ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Η ''ΜΑΚΑΡΙΑ ΚΟΙΛΙΑ'' ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΡΕΟΥΣΑ ''ΠΟΤΑΜΟΥΣ ΥΔΑΤΟΣ ΖΩΝΤΟΣ''

 


᾿Απὸ τὴν πολυαρχία τῶν παθῶν στὴν μοναρχία τοῦ νοῦ μέσῳ τῆς ὑποταγῆς του στὴν καρδιὰ



Δεύτε οἱ πιστοί»!... Θεομητορικὴ Πανήγυρις!... ᾿Ελᾶτε μὲ πόθο τὰ εὐσεβῆ τέκνα τῆς ᾿Εκκλησίας... Προσέλθετε καὶ πάλιν οἱ θεοτοκόφιλοι... Συναθροισθῆτε εὐλαβῶς οἱ ἐρασταὶ καὶ φίλοι τῆς ᾿Αειπαρθένου. ῎Ας προσπέσουμε στὸν ζωηφόρο τάφο τῆς ἀπειράνδρου Μητρός... ῎Ας ἐναγκαλισθοῦμε αὐτὸν μὲ θερμὴ ἀγάπη καὶ εὐλάβεια... ῎Ας ἐγγίσουμε αὐτὸν μὲ τὰ νοερὰ χείλη τῆς καρδιᾶς μας, μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὰ μέτωπά μας... ῎Ας καταφιλήσουμε τὸ μνῆμα τῆς κοινῆς Τροφοῦ καὶ Μητρός μας. Καὶ ἄς ψάλουμε σεμνῶς, ἀλλὰ καὶ ἐνθουσιωδῶς, ἄσματα ἐπιτάφια... ῎Ας ἀντλήσουμε τὰ πλουσιοπάροχα χαρίσματα τῶν ἰαμάτων... ῎Ας ζητήσουμε ἀπὸ τὴν ἀένναη αὐτὴ πηγὴ τοῦ Φωτὸς καὶ τῆς Ζωῆς τὴν θεραπεία τῆς νοσούσης φύσεώς μας, τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ, τὴν ζωοποίησι τῆς καρδιᾶς ἡμῶν. «Δεῦτε οἱ πιστοί, τῷ τάφῳ προσέλθωμεν τῆς Θεομήτορος, καὶ περιπτυξώμεθα, καρδίαν, χείλη, ὄμματα, μέτωπα, εἰλικρινῶς προσάπτοντες, καὶ ἀρυσώμεθα ἰαμάτων ἄφθονα χαρίσματα, ἐκ πηγῆς ἀεννάου βλυστάνοντα»1. Σήμερα, ἡ θεοδόχος Μαριάμ, ἡ ἀνατείλασα τὴν ζωὴν τῶν ἁπάντων, μετατίθεται διὰ μέσου τοῦ θανάτου πρὸς τὴν ὄντως Ζωήν... Σήμερα, ὁ «Ναὸς τῆς Αὐτοζωῆς»2, «ἡ τὴν Ζωὴν τεκοῦσα τὴν ἐνυπόστατον», αὐτὴ ἡ Ζωοδόχος Πηγὴ διαβαίνει ἀπὸ τὴν γῆ «εἰς κατάπαυσιν αἰώνιον καὶ κληρονομίαν οὐράνιον»... «῾Η Παρθένος καὶ μόνη Θεοτόκος πρὸς λῆξιν οὐράνιον μεταβιβάζεται»3. Μήπως ἆρά γε τὰ ἐπιτάφια ἄσματά μας γιὰ τὴν Μητέρα τῆς Ζωῆς παρακινήσουν τὴν θεομητορικὴ Χάρι Της νὰ θεραπεύση τὴν πνευματική μας νέκρωσι καὶ ἀκαρπία;... Πῶς θὰ ἑρμηνεύσουμε θεομητροπρεπῶς τὰ «μεγαλεῖα» Της, ὥστε ἡ καρδιά μας νὰ ζωοποιηθῆ καὶ κατασταθῆ πηγὴ ὕδατος ζῶντος; ῾Ο Κύριος καὶ Θεός μας, ἡ Αὐτοζωή, ὑποσχέθηκε μία ἀπὸ τὶς κεντρικώτερες καὶ μεγαλύτερες ἐπαγγελίες τῆς Καινῆς Διαθήκης Του: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος»4. «Κοιλίαν ἐνταῦθα», ἑρμηνεύει ὁ Χρυσορρήμων, «τὴν καρδίαν φησί, καθάπερ καὶ ἀλλαχοῦ φησι: “καὶ τὸν νόμον Σου ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου”»5. Ψυχῆς «κοιλία», κατὰ τὴν Παράδοσί μας, εἶναι ἡ «καθαρὰ καρδία»6, ἡ ὁποία γίνεται μὲν «πυξίον τοῦ θείου νόμου»6, ἀλλὰ καὶ φιλοξενεῖ τὸν Θεῖο Παράκλητο καὶ καθίσταται Ναὸς καὶ Θρόνος τῆς ῾Αγίας Τριάδος. «Τοῦτο δὲ εἶπεν [ὁ Χριστὸς] περὶ τοῦ Πνεύματος, οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτόν»7. ᾿Εκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν καὶ ἐργάζονται γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς «καρδιᾶς», δέχονται ὄχι ἁπλῶς μίαν ἔλλαμψι θείου Φωτὸς «ἀνυπόστατον», ἀλλὰ ἀποκτοῦν, ὅπως λέγουν οἱ ῞Αγιοι, τοῦ Παρακλήτου τὸ «ὑποστατικὸν φῶς καὶ καθ᾿ ὑπόστασιν καὶ ἐνυπόστατον, διότι [τοῦτο] παραμένει εἰς τοὺς ἐλλαμπομένους»8. «᾿Εν δὲ τοῖς πιστεύουσι», λέγει ὁ θεῖος Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας, «οὐ δᾳδουχίαν ἁπλῶς, τὴν ἀπὸ τοῦ Πνεύματος, ἀλλ᾿ αὐτὸ κατοικεῖν τὸ Πνεῦμα, καὶ ἐναυλίζεσθαι τεθαῤῥήκαμεν· ὅθεν εἰκότως καὶ ναοὶ Θεοῦ χρηματίζομεν»9. ῞Οταν τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα ἐγκαθιδρυθῆ στὴν «κοιλία» τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ στὴν «καθαρὰν καρδίαν», μετατρέπει αὐτὴν σὲ ἀνεξάντλητη καὶ ἀείρροη πηγή, ἡ ὁποία ὑπερεκχειλίζει ἀπὸ τὶς ἅγιες δωρεές Του. «῾Η γὰρ τοῦ Πνεύματος χάρις», μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Χρυσόστομος, «ἐπειδὰν εἰς διάνοιαν εἰσέλθῃ καὶ ἱδρυθῇ, πάσης πηγῆς μᾶλλον ἀναβλύζει καὶ οὐ διαλιμπάνει, οὐδὲ κενοῦται, οὐδ᾿ ἵσταται»10. Τὸ «ὕδωρ» εἶναι εἰκὼν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος: βαπτιζόμεθα «ἐν ἑνὶ Πνεύματι»11, ποτιζόμεθα «εἰς ἕν Πνεῦμα»11, λαμβάνουμε «τὴν δωρεὰν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος»12, ἡ ὁποία γίνεται ἐν ἡμῖν «πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον»13. * * * Είναιγνωστόν, ὅτι ἡ ἄχραντος «κοιλία» τῆς Θεοτόκου ἦταν «μακαρία»14 καὶ παμμακάριστος, διότι «ἐβάστασε ἀκόπως»15 τῆς γῆς καὶ πάσης τῆς κτίσεως τὸ «θεμέλιον»15, δηλαδὴ τὸν Δημιουργὸ καὶ Προνοητὴ καὶ Ζωοδότη οὐρανίων καὶ ἐπιγείων. Καὶ ἔρρευσαν ἐκ τῆς νηδύος Αὐτῆς «ποταμοὶ ὕδατος ζῶντος»4, δαψίλεια εὐλογιῶν καὶ χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος, ἀνεξάντλητα ρεῖθρα καὶ νάματα ἁγιασμοῦ καὶ σωτηρίας. ᾿Εν τούτοις, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνουν οἱ ῞Αγιοι, ἡ Βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν δὲν «διεπέρασε τὴν ζωήν Της ἐν ἀμελείᾳ», ἀλλὰ μετεχειρίζετο «μίαν πολυειδῆ καὶ καρτερικωτάτην ἄσκησιν», μίαν «ἀσκητικωτάτην ζωήν»16, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔλαβε παρὰ τοῦ Υἱοῦ Αὐτῆς τόσας «δόξας», τόσα «μεγαλεῖα» καὶ τόσας «θεομητροπρεπεῖς τιμάς», ὅταν ἐκοιμήθη καὶ ἀνέστη καὶ μετέστη εἰς τὰ Οὐράνια. ᾿Ακολούθως, κάθε εὐσεβὴς πρέπει νὰ μεταχειρίζεται τὴν πρακτικὴν ἀρετήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ ὄχημα καὶ τὴν ἐπίβασι τῆς θεωρητικῆς ἀρετῆς, προκειμένου νὰ συλλάβη «ἐν γαστρί», νὰ ὠδινήση καὶ νὰ γεννήση «πνεῦμα σωτηρίας»17, καὶ τοιουτοτρόπως δὲ νὰ καταστῆ ἡ «καρδία» του ἐνεργείᾳ «θρόνος τῆς Χάριτος». «Καλότυχος ἐκεῖνος», λέγει ὁ ῞Οσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, «ὁποῦ ἰδῇ τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ἤγουν τὸν Χριστόν, πῶς ἐμορφώθη μέσα του, ὅτι αὐτὸς θέλει νομισθῇ μήτηρ Χριστοῦ, ἔχωντας τὸν Χριστὸν μέσα του ὡς βρέφος»18. Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες λέγουν, ὅτι στὴν «κοιλίαν» τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ «ἐν τῇ καρδίᾳ, τὴν τοῦ Πνεύματος δεχόμεθα χάριν»19 καὶ «ἐν τῇ καρδίᾳ ἔχει τὴν καθέδραν ἡ χάρις τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος»20. ᾿Εκεῖ λοιπόν, πρὸς τὴν «καρδιὰ» πρέπει νὰ κατατείνη ὅλη ἡ νηπτικὴ ἐργασία καὶ πρὸς τὴν «καθέδραν» αὐτὴ πρέπει νὰ ἀποβλέπη ἡ περιεκτικὴ πρακτικὴ ἀρετή. «Εἰς τὴν καρδίαν πρέπει πάντοτε νὰ συμμαζώνῃς τὸν νοῦν σου καὶ τοὺς λογισμούς σου· ἐκεῖ πάντοτε πρέπει νὰ βλέπῃς, καὶ ἐκεῖ πάντοτε νὰ προσέχῃς, λέγοντας τὴν μονολόγιστον ταύτην καὶ γλυκυτέραν μέλιτος εὐχήν, τὴν λέγουσαν: “Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με”»21. ῾Η ἐμμονὴ στὴν σωτήρια αὐτὴν καρδιακὴ ἐργασία θὰ ἔχη ἕνα θαυμαστό, ὑπερφυσικὸ καὶ σωτηριῶδες ἀποτέλεσμα: ἡ ἐν ἡμῖν «πολυαρχία καὶ ὀχλοκρατία τῶν παθῶν» θὰ μετατραπῆ εἰς ἐν Χριστῷ «μοναρχίαν» καὶ «αὐτοκρατορίαν»: «᾿Εὰν καὶ τὸν νοῦν σου ὑποτάσσῃς εἰς τὴν καρδίαν σου», «ἐὰν σὺ ἑνωθῇς αὐτὸς σεαυτῷ ὑπὸ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος διὰ τῆς τοῦ νοῦ πρὸς τὴν καρδίαν ἐπιστροφῆς, καὶ διὰ τῆς ἐν καρδίᾳ ἐνεργουμένης νοερᾶς προσευχῆς», τότε γίνεσαι κυρίως καὶ ἀληθῶς «θρόνος τῆς χάριτος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος», τὸ ῾Οποῖο «ἑνοποιεῖ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν σου· εἰρηνεύει τὸν ἐμφύλιον πόλεμον τῶν τριῶν μερῶν τῆς ψυχῆς· σὲ δεικνύει μονάρχην καὶ αὐτοκράτορα τῶν ἐνοχλούντων σε παθῶν»22. Ψάλλοντες σεμνῶς καὶ ἐνθουσιωδῶς ἄσματα ἐπιτάφια στὴν Πάναγνο Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἄς προσευχώμεθα στὴν Χάρι Της νὰ μᾶς ἀξιώση τῆς ὄντως Ζωῆς... «Καὶ ὡς ὄρνις νὰ ἐπισκιάζῃ ἡμᾶς, τὰ λεπτὰ στρουθία, μὲ τὰς πτέρυγας τῆς χάριτος καὶ τοῦ πλουσίου ἐλέους Της»16 καὶ νὰ θερμαίνη καὶ νὰ ζωοποιῆ τὶς ἄγονες καρδιές μας. Καὶ «ἄς κατασκευάζωμεν τὴν ἐνθύμησιν καὶ καρδίαν μας ταμεῖον καὶ κατοίκησιν τῶν ἀρετῶν τῆς Θεοτόκου»23... ῞Ωστε νὰ ἀναβλύση ἀπὸ τὴν «κοιλίαν» τῆς ψυχῆς μας, «ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς καρδίας» μας, «τὸ ζῶν καὶ ἁλλόμενον ὕδωρ»24... Τὸ «ὕδωρ» ἐκεῖνο, γιὰ τὸ ὁποῖο ὁ ῞Αγιος ᾿Ιγνάτιος ὁ Θεοφόρος ἔλεγε: «οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοὶ πῦρ φιλόϋλον, ἀλλ᾿ ὕδωρ ἐστὶν ἐνεργοῦν καὶ λαλοῦν»25.



1) ῾Ι. Δαμασκηνοῦ, Εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου Κανών, ᾿Ωδὴ Θ´, Τροπάριον β´.
2) ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ῾Εορτοδρόμιον, σελ. 690.
3) ῾Ι. Δαμασκηνοῦ, ἔνθ᾿ ἀνωτ., ᾿Ωδὴ Α´, Τροπάριον α´.
4) ᾿Ιωάν. ζ´38.
5) ῾Ι. Χρυσοστόμου, PG τ. 59, στλ. 283. Ψαλμ. λθ´ 2.
6) ῾Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, PG τ. 44, στλ. 1076Α.
7) ᾿Ιωάν. ζ´ 39.
8) ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ῾Εορτοδρόμιον, σελ. 643-644.
9) ῾Αγίου Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας, PG τ. 73, στλ. 757Β. 1
0) ῾Ι. Χρυσοστόμου, PG τ. 59, στλ. 284.
11) Α´ Κορινθ. ιβ´ 13. 1
2) Πράξ. β´ 38.
13) ᾿Ιωάν. δ´ 14.
14) Λουκ. ια´ 27.
15) ῾Αγίου ᾿Ιωσὴφ ῾Υμνογράφου, Κανὼν ᾿Ακαθίστου, ᾿Ωδὴ Δ´, Τροπάριον γ´.
16) ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ῾Εορτοδρόμιον, σελ. 697 καὶ 698.
17) Πρβλ. ῾Ησαΐου κστ´ 18.
18) ῾Οσίου Συμεὼν Νέου Θεολόγου, Λόγος ΝΖ´, § ε´ (Διονυσίου Ζαγοραίου). ᾿Ηθικὸς Λόγος Ι´, § 48. Πρβλ. Λουκ. η´ 21, Γαλ. δ´ 9.
19) ῾Ι. Χρυσοστόμου, PG τ. 57, στλ. 255-256.
20) ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, Νέα Κλῖμαξ, σελ. 75.
21) Τοῦ Αὐτοῦ, αὐτόθι, σελ. 347.
22) Τοῦ Αὐτοῦ, αὐτόθι, σελ. 348.
23) Τοῦ Αὐτοῦ, ῾Εορτοδρόμιον, σελ. 678.
24) ῾Οσίου Καλλίστου Ξανθοπούλου, Φιλοκαλία τ. Δ´, σελ. 297, §§ ε´, στ´.
25) Τοῦ Αὐτοῦ, αὐτόθι. Βλ. καὶ ῾Αγίου ᾿Ιγνατίου Θεοφόρου, PG τ. 5, στλ. 693Α.


Εκ του περιοδικού ''Άγιος Κυπριανός'', αριθ. 321/Ιούλιος- Αύγουστος 2004, σελ. 57-59.

Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου