑτερότητα καί διαφορά δέν συνιστοῦν διαίρεση, φθορά καί ἀποτυχία τῆς ζωῆς ὡς κοινωνίας. Αὐτό θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς μιά μικρή Εἰσαγωγή στά ὅσα θά κατατεθοῦν στή συνέχεια, σχετικά μέ τόν πνευματικό πλοῦτο τῆς Ἀθωνικῆς κοινωνίας, τῆς Ἀθωνικῆς Πολιτείας, τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ, πού ἐπαγγέλεται διαχρονικῶς τήν «ὄντως ζωήν». Τό Ἅγιον Ὄρος ἔχει ἀποκλιθεῖ ὡς τό «Περιβόλι τῆς Παναγίας», ὅπως γνωρίζουν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, καί εἰδικά ὅσοι τό ἐπισκέπτονται κατά καιρούς. Διαθέτει ἕνα μεγάλο πλοῦτο, ὄχι μόνο στό ἐπίπεδο τῆς φυσικῆς καλλονῆς, ἀλλά κυρίως στό ἐπίπεδο τῆς ἐν Χριστῷ ἁγιοπνευματικῆς βιοτῆς. 



Τό ἔκπαγλο φυσικό κάλλος συνδυαζόμενο μέ τήν πνευματική ὡραιότητα τοῦ ἰδιομόρφου αὐτοῦ τμήματος τῆς ἑλληνικῆς γῆς, συνθέτουν ἕνα μοναδικό μεγαλεῖο, τό ὁποῖο προσεγγίζεται καλύτερα διά τῆς σιωπῆς, ἡ ὁποῖα εἶναι ὄντως ἡ γλώσσα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Στήν Ἀθωνική Πολιτεία βιώνεται ἡ ἁγιοπνευματική ζωή, μᾶλλον ἀναζητεῖται τό «περισσόν τῆς ζωῆς» (Ἰω. 10, 10), δηλαδή ἡ θέωση. Ἐκεῖ καλλιεργεῖται συστηματικῶς ἡ ἀρετή καί ἐπιτυγχάνεται ἡ θεία ἕνωση διά τῆς «ἀλήστου μνήμης τοῦ Θεοῦ», ἀφοῦ ἀνακαινίζεται τό «κατ᾿ εἰκόνα» καί πραγματοποιεῖται (ὅσο εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν) τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» Θεοῦ. Μέσα ἀπό τήν καθημερινή ἄσκηση, τήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν – μέ πρώτη τήν ὑπακοή - σέ συνδυασμό μέ τήν ἀδιάλειπτη μετοχή στή θεία Λατρεία, οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί ἀπαρνοῦνται ὅσο γίνεται τόν «παλαιόν ἄνθρωπον» καί «ἐνδύονται τόν νέον», τόν κατά Θεόν. Ἡ Χάρη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, Μητρός τοῦ Θεοῦ καί Ἐφόρου τοῦ Ὄρους εἶναι ἔκδηλη στόν εὐλογημένο αὐτό τόπο, ὅπως μαρτυρεῖται πάνω ἀπό μία χιλιετία τώρα, μέ τίς ἀμέτρητες διηγήσεις καί καταθέσεις Μοναχῶν γιά θαυμαστά γεγονότα, στό ἐπίπεδο τοῦ ὁρατοῦ, καί τοῦ ἀοράτου, ὅπως λ.χ. ἐμφανίσεις τῆς Κυρίας τοῦ Ὄρους, ἰάσεις ἀσθενῶν, ἐμπνεύσεις, ἐπιβραβεύσεις καί ἐνίοτε ἐπιπλήξεις σέ τυχόν ἐπιλήσμονες τῶν καθηκόντων τους, κυρίως ὅμως ἐσωτερικές περιπτύξεις, παραμυθίες καί δροσισμό καρδίας, πνευματικές ἐλλάμψεις καί φωτισμούς, πού προσφέρει στούς ἀγωνιστάς ἡ Μητέρα τοῦ Φωτός. Ἡ Παναγία θεᾶται, εἴτε ὀφθαλμοφανῶς, ὅπως τήν εἶδε ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Κτίτωρ τῆς Μ. Λαύρας, εἴτε ἔσωθεν, πνευματικῶς, προκειμένου νά ἐνισχύσει δαψιλῶς καί μητρικῶς τούς ἀγωνιστάς Μοναχούς, τούς οὐρανοδρόμους καί οὐρανοπολῖτας, οἱ ὁποῖοι «ἠγήσαντο τά πάντα ὡς σκύμβαλα ἵνα Χριστόν κερδίσωσι, τό ἄκρον τῶν ἐφετῶν» (Φιλιππ. 3, 8). Ἡ Ἀθωνική πολιτεία, ὡς τρόπος ζωῆς, ἀποτελεῖ τά «Ἅγια τῶν Ἁγίων» τῆς μυστικῆς, Ὀρθοδόξου Θεολογίας. Καί εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ Χαρισματική Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι στοχασμοί περί Θεοῦ καί διανοητικές ἐνασχολήσεις, ἀλλά ἐμπειρία τῆς ἁγιοπνευματικῆς δωρεᾶς πού προχέεται χαρισματικῶς μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅταν ζητηθεῖ ἀπό τά τέκνα της μέσῳ καθαρᾶς προσευχῆς. Θεολόγος πραγματικός εἶναι αὐτός πού προσεύχεται ἀληθινά, ὅπως ἔχει διατυπωθεῖ στήν πατερική μας Γραμματεία: «Εἰ θεολόγος εἶ, προσεύξῃ ἀληθῶς, καί εἴ ἀληθῶς προσεύξῃ, θεολόγος εἶ» (Εὐαγρίου Ποντικοῦ, Λόγος Περί Προσευχῆς Ξ΄, MPG. 79, 1180 B). Ἡ προσευχή τοῦ Ἁγίου Ὄρους συνιστᾶ καί ἀποδεικνύει τήν πραγματική Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, πέραν τῆς Ἀκαδημαϊκῆς, πού καί αὐτή ὑπάρχει στό Ἅγιον Ὄρος, καί λίαν καλῶς. Ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος «φλέγεται» καθημερινά ἀπό τίς συνεχεῖς καί ἀκατάπαυστες προσευχές καί ἱκεσίες τῶν Μοναχῶν, αὐτές τίς προσευχές πού γίνονται κατά τίς Εὐχαριστιακές Συνάξεις ἐντός τῶν Ναῶν, ἀλλά καί τίς ἰδιωτικές, «κατά μόνας» πραγματοποιούμενες προσευχές, ὅπου οἱ πατέρες ἀναφέρονται «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» στόν Ζῶντα Θεό, μέ ταπεινό φρόνημα, μέ «συντετριμμένη καρδιά», μέ καθαρή διάνοια μέ πόνο ψυχῆς καί ἀνύστακτη ἀγωνία γιά τήν σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου καί τήν δική τους. Εἰδικά στήν «Ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους», ὅπως λέγεται ἡ περιοχή μετά τήν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης μέχρι τά ὅρια τῆς ἱερᾶς Μονῆς Μ. Λαύρας, ἐκεῖ καλλιεργεῖται περισσότερο ἡ Νοερά προσευχή, ὡς ἀκοίμητη καί ἀσίγαστη ἔκφραση ἀληθοῦς Λατρείας τοῦ Θεοῦ. Καί εἶναι γνωστό ὅτι ἡ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ φέρνει ἐντός τῆς καρδίας τήν ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί δίνει στόν ἄνθρωπο τήν μοναδική ἱκανότητα νά ἀποκτήσει ἐμπειρία τῆς θείας ζωῆς, μέθεξη τοῦ ἀκτίστου, γεύση τῶν ἐπικήρων καί ἀφθάρτων ἀγαθῶν τῆς ἐπουρανίου ζωῆς ἀπό τόν κόσμο αὐτόν. Γιά τό λόγο αὐτόν, ἡ προσευχή ὡς«ἀπόθεσις νοημάτων» (βλ. Εὐαγρίου Ποντικοῦ, Λόγος Περί Προσευχῆς, Ο΄, MPG. 79, 1181 CD) εἶναι τό πρώτιστο πνευματικό μέλημα τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων. Καί τά ἀποτελέσματά της θεαματικά, ἀφοῦ, «ἰσάγγελος γίνεται μοναχός διά τῆς ἀληθοῦς προσευχῆς» (Εὐαγρ. Περί Προσευχῆς, 79, MPG. 1192 D). Οἱ Μοναχοί προσεύχονται τή νύχτα, ὅταν οἱ ἐν τῷ κόσμῳ κοιμοῦνται. «Νυκτός μετά καρδίας μου ἠδολέσχουν καί ἔσκαλλε τό πνεῦμα μου», γράφει ὁ προφητάναξ Δυΐδ (Ψαλμ. 76,7). Γενικῶς, ἡ νυκτερινή προσευχή ὠφελεῖ πολύ τόν πιστό. Τή νύχτα, εὐκολώτερα κινεῖται ἡ καρδιά καί «σκαλίζει» τό πνεῦμα. Ἡ νύχτα, ὅπως ὀρθά ἔχει εἰπωθεῖ, φανερώνει κόσμους πού κρύβει τό φῶς. Γι᾿ αὐτό καί οἱ Μοναχοί κατά τή διάρκεια τῆς νύκτας, μέ ἀδολεσχία καί θεία δίψα μελετοῦν τίς λεπτομέρειες τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου καί ἀφήνουν τό πνεῦμα τους νά «σκαλίζει», νά ἐρευνᾶ τούς κόσμους τοῦ πνευματικοῦ στερεώματος. Τό «χρυσοῦν» στόμα τῆς Ἐκκλησίας θά πεῖ σχετικά: «Ἐννόησον ἡλίκον ἐστίν ἐν νυκτί βαθείᾳ, τῶν ἀνθρώπων καθευδόντων ἁπάντων καί θηρίων καί κτηνῶν, βαθυτάτης ἡσυχίας οὔσης, μόνον σέ ἐγερθέντα παρρησίᾳ διαλλέγεσθαι τῷ κοινῷ πάντων Δεσπότῃ. Γλυκύς ὁ ὔπνος; Ἀλλ᾿ οὐδέν γλυκύτερον τῆς προσευχῆς. Ἄν κατ᾿ ἰδίαν αὐτῷ διαλεχθῇς, πολλά ἀνύσαι δυνήσῃ, μηδενός ἐνοχλοῦντος σε, μηδέ ἐκκρούοντός σε τῆς δεήσεως· ἔχεις καί τόν καιρόν σύμμαχον πρός τό ἐπιτυχεῖν ὧν θέλεις» (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἐγκώμιον εἰς τούς Ἁγίους Πάντας, ΕΠΕ, 36, 618-620). Ἡ λεγομένη «μονολόγιστη εὐχή», δηλαδή τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με»,πού προφέρεται ἀκατάπαυστα ἀπό τούς εὐλογημένους Ἀσκητές, τά «πτηνά» τοῦ Ἄθωνος, συνιστᾶ τόν μεγαλύτερο πνευματικό πλοῦτο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἕναν πλοῦτο ἀστείρευτο καί ἀνεξάντλητο. Αὐτός ὁ πλοῦτος τῆς προσευχῆς διαχέεται καί στόν κόσμο, διότι ἡ προσευχή τῶν Μοναχῶν σώζει τον κόσμο, ἐπισπᾶ ταχύτερα τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Στό Ἅγιον Ὄρος, κυρίως στίς Μονές, τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία σέ καθημερινή βάση, διότι στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας (πολύ περισσότερο καί τῶν Μοναχῶν), ἡ θεία Λειτουργία συνιστᾶ μιά«συνοδοιπορία» ἐγκοσμίων τῶν ἐπουρανίων, μιά ἕνωση τῶν κάτω καί τῶν ἄνω, μιά κοινωνία ἀνθρώπων καί Ἀγγέλων, κεκοιμημένων καί ζώντων. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερο, ὑψηλότερο καί ἱερότερο ἔργο στόν κόσμο ἀπό τήν θεία Εὐχαριστία πού τελεῖται στούς Ὀρθοδόξους Ναούς! Αὐτή συνιστᾶ τό κέντρο τῆς θείας Λατρείας, πού ἀποτελεῖ τήν πρώτη καί κύρια προτεραιότητα τῶν Ὀρθοδόξων Μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ζοῦν τήν ἀγγελομίμητη πολιτεία, διά τῆς ἀεννάου δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Στό Ἅγιον Ὄρος, ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται καθημερινά, ὅπως ἐλέχθη, σέ Μονές καί Σκῆτες, ὅπου ὑπάρχουν βεβαίως ἱερεῖς - ἱερομόναχοι. Οἱ μοναχοί περισσότερο ἀπό ὅλους γνωρίζουν ὅτι ὅλες οἱ προσευχές καί οἱ ἀκολουθίες τοῦ ἡμερησίου καί ἑβδομαδιαίου κύκλου εἶναι μιά προπαρασκευή γιά τόν ἑορτασμό τῆς Ἡμέρας τοῦ Κυρίου, τῆς Κυριακῆς, γιά τή συμμετοχή στό Δεῖπνο Του. Γνωρίζουν ἐπίσης ὅτι ἡ θεία λειτουργία καλεῖται ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο «Σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς», ἤ «Εὐχαριστία», διότι, κατά τόν αὐτόν Πατέρα καί Οἰκουμενικό Διδάσκαλο, αὐτή ἀποτελεῖ ἀνάμνηση πολλῶν εὐεργεσιῶν καί δείχνει τό ἀποκορύφωμα τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς καί γενικά μᾶς προετοιμάζει ἀπό κάθε ἄποψη νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό. «Εὐχαριστία καλεῖται ὅτι πολλῶν ἐστιν εὐεργετημάτων ἀνάμνησις, καί τό κεφάλαιον τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας ἐνδείκνυται καί διά πάντων παρασκευάζει εὐχαριστεῖν». (Εἰς Ματθαῖον Ὁμιλία ΚΕ, 3, MPG. 57, 331). Αὐτή, λοιπόν, ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἡ μεγάλη τρυφή καί διασκέδαση τῶν Ἁγιορειτῶν Μοναχῶν. Μέσα σ᾿ αὐτήν, διά τῆς θείας Μεταλήψεως, ἔχουν τήν εὐκαιρία, «κατατρυφῶντες τά θεῖα Μυστήρια» νά ἑνωθοῦν μέ τόν Θυσιαζόμενο Δεσπότη, τόν«προσφέροντα καί προσφερόμενον καί προσδεχόμενον καί διαδιδόμενον», ἀλλά καί μέ τούς ἀδελφούς, τούς συγκροτοῦντας τό Εὐχαριστιακόν σῶμα, καί ἔτσι νά προγευθοῦν τήν ἐσχατολογική πραγματικότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Δέν ὑφίσταται νῆψη καί ἄσκηση, ἀγῶνας καί πάλη πνευματική ἐντός τῶν μοναστικῶν πλαισίων χωρίς θεία Εὐχαριστία, χωρίς θεία Κοινωνία! Ὅλα ἀπό ἐκεῖ ἀρχίζουν καί ἐκεῖ καταλήγουν. Σέ καθημερινό ἐπίπεδο, στόν εὐλογημένο καί περίπυστο Ἄθωνα, διά τῆς ἐμπόνου καί ἐυτόνου ἀσκήσεως γίνεται συνεχῆς καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν, ἐκκοπή τῶν ψεκτῶν (=κατηγορημένων) παθῶν (ἤ μᾶλλον «μεταστοιχείωσις» αὐτῶν), σταδιακή ἀνάβαση πρός τά ἄνω, διαρκῆς «λήθη τῶν κάτω», ἀπόρριψη τῶν κακῶν λογισμῶν. Εἶναι μιά συνεχῆς πορεία ἐν μέσῳ ὠδίνων καί ὀδυνῶν, ἀπό τήν κάθαρση, στό φωτισμό καί τήν χαρισματική θέωση, τήν «ἐν πᾶσι αἰσθήσει»γεύση τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ οἰ ἐργασίες, οἱ τέχνες καί τά διάφορα ἐργόχειρα γιά τή συντήρηση τῶν Μονῶν καί τῶν Μοναχῶν θεωροῦνται «πάρεργα», ἀφοῦ τό κυρίως ἔργο εἶναι ἡ πνευματική ἀνάβαση στό Θαβώρ τῆς θεωρίας. Στό Ἅγιον Ὄρος βιώνεται ὁ πραγματικός χριστιανισμός, ὁ ὁποῖος, κατά τήν πατερική ἐμπειρία εἶναι «ζωή, μετοχή καί γνώση ἀκόρεστη. Ὅποιος γεύεται τή γλυκύτητά του, ἡ ἐπιθυμία τῆς μετοχῆς γίνεται ἀκατάσχετη». (Βλ. Μ. Καράμπελια, Ἐμπειρική βίωση τῆς θείας γνώσης, ἐκδ. Σταμούλη, σελ. 395). Οἱ Μοναχοί ὀνομάζονται «μονότροποι», ὅπως ἔγραφε ὁ Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης, σχολιάζοντας Κείμενα τοῦ Ἁγίου Διαδόχου Φωτικῆς.«Μονότροποι λέγονται οἱ μοναχοί, πρός διάκρισιν ἀπό τούς πολυτρόπους καί πολυμερίστους λαϊκούς». (Διαδ. Φωτικῆς, Τά Ἑκατόν γνωστικά Κεφάλαια, Κείμενο, Μετάφραση, Σχόλια Θεοκλ. Μοναχοῦ, Διονυσιάτου, σελ. 118). Οἱ Μοναχοί στήν ἐπίγειο παροικία τους, «νήφωντες ἐν πᾶσι»(Β΄Τμ. 4, 5) ἕνα στόχο ἔχουν, τήν ἀπό τά ἐνταῦθα πραγματοποιούμενη θεία ἕνωση, τήν χαρισματική κοινωνία τους μέ τόν ὑπερούσιο «Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης» διά τῶν μεθεκτῶν ἀκτίνων Του, τόν ἀκόρεστο κορεσμό τῆς «ὑπερκάλλου ἀγλαΐας» (Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ). Γι᾿ αὐτό ἀναζητοῦν ἀποκλειστικῶς καί μόνο τήν εὐκαιρία γιά τήν μέθεξη στή θεία ζωή, τήν μετοχή στά οὐράνια, τήν περιχώρηση στά ἄφθαρτα. Γι᾿ αὐτό ἀγωνίζονται ἀδιαλείπτως καί καθημερινῶς, μέσα στήν ἡσυχία, ἀφοῦ ὁ φυσικός χῶρος τους τό προσφέρει μέ ἄνεση, βιώνοντας ὅμως παράλληλα τήν ἐσωτερική ἡσυχία, πού κατά τούς Πατέρες εἶναι «ἐπιστήμη τῶν λογισμῶν». Οἱ Ἁγιορεῖτες Μοναχοί, ζῶντες «ἐν τῇ στρατείᾳ τῆς ἀγγελοειδοῦς ζωῆς ἐν τῷ ὕψει τῆς οὐρανομιμήτου πολιτείας»(Βλ. Ἀκολουθία τοῦ Μ. Σχήματος), ἀγωνίζονται νυχθημερόν, γιά νά κατασβέσουν μέ τήν προσευχή τήν ὑπαρξιακή δίψα τοῦ θείου ἔρωτος τόν ὁποῖον ζοῦν καθημερινά. Καί μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ εἰσέλθουν στό «θεῖο, ὑπέρφωτο γνόφο», γιά τόν ὁποῖον κάνουν λόγο τά Ἀρεοπαγιτικά συγγράμματα (Περί Μυστικῆς Θεολογίας 5, MPG. 3, 1045 D), «δι᾿ ἀβλεψίας καί ἀγνωσίας ἰδεῖν καί γνῶναι καταξιοῦνται τόν ὑπέρ θέαν»… Εἶναι χαρακτηριστό ἕνα Τροπάριο τῆς Λιτῆς ἀπό τήν Ἀκολουθία τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, τό ὀποῖο συνέταξε ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καί τό ὁποῖο ἐκφράζει αὐτήν τήν πραγματικότητα. Ἐκεῖ, μεταξύ ἄλλων γράφει: «Πατέρες Πανόσιοι…εἰς τόν ὑπέρφωτον γνόφον καί τήν λεπτήν αὔραν τῆς ἐν τῷ Πνεύματι θεωρίας εἰσήλθετε, τό παχύ νέφος διασχίσαντες τῆς ὕλης˙ καί δι᾿ ἀγνωσίας καί ἀβλεψίας, ἰδεῖν καί γνῶναι, τόν ἀθεώρητον καί ἄγνωστον, ὡς δυνατόν ἀνθρώπῳ κατηξιώθητε». Πράγματι, ὅπως εὔστοχα ἔχει λεχθεῖ, οἱ Μοναχοί εἶναι οἱ πλέον ἔξυπνοι ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, ἀφοῦ κατορθώνουν νά δίνουν στή ζωή τους αἰώνιες διαστάσεις καί νά ζοῦν - μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ πάντα – τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στά ὅρια τῆς παρούσας ζωῆς. Ὁ Ἁγιορείτικος Μοναχισμός κατεξοχήν ζεῖ τόν Ὀρθόδοξο Ἡσυχασμό. Τί σημαίνει ὅμως «Ἡσυχασμός» καί τί εἶναι θεολογικά ἡ ἡσυχία, σύμφωνα μέ τήν πατερική Παράδοση καί ἐμπειρία; Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ καθηγητής τῆς Δογματικῆς τοῦ ΑΠΘ Δ. Τσελεγγίδης, ἡ «ἡσυχία» ὡς ἀσκητικός ὅρος ἔχει κατεξοχήν ὑπαρξιακό καί βιωματικό περιεχόμενο. Σημαίνει τήν εἰρήνη τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, πού ἐγκαθίσταται σ᾿ αὐτόν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δεῖ, βδελιχθεῖ καί ἀφαιρέσει τό«εἰδεχθές προσωπεῖον» (τήν ἀπαίσια μάσκα) του, πού συστάθηκε ἀπό τήν περιπλάνηση τοῦ νοῦ, ὅπως γράφει ὁ μεγάλος θεωρητικός διδάσκαλος τῆς ἡσυχίας, Ἁγιορείτης Πατήρ, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. (Βλ. Εἰς τόν βίον τοῦ Ὁσίου Πέτρου τοῦ ἐν Ἄθω, ΕΠΕ, 8, 298). Ἡ ἡσυχία συνδέεται ἄρρηκτα μέ τή νήψη τοῦ νοῦ, τήν πνευματική ἐγρήγορση, καί τήν βιωματική ἐμπειρία ὅλων ἐκείνων τῶν καταστάσεων, πού πραγματώνονται στή νήψη κατά πνευματικό καί ἀνέκφραστο τρόπο. Κατά συνέπεια, ἔργο τοῦ ἠσυχαστῆ εἶναι «ἡ φυλακή τῆς καρδίας» μέ τήν ἀγαπητική τήρηση τῶν ἐντολῶν, τήν πνευματική καθαρότητα καί τήν μυστηριακή ζωή. Μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν ἀποβάλλει ὁ ἡσυχαστής τόν νόμο τῆς ἁμαρτίας καί εἰσάγει στόν ἑαυτό του τήν ἐποπτεία τοῦ νοῦ. Οἱ αἰσθήσεις του ἐλέγχονται μέ τήν ἐγκράτεια, ἐνῶ τό παθητικό τῆς ψυχῆς κυριαρχεῖται ἀπό τήν ἀγάπη καί τό λογιστικό ἀπό τήν νήψη, θά πεῖ καί πάλι ὁ θεωρητικός διδάσκαλος τῆς ἡσυχίας, ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. (Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1, 2, 2.) Ὁ ἡσυχαστικός βίος παρέχει τήν λειτουργική δυνατότητα στήν θεία Χάρη νά «ἐπισκευάσει» τόν ἔσω ἄνθρωπο καί νά τόν διαμορφώσει πρός τό πρωτότυπο, παρέχοντάς του «ἀνθισμένο» τό ἀρχαῖο καί ἀπερίγραπτο κάλλος του. Ὅπως κατανοοῦμε, πρόκειται για την ὑψίστη ἐμπειρία τῆς ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς τήν ὁποία καλεῖται ὁ χριστιανός νά ζήσει, καί τήν ζεῖ κατεξοχήν ὁ Μοναχός, μέσα στό περιρρέον κλίμα, τό ἡσυχαστικό. Ὅλα τά ἀνωτέρω, βιούμενα στόν ἱερό τόπο τοῦ Ἄθωνος, δικαιολογοῦν τήν ἐπωνυμία του ὡς «Κιβωτοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας». Αὐτός εἶναι ὁ πνευματικός πλοῦτος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γιά τόν ὁποῖο χαίρεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Δικαίως, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Ἁγιορείτης Πατήρ καί μεγάλος Θεολόγος τοῦ 14ου αἰ. χαρακτηρίζει τό Ἅγιον Ὄρος «ἐπώνυμον τῆς ἁγιωσύνης, μεθόριον μεταξύ κόσμου καί ὑπερκοσμίων καί ἐστία ἀρετῆς». (ΕΠΕ, 2, 350). Δικαίως ὁ μεγάλος Ἅγιος τοῦ 20ου αἰῶνος, Νεκτάριος ὁ ἐν Αἰγίνῃ ἐπεσκέπτετο συχνά τό Ἅγιον Ὄρος χάριν ὠφελείας, παρακινώντας πρός τοῦτο καί πνευματικά του τέκνα, ὅπως βλέπουμε στήν ἀλληλογραφία του μέ τόν Γέροντα Δανιήλ τόν Κατουνακιώτη (+1929) καί σέ ἄλλα κείμενά του. 


 Δικαίως καί πολλοί πνευματικοί πατέρες παρακινοῦν τούς πιστούς νά ἐπιδιώκουν τήν πνευματική τους ἄνωση, προερχομένη ἐκ τῶν προσκυνημάτων στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἔχουν την εὐκαιρία νά συνομιλήσουν μέ τούς «παθόντας καί εἴτα μαθόντας τά θεῖα» ἐκλεκτούς καί σεβασμίους Πατέρες καί νά λάβουν πνευματικές συμβουλές, ὄντως «ὑποθῆκες ζωῆς». Δικαίως τόσοι κατ᾿ ἔτος εὐλαβεῖς προσκυνητές ἐκ τοῦ κόσμου προστρέχουν στό εὐλογημένο «Περιβόλι τῆς Παναγίας», γιά νά αἰσθανθοῦν, ἔστω ἀμυδρῶς, «Δρόσον Ἀερμων», νά ἐνστερνιστοῦν κάτι ἀπό τήν ὑψηλή πνευματικότητα τοῦ Ἄθωνος καί νά μεταφέρουν ἔπειτα στούς οἰκεῖους τους «ἅ ἤκουσαν καί εἶδον», ἀφοῦ ἔγιναν μάρτυρες μιᾶς «ἄλλης ζωῆς», μιᾶς «ἄλλης λογικῆς», μιᾶς ἄλλου εἶδους γνώσεως (τῆς Θεογνωσίας), ἄγνωστης στούς ἀνθρώπους τῆς σημερινῆς, ὑλιστικῆς κοινωνίας…


Κυριακή, Μνήμη των Αγιορειτών Πατέρων, Ιούνιος 2016

  Ιερομόναχος  π. Νικηφόρος Νάσσος