ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι, αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων, μ' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας την μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας, ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο,εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων, ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας. Και η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδυα αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδακινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονται πάντα όρθια, νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές παίρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών!Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα ,ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβύθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές,είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.

A.

B.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Ω ΔΥΣΤΗΧΙΑ ΣΟΥ ΕΛΛΑΣ ΜΕ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑΣ!



Στο χωριό μου, ένα ελατίσιο κεφαλοχώρι στην Οίτη, κοντά στην εμβληματική επιβλητικότητα των Βαρδουσίων, 
οι συγχωριανοί μου γνώριζαν εκ παιδιόθεν ν' αφουγκράζονται τα τερτίπια του καιρού 
και να οργανώνονται ανάλογα με τις κλιματικές ''ορέξεις'' του. 
Ήξεραν αν θα βρέξει, από που θα έρθει η μπόρα, τα χρώματα τ΄ουρανού -καλοκαίρι και χειμώνα- 
την κατεύθυνση του ανέμου και πότε το πέταγμα των πουλιών θα προδήλωνε βροχή. 
Ετοιμάζονταν για τον χειμώνα έχοντας γεμάτα τα ποτισμένα, υγρά κατώγια με το κόκκινο, βαρελίσιο κρασί, 
το παστό, γουρουνίσιο κρέας, το νωπό τυρί στην άρμη, 
τα αλεύρια, τα ξεροκρέμμυδα και τα απόξερα όσπρια του καλοκαιριού, 
το ευωδιαστό τουρσί με τα ψιλοκομμένα λάχανα, τις -σχεδόν πράσινες- αγουρωπές ντομάτες, 
τα ''ιδρωμένα'' απ΄την υγρασία χλωροκρέμμυδα και φυσικά μια μικρή χεριά ''μεθυστικό'' χορτάρι από μάραθο στα κήπια. 
Χρόνια ολόκληρα εντρυφούσαν με ''σοφιστική'' δεινότητα και επιμελημένο ζήλο στις μελετημένες κινήσεις τ' ουρανού. 



Ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης, επηρρεασμένος από το δημοτικό τραγούδι και την νέα ρομαντική σχολή του Αχιλλέα Παράσχου , ''ο έχων σέβας και αγάπην για την θεικήν φύσιν'' έγραφε στο ποίημά του ''Ο Τρύγος'': ''Την αργατιά που λαχταρά πότε να πέσει ο ήλιος, πότε να ισκιώσουν τα ριζά, να δροσερέψει ο κάμπος''. Και αλλού: ''Διπλά ανασαίν' η εργατιά κι απαρατάει το έργο, κ' εκεί που κληματόβεργες κι από παλιούργια φράχτες καλύβι ολόρθο πλέκουνε, δείπνον απλό κυκλώνουν, και τον απλό το δείπνο τους φωτάει θαμπό λυχνάρι''. Αντίθετα, στον αντίποδα της τόσο γκρίζας, παρηκμασμένης και ανοικής, πολιτικής ζωής μας, οι σύγχρονοι κοινοβουλευτικοί ''ολιγάρχες προεστώτες'' περί άλλα τυρβάζουν, αλλού τιτιβίζουν ως Πρεβεζιάνικες κουρούνες, βρίσκονται θαρρείς στον αστερισμό της ''Λιλιπούπολης'', έχοντας κάνει επικό ύμνο τη Μεγανησιώτικη παροιμία ''τρεις λαλούν και δυο χορεύουν''! 



ΥΠΟΚΡΙΤΑΙ, ΤΟ ΜΕΝ ΠΡΟΣΩΠΟΝ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΓΙΝΩΣΚΕΤΕ ΔΙΑΚΡΙΝΕΙΝ, 

ΤΑ ΔΕ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΟΥ ΔΥΝΑΣΘΕ ΓΝΩΝΑΙ; 



Τα σύννεφα του πολέμου πύκνωσαν τόσο, που το γκρίζο να μη διαφέρει από το μαύρο,
ο νεοοθωμανικός επεκτατισμός, σε πλήρη αντιστοιχία με τον αλβανικό, τον σκοπιανό και φυσικά με τον βουλγάρικο
έχουν εγκλωβίσει την Ελλάδα, που αναζητά απενενοημένα λύσεις όπως πάντα απ' την δύσιν...
Είμαστε παντελώς χρεωκοπημένοι ως χώρα, απομονωμένοι κι εγκατελειμένοι, πουλημένοι ή επινοικιασμένοι,
αποχριστιανοποιοιμένοι και έντεχνα αθεοποιημένοι, θεομάχοι εν συνείδηση και Χριστοκτόνοι κατά βούληση!
Το παροιμιώδες, ελληνικό φιλότιμο εχάθη, ακριβώς όπως κι αποκτήθηκε, κι αυτός ο νέος μεταποιημένος, εαυτοκόλακας Έλληνας του δελτίου ταυτότητας μετεξελίχθηκε σε ένα αδηφάγο θηρίο της ηδονής, 

της οίησης και της κραιπάλης. 

Πωλήσαμε Χριστό και μάλιστα ''εμίσήσαμε Χριστό και... δωρεάν'' κατά τα λόγια του Κυρίου στο (Ιωάν. 15,25)

 ''Εμίσησάν με δωρεάν''.



Με μίσησαν δηλαδή χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος, καμμιά αιτία. Η βία όμως εναντίον του δικαίου θα πλήξει καταιγιστικά όλους εκείνους από τους οποίους εκπορεύθηκε η ισχύς του αντιδίκου. Γι΄αυτό και ο υπό Σταύρωση οδηγούμενος Χριστός μας είπε εκείνο το ''Αμήν λέγω υμίν, ήξει ταύτα πάντα επί την γενεάν ταύτην''. Ότι δηλαδή, σας διαβεβαιώνω ότι όλα αυτά θα ξεσπάσουν εις την γενεάν αυτήν. (Ματθ. 23,36). Κι ας μην νομίσει κανείς, πως τα λόγια αυτά αφορούσαν αποκλειστικά την γενεά εκείνη του Ευαγγελίου και μόνο. Είναι κάθε γενιά που διακατέχεται από την ίδια φονική ενσυναίσθηση της αμετανοησίας, τη θηριάλωτη επιβολή της βίας, την απόστατη εκβολή του Θεού από τις αβάσταχτα, αμαρτωλές καρδιές μας. Σκεφθείτε... Ακόμη και την εικόνα του Χριστού έβγαλαν οι κοινοβουλευτικοί προστάτες μας από την ευρύχωρη αίθουσα της Βουλής, επειδή ο Χριστός μας δεν χωρούσε...! Και τους έλεγε με την πέννα του την πρώτη χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα (1896), κοντά στα σαράντα πέντε του ο κυρ-Αλέξανδρος, αυτός ο αγνός λαικός ιδεαλιστής, ο τίμιος και θυμόσοφος πατριώτης, ο εαυτόν σαρκαζόμενος και πλημμελώς σαρκάσας τους πολιτικούς του καιρού του: 



ΗΚΟΥΣΑΤΕ... 

ΤΙ ΕΧΩΜΕΝ ΝΑ ΕΛΠΙΖΩΜΕΝ ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ 

ΚΑΙ ΤΙ Η ΕΛΛΕΙΨΙΣ ΠΑΣΗΣ ΕΚΕΙΘΕΝ ΕΛΠΙΔΑΣ ΕΠΑΓΕΤΑΙ ΠΕΡΙ ΤΑΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ;



''Τις ημύνθη περί πάτρης; Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; 

Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. 

Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος. 

Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί, εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμα τους. 

Κάψιμο θέλουν όλοι τους! 

Τότε σε εξεθέωναν οι προεστοί κ' οι «γυφτοχαρατζήδες», τώρα σε «αθεώνουν» οι Βουλευταί κι οι Δήμαρχοι. 

Αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, τους έταζαν «φούρνους με καρβέλια», 

δώσαντες αυτοίς ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά, απέναντι, 

καθώς τους είπαν, και παρακινήσαντες αυτούς να εξοδεύσουν κι απ' τη σακκούλα τους όσα θέλουν άφοβα, 

διότι θα πληρωθούν μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν ον ήθελαν παρουσιάσουν. 

Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει τη φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν...''



Κι όμως -δύο χρόνια μόλις πριν- η Ελάδα πτώχευσε και επίσημα με την ιστορική τοποθέτηση του Χαρίλαου Τρικούπη: ''Δυστηχώς επτωχεύσαμεν''. Κατά την αναγόρευσή του στο ελληνικό κοινοβούλιο το 1889, πέντε χρόνια πριν την πτώχευση της χώρας δήλωνε από βήματος, όταν καταλάβαινε, πως η χώρα μας ήταν αγνοημένη και παντελώς παρατημένη υπό πάντων, κυρίως βεβαίως υπό των αιωνίων δυτικών ''φίλων'' μας...: ''Ηκούσατε... Τι έχομεν να ελπίζωμεν παρά των Δυνάμεων, και τι η έλλειψις πάσης εκείθεν ελπίδος επάγεται περί τας υποχρεώσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως; Η κακή οικονομική πολιτική, η διασπάθηση του δημοσίου χρήματος, ο δημοσιουπαλληλισμός των ημετέρων και μια γενικότερη διαφθορά στην κρατική διοίκηση ανάγκασε τον Παπαδιαμάντη να κραυγάσει λόγους αληθείας και μόνο: ''...Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και πιθηκισμού, του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας''. Εφημερίδα Ακρόπολις, 1896. 


Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ 

ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΑΤΗΜΕΝΟΥ ΕΛΛΗΝΑ 



Είναι αδιανόητα εκπληκτικό, όσο και ανήκουστα πραγματικό. Οι Τούρκοι να έχουν συλλάβει υπό την απειλή των όπλων Έλληνες αξιωματικούς, το κοινοβούλιο να αυτοεπαναλαμβάνεται διαρκώς με την Novartis, ο Πρωθυπουργός να ''παπανδρείζει'' ως κακός ηθοποιός του μπουλουκιού στο οικονομικό forum των Δελφών, η σκανδαλολογία περί των επιδοτήσεων ενοικίων ζάμπλουτων υπουργών και βουλευτών να λεκιάζει την ατμόσφαιρα δημοσίου αποχωρητηρίου της Βουλής κι όμως' ...σαν να μην συμβαίνει τίποτα, γίνεται κυβερνητικός ανασχηματισμός, υφυπουργός Εθνικής Άμυνας τοποθετείται εκ των ων ουκ άνευ πολιτικός ρεζέρβας, ''δαιμονισμένοι'' και ''δαιμονίζοντες'' ψηφοσυλλεκτικοί ταγοί να διαριγνύουν τα ιμάτιά τους για το ποιος θα στείλει τον άλλο στο σκαμνί κι ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα... Ξαναγυρνούμε πίσω στο παρελθόν. 


Στα 1893 -ένα χρόνο πριν την πτώχευση της Πατρίδας- 

ο αποκαλούμενος και ως ''αριστοφανικός'' ποιητής της νεότερης Ελλάδος, 

ο Γεώργιος Σουρρής θα γράψει ένα εκπληκτικά καυστικό ποίημα, σατιρίζοντας την κατάσταση στα εν ημίν δρώμενα της χώρας, την περίοδο της πρώτης χρεοκοπίας. 

Το ''Δυστηχία σου Ελλάς'' είναι σαν να γράφηκε μόλις τώρα!  

''Ποιος είδε κράτος λιγοστό /σ' όλη τη γη μοναδικό, /εκατό να εξοδεύει / και πενήντα να μαζεύει; 

Να τρέφει όλους τους αργούς, /νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς, ταμείο δίχως χρήματα και δόξης τόσα μνήματα; 

Νά 'χει κλητήρες για φρουρά και να σε κλέβουν φανερά, κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε /τον κλέφτη να γυρεύουνε... 

Και πιο κάτω: 

''Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο- να παριστάνει τον ευρωπαίο.  

 Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει /στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι. 

 Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο, /ύφος του γόη, ψευτομοιραίο. 

 Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης, /λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης. 

 Και ψωμοτύρι και για καφέ το ''δε βαρυέσαι'' κι ''ωχ αδερφέ''. 

 Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς /σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς. 

 Δυστυχία σου, Ελλάς, /με τα τέκνα που γεννάς! 

 Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, /τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;



Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΔΗΜΟΣ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕ



Κι όμως αυτή η χώρα έχει την ξεχωριστή ευλογία απ' το Θεό να ξαναγεννιέται μέσα από τα μισοσβησμένα αποκαίδια της, ν' ανασταίνεται μέσα από την εαλωμένη ρωγμή του χρόνου, που καθαίρει με την μετάνοια του άφρονος πλουσίου ή πτωχού, την πνευματική  εκκίνηση του τελώνη και την επιστροφή του χαμένου, πλην όχι λησμονημένου ασώτου! Ο πόλεμος που έρχεται, αν συνταυτισθεί με την ειλικρινή μετάνοια και την επιστροφή στην προ αποστατημένη εποχή του νεοέλληνα θα συντρίψει πάντας τους ισμούς΄ τον ανθρωποκεντρισμό, τον οικουμενισμό, τον κουτσαβακισμό, το εφησυχασμό, μα πάνω απ΄όλα τον εγωισμό και την φιλαυτία, τους  δαιμονικούς διαβιβαστές της αποχριστιανικοποίησης των ανθρώπων. 


Στο χωριό μου, ένα ελατίσιο κεφαλοχώρι στην Οίτη, κοντά στην εμβληματική επιβλητικότητα των Βαρδουσίων, οι άνθρωποι -οι περισσότεροι- κοιμήθηκαν. 

Από τους πεντακόσιους και βάλε πάλαι ποτέ συντοπίτες μου έμειναν μόνο μετά βίας δέκα... 

Οι κεκοιμημένοι όμως ζουν μέσα από τις ''ανθισμένες'' αναμνήσεις που μας  έδωσαν, ως παρακαταθήκη και ως ''ευαγγέλιο''. 

Ο μπάρμπα Δήμος, που ήμουν παιδί όταν πέθανε πάνω σε μια ξύλινη καρέκλα κυττώντας με γλυκάδα μαύρου, μπρούσκου σταφυλιού την εκκλησιά μας -τους ''Παμμεγίστους Ταξιάρχες''-  ήταν μια Ελλάδα μόνος, που τετέλευκε. 

Ταπεινός χριστιανός της εκκλησιάς, πράος γητευτής των ανθρωπίνων αδυναμιών, άναβε κάθε απόγευμα όσα μικρά ξωκκλήσια και υπαίθρια, οδικά προσκυνητάρια συναπάνταγε στο δρόμο του. 

Εξομολογιόταν, συγχωρούσε και ζητούσε συγχώρεση, κοινωνούσε, γράμματα δεν ήξερε, μα το πάλευε ευθυτενής μπροστά στο μισοφαγωμένο, ξύλινο αναλόγι. 

Βοηθούσε όλους με παράδες -κάτι ελάχιστους που είχε- και το σπίτι του είχε γίνει πανδοχείο για κάθε επισκέπτη να φάει, να πιει και να ξαποστάσει, όσο ήθελε. 

Πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο -ήρθε τελευταίος στο χωριό- πολέμησε και τους Γερμανούς κατακτητές, ώσπου στον εμφύλιο αντιστάθηκε, όταν με την βία προσπάθησαν κάποιοι ξερακιανοί και ''ιδεολόγοι'' αντάρτες να τον στρατολογήσουν με τη βία, όπως ακριβώς έκαναν και με το παιδομάζωμα. 

Αφού τον περιέπαιξαν και τον προπηλάκισαν ομαδικά, επειδή φορούσε ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό μέσα από τα τριμμένα ρούχα του, τον βασάνισαν οικτρά. 

Τον μαστίγωσαν με μια τριχιά αλόγου, ενώ το αίμα του κυλλούσε άφθονο στο ανοιξιάτικο, ιδρωμένο χώμα, τον πασπάλισαν με χοντρό αλάτι σε όλες τις ανοιχτές πληγιές του και στο τέλος του φόρεσαν μια φρέσκια, ''αχνιστή'' προβιά, που έβγαλαν λίγο πριν από ένα σφαγμένο ζώο. 

Έμεινε γυμνός πέντε μέρες, δεμένος σε μια γερασμένη καρυδιά έξω απ΄το προαύλιο της εκκλησίας, μαζί με την προβιά που έγινε ένα με το δέρμα του κι απ΄τον λαιμό του να κρέμεται ο μεγάλος, ξύλινος σταυρός. 

Οι βασανιστές του έφτυναν διαρκώς γύρω τους και φώναζαν: 

''Ο Χριστός σου πέθανε, τώρα εμείς γίναμε Χριστοί...''

Καλή μας Μετάνοια. 

Εύχεσθε και προσεύχεσθε!



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου