ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την εδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

ΤΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ Η' ΚΑΙ Θ' ΑΓΙΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ



Τά Γνωρίσματα τῆς Οἰκουμενικότητος τῶν Ὀγδόης (Η΄) καί Ἐνάτης (Θ΄) Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων 



Α΄. Ἡ Ὀγδόη (Η΄) Ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδος

 

Ἡ Ἁγία Σύνοδος αὐτὴ συγκεντρώνει ἅπαντα τὰ κανονικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα γιὰ τὴν σύγκλησι, τὸ ἔργο καὶ τὶς ἀποφάσεις μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἤτοι: α. Συνεκλήθη ὡς Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, στὴν ὁποία ἐκπροσωπήθηκαν καὶ οἱ πέντε πρεσβυγενεῖς Πατριαρχικοὶ Θρόνοι. β. Συνεκλήθη ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλείου Α´ τοῦ Μακεδόνος (867-886), ὁ ὁποῖος πρῶτος μάλιστα ὑπέγραψε μετὰ τῶν υἱῶν του τὸν Δογματικὸν ῞Ορον τῆς Συνόδου καὶ τὰ Πρακτικὰ Αὐτῆς. γ. Συνεκέντρωσε μεγάλο ἀριθμὸ Συνοδικῶν Μελῶν: 390 Ἐπί- σκοποι. δ. Ἐλειτούργησε συμφώνως πρὸς τὴν παραδεδομένη κανονικὴ λει- τουργία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων εἰς Πράξεις ἑπτὰ (Α΄- Ζ΄), « ἐν τῷ δεξιῷ μέρει τῶν Κατηχουμένων τῆς Μεγά- λης Ἐκκλησίας, ἤτοι τῆς Ἁγίας Σοφίας». ε. Προέβη σὲ κανονικὲς ρυθμίσεις: διετύπωσε-ἐξέδωκε τρεῖς ῾Iεροὺς Κανόνας, γνωστοὺς ὡς «Κανόνες τῆς ἐν τῇ Ἁγίᾳ Σοφίᾳ Συνόδου». Ϛ. Ἐξέδωκε Ὅρον Πίστεως, διὰ τοῦ Ὁποίου ὁρίζεται ἐπὶ ποινῇ ἀναθέματος, τὸ ἀμετάβλητο καὶ ἀπαραχάρακτο τοῦ ῾Iεροῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. ζ. Εἶχε σαφῆ συνείδησιν τῆς αὐθεντίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πολλαχῶς ἐκφραζομένην στὰ Πρακτικὰ Αὐτῆς, ἰδίως ὅμως ἐξεφράσθη τοῦτο μὲ τὴν ἀπόφασιν συναριθμήσεως τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου μὲ τὶς προγενέστερες Οἰκουμενικὲς Συνόδους, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἀποκλειστικὸ δικαίωμα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. η. Ἀπεφάσισε κατὰ πάντα συμφώνως πρὸς τὶς προηγούμενες Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ πρὸς τὴν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας. 2. Τὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο ἐπιτελέσθηκε ἀπὸ τὴν Μεγάλη Σύνοδο τοῦ 879-880 ἦταν τεράστιο, τόσο γιὰ τὴν ταραγμένη ἐκείνη περίοδο, ὅσο καὶ γιὰ τὸ μέλλον τῆς ᾿Εκκλησίας: α. ἐλειτούργησε ἑνωτικὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Δογματικῆς ᾿Αληθείας καὶ τῆς Κανονικῆς Παραδόσεως· β. κατεδίκασε τὴν ἀλλοίωσι τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως διὰ τῆς προσθήκης τοῦ Filioque· γ. ἐπιβεβαίωσε τὸ ῾Iερὸ Σύμβολο, ὅπως Τοῦτο μᾶς παρεδόθη ὑπὸ τῶν δύο πρώτων Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων· δ. ἀπέκρουσε τὴν διαστροφὴ τοῦ ἁπλοῦ Πρωτείου Τιμῆς τοῦ ᾿Επισκόπου Ρώμης, ὁ ὁποῖος μετέβαλε τοῦτο αὐθαιρέτως σὲ διοικητικὸ Πρωτεῖο ᾿Εξουσίας ἐφ᾿ ὅλης τῆς ᾿Εκκλησίας. 3. Ὁ Μέγας Φώτιος ἐλειτούργησε ἑνωτικά, ἀντέκρουσε μὲ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα τὸ Παπικὸ Πρωτεῖο ᾿Εξουσίας καὶ τὴν νόθευσι τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἐξέθεσε μὲ παρρησία καὶ σαφήνεια τὶς ὀρθόδοξες θέσεις καὶ ἐκάλεσε τοὺς ᾿Αντιπροσώπους τοῦ Πάπα ᾿Iωάννου Η´ νὰ ἀποκηρύξουν τὶς πλάνες τους, οἱ ὁποῖες εἶχαν ὁδηγήσει στὸ Σχίσμα τοῦ 867. 4. Ὁ ῞Αγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως ὑπογραμμίζει μὲ ἔμφασι: «Ἡ Ὀγδόη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔχει τὴν ἑξῆς μεγάλην σπουδαιότητα ὅτι ἐκύρωσε τὸν Ὅρον τῆς Α΄ καὶ Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ Ἐπὶ τῇ πρώτῃ Κοινῇ Μνήμῃ-Ἑορτῇ τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων Η΄ καὶ Θ΄ (14η Νοεμβρίου 2016 ἐκ. ἡμ.), κατόπιν Συνοδικῆς Ἀποφάσεως, 8-9ης Ὀκτωβρίου 2015 ἐκ. ἡμ. Περιεφρούρησε τὴν Ὁμολογίαν τῆς Πίστεως, περιχαρακώσασα Αὐτὴν διὰ νέου ὀχυροῦ χαρακώματος ὅπως διατελῇ ἀπρόσβλητος, ἀφώρισε δὲ καὶ ἀνεθεμάτισε τοὺς ἄλλο τι παρὰ τοῦτο φρονοῦντας, καὶ μὴ τοῦτο κοινὸν Σύμβολον ὁμολογοῦντας καὶ ἀπεκατέστησε μεταξὺ ἀνατολῆς καὶ δύσεως τὴν ἐκκλησι- αστικὴν εἰρήνην καὶ ἑνότητα. Ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ ἀνεγνωρίσθη ἡ ἰσότης τῶν ἀρχιερατικῶν ἀξιωμάτων τῶν ἐπισκόπων Ρώμης καὶ Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὸ ἀπόλυτον κῦρος τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, εἰς ὃ ὑπέκυψε καὶ ὁ Πάπας, ἀναγνωρίσας τὰς ἀποφάσεις Αὐτῆς. Ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ ὁ Φώτιος κατήγαγε θρίαμβον, διότι ἐν Αὐτῇ ἐστέφθησαν οἱ ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀνατολῆς ἀγῶνες αὐτοῦ διὰ πλήρους ἐπιτυχίας καὶ ἐβασίλευσεν ἡ Ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑπὲρ ἧς τοσοῦτον ἐμόχθησεν». (Ἁγίου Νεκταρίου, Μελέτη Ἱστορικὴ περὶ τῶν αἰτιῶν τοῦ σχίσματος, Τόμος Α΄, ἐκδ. Νεκτ. Παναγόπουλου, σελ. 288-289) 5. Τρεῖς ἐπισημάνσεις εἶναι ἀπαραίτητες, πρὸς κατανόησιν τῆς σοβαρότητος καὶ τῆς ἐπικαιρότητος τῆς Ἁγίας Η΄ Συνόδου. α. Ἡ συνειδητοποίησις, ὅτι ἡ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ 879-880 ἦταν ἔργο τοῦ μεγαλόπνοου καὶ διορατικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Φωτίου τοῦ ῾Ομολογητοῦ καὶ ᾿Iσαποστόλου καὶ μεγάλου Πατρὸς καὶ Οἰκουμενικοῦ Διδασκάλου τῆς ᾿Εκκλησίας, μᾶς ὠθεῖ νὰ πιστεύουμε, ὅτι « ἡ πλέον ἁρμόζουσα τιμὴ πρὸς τὸν ῞Αγιο» «εἶναι ἡ συναρίθμησις τῆς Συνόδου αὐτῆς ὡς ὀγδόης μετὰτῶν ὑπολοίπων ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων». β. Ἡ κατανόησις τῆς Μεγάλης Συνόδου Αὐτῆς ὡς ἑνωτικῆς, ἀναδεικνύει Αὐτὴν ὡς πρότυπον σὲ ὁποιαδήποτε εἰλικρινῆ προσπάθεια γιὰ τὴν ἐπανένωσι τῶν διηρημένων Χριστιανῶν ᾿Ανατολῆς καὶ Δύσεως, ἐφ᾿ ὅσον Αὐτὴ μαρτυρεῖ γιὰ τὸ Θεῖο Μυστήριο τῆς Παραδόσεως διὰ τῶν ῾Αγίων Πατέρων, γιὰ τὴν γνήσια Πατερικὴ Συνοδικότητα: 1. «ἡ ἑνότητα τῆς ᾿Εκκλησίας ἀναζητήθηκε κυρίως καὶ πρωτίστως στὴν ἑνότητα τῆς Πίστεως καὶ στὴν διατήρηση ὄχι μόνο τοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ καὶ τῆς διατυπώσεως Αὐτῆς ὑπὸ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀναθεματίσθηκε δὲ ὁποιαδήποτε λεκτικὴ προσθήκη, ἀφαίρεση ἢ ἀλλοίωση τοῦ περιεχομένου»· 2. «ἡ ἑνότητα τῆς ᾿Εκκλησίας δομεῖται ἐπίσης ἐπὶ τῶν Κανονικῶν ρυθμίσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων»· 3. «ἡ ἐκκλησιολογία πρέπει νὰ ἐκφράζεται διὰ τοῦ συνοδικοῦ συστήματος». γ. Οἱ δύο προηγούμενες ἐπισημάνσεις μᾶς ὁδηγοῦν στὸ νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ αἴτιο/τὸ διατὶ ἡ λεγομένη Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τοῦ 2016 ὑπὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶχε ἀποκλείσει ἀπὸ τὶς προοπτικὲς αὐτῆς τὴν ἀναφορὰ στὴν Ἁγία Σύνοδο τοῦ Μεγάλου Φωτίου, ἀλλὰ καὶ διατὶ εἶχε ἀποφύγει ἐπιμελῶς νὰ συγκληθῆ αὐτὴ ὡς Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. 6. Ὡς Ὀγδόην (Η΄) Οἰκουμενικὴν ἐθεώρουν αὐτὴν οἱ Θεόδωρος Βαλσαμών, Νεῖλος Θεσσαλονίκης, Νεῖλος Ρόδου, Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου, Γεννάδιος Σχολάριος, Δοσίθεος Ἱεροσολύμων, Ἀθανάσιος Πάριος, Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος, Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως καὶ πολλοὶ ἄλλοι μέχρι τῶν συγχρόνων μας ἱκανῶν Θεολόγων. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ ἡ ἑξῆς ἀναφορὰ τοῦ Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου στὴν ἰδίαν αὐτοῦ «Ὁμολογίαν τῆς Ὀρθῆς Πίστεως, ἐκτεθεῖσαν ἐν Φλωρεντίᾳ κατὰ τὴν πρὸς Λατίνους γενομένην σύνοδον»: «Τοῦτο τὸ ἱερὸν τῆς πίστεως μάθημά τε καὶ Σύμβολον, τὸ παρὰ μὲν τῆς πρώτης καὶ δευτέρας τῶν Συνόδων ἐκτεθέν, παρὰ δὲ τῶν λοιπῶν κυρωθὲν καὶ βεβαιωθέν, ὅλῃ ψυχῇ δεχόμενος καὶ φυλάττων, ἀποδέχομαι καὶ ἀσπάζομαι, πρὸς ταῖς εἰρημέναις ἑπτὰ Συνόδοις, καὶ τὴν μετ᾿ αὐτὰς ἀθροισθεῖσαν ἐπὶ τοῦ εὐσεβοῦς Βασιλείου, Βασιλέως Ρωμαίων, καὶ τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου Φωτίου, τὴν καὶ Οἰκουμε- νικὴν Ὀγδόην ὀνομασθεῖσαν, ἣ καὶ τῶν τοποτηρητῶν παρόντων Ἰωάννου τοῦ μακαρίου πάπα τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης Παύλου καὶ Εὐγενίου τῶν ἐπισκόπων καὶ Πέτρου πρεσβυτέρου καὶ καρδιναλίου, ἐκύρωσε μὲν καὶ ἀνεκήρυξε τὴν ἑβδόμην Οἰκουμενικὴν Σύνοδον καὶ ταῖς πρὸ αὐτῆς συντάττεσθαι διωρίσατο, ἀποκατέστησε δὲ τῷ οἰκείῳ θρόνῳ τὸν ἁγιώτατον Φώτιον, κατέκρινε δὲ καὶ ἀνεθεμάτισε, καθάπερ καὶ αἱ πρὸ αὐτῆς Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, τοὺς τολμῶντας προσθήκην τινὰ καινοτομεῖν ἢ ὑφαίρεσιν ἢ ὅλως ἐναλλαγὴν ἐπὶ τῷ προρρηθέντι συμβόλῳ». (PG τ. 160, στλ. 85CD-88A) 7. Ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς Ἁγίας Η΄ Συν- όδου (Πράξεις Α΄- Ζ΄): α. «... Πρέπον ἐστὶ μετὰ πάσης τῆς γενομένης ἀποδοχῆς καὶ ἑνώσεως τῆς τῶν Ρωμαίων Ἐκκλησίας, διὰ μεσιτείας τοῦ ἁγιωτάτου ἡμῶν πατριάρχου Φωτίου, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ταύτῃ συμφωνῆσαι ἡμῖν, ὡς ἂν μηδὲ ἐν τούτῳ εἴη ἐν ἡμῖν διαφωνία· καὶ ὁ μὴ οὕτω φρονῶν καὶ ὀνομάζων τὴν ἁγίαν καὶ οἰκουμενικὴν ἐν Νικαίᾳ τὸ β' ἑβδόμην σύνοδον, ὡς καὶ ὁ θεοσεβέστατος πρεσβύτερος καὶ καρδηνάλις προεῖπεν, ἔστω ἀνάθεμα». (Πρᾶξις Ε΄) β. «...οὓς μέντοι Φώτιος ὁ ἁγιώτατος ἡμῶν πατριάρχης κληρικούς, ἢ λαϊκούς, ἢ τοῦ ἀρχιερατικοῦ καὶ ἱερατικοῦ τάγματος, ἐν οἵᾳ δήποτε παροικίᾳ, ὑπὸ ἀφορισμὸν ἢ καθαίρεσιν ἢ ἀναθεματισμὸν ποιήσῃ, ἵνα ἔχῃ αὐτοὺς καὶ ὁ ἁγιώτατος πάπας Ἰωάννης καὶ ἡ κατ᾿αὐτὸν ἁγία τοῦ Θεοῦ τῶν Ρωμαίων ἐκκλησία ἐν τῷ αὐτῷ τῆς ἐπιτιμίας κρίματι, μηδὲν τῶν πρεσβείων τῶν προσόντων τῷ ἁγιωτάτῳ θρόνῳ τῆς Ρωμαίων ἐκκλησίας, μηδὲ τῷ ταύτης προέδρῳ τὸ σύνολον καινοτομουμένων, μήτε νῦν, μήτε εἰς τὸ μετέπειτα». (Πρᾶξις Ε΄, Κεφάλ. Α΄) γ. «Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὅτι οὕτως αἱ γνῶμαι καὶ θελήσεις πάντων τῶν ἁγιωτάτων πατριαρχῶν εἰς ἓν συν- ῆλθον, καὶ διὰ τῆς κοινῆς ὁμονοίας καὶ εἰρήνης εἰς ἀγαθὸν τέλος κατέληξε πάντα τὰ παρὰ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου ἐναρχθέντα τε καὶ πραχθέντα». (Πρᾶξις Ε΄, Κεφάλ. Α΄) δ. «Ὅτι μὲν ἀγαθὸν τέλος τὰ παρ᾿ ἡμῶν πραχθέντα ἐδέξατο, κἂν ἡμεῖς σιωπήσωμεν, οἱ λίθοι κεκράξονται· καὶ ὁ μὴ στοιχῶν τοῖς παρὰ τῆς ἁγίας ταύτης καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου πραχθεῖσι, κεχωρισμένος ἔσται τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος». (Πρᾶξις Ε΄, Κεφάλ. Α΄) ε. «Ἐξ ἅπαντος τρόπου ὀφείλει ὁ τῆς ἐν Νικαίᾳ συνόδου ὅρος, ὃν καὶ αἱ λοιπαὶ ἅγιαι καὶ οἰκουμενικαὶ σύνοδοι ἐπεκύρωσάν τε καὶ ἐπῳκοδόμησαν, τοῦτον καὶ ἐν ταύτῃ τῇ μεγάλῃ καὶ οἰκουμενικῇ συνόδῳ ἀναγνωσθῆναι». (Πρᾶξις Ϛ΄) Ϛ. «... διὸ τὸν ἐξ ἀρχῆς τῆς πίστεως ὅρον πόθῳ θείῳ καὶ διανοίας εὐθύτητι ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ αὕτη σύνοδος ἐνστερνιζομένη τε καὶ θειάζουσα, καὶ τὸ τῆς σωτηρίας στερέωμα ἐν αὐτῷ θεμελιοῦσά τε καὶ ἀνεγείρουσα, οὕτω φρονεῖν καὶ κηρύσσειν πᾶσιν ἐμβοᾷ· Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα, καὶ ἐφεξῆς μέχρι τέλους». (Πρᾶξις Ϛ΄) ζ. «...Πάντες οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω πιστεύομεν, ἐν ταύτῃ τῇ ὁμολογίᾳ ἐβα- πτίσθημέν τε καὶ τοῦ ἱερατικοῦ βαθμοῦ ἠξιώμεθα. Τοὺς ἑτέρως παρὰ ταῦτα φρονοῦντας, ἢ ἕτερον ἀντὶ τούτου προβαλέσθαι τολμῶντας, τῷ ἀναθέματι καθυ- ποβάλλομεν», «ὡς ἐχθροὺς Θεοῦ καὶ τῆς ἀληθείας ἡγούμεθα· εἴ τις παρὰ τοῦτο τὸ ἱερὸν σύμβολον τολμήσει ἕτερον ἀναγράψαι, ἢ προσθεῖναι, ἢ ἀφελεῖν, καὶ ὅρον ὀνομάσαι ἀποθρασυνθείη, κατάκριτος καὶ πάσης χριστιανικῆς ὁμολογίας ἀπόβλητος· τὸ γὰρ ἀφελεῖν ἢ προστιθέναι, ἀτελῆ (τὴν εἰς) τὴν ἁγίαν καὶ ὁμοούσιον καὶ ἀδιαίρετον Τριάδα μέχρι τῆς σήμερον ἀνέκαθεν κατιοῦσαν ὁμολόγησιν ἡμῶν δείκνυσιν, καὶ τῆς τε ἀποστολικῆς παραδόσεως καὶ τῆς τῶν πατέρων διδασκαλίας καταγινώσκει. Εἴ τις τοίνυν εἰς τοῦτο ἀπονοίας ἐλάσας τολμήσειεν, ... ἕτερον ἐκθέσθαι σύμβολον καὶ ὅρον ὀνομάσαι, ἢ προσθήκην ἢ ὑφαίρεσιν ἐν τῷ παραδεδομένῳ ἡμῖν παρὰ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς ἐν Νικαίᾳ τὸ πρῶτον μεγάλης συνόδου ποιῆσαι, ἀνάθεμα ἔστω». (Πρᾶξις Ϛ΄ καὶ Πρᾶξις Ζ΄)


  

Β΄. Ἡ Ἐνάτη (Θ΄) Ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδος

1. Ἡ Ἁγία Σύνοδος αὐτὴ συγκεντρώνει ἐπίσης ἅπαντα τὰ ἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικὰ στοιχεῖα, τὰ χαρακτηρίζοντα μίαν Σύνοδον ὡς Οἰκουμενικήν, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ἑξῆς: α. Συνεκλήθη ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνό. β. Εἶχε ὡς ἀντικείμενο σπουδαῖο θέμα, στὸ ὁποῖο συγκεφαλαιώνεται ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία καὶ Πνευματικότητα, καὶ στὸ ὁποῖο συγκρούονται ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ καὶ ἡ Φραγκολατινικὴ Δύσις. γ. Ἀσχολήθηκε μὲ σοβαρὸ δογματικὸ θέμα, τὸ ὁποῖο εἶναι συνέχεια τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχόλησαν τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία. Τὸν Δ΄ αἰ. οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀντιμετώπισαν τὴν χριστολογικὴ αἵρεσι τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα. Καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1351 μ.Χ. ἀντιμετώπισε τὴν αἵρεσι τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστή. Ἐπίσης, ἀφοῦ ἡ Σύνοδος αὐτὴ ἀσχολήθηκε μὲ τὸ Δόγμα περὶ τῶν Θείων Ἐνεργειῶν, φέρεται ὡς συνέχεια τῆς Ϛ΄ (6ης) Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (680 μ.Χ.), ἡ Ὁποία ἀπεφάνθη ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει δύο Θελήσεις καὶ δύο Ἐνέργειες, θεία καὶ ἀνθρω- πίνη, γεγονὸς τὸ ὁποῖο μνημονεύει ὁ Τόμος τῆς Συνόδου τοῦ ἔτους 1351. Μάλιστα, οἱ αἱρετικοί, τοὺς ὁποίους κατεδίκασε ἡ Σύνοδος αὐτή, ὅπως λέει ὁ Τόμος Αὐτῆς, εἶναι χειρότεροι τῶν Μονοθελητῶν καὶ τῶν Μονενεργητῶν, τοὺς ὁποίους κατεδίκασε ἡ Ϛ΄ (6η) Ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. δ. Ἀποδέχθηκε τὶς Ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. ε. Τεκμηρίωσε ὅλη τὴν θεολογία τῶν ἱερῶν Κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὴν Διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ϛ. Ὁ Τόμος Αὐτῆς ὑπογράφτηκε ἀπὸ ὅλους: τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνό, τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιο Κάλλιστο, τοὺς παρισταμένους Συνοδικούς, τοὺς Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας Νήφωνα καὶ Ἱεροσολύμων Λάζαρον, ὑπὲρ τοὺς πενήντα Μητροπολῖτες καὶ Ἐπισκόπους, ὡς καὶ τοὺς Ἰωάννη Παλαιολόγο καὶ Ματθαῖο Καντακουζηνό. Μάλιστα, οἱ αἱρετικοί, τοὺς ὁποίους κατεδίκασε ἡ Σύνοδος αὐτή, ὅπως λέει ὁ Τόμος Αὐτῆς, εἶναι χειρότεροι τῶν Μονοθελητῶν καὶ τῶν Μονενεργητῶν, τοὺς ὁποίους κατεδίκασε ἡ Ϛ΄ (6η) Ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. δ. Ἀποδέχθηκε τὶς Ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. ε. Τεκμηρίωσε ὅλη τὴν θεολογία τῶν ἱερῶν Κειμένων τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὴν Διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ϛ. Ὁ Τόμος Αὐτῆς ὑπογράφτηκε ἀπὸ ὅλους: τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνό, τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιο 1. Ἡ Ἁγία Σύνοδος αὐτὴ συγκεντρώνει ἐπίσης ἅπαντα τὰ ἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικὰ στοιχεῖα, τὰ χαρακτηρίζοντα μίαν Σύνοδον ὡς Οἰκουμενικήν, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ἑξῆς: α. Συνεκλήθη ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνό. β. Εἶχε ὡς ἀντικείμενο σπουδαῖο θέμα, στὸ ὁποῖο συγκεφαλαιώνεται ὅλη ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία καὶ Πνευματικότητα, καὶ στὸ ὁποῖο συγκρούονται ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ καὶ ἡ Φραγκολατινικὴ Δύσις. γ. Ἀσχολήθηκε μὲ σοβαρὸ δογματικὸ θέμα, τὸ ὁποῖο εἶναι συνέχεια τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχόλησαν τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία. Τὸν Δ΄ αἰ. οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀντιμετώπισαν τὴν χριστολογικὴ αἵρεσι τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα. Καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 1351 μ.Χ. ἀντιμετώπισε τὴν αἵρεσι τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστή. Κάλλιστο, τοὺς παρισταμένους Συνοδικούς, τοὺς Πατριάρχες Ἀλεξανδρείας Νήφωνα καὶ Ἱεροσολύμων Λάζαρον, ὑπὲρ τοὺς πενήντα Μητροπολῖτες καὶ Ἐπισκόπους, ὡς καὶ τοὺς Ἰωάννη Παλαιολόγο καὶ Ματθαῖο Καντακουζηνό. ζ. Στὸ «Συνοδικὸ τῆς Ὀρθοδοξίας», τὸ ὁποῖο ἐκφράζει τὴν συνείδησι τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ τὴν νίκη καὶ τὸν θρίαμβο τῶν Ὀρθοδόξων, οἱ Ἅγιοι Πατέρες πρόσθεσαν καὶ τὰ «Κατὰ Βαρλαὰμ καὶ Ἀκινδύνου κεφάλαια» τῆς Συνόδου Αὐτῆς. η. Ἀνέπτυξε τὴν διδασκαλία Αὐτῆς ὁ θεούμενος Πατὴρ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Πα- λαμᾶς. ● Τὴν αὐθεντία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων Συνόδων, προσδίδουν κυρίως οἱ θεούμενοι καὶ θεοφόροι Ἅγιοι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦν Αὐτές. θ. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ χαρακτηρίσθηκε ὡς Οἰκουμενικὴ ἀπὸ πολλοὺς Θεολόγους, παλαιοτέρους καὶ συγχρόνους. 2. Γιὰ τὶς ταραχές, τὶς ὁποῖες προεκάλεσε ὁ Βαρλαὰμ κατὰ τῶν Ἡσυχαστῶν, συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολι ἡ Σύνοδος τοῦ Ἰουνίου 1341, ἡ Ὁποία κατεδίκασε αὐτόν. ● Ἐπίσης, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1341 καὶ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1347 συνῆλθαν ἀκόμη δύο Σύνοδοι στὴν Κωνσταντινούπολι, οἱ ὁποῖες κατεδίκασαν τοὺς ὁμόφρονες διαδόχους τοῦ Βαρλαάμ, Γρηγόριο Ἀκίνδυνο καὶ Ἰωάννη Καλέκα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. ● Ἡ Θ΄ (9η) Ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τοῦ 1351 ἐπεκύρωσε τὶς Ἀποφάσεις τῶν δύο προηγουμένων Συνόδων. 3. Ἡ Θ΄ (9η) Οἰκουμενικὴ Σύνοδος: ● Συνεκλήθη στὶς 28 Μαΐου 1351 ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνὸ καὶ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κάλλιστο στὰ Ἀνάκτορα τῶν Βλαχερνῶν, στὸ Ἀλεξιανό τρίκλινο. Ἔλαβαν μέρος ὁ Αὐτοκράτωρ Ἰωάννης Καντακουζηνός, ὡς Πρόεδρος, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιος Κάλλιστος, εἰκοσιπέντε Μητροπολῖτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν σύμφωνη γνώμη ἄλλων τριῶν, ἑπτὰ Ἐπίσκοποι, ὁ σεβαστοκράτωρ Μανουὴλ Ἀσάνης, ὁ Ἀνδρόνικος Ἀσάνης, τὰ μέλη τῆς Συγκλήτου, πολλοὶ Ἄρχοντες, Ἡγούμενοι, Ἀρχιμανδρῖτες, Ἱερεῖς, Μοναχοὶ καὶ πολλοὶ λαϊκοί. Κλήθηκε, ἐπίσης, νὰ λάβη μέρος καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὄχι βέβαια μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ τὰ βέλη ὅλων τῶν ἀντιπάλων ἐστρέφοντο κυρίως ἐναντίον του, γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀνέλαβε, μὲ προτροπὴ τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ τῆς Συνόδου, τὸ βάρος τοῦ ἀγῶνος ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν Ἀκινδυνιστῶν. Ἡ Σύνοδος, σὲ πέντε Συνεδρίες, ὕστερα ἀπὸ σοβαρά, προσεκτική, ψύχραιμη καὶ σὲ βάθος μελέτη, κατεδίκασε καὶ ἀνεθεμάτισε τοὺς αἱρετικοὺς Βαρλαὰμ Καλαβρὸ καὶ Γρηγόριο Ἀκίνδυνο, ἀνεγνώρισε τὴν Διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ὡς Διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐξέδωσε τὴν Ἀπόφασί Της, τεκμηριώνουσα Αὐτὴν μὲ πλῆθος Πατερικῶν μαρτυριῶν, σύμφωνα μὲ τὴν Ὁποία: α. ὑπάρχει διάκρισις Θείας Οὐσίας καὶ Θείας Ἐνεργείας· β. ἡ Θεία Ἐνέργεια εἶναι Ἄκτιστος· γ. δὲν προκύπτει καμμία σύνθεσις στὸν Θεὸ ἀπὸ τὴν διάκρισι αὐτή· δ. ἡ Θεία καὶ Ἄκτιστος Ἐνέργεια προσαγορεύεται Θεότης ἀπὸ τοὺς Ἁγίους· ε. ὁ Θεὸς ὑπέρκειται κατ᾿ Οὐσίαν τῆς Θείας Ἐνεργείας καὶ Ϛ. κάθε δημιούργημα μετέχει στὴν Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι στὴν Οὐσία Αὐτοῦ. 4. Τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1368, συνῆλθε ἡ τελικὴ Σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολι, ἡ Ὁποία ἀνεθεμάτισε καὶ καθήρεσε τοὺς αἱρετικοὺς Πρόχορο καὶ Δημήτριο Κυδώνη, Νικηφόρο Γρηγορᾶ καὶ Γεώργιο Λαπίθη, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν αὐτὴ νόσο μὲ τὸν Βαρλαὰμ καὶ τὸν Ἀκίνδυνο· ἐπεκύρωσε τὸν Συνοδικὸ Τόμο τῆς Θ΄ (9ης) Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ 1351· καὶ κατέταξε τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης μεταξὺ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, ὡρίσθη δὲ ἡ Μνήμη Αὐτοῦ τὴν Β΄ Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. 5. Ἐκ τοῦ Συνοδικοῦ Τόμου τῆς Ἁγίας Θ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (§§ 52): α. «Ἔστι θεοπρεπὴς ἐπὶ Θεοῦ διάκρισις θείας οὐσίας καὶ ἐνεργείας... διενηνόχασι δὲ ἀλλήλων καὶ τῶν μὲν τὴν θείαν ἐνέργειαν μετέχεσθαι καὶ μερίζεσθαι ἀμερίστως, καὶ ὀνομάζεσθαι καὶ νοεῖσθαί πως, εἰ καὶ ἀμυδρῶς, ἐκ τῶν αὐτῆς ἀποτελεσμάτων· τήν γε μὴν οὐσίαν ἀμέθεκτον καὶ ἀμέριστον καὶ ἀνώνυμον εἶναι, ὡς ὑπερώνυμον δηλονότι καὶ ἀπερινόητον παντελῶς». (§ 29) β. «Ἔστιν ἄκτιστος ἡ ἀχώριστος μέν, διαφέρουσα δὲ τῆς θείας φύσεως αὕτη ἐνέργεια». (§ 30) γ. «Οὐκ ἔστι σύνθεσίν τινα παρὰ τοῦτο (παρὰ τὴν διαφορὰν οὐσίας καὶ ἐνεργείας) νομίζειν ἐπὶ Θεοῦ». (§ 32) δ. «Ἡ θεία καὶ ἄκτιστος ἐνέργεια θεότης παρὰ τῶν ἁγίων προσηγόρευται». (§ 34) ε. «Τῆς θείας ἐνεργείας καὶ τῶν οὐσιωδῶς περὶ αὐτὴν θεωρουμένων ὑπέρκειται κατ᾿ οὐσίαν ὁ Θεός». (§ 38) Ϛ. «Ἀχώριστον μὲν ἴσμεν τὴν θείαν οὐσίαν καὶ τὴν θείαν φυσικὴν ἐνέργειαν· οὐ γάρ ποτε ἐνέργεια εἴη ἄν, τῆς ἑαυτῆς οὐσίας χωρίς· περὶ μέντοι ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ δεδημιουργημένων, τίς οὐκ οἶδεν, ὅτι πᾶν δημιούργημα τῆς ἐνεργείας τοῦ δημιουργήσαντος, ἀλλ᾿ οὐχὶ τῆς οὐσίας μεταλαμβάνει». (§ 40) ζ. «Ἄκτιστόν ἐστι τὸ φῶς τῆς τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως, καὶ ὅτι οὐκ ἔστι τοῦτο ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ». (§ 46) η. «...ἡμεῖς συνελθόντες κατὰ τὴν μεγάλην ἐκκλησίαν καὶ συνδιημερεύσαντες οὐχ ἅπαξ, ἀλλὰ καὶ δὶς καὶ τρὶς καὶ πολλάκις. Καὶ τὸν μὲν Θεσσαλονίκης ἱερώτατον μητροπολίτην... εὕρομεν καὶ συνήγορον Χριστοῦ χάριτι τῆς κατ᾿ εὐσέβειαν ἀληθείας, αὐτοὺς δέ... πολλαῖς καὶ μεγάλαις αἱρέσεσι περιπίπτοντας... καὶ τὴν θέωσιν τοῦ δεσποτικοῦ προσλήμματος κτιστὴν ἐτόλμησαν ἀνειπεῖν, καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ Θεοῦ, διὰ τὸ παρὰ τῶν ἁγίων εἰρῆσθαι ταύτην ἀπροσπέλαστον καὶ ἀμέθεκτον, φθαρτικὴν εἶναι νομίζειν... Διὸ καί... ἡ καταδίκη τούτοις,... ἐπεκυρώθη, καὶ τὰ συνοδικῶς ἡμῖν ἀρτίως μετὰ τῆς ἐκ Θεοῦ βασιλείας ἐξετασθέντα καὶ διαγνωσθέντα τὸ ἀσφαλὲς ἐν πᾶσι καὶ βέβαιον ἕξει, σύμφωνα πάντως ὄντα τῇ τε ἀληθείᾳ καὶ τοῖς θείοις πατράσι πᾶσι καὶ ταῖς προγεγενημέναις τούτου χάριν ἱεραῖς καὶ θείαις συνόδοις καὶ τοῖς ἐπ᾿ αὐταῖς συνοδικοῖς τόμοις. Καὶ ἡ ἔνθεσμος διὰ πάντων καὶ κανονικὴ αὕτη ψῆφος, γραφεῖσα καὶ ὑπογραφεῖσα ἀρτίως, ἀκίνητος εἰς αἰῶνα τὸν σύμπαντα διατηρηθήσεται, τῇ πάντα δυναμένῃ ἐνεργείᾳ καὶ χάριτι τοῦ παντοδυνάμου καὶ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν, ὑπὲρ ἧς καὶ δι᾿ ἧς ὁ παρὼν ἡμῶν ἀγὼν ἤνυσται». (§ 52)


Εκ του τριμηνιαίου περιοδικού της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών 
''Ορθόδοξος Παρέμβασις''. 
Αριθμός τεύχους 8, σελίδες 9-14, Σεπτέμβριος - Νοέμβριος 2016. 
Επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου