ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ 1840



Ἐκ τῆς ἐκδόσεως 1840


ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΤΑΣ



Τό παρόν βιβλιάριον κατά πρῶτον μετεγλωττίσθη ἀπό τήν γαλλικήν εἰς τήν γερμανικήν διάλεκτον, 

καί ἔπειτα εἰς τήν ρωσσικήν, 

ἐξ αὐτῆς δέ μετεφράσθη ἤδη μέ τινας προσθαφαιρέσεις 

εἰς τήν ἡμετέραν ἁπλοελληνικήν διάλεκτον, 

πρός ὠφέλειαν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, 

τό ὁποῖον μετωνομάσθη, 

ὡς καί πάλαι ποτέ «Πνευματικός Καθρέπτης», 

εἰς τόν ὁποῖον ὁ καθείς Χριστιανός, ὅστις ζητεῖ τήν ἰδίαν του σωτηρίαν, 

δύναται νά θεωρήσῃ τόν ἑαυτόν του, νά γνωρίσῃ τήν κατάστασιν τῆς ψυχῆς του, 

καί οὕτω νά βάλῃ εἰς πρᾶξιν τόν τρόπον τῆς ζωῆς του διά τήν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς του· 

αὐτός ὁ Καθρέπτης παρασταίνει σαφέστατα, 

τόν μέν διάβολον αἴτιον τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ὑποδουλώσεως τοῦ πνεύματος· 

τόν δέ θεάνθρωπον Ἰησοῦν Χριστόν αἴτιον τῆς ἐναρέτου πολιτείας, 

χορηγόν τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας, 

καί δωτῆρα τοῦ μακαρισμοῦ τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. 



Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ οἱ αὐτοῦ Ἀπόστολοι μᾶς διδάσκουσι σαφῶς, ὅτι καθὼς ὁ Θεὸς ἔχει τὴν βασιλείαν του εἰς τοὺς εὐσεβεῖς καὶ ταπεινούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐνοικῶν ὡς εἰς ναὸν αὐτοῦ, ζωοποιεῖ αὐτοὺς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθαρίζει, ἁγιάζει καὶ πληροῖ αὐτοὺς θείας δυνάμεως, εἰρήνης οὐρανίου καὶ αἰωνίου ζωῆς· οὕτω καὶ ὁ Σατανᾶς ἔχει τὴν ἐπιρροήν του εἰς τοὺς ἀσεβεῖς καὶ ὑπερηφάνους· καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ὅλος κακία, τὸ αὐτὸ κάμνει καὶ εἰς τοὺς ὀπαδούς του, καὶ ἀφ᾿ οὗ κατοικήσῃ εἰς αὐτούς, τοὺς ἀποκαθιστᾷ ἀθλίους καὶ κληρονόμους τῆς αἰωνίου κολάσεως· ὁ Σωτὴρ ἡμῶν λέγει εἰς τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον, ὅτι «ἐν τῷ καθεύδειν τοὺς ἀνθρώπους, ἦλθεν αὐτοῦ ὁ ἐχθρὸς καὶ ἔσπειρε ζιζάνια ἀνὰ μέσον τοῦ σίτου, καὶ ἀπῆλθεν. Ὁ δὲ ἐχθρὸς ὁ σπείρων αὐτά, ἐστὶν ὁ διάβολος» (Ματθ. ιγ´ 25, 39). Ποῖος Χριστιανὸς ἡμπορεῖ νὰ ἀπαρνηθῇ τὸν σπορέα τῶν ζιζανίων; οὐδείς· ὅστις ὅμως ἀρνεῖται καὶ λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάβολος, οὗτος ἀποδεικνύεται πρῶτον, ὅτι δὲν πιστεύει εἰς τὰς Ἁγίας Γραφάς, καὶ δεύτερον, ὅτι εἶναι δεδουλωμένος ὑπὸ τοῦ διαβόλου, καὶ δὲν αἰσθάνεται ποῖος τὸν ἐξουσιάζει. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλεγεν εἰς τοὺς ἀσεβεῖς καὶ ἀπίστους· «Ὑμεῖς ἐκ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν, ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς, καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ οὐχ ἔστηκεν· ὅτι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια ἐν αὐτῷ· ὅταν λαλῇ τὸ ψεῦδος, ἐκ τῶν ἰδίων λαλεῖ, ὅτι ψεύστης ἐστὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ» (Ἰω. η´ 44). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει, ὅτι «οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφ. στ´ 12). Τούτων οὕτως ἐχόντων τὸ νὰ μὴ πιστεύῃ τις εἰς τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶναι ἔργον τοῦ διαβόλου καὶ τύφλωσις διαβολική; καὶ πῶς ὄχι; ὁ διάβολος βέβαια τυφλώνει καὶ αὐτόν, καθὼς ἐτύφλωσε τὰ νοήματα τῶν ἀσεβῶν καὶ ἀπίστων, εἰς τὸ «μὴ αὐγάσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Β´ Κορ. δ´ 4). Ὁ Σατανᾶς λοιπὸν κατοικεῖ καὶ ἐνεργεῖ εἰς τοὺς ἀπίστους καὶ ἁμαρτωλούς, ὡς ἄνωθεν εἴρηται· οἱ ἀσεβεῖς, κατὰ τὸν Ἀπόστολον, νεκροί εἰσι τοῖς παραπτώμασι καὶ ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν, καὶ οὗτοί εἰσιν οἱ περιπατοῦντες κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦ κόσμου τούτου, κατὰ τὸν ἄρχοντα τῆς ἐξουσίας τοῦ ἀέρος, τοῦ πνεύματος, τοῦ νῦν ἐνεργοῦντος ἐν τοῖς υἱοῖς τῆς ἀπειθείας (Ἐφ. β´ 2). Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος μᾶς διδάσκει, ὅτι ὁ Σατανᾶς εἶναι ἀντίπαλος τῶν Ὀρθοδόξων καὶ ταπεινῶν· ὅθεν «νήψατε, λέγει, καὶ γρηγορήσατε, ὅτι ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος, ὡς λέων ὡρυόμενος περιπατεῖ, ζητῶν τίνα καταπίει, ἀντίστησε αὐτῷ στερεοὶ τῇ πίστει» (Α´ Πέτρ. ε´ 8-9). Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος λέγει, ὅτι ὁ Σατανᾶς ἐστιν ὁ πλανῶν τὴν οἰκουμένην ὅλην (Ἀποκ. ιβ´ 9). Αὐτὸς εἶναι τὸ αἴτιον τῆς ἁμαρτίας, καθότι ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτὸς ἥμαρτεν· ἔπειτα δὲ εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον ἡ ἁμαρτία, καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος· ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν, ὅτι ἀπ᾿ ἀρχῆς ὁ διάβολος ἁμαρτάνει· εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου (Α´ Ἰω. γ´ 8). Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Ἰάκωβος γράφει, συμβουλεύων ταῦτα· «Ὑποτάγητε τῷ Θεῷ, ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ᾿ ὑμῶν» (Ἰακ. δ´ 7). Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐξουσίαν ὥστε ἐκβάλλειν τὰ δαιμόνια, καὶ πατεῖν ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ (Ματθ. ι´ 8, Λουκ. ι´ 19). Ὅστις λοιπὸν πιστεύει εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν αὐτοῦ Ἀποστόλων, δὲν θέλει διστάσῃ εἰς τοῦτο· ὅτι ἡ καρδία τοῦ ἀνθρώπου, ἢ ναὸς Θεοῦ γίνεται, ἢ κατοικητήριον τοῦ Σατανᾶ· ἐπειδὴ καθὼς ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατοικοῦσι καὶ ἐνεργοῦσιν εἰς τοὺς πιστούς, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ Σατανᾶς ἐκπληροῖ τὰ ἔργα του εἰς τοὺς ἀσεβεῖς καὶ τοὺς κατεξουσιάζει. Αὗται αἱ ἀλήθειαι τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, τὰς ὁποίας δέχεται ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία, φανερὰ φαίνονται εἰς τὸ παρὸν βιβλιάριον καὶ σαφηνίζονται μὲ δέκα Ἰχνογραφίας· ἵνα ἀπομακρύνωνται μὲν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ δουλείας τοῦ Σατανᾶ, στηρίζονται δὲ πρὸς τὴν πίστιν καὶ εὐσέβειαν. Ἑκάστη Ἰχνογραφία παρασταίνει τὴν καρδίαν μὲ πρόσωπον· διότι, καθὼς τὀ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὡς καθρέπτης τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου, ἐμφαίνει, ὅσον εἶναι δυνατόν, τὴν κατάστασιν τῆς καρδίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται καλόν τι ἢ κακόν· τοιουτοτρόπως καὶ ἀπὸ τὴν καρδίαν ἠμπορεῖ τις νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ ὁποίας ψυχῆς εἶναι. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς κάθε Ἰχνογραφίαν παρατήρει, ὦ φιλαναγνῶστα, τὴν ἐδικήν σου καρδίαν, δηλαδὴ τὸ ἐσωτερικόν σου, διὰ νὰ γνωρίσῃς εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεσαι καὶ ποῖος εἶναι Κύριος ἐν σοί· ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἢ ὁ Σατανᾶς; ἆρά γε τοῦ Θεοῦ ἡ βασιλεία εὑρίσκεται ἐντός σου, ἢ ἡ ἐπίρροια τοῦ διαβόλου; δοῦλος εἶσαι τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ Σατανᾶ, ἢ ἐλεύθερον τέκνον τοῦ Θεοῦ; μὴ ἀδιαφορήσῃς εἰς αὐτά, ἀλλὰ ὁμολόγησον εἰς τὸν ἑαυτόν σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μὲ εἰλικρίνειαν καὶ καθαρὰν καρδίαν· τί, καὶ πῶς εὑρίσκεις τὴν καρδίαν σου. Σὺ παρίστασαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅστις ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς, τὰ πάντα βλέπει καὶ γνώσκει, καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν δύνασαι νὰ κρυβῇς, ὥστε νὰ μὴ σὲ εὕρῃ. Ἐὰν εὕρῃς εἰς τὸν ἑαυτόν σου τὴν ἁμαρτίαν μετανόησον δι᾿ αὐτήν, ὁμολόγησον εἰλικρινῶς τὰς ἁμαρτίας σου ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ σου Πατρός, καὶ ἐπίστρεψον πρὸς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Αὐτὸς ἐπίσης διὰ σὲ ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ διὰ σὲ ἠφάνισε τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου. Αὐτὸς ἐρρύσατό σε ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους, καὶ σὲ μετέστησεν εἰς τὴν βασιλείαν αὐτοῦ (Κολ. α´ 13). Αὐτὸς ἐπίσης δίδει καὶ εἰς σὲ δύναμιν καὶ ἐξουσίαν τοῦ νὰ πατῇς ἐπάνω ὄφεως καὶ σκορπίων, ἤτοι τῶν Ἰοβόλων δαιμόνων, καὶ νὰ μὴ δουλεύῃς πλέον τὴν ἁμαρτίαν· αὐτὸς δύναται νὰ σὲ ἐλευθερώσῃ, καὶ σὺ ὄντως ἐλεύθερος ἔσῃ (Ἰω. η´ 36).



Καί λοιπόν ἐνδύθητι τήν πανοπλίαν διά νά πολεμῇς τόν διάβολον, 

τήν σάρκα, τόν κόσμον, καί τήν ἁμαρτίαν, 

καί ἐντύπωσον εἰς τήν καρδίαν σου τήν 

ἐν τῇ β´ ἐπιστολῇ πρός Θεσσαλονικεῖς παραμυθητικήν μέν, 

ἀλλά φρικτήν πρόσκλησιν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅστις λέγει· 

«Ὑπομονήν ἔχετε καί πίστιν ἐν πᾶσι τοῖς διωγμοῖς ὑμῶν καί θλίψεσιν, 

αἷς ἀνέχεσθε· 

ἔσται γάρ ἡ δικαία κρίσις τοῦ Θεοῦ εἰς τό καταξιωθῆναι ὑμᾶς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, 

ὑπέρ ἧς καί πάσχετε· 

εἴπερ δίκαιον παρά Θεῷ ἀνταποδοῦναι τοῖς θλίβουσιν ὑμᾶς θλίψιν, 

καί ὑμῖν τοῖς θλιβομένοις ἄνεσιν μεθ᾿ ἡμῶν ἐν τῇ ἀποκαλύψει τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἀπ᾿ οὐρανοῦ, 

μετ᾿ ἀγγέλων δυνάμεως αὐτοῦ ἐν πυρί φλογός, 

διδόντος ἐκδίκησιν τοῖς μή εἰδόσι Θεόν, 

καί τοῖς μή ὑπακούουσι τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 

οἵτινες δίκην τίσουσιν ὄλεθρον αἰώνιον ἀπό προσώπου τοῦ Κυρίου, 

καί ἀπό τῆς δόξης τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, 

ὅταν ἔλθῃ ἐνδοξασθῆναι ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ καί θαυμασθῆναι ἐν πᾶσι τοῖς πιστεύουσασιν 

ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ» (Β´ Θεσ. α´ 4, 10).

Εκ του βιβλίου ''Πνευματικός Καθρέφτης'', μεταφρασθέν εκ του ρωσσικού υπό Πέτρου 
Αυταδέλφου του Αγίου Θαβωρίου, εκδότης Μιχαήλ Ι. Σαλίβερος. 
Έκδοσις δωδεκάτη βελτιωμένη, Εν Αθήναις. 
Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου