ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Ο ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΘΡΟΝΟΣ




Από την εφημερίδα ''Ο ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ,'' αριθμός 231 της 16/9/1935 πάτριο ημερολόγιο.


Η Κοινότης των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών 

πιστώς εμμένουσα εις ειλημμένας αποφάσεις, 

συνεχίζει τον τίμιον αυτής αγώνα 

υπέρ της ανορθώσεως της Εκκλησίας εις την ενότητα, 

ην διέσπασαν ουχί εξωτερικοί της Ορθοδοξίας εχθροί, 

αλλ' αυτοί δυστηχώς οι ηγούμενοι της Εκκλησίας, 

τελούντες υπό την αρχηγίαν του κ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών. 



Ούτος επαναστατικώ δικαίω ανελθών επί του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου και άφθονα διαθέτων πολιτικά μέσα, υποστηριζόμενος άμα υπό του Βενιζελισμού και των εν γένει μαλλιαροκομμουνιστών και λοιπών αθέων, κατόρθωσε να υπάγει την Εκκλησίαν εις το σημερινόν της θλιβερόν κατάντημα. Ούτος υπήρξεν ο επαναστατικώ δικαίω καινοτόμος μεταρρυθμιστής του Πατρίου Εορτολογίου. Ούτος παρέβη την Ιεράν του ημερολογίου Παράδοσιν, ην Επτά Άγιαι Οικουμενικαί Σύνοδοι εθέσπισαν. Ούτος διήρεσεν τον λαόν εις δύο θρησκευτικάς μερίδας, εις νεοημερολογίτας και εις παλαιοημερολογίτας και από του Θρόνου αυτού, ον ελάμπρυνον τοσούτοι άλλοι εναρετότατοι Ιεράρχαι, είδε συρράξεις του Λαού εις τας οδούς της Πρωτευούσης, είδε ανάλγητος φόνους αθώων πολιτών, είδε λιποθύμους γυναίκας υπό τα τραύματα της εκτελεστικής εξουσίας, είδε καταπατουμένην την ιδέαν του Χριστιανισμού και ανατρεπομένους τους νόμους της ηθικής. Και όμως, δεν παρητήθη του θρόνου του, ως πας άλλος θα έπραττεν εις την θέσιν του, αλλ' εξακολουθεί να είναι ακόμη αρχηγός της Εκκλησίας της Ελλάδος. Δεν τον παρορμά προς τούτο ουδεμία ευγενής ιδέα, παρά μόνον το μίσος προς τους τηρούντας απαρεγκλίτως τας Ιεράς Παραδόσεις. Έκδηλον το μίσος αυτού προς τους μάρτυρας Αρχιερείς, ους αυτός κατεδίκασε αντικανονικώς και αντισυνταγματικώς εις την ποινήν της πενταετούς εξορίας, εντός ηρειπωμένων υπό του χρόνου Μονών, Ιεράρχας ους δεν είναι ικανός και ν' ατενίσει ακόμη. Και ίσως την στιγμήν ταύτην καταβάλλει και απεγνωσμένην προσπάθειαν προς αντισυνταγματικήν διάλυσιν της Κοινότητος των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, Πρωθυπουργούντος του κ. Τσαλδάρη, όντως εν τη αρχή του Λαικού Κόμματος και να ευρίσκονται εν τη εξορία καθηρημένοι Ιεράρχαι Βασιλικότατοι και υπό του αυτού Βενιζελικού Δικαστηρίου να απαλλάσσονται Ιεράρχαι Βασιλικοί κινηματίαι. Αίσχος! Δεν τον συγκινούν αι μέχρι τούδε διώξεις και τα μαρτύρια των θυμάτων του, δεν τον ενδιαφέρουν αι εκκλήσεις και αι διαμαρτυρίαι των χριστιανών του. Ανάλγητος και θρασύς ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών εξακολουθεί παραμένων εις τον θρόνον του, ον κατέλαβε επί Πλαστήρα, ον τοσούτα αδικήματα βαρύνουν, αδικήματα μεγάλα προς την Εκκλησίαν, άσπονδον μίσος προς Ιεράρχας και συλλειτουργούς του, υπερηφάνεια αλλαζονία και ασέβεια. Τοιούτος ο θρόνος του νυν Αρχιεπισκόπου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Εκκλησία διηρημένη, αποσχισθείσα των μεγάλων της Παραδόσεων, Εκκλησία ουχί της αγάπης, το κήρυγμα φθεγγομένης, αλλ' εξαπολυούσης το μίσος προς αλλήλους και τον διωγμόν αθώου θρησκευομένου πληθυσμού, ον η Κοινότης ημών περιλαμβάνει. Εν τούτοις η Κοινότης των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, άπαξ κατελθούσα εις τον αγώνα υπέρ των μεγάλων Παραδόσεων της Μίας, Αγίας και αδιαιρέτου Ανατολικής και Αποστολικής Εκκλησίας θα συνεχίσει αυτόν. Δεν πτοείται, ουδέ θα πτοηθεί ποτέ εκ των διωγμών του Πλαστηρογεννήτου Χρυσοστόμου, αλλά προτάσουσα την ασπίδα της αμύνης, κατά της αδικίας, θ' αμυνθεί υπέρ των δικαίων αυτής. 


Ο Μακαριότατος καίτοι Πλαστηροβενιζελικός διαθέτει σήμερον μέσα ισχυρά. 

Ημείς, 

ούτε μέσα διαθέτομεν, ούτε όπλα, 

αλλά τα τρία (3) εκατομμύρια λαού, ημέρα τη ημέρα αυξανομένου και την ισχύν του δικαίου 

 ελπίζομεν και θαρρούμεν, 

την οποίαν δεν θα δυνηθούν ποτέ να καταβάλουν 

οι ανίεροι του Μακαριωτάτου προσπάθειαι. 

Ας μένει εις τον ματωμένον Θρόνον του, έως πότε;...

Α.Ι


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Εκ του ιστορικού, ορθοδόξου περιοδικού ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ'' 
του μακαριστού Επισκόπου Πενταπόλεως κ. Καλλιοπίου Γιαννακοπούλου της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών. 
Τόμος Ζ', σελίδες 361 -362, Πειραιεύς 1987. 


ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ


ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ ΠΡΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΔΑΜΙΑΝΟΝ



Επιστολή του αειμνήστου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου προς τον Ιεροσολύμων Διαμανόν. 

(6-11-1924)



''Ὅταν ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Κύπρου 

ἀκολουθοῦν τό τῶν Λατίνων ἡμερολόγιον, 

οἱ δέ τῶν Ἱεροσολύμων, Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας τό τῶν Ὀρθοδόξων 
δέν εἶναι μία ἐκκλησία, 
ἀλλ᾿ εἶναι ἐκκλησία σχισματική, ἀσύμφωνος, διῃρημένη. 
Εἶναι αἶσχος, Μακαριώτατε, 
καί ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι καί δή οἱ κληρικοί νά ἐγκαταλείπωμεν τάς πατρῴας παραδόσεις 
καί νά ἀσπαζώμεθα τάς τῶν Λατίνων 
καί τάς τῶν ἀθέων ἀστρονόμων. 
Τήν Ἐκκλησίαν ἐστερέωσαν μέ κόπους καί μόχθους, 
μέ νηστείας καί ἀγρυπνίας, μέ αἵματα,
οἱ θεσπέσιοι καί θεόσοφοι τῆς Ἐκκλησίας μας Πατέρες. 
Αὐτοί ἐθέσπισαν καί πασχάλιον καί μηνολόγιον αἰώνιον, 
ὅπερ ἡ Ἐκκλησία μας ἐπί 1600 ἔτη διετήρησεν ἀλώβητον.''


Τῷ Παναγιωτάτῳ καὶ Μακαριωτάτῳ Πατριάρχῃ τῆς Ἁγίας Πόλεως Ἱερουσαλὴμ Κυρίῳ Κῳ Δαμιανῷ ταπεινῶς προσκυνῶν εὐλαβῶς ἀσπάζομαι χαριτόβρυτον Αὐτοῦ δεξιάν. Εἰς τὸ ὑπ᾿ ἀριθ...2 φύλλον τοῦ Θρησκευτικοῦ περιοδικοῦ «Ἡ Ἐκκλησία» ἀνεγνώσαμεν ἀπάντησιν τῆς Ὑμετέρας Μακαριότητος πρὸς τὸν Μακαριώτατον Ἀθηνῶν Μητροπολίτην κ. Χρυσόστομον. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ Ὑμῶν ἐπαινεῖτε τὴν Ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλάδος ὅτι καλῶς ἐποίησεν ἀκολουθήσασα τὸ τῶν Λατίνων ἡμερολόγιον καὶ ὅτι ἡ τῶν Ἱεροσολύμων Ἐκκλησία φοβουμένη τοὺς Λατίνους δὲν δύναται νὰ τὸ ἀκολουθήσῃ. Ἐπιτρέψατέ μοι Μακαριώτατε νὰ ἐκφέρω τὴν ταπεινήν μου γνώμην περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐάν, ὡς λέγετε εἶναι ὀρθὸν καὶ καλὸν τὸ ἡμερολόγιον, πρέπει καὶ ὑμεῖς νὰ τὸ ἀκολουθήσετε, δὲν πρέπει νὰ φοβηθῆτε τοὺς Λατίνους, πρέπει νὰ φοβηθῆτε τὸν Θεόν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία ὡς λέγει τὸ Σύμβολον τῆς πίστεως: «Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Καὶ ὡς μία ἐκκλησία πρέπει εἰς πάντα νὰ εἶναι σύμφωνος. Ὅταν ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τῆς Κωνσταντινουπόλεως,  τῆς Κύπρου ἀκολουθοῦν τὸ τῶν Λατίνων ἡμερολόγιον, οἱ δὲ τῶν Ἱεροσολύμων, Ἀλεξανδρείας καὶ Ἀντιοχείας τὸ τῶν Ὀρθοδόξων δὲν εἶναι μία ἐκκλησία, ἀλλ᾿ εἶναι ἐκκλησία σχισματική, ἀσύμφωνος, διῃρημένη. Εἶναι αἶσχος, Μακαριώτατε, καὶ ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι καὶ δὴ οἱ κληρικοὶ νὰ ἐγκαταλείπωμεν τὰς πατρῴας παραδόσεις καὶ νὰ ἀσπαζώμεθα τὰς τῶν Λατίνων καὶ τὰς τῶν ἀθέων ἀστρονόμων. Τὴν Ἐκκλησίαν ἐστερέωσαν μὲ κόπους καὶ μόχθους, μὲ νηστείας καὶ ἀγρυπνίας, μὲ αἵματα οἱ θεσπέσιοι καὶ θεόσοφοι τῆς Ἐκκλησίας μας Πατέρες. Αὐτοὶ ἐθέσπισαν καὶ πασχάλιον καὶ μηνολόγιον αἰώνιον, ὅπερ ἡ Ἐκκλησία μας ἐπὶ 1600 ἔτη διετήρησεν ἀλώβητον. Ἔπρεπε, τουλάχιστον χάριν σεβασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης, νὰ φυλάξωμεν ἐκεῖνο ὅπερ μᾶς παρέδωσαν ἐκεῖνοι καὶ ὄχι νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ τῶν Λατίνων, οἵτινες ἀποσχισθέντες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καθ᾿ ἑκάστην καινοτομίας ποιοῦν καὶ εἰσὶν οἱ ἀσπονδότεροι ἐχθροὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὑμεῖς φοβεῖσθε νὰ ἀκολουθήσετε τὸ τῶν Λατίνων ἡμερολόγιον. Ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν μίαν ἡμέραν ἐφήρμοσαν τὸ ἡμερολόγιον οἱ ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, ἑπόμενοι τῇ γνώμῃ τοῦ κυρ Μεταξάκη καὶ Γρηγορίου καὶ Χρυ- σοστόμου, καὶ τὴν ἄλλην εἰς τὰ σχολεῖα τῶν Λατίνων, εἰς ἃ φοιτῶσιν Ἑλληνόπαιδες καὶ Ἑλληνίδες, ἠναγκάσθησαν ὑπὸ τῶν διδασκάλων Φράγκων νὰ ἀπαγγείλωσι τὸ σύμβολον τῆς πίστεως κατὰ τὸ δόγμα τῶν Λατίνων καὶ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ νὰ ποιοῦν ὡς οἱ Λατῖνοι· οἱ δὲ Λατῖνοι ἀπεθρασύνθησαν καὶ καυχῶνται ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι ἤρχισαν νὰ γνωρίζουν τὰς πλάνας των καὶ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον θὰ προσέλθουν εἰς τὸν Λατινισμόν. Ἐὰν ἐγνωρίζατε δὲ πόσην σύγχυσιν ἐπροξένησε τὸ νέον ἡμερολόγιον εἰς τοὺς ἐδῶ πιστοὺς Χριστιανούς, ἔπρεπε νὰ σπουδάζητε νὰ πείσητε τὸν Μακαριώτατον Χρυσόστομον καὶ τοὺς λοιποὺς Ἀρχιερεῖς νὰ ἐπαναφέρουν τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον. Πάντες οἱ εἰς τὰ πάτρια πιστοὶ ἠγανάκτησαν ἐναντίον τῶν Ἀρχιερέων, ἔχασε τελείως τὴν ὑπό- ληψίν του ὁ κλῆρος, ἀφ᾿ ἑνὸς μὲ τὸ κούρευμα ποὺ εἰσήγαγεν ὁ Μεταξάκης, ἐφ᾿ ἑτέρου μὲ τὸ νέον ἡμερολόγιον τῆς Ἱεραρχίας. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἀκολουθοῦν τὸ παλαιὸν κατ᾿ ἀνάγκην πηγαίνουν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, διότι κλείουν οἱ ἅγιοι Ἀρχιερεῖς τοῦ Θεοῦ τὰς Ἐκκλησίας σὰν τοὺς τυράννους, φεῦ!, καὶ καθαιροῦν τοὺς Ἱερεῖς τοὺς ἀκολουθοῦντας τὰς παραδόσεις. Εἰς τὰ στόματα πολλῶν χριστιανῶν δὲν ἀκούεται ἄλλο διὰ τοὺς Ἀρχιερεῖς παρὰ οἱ Θεοκάπηλοι, οἱ Θεόργιστοι, οἱ ἀναθεματισμένοι, οἱ Θεομπαῖκται ποὺ θέλουν νὰ μᾶς φραγγέψουν! Περισσότερα δὲν σᾶς γράφω. Ἐὰν θέλετε νὰ μὴ ἐκλείψῃ ἡ Ὀρθοδοξία, λάβετε σθένος, θάῤῥος καὶ ζῆλον καὶ φροντίσατε ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν νὰ ἐπαναφέρουν τὸ ἡμερολόγιον καὶ νὰ βάλετε ἐπιτίμιον, ὡς καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες, εἰς ἐκείνους ὅπου τολμοῦν νὰ καινοτομοῦν καὶ ἀλλάζουν τὰς παραδόσεις, καὶ οὕτως θ᾿ ἀπολάβῃ γαλήνην καὶ εὐτυχίαν καὶ χαρὰν ἡ Ἐκκλησία, καὶ καταισχυνθοῦν οἱ Μεταξάκης καὶ λοιποὶ ὅμοιοι, οἱ ποιοῦντες τὰ σκάνδαλα, καὶ τοὺς νεωτερισμούς. Εἰ δ᾿ ἄλλως, ἀναμένετε ὀλίγον καὶ θὰ ἰδῆτε τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποῖα ἤρχισε ἀπὸ τοὺς πρωταιτίους Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ περιφρονήσουν τὰς παραδόσεις τῶν Θ. Πατέρων, περιεφρονήθησαν ἀπὸ τὴν πολιτείαν καὶ τοὺς ἀνθρώπους. 



Τῆς Ὑμετέρας Πανιερότητος 

δοῦλος ὑποκλινής καί τέκνον πειθήνιον Φιλόθεος Ζερβάκος, 

Ἀρχιμανδρίτης Πάρος 

Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Λογκοβάρδας, τῇ 6ῃ Νοεμβρίου 1924



Αείμνηστος Αρχιμανδρίτης π. Φιλόθεος Ζερβάκος


ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ



Κάποιος νέος, 

μας διηγείται ο Αββάς Ιωάννης του Λύκου, 

παρασυρμένος απ΄ του κόσμου τις ηδονές, 

είχε βυθιστεί στη λάσπη της ασωτίας. 

Κάποτε όμως συνήλθε, σαν το άσωτο, κι εζήτησε το δρόμο του γυρισμού στο σπίτι του Πατέρα. 

Άφησε τον κόσμο, 

για να βρει στην έρημο τον λυτρωμό, μακριά από τις αφορμές της αμαρτίας. 

Καταφύγιό του έκανε ένα παμπάλαιο μνήμα. 



Κλεισμένος θεληματικά σ΄ αυτή τη πρωτότυπη φυλακή, έκλαιε πικρά τη τραυματισμένη ψυχή του. Οι Άγγελοι εχαίρονταν, αλλά τα πνεύματα της πονηρίας, που είδαν να φεύγει τόσο απροσδόκητα η λεία από τα χέρια τους, δεν άργησαν να κάνουν έφοδο. Τριγύριζαν τη νύκτα το μνήμα κι έλεγαν οργισμένα: - Πού είσαι άθλιε; Γιατί μας απαρνήθηκες ύστερα από τόση φιλία; Αφού τα γεύτηκες όλα κατά κόρον, αποφάσισες να γίνεις άγιος. Πολύ αργά τώρα να παριστάνεις τον σώφρονα, ελπίζοντας για έλεος. - Έλα, έξω ανόητε, του φώναζαν άλλοι. Σε περιμένει η συντροφιά σου. - Δυστυχισμένε, του ψιθύριζαν οι πονηρότεροι, για σένα δεν υπάρχει σωτηρία. Αυτού που τρύπωσες, γρήγορα θα βρεις το θάνατο και την αιώνια καταδίκη. Με τόση κακία πάσχιζαν να τον φέρουν σε απελπισία! Μα ο γενναίος αγωνιστής ήταν πια αποφασισμένος να πεθάνει καλύτερα, παρά να γυρίσει στα ίδια. Ζήτησε με θερμή ικεσία τη Θεία βοήθεια, περιφρονώντας τη δαιμονική φαντασία. Την άλλη βραδιά ο διάβολος έγινε πιο απειλητικός: - Αν δεν βγεις αμέσως έξω, δεν γλυτώνεις από τα χέρια μου. Κι επειδή φυσικά εκείνος δεν τον άκουσε, του επιτέθηκε και τον άφησε σχεδόν νεκρό από χτυπήματα. Έτσι εκδικήθηκε. Οι συγγενείς του πάλι, ανήσυχοι για την ξαφνική του εξαφάνιση, τον αναζήτησαν παντού. Τέλος τον ανακάλυψαν σε κακή κατάσταση μέσα στο μνήμα. Μα όσο κι αν επέμεναν, στάθηκε αδύνατο να τον πείσουν να τους ακολουθήσει. Ακόμη μια νύκτα του επιτέθηκαν οι δαίμονες με ασυγκράτητη μανία και θα τον εθανάτωναν με τους άγριους δαρμούς, αλλά δεν είχαν εξουσία. Ο αθλητής δεν κλονίστηκε. Προτίμησε να χάσει τη πρόσκαιρη ζωή, παρά να μολύνει, ύστερα από τη μετάνοια, το σώμα και την ψυχή του πάλι με το μικρόβιο της αμαρτίας. Τότε τα δαιμόνια αναγνώρισαν την ήττα τους. - Νικηθήκαμε, νικηθήκαμε, φώναζαν θρηνώντας κι εξαφανίστηκαν και ούτε τόλμησαν πια να τον πειράξουν. Ελευθερωμένος έτσι από κάθε δοκιμασία, έμεινε στο μνήμα του ως το τέλος της ζωής του ο πρώην άσωτος, και αξιώθηκε να κάνει θαύματα, για να φανεί η δύναμις της μετάνοιας.



Εκ του Γεροντικού, ''Σταλαγματιές από την Πατερική σοφία,'' εκδόσεις ''Λυδία,'' Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 128. 
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

ΤΑ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΕΡΓΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ



Ὁ ἀββᾶς Δανιήλ εἶπε: 

«Μᾶς διηγήθηκε ὁ ἀββᾶς Ἀρσένιος -τάχα γιά κάποιον ἄλλον, 

ἐνῷ ὁ ἴδιος ἦταν- τά ἑξῆς: 

Ἕνας Γέροντας καθώς καθόταν στό κελί του, ἄκουσε φωνή πού ἔλεγε: 

«Ἔλα, θά σοῦ δείξω τά ἔργα τῶν ἀνθρώπων». 

Σηκώθηκε καί βγῆκε. 

Τόν ἔφερε σέ κάποιο τόπο καί τοῦ ἔδειξε ἕναν Αἰθίοπα νά κόβει ξύλα 

καί νά κάνει ἀπ᾿ αὐτά ἕνα μεγάλο φορτίο, 

πού προσπαθοῦσε νά τό φορτωθεῖ, ἀλλά δέν μποροῦσε. 

Καί ἀντί νά ἀφαιρέσει ξύλα ἀπό αὐτό, 

ἔκοβε κι ἄλλα καί τά στοίβαζε στό φορτίο. 

Αὐτό τό ἔκαμνε γιά πολλή ὥρα. 



Προχώρησε λίγο παρὰ πέρα. Τοῦ δείχνει ἕναν ἄνθρωπο νὰ στέκεται πάνω σὲ λάκκο, νὰ βγάζει νερὸ ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ νὰ τὸ ρίχνει σὲ μία δεξαμενὴ ποὺ ἦταν ὅλο τρῦπες καὶ ἔπεφτε τὸ ἴδιο τὸ νερὸ πάλι στὸν λάκκο. Ξανὰ τοῦ λέει: «Ἔλα, θὰ σοῦ δείξω ἄλλο». Καὶ βλέπει ἕναν ναὸ καὶ δυὸ ἄνδρες καθισμένους σὲ ἄλογα ποὺ κρατοῦσαν οἱ δυό τους ἕνα ξύλο σὲ πλάγια θέση ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλο. Ἤθελαν νὰ περάσουν ἀπὸ τὴ θύρα, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν, γιατὶ τὸ ξύλο ἦταν πλαγιαστό. Καὶ δὲν πῆρε τὴν ταπεινὴ θέση ὁ ἕνας πίσω ἀπὸ τὸν ἄλλο, ὥστε νὰ μεταφέρουν τὸ ξύλο κρατώντας το πρὸς τὴν εὐθείσα ποὺ πήγαιναν, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔμειναν ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα. Αὐτοὶ εἶναι, ἐξήγησε, ἐκεῖνοι ποὺ βαστοῦν τὸν ζυγὸ τῆς δικαιοσύνης μὲ ὑπερηφάνεια, καὶ δὲν ταπεινώθηκαν νὰ διορθώσουν τὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ βαδίσουν τὴν ταπεινὴ ὁδὸ τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μένουν ἔξω ἀπὸ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος ποὺ κόβει τὰ ξύλα, εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ πεσμένος σὲ πολλὲς ἁμαρτίες καὶ ἀντὶ νὰ μετανοήσει, βάζει κι ἄλλες πάνω στὶς ἁμαρτίες του. Τέλος, ἐκεῖνος ποὺ τραβὰ τὸ νερὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού, ναὶ μὲν κάνει καλὰ ἔργα, ἀλλὰ ἐπειδὴ σ᾿ αὐτὰ εἶχε ἀναμείξει ὄχι καλὸ σκοπό, ἔχασε ἐξαιτίας αὐτοῦ καὶ τὰ καλὰ ἔργα. Κάθε ἄνθρωπος λοιπὸν πρέπει νὰ εἶναι προσεκτικὸς στὰ ἔργα του, γιὰ νὰ μὴν κοπιάσει ἄδικα».


 Το Μέγα Γεροντικόν


Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ



Απορεί κανείς, με αγαθή έκφραση εκκολαπτόμενου νηπίου, 

πως γίνεται από την μια, 

να υπερασπίζεται κανείς την άρτια ακεραιότητα της  Πίστης, 

κι από την άλλη να το επιτυγχάνει με ένα ψυχωτικό σύνδρομο παραβατικού αυταρχισμού, 

έναν θρασύ και δυσώδη τρόπο εγερμένου όχλου, 

που εκ του αποτελέσματος ανατρέπει άρδην τον φιλότιμο νοούμενο σκοπό! 

Ο ανεπίγνωστος ζηλωτισμός, 

που δεν γνωρίζει ποιμενικές μάντρες και στρατολογημένα ποιμνιοστάσια 

κινείται χωρίς θεολογικό υπόβαθρο, 

που προάγει το Χριστολογικό ήθος και η Αγιοπνευματική Χάρις της Τρισηλίου Θεότητας,  ακριβώς, 

γιατι ο ενεργών δηλώνει απών ή ωσεί παρών 

στην -αποκαλυπτικά- μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. 



Δυστηχώς, πολλοί χριστιανοί μας (ειδικευμένοι διαδικτυακά, ως δεικτικοί δογματοπλάστες στα περί Πίστεως) εγείρουν μία -φασιστικά- επηρμένη γλώσσα λαικής εμποροπανήγυρης, έναν καθ' όλα χυδαίο, εκμαυλιστικό λόγο εκούσιου, πνευματικού θανάτου κι έναν χειριστικά κινούμενο, λεκτικό τραμπουκισμό, όλα αυτά υπό το κράτος της υπεράσπισης της Πίστης. Απορεί κανείς, με αγαθή έκφραση εκκολαπτόμενου νηπίου, πως γίνεται από την μια να υπερασπίζεται κανείς την ακέραιη αρτιότητητα της Ορθόδοξης Πίστης, κι από την άλλη να το επιτυγχάνει με ένα ψυχωτικό σύνδρομο παραβατικού αυταρχισμού, έναν θρασύ και δυσώδη τρόπο εγειρμένου όχλου, που εκ του αποτελέσματος ανατρέπει άρδην τον φιλότιμο νοούμενο σκοπό! Ο ανεπίγνωστος ζηλωτισμός, που δεν γνωρίζει ποιμενικές μάντρες και στρατολογημένα ποιμνιοστάσια κινείται χωρίς θεολογικό υπόβαθρο, που προάγει το Χριστολογικό ήθος και την Αγιοπνευματική Χάρι της Τρισηλίου Θεότητας, ακριβώς, γιατι ο ενεργών δηλώνει απών ή ωσεί παρών στην -αποκαλυπτικά- μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Το να αποκαλείς τον αιρεσιάρχη διδάσκαλο του Οικουμενισμού κ. Βαρθολομαίο, ως ''Βοθρολομαίο'', αυτό δεν είναι θεολογικός λόγος, ούτε εξαγνιστική κομπορρημοσύνη, που ανατρέπει αφαιρετικά τον αποφατικό λόγο. Το να αποκαλεί κανείς τους -επί σκοπού- διακινούμενους λαθρομετανάστες ως ''πιθήκους'', ''τετράποδα'' και ''μαιμούδες,'' αυτομάτως έχει διαγράψει από την πνευματικά(;) κονιορτοποιημένη, ετεροζυγική ζωή του το ''κατ' εικόνα και ομοίωση,'' το ''Σύμβολο της Πίστεως,'' την ''Κυριακή Προσευχή'' και πλείστες άλλες ιερές Ακολουθίες στην ορθόδοξη Λατρεία της Εκκλησίας μας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τον ευγενή και ευπροσήγορο λόγο του Χριστιανού, που πρέπει να διέπεται από το Χριστοκεντρικό ήθος και την Χριστολογική ευγένεια και πραότητα, σημειώνει πως ''αυτός (ο χριστιανός) δεν μπορεί να έχει καμμιά σχέση με τις φωνές της αγοράς, της πλατείας, των υπαίθριων θεάτρων ή του ιπποδρόμου, εκεί δηλαδή που ο Χριστός περισσεύει στα χείλη των ανθρώπων)! Εξάλλου, πολλοί εκ των χριστιανών μας έχουν συνταυτίσει απερινόητα μ' έναν υπολανθάνοντα και ολέθριο τρόπο, την Ορθοδοξία με τον Εθνικισμό, λες και μπορεί να ταυτοποιηθεί η ταπεινότητα με την αλαζονεία, η μειλιχιότητα και η ευπροσηγορία με την έπαρση και τον εγωισμό ή η φιλανθρωπία με τον σωβινισμό. Η Εκκλησία, ως πνευματικός κρουνός θεραπευτικών ιαμάτων, αλλά κυρίως, ως πνευματική αποκάλυψη του Θεού Λόγου και της αγιοπνευματικής χάριτος του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος δεν μπορεί να συνταυτισθεί με κανέναν ιδεολογικοπολιτικό ισμό, απλά, γιατι είναι εκ των ουκ άνευ ασύντακτες και αντίρροπες δυνάμεις. Μόνο ο Ελληνισμός, ως φυλετικός αποδέκτης, ως ακάματος σκαπανεύς εργάτης του Ευαγγελίου και ως διαχρονικός φύλαξ της Πατερικής Ορθοδοξίας δύναται να συνταυτισθεί απόλυτα στο πέρασμα δύο χιλιάδων -και έτι- χρόνων χριστιανικής ομολογίας. Κάποιος περιηγητής του Αγίου Όρους του Άθωνα συνάντησε κάποτε, κάποιον γέροντα, ασκητή και του είπε: - Γέροντα αγαπώ την Εκκλησία, γιατι είμαι Εθνικόφρων. - Όχι παιδί μου, του απάντησε ο γέροντας, δεν αγαπάς την Εκκλησία. Αγαπάς μόνο την Ορθοδοξία, αλλά ως ιδέα! Εγώ, που σου ομιλώ είμαι Θεόφρων και πάνω από τον Θεό μου δεν βάζω, ούτε την πατρίδα μου, που σε λίγο θα μου είναι ξένη και παρεπίδημη. Αγωνίσου παιδί μου για την πατρίδα σου σαν ένας καλός πατριώτης, αλλά περισσότερο αγωνίσου για την σωτηρία της ψυχής σου και της ψυχής του πλησίον σου''. Ο ανεπίγνωστος ζηλωτής του διαδικτύου υβρίζει, διαπομπεύει, ειρωνεύεται, εξεγείρεται, αποθρασύνεται και εκρήγνυται κάθε φορά υποβοηθούμενος υπό την δεξιάν πλάνην του οικείου δαίμονος. Δεν ευσχημονεί, δεν φέρεται με Χριστολογικό ήθος και αγιοπνευματική χάρι ευγενείας και πραότητος, αλλά μπροστά στην εγωική διεκδίκηση της Αλήθειας ή της δικής του αλήθειας εκρήγνυται, διαρικνύεται και εντέλει συντρίβεται και αποκαθηλώνεται υπό το ''ψευτοθεοκρατικό'' κράτος του αντίδικου διαβόλου.



Τα λόγια του Παύλου,
του Αποστόλου των Εθνών, στην Α' προς Κορινθίους επιστολή του,
λες και γράφτηκαν αποκλειστικά γι' αυτόν:
''Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν,
και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν,
αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.
Και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντα μου,
και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω,
ουδέν ωφελούμαι.
Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί,
η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται,
ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται,
ου λογίζεται το κακόν,
ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία,
πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει.
Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει!'' 

Εύχεσθε!



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος


Η ΚΑΘΑΡΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ



   Ὁ γιατρός Μιχαήλ Ἰγκόροβιτς παλιότερα φρόντιζε τόν Γέροντα Γαβριήλ. 

Ἦταν ἄνθρωπος, 

πού ποτέ δέν τόν εἶχαν ἀπασχολήσει τά θέματα τῆς πίστης καί τῆς σωτηρίας. 

Γιά ὅλα τά θέματα πού γίνονται στήν ζωή 

εἶχε καί κάποια «φυσική» ἐξήγηση. 

Ὁ Γέροντας Γαβριήλ ἐρώτησε κάποτε τόν γιατρό Μ.Ι.Φ.: 

- Πιστεύεις στήν ὕπαρξη τῶν πονηρῶν πνευμάτων, τῶν δαιμόνων; 

- Καλά… τό ξέρεις… Πιστεύω πολύ λίγο. 

- Σέ παρακαλῶ: Πρίν κάνεις ὁτιδήποτε ἄλλο ἐξέτασέ με γιά νά διαπιστώσεις,

 ἂν διανοητικά εἶμαι φυσιολογικός ἄνθρωπος. 

Ὁ γιατρός χαμογέλασε καί εἶπε πώς βρῆκε τόν π. Γαβριήλ ἀπόλυτα ὑγιή, 

«σώας ἔχοντα τάς φρένας». 

Τό σῶμα ὅμως καί ἰδιαίτερα ἡ καρδιά ἔχουν πολύ μεγάλη ἀδυναμία. 

Ὡραῖα, συνέχισε ὁ π. Γαβριήλ. 

Σήμερα στίς ἕξι ἡ ὥρα τό βράδυ λοιπόν, ἡ ἀναπνοή μου δυσκόλεψε. 

Ἐνῶ βρισκόμουν σ᾿ αὐτή τήν κατάσταση ἐμφανίστηκαν μπροστά μου 

κάποια πονηρά πνεύματα, δαίμονες… 



- Μὰ αὐτὸ εἶναι παραίσθηση... διέκοψε ὁ γιατρός. - Ἐγὼ νομίζω ὄχι. Ἦταν δαίμονες, γιατὶ μὲ πί- εζαν καὶ μοῦ ᾿λεγαν: «Δὲν ὑπάρχει Θεός. Εἶσαι δικός μας, θὰ πεθάνεις». - Ὄχι, δὲν εἶμαι δικός σας,... τοὺς ἀπάντησα, δὲν θὰ πεθάνω. Πιστεύω πὼς ὁ Χριστὸς θὰ μὲ πάρει κοντά Του. Αὐτοὶ γέλασαν: «Χά, χά, χά. Οὔτε αὐτὸς οὔτε Θεὸς ὑπάρχει». «Ἂν δὲν ὑπάρχει Θεός, τότε ποιός εἶναι ὁ σκοπός σας;... τοὺς ἀπάντησα. Ἐσᾶς ποιός σᾶς ἔφτιαξε; Ἂν δὲν ὑπάρχει Θεός, τότε δὲν ὑπάρχετε οὔτε καὶ σεῖς. Εἶστε ψεῦτες! Εἶστε τὸ ψέμμα προσωποποιημένο, εἶστε διάβολοι!!! Φύγετε μακριὰ ἀπὸ μένα. Ἐγὼ πιστεύω στὸν Θεὸ καὶ Αὐτὸς θὰ μὲ σώσει!». «Χά, χά, χά… Ποῦ θὰ πᾶς; Θὰ δοῦμε. Εἶσαι ἁμαρτωλός!», ἀντέτειναν ἐκεῖνοι. «Ναί, ἀπάντησα, εἶμαι ἁμαρτωλός, ἐσεῖς μὲ παρακινεῖτε. Ὅμως μετάνιωσα, ἐξομολογήθηκα στὸν πνευματικό μου καὶ οἱ ἁμαρτίες μου συχωρέθηκαν». «Ναί, αὐτὸ εἶν᾿ ἀλήθεια, ἀλλὰ ἡ μετάνοιά σου δὲν ἦταν καθαρή. Ἔφερνες πότε τὴ μιὰ δικαιολογία καὶ πότε τὴν ἄλλη γιὰ νὰ δικαιολογηθεῖς στὸν Πνευματικό σου». «Αὐτὸ ὅμως, ἐπέμεινα, καὶ ἂν ἦταν ἔτσι, ἦταν ἀπὸ ντροπή. Μὲ τὴ συναίσθηση ὅτι ἡ ἁμαρτία μου ἦταν πολὺ μεγάλη ντρεπόμουν. Ἡ ντροπὴ αὐτὴ ὅμως καὶ ὁ φόβος προέρχονταν ἀπὸ σᾶς τοὺς δαίμονες ποὺ προσπαθούσατε νὰ μὲ διατηρήσετε θύμα σας καὶ νὰ μὲ καταστρέψετε. Καὶ τώρα ἤρθατε γιὰ νὰ μὲ τρομάξετε. Δὲ θὰ τὰ καταφέρετε ὅμως. Πιστεύω καὶ ὁμολογῶ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ «ἦλθε εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτος εἰμι ἐγώ» (Α´ Τιμόθ. α´ 15). Μετὰ ἄρχισα νὰ προσεύχομαι καὶ νὰ φωνάζω στὸν Κύριο: «Κύριε, σῶσε με». Οἱ δαίμονες ὅμως ἐξακολουθοῦσαν νὰ μὲ πειράζουν. «Χά, ἀκοῦς τὶ λές; Τί μπορεῖς νὰ ἐλπίζεις πὼς θὰ κερδίσεις, ἁμαρτωλέ;». Ἐγὼ ξαναπροσευχήθηκα: «Ὅσιοι τοῦ Θεοῦ, βοηθεῖστε με ν᾿ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὶς συκοφαντίες καὶ τὶς ἐπιθέσεις τῶν δαιμόνων». Οἱ δαίμονες ἀπὸ τὴν ἄλλη μοῦ φώναζαν: «Ὄχι, ὄχι, θὰ χαθεῖς!!!». «Ὄχι, κραύγαζα ἐγώ. Ἀκόμα εἶμαι στὸ σῶμα μου. Μπορῶ νὰ μετανοήσω. Δὲ θὰ χαθῶ». Τότε ἐκεῖνοι ἄρχισαν νὰ μοῦ ἀποκαλύπτουν ὅλες τὶς ἁμαρτίες μου, ἀκόμα καὶ αὐτὲς ποὺ ἐγὼ δὲν τὶς εἶχα λογαριάσει γιὰ ἁμαρτίες. Μοῦ τὶς ἔδειχναν ὅλες. «Ὁρίστε, ἐδῶ εἶναι. Τὶς βλέπεις; Δὲν εἶναι αὐτὲς οἱ ἁμαρτίες σου; μὲ κατηγοροῦσαν συνέχεια οἱ ἀκάθαρτοι. Καὶ οἱ ὅσιοί σου ἴδιοι μὲ σένα ἦταν. 

ΓΙΑΤΙ ΑΔΙΚΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΕΥΣΕΒΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΦΤΩΧΟΙ



Κάποτε ένας άγιος γέροντας 

προσευχόταν στο Θεό να του αποκαλύψει το μυστήριο, 

γιατί άνθρωποι δίκαιοι και ευσεβείς είναι φτωχοί και δυστυχούν και αδικούνται, 

ενώ πολλοί άδικοι και αμαρτωλοί είναι πλούσιοι και αναπαύονται 

και πως ερμηνεύονται οι κρίσεις του Θεού. 

Ο Θεός θέλοντας να τον πληροφορήσει, 

του έβαλε στην καρδιά λογισμό να κατεβεί στον κόσμο. 

Περπατώντας λοιπόν ο Γέροντας, 

βρέθηκε σ’ ένα δρόμο πλατύ, όπου περνούσαν πολλοί... 



Εκεί υπήρχε ένα λιβάδι και μια βρύση με καθαρό νερό. Ο αββάς, κρύφτηκε στην κουφάλα ενός δένδρου και σε λίγο, να που περνά ένας άνθρωπος πλούσιος, που ξεπέζεψε και κάθισε να φάει. Εκεί που αναπαυόταν, βγάζει ένα πουγκί με εκατό φλουριά, για να τα μετρήσει.. Αφού τα μέτρησε, νόμισε πως τα έβαλε πάλι μέσα στο ρούχο του, εκείνα όμως έπεσαν κάτω στη γη. Σηκώθηκε λοιπόν και καβαλίκεψε το άλογο του, αφήνοντας εκεί τα φλουριά. Έπειτα πέρασε από εκεί άλλος οδοιπόρος, για να πιεί νερό. Βρίσκει τα φλουριά, τα παίρνει και φεύγει γρήγορα. Κατόπιν ήλθε άλλος φτωχός πεζοδρόμος, φορτωμένος και κουρασμένος, και κάθισε κι αυτός να αναπαυτεί. Ενώ έβγαζε ένα παξιμάδι για να φάει, έρχεται και ο πλούσιος και πέφτει πάνω στο φτωχό κα του λέει με θυμό: « Γρήγορα, δος μου τα φλουριά που βρήκες». Ο φτωχός με όρκους μεγάλους έλεγε πως δεν είδε τέτοιο πράγμα. Τότε ο πλούσιος άρχισε να τον δέρνειμε τη βίτσα του λουριού του αλόγου του και με ένα χτύπημα τον σκότωσε. Και άρχισε να ψάχνει όλα τα ρούχα και τα πράγματα του φτωχού, και επειδή δε βρήκε τίποτε έφυγε πολύ λυπημένος. Ο αββάς βλέποντας όλα αυτά έκλαιγε και σπαρασσόταν η καρδιά του για τον άδικο φόνο και παρακαλώντας τον Κύριο έλεγε: «Κύριε, ποια είναι η βουλή Σου και πως υπομένει αυτά η αγαθότητα Σου; Τότε παρουσιάσθηκε Άγγελος και του είπε: μη λυπάσαι, Γέροντα, διότι όλα με το θολή του Θεού γίνονται, αλλά κατά παραχώρηση, άλλα για παίδευση και άλλα για οικονομία. Μάθε, λοιπόν, ότι αυτός που έχασε τα φλουριά είναι γείτονας εκείνου που τα βρήκε. Ο δεύτερος είχε περιβόλι αξίας εκατό φλουριών, αυτό δε ο πλούσιος ως πλεονέκτης που ήταν, το πήρε δικαστικώς μόνο για πενήντα φλουριά. Κι επειδή παρακαλούσε ο φτωχός περιβολάρης το Θεό να κάνει εκδίκηση, οικονόμησε ο Θεός έτσι και τα έδωσε διπλά αντί πενήντα φλουριά, εκατό. Εκείνος δε ο άνθρωπος που φονεύτηκε άδικα, είχε κάνει φόνο, επειδή, όμως, είχε έργα χριστιανικά και θεάρεστα, θέλοντας ο Θεός να τον σώσει και να τον καθαρίσει από την αμαρτία του φόνου, οικονόμησε να σκοτωθεί άδικα, για να σωθεί η ψυχή του. Αυτός δε, ο πλεονέκτης, που έκανε το φόνο, έμελλε να κολασθεί από την πλεονεξία του, γι αυτό τον άφησε ο Θεός να πέσει στο αμάρτημα του φόνου, για να πονέσει η ψυχή του και να ζητήσει μετάνοια. Και να τώρα, αφήνει τον κόσμο και πάει να γίνει μοναχός. 



Λοιπόν πήγαινε τώρα στο κελί σου 

και μην πολυεξετάζεις τις κρίσεις του Θεού, 

διότι είναι ανεξερεύνητες και ανεξιχνίαστη 

η προνοητική των πάντων του Θεού διακυβέρνηση 

και δεν φθάνει ο νους και η δύναμη της γνώσεως του ανθρώπου 

να κατανοήσει τα θεία μυστήρια. 

Γι αυτό κάθε άνθρωπος πρέπει να λέει: 

«δίκαιος ει, Κύριε, και ευθείαι αι κρίσεις Σου» 

και από την απόλυτη πίστη του θα σωθεί, 

καθώς λέγει η Γραφή: 

«ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται». 

Αφού άκουσε αυτά από τον άγγελο ο Αββάς, δόξαζε το Θεό!


Γεροντικόν


Ο ΠΟΝΤΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ



Κάποτε χριστιανοί μου, κάποιος μοναχός, 

έφυγε από το κοινόβιο και την ευλογημένη υπακοή 

και πήγε στην έρημο να γίνει ησυχαστής. 

Ο λογισμός του απαιτούσε να αφοσιωθεί μέρα νύχτα στη μελέτη 

και θεωρία του ονόματος του Ιησού Χριστού και μάλιστα στο μυστήριο 

της Τριαδικότητος του Αγίου Θεού. 

Έτσι πίστευε, ότι θα μπορούσε μέσα στην ερημιά και στη γαλήνη της ησυχίας 

να ενωθεί με τον Θεόν 

χωρίς μέριμνες και χωρίς σκοτούρες. 



Ύστερα όμως από δύο τρεις ημέρες, δεν μπορεί κανένας να αντέξει και παραπάνω εδώ που τα λέμε, σε κάποια στιγμή των ιερών του στοχασμών, αισθάνθηκε κοντά του την παρουσία κάποιου; Τι ήταν; Ένα μικρό ποντίκι. Είχε ανεβεί στην μπαλωμένη και τρύπια παντούφλα του, και μύριζε το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του. Έτσι αποσπάσθηκε η προσοχή του και ήταν αδύνατον να κρατήσει αμετακίνητο το νου του, στην ενθύμηση του Θεού και στην προσευχή του. Το είδε και είπε μέσα του: «Εγώ άφησα τα πάντα για να επικοινωνώ αμέριμνα και σωστά με τον Θεόν και να έρχεται τώρα να μου την χάλασε ένας ποντικός. Ε, αυτό δα, παρατραβάει το κορδόνι, και λέγει νευριασμένος στο ποντίκι, δυνατά τώρα: – «Γιατί βρε σιχαμένο μου διακόπτεις την προσευχή μου;» – «Γιατί πεινάω», απάντησε το ποντίκι. Και ο ησυχαστής ανταπάντησε με αγανάκτηση, χωρίς να αναρωτηθεί, πως το ποντίκι μίλησε με ανθρώπινη φωνή: – «Φύγε από δω βρε μαγαρισμένο, εγώ προσπαθώ με χίλιους κόπους να δω πως θα ενωθώ με τον Θεό, και συ ήρθες να μου ζητήσεις να ασχοληθώ με την κοιλιά σου;» και φραπ, τίναξε το πόδι του και πέταξε τον ποντικό στην απέναντι γωνία της σπηλιάς του. Και τότε το ποντίκι γυρίζει και με πολύ ηρεμία, αφού τον κοίταξε στα μάτια, του απάντησε, με ανθρώπινη γλώσσα: 


– «Μάθε το μία για πάντα, πάτερ, 

αν δεν μπορέσεις να ενωθείς με τους γύρω συνασκητάς σου 

και με τον γέρο Αββακούμ, που ψήνεται στον πυρετό, 

και πεθαίνει από την πείνα μέσα σε μία διπλανή σου σπηλιά, 

αλλά και με τον κάθε Αββακούμ, 

δηλαδή τον πλησίον σου, που πονάει και υποφέρει, 

που πεινάει και διψάει και κείται γυμνός και πληγιασμένος, 

και δεν τον συμπονέσεις, και δεν του σταθείς στα προβλήματά του, 

τότε, ποτέ, μα ποτέ δεν θα μπορέσεις να ενωθείς 

με τον Θεόν της αγάπης και του ελέους». 

Και χάθηκε ο ποντικός.



Πρωτοπρεσβύτερος π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος


Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΑΜΦΙΑΛΗΣ 1899 - 1966




Ο π. Ιωάννης εκοιμήθη την 27ην Ιανουαρίου 1966 και την αγίαν του ψυχήν 

παρέλαβον Άγγελοι και δη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, 

όπως του είπε προαναγγείλει ο ίδιος. 

Τα εναέρια τελώνια δεν είχον καμμίαν εξουσίαν επί του Γέροντος, 

καθ' ότι ήτο ούτος αγιότατος, ψυχή τε και σώματι. 

Τα θαύματα του π. Ιωάννου, 

τα εν τη ζωή και τα τοιαύτα, 

τα μετά την κοίμησίν του συνεχίζονται και ήρχισαν να γίνονται γνωστά εις τους πατέρας, 

μοναχάς και λαικούς του Πατρίου Εορτολογίου 

και με την πάροδον του χρόνου κατέστησαν ταύτα γνωστά 

εις άπαντας τους Χριστιανούς. 

Ο παντογνώστης Κύριος και Θεός ημών, Ος αγαπά άπαντας τους ταπεινούς τη καρδία, 

λόγω της Αυτού άκρας ταπεινώσεως αντιδοξάζει τους διξάζοντας Αυτόν, 

ως συμβαίνει και με τον Άγιον Ιωάννην Αμφιάλης. 



Έκαστον έτος, από την παραμονήν της εορτής της Αγίας Τριάδας, πράγματι από τον Εσπερινόν, έως την επομένην ημέραν μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, αναβλύζει αγίασμα από τον τάφον του οσίου πατρός Ιωάννου. Ενεφανίσθη δε ζων εντός της Ιεράς Μονής Πεντέλης είς ένα τεχνίτην, τον Νικόλαον Βασιλόπουλον, ο οποίος ετοποθέτει μίαν δεξαμενήν ύδατος και ο Άγιος τον εβοήθησεν εις το έργον αυτό. Η εμφάνισις αύτη του π. Ιωάννου έγινε το πρωί της Κυριακής (9:45 π.μ.), την 13ην Ιανουαρίου 1975. Είχον δε ήδη παρέλθει εννέα έτη από την μακαρίαν αυτού κοίμησιν. Τέλος, η οσιακή μορφή του Γέροντος ήτο τοιαύτη, ώστε άφησε, κατά τρόπον παράδοξον, αλλ' αποκαλυπτικόν, εις τας δυσχειμέρους και τας αποστατικάς ημέρας μας, έντονα αλλ' επί το πλείστον κεκρυμμένα τα ίχνη της παραδοσιακής πνευματικής του παρουσίας, μεταφράζων εις ζωντανόν βίωμα τον λόγον του Ευαγγελίου, ως οφείλομεν ίνα πράττομεν άπαντες ημείς, οι ευρισκόμενοι ακόμη εν τη στρατευομένη ημών Ορθοδόξω Εκκλησία. Την γνησιότητα του του οσιακού βίου του πιστοποιούμεν ημείς σήμερον, όπου ο τεθαμμένος σπόρος βλαστάνει, δικαιωμένης της ορθής πίστεως και της εν Χριστώ ελπίδος του π. Ιωάννου εις την Χάριν του Θεού μας και ουχί εις το ενός εκάστου εξ΄ημών ιδικόν μας ασήμαντον έργον. ''Τα σα εκ των σων Σοι προσφέρωμεν κατά πάντα και διά πάντα''. Τοιούτον βίον οφείλομεν, ίνα διάγομεν άπαντες, οι προσδωκόντες την αιώνιαν Βασιλείαν. Ο αείμνηστος πατήρ ημών Ιωάννης ήτο, ως ερρήθη κατ' επανάληψιν, αξιαγάπητος διά τας αρετάς του και την ανεγνωρισμένην υπό πάντων αγιότητά του. Ήτο πολύ ταπεινός, αλλά και πολύ φλογερός εις τα της πίστεως. Ταυτοχρόνως είχεν ούτος και Πατερικόν πνεύμα, τουτέστιν, υπεστήριζε το Παλαιόν Ημερολόγιον, ως ορθότερον και καθορισμένον υπό των αγίων Οικουμενικών Συνόδων, αλλ' επί πλέον και λόγω των προσωπικών του αποκαλύψεων. Οφείλομεν, το ημερολόγιον τούτο άπαντες οι Ελληνορθόδοξοι να ακουλουθώμεν αδιακρίτως και με απόλυτον βεβαιότητα, ως ασφαλή γνώσιν διά την ημών σωτηρίαν, καθ΄ότι και εν τω Ουρανώ τούτο ακολουθείται. Ο Όσιος πατήρ Ιωάννης εξεπέρασε τα στενά όρια των πνευματικών του τέκνων και σήμερον πλείστοι άνθρωποι έχουν ακούσει διά τον ιερώτατον βίον του. Ο Κύριος τον ηξίωσε μιας Οσιακής ζωής εν τω κόσμω, μιας λαμπράς δόξης εν τη τελευτή του μακαρίου βίου του και του αιωνίου Παραδείσου μετά την κοίμησίν του. Ο τάφος του κατέστη πηγή ιαμάτων διά τους πιστούς Ορθοδόξους και δη κατά την ημέραν της εορτής της Αγίας Τριάδος, όπου βγαίνει από τον τάφον του π. Ιωάννου αγίασμα. Καθ' ότι, ''αγαθών γαρ πόνων καρπός ευκλεής''. Είναι πολύ δύσκολον δι' ημάς τους απερροφημένους  από την κοσμικότητα, να ίδωμεν την αγιότητα των εκλεκτών του Κυρίου, οι οποίοι ουδέποτε έπαυσαν να υπάρχουν, διά τούτο υπάρχει ακόμη και ο κόσμος, διότι κρύπτουν ταύτην κάτω από την μεγάλην ταπεινοφροσύνην των. Ο 20ος αιών ανέδειξεν αρκετούς Αγίους εις την Ελληνικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, ως τον Άγιον Νεκτάριον, τον Άγιον Νικόλαον Πλανάν, τον Άγιον Ιερώνυμον Αιγίνης και άλλους Αγίους πατέρας, ως τον Άγιον Γέροντά μας, τον π. Ιωάννην. Ημείς οφείλομεν, ίνα υπομένομεν όλα τα ανιαρά και ενδεχόμενα (υπό Θεού επιτρεπόμενα), Χάριτι Χριστού. Συχνάκις επαναλαμβάνοντες εν' αυτοίς το ''δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν'' κατά τον Θείον Χρυσόστομον και θεία Χάριτι να ακολουθώμεν τους αγίους μας εν ζωή, ίνα ευρεθώμεν μετά τούτων και εις την άλλην, την αιωνίαν τοιαύτην. Εν κατακλείδι, οι καιροί σήμερον είναι χαλεποί και πολύ κρίσιμοι διά την εν γένει ζωήν του Ορθοδόξου Παραδοσιακού ημών Έθνους. Το φορτίο του καθ' ημέραν μόχθου και της ασυγχωρήτου αποστασίας, μέρους των Ελληνορθοδόξων από το 1924 και ο εθνικός πόνος διά τα όσα συμβαίνουν εις την χώραν μας από το 1974, μέγας. 


Άπαντες οι θεσμοί κλονίζονται, 

όπως και η επίσημος Εκκλησία με τον Οικουμενισμόν, 

η πολιτεία με την διαφθοράν, η παιδεία με την απαξίωσιν, 

η οικονομία με την απεμπόλησίν της και το κοινωνικόν ημών σύστημα 

καθ' ολοκληρίαν με την απόρριψιν του από τους εγχωρίους και ξένους θιασώτας της ''Νέας Εποχής,'' 

τους προδρόμους του ''μεσσίου''  των. 

Τούτο εστί το κόστος της αμαρτίας! 

Η απώλεια της θείας Χάριτος, ως άτομα και Έθνος. 

Τα φωτεινά παραδείγματα εκλείπουν και διά τούτο ο βίος των νέων αγίων μας, 

ως του π. Ιωάννου, 

παίζουν σημαντικόν ρόλον εις την εσωτερικήν, πνευματικήν ενίσχυσιν των Ορθοδόξων, 

οι οποίοι θα επιλέξουν εν μετανοία να μιμηθούν τον βίον των 

και το ευχόμεθα εις άπαντας τους εν Χριστώ αδελφούς μας!



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Εκ του συγγράματος του Δρς Ιωάννη Καλλανιώτη, καθηγητή του πανεπιστημίου του Scranton 
με τον τίτλο: ''ΑΓΙΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: 
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΜΦΙΑΛΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (1899 - 1966).  
Από την ανάρτηση έχουν αφαιρεθεί οι παραπομπές του συγγραφέως με ευθύνη ημετέρα, 
προκειμένου το κείμενο να καταστεί έτι ευανάγνωστο στους αναγνώστες. 
Σελίδες 14 - 16. 
Η εικόνα της ανάρτησης ανήκει στον David Khidasheli.


Άγιος Ιωάννης της Αμφιάλης

  

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟ ΟΡΑΜΑ ΔΙΑΒΟΛΙΚΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ



Επιστολή του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

στον συνταξιούχο Π.Ν. για ένα όραμα



Είχατε ένα ασυνήθιστο όραμα στην Εκκλησία κατά τη διάρκεια της προσευχής. 

Είδατε, πως ο Χριστός βγήκε απ' το ιερό και στάθηκε. 

Ύστερα βγήκε κάποιος σαν Εβραίος ραβίνος, 

και στάθηκε εξ αριστερών του Χριστού. 

Τελικά βγήκε πάλι κάποιος με τη μαντήλα στο κεφάλι, 

και στάθηκε εκ δεξιών του Χριστού. 

Τότε και οι δυο τους, από τις πλευρές έδωσαν τα χέρια στον Χριστό 

και έκαναν χειραψία μαζί Του. 

Τέτοιο όραμα είχατε. 

Ενώ σαν ερμηνεία του δήθεν ερμηνευτή ανακοινώνετε το εξής: 

ο Θεός θέλει να συμφιλιωθούν όλες οι θρησκείες 

και να δημιουργηθεί μία πίστη στον κόσμο!... 



Ο καθένας που είναι μυημένος στα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού μπορεί να σας πεί, ότι και το όραμα είναι ψευδές και η ερμηνεία είναι ψευδής. Το φάντασμα που είδατε μπροστά σας δεν είναι από τον Θεό, αλλά από εκείνον που πάντα σηκώνει τα κέρατά του εναντίον της πίστης του Χριστού. Το Πάτερ ημών τελειώνει με την προσευχή στον Θεό να μας απαλλάξει από αυτόν, «αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού». Άνθρωπε του Θεού, ποιος μπορεί να κάνει χειραψία με τον Χριστό; Ποιος μπορεί να σταθεί δίπλα στον Θεό; Μα δεν έχει πεί ο Χριστός στους Εβραίους: «Ιδού αφίεται υμίν ο οίκος ημών έρημος» (Ματθ. 23, 38). Η προφητεία εκπληρώθηκε. Οι Εβραίοι δεν έχουν ούτε θυσίες ούτε ιερωσύνη. Και τα δύο πέρασαν στους βαπτισμένους εκείνη τη στιγμή, όταν το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε «από άνωθεν έως κάτω». Ούτε οι μουσουλμάνοι έχουν θυσίες η ιερωσύνη. Μήπως δεν έχει πεί στους Εβραίους ο Εβραίος Παύλος, απόστολος του Θεού: «Τέλος γαρ νόμου Χριστός » (Ρωμ. 10,4); Και ακόμα : «Αναιρεί (ο Χριστός) το πρώτον ίνα το δεύτερον στήση» (Εβρ. 10,9); Πως, λοιπόν, εκείνο που έχει ερημώσει, που είναι τετελεσμένο, που είναι πεταμένο και έχει αντικατασταθεί με άλλο, καινούργιο, μπορεί να εξισώνεται, και να κάνει χειραψία με τη ζωντανή πίστη του Χριστού; Αλλά και ο ίδιος ο Μωάμεθ, παρόλο που δεν υποφέρει τους χριστιανούς, αναγνωρίζει και βάζει στο Κοράνι, ότι ο Ιησούς, υιος της Μαρίας θα κρίνει τον κόσμο, αναλόγως του ιδίου του Μωάμεθ. Τι εξίσωση και ισοπέδωση τότε! Από που τέτοιο όραμα, ρωτάτε. Από εκείνον που βάζει σε πειρασμούς. Επιθεωρήστε τη ζωή σας και θα καταλάβετε. Στις μέρες μας πολύ ακούγεται -από τους ολιγόπιστους, βέβαια- περί της συμφιλίωσης και εξίσωσης όλων των θρησκειών. Και εσείς παραδοθήκατε σε τούτες τις σκέψεις και τις επιθυμίες. Σάς δόθηκε, το δικό σας υποκειμενικό όραμα να το δείτε σαν να είναι αντικειμενικό. Κι εσείς το χαίρεστε, σαν έλεος του Θεού. Εγώ δεν θα έλεγα ότι τούτο είναι έλεος, πιθανότερα είναι η προειδοποίηση. Μπερδέψατε τις έννοιες. Άλλο πράγμα είναι η κοινωνική και πολιτική ειρήνη και άλλο η συμφιλίωση των θρησκειών. Και άλλο πράγμα είναι η εξίσωση στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών και άλλο η ισοπέδωση των θρησκειών. Στους χριστιανούς έχει αυστηρά διαταχθεί η ελεημοσύνη προς όλους τους ανθρώπους, χωρίς διαφορά στην πίστη, αλλά ταυτόχρονα και η αυστηρή τήρηση της αλήθειας του Χριστού. 


Ως χριστιανός, εσείς μπορείτε να θυσιάσετε για τους αλλοθρήσκους 

και την περιουσία και τη ζωή σας, αλλά με τίποτα την αλήθεια του Χριστού, 

αφού εκείνο είναι, ενώ αυτό όχι, δική σας ιδιοκτησία. 

Εδώ βρίσκεται ο λίθος προσκόμματός σας, σε τούτη τη μη διαφοροποίηση. 

Από τούτη την μη διαφοροποίηση ήρθε και η σύγχυση στην ψυχή. 

Στην πραγματικότητα, εσείς δεν είδατε, ούτε τον Χριστό, ούτε τον Μωάμεθ, 

είδατε μόνο την δική σας ψυχή. 

Ο Θεός ας σπεύσει σε βοήθειά σας!


Εκ του βιβλίου: ''Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται...''. 
Ιεραποστολικές Επιστολές Α,΄ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς.
Εκδόσεις «Εν πλώ», 2009, σελ. 313-315. 
Ιερό Κοινόβιο Οσίου Νικοδήμου, Πεντάλοφος Γουμένισσας, Κιλκίς. 
Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΛΙΚΙΑ ΣΤΟ ΖΕΜΠΙΛΙ



Συνέβη κάποια φορά νά ἐπισκεφθοῦν τόν ἀββᾶ Σιλουανό τρεῖς Πατέρες. 

Καί ἀφοῦ ἔκαναν προσευχή, τόν παρακάλεσαν νά στείλει κάποιον μαζί τους 

γιά νά δοῦν τούς ἀδελφούς μέσα στά κελιά τους. 

Εἶπαν ἐπίσης στόν Γέροντα: 

«Κάνε ἀγάπη κα δῶσε ἐντολή στόν ἀδελφό νά μᾶς πάει σ᾿ ὅλους». 

Καί ὁ Γέροντας ἐνώπιόν τους εἶπε στόν ἀδελφό: 

«Να πᾶς τούς Πατέρες σέ ὅλους». 

Ἰδιαίτερα, ὅμως τοῦ παρήγγειλε: 

«Πρόσεξε, νά μήν τούς πᾶς σ᾿ ἐκεῖνον τόν σαλό, γιά νά μήν σκανδαλισθοῦν». 



Καθὼς περνοῦσαν ἀπ᾿ τὰ κελιὰ τῶν ἀδελφῶν οἱ Πατέρες, ἔλεγαν στὸν ὁδηγό τους: «Δεῖξε ἀγάπη νὰ μᾶς πᾶς σὲ ὅλους». Καὶ ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος: «Βεβαίως». Ὅμως δὲν τοὺς πῆγε στὸ κελὶ τοῦ σαλοῦ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντα. Ὅταν ἐπέστρεψαν στὸν Γέροντα τοὺς εἶπε: «Εἴδατε τοὺς ἀδελφούς;» «Ναὶ -τοῦ εἶπαν- καὶ εὐχαριστοῦμε. Ἀλλὰ λυπούμαστε ποὺ δὲν πήγαμε σ᾿ ὅλους». Ρωτάει τότε ὁ Γέροντας τὸν ὁδηγό τους: «Δὲν σοῦ εἶπα νὰ τοὺς πᾶς σὲ ὅλους;» «Ἔτσι ἔκανα, πάτερ» ἀπάντησε ὁ ἀδελφός. Ἀλλὰ καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔφευγαν οἱ Πατέρες εἶπαν πάλι στὸν Γέροντα: «Ἀληθινὰ σᾶς εἴμαστε εὐγνώμονες, ποὺ εἴδαμε τοὺς ἀδελφούς, γιὰ ἕνα μόνο λυπούμαστε ποὺ δὲν τοὺς εἴδαμε ὅλους». Παίρνει τότε ὁ ἀδελφὸς τὸν Γέροντα ἰδιαίτερα καὶ τοῦ λέει: «Στὸν σαλὸ ἀδελφὸ δὲν τοὺς πῆγα». Ἀφοῦ ἔφυγαν οἱ Πατέρες, ὁ Γέροντας καλοσκέφτηκε αὐτὸ ποὺ ἔγινε, σηκώνεται λοιπὸν καὶ πάει στὸν ἀδελφὸ ποὺ προσποιοῦνταν τὸν σαλό. Χωρὶς νὰ χτυπήσει, ἀνοίγει σιγὰ-σιγὰ τὸ μάνδαλο καὶ αἰφνιδιάζει τὸν ἀδελφό. Ἐκεῖνος καθισμένος ἔκανε τὴν πνευματική του ἐργασία καὶ εἶχε δυὸ καλαθάκια, τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δεξιὰ καὶ τὸ ἄλλο ἀπὸ τὰ ἀριστερά. Σὰν εἶδε τὸν Γέροντα, ἄρχισε -ὅπως συνήθιζε- νὰ γελάει. Κι ὁ Γέροντας τοῦ λέει: «Ἄσ᾿ τα τώρα αὐτὰ καὶ πές μου ποιὰ εἶναι ἡ ἄσκησή σου». Ἐκεῖνος πάλι γελοῦσε. Συνέχισε ὁ ἀββᾶς Σιλουανός: «Τὸ ξέρεις πολὺ καλὰ ὅτι ἐκτὸς Σαββάτου καὶ Κυριακῆς δὲν βγαίνω ἀπὸ τὸ κελί, ἀλλὰ τώρα ἦρθα μεσοβδόμαδα, γιατὶ ὁ Θεὸς μ᾿ ἔστειλε ἐδῶ». Φοβήθηκε ὁ ἀδελφὸς καὶ βάζοντας μετάνοια στὸν Γέροντα, τοῦ λέει: «Συγχώρεσέ με, πάτερ. Κάθε πρωὶ ἀρχίζω τὴν πνευματική μου ἐργασία ἔχοντας τὰ χαλίκια αὐτὰ μπροστά μου. Ἐὰν μοῦ ἔρθει καλὸς λογισμός, ρίχνω ἕνα χαλίκι στὸ δεξιὸ ζεμπίλι, ἂν ἔρθει πονηρὸς λογισμός, ρίχνω στὸ ἀριστερό. Τὸ ἀπόγευμα μετρῶ τὰ χαλίκια καὶ ἂν τοῦ δεξιοῦ εἶναι περισσότερα, τρώγω, ἂν ὅμως τοῦ ἀριστεροῦ εἶναι περισσότερα, δὲν τρώγω. Τὴν ἑπόμενη μέρα πάλι ἐὰν μοῦ ἔρθει πονηρὸς λογισμός, λέγω στὸν ἑαυτό μου: Πρόσεξε, τί κάνεις, γιατὶ πάλι δὲν θὰ φᾶς». 



Θαύμασε σάν τ᾿ ἄκουσε ὁ ἀββᾶς Σιλουανός καί εἶπε: 

«Πράγματι οἱ Πατέρες πού ἦρθαν σήμερα ἅγιοι ἄγγελοι ἦταν, 

πού ἤθελαν νά κάνουν γνωστή τήν ἀρετή τοῦ ἀδελφοῦ. 

Γιατί καί μέ τήν παρουσία τους ἔνιωσα μεγάλη χαρά 

καί εὐφροσύνη πνευματική».

 

 Το Μέγα Γεροντικόν