ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

ΟΙ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ



Ἐλάχιστοι ἐναπομείναντες, "συντηρητικοί" καλούμενοι, 

στή Νέα "ἐκκλησία" τῶν Νεοημερολογιτῶν καί Οἰκουμενιστῶν, 

διαπιστώνουν μέ εἰλικρίνεια, 

ὅτι χειμάζονται ἀπό τήν "φοβερότερη ἐκκλησιολογική αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν", 

τήν παναίρεση -καί πλέον πανθρησκεία!- τοῦ Οἰκουμενισμοῦ! 

Διαπιστώνουν, ἐπίσης, 

καί ὅτι ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος συμπορεύεται πλέον ἐνσυνείδητα μέ τόν Οἰκουμενισμό, 

ἀφοῦ υἱοθέτησε ἔργῳ τε καί λόγῳ 

ὡς ἐπίσημη γραμμή πλεύσεώς της 

τήν φοβερή αὐτή παναίρεση - πανθρησκεία, 

παρά τά ὅσα ψεύδη καί τίς ἐφησυχαστικές ἀναφορές πρός τούς ἀνησυχοῦντες πιστούς ἐπιστρατεύονται, 

γιά τήν συγκάλυψη τῆς διολισθήσεως τῆς Ἐκκλησίας, (μέ τούς σύγχρονους ἐκπροσώπους της), 

στήν "φοβερή αὐτή θύελλα", ὅπως τήν χαρακτηρίζουν.


του π. Νικολάου Δημαρά


Ὡστόσο παραμένουν σέ θανάσιμη κοινωνία μέ τούς πρωτοστάτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, θανατούμενοι ἡμέρα μέ τήν ἡμέρα! Αὐτοί, οἱ δῆθεν συντηρητικοί, εὐθύνονται ἔτι περισσότερο γιά τήν κατάσταση, τό κατάντημα τῆς σημερινῆς Ἐκκλησίας! Γιατί καί οἱ ἴδιοι δέν εἰσέρχονται στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τούς πρόθυμους καί ἕτοιμους νά ἀποτειχισθοῦν ἀπό τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δέν ἀφήνουν νά εἰσέλθουν, ἀφοῦ καί οἱ δῆθεν "συντηρητικοί" κάνουν τάχα ἀγῶνα κατά τῆς αἱρέσεως! Γι' αὐτούς ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πού ἐκφράζεται μέ τό στόμα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου: "Ἡμῖν δέ πρός τῷ φανερῷ πολέμῳ τῶν αἱρετικῶν ἔτι καί ὁ παρά τῶν δοκούντων ὁμοδοξεῖν ἐπαναστάς, εἰς ἔσχατον ἀσθενείας τάς Ἐκκλησίας κατήγαγεν"!4 Ἐκτός δηλ. ἀπό τόν πόλεμο τῶν Οἰκουμενιστῶν, οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχουμε καί πικρότερο πόλεμο ἀπό ἐκείνους, πού πιστεύουν, ἐσφαλμένα κατά τούς Πατέρες, ὅτι τάχα κάνουν ἀγῶνα ὡς δῆθεν ἀντιοικουμενιστές (!), ἐνῶ παραμένουν σέ λειτουργική καί πνευματική κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές, ὅπως ὁ μητροπολίτης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου "Πειραιῶς" Σεραφείμ, ἀλλά καί ὁ π. Εὐθ. Τρικαμηνᾶς, πού παραμένει στήν σχισματοαίρεση τοῦ Νέου Καλενδραρίου καί πολεμάει τούς ἀληθεῖς διαδόχους τῆς Μιᾶς Ἁγίας καί Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τούς χλευαστικῶς ἀποκαλουμένους "Παλαιοημερολογίτες", ἀπό τούς -ἐπί μία ἑκατονταετία διῶκτες τους- Καινοτόμους Νεοημερολογίτες καί Οἰκουμενιστές! Ὁ π. Εὐθ. Τρικαμηνᾶς εἶναι "ἐξ ἡμισείας ὀρθόδοξος", κατά τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων μας, ἀφοῦ δέν ἀκολουθεῖ ὅ,τι πάντοτε, παντοῦ καί ὑπό πάντων ἐπιστεύθη! Ἀφοῦ, σέ τελική ἀνάλυση, υἱοθετεῖ καί τόν Οἰκουμενισμό, ἀκολουθῶντας τήν πρώτη καί βασική γραμμή τῆς Οἰκουμενιστικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1925: "Ὅτι ὅλες οἱ ἐκκλησίες πρέπει νά ἔλθουν πιό κοντά καί νά γιορτάζουν ὅλοι μαζί οἱ Χριστιανοί ταυτόχρονα τίς γιορτές, μέ τήν παραδοχή ἑνιαίου ἡμερολογίου"! Λές καί ἡ Ὀρθόδοξη Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία δέν εἶχε ἀνέκαθεν ἑνιαῖο ἡμερολόγιο - ἑορτολόγιο ἐπί δέκα ἕξι αἰῶνες, καθαγιασμένο ἀπό τήν λειτουργική καί πνευματική της τάξη σέ ὅλα τά μήκη καί πλάτη τῆς γῆς! Ἡ εὐθύνη τῶν Ὀρθοδόξων. Ὁ μοναδικός δρόμος γιά τήν σωτηρία τῶν πιστῶν, κηρυσσομένης τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, εἶναι ἡ ἀποτείχιση ἀπό τούς αἱρετικούς καί ἡ σύνταξη μέ αὐτούς πού ἀκολουθοῦν "ὅ,τι πάντοτε, παντοῦ καί ὑπό πάντων ἐπιστεύθη"! Ὅσοι προτείνουν διαφορετικούς δρόμους, αὐτοσχεδιάζοντας καί κάνοντας ὑποχωρήσεις, πού, εἴτε ἀφοροῦν τήν ἑνιαία πίστη, εἴτε τήν συνέχεια τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, βρίσκονται ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως ὀρθά τονίζει καί ὁ π. Γεώργιος Καψάνης σέ ἄρθρο του στή "Χριστιανική". Ὁ Μέγας πατήρ Ἀθανάσιος λέγει γιά ὅλους αὐτούς: "Οἵτινες τήν ὑγιῆ ὀρθόδοξον πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν -δηλαδή αὐτό πού κάνουν οἱ διάφοροι Σεραφείμ, Θεοδωρόπουλοι, Γιαννακόπουλοι καί Τρικαμηνάδες διά μέσου τῶν αἰώνων, πού νομίζουν ὅτι εἶναι ἀντιοικουμενιστές- κοινωνοῦσι δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους, εἰ μετά παραγγελίας μή ἀποστῶσι, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν"! Ὁ δέ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος ξεκαθαρίζει τά πράγματα λέγοντας, ὅτι ὅλοι αὐτοί θά κολασθοῦν: "Πᾶς ἄνθρωπος τό διακρίνειν παρά Θεοῦ εἰληφώς, κολασθήσεται, ἀπείρῳ ποιμένι καί ψευδῆ δόξαν ὡς ἀληθῆ δεξάμενος".6 Ὀφείλουν, λοιπόν καί οἱ διάφοροι Σεραφείμ καί οἱ Τρικαμηνάδες τῶν ἐσχάτων καιρῶν, πού ἐπιτείνουν τήν σύγχυση, οἱ μέν κοινωνοῦντες εὐθέως μετά τῶν αἱρετικῶν Οἰκουμενιστῶν, οἱ δέ οἰκουμενίζοντας ἀκολουθῶντας τό καταδικασθέν Νέον Καλενδάριον, νά ἐναρμονισθοῦν μέ τήν πίστη καί τήν ἑνιαία παράδοση τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί νά μήν αὐτοσχεδιάζουν, γιατί, κατά τούς θεοφόρους Πατέρες μας, κολάζονται! Ὁ "Πειραιῶς" Σεραφείμ μέχρι πρότινος συμπροσευχόταν καί μέ τούς Προτεστάντες στόν ἅγιο Ἀνδρέα τῆς Ἀττικῆς! Κοινωνεῖ δέ ἀκόμη καί σήμερα, πού κόπτεται τάχα γιά τήν ὀρθοδοξία, μέ τούς ἀποστάτες τῆς πίστεως καί τούς κηρύσσοντας φοβερές αἱρέσεις Βαρθολομαῖο, Ζηζιούλα καί Στυλιανό "Αὐστραλίας"! 



Ὁ δέ π. Εὐθ. Τρικαμηνᾶς ἀκολουθεῖ τήν καινοτομία τοῦ φράγγικου Καλενδαρίου 

καί κοινωνεῖ μέ τόν Ἀρτέμιο τῆς Σερβίας, 

πού δέν ἔχει κανένα πρόβλημα νά κοινωνήσει μέ τούς ἐκεῖ ἀποστάτες Λατινόφρονες 

"πατριάρχη" Εἰρηναῖο καί τούς "μητροπολίτες" Μπούλοβιτς και Ράντοβιτς, 

πού εἶναι Οἰκουμενιστές καί Λατινόφρονες, 

ἀρκεῖ νά τόν ἀναγνωρίσουν καί νά τόν ἀποκαταστήσουν στήν ἐπισκοπή του!

7 Γιά τούς τοιούτους ἰσχύει, λοιπόν, κατ' ἐξοχήν τό: 

"Πᾶς ἄνθρωπος τό διακρίνειν παρά Θεοῦ εἰληφώς, 

κολασθήσεται, ἀπείρῳ ποιμένι καί ψευδῆ δόξαν 

ὡς ἀληθῆ δεξάμενος".



Παραπομπές:



4 ΕΠΕ, 3, 90. 
5 Ἡ βλάσφημη αὐτή Οἰκουμενιστική Ἐγκύκλιος ἔγινε γνωστή στό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ἀπό τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τοῦ Ἰ. Καρμίρη. 
Ὡστόσο ἐξ ἐνστίνκτου ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ἀμέσως ἀντέδρασε, βρισκόμενος στίς ἐπάλξεις τῆς Ὀρθοδοξίας, διωκόμενος καί πάσχοντας γιά τήν Ἁγία Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Κατήγγειλε τούς καινοτόμους εὐθύς ἀμέσως ὡς σχισματικούς! 
Οἱ πιστοί παρακολουθοῦσαν μέ ἀγωνία γιά περισσότερο ἀπό μία εἰκοσαετία τά τεκταινόμενα, ὅπως ἀποδεικνύεται μέ πλῆθος δημοσιευμάτων πρό τῆς ἐπαράτου ἡμερολογιακῆς ἀλλαγῆς, δημοσιεύματα πού θά δημοσιεύσουμε προσεχῶς. 
6 ΒΕΠΕΣ 2, Πρός Ἐφεσίους, σελ. 291. 
7 "Σχετικά μέ τήν πρόσκληση μετά τήν φετινή συνεδρίαση Ἱεραρχίας, (Μάϊος 2012), νά «μετανοήσει», νά δεχτεῖ δηλαδή τίς ἀντικανονικές ἀποφάσεις καί ὡς μοναχός πλέον νά ὑπαχθεῖ σέ κάποιον ἐπίσκοπο τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρθηκε στή συνάντηση πού εἶχε μέ τόν Πατριάρχη Σερβίας κ. Εἰρηναῖο πέρυσι, καί τοῦ γνωστοποίησε πώς ο ἱ διαπραγματεύσεις μπορο ῦ ν νά γίνονται μόνο μ έ τ ή ν προϋπόθεση ν ά τ ό ν δεχτο ῦ ν ὡς ἐπίσκοπο Ράσκας καί Πριζρένης. 
Μετά τήν συνάντηση αὐτή δέν ὑπῆρχε ἄλλη ἐπαφή, οὔτε ἦρθε κανένα μήνυμα ἀπό τήν ἄλλη πλευρά. 
Καί πρόσθεσε πώς μερικοί ἐπίσκοποι της Σερβικῆς Ἐκκλησίας δέν παύουν νά διαδίδουν ἀναλήθειες καί συκοφαντίες. 
Ἐνόψει καί ἄλλων μέτρων εἰς βάρος του, πού προανήγγειλε ἡ Ἱερά Σύνοδος, 
ὁ Μητροπολίτης Ἀρτέμιος σχολίασε πώς δέν πρόκειται νά δεχτεῖ ὅποιες ἄλλες ἀντικανονικές ἀποφάσεις ἀκολουθήσουν". http://thriskeftika.blogspot.gr/2012/06/blogσpost_5098.ht ml 
8 ΒΕΠΕΣ 2, Πρός Ἐφεσίους, σελ. 291.


Εκ του ορθοδόξου περιοδικού ''ΑΓΙΟΙ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ'', 
που εκδίδει ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Νικόλαος Δημαράς. 
Καλοκαίρι 2013, σελίδες 3 - 5. 
 Επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Πρωτοπρεσβύτερος π. Νικόλαος Δημαράς


Δρ. Νομικής. Επίκουρος Καθηγητής και Διευθυντής του Ινστιτούτου  Αστικού και Ευρωπαικού Δικαίου.

ΕΠΙΤΕΛΟΥΝΤΕΣ ΑΓΙΩΣΥΝΗΝ ΕΝ ΦΟΒΩ ΘΕΟΥ



Τί είναι ο αγιασμός, 

που είναι απαραίτητος για την ψυχική μας σωτηρία, 

για ν' αξιωθούμε να δούμε τον Κύριο; 

Είναι αυτό ακριβώς, 

που λέει η λέξη. 

Να γινόμαστε άγιοι, 

να επιδιώκομε να πλησιάζομε περισσότερο τον Άγιο, 

τον μοναδικόν στην κυριολεξίαν Άγιον, 

τον Θεόν. 

Αυτός μας το ζήτησε. 


του π. Ευθυμίου Μπαρδάκα


Και δική Του παραγγελία είναι το: ''Άγιοι έσεσθε, ότι εγώ Άγιος ειμί''. (Α' Πέτρ. α' 16). Άγιος εγώ, άγιοι και εσείς. Άγιος ο Θεός, άγιοι και οι Χριστιανοί. Αυτό είναι το χρέος μας, το καθήκον μας, να γινόμαστε καθημερινά και περισσότερο όμοιοι προς τον Θεό, να αντιγράφομε την αγιότητα του Θεού. Αυτός είναι ο αγιασμός, που μας ζητεί ο Απόστολος. Και με αυτόν ασφαλώς θα δούμε τον Κύριο. Να εμβαθύνομε όμως στην έννοια της αγιότητας. Είναι άγιος ο Θεός. Δηλαδή ελεύθερος από κάθε υλική ατέλεια, αποστρεφόμενος κάθε τι που είναι πονηρό και φαύλο, αγαπά δε μόνο ό,τι είναι καλό, δίκαιο, αγαθό. Τίποτα το κακό, το ακάθαρτο, το μη τελείως αγνό δεν υπάρχει στον Θεό. Αλλά άνθρωποι όμως εν αμαρτίαις ζώντες καθημερινά και από κόσμο αμαρτωλό περιβαλλόμενοι, δεν είναι δυνατόν να συλλάβομε την απόλυτη αγιότητα του Θεού, του ''Φύσει αγίου'', του''Πάσης επέκεινα καθαρότητος'', της πηγής της αγιότητας εκ της οποίας μεταλαμβάνουν και οι άνθρωποι, Του Οποίου είναι απρόσιτη η αγιότητα και απερίγραπτη και άφθαστη και ασύλληπτη. Καμμία σύγκριση δεν επιδέχεται η αγιότητα του Θεού και προς των αγγέλλων και των αρχαγγέλλων την αγιότητα, η οποία οσονδήποτε κι αν είναι μεγάλη, είναι όμως περιορισμένη εν σχέσει προς την απόλυτη αγιότητα του Θεού. Προς αυτήν την αγιότητα του Θεού καλείται ο άνθρωπος, να κατευθύνει τις προσπάθειές του. Να αναπαραγάγει στον εαυτό του, στην ψυχή του, την αγία ζωή του Χριστού, να καλλιεργήσει το σπέρμα της αγιότητος, το οποίο δια του βαπτίσματος εναπέθεσε σε εμάς ο Χριστός. Να απομακρύνει την αδικία και να εγκολπωθεί την δικαιοσύνη. 

ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΗΝ ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΚΟΣΜΙΑΝΗ



Θαῦμα τῆς Θεοτόκου στήν αἱρετική Κοσμιανή 


«Δέν εἶσαι δική μας»


Μᾶς διηγήθηκε ὁ Ἀναστάσιος, 
ὁ Πρεσβύτερος καὶ θησαυροφύλακας τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως, 
ὅτι, ὅταν ἦρθε ἡ Κοσμιανή, ἡ γυναίκα τοῦ πατρίκιου Γερμανοῦ, 
θέλησε μιὰ ἁγία Κυριακὴ νύχτα νὰ προσκυνήσει μόνη τὸ ἅγιο καὶ ζωοποιὸ Μνῆμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. 
Καὶ καθὼς πλησίαζε τὸ ἱερό, 
τὴν συνάντησε ὀφθαλμοφανῶς ἡ Ἁγία Θεοτόκος μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες καὶ εἶπε: 
«Μιὰ καὶ δὲν εἶσαι ἀπὸ μᾶς, δὲν μπαίνεις ἐδῶ μέσα, γιατὶ δὲν εἶσαι δική μας» 
(ἀνῆκε στὴν αἵρεση τοῦ Σεβήρου τοῦ Ἀκέφαλου). 
Αὐτὴ ὅμως τὴν παρακαλεῖ πολὺ νὰ τῆς ἐπιτραπεῖ ἡ εἴσοδος. 
Τῆς ἀποκρίθηκε ἡ Θεοτόκος καὶ εἶπε: 
«Σὲ βεβαιώνω, γυναίκα, δὲν θὰ μπεῖς ἐδῶ μέσα, μέχρι ποὺ νὰ ἔρθεις σὲ μυστηριακὴ κοινωνία μὲ μᾶς». 
Αὐτή, ἐπειδὴ κατάλαβε ὅτι ἐμποδίζεται νὰ μπεῖ, ἐπειδὴ εἶναι αἱρετική, 
καὶ ὅτι, ἂν δὲν προσέλθει στὴν Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, 
δὲν μπαίνει, κάλεσε εὐθὺς τὸν Διάκονο· 
κι ὅταν ἦρθε τὸ Ἅγιο Ποτήριο, μετάλαβε τὸ Ἅγιο Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ· 
κι ἔτσι ἀξιώθηκε νὰ προσκυνήσει ἀνεμπόδιστα τὸ ἅγιο καὶ ζωοποιὸ Μνῆμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. 


Αναδημοσίευση από το περιοδικό της Ι. Μ. Αγίων Αγγέλων Αφιδνών: ''Οικοδομή και Παραμυθία'', 
αριθμός τεύχους 8, Ιούνιος - Αύγουστος 2016. Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Ἰωάννου Μόσχου, Λειμωνάριον, Κεφάλ. 48, σελ. 58, ἔκδοσι Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα, Ἅγιον Ὄρος 1983. 
Ἐπιμέλ. ἡμετ. Πατρίκιος: τιμητικός τίτλος ἰσόβιος, ἀλλά ὄχι κληρονομικός, πού ἀπόνεμαν οἱ Ρωμαῖοι Αὐτοκράτορες σέ ἀνώτατους Ἄρχοντες.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

ΧΑΙΡΕ ΑΝΑΒΑΙΝΟΥΣΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΤΑ ΣΚΗΝΩΜΑΤΑ



Tώρα μέ τήν Χάριν της 

θά ὁμιλήσωμε περί τῆς ἐξόδου και τῆς Μεταστάσεως αὐτῆς 

ἀπό τόν παρόντα κόσμον εἰς τήν αἰώνιον Βασιλείαν τοῦ Υἱοῦ της. 

Εἶναι ὄντως φαιδρά καί χαρμόσυνος γιά τήν ἀκοήν τῶν φιλοθέων ἡ τοιαύτη διήγησις. 

Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, 

εὐδόκησε νά μεταθέση τήν παναγίαν καί πανάμωμον μητέρα του 

ἀπό τόν κόσμον αὐτόν εἰς τήν Βασιλείαν του, 

προκειμένου νά λάβη τόν ἄφθαρτον στέφανον τῶν ὑπερφυῶν ἀγώνων καί ἀρετῶν της, 

νά τήν τοποθετήση θεομητροπρεπῶς «ἐκ δεξιῶν του, περιβεβλημένην μέ πορφύραν καὶ πεποικιλμένην ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ» (Ψαλμ. μδ΄, 12) 

καί νά τήν ἀνακηρύξη Βασίλισσαν πάντων τῶν κτισμάτων, 

ὁδηγῶν αὐτήν εἰς τό ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος καί ἐγκαθιστῶν εἰς τά ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, τῆς ἐγνωστοποίησε ἐκ τῶν προτέρων τήν ἔνδοξον αὐτῆς μετάστασιν. 

Ἀπέστειλε πάλιν εἰς αὐτήν τόν ἀρχάγγελον Γαβριήλ 

γιά νά τῆς ἀναγγείλη τήν ἔνδοξον ἐκδημίαν της, 

καθώς ἄλλοτε τήν θαυμαστήν αὐτῆς σύλληψιν.



Τὴν ἐπεσκέφθη λοιπὸν ὁ ἀρχάγγελος καὶ τῆς ἐπέδωσε ἕνα κλάδον φοίνικος, σύμβολον τῆς νίκης, τὸ ὁποῖον εἶχε ἄλλοτε χρησιμοποιήσει ὁ λαὸς ὑποδεχόμενος εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ τὸν Υἱόν της, τὸν νικητὴν τοῦ θανάτου καὶ ἐξολοθρευτὴν τοῦ Ἅδου. Ὁμοίως καὶ τώρα ὁ Γαβριὴλ δίδει αὐτὸν τὸν κλάδον εἰς τὴν Παρθένον, ὡς σύμβολον τῆς νίκης κατὰ πάντων τῶν δεινῶν καὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θανάτου, λέγοντας· «Ὁ Κύριος καὶ Υἱός σου σὲ προσκαλεῖ: Ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἔλθης πλησίον μου, ὦ καλὴ μῆτερ μου ( Ἆσμ. ἀσμ. β΄, 10 καὶ 13). Γιὰ τοῦτο μὲ ἀπέστειλε πάλι νὰ σοῦ ἀνακοινώσω, ὦ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», ὅτι σήμερα θὰ εὐφράνης, ὦ Κεχαριτωμένη, τὶς οὐράνιες στρατιὲς μὲ τὴν ἄνοδόν σου καὶ θὰ λαμπρύνης περισσότερον τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων, καθὼς ἔπλησες εὐφροσύνης τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν γῆν. Ἀγάλλου καὶ σὺ μαζί τους καθὼς ἄλλοτε τὸ εἶχες φανερώσει, διότι ἀπὸ τώρα θὰ σὲ μακαρίζουν εἰς τοὺς αἰῶνας ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα, «πᾶσαι αἱ γενεαί». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ». Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες σου ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν Υἱόν σου, ὅθεν κατὰ τὸ αἴτημά σου σὲ προστάζει νὰ ἀφήσης τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ νὰ ἀνέλθης εἰς τὰ οὐράνια σκηνώματα γιὰ νὰ εἶσαι αἰωνίως μαζί του, εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ αἰωνίαν ζωήν». Καθὼς ἤκουσε ἡ ἁγία Θεοτόκος τοὺς λόγους τούτους ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ ἔδωσε εἰς τὸν ἄγγελον τὴν ἰδίαν, ὅπως καὶ παλαιά, ἀπόκρισιν: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι —καὶ τώρα— κατὰ τὸ ρῆμα σου⋅ καὶ ἀπῆλθεν ἀπ' αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκ. α΄, 38). Τότε ἡ ὑπερευλογημένη καὶ ἔνδοξος Θεοτόκος Μαρία ἠγέρθη καὶ ἀγαλλομένη ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιὰ νὰ ἀπευθύνη πρὸς τὸν Κύριον ἐν ἡσυχίᾳ τὶς εὐχαριστίες καὶ τὰ αἰτήματά της γι' αὐτὴν τὴν ἰδίαν καὶ γιὰ τὸν κόσμον ὅλον. Ὅταν ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ προσέφερε τὴν λογικὴν λατρείαν εἰς τὸν Υἱόν της, τὶς δεήσεις καὶ τὶς εὐχαριστίες της. Συνέβη τότε ἕνα μέγα θαῦμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἠξιώθησαν τῆς τοιαύτης ἐμπειρίας καὶ δι' αὐτῶν ἔφθασε ἕως ἐμᾶς. Ἐνῷ, δηλαδή, προσηύχετο καὶ παρακαλοῦσε τὸν Κύριον μέσα εἰς μίαν πραγματικὴν μυσταγωγίαν, ὅλα τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα δένδρα ἔκλιναν πρὸς τὴν γῆν καὶ τὴν προσεκύνησαν. Ὅταν ἐτελείωσε τὴν ἱκεσίαν καὶ τὴν εὐχαριστίαν της, πλημμυρισμένη ὅλη ἀπὸ Θεὸν ἐπέστρεψε εἰς τὴν Σιών. Εὐθὺς ἀμέσως ὁ Κύριος ἀπέστειλε ἐπὶ νεφέλης τὸν εὐαγγελιστὴν καὶ Θεολόγον Ἰωάννην, καθ' ὅτι ἡ ἁγία Παρθένος εἶχε μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ τὸν ἰδῆ, δεδομένου ὅτι ὁ Κύριος τοὺς εἶχε συνδέσει δι' υἱοθεσίας. Ἡ ἐξ ὅλων τῶν γυναικῶν ὑπερευλογημένη καθὼς τὸν εἶδε ἐχάρη ἀκόμη περισσότερον καὶ ἐζήτησε νὰ προσευχηθοῦν. Μετὰ τὴν εὐχὴν ἡ ἁγία καὶ ἀειπάρθενος Βασίλισσα ἀνεκοίνωσε εἰς τὸν Ἰωάννην καὶ εἰς τὶς ἐκεῖ παρευρισκόμενες παρθένους τὸ νέον μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου ποὺ ἀφοροῦσε τὴν μετάθεσίν της καὶ τοὺς ἔδειξε τὸν κλάδον τοῦ φοίνικος τὸν ὁποῖον παρέλαβε ἀπὸ αὐτόν. 

ΣΗΜΕΡΟΝ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΟΡΤΑΖΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ



Μία των γλυκυτέρων και συμπαθεστέρων εορτών του χριστιανικού κόσμου

είναι και η Κοίμησις της υπεραγίας Θεοτόκου, 

ην σήμερον εορτάζει η Εκκλησία. 

Ευθύς από των πρώτων μ.Χ. αιώνων, 

έξοχος υπήρξεν η τιμή και ευλάβεια, 

ην απένεμον οι χριστιανοί προς την Παρθένον Μαρίαν. 

Αλλ’ η σημερινή εορτή είναι η κατ’ εξοχήν μνήμη της Θεοτόκου, 

άτε την Κοίμησιν αυτής υπόθεσιν έχουσα. 

Η Κοίμησις αύτη συνέβη, κατά την ευσεβή παράδοσιν, 

τη 15 Αυγούστου, αλλά προϊόντος του χρόνου, 

συν τη καλλιεργεία και αναπτύξει του χριστιανικού πνεύματος, 

ετάχθη η προηγουμένη της ημέρας ταύτης δεκατετραήμερος εγκράτεια, 

προς τιμήν της υπεράγνου Θεομήτορος και αυτή γινομένη. 


του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


Αγομένης της νηστείας ταύτης, ψάλλονται εν τοις ιεροίς ναοίς εναλλάξ καθ’ εκάστην, οι δύο μελωδικώτατοι Παρακλητικοί Κανόνες, η Μεγάλη λεγομένη παράκλησις και η Μικρά. Και αύτη μεν επιγράφεται «ποίημα Θεοστηρίκτου μοναχού, η Θεοφάνους», και πιθανώτατον, ότι είναι του Θεοφάνους μάλλον, διότι πράγματι φαίνεται έργον δοκιμωτάτου ποιητού, η δε Μεγάλη παράκλησις είναι ποίημα του βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως. Εξόριστος από της βασιλευούσης, αλωθείσης υπό των Λατίνων, ο ατυχής εκείνος βασιλεύς, ευγλώττως εκχέει τα παράπονά του προς την μόνην πολιούχον αυτής και προστάτιδα: «Προς τίνα καταφύγω άλλην Αγνή; που προστρέξω λοιπόν και σωθήσομαι; Που πορευθώ;. Εις σε μόνην ελπίζω, εις σε μόνην καυχώμαι, και επί σε θαρρών κατέφυγον». Περί το τέλος του Μεγάλου Παρακλητικού κανόνος ψάλλονται και τα κατανυκτικώτατα εκείνα εξαποστειλάρια. Το πρώτον, ως εκ μέρους της Θεοτόκου, αρχαιοπρεπές και απέριττον, έχει ώδε: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα, και συ Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα». Το τρίτον, ικεσία εκ μέρους των πιστών, είναι περιπαθέστατον: «Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των αγγέλων, παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει». Προς το τροπάριον τούτο συνδέεται ευσεβής τις δοξασία από στόματος εις στόμα φερομένη και ασπαστή παρ’ ορθοδόξοις χριστιανοίς, ότι, κατά την τελευταίαν Κρίσιν, και προ της φρικτής αποφάσεως του αδεκάστου δικαστού, η εύσπλαγχνος Μήτηρ και Παρθένος θ’ ανατείνη το τελευταίον χείρας ικέτιδας προς τον Υιόν της και Κύριον, επικαλουμένη την συγκατάβασιν αυτού επί των αμαρτωλών. Μετά την δεκαπενθήμερον προπαρασκευήν και νηστείαν, άρχεται η εορτή, και μετ’ αυτήν τα μεθέορτα, ψαλλόμενα μέχρι της 23 του μηνός, καθ’ ην τελείται η απόδοσις της εορτής, η άλλως λεγομένη και Μετάστασις της Θεοτόκου. Αλλά και όλος ο Αύγουστος μην θεωρείται αφιερωμένος εις την Θεομήτορα, εν τω ιερώ δε Άθω, τη ακροπόλει ταύτη της Ορθοδοξίας, ήτις εδέχθη μετά την πτώσιν της Βασιλευούσης όσα κειμήλια και θησαυρούς δεν περιεσύλησαν οι αλλόφυλοι, και όπου περιεσώθη προς τοις άλλοις και η προς την Θεοτόκον ιδιάζουσα τιμή και το προνόμιον του επ’ ονόματι αυτής σεμνύνεσθαι, τα μεθέορτα εξακολουθούσι και μετά την 23 του μηνός. Χάριν δε περιεργείας δύναται να σημειωθή και η σύμπτωσις, ότι ο Αύγουστος αστρονομικώς ανήκει εις το ζώδιον, το λεγόμενον της Παρθένου. Κατ’ αυτήν την ημέραν της εορτής τα άσματα και οι ύμνοι είναι εκ των καλλίστων της Εκκλησίας. 'Ο,τι υψηλόν και ωραίον έγραψέ ποτέ ο Κοσμάς και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, οι δύο μέγιστοι της Εκκλησίας μελοποιοί, τονίζεται την ημέραν ταύτην επ’ εκκλησίας, και η ακολουθία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αμιλλάται προς τας της Μεγάλης Εβδομάδος και των Χριστουγέννων. Λυρικώτατος είναι ο ένθεος Κανών του ιερού Κοσμά, το «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη», εις ήχον α΄ αδόμενος, πανηγυρικώτατος δε ο του θείου Δαμασκηνού προς το «Ανοίξω το στόμα μου», εις δ΄ ήχον. Ο ειρμός της α΄ ωδής του α΄ ήχου έχει ως εξής: «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη, η ιερά και ευκλεής Παρθένε μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο, προς ευφροσύνην τους πιστούς, εξαρχούσης Μαριάμ μετά χορών και τυμπάνων, τω σω άδοντας Μονογενεί, ενδόξως ότι δεδόξασται». Το α΄ τροπάριον της αυτής ωδής λέγει· «Αμφεπονείτο αύλων τάξις, ουρανοβάμων εν Σιών το θείον σώμά σου· άφνω δε συρρεύσασα, των Αποστόλων η πληθύς, εκ περάτων Θεοτόκε, σοι παρέστησαν άρδην, μεθ’ ων Άχραντε, σου την σεπτήν, Παρθένε, μνήμην δοξάζομεν». Και το β΄ τροπάριον· «Νικητικά μεν βραβεία ήρω, κατά της φύσεως Αγνή, Θεόν κυήσασα· όμως μιμουμένη δε, τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις· διο θνήσκουσα, συν τω Υιώ, εγείρη διαιωνίζουσα». 

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ



«Ως εμψύχω Θεού κιβωτώ ψαυέτω μηδαμώς χειρ αμυήτων. 

χείλη δε πιστών τη Θεοτόκω ασιγήτως φωνήν του αγγέλου αναμέλποντα, 

εν αγαλλιάσει βοάτω: 

Όντως ανωτέρα πάντων υπάρχεις, Παρθένε αγνή». 

«Εσένα που είσαι ζωντανή κιβωτός του Θεού, 

ας μη σε αγγίζει ολότελα χέρι άπιστο, 

αλλά χείλια πιστά ας ψάλλουνε δίχως να σωπάσουνε τη φωνή του αγγέλου (ο υμνωδός θέλει να πει τη φωνή του αρχαγγέλου Γαβριήλ, που είπε «ευλογημένη συ εν γυναιξί») 

κι ας κράζουνε: «Αληθινά, είσαι ανώτερη απ' όλα Παρθένε αγνή». 

Αλλοίμονο! 

Αμύητοι, άπιστοι, ακατάνυχτοι, είμαστε οι πιο πολλοί σήμερα, 

τώρα που έπρεπε να προσπέσουμε με δάκρυα καυτερά στην Παναγία και να πούμε μαζί με το Θεόδωρο Δούκα το Λάσκαρη, 

που σύνθεσε με συντριμμένη καρδιά τον παρακλητικό κανόνα: 

«Εκύκλωσαν αι του βίου με ζάλαι ώσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». 


του Φώτη Κόντογλου


«Σαν τα μελίσσια που τριγυρίζουνε γύρω στην κερήθρα, έτσι κ' εμένα με ζώσανε οι ζαλάδες της ζωής και πέσανε απάνω στην καρδιά μου και την κατατρυπάνε με τις φαρμακερές σαγίτες τους. Άμποτε, Παναγιά μου, να σε βρω βοηθό, να με γλυτώσεις από τα βάσανα». Μα ποιός από μας γυρεύει βοήθεια από την Παναγία, από τον Χριστό κι' από τους αγίους; Γυρεύουμε βοήθεια από το κάθε τι, παρεκτός από το Θεό. Αλλά τι βοήθεια μπορούνε να δώσουνε στον άνθρωπο τα είδωλα τα λεγόμενα «επιστήμη» και «τέχνη»; Ο άγιος Ισαάκ ο αναχωρητής λέγει: «Σ' όλους τους δρόμους που πορεύονται οι άνθρωποι σε τούτον τον κόσμο δεν βρίσκουνε σε κανένα την ειρήνη, ως που να σιμώσουμε στην ελπίδα του Θεού. Mα αλλοίμονο οι πιο πολλοί άνθρωποι είναι «οι μη έχοντες ελπίδα» όπως λέγει ο Παύλος. Όποιος δεν έχει την πίστη μέσα στην καρδιά του, τί ελπίδα μπορεί νάχει; Όπου ν' ακουμπήσει όλα είναι σάπια. Γι' αυτό κι' ο υμνογράφος που είπαμε, λέγει στην Παναγία: «Απορήσας εκ πάντων, οδυνηρώς κράζω σοι. Πρόφθασον, θερμή προστασία, και την βοήθειαν δος μοι τω δούλω σου τω ταπεινώ και αθλίω». «Όλα, λέγει τα δοκίμασα, μα κανένα πράγμα δε μπόρεσε να με ξαλαφρώσει. Για τούτο φωνάζω Εσένα με θρήνο πικρό, και λέγω: Πρόφταξε και δώσε τη βοήθεια σου σε μένα τον ταπεινό κι' άθλιο δούλο σου». Η Παναγία είναι η ελπίδα των απελπισμένων, η χαρά των πικραμένων, το ραβδί των τυφλών, η άγκυρα των θαλασσοδαρμένων, η μάνα των ορφανεμένων. Η θρησκεία του Χριστού είναι πονεμένη θρησκεία, ο ίδιος ο Χριστός καρφώθηκε απάνω στο ξύλο: κ' η μητέρα του η Παναγία πέρασε κάθε λύπη σε τούτον τον κόσμο. Γι' αυτό καταφεύγουμε σε Κεiνη που την είπανε οι πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη του κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγορούσα»,«Οξεία αντίληψη»,«Ελεούσα», «Οδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» και χίλια άλλα ονόματα, που δεν βγήκανε έτσι απλά από τα στόματα, αλλά από τις καρδιές που πιστεύανε και που πονούσανε. Μονάχα στην Ελλάδα προσκυνιέται η Παναγία με τον πρεπούμενο τρόπο ήγουν με δάκρυα με πόνο και με ταπεινή αγάπη. Γιατί η Ελλάδα είναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος από κάθε λογής βάσανο. Κι' από τούτη την αιτία το έθνος μας στα σκληρά τα χρόνια βρίσκει παρηγοριά και στήριγμα στα αγιασμένα μυστήρια της ορθόδοξης θρησκείας μας, και παραπάνω από όλα στο Σταυρωμένο το Χριστό και στη χαροκαμένη μητέρα του, που πέρασε την καρδιά της σπαθί δίκοπο. Σε άλλες χώρες τραγουδάνε την Παναγία με τραγούδια κοσμικά, σαν νάναι καμιά φιληνάδα τους, μα εμείς την υμνολογούμε με κατάνυξη βαθειά, θαρρετά μα με συστολή, με αγάπη μα και με σέβας, σαν μητέρα μας μα και σαν μητέρα του Θεού μας. Ανοίγουμε την καρδιά μας να τη δει τι έχει μέσα και να μας συμπονέσει. Η Παναγία είναι η πικραμένη χαρά της Ορθοδοξίας, «το χαροποιόν πένθος», «η χαρμολύπη» μας, «ο ποταμός ο γλυκερός του ελέους», «ο χρυσοπλοκώτατος πύργος και η δωδεκάτειχος πόλις». Η υμνωδία της εκκλησίας μας είναι ένας παράδεισος, ένα μυστικό περιβόλι που μοσκοβολά από λογής λογής μυρίπνοα άνθη, και τα πιο μυρουδικά, τα πιο εξαίσια, είναι αφιερωμένα στην Παναγία. Όλος ο κόσμος θλίβεται μαζί της και μαζί της χαίρεται με μια χαρά πνευματική:«Επί Σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις, αγγέλων το σύστημα και ανθρώπων το γένος, ηγιασμένε ναέ και παράδεισελογικέ, παρθενικόν καύχημα, εξ ης Θεός εσαρκώθη και παιδίον γέγονεν ο προ αιώνων υπάρχων Θεός ημών». Απορείς τι να πρωτοδιαλέξεις απ' αυτή την υμνολογία της Θεοτόκου! Θαρρείς πως ο αγέρας, τα βουνά, oι θάλασσες της Ελλάδας, τα χωριά oι πολιτείες, γεμίσαvε ευωδία πνευματική απ' αυτό «το χρυσούν θυμιατήριον», απ' αυτή «την μανναδόχον στάμνον που έχει μέσα «μύρον το ακένωτον». Οι γυναίκες μας είναι στολισμένες με τ' όνομά της, τα βουνά μας, οι κάμποι, τα νησιά, τ' ακροθαλάσσια είναι αγιασμένα από τα ξωκκλήσια της, τα καράβια μας έχουν γραμμένο απάνω στη μάσκα και στην πρύμη το γλυκύτατο τ' όνομά της. Αληθινά στην Ελλάδα μας «επί Σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις». «Για Σένα, χαίρεται όλη η πλάση. Σήμερα που κοιμήθηκες, θαρρείς πως η χαρά γίνηκε πιο μεγάλη, η θλίψη άλλαξε σε αγαλλίαση, η ελπίδα ζωήρεψε αντί να αποσκιάσει και πλημμύρησε τις καρδιές μας. Σήμερα τ' αγέρι φυσά γλυκύτερα στα κουρασμένα πρόσωπά μας, τα δέντρα σαν να γενήκανε πιο χλωρά, τ' αυγουστιάτικο κύμα σαν να αρμενίζει πιο δροσερό μέσα στο πέλαγο και αφρίζει φουσκωμένο από χαρά μεγάλη, το κάθε τι πανηγυρίζει κι' αγάλλεται.. Ω! Τι θάνατος λοιπόν είναι αυτός, που γέμισε την οικουμένη και τις καρδιές μας με τη χαρά της αθανασίας! Και καλώτατα ψέλνει ο υμνωδός σήμερα: «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβείαις ταις σαις λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών». Αληθινά λέγει και σ' ένα άλλο τροπάρι: «Τη αθανάτω σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μήτηρ της ζωής ...». Αλλά το ξαναλέγω. Τί να πει κανένας πρώτα και τί ύστερα, από τα τόσα πνευματικά υμνολογήματα που προσφέρανε οι ορθόδοξες καρδιές στην Παναγία, στο «Ρόδον το αμάραντον», που μοσκοβόλησε και άγιασε την καταβασανισμένη την Ελλάδα; Την υμνολογήσανε με τα λόγια, με τη ψαλμωδία, με τη ζωγραφική, με το σκαλισμένο ξύλο, με τ' ασήμι, με το μάλαμα, με το κηρομάστιχο, με κάθε τίμιο κι' αγιασμέvο πράγμα που μπορεί να χρησιμέψει στον άνθρωπο για vα μπορέσει vα δείξει την αγάπη του, το σέβας του, τη χαρά του, την πίκρα του, κι' ότι άλλο αγνό αίσθημα έχει μέσα στα φύλλα της καρδιάς του. Το να πιάσει κανένας να τα ιστορήσει καταλεπτώς, θα ήτανε σαν νάθελε vα μετρήσει τον άμμο της θάλασσας; 

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

ΕΙΣ ΕΠΑΛΗΘΕΥΟΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΕΝΩΤΙΚΩΝ



Το βιβλίο αυτό γράφηκε πριν από εικοσιεπτά χρόνια,

με την ελπίδα μήπως βοηθήσει να αναχαιτισθεί η εκκλησιαστική μοιχεία του Οικουμενισμού.

Αλίμονο όμως! 

Η ελπίδα εκείνη αποδείχθηκε φρούδα. 

Ο Οικουμενισμός όχι μόνον προχώρησε και έφθασε στην κοινή λατρεία, 

και μάλιστα σε ανώτατο επίπεδο, 

αλλά ξεπέρασε και αυτά τα όρια του Χριστιανισμού, 

έγινε θρησκευτικός συγκρητισμός και σατανική πανθρησκεία, τύπου Ασίζης και «Νέας Εποχής». 

Το κακό ήρθε σιγά και ύπουλα, από πολύ παλιά. 

Είναι το «μυστήριο της ανομίας», 

που «ενεργείται» διαρκώς και περισσότερο με την πάροδο των αιώνων και τείνει πρός την εσχατολογική αποκορύφωσή του. 

Για μας εδώ, στην ορθόδοξη ανατολή, 

η τελευταία φάση του άρχισε να διαγράφεται εμφανέστερα κατά τη διάρκεια του περίφημου «αιώνα των φώτων», 

με το «Μεγάλο» Πέτρο και τη «Μεγάλη» Αικατερίνη της Ρωσίας 

και όλους εκείνους τους «ορθόδοξους», 

που εκστατικοί μαθήτευαν στα ειδωλολατρικά «φώτα» της Δύσης.



Διδάσκαλοι με μεγάλο όνομα, σαν τον Ευγένιο Βούλγαρη και τον Κοραή, δίδασκαν στην Ελλάδα την ειδωλολατρία και τους νεώτερους φιλοσόφους της Δύσεως και διαπληκτίζονταν οι λόγιοι από τα Ιωάννινα μέχρι το Φανάρι για το ποιοί φιλόσοφοι ήταν ανώτεροι, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ή ο Leibnitz, ο Wolff και ο Locke. Οι λίγοι μοναχοί του Αγίου Όρους που είχαν αληθινά χριστιανικό φρόνημα έβλεπαν με θλίψη την ματαιολογία των κατ’ όνομα ορθοδόξων Χριστιανών και αδιάφοροι για την κοσμική σοφία, έβοσκαν στον τερπνό και φωτεινό λειμώνα των συγγραμμάτων των αγίων διδασκάλων της Εκκλησίας, όπου επιλάμπει ο Χριστός και μόνον. Αποτέλεσμα ήταν να επέλθει ανάμεσα στα δύο αυτά αντίθετα ρεύματα, τέτοια ψυχική διάσταση, ώστε στό Άγιον Όρος να εξελιχθεί, με ελάχιστη κατά τα φαινόμενα αφορμή, η περίφημη περί μνημοσύνων και κολλύβων μάχη, που είχε δραματικές για τον τόπο συνέπειες. Επρόκειτο στην πραγματικότητα για σύγκρουση του πατερικού πνεύματος της Ορθοδοξίας με το πνεύμα του κόσμου, που φορούσε κι αυτό μοναχική περιβολή. Τα θλιβερά εκείνα γεγονότα, που προσπάθησα κι εγώ να περιγράψω με συντομία στό περιοδικό «Οι Ρίζες» (Τεύχη 23 και 24), είναι το κλειδί για την κατανόηση της Ιστορίας μας, των δύο τελευταίων αιώνων. Πολύ πρίν γίνει ο διωγμός της Ορθοδοξίας από τον Φαρμακίδη και τους Βαυαρούς είχε γίνει ένας άλλος διωγμός στην ίδια την καρδιά της, τον Άθωνα. Και τον διωγμό εκείνον, τον πρώτο, δεν τον έκαναν χωροφύλακες αλλά μοναχοί, συνεπικουρούμενοι από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Λίγοι έχουν αντιληφθεί πόσο καίρια σημασία είχε ο διωγμός των κολλυβάδων από το Άγιον Όρος για τις μετέπειτα εξελίξεις σ’ ολόκληρο το χώρο της ορθόδοξης ανατολής. Χωρίς τη σωστή εκτίμηση των γεγονότων αυτών δεν μπορούμε να καταλάβουμε από ποιά «σκάλα» κατεβήκαμε στό «υπόγειο» που βρισκόμαστε σήμερα, και θα παραμείνει αίνιγμα πώς, λαοί που έδωσαν στην Εκκλησία του Χριστού τόσους αγίους και μάρτυρες, έφθασαν στις μέρες μας να παραδώσουν την Ορθοδοξία στους εχθρούς της χωρίς αντίσταση. Πολλά έχουν γραφεί για το καλό που έγινε στην υπόλοιπη Ελλάδα από τους μοναχούς με πατερικό φρόνημα και βίωμα, που διωγμένοι από το Άγιο Όρος από τους εκεί συνασκητές τους, και με το χλευαστικό παρωνύμιο «κολλυβάδες», εγκατεστάθηκαν και ασκήτεψαν σε διάφορα νησιά του Αιγαίου στα τέλη του 18ου αιώνα. Ελάχιστα όμως έχουν γραφεί για το κακό που έγινε στό ίδιο το Άγιον Όρος από την ολοκληρωτική ερήμωσή του από τους φορείς της ορθοδόξου Παραδόσεως ή για το κακό που έγινε στις ορθόδοξες χώρες από το γεγονός αυτό. Το Άγιον Όρος είναι το μοναστικό κέντρο της Ορθοδοξίας για ολόκληρη τη δεύτερη μετά Χριστόν χιλιετηρίδα, ο δε μοναχισμός είναι η καρδιά της Ορθοδοξίας. Τα γεγονότα του 18ου αιώνα έμειναν η αθεράπευτη πληγή της καρδιάς αυτής. Ο κύριος αγωγός της πνευματικής μας Παράδοσης διακόπηκε, και οι σποραδικές και διάσπαρτες εστίες της κατακερματίστηκαν και αποδυναμώθηκαν ολοσχερώς σε διάστημα μικρότερο του αιώνος. Η άνθηση της Ορθοδοξίας στα νησιά του Αιγαίου και η παράλληλη και αντίστοιχη άνθηση της Παϊσιανής παράδοσης στη Μολδαβία και τη Ρωσία δεν είχαν την απαιτούμενη μάζα για να συνεχίσουν την πρώθησή τους μέσα στους αντίξοους καιρούς. Ήταν δύο μεγάλοι ποταμοί με καθαρό και δροσερό νερό, που η πηγή τους, το Άγιον Όρος, είχε στερέψει. Τα μνημεία της φωτεινής εκείνης εποχής είναι σήμερα ερείπια εγκαταλειμένων μοναστηριών, όπως του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο, του Νιαμέτς στη Ρουμανία, της Όπτινα στη Ρωσία. Το κακό το επισφράγησαν οι δύο μεγάλες καταστροφές, της Μικράς Ασίας και της Ρωσίας. Όταν το 1924 το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η Εκκλησία της Ελλάδος κατήργησαν το εορτολόγιο των ορθοδόξων και έφεραν στη θέση του το εορτολόγιο του Πάπα Γρηγορίου, πολλοί ευσεβείς άνθρωποι στην Ελλάδα κατάλαβαν ότι οι ποιμένες τους «θέλουν να μας φραγκέψουν» και έπαψαν να έχουν εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους. Έμειναν όμως χωρίς επισκόπους, χωρίς πρεσβυτέρους και χωρίς ναούς. Τότε ήρθε αρωγός στο λαό το Άγιον Όρος, που κι αυτό δεν είχε δεχθεί την καινοτομία και το μεγάλο μέρος των μοναχών του δεν μνημόνευε τον καινοτόμο Πατριάρχη. Έτσι, οι ιερομόναχοι και οι απλοί μοναχοί του Αγίου Όρους έγιναν οι καθοδηγητές του ορθόδοξου λαού, που χλευαστικά ονομάστηκαν «Παλαιοημερολογίτες». Όμως, τι είδους Ορθοδοξία έδωσαν οι αγιορείτες αυτοί στο λαό που διψούσε για την αλήθεια και ήθελε να μείνει στην πίστη και στην ευσέβεια των Πατέρων του; Ποιά άλλη από την «Ορθοδοξία» των διωκτών εκείνων αγιορειτών του 18ου αιώνος, που είχαν φορτώσει στην ψυχή τους το αίμα των δολοφονημένων κολλυβάδων; Γιατί, αυτή η πίστη, αυτή η παράδοση, αυτή η ευσέβεια είχε μείνει στό Άγιον Όρος μετά την αποπομπή των κολλυβάδων. Κάθε πνευματικός γυιός αυτήν την παράδοση κληρονομούσε από τον πνευματικό του πατέρα, αυτήν την παράδοση που η Αγία Γραφή ονομάζει «παράδοση των ανθρώπων». «Διατί παραβαίνετε την εντολή του Θεού διά την παράδοσιν υμών; Υποκριταί! Καλώς προεφήτευσε περί υμών Ησαϊας λέγων: εγγίζει μοι ο λαός ούτος τω στόματι αυτών και τοις χείλεσι με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού μάτην δε σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίαν εντάλματα ανθρώπων...» (Ματθ. ιε΄). Να, λοιπόν, πώς φθάσαμε να ενσκήψει η λαίλαπα του Οικουμενισμού και του συγκρητισμού επάνω μας και να μήν υπάρχουν άνθρωποι να προβάλουν αντίσταση. Ποιος να αντισταθεί; το πλήθος των αδιαφόρων και απονευρωμένων ψυχών των Χριστιανών της καλοπέρασης, που χειροκροτούν κάθε νεοτερισμό και τρέφονται πνευματικά με ορθοδοξόμορφο δυτική ευσέβεια ή οι προδομένοι από τους γεροντάδες και πνευματικούς τους φιλομόναχοι, που αν συναντούσαν σήμερα έναν από εκείνους τους αγίους κολλυβάδες του 18ου αιώνα θα τον προπηλάκιζαν και θα τον εξευτέλιζαν πολύ χειρότερα από τους πνευματικούς των προγόνους; Οι σημερινοί «ορθόδοξοι» διδάχθηκαν δύο ειδών «Ορθοδοξίες». Ή την «Ορθοδοξία» του «χαρά και γέλιο και καμάρι» ή τη μοναστική «Ορθοδοξία» της αντικολλυβαδικής παραδόσεως. Την πατερική Ορθοδοξία λίγοι την γνωρίζουν και ελάχιστοι την αγαπούν και αγωνίζονται να τη ζήσουν. Όμως αυτή είναι η μόνη, που έχει το «ύδωρ το ζών», που κάνει ζωντανές τις ψυχές των ανθρώπων, ώστε να μπορούν να αγωνιστούν για την αλήθεια. Πώς, λοιπόν, να αναχαιτισθεί ο Οικουμενισμός, αφού φυτεύθηκε σε τόσο πρόσφορο έδαφος; Οι ορθόδοξοι Χριστιανοί των τελευταίων καιρών «την αγάπην της αληθείας ουκ εδέξαντο εις το σωθήναι αυτούς και διά τούτο πέμψει αυτοίς ο Θεός ενέργειαν πλάνης εις το πιστεύσαι αυτούς τω ψεύδει, ίνα κριθώσι πάντες οι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλ’ ευδοκήσαντες εν τη αδικία» (Θεσσ. Β΄, β΄ 10-12). Εκεί που φθάσαμε μόνο θαύμα μπορεί να μας σώσει, όσους βέβαια θέλουμε να σωθούμε. Γιατί έχουμε μπροστά μας τη δαιμονική ειδωλολατρική πανθρησκεία με ορθοδοξοφανή πολλές φορές προσωπεία και από πίσω μας δεν έχουμε την παράδοση και το παράδειγμα για να μας καθοδηγήσει και να μας στηρίξει. Εμείς, οι έσχατοι Χριστιανοί, δεν έχουμε δίπλα μας αγίους ανθρώπους για να μας δείξουν τον δρόμο, ζωντανοί πρός ζωντανούς, όπως γινόταν παλιά. Έχουμε όμως σε αφθονία κάτι που δεν το είχαν οι παλιοί, έχουμε τα βιβλία των αγίων. Ο Θεός οικονομεί για την κάθε γενεά με αγάπη και δικαιοσύνη. Άς επωφεληθούμε, λοιπόν, από το μερίδιο το δικό μας. Ο Θεός κάνει και σήμερα θαύματα, όπως παλιά, και θα μας σώσει, αν δεν συμβιβασθούμε με κανένα ψέμα και αν αποφασίσουμε «πάντα παθείν διά την ευσέβειαν». Αν θέλουμε να μείνουμε αληθινοί μαθητές του Χριστού στα χρόνια των μεγάλων θλίψεων που έρχονται, πρέπει να πάρουμε την απόφαση να είμαστε αληθινοί σε όλα, έστω και αν χρειαστεί να μείνουμε μόνον δύο ή τρείς συνηγμένοι στό Όνομά Του. Το βιβλίο, που έχετε στα χέρια σας δεν έφερε μέχρι τώρα κανένα εμφανές αποτέλεσμα. Είναι όμως τόσο επίκαιρα, τα όσα είναι γραμμένα σ’ αυτό, ώστε πολλοί θα νομίσουν ότι το έγραψα σήμερα και όχι πρίν από 27 ολόκληρα χρόνια. Εν τούτοις, το κείμενο παραμένει αναλλοίωτο, όπως ακριβώς τυπώθηκε το 1964. Ούτε γράμμα δεν έχει αλλάξει. Το μόνο καινούργιο είναι αυτός ο πρόλογος. Σήμερα, φυσικά, δεν πιστεύω ότι μπορεί να αναχαιτισθεί το κακό. Θέλω, μόνο, να μη χαθεί η μαρτυρία της αλήθειας. Αυτό είναι το δικό μας ανθρώπινο καθήκον. Τα υπόλοιπα, τα ξέρει μόνον ο Θεός. Δεν υπάρχουν παρά μόνο δύο σημεία του κειμένου, που πρέπει να διορθωθούν. Το πρώτο είναι στη σελίδα 35. Γράφω: «Ο λόγος για τον οποίον απεφασίσθη η εισαγωγή του νέου ημερολογίου στην Ελλάδα, ούτε αστρονομικός, ούτε θεολογικός ήταν». Ότι ο λόγος δεν ήταν αστρονομικός είναι αλήθεια, αλλά ότι δεν ήταν ούτε θεολογικός είναι λάθος. Η αλλαγή του ημερολογίου ήταν η πρώτη πράξη του Οικουμενισμού, η πρώτη εμπράγματη εφαρμογή του. Με την εισαγωγή του δυτικού εορτολογίου στην Εκκλησία της Ελλάδος πραγματοποιήθηκε η εορτολογική ένωσή της με τους Παπικούς και τους Προτεστάντες. Τα στάδια της ενώσεως των Ανατολικών με τους Δυτικούς είχαν περιγραφεί επίσημα στην περίφημη εγκύκλιο «προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού», που κυκλοφόρησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο σ’ όλες τις αερετικές και ορθόδοξες Εκκλησίες το 1920, τέσσερα χρόνια πρίν από την αλλαγή του ημερολογίου στην Ελλάδα (βλέπε Ι. Καρμίρη, «Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος β΄). Στην εγκύκλιο αυτή, η αλλαγή του εορτολογίου περιγράφεται σαν το πρώτο βήμα, η πρώτη φάση της ενώσεως των Εκκλησιών, που πρέπει να προηγηθεί όλων των άλλων. Το δεύτερο σημείο που πρέπει να διορθωθεί είναι στη σελίδα 95, εκεί που γράφω για τις ρωσικές Εκκλησίες. Η διαφορά ανάμεσα στο Πατριαρχείο της Μόσχας και τη Ρωσική Εκκλησία της διασποράς, που δεν έχει εκκλησιαστική κοινωνία με το Πατριαρχείο, δεν ήταν τόσο επιφανειακή, όσο νόμισα τότε. Το Πατριαρχείο της Μόσχας ταυτίστηκε με το αντίθεο κομμουνιστικό κράτος το 1927 επί Σεργίου, που έγινε Πατριάρχης επειδή δέχθηκε να διακηρύξει τα εντελώς αντίθετα απ’ όσα είχε διακηρύξει η Σύνοδος του 1917-18 και ο Πατριάρχης Τύχων, που μαρτύρησε δηλητηριασμένος το 1925. Μέχρι σήμερα, το Πατριαρχείο Μόσχας είναι υπάκουα υποταγμένο στο σοβιετικό κράτος, από το οποίο και χρηματοδοτείται. Τι δρόμο θα ακολουθήσει στο μέλλον η Ρωσική Εκκλησία της διασποράς δεν το ξέρω, ένα είναι βέβαιο, το 1983 η Εκκλησία αυτή αναθεμάτισε επίσημα την αίρεση του Οικουμενισμού και όσους κοινωνούν μ’ αυτήν. Ο αναθεματισμός αυτός πήρε κεντρική θέση στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας και διαβάζεται έκτοτε επίσημα σε κάθε ορθόδοξο ναό την Κυριακή της Ορθοδοξίας, μαζί με τα άλλα αναθέματα των από αιώνων αιρετικών. Όσα έγιναν μέσα στα 27 χρόνια που μεσολάβησαν, από την πρώτη έκδοση, δικαίωσαν την κάθε γραμμή του βιβλίου αυτού. Υπήρξαν διάσημοι πνευματικοί τότε, που όταν διάβασαν τα χειρόγραφα εισηγήθηκαν στους εκδότες, ή να μη δημοσιευθεί το βιβλίο, ή να αλλάξει, για να μη φέρει χωρίς λόγο ταραχή στην Εκκλησία. «Μετά από κάθε κακοκαιρία, έλεγαν, ξαναβγαίνει ο ήλιος. Μόλις πεθάνει ο Αθηναγόρας, η Ορθοδοξία θα ξαναλάμψει στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως». Ο Αθηναγόρας πέθανε, αλλά η Ορθοδοξία δεν ξαναέλαμψε, ούτε και θα ξαναλάμψει στα Πατριαρχεία της Ανατολής, όπως δεν ξαναέλαμψε δέκα αιώνες τώρα στο Πατριαρχείο της Ρώμης. Η αδιάκριτη αισιοδοξία των πνευματικών είναι μια από τις αιτίες της αδράνειας των Ορθοδόξων μπροστά στην αποστασία των ποιμένων τους, που προφήτεψε ο Απόστολος Παύλος (Β΄ Θεσσ. β΄3).



Ο Κύριος δεν ήταν καθόλου αισιόδοξος για την εξέλιξη των γεγονότων 

και μας είχε εξηγήσει, 

όπως εξ’ άλλου και όλοι οι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, 

ότι όσο περνάει ο καιρός και θα πλησιάζει η ένδοξη Δευτέρα Παρουσία και η ανάσταση και η ανακαίνιση των πάντων, 

θα πηγαίνουμε από το κακό στο χειρότερο, 

σε σημείο να κινδυνεύσουν στο τέλος να χαθούν και οι εκλεκτοί. 

«Πλήν ο υιός του ανθρώπου ελθών, άρα ευρήσει την πίστην επί της γής;» (Λουκ. ιη΄, 8). 

Στο τέλος, είπε ο Κύριος, 

η ανθρωπότητα θα είναι όπως ήταν στις μέρες του Νώε και στις μέρες του Λωτ, δηλαδή Σόδομα και Γόμορα (Λουκ. ιζ΄ 26, 28). 

Η αποστασία των ποιμένων δεν θα αφήνει τους ποιμενόμενους να ανανήψουν, 

διότι θα τους ζητούν να κάνουν υπακοή σ’ αυτούς που οι ίδιοι δεν κάνουν υπακοή στό Χριστό, 

τον οποίο οι περισσότεροι, 

ούτε αγαπούν, ούτε καν πιστεύουν σ’ Αυτόν.


 Εκ του βιβλίου του Αλεξάνδρου Καλόμοιρου: ''ΚΑΤΑ ΕΝΩΤΙΚΩΝ''. 
''Ο πρόλογος αυτός γράφηκε τον Απρίλιο του 1989, ένα περίπου χρόνο πριν τον θάνατο του συγγραφέα''.
 Εκδόσεις ''Ζέφυρος'', Αθήνα 1964, σελίδες 20 - 23. 
Στην φωτογραφία της ανάρτησης, 
ο  αείμνηστος, Μητροπολίτης Σίλβεστρος της Εκκλησίας των Κατακομβών της Ρουμανίας, 
που αντιστάθηκε στην προέλαση του Οικουμενισμού δια της ημερολογιακής καινοτομίας 
και εκοιμήθη ειρηνικώς το 1992.
 Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Αλέξανδρος Καλόμοιρος


Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΟΥ 1926



Η αγωνιστικότητα καὶ ἐπινοητικότητα τῶν Προπατόρων μας στὴν Γνησία Ὀρθοδοξία 

ἦταν ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ ἱεροῦ Ἀγῶνος 

ὑπὲρ τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου ἐντυπωσιακή.

Ἐπὶ τῇ Ἑορτῇ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, 

ἀναδημοσιεύουμε διήγησι αὐτόπτου μάρτυρος ἀπὸ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Κοιμήσεως τοῦ 1926,

ὅπως παρατίθεται στὸ ἐπίσημο περιοδικό μας
«Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας»,
ἀριθ. 339/23.5.1960, σελ. 3.



Ἡ Παναγία μας θέρμαινε τὸν ζῆλο τους, ὥστε νὰ ἀψηφοῦν τὶς διώξεις καὶ νὰ ἐμμένουν στὴν Ἀκαινοτόμητη Ὀρθοδοξία, καταισχύνοντας τοὺς θλιβεροὺς διῶκτες τους καὶ ὑπερασπιζόμενοι τοὺς γνησίους Λειτουργοὺς τοῦ Ὑψίστου. Τὸ κείμενο-μαρτυρία, ὑπογραφόμενο ἀπὸ τὸν Κ.Ν., ἔχει ὡς ἑξῆς: Κατὰ τὸ 1926, 14-15 Αὐγούστου, ἐπήγαμε κάτωθεν ἀπὸ τὶς Βασιλικὲς Γέφυρες, ὅπου εἶναι πρὸς τὰ Λιόσια. Εἶναι τὸ περιβόλι τοῦ Τουρκαμπῆ, τὸ ὁποῖον ἔχει μέσα δύο Ἐκκλησίες, τὸν Ἅγιον Νικόλαον καὶ τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου. Ἐπήγαμε καὶ τοὺς παρακαλέσαμε νὰ μᾶς ἀφίσουνε νὰ κάνουμε τὴν Ἀγρυπνία τῆς Κοιμήσεως καὶ οἱ νοικοκυραῖοι μᾶς ἄφισαν καὶ ἀφοῦ ἐπήγαμε καὶ ἀρχίσαμε τὴν Ἀκολουθία, στὰς 11.30 μ.μ., ἐπαρουσιάστηκε ἀστυνομικὴ ἀρχὴ καὶ ἐζητοῦσαν τὸν Ἱερέα, χωρὶς ὀνομαστικὸν ἔνταλμα. Ἐγὼ ἔψαλλα καὶ ἤλθανε καὶ μοῦ λένε: −Ζητᾶνε τὸν Ἱερέα. Τότε ἄφισα ἄλλον στὸ ἀναλόγιον καὶ ἐβγῆκα ἔξω καὶ ἄλλοι μαζί μου, Βαπορίδης, Σιδέρης κλπ. καὶ ἐκαλησπέρισα τὸν ἐπικεφαλῆς καὶ ρωτῶ, τί ζητοῦν; Καὶ μοῦ λένε: −Τὸν Ἱερέα. Καὶ τοὺς λέγω: −Νὰ τὸν πάρετε, παιδιά, ἀλλὰ ὄχι τώρα. Διότι ἄν τὸν πάρετε τώρα, δὲν σᾶς ἐγγυοῦμαι τὶ θὰ πάθετε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν - ἦταν ἕως 2 μὲ 2 ½ χιλιάδες Λαός. Ἀλλὰ θὰ ἀφίσετε, συνέχισα, νὰ τελειώσῃ τὴν Λειτουργίαν καί, ἑωσότου νὰ κάμῃ τὴν κατάλυσιν ὁ Ἱερεύς, ὁ κόσμος θὰ φύγῃ καὶ ἔτσι μὲ ἡσυχίαν τὸν παίρνετε καὶ πᾶτε στὴν δουλειά σας – καὶ ἀναπαυθήκανε οἱ κύριοι, ὅτι ἔτσι τὸν εἴχανε στὰ χέρια τους. −Πάντως, καθίσατε στὸ ὄχημά σας καὶ φυλᾶτε. Ἐμεῖς ἀμέσως ἐπήγαμε μέσα στὸν Ἱερέα καὶ τοῦ λέμε νὰ τὰ πῇ λίγο σύντομα διὰ νὰ φύγῃ, διότι τὸν ζητάει ἡ Ἀστυνομία. Καὶ λέγει ὁ Ἱερεύς: −Πῶς θὰ φύγω; Ἐμεῖς τοῦ εἴπαμε: −Ἐσεῖς θὰ βγῆτε (δηλ. τελειῶστε) συντομώτερα καὶ ὅταν θὰ πῆτε τὴν Ὀπισθάμβωνον Εὐχὴν νὰ τὴν πῆτε σιγὰ καὶ ἐγὼ θὰ τὴν πῶ δυνατὰ ὅταν ἐσεῖς θὰ ἔχετε φύγει. Ἐγὼ ἐξακολούθησα νὰ ψάλλω καὶ πιὸ δυνατά. Ὅταν κατὰ τὶς 3.30 ἐτελείωσε ὁ Ἱερεὺς ὅλην του τὴν ὑπηρεσίαν, ἐπήραμε ἀπὸ τρεῖς Καλόγρηες τὰ καλύμματά τους καὶ τὸν ἐντύσαμε Καλογραῖα, τοῦ ἀφίσαμε μόνον τὰ μάτια ἀσκέπαστα. Ἐπήραμε καὶ δυὸ γερόντισσες καὶ τὸν ἐπιάσαν, μία δεξιὰ καὶ ἡ ἄλλη ἀριστερά, καὶ τοῦ εἴπαμε νὰ κουτσαίνη λίγο. Βγαίνοντας ἔξω τοῦ λέγανε οἱ γερόντισσες: −Ἔλα, κακομοίρα μου, ποὺ ἤθελες καὶ ἐσὺ Ἀγρυπνία ἀπόψε!... Καὶ τοῦ ἐδώσαμε καὶ ἕνα παιδάκι νὰ παρακολουθήσῃ τὸν Ἱερέα, μόλις φύγῃ ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τῆς Ἐκκλησίας, νὰ μᾶς εἰδοποιήσῃ, τότε νὰ σταματήσουμε. Ἀφοῦ ἔφυγεν ὁ Ἱερεὺς καὶ ἐμπῆκε καὶ στὸ σπίτι του, εἰδοποιήθηκα καὶ ἐτελείωσα, λέγοντας τὸ «Δι’ εὐχῶν» δυνατά, νὰ τὸ ἀκούσουνε καὶ οἱ Χωροφύλακες. Καὶ ἀμέσως ἔτρεξαν νὰ μὴν τοὺς φύγῃ καὶ ἀφοῦ ἐμπήκανε μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ ἔψαξαν παντοῦ, καὶ στὸ Ἱερόν, μοῦ λένε: −Ποῦ εἶναι ὁ Ἱερεύς; Τοὺς λέω καὶ ἐγώ: −Ἐμένα τὸν ζητᾶτε τὸν Ἱερέα; Δὲν σᾶς εἶπα νὰ φυλᾶτε; Καὶ τοὺς λέω: 



−Ξεύρετε, παιδιά,
ὅταν ὁ Ἱερεὺς εἶναι ἀπὸ Λειτουργίαν,
ἔχει τὴν χάριν καὶ πετάει,
γίνεται ὑπόπτερος ἀετός.
−Βρὲ μᾶς κοροϊδεύεις;
Τότε τοὺς λέγω καὶ ἐγώ:
−Ἑπτὰ χρόνια στρατιώτης ἔκανα καὶ θὰ μοῦ πάρετε ἐσεῖς τὸν Ἱερέα;...
Ἐθύμωσαν, ἐφώναξαν.
Ἀλλὰ ἔφυγαν ἄπρακτοι καὶ ἔτσι ἐδοξολογήσαμε τὴν Βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων,
τὴν Ἁγίαν της Κοίμησιν,
μὲ ἁψιμαχίες.
Ἄς δοξολογήσωμεν τὸν Θεὸν διὰ τὰς δωρεὰς ὅπου μᾶς παρέχει.
Ἀμήν, γένοιτο!


Εκ της Ιστοσελίδας της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ΕΔΩ). 
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Κ.Ν.


Η ΖΩΗΦΟΡΟΣ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ



...Αν ο θάνατος των Οσίων είναι τίμιος και η μνήμη 

δικαίου συνοδεύεται από εγκώμια, 

πόσο μάλλον τη μνήμη της αγίας των αγίων, 

δια της οποίας επέρχεται όλη η αγιότης στους αγίους, 

δηλαδή τη μνήμη της αειπάρθενης και Θεομήτορος, 

πρέπει να την επιτελούμε με τις μεγαλύτερες ευφημίες. 

Αυτό πράττουμε εορτάζοντας την επέτειο της αγίας κοιμήσεως ή μεταστάσεώς της, 

που αν και με αυτή είναι λίγο κατώτερη από τους αγγέλους, 

όμως ξεπέρασε σε ασύγκριτο βαθμό και τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους 

και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις δια της εγγύτητός της προς τον Θεό 

και δια των από παλαιά γραμμένων και πραγματοποιημένων σ' αυτή θαυμασίων... 



Ο θάνατός της είναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σε ουράνια και αθάνατο ζωή, και η μνήμη τούτου είναι χαρμόσυνη εορτή και παγκόσμια πανήγυρις, που όχι μόνο ανανεώνει τη μνήμη των θαυμασίων της Θεομήτορος, αλλά και προσθέτει τη κοινή και παράδοξη συνάθροιση των ιερών Αποστόλων από κάθε μέρος της γης για την πανίερη κηδεία της, με θεολήπτους ύμνους, με τις αγγελικές επιστασίες και χοροστασίες και λειτουργίες γι΄ αυτήν. Οι Απόστολοι προπέμπουν, ακολουθούν, συμπράττουν, αποκρούουν, αμύνονται και συνεργούν με όλη τη δύναμη μαζί με εκείνους που εγκωμιάζουν το ζωαρχικό και θεοδόχο εκείνο σώμα, το σωστικό φάρμακο του γένους μας, το σεμνολόγημα όλης της κτίσεως. Ενώ ο ίδιος ο Κύριος Σαβαώθ και Υιός αυτής της αειπάρθενης, είναι αοράτως παρών και αποδίδει στη μητέρα την εξόδιο τιμή. Σε αυτού τα χέρια εναπέθεσε και το θεοφόρο πνεύμα, δια του οποίου έπειτα από λίγο μεταθέτει και το συζυγικό προς εκείνο σώμα σε χώρο αείζωο και ουράνιο. Διότι μόνο αυτή, ευρισκομένη ανάμεσα στο Θεό και σ' ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, τον μεν Θεό κατέστησε υιόν ανθρώπου, τους δε ανθρώπους έκανε υιούς Θεού, ουρανώσασα τη γη και θεώσασα το γένος. Και μόνο αυτή από όλες τις γυναίκες αναδείχθηκε μητέρα του Θεού εκ φύσεως πάνω από κάθε φύση. Υπήρξε βασίλισσα κάθε εγκοσμίου και υπερκοσμίου κτίσματος. Τώρα έχοντας και τον ουρανό κατάλληλο κατοικητήριο, ως ταιριαστό της βασίλειο, στον οποίο μετατέθηκε σήμερα από τη γη, στάθηκε και στα δεξιά του παμβασιλέως με διάχρυσο ιματισμό ντυμένη και στολισμένη, όπως λέγει ο προφήτης. (Ψαλμ. 44,11). Διάχρυσο ιματισμό, που σημαίνει στολισμένη με τις παντοειδείς αρετές. Διότι μόνο αυτή κατέχει τώρα μαζί με το θεοδόξαστο σώμα και με τον Υιό, τον ουράνιο χώρο. Δεν μπορούσε πραγματικά γη και τάφος και θάνατος να κρατεί έως το τέλος το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της και αγαπητό ενδιαίτημα ουρανού και του ουρανού των ουρανών. Αποδεικτικό για τους μαθητές στοιχείο περί της αναστάσεώς της από τους νεκρούς γίνονται τα σινδόνια και τα εντάφια, που μόνα απέμειναν στο τάφο και βρέθηκαν από εκείνους που ήλθαν να την ζητήσουν, όπως συνέβηκε προηγούμενα με τον Υιό και δεσπότη. Δεν χρειάσθηκε να μείνει και αυτή επίσης για λίγο πάνω στη γη, όπως ο Υιός της και Θεός, γι' αυτό αναλήφθηκε αμέσως προς τον υπερουράνιο χώρο από τον τάφο. 

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΞΕΦΤΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ



Όταν λογαριάσης σαν λεπτομέρεια

ένα στοιχείο της παραδόσεως, 

τότε με την πρώτη ευκαιρία 

θα θεωρήσης σαν λεπτομέρεια και ένα άλλο, 

και τέλος θα αναγάγης σε λεπτομέρειες όλα όσα δεν 

σ’ αρέσουν μέσα στην παράδοσι της Εκκλησίας. 

Έτσι έγινε με την εικονογραφία, 

έτσι έγινε με την ψαλμωδία, 

το ίδιο με την εμφάνισι των ιερέων. 

Τώρα τα ράσα τους φαίνονται πολύ μαύρα, 

ύστερα τα γένεια και τα μαλλιά πολύ μακριά. 

Θέλουν να βάλουν μουσικά όργανα στην εκκλησία. 

Καταργούν τα στασίδια και τα αντικαθιστούν με πολυθρόνες. 

Κατηγορούν τον μοναχισμό, συκοφαντούν τους μοναχούς, 

στερούν τις περιουσίες των Μονών, 

κάνουν συστηματική προπαγάνδα κατά του μοναχισμού. 

Παραβλέπουν τους Κανόνες που απαγορεύουν την συμπροσευχή με τους αιρετικούς, 

πηγαίνουν στα συνέδριά τους, 

συμπροσεύχονται μαζί τους. 

Αδιαφορούν για την γνώμη του λαού στην εκλογή των επισκόπων και των ιερέων. 

Βραχύνουν την Λειτουργία, 

κόβουν αποσπάσματα από τις ακολουθίες «για να μη κουράζεται ο κόσμος». 

Με άλλες λέξεις, 

μεταβάλλουν τις ορθόδοξες συνήθειες σύμφωνα με τα γούστα ενός παρηκμασμένου πλήθους γεμάτου σαρκολατρία και υλισμό. 

Έτσι αρχίζει να ξεφτά το υφάδι της παραδόσεως 

και δεν ξέρει κανείς που θα σταματήση 

ή αν θα σταματήση ποτέ το ξέφτισμα.



Το ξέφτισμα είναι τόσο εύκολο εξ άλλου σήμερα, γιατί έχει την επιδοκιμασία των μορφωμένων. Οι μορφωμένοι, πρό παντός, το θεωρούν τιμή τους όχι να είναι σύμφωνοι με τους Πατέρας της Εκκλησίας αλλά να είναι σύμφωνοι με τον τάδε μεγάλον επιστήμονα καθηγητή της προτεσταντικής θεολογίας, ή με τον τάδε Ιησουϊτη καθηγητή που είναι διάσημος στην Ευρώπη κ.τ.λ. Πώς να μη νοθευθή μετά η ορθόδοξη παράδοσις και η ορθόδοξη πίστις; Και πώς κάτω από τέτοιες συνθήκες να μη συζητούμε για Ένωσι των Εκκλησιών και να μήν την θεωρούμε πράγμα ευκολοκατόρθωτο; Μια «Ορθόδοξη» Εκκλησία που έχει αποκτήσει την ίδια νοοτροπία και τις ίδιες διαθέσεις με τις «Εκκλησίες» της Δύσεως, είναι άρα γε δύσκολο να ενωθή μαζί τους; Είναι άρα γε μακριά η ημέρα εκείνη που, πηγαίνοντας αμέριμνοι την Κυριακή στην εκκλησία, θα ακούσουμε τον παπά να λέγη: «και υπέρ του πατρός ημών Πάπα Ρώμης»; Θα αντιδράση άρα γε κανείς αν γίνη κάτι τέτοιο, ή θα φανή σε όλους φυσικό που επί τέλους υπερπηδήθηκαν οι διαφορές που εχώριζαν την Ανατολή από την Δύσι; Αλλά άς καταλάβουν όσοι με τόση ελαφρότητα μιλούν για Ένωσι των Εκκλησιών, πώς η ενότης της Εκκλησίας είναι δώρον μυστικόν της θείας παρουσίας. Δεν είναι κάτι που αποφασίζεται σε συνέδρια, αλλά κάτι που υπάρχει ή δεν υπάρχει. Καμμία απόφασις των ανθρώπων δεν μπορεί να εξαναγκάση τον Θεό. Ασφαλώς τύποις η ένωσις μπορεί να γίνη και να αρχίσουν όλοι να δηλώνουν, Προτεστάνται, Καθολικοί και Ορθόδοξοι, πώς τώρα πιά είμαστε μια Εκκλησία και να μνημονεύουμε εμείς τον Πάπα Ρώμης και ο Πάπας Ρώμης τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Εάν συμφωνήσουν όλοι επάνω σε ένα «ελάχιστο αληθείας», επάνω σε ένα «πιστεύω» απλουστευμένο, και κανονισθούν και μερικά άλλα ζητήματα, μπορεί να γίνη η ένωσις. Θα γίνη ένα σύστημα νομικώς και τυπικώς ισχύον, ένα σύστημα όμως που δεν θα έχη καμμία σχέσι με την Εκκλησία του Χριστού, έστω και αν όλα τα εξωτερικά φαινόμενα το κάνουν να μοιάζη με την Εκκλησία. Ο «Θεός ου μυκτηρίζεται». Όταν δεν υπάρχουν στους ανθρώπους οι προϋποθέσεις της Παρουσίας Του, ο Θεός δεν έρχεται στους ανθρώπους. Η Εκκλησία του Χριστού δεν ήταν ποτέ ένα σύστημα ανθρώπινο. Η Εκκλησία γεννήθηκε, δεν κατασκευάσθηκε. Οι συζητήσεις των ανθρώπων μπορούν να κατασκευάσουν κάτι και να του δώσουν το όνομα «Εκκλησία». Αυτό όμως το κατασκεύασμα θα είναι κάτι χωρίς ζωή. Η ζωντανή Εκκλησία δεν θα έχη καμμία σχέσι μ’ αυτό. Θα υπάρχη κάπου μακριά απ’ όλα αυτά τα κατασκευάσματα, αναλλοίωτη, γεμάτη αλήθεια και φώς, ανόθευτη από το ψέμα των συμβιβασμών, με το Πνεύμα το Άγιον να φέγγη τα βήματά της και να την περιβάλλη σαν το φώς του ηλίου, οδηγώντας την «εις πάσαν την αλήθειαν». Το πόσοι θα είναι οι πραγματικοί Χριστιανοί δεν έχει καμμία σημασία, ακόμη και αν μετρούνται στα δάκτυλα της μιας χειρός. Αυτοί θα είναι οι συνεχισταί της Παραδόσεως, την οποία δεν θα την έχουν μάθει απλώς, αλλά θα την έχουν ζήσει και θα τους έχη γίνει βίωμα. Οι Χριστιανοί ζούνε μέσα στην Παράδοσι σαν μέσα σ’ ένα στοιχείο, όπως τα ψάρια στό νερό. Όσοι πραγματικά ποθούν τον Θεό άς πάψουν να μιλούν για ένωσι των «Εκκλησιών». Η Εκκλησία δεν επιδέχεται ένωσι, γιατί ποτέ δεν διεσπάσθη. Οι άνθρωποι φεύγουν απ’ αυτήν, έστω και αν διατηρούν πολλά από τα εξωτερικά γνωρίσματά της. Όσοι αγαπούν τον Θεό άς επιστρέψουν στην Εκκλησία και άς ταπεινωθούν για να μπορέσουν να μπούν, γιατί στενή είναι η πύλη της και για να την περάση κανείς πρέπει να σκύψη βαθειά. Μέσα όμως στό χάος και την υποκρισία του σύγχρονου κόσμου δεν είναι εύκολο να διακρίνη κανείς την Εκκλησία του Χριστού και να την πλησιάση. Γιατί δεν αρκεί να ονομάζεται Ορθόδοξη μια Εκκλησία για να είναι και στην κυριολεξία. Η αποστασία δυστυχώς υπάρχει και κάτω από το τυπικώς ορθόδοξο ράσο, και κάτω από τους ορθόδοξους θόλους, και μέσα στον θρησκευτικό λαό. Αυτό εξ άλλου δεν είναι κάτι το καινούργιο^ το εγνώρισε η Εκκλησία από τα πρώτα της βήματα. Μόνο που τώρα έχει πάρει απίθανες διαστάσεις. Την Εκκλησία πρέπει να μάθουμε να την διακρίνουμε πίσω από τα φαινόμενα. Φαινομενικά στην Ορθόδοξη Εκκλησία επικρατεί σήμερα η σύγχυσις και το χάος. Ο καθένας, εγγράμματος ή αγράμματος, πιστός ή άπιστος έχει και μια δική του εκδοχή για το τι είναι Ορθοδοξία ή Χριστιανισμός, και αυτή την εκδοχή την υποστηρίζει με φανατισμό. Μέσα σ’ αυτήν την τρικυμία είναι αδύνατον να βρής τον δρόμο σου χωρίς πυξίδα. Υπάρχει ένα κριτήριο αλάνθαστο: η συνέχεια της Παραδόσεως. Όπου η Παράδοσις διατηρείται ζωντανή και ανόθευτη, χωρίς διακοπή ή αλλοίωσι από τους χρόνους των Αποστόλων, όσοι πιστοί - επίσκοποι, πρεσβύτεροι ή λαϊκοί - ζούν και μεταδίδουν αυτήν την Παράδοσι, εκεί είναι η Ορθόδοξος Εκκλησία και αυτοί αποτελούν το σώμα του Χριστού. Όλοι οι άλλοι - ιερείς ή λαϊκοί - που θέλουν να λέγωνται Ορθόδοξοι χωρίς να ακολουθούν την από αιώνων ζώσα Παράδοσι, είναι παρείσακτοι, είναι τα ζιζάνια μέσα στό χωράφι του Χριστού. Σήμερα τα ζιζάνια είναι πάρα πολλά και τα στάχια πολύ λίγα, όμως το χωράφι είναι χωράφι του Θεού και παρ’ όλη την ποικιλία των ζιζανίων, το σιτάρι παραμένει το ίδιο από γενεά σε γενεά, από σπορά σε σπορά, όπως εκείνο το πρώτο που φύτεψε, μέσα σ’ αυτό το ίδιο θεϊκό χωράφι, το Πνεύμα το Άγιο την ημέρα της Πεντηκοστής. Το σιτάρι και τα ζιζάνια έχουν το ίδιο χρώμα, και από μακριά δύσκολα μπορεί να τα ξεχωρίση κανείς, από κοντά όμως, όταν το σιτάρι το πλησιάσης, ξέρεις πώς είναι σιτάρι. Αυτή η ζώσα Παράδοσις δεν διεκόπη ποτέ, γιατί το στόμα του Χριστού υποσχέθηκε στην Εκκλησία ότι «και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής», και το στόμα του Θεού δεν ψεύδεται. Άρα αυτοί που ψάχνουν να βρούν την Παράδοσι της Χριστιανικής Εκκλησίας των πρώτων αιώνων ή των αιώνων πρό του Σχίσματος για να την ακολουθήσουν, ομολογούν ότι έχουν χάσει την συνέχεια της Παραδόσεως, αλλά δεν πρόκειται πιά ποτέ να τη βρούν, όσο και αν προωθήσουν τις έρευνές τους. Γιατί η Παράδοσις είναι κάτι ζωνταντό και μεταδίδεται, όπως η ζωή, από ζωντανό σε ζωντανό. Δεν είναι κάτι που ανακαλύπτεται με επιστημονικές μελέτες, ούτε κάτι που μαθαίνεται εγκεφαλικά. Αυτά τα εκατομμύρια ζιζάνια που φύτρωσαν μέσα στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας τον τελευταίο καιρό έφεραν μαζί τους τόσο κοσμικό πνεύμα, που καμμία Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπόρεσε να κρατήση αναλλοίωτα τα εξωτερικά της γνωρίσματα. Ακόμη και οι Παλαιοημερολογίται που διετήρησαν τόσο καλή γραμμή στό ζήτημα του Ημερολογίου, στό θέμα της εικονογραφίας φέρουν ολοκάθαρα τα στίγματα της προδοσίας πρός την Παράδοσι, πράγμα που είναι αμάρτημα κοινό όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών του τελευταίου αιώνος. Ευτυχώς, μέχρι σήμερα, όλες οι παρεκκλίσεις από την Παράδοσι που περιγράψαμε δεν έχουν αποκόψει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες από την ρίζα τους. Το δέντρο παραμένει ζωντανό και ακμαίο, παρ’ όλα τα φτιασίδια που του έχουνε προσθέσει. Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν έχουν ξεραθή, όπως έγινε με τις «Εκκλησίες» της Δύσεως. Λίγο αν τινάξης τη σκόνη που έρριξε το κοσμικό πνεύμα επάνω τους θα βρής τα δροσερά φύλλα της γνήσιας Παραδόσεως. Η Παράδοσις δεν έπαψε ποτέ να ζή και να ισχύη μέσα στον περίβολο της Ορθοδοξίας. Υπάρχουν ακόμη μοναχοί που ζούν τον ορθόδοξο Μοναχισμό. Υπάρχουν ακόμη γνήσιοι θεολόγοι που δεν έχουν νοθεύσει την αλήθεια, αλλά την κρατούν λαμπερή και ολοκάθαρη, μακριά από κάθε ξένη πρόσμιξι. Υπάρχουν ακόμη βυζαντινοί ψαλτάδες και γνήσιοι συνεχισταί της ορθοδόξου εικονογραφικής παραδόσεως. Υπάρχουν ακόμη ιερείς σαν τους παλιούς, αφοσιωμένοι στό ιερό τους λειτούργημα, που η συνεχής επαφή τους με τον Θεό, δεν τους αφήνει το στενοχωρεθούν από τα μακριά γένεια και τα μαύρα ράσα, αλλά τα κάνει να ακτινοβολούν αγιότητα. Υπάρχει ακόμη απλός λαός που αξιώνεται να δή θαύματα φοβερά. Η γνήσια Παράδοσις λοιπόν - η ζωή, τα βιώματα και η διδασκαλία των Αποστόλων και των αγίων Πατέρων όλων των εποχών, τα ίχνη αυτά των βημάτων του αγίου Πνεύματος μέσα στις καρδιές των Χριστιανών - υπάρχει και συνεχίζεται, ζωντανή ανάμεσα σε ζωντανούς, χωρίς καμμία διακοπή από τους αποστολικούς χρόνους. Υπάρχει μία συνεχής αρμονία σ’ όλες τις εκδηλώσεις των ορθοδόξων όλων των εποχών μέχρι σήμερα, γραπτές και άγραφες, και αυτός είναι ο χρυσούς κανών επάνω στον οποίον πρέπει ο καθένας να μετράη τις σκέψεις και τα έργα του για να βλέπη αν βρίσκεται μέσα ή έξω από τον χώρο της Ορθοδοξίας. Μπορεί τα φαινόμενα να δίνουν την εντύπωσι ότι έχει χαλάσει, ότι έχει διακοπή η συνέχεια, όμως λίγο αν σκάψη κανείς, την βλέπει να αναβλύζη και να δροσίζη αυτούς που την αποζητούν. Η Παράδοσις υπάρχει και θα υπάρχη μέχρι της συντελείας του αιώνος. Όμως κάθε μέρα που περνά κάνει και πιο δύσκολη την ανακάλυψί της. Κάθε μέρα που περνά, σωρεύει και περισσότερα φτιασίδια επάνω στό δέντρο της Ορθοδοξίας, έτσι που οι άνθρωποι τα χάνουν και δεν ξέρουν που είναι η αλήθεια. Κάποτε, αργά ή γρήγορα, κανείς δεν ξέρει πότε ακριβώς, οι «Εκκλησίες» και οι θρησκείες θα ενωθούν. Μέσα σ’ αυτό το χάος της ψευτιάς θα κινδυνεύσουν να χάσουν τον δρόμο τους ακόμη και οι εκλεκτοί. Θα είναι η εποχή του Αντιχρίστου. Πότε και πώς θα έλθη ο Αντίχριστος κανείς δεν μπορεί να το πή, και είναι άγνωστο πόσοι θα μπορέσουν να τον αναγνωρίσουν όταν θα έλθη. Γιατί θα έλθη σαν ευεργέτης της ανθρωπότητος. Πρός το παρόν ένα πράγμα μπορεί να ειπωθή με βεβαιότητα:


όλες αυτές οι κινήσεις για ένωσι

στα κράτη και στις «Εκκλησίες»,

όλοι αυτοί οι συμβιβασμοί, 

όλη αυτή η σχηματιζομένη ομοιομορφία της ανθρωπότητος 

κάτω από τον οδοστρωτήρα του τεχνικού πολιτισμού, 

είναι το άνοιγμα του δρόμου για τον ερχομό του Αντίχριστου. 

Η εξέλιξις αυτή της ανθρωπότητος είναι, 

σύμφωνα με τα κριτήρια του κόσμου, 

θαυμασία. 

Με τα χριστιανικά όμως κριτήρια είναι εξέλιξις 

πρός την καταστροφή. 

Αυτό δεν εκπλήσσει ούτε φοβίζει τον Χριστιανό. 

Ξέρει ότι ο κόσμος έχει αυτοκαταδικαστή. 

Γι’ αυτό και ο Χριστός αρνήθηκε να προσευχηθή για τον κόσμο. 

«Ου περί του κόσμου ερωτώ». 

Ο άρχων του κόσμου είναι ο διάβολος 

και ο διάβολος «απ’ αρχής ήν ανθρωποκτόνος». 

Ο θάνατος θα βρή τον κόσμο 

στό αποκορύφωμα της «δόξης» του, 

στό αποκορύφωμα της οιήσεως, 

στην κορυφή του πύργου της Βαβέλ, 

όταν ο άνθρωπος θα βρίσκεται 

στό ζενίθ της προαιώνιας προσπαθείας του 

να γίνη θεός με τις ίδιες του δυνάμεις, 

μακριά από τον Θεό. 

Όταν έλθη ο Υιός του ανθρώπου 

θα βρή τον άνθρωπο 

σ’ όλη τη δόξα της εωσφορικής του μανίας.



Εκ του βιβλίου του Αλεξάνδρου Καλόμοιρου: ''ΚΑΤΑ ΕΝΩΤΙΚΩΝ''. 
 Εκδόσεις ''Ζέφυρος'', Αθήνα 1964, σελίδες 20 - 23. 
Στην φωτογραφία της ανάρτησης, 
ο οσιακός Γέροντας π. Ευμένιος Λεμονής, 
από τους πρώτους Αγιορείτες πατέρες, 
που συνέδραμαν τον Ιερό Αγώνα των Ορθοδόξων του Πατρίου Ημερολογίου  
κατά της ημερολογιακής καινοτομίας. 
Ο αείμνηστος Γέρων, 
που τον είχαν δει να ίπταται εκ του εδάφους 
κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας. 
 Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Αλέξανδρος Καλόμοιρος


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...