ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Η ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ



Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε, 

ότι οι πατέρες της Εκκλησίας πίστευαν ότι ήταν πραγματικά πνευματικά τέκνα του Αβραάμ, 

ότι η Εκκλησία θεωρούσε τον εαυτό της Νέο Ισραήλ 

και ότι οι ορθόδοξοι λαοί, 

είτε ήταν Έλληνες, είτε Ρώσοι, Βούλγαροι ή Σέρβοι, Ρουμάνοι κ.λ.π. 

ήταν σίγουροι ότι ήταν σαν το Ναθαναήλ, πραγματικοί Ισραηλίτες, ο λαός του Θεού. 

Και ενώ αυτή ήταν η πραγματική συνείδηση της ανατολικής χριστιανοσύνης, 

η Δύση γινόταν όλο και περισσότερο ένα παιδί της ειδωλολατρικής ανθρωπιστικής Ελλάδας και Ρώμης.   

Ποιά ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της διαφοράς σκέψης 

ανάμεσα στον Ισραήλ και την ειδωλολατρεία; 

Εφιστώ την προσοχή σας σ’ αυτό το πολύ σπουδαίο θέμα. 

Ο Ισραήλ πιστεύει στον Θεό. 

Η ειδωλολατρεία πιστεύει στη δημιουργία, 

δηλαδή στην ειδωλολατρεία η δημιουργία θεοποιείται. 



Για τους ειδωλολάτρες Θεός και δημιουργία είναι ένα και το αυτό πράγμα. Ο Θεός είναι απρόσωπος, προσωποποιημένος σ’ ένα πλήθος θεών. Ο Ισραήλ και όταν μιλούμε για τον Ισραήλ εννοούμε τον πραγματικό Ισραήλ, τα πνευματικά τέκνα του Αβραάμ, εκείνους που έχουν την πίστη που δόθηκε από το Θεό στον εκλεκτό λαό Του, όχι εκείνους που εγκατέλειψαν αυτή την πίστη. Τα πραγματικά τέκνα του Αβραάμ είναι η Εκκλησία του Χριστού και όχι εκείνοι οι κατά σάρκα απόγονοι, το γένος των Ιουδαίων, γνωρίζει ότι Θεός και δημιουργία είναι δύο ριζικά διαφορετικά είδη ύπαρξης. Ο Θεός είναι αυθύπαρκτος, προσωπικός, αιώνιος, αθάνατος, Ζωή και η Πηγή της ζωής, Ύπαρξη και Πηγή της ύπαρξης. Ο Θεός είναι η μόνη πραγματική ύπαρξη: Ο Ων, ο μόνος Ων. Αυτό είναι το νόημα του άρθρου ''Ο''. Η δημιουργία, αντίθετα, δεν είναι αυθύπαρκτη. Εξαρτάται ολοκληρωτικά από τη θέληση του Θεού. Υπάρχει εφόσον ο Θεός θέλει να υπάρχει. Δεν είναι αιώνια. Δεν έχει ύπαρξη. Ήταν μηδέν, ήταν απολύτως τίποτα. Δημιουργήθηκε εκ του μηδενός. Από μόνη της δεν έχει δύναμη ύπαρξης. Διατηρείται στην ύπαρξη με την ενέργεια του Θεού. Αν αυτή η αγαπητική ενέργεια του Θεού σταματήσει κάποτε, η δημιουργία και όλα τα δημιουργήματα, πνευματικά ή υλικά, λογικά ή άλογα θα επιστρέψουν στην ανυπαρξία. Γνωρίζουμε ότι η αγάπη του Θεού για τη δημιουργία Του είναι αιώνια. Γνωρίζουμε από Εκείνον, ότι δε θα μας αφήσει ποτέ να πέσουμε στην ανυπαρξία, από την οποία μας έφερε στην ύπαρξη. Αυτή είναι η ελπίδα μας και ο Θεός είναι αληθής στις υποσχέσεις Του. Εμείς, τα δημιουργήματα, άγγελοι και άνθρωποι, θα ζήσουμε αιώνια όχι γιατί έχουμε μέσα μας τη δύναμη της αιωνιότητας, αλλά γιατί αυτό είναι το θέλημα του Θεού που μας αγαπά. Αφ’ εαυτού μας είμαστε τίποτα. Δεν έχουμε στη φύση μας, ούτε την παραμικρή ενέργεια ζωής και ύπαρξης. Ό,τι έχουμε, έρχεται εξ’ ολοκλήρου από το Θεό, τίποτα δεν είναι δικό μας. Είμαστε βούρκος της γης και όταν το ξεχάσαμε, ο Θεός με το έλεός Του, επέτρεψε να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτό που είμαστε, για να παραμείνουμε ταπεινοί και να έχουμε ακριβή επίγνωση της μηδαμινότητάς μας. ''Ο Θεός, λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κάπου αλλού, μπορεί, γιατί μπορεί να καταστρέψει τη δημιουργία, αλλά δε θέλει να το κάνει''. Στο Μέγα Ευχολόγιο (Βιέννη, 1862), ένα βασικό λειτουργικό βιβλίο της Εκκλησίας, διαβάζουμε: ''Ο Θεός ο μέγας και Ύψιστος, ο μόνος έχων αθανασίαν” (7η ευχή του Εσπερινού, σελ. 15). ''Ο μόνος φύσει ζωοποιός... μόνε αθάνατε'' (Ωδή 5η, Νεκρώσιμος ακολουθία εις λαικούς, σελ. 410). ''Αυτός μόνος υπάρχεις, αθάνατος'' (σελ. 411). ''Ο φύσει υπάρχων τη θεική, αθάνατος μόνος''. (Ωδή 1η , Νεκρώσιμος Ακολουθία εις Κοσμικούς Άνδρας, σελ. 471). Αυτή είναι η πίστη του Ισραήλ. Ποιά είναι η διδασκαλία της ειδωλολατρείας; Ειδωλολατρεία είναι η συνέπεια της απώλειας της επαφής με το Θεό. Το πλήθος των αμαρτιών της ανθρωπότητας έκαναν τους ανθρώπους ανίκανους να λάβουν το θείο φως και να έχουν οποιαδήποτε ένωση με το Ζώντα Θεό. Η συνέπεια ήταν να θεωρήσουν σαν κάτι θείο τη δημιουργία, που έβλεπαν καθημερινά μπροστά τους. Η ειδωλολατρεία θεωρεί τη δημιουργία σαν κάτι το αυθύπαρκτο και αθάνατο, κάτι που πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει. Στην ειδωλολατρεία οι θεοί είναι μέρος της δημιουργίας. Δεν τη δημιούργησαν από το μηδέν, απλά και μόνο σχηματοποίησαν την υπάρχουσα ύλη. Η ύλη μπορεί να παίρνει διάφορα σχήματα. Τα σχήματα έρχονται στην ύπαρξη και εξαφανίζονται, αλλά η ύλη η ίδια είναι αιώνια. Οι άγγελοι, οι δαίμονες και οι ψυχές των ανθρώπων είναι οι πραγματικοί θεοί. Είναι αιώνιοι από τη φύση τους, όπως και η ίδια η ύλη, είναι όμως ψηλότερα από την ύλη. Μπορούν να λαμβάνουν διάφορα υλικά σχήματα σε μια διαδοχική σειρά υλικών υπάρξεων, αλλά παραμένουν ουσιαστικά πνευματικοί. Έτσι στην ειδωλολατρεία παρατηρούμε δύο βασικά χαρακτηριστικά: 1. Αποδίδονται σ’ ολόκληρη τη δημιουργία τα χαρακτηριστικά της θεότητας, όπως: αιωνιότητα, αθανασία, αυθυπαρξία. 2. Μια διάκριση ανάμεσα στο πνευματικό και το υλικό και έναν ανταγωνισμό ανάμεσα στα δύο, σαν έναν ανταγωνισμό σε κάτι υπέρτερο και κάτι υποδεέστερο. Η ειδωλολατρεία και ο ανθρωπισμός είναι ένα και το αυτό πράγμα. Στην ειδωλολατρεία ο άνθρωπος είναι θεός, γιατί είναι αιώνιος εκ φύσεως. Γι’ αυτό η ειδωλολατρεία είναι πάντα υπεροπτική. Είναι ναρκισισμός. Είναι αυτολατρεία. Στην Ελλάδα οι θεοί είχαν ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Η ελληνική θρησκεία ήταν η ειδωλολατρική λατρεία του ανθρώπου. Η ψυχή του ανθρώπου θεωρούνταν η αληθινή του ύπαρξη και ήταν αθάνατη εκ φύσεως. Έτσι βλέπουμε ότι στην ειδωλολατρεία ο διάβολος πέτυχε να δημιουργήσει μια παγκόσμια πίστη, ότι οι άνθρωποι ήταν θεοί και έτσι δε χρειάζονταν το Θεό. Γι’ αυτό η υπερηφάνεια ήταν τόσο μεγάλη στην Ελλάδα και η ταπείνωση κάτι αδιανόητο. Στο έργο του ''Ηθικά Νικομάχεια'' ο Αριστοτέλης γράφει τα ακόλουθα λόγια: ''Το να μη θίγεται κανείς από προσβολές είναι σημείο χυδαίου και δουλικού ανθρώπου''. Ο άνθρωπος που πείθεται από το διάβολο να πιστέψει ότι η ψυχή του είναι αθάνατη εκ φύσεως. ποτέ δεν μπορεί να ταπεινωθεί και ποτέ δεν μπορεί να πιστέψει πραγματικά στο Θεό, γιατί δε χρειάζεται το Θεό, όντας ο ίδιος Θεός, όπως η πλάνη του τον κάνει να πιστεύει. Γι’ αυτό οι πατέρες της Εκκλησίας, κατανοώντας από την αρχή τον κίνδυνο αυτού του ανόητου σφάλματος, προειδοποίησαν τους χριστιανούς για το γεγονός ότι, όπως το αναφέρει ο άγιος Ειρηναίος, ''η διδασκαλία πως η ανθρώπινη ψυχή είναι εκ φύσεως αθάνατη είναι εκ του πονηρού'' (Έλεγχος, ΙΙΙ, 20, 1). Την ίδια προειδοποίηση συναντάμε στον άγιο Ιουστίνο (Διάλογος πρός Τρύφωνα, 6, 1-2), στον Θεόφιλο Αντιοχείας (Προς Αυτόλυκον, 2, 97), στον Τατιανό (Προς τους Έλληνες, 13) κ.λ.π. Ο άγιος Ιουστίνος εξηγεί τον πρωταρχικό αθεισμό που υπάρχει στην πίστη της φυσικής αιωνιότητας και αθανασίας της ανθρώπινης ψυχής. Γράφει: ''Υπάρχουν μερικοί άλλοι που, νομίζοντας πώς η ψυχή είναι αθάνατη και ασώματη, πιστεύουν ότι αν και έχουν διαπράξει το κακό δε θα τιμωρηθούν (γιατί ό,τι είναι ασώματο δεν έχει και αισθήσεις) και ότι η ψυχή, σαν συνέπεια της αθανασίας της, δε χρειάζεται τίποτα από το Θεό'' (Διάλογος προς Τρύφωνα, 1). Ειδωλολατρεία είναι άγνοια του αληθινού Θεού, μια πλανεμένη αντίληψη ότι η δημιουργία Του είναι θεία, ότι είναι θεός. Ο θεός αυτός, όμως, που είναι η φύση, είναι απρόσωπος, μια τυφλή δύναμη, πάνω απ’ όλους τους προσωπικούς θεούς και καλείται ''Ανάγκη''. Στην πραγματικότητα η Ανάγκη αυτή είναι η προβολή του ανθρώπινου λόγου, σαν μια μαθηματική ανάγκη που κυβερνά τον κόσμο. Είναι μια προβολή του ορθολογισμού πάνω στη φύση. Η ορθολογιστική αυτή Ανάγκη είναι ο αληθινός, υπέρτατος, τυφλός θεός των ειδωλολατρών. Οι ειδωλολάτρες θεοί είναι τμήματα του κόσμου και είναι αθάνατοι λόγω της αθανασίας της φύσης που είναι η ουσία της. Σ’ αυτήν την ειδωλολατρική αντίληψη ο άνθρωπος είναι μόνο η ψυχή του και πιστεύουν ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη από μόνη της, αφού είναι μέρος της ουσίας του σύμπαντος, που θεωρείται αθάνατο και αυθύπαρκτο. Έτσι ο άνθρωπος είναι θεός και μέτρο όλων των πραγμάτων. Αλλά οι θεοί δεν είναι ελεύθεροι. Κυβερνούνται από την Ανάγκη που είναι απρόσωπη. Οι διάφορες αιρέσεις ανάμιξαν αυτόν ακριβώς τον ειδωλολατρικό τρόπο σκέψης με τη χριστιανική διδασκαλία. Αυτό επίσης συνέβη και στη Δύση. Άρχισαν να διακρίνουν όχι μεταξύ Θεού και της δημιουργίας Του αλλά μεταξύ πνεύματος και ύλης. Άρχισαν να πιστεύουν την ψυχή του ανθρώπου σαν κάτι αιώνιο από μόνο του και να θεωρούν την κατάσταση του ανθρώπου -μετά το θάνατο- όχι σαν ύπνο στα χέρια του Θεού, αλλά σαν την πραγματική ζωή του ανθρώπου, στην οποία η ανάσταση των νεκρών, δεν είχε να προσθέσει τίποτα. Ακόμα και η ανάγκη για ανάσταση ήταν αμφίβολη. Η γιορτή της Ανάστασης του Κυρίου, που είναι η κορωνίδα όλων των εορτών στην Ορθοδοξία, άρχισε να πέφτει σε δεύτερη μοίρα, γιατί η ανάγκη της ήταν τόσο ακατανόητη στους χριστιανούς της Δύσης όσο και στους Αθηναίους, που άκουσαν το κήρυγμα του αποστόλου Παύλου. Εκείνο όμως που είναι πιο αξιοσημείωτο στο θέμα μας είναι ότι άρχισαν να αισθάνονται, πώς ο Θεός υπέκειτο στην Ανάγκη, σ’ αυτή την ορθολογική Ανάγκη, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η ανθρώπινη λογική. Διακήρυξαν ότι ο Θεός ήταν ανίκανος να έρθει σε επαφή με κατώτερα πλάσματα όπως οι άνθρωποι, γιατί δεν το επέτρεπαν οι ορθολογιστικές φιλοσοφικές ιδέες τους. Αυτή η αντίληψη αποτέλεσε το θεμέλιο για τις ησυχαστικές έριδες. Είχε ήδη ξεκινήσει με τον Αυγουστίνο, που δίδαξε ότι στον Μωυσή δε μίλησε ο Θεός, αλλά άγγελος. Από αυτή την άποψη περί Ανάγκης, στην οποία υποτάσσονται ακόμα και οι θεοί, πρέπει να καταλάβουμε τη δυτική νομικίστικη αντίληψη για την δικαιοσύνη του Θεού. Ο Θεός έπρεπε να τιμωρήσει την παρακοή του ανθρώπου. Του ήταν αδύνατο να συγχωρήσει. Κάποια ανώτερη Ανάγκη απαιτούσε εκδίκηση. Ακόμα κι αν ο Θεός ήταν πραγματικά καλός κι αγαθός δεν μπορούσε να ενεργήσει με καλοσύνη. Ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει αντίθετα προς την αγάπη Του. Το μόνο που μπορούσε να κάνει για να σώσει την ανθρωπότητα ήταν να τιμωρήσει τον Υιό Του, στη θέση των ανθρώπων. Έτσι η Ανάγκη θα ικανοποιείτο.


Αυτός είναι ο θρίαμβος της ελληνιστικής σκέψης στο χριστιανισμό. 

Ο Ωριγένης, σαν ελληνιστής, είχε φτάσει στα ίδια συμπεράσματα. 

Ο Θεός ήταν δίκαιος από ανάγκη. 

Αναγκάστηκε να τιμωρήσει, να εκδικηθεί, να στείλει ανθρώπους στην κόλαση. 

Η κόλαση ήταν δημιούργημα του Θεού. 

Ήταν μια τιμωρία που απαιτούσε η δικαοσύνη. 

Αυτή η απαίτηση για δικαιοσύνη ήταν μια ανάγκη. 

Ο Θεός ήταν υποχρεωμένος να υποταχθεί. 

Δεν του επιτρεπόταν να συγχωρήσει. 

Υπήρχε μια ανώτερη δύναμη, μια Ανάγκη, που δεν Του επέτρεπε να αγαπά χωρίς όρους. 

Ο Ωριγένης όμως ήταν και χριστιανός και γνώριζε ότι ο Θεός ήταν γεμάτος από αγάπη. 

Πώς είναι δυνατό να ομολογείς ένα Θεό γεμάτο αγάπη, όταν βασανίζει τους ανθρώπους αιώνια; 

Αν ο Θεός είναι η αιτία της κόλασης, 

τότε από ανάγκη πρέπει η κόλαση αυτή να σταματήσει κάποτε, 

διαφορετικά δεν μπορούμε να παραδεχτούμε ότι ο Θεός είναι καλός και αγαθός. 

Αυτή η νομικίστικη αντίληψη για το Θεό, 

σαν όργανο μιας ανώτερης, απρόσωπης δύναμης ή θεότητας που ονομάζεται Ανάγκη, 

οδηγεί λογικά ''στην αποκατάσταση των πάντων και την καταστροφή της κόλασης'', 

διαφορετικά πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Θεός είναι μοχθηρός. 

Η ειδωλολατρική ελληνική σκέψη δεν μπορούσε να αντιληφθεί 

ότι αιτία της κόλασης δεν είναι ο Θεός 

αλλά τα λογικά πλάσματά Του... 

Β΄ΜΕΡΟΣ (Συνεχίζεται)


Απόσπασμα ομιλίας του μακαριστού θεολόγου Αλεξάνδρου Καλομοίρου, που ενσωματώθηκε σε βιβλίο το 1985 υπό τον τίτλο ''Ο Πύρινος Ποταμός''. 
Τίτλος πρωτοτύπου: ''The river of fire''. Μετάφραση από τα αγγλικά: Πέτρος Μπότσης, εκδόσεις ''Ζέφυρος'', Παύλου Μελά 15, Θεσσαλονίκη.  
Ο ''Πύρινος Ποταμός'' ήταν η κύρια ομιλία που δόθηκε στη Συνέλευση Ορθοδόξου Νεότητος που οργανώθηκε κάτω από την αιγίδα της Συνόδου των Ρώσων Επισκόπων της Διασποράς, στο Seattle της Ουάσιγκτον, από 22-25 Ιουλίου 1980. 
Η ομιλία έγινε στα αγγλικά και το κοινό την υποδέχθηκε εγκάρδια. 
Ο σεβ. Αρχιεπίσκοπος του Καναδά κ. Βιτάλιος εξέφρασε τον θαυμασμό του, όχι μόνο λέγοντας πώς ''σπάνια διαβάζει κανείς τέτοια κείμενα, που αποπνέουν το άρωμα της αληθινής γνώσεως και της προσωπικής εμπειρίας'', 
αλλ’ ακόμη περισσότερο όταν προσωπικά ο ίδιος έδωσε εντολή να κυκλοφορήσει σε αγγλική, ρωσική και γαλλική έκδοση''.
Τίτλος, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Η φωτογραφία ανήκει στην σελίδα του F.B ''Ιερά Μονή Εσφιγμένου''.


Αλέξανδρος Καλόμοιρος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου