ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

ΠΕΡΙ ΑΘΕΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ ΤΗΣ ΣΥΝΤΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ




ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΙΤΟΥ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΝΑ ΟΡΟΥΣ

ΛΟΓΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ


Ευλόγησον Πάτερ


Μέρος 1ον (εκ των τριών)



Αλλά πολλήν διαφοράν βλέπω των τότε ποιμένων, και των του καιρού τούτου. Εκείνοι ήσαν πολεμισταί,ούτοι δε φυγάδες. Εκείνοι αγωνισταί,και ούτοι φαγάδες. Εκείνοι εκαλλώπιζον βιβλία και δόγματα, και ούτοι καλλωπίζουν φορέματα και γέλια. Ούτοι, ωσάν μισθωτοί αφήνουν τα πρόβατα και φεύγουσιν, εκείνοι δε την ψυχήν έθηκαν υπέρ των προβάτων και εμιμήθηκαν τον ποιμένα τον καλόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Ω των μακαρίων εκείνων ανδρών των οποίων τα ονόματα εγράφησαν εν βίβλω ζωής, τους οποίους έφριξαν οι δαίμονες και ετρόμαξαν οι αιρετικοί.Δια των οποίων εφράγη παν στόμα λαλούντων άδικα. Μου έρχεται λοιπόν να ειπώ και εγώ ομοίως με τον Δαϋίδ, ο οποίος έλεγεν οδυνώμενος, «που εισί τα ελέη σου τα αρχαία Κύριε»; να ειπώ και εγώ δακρύζοντας, που είναι ο μακάριος χορός εκείνος των Επισκόπων και διδασκάλων, οι οποίοι έλαμπον εις τον κόσμον ωσάν φωστήρες, επέχοντες λόγον ζωής; Αλλά τι εμποδίζει να φέρωμεν εις το μέσον και αυτούς από τους πολλούς ολίγους, επειδή και η ενθύμησις αυτών είναι αγιασμός της ψυχής; Πού είναι ο Ευώδιος,η ευωδία της Εκκλησίας και των Αγίων Αποστόλων διάδοχος και μιμητής;



Πού είναι ο Ιγνάτιος, το του Θεού οικητήριον;
Πού είναι ο Διονύσιος, το πετεινόν του ουρανού;
Πού ο Ιππόλυτος ο γλυκύτατος και ευνούστατος;
Πού είναι ο μέγας Βασίλειος, ο παρ’ολίγον ισόμετρος των Αποστόλων;
Πού ο Αθανάσιος ο πολεμιστής των αιρετικών;
Πού ο Γρηγόριος ο δεύτερος Θεολόγος, και αήττητος του Χριστού στρατιώτης;
Πού ο άλλος ο Συνώνυμος του;
Πού ο Εφραίμ η παραμυθία των λυπουμένων, η παιδαγωγία των νέων, η χειραγωγία των μετανοούντων, η δίστομος σπάθη κατά των αιρετικών, και το δοχείον του Αγίου Πνεύματος και των αρετών;
Βλέπεις πόσον το μέσον,και πόση διαφορά εκείνων των μακαρίων και αγίων ανδρών, παρά του καιρού τούτου;




Ηξεύρω και άλλους πολλούς Θεοφόρους διδασκάλους, αλλ’ αρκεί όσους είπαμεν. Εκείνοι έβαλαν την ψυχήν τους, καθώς είπαμεν δια τα πρόβατα, ούτοι δε αφίνουσι τα πρόβατα και φεύγουσιν. Eκείνοι ήσαν δυνατοί και με το έργον και με τον λόγον, ούτοι εις τα χρήματα και κτήματα και άλογα και μουλάρια, και χωράφια και αγέλαις, και μαγείρους και τραπέζας λαμπράς, πολλήν προθυμίαν βάνουν, και πολλαίς φροντίδες περί τούτου καθ’εκάστην ημέραν και νύκτα. Περί δε της λογικής Ποίμνης ουδεμίαν φροντίδα, δια την οποίαν έχουν να δώσουν λόγον εις την μεγάλην και φοβεράν ημέραν της κρίσεως. Έπειτα εάν τους ερωτήση τις περί βιβλίων, αποκρίνονται και λέγουν, είμαι πτωχός και δεν έχω να αποκτήσω βιβλία. Είτα περιπατούν ουχ ως πτωχοί, αλλά με φορέματα πολυτελή και έκλαμπρα, και χειρίδια έως των δακτύλων, και τραχήλους ψηλούς, και υπηρέτας πολλούς, μάλιστα μαγείρους. Περί των οποίων είναι αισχρών πράγμα να λέγη τις, διότι εκ του περισσού πλούτου απέκτησαν και σκλάβας γυναίκας. Ω της βαθείας αισχύνης, ω της κακής ευπορίας, ω της πικράς φιλαργυρίας, ω της αχορταγίας της γαστρός! Από ταύτα λοιπόν έρχονται τα σκάνδαλα, οι ψιθυρισμοί, οι ονειδισμοί, αι λοιδορίαι, οι θόρυβοι. Είτα εάν τους εξετάση τις αποκρίνονται, ποίον αδικώ; εξουσίαν έχω εις τα ιδικά μου να κάμω όπως θέλω. Είτα εάν φανή τις από τους αθέους αιρετικούς να λαλή διεστραμμένα, ουδένας ευρίσκεται να αντισταθή, ουδένας αντιπολεμιστής, όλοι πτωχοί, όλοι σιωπηλοί, όλοι φυγάδες. Ω της ανοίας, της κακής ρίζης πάντων των κακών της φιλαργυρίας, ότι δια να ήμεθα πλούσιοι, θαρρούμεν να σωθούμεν. Αλλ’ ευκολώτερον είναι να περάση το καραβόσχοινον από την τρύπα της βελόνης, παρά ο πλούσιος να έμβη εις την βασιλείαν των ουρανών. Τρυφώντες και μεθύοντες και μετεωριζόμενοι θέλετε να νικήσετε τας αιρέσεις; Αλλ’ουδέ ημάς ακούουν οι τρυφώντες και μεθύοντες νυν, οι στολιζόμενοι με πολλά φορέματα και πολύ χρυσίον. Πώς ημπορείτε να υποδείξετε εις άλλους την καλήν πτωχίαν του Χριστού του πτωχεύσαντος δι’ημάς, όπου επαράγγειλε τοις μαθηταίς αυτού να μην έχουν ούτε χαλκόν εν ταις ζώναις αυτών; Βέβαια πλανάσθε, μη νοούντες τας Γραφάς. Και δεν ακούετε του Κυρίου όπου λέγει. «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι; και μη θησαυρίζετε επί της γης;» Ο πλούτος σας επλήθυνε και ο λόγος σας εχάθη. Τα φορέματά σας τρώγουν οι βότρυδες, δια τα οποία έχετε να δώσετε λόγον τω Αρχιποίμενι Χριστώ και δεν συλλογίζεσθε, ότι καθένας έχει να δώση λόγον τω Θεώ περί αυτού.


Εσείς δε οι ποιμένες θέλετε να δώσετε λόγον και δια τον εαυτόν σας, και δια τα πρόβατα, και Αρχιερείς και Ιερείς και Διάκονοι, έκαστος καθώς επιστεύθη. 

Αλλά βλέπετε να μη λησμονήσετε τα τάλαντα, «προσέχετε εαυτοίς και παντί τω Ποιμνίω». 

Φυλάγεσθε να μη λείψη πρόβατον από την Ποίμνην. 

Διότι να ηξεύρετε καλά, ότι εάν απομείνη ένα πρόβατο εκ της Ποίμνης από την αμέλειάν σας, και το φάγουν τα θηρία, όλην σας την ζωήν αφανίζει, διότι το αίμα αυτού εκ των χειρών σας εκζητήσει ο Κριτής. 

Αλλ’ εξυπνήσατε του λοιπού, και κηρύξατε τον λόγον. 

Αφήσατε πάσαν βιωτικήν μέριμναν. 

Βλέπετε ακριβώς πως περιπατείτε. 

Βλέπετε τους κύνας, βλέπετε λέγω, και δεν παύω λέγοντας, βλέπετε τους λύκους, βλέπετε τους κλέπτας, βλέπετε τους ληστάς. 

Βλέπετε ότι πολλοί πλάνοι εξήλθον εις τον κόσμον. 

Αγρυπνάτε και νήφετε, όσοι ελάβατε επάνω σας το δεσποτικόν σχήμα. 




Γρηγορείτε και στοχάζεσθε την φοβεράν ημέραν της αυτού παρουσίας, όταν έρχεται να κάμη λογαριασμόν με εσάς,όπου έδωκε το τάλαντον. Ταύτα λοιπόν έχοντες εις τον νουν σας, ω αγαπητοί, ποιμαίνετε την Ποίμνην του Θεού ,όπου σας εδόθη, ως λέγει ο Απόστολος, μη αναγκαστικώς, αλλά θεληματικώς. Μη αισχροκερδώς, αλλά προθύμως. Μηδέ ως κατεξουσιάζοντες τον κλήρον. Αλλά να γίνεσθε τύποι του Ποιμνίου, και φανερωθέντος του Αρχιποιμένος,να λάβετε τον αμάραντον της δόξης στέφανον. Πάλιν τα όμοια λέγω. «Ακούσατε ουν Ιερείς Κυρίου,βασιλείς της γης και πάντες λαοί, άρχοντες και πάντες Κριταί γης, νεανίσκοι και παρθένοι,πρεσβύτεροι μετά νεοτέρων. Ενωτίσασθε πάντες οι κατοικούντες την οικουμένην», οι μικροί και μεγάλοι, οι αρσενικοί και θηλυκοί, επί το αυτό πλούσιος και πένης. Παρακαλώ σας όλους, προσέχετε τοις λεγομένοις, διότι θέλων να σας αποδείξω εκ των Αγίων Γραφών, ότι με τον λόγον είναι πολλοί χριστιανοί, αλλά με τον τρόπον πάνυ ολίγοι.Με το σχήμα μεν, ως Χριστού Μαθηταί, και με τον τρόπον προδόται. Με τον λόγον μεν ευσεβείς και εύσπλαγχνοι, με τον τρόπον δε Έλληνες. Με το όνομα δε Χριστιανοί, και με τα έργα Εθνικοί, καθώς είπεν ο Προφήτης: «Ότι εμίγησαν με τα έθνη και έμαθον τα έργα αυτών». Και αληθινά εις ημάς επληρώθη η προφητεία αυτού. Ποταποί Χριστιανοί είναι οι τηρούντες μύθους Ιουδαϊκούς, και Ελληνικούς, και γενεαλογίαις, και μαντείαις, και αστρολογίαις και φαρμακείαις, και φυλακτήρια, και παρατηρήσεις ημερών και μηνών,και χρόνων, και κλυδωνισμούς και ονείρατα, και φωνάς των ορνέων, και οι ανάπτοντες λύχνον εν ταις βρύσαις και απολουόμενοι και τηρούντες τα συναπαντήματα, και οι τρώγοντες τα ειδωλόθυτα, και αίμα πνικτόν και θηριάλωτον και ψόφιον, και άλλα πολλά τοιαύτα; Και πώς ημπορούν να είναι Χριστιανοί όσοι τα κάνουν αυτά; Πώς δε τολμούν και μεταλαμβάνουν τα ΘΕΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ, όπου είναι χειρότεροι των Ελλήνων; 



Τι Χριστιανοί είναι πάλιν, οι ποιούντες τα των Εθνών σχήματα, και αλλάσσουν τα πρόσωπά τους ή την φωνήν τους, και χορεύουν και κτυπούν τας χείρας,ή και στολισμούς γυναικείους εις τους άνδρας; 

Όσοι τα κάμνουν και τα δέχονται αυτά, δεν τους ωφελεί τίποτε να ονομάζωνται Χριστιανοί. 

Διότι, καθώς μία κόρη έως οπού φυλάσσει την παρθενίαν ευλόγως, και αξίως ονομάζεται και είναι Παρθένος, εάν δε γελασθή υπό τινός και φθαρή, πλέον δεν είναι Παρθένος. 

Ούτω και ο καλούμενος Χριστιανός εάν παραβή τας συνθήκας, και καταπατήσει τας επαγγελίας, και κάμνη τα έργα των Εθνών, δεν πρέπει να λέγεται Χριστιανός. 

Καταλάβατε γούν πάντες, Αγαπητοί, ότι μετ’ εκείνα τα ολίγα εχωρισθήκαμεν απ’αυτά, λέγοντες: 

«Αποτάσσομαι τω Σατανά, και πάσι τοις έργοις αυτού. 

Ήγουν χωρίζομαι από τον Σατανάν και από όλα τα καμώματα αυτού». 

Είπες «Πάσι». 

Βλέπε τι είπες, όλα τα έργα αυτού. 

Όμως αυτά, οπού κάμνεις τίνος είσαι; στοχάσου, παρακαλώ σε, τίνος τάσσεις, όχι Αγγέλου, όχι Βασιλέως επιγείου, όχι Άρχοντος του αιώνος τούτου, αλλ’ αυτού του Βασιλέως των Βασιλέων, και Άρχοντος των Αρχόντων. 

Με αυτόν εσυμβάσθης, και ωμολόγησας, και έταξες έμπροσθεν πολλών μαρτύρων. 




Tο λοιπόν εις το χέρι του είσαι και συ και οι λόγοι σου. Tο λοιπόν καρτέρει τον ερχόμενον εκ των ουρανών βαστάζοντα το γραμματείόν σου και τα λόγια του στόματός σου, δια να αναγνωσθή έμπροσθεν Αγγέλων και ανθρώπων. Βλέπετε ουν, Αδελφοί,και φυλάγεσθε καν του λοιπού από τα εθνικά καμώματα, ακούσατε του Αποστόλου λέγοντος. «Τούτο ουν λέγω και μαρτύρομαι εν Κυρίω, ότι πλέον να μην περιπατήτε, καθώς περιπατούν και τα άλλα Έθνη με την πλάνην του νοός αυτών», οι οποίοι εσκοτισμένοι εις την διάνοιαν, αλλά σεις δεν εμάθετε ούτω από τον Χριστόν. Καταλάβατε τα λεγόμενα,αδελφοί, και μην ανακατώνεσθε με εκείνους οπού τα κάμνουν αυτά, διότι πολλοί είναι μαθηταί της απωλείας, και ακόμη αυγατίζουν. Βλέπετε, ότι αι ημέραι πονηραί εισί, και ο καιρός τους ιδίους υπηρέτας προχειρίζεται. Και μη θαυμάσης, εάν οι ποιμένες γίνονται λύκοι διότι και ο Απόστολος Παύλος προς Επισκόπους και Πρεσβυτέρους διαλεγόμενος, έλεγεν, ότι από εσάς θέλουν σηκωθή άνδρες λαλούντες διεστραμμένα. Δια τούτο ας μη σας πλανήση τινάς, όπου έχει απ’ έξω σχήμα αγγελικόν. Δια τούτο έλεγε και ο Κύριος «Βλέπετε μη τις υμάς πλανήση». 



Αλλά και εγώ πάλιν τα όμοια λέγω, μη σας πλανήση τινάς μήτε από των έξωθεν, μήτε από των έσωθεν, μήτε Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος, ή Αναγνώστης, ή Άρχοντας, ή πλούσιος, ή πτωχός, ή όστις και αν είναι, οπού λαλεί διεστραμμένα, ανάθεμα έστω, οι οποίοι έρχονται προς εσάς με το ένδυμα των προβάτων, από μέσα δε είναι λύκοι άρπαγες. 

Και έχοι σι μόρφωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι. 

Εσείς δε, αγαπητοί, μη πλανηθήτε αλλ’ως παρελάβετε από τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εν αυτώ περιπατείτε. 

Και ο Θεός της ειρήνης έσται μεθ’ υμών. Και περί μεν τούτων έως ώδε, αλλ’ ακόμη ολίγα να ειπώ περί της συντελείας, και να κάμω τέλος. 

Όταν δε αρχίσω να λαλώ περί της Συντελείας, φρίκη μου έρχεται και τρομάζω, ότι όλα του Κυρίου τα θαύματα μεγάλα και φοβερά και ένδοξα είναι, το δε της Συντελείας και της δευτέρας Αυτού Παρουσίας Μυστήριον είναι υπέρ λόγον και νουν και διάνοιαν, και υπερβαίνει πάσαν διήγησιν και καταπλήττη πάσαν ακοήν. 



Μεγάλον δε αγώνα, και πολύν πόθον είχαν οι Μαθηταί να ακούουν παρά του Διδασκάλου περί σημείων, και περί της Συντελείας. Και καθώς πολλάκις ηκούσατε του Ευαγγελίου λέγοντος, ότι «Καθημένου του Ιησού επί το όρος των Ελαιών, προσήλθον αυτώ οι μαθηταί κατά μόνας λέγοντες, ειπέ ημίν, τι το σημείον της σης Παρουσίας, και της Συντελείας του αιώνος»; Βλέπεις το σοφόν και γνωστικόν των Αγίων Μαθητών, οπόταν θέλουν να ερωτήσουν τίποτες μέγα πράγμα, όλοι αντάμα έρχονται, αλλά και κατά μόνας, και λέγουν. Ειπέ ημίν, ω Δέσποτα, ειπέ ημίν αγαθέ, ειπέ ημίν καρδιογνώστα, ειπέ ημίν εσύ, όπου ηξεύρεις και τα πρώτα και τα έσχατα, ειπέ ημίν ο ειδώς τα πάντα πριν γενέσεως αυτών, ειπέ ημίν ο Ποιητής των απάντων, ειπέ ημίν ο Πατήρ του μέλλοντος αιώνος, ειπέ ημίν τι το σημείον της σης Παρουσίας και της Συντελείας του αιώνος; Όταν μέλλης έρχεσθαι κρίναι ζώντας και νεκρούς πάσης της Οικουμένης. Όταν καταργήσης πάσαν αρχήν και εξουσίαν και δύναμιν, όταν σε προσκυνήση παν γόνυ επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων. Ειπέ ημίν τι το σημείον της σης Παρουσίας; Ο δε Κύριος είπεν αυτοίς. Βλέπετε μη πλανηθήτε, διότι πολλοί έρχονται με το όνομά μου λέγοντες ότι εγώ ειμί ο Χριστός, και βλέπετε μη σας πλανήση τινάς, ότι ο καιρός είναι κοντά. Εκείνο όπου είπε πότε, είναι τούτο όπου βλέπομεν ημείς με τα ομάτιά μας. 



Τότε είπεν, ότι κοντά είναι ο καιρός, τώρα δε άρχισε καθώς βλέπομεν. 

Βλέπεις πόσοι σπουδή του Δεσπότου περί των Ψευδοπροφητών και Ψευδοδιδασκάλων και αθέων Αιρετικών; 

Δια να ξεσκεπάση και να δείξη εις όλους τον εν αυτοίς κεκρυμμένον δόλον. 

Δια τούτο και πρωτύτερα τους έβαλεν από την ερώτησιν των Μαθητών περί των Σημείων, ωσάν λύκους της ποίμνης και προδρόμους του Αντιχρίστου, και τότε προείπε τα ακόλουθα, πολέμους και ακαταστασίας. 

Έθνος επί Έθνος,και Βασιλεία επί Βασιλείαν, τα οποία βλέπομεν και δεν καταλαμβάνομεν, βλέποντες εις πολλούς τόπους και πείναις και φόβους, και σημεία από του ουρανού, και τα άλλα,όσα είπε,και δεν τα βάνομεν εις τον νουν μας. 

«Τότε, λέγει, σκανδαλισθήσονται πολλοί, και παραδώσουσιν αλλήλους». 

Και πού δεν είναι τώρα Προδότης; 

Πάντες σχεδόν προδόται εγίνηκαν, και μισούσιν αλλήλους, και τούτο επληρώθη, καθώς βλέπομεν.


 

Δεν πολεμεί ένας τον άλλον; Έθνος επί Έθνος και Βασιλεία επί Βασιλείαν; Άρχοντες κατά των ομοίων αυτών, και Επίσκοποι κατά των Επισκόπων; Πρεσβύτεροι κατά των Πρεσβυτέρων και Διάκονοι κατά των Διακόνων; Αναγνώσται κατά των Αναγνωστών, και Λαϊκοί κατά των Λαϊκών;  «Δια γαρ το πληθυνθήναι την ανομίαν, ψυγήσεται η αγάπη των πολλών». Δια τούτο προείπεν ο Δεσπότης ότι «Ερευνάτε τας Γραφάς» και δεν θέλετε πλανηθή, είπε δε και έτερον σημείον, ότι «Κηρυχθήσεται Ευαγγέλιον τούτο της Βασιλείας εν όλη τη Οικουμένη, εις μαρτύριον πάσι τοις Έθνεσι και τότε ήξει το τέλος».



Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας





Εκ του ιστολογίου ''Σύναξη Ορθοδοξων Κρητών''. 
Τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αγιογραφία by Vyacheslav Tolmachev.

ΑΜΗΝ!




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου