ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2018

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΠΡΟ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ




Πρόλογος


Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου που ακολουθεί, προέρχεται από το τρίτο υπόμνημα του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού προς τον μακαριστό Σεβασμιώτατο κ. Κάλλιστο (Μακρή), έτει 1983, σχετικά με τις γνωστές διαφωνίες των δύο εκκλησιαστικών ανδρών επί του θέματος του κύρους των μυστηρίων στην καινοτόμο Εκκλησία. 
Αφαιρέσαμε με δική μας ευθύνη κάποιες προσωπικές αναφορές, έτσι, ώστε το κείμενο που παρουσιάζουμε -εν είδει πνευματικής εργασίας- να βοηθήσει στην επεξεργασία, κατανόηση, σύλληψη και αφομοίωση ενός ζητήματος, που στην εκκλησιαστική ιστορία και εν μέσω τόσων πολυδαίδαλων, δαιμονοαγωγούντων και πολυσχιδών αιρέσεων, που έκαναν πασίδηλη την επικαιροποίησή τους, ζητήματα ιερωσύνης και εγκυρότητας μυστηρίων των άκριτων εισέτι αιρετικών εκ μέρους των αποτειχισμένων Ορθοδόξων δεν είχαν ποτέ τεθεί! 
35 χρόνια σήμερα, μετά το 1983 -όταν γράφτηκε η παρούσα επιστολή- τα ζητήματα που θίγονται στο παρακάτω κείμενο, απασχολούν ακόμη και σήμερα πιστούς με αντίθετες, αντίρροπες κι αντίξοες εκκλησιολογικές καταθέσεις. 
Το ζητούμενο όμως δεν μόνο η κατάθεση των όποιων απόψεων, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτές εισαγάγονται προς προβληματισμό 
και περισυλλογή. 
Η άνομη, ανίερη και ανευλαβή σπέκουλα όμως και η αδέξια, λογοσυντακτική ''διαφθορά'' που προάγουν επηρμένοι, υψηλόφρονες και μεγαλομανείς ''λασποσυλλέκτες'', που διέπονται υπό το εωσφορικό κράτος της παροιμιώδους ''ματθαιικής οίησης'', δεν χαρακτηρίζουν ανθρώπους, πόσο μάλλον αυτοαποκαλούμενους 
''Ορθοδόξους''. 
Και όσο το θεόθεν, ευγενές και νεοκολλυβαδικό κίνημα των ''Παλαιοημερολογιτών'' παραμένει μια κλειστή, επτασφράγιστη και ''οικογενειακή υπόθεση'', μη ανοιγόμενο στη κοινωνία και στις νέες προκλήσεις που ήδη υφίστανται με κληρικούς και λαικούς, νεοαποτειχισμένους αδελφούς μας, τόσο ο ''ματαθαιικός μακιαβελισμός'' θα ηχεί παράφρονα το φίλαυτο κι εγωπαθές σύνθημα: 
''όσο πιο φανατικός, τόσο πιο πολύ πιστός''!
Στη πλούσια, πατερική διδασκαλία όμως, που ουδεμία σχέση έχει με την άφρονη, ''ματθαιική υστεριολογία'', οι πατέρες πέραν της αποτείχισης και του διαρκούς, ενδελεχούς και επισταμένου ελέγχου που επιχειρούσαν προς τους άκριτους ακόμη αιρετικούς, 
το έπρατταν με ανιδιοτελή, διακριτική και κατά Θεόν αγάπη 
και όχι με λεξιλόγιο 
του πεζοδρομίου, του όχλου και του συρφετού και ρυπαρογραφήματα που εκστομίζονται από κύμβαλα αλαλάζοντα, ωσάν αυτά που προάγει ο ιδεοληπτικός αυτισμός της αιρεσιολογίας του ''ματθαιισμού''!
Φτάσαμε στο δυσεβές, ανόσιο κι ανίερο σημείο (πολλοί εξ' ημών) να φρονούν, ότι όσο πιο πολύ αντινεοημερολογίτες, τόσο πιο πολύ Ορθόδοξοι!...
Κι αν κάποιος -όπως ο συγγραφέας του κάτωθι κειμένου- γράψει με πατερική ακρίβεια, πως στους άκριτους εισέτι αιρετικούς, τα μυστήρια παραμένουν, ως φιλανθρωπευόμενα το αδαές και αγνοούν μέρος του ποιμνίου τους, ταυτόχρονα όμως 
κατακριτέα για τους επί γνώσει αιρετικούς και τους συνμφρονούντες τους, τότε ούτος λογίζεται και ως... φιλο- ή κρυφο- οικουμενιστής.
Αυτά όμως δεν είναι λογισμοί Θεού, είναι γεννοβολήματα διαβόλου... 

Γ.Δ.


{...} Α. Η αποτείχεισις εκ των καινοτόμων και αιρετικών



Είναι γνωστόν, ότι ο ιερός ημών αγών προβλέπεται από την Ορθόδοξον Παράδοσιν. Εκφραζομένη αύτη δια του ΙΕ' Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, επαινεί ως αξίους τιμής τους αποτειχίζοντας, ήτοι διαχωρίζοντας εαυτούς από τον Επίσκοπον «προ συνοδικής διαγνώσεως», όταν ούτος κηρύσσει «δημοσία», «γυμνή τη κεφαλή» και «επ' Εκκλησίας» αίρεσιν, «παρά των Αγίων Συνόδων ή Πατέρων κατεγνωσμένην»,  ήτοι κατακεκριμένην. Οι ενιστάμενοι κατά της εορτολογικής καινοτομίας του 1924 και γενικότερον κατά της αιρέσεως του Οικουμενισμού, απετείχισαν εαυτούς εκ των καινοτόμων και των αιρετιζόντων και ήρχισαν Ιερόν αντιαιρετικόν αγώνα. Διαφωτίζοντες τους εν αγνοία και προλειαίνοντες το έδαφος, απέβλεπον εις Πανορθόδοξον ή Οικουμενικήν Σύνοδον, και συνοδικήν διάγνωσιν, κρίσιν και απόφασιν επί του τολμηθέντος. Είναι αξιοπαρατήρητον αυτό το οποίον μαρτυρεί η ιστορία της Εκκλησίας μας εν προκειμένω. Δηλαδή ότι μιας τοιαύτης Συνόδου προηγείτο πάντοτε εν διάστημα χρόνου, ήτοι η προσυνοδική περίοδος, καθ' ην επεκράτει αναταραχή και διάσπασις μεταξύ των Χριστιανών λόγω της κηρυσσομένης αιρέσεως. Βεβαίως δεν ετίθετο τότε ζήτημα εγκύρων ή ακύρων Μυστηρίων, αλλά θέμα αποτειχίσεως εκ των αιρετιζόντων, καταγγελίας της πλάνης, διαφωτίσεως και αγώνος προς σύγκλησιν αρμοδίας Συνόδου. Μέχρι της συγκλήσεως Συνόδου, μόνης αρμοδίας να αποφασίσει περί της αιρέσεως και των αιρετικών, η Θεία Χάρις, φιλανθρωπευομένη ενήργει προς σωτηρίαν του αγνοούντος ή διωκομένου Λαού του Θεού, οπωσδήποτε όμως εις κατάκρισιν των αιρετικών και των συμφρονούντων προς αυτούς ενσυνειδήτως, ως αποδεικνύεται εκ των κατωτέρω.


Β. Τα Μυστήρια των αιρετικών προ συνοδικής διαγνώσεως


Το αληθές των προλεχθέντων καταφαίνεται δια της Αγίας Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, ότε ο Πρόεδρος Αύτης Άγιος Ταράσιος είπεν: «δεχόμεθα τους από αιρετικών χειροτονηθέντας» μέχρι συνοδικής κρίσεως της αιρέσεως τούτων. «Εάν δε Συνοδική εκφώνησις (απόφασις) γένηται και ομόνοια των Εκκλησιών επί Ορθοδοξία» και κατά της αίρέσεως, τότε «ο τολμών από βεβήλων αιρετικών χειροτονείσθαι, τη καθαιρέσει ύποπεσείται. Η αγία Σύνοδος είπεν΄ αύτη δικαία κρίσις» (Μ. 12, 1042).




Γ. Ο τρόπος αποδοχής των υπό των αιρετικών χειροτονηθέντων


Την ανωτέρω υποστηριζομένην θέσιν ισχυροποιεί ο τρόπος αποδοχής των υπό αιρετικών χειροτονηθέντων. 
Ούτως, ο Πατριάρχης Κων/πόλεως και Πρόεδρος της Αγίας Δ' Οικουμενικής Συνόδου Ανατόλιος «υπό Διοσκόρου του δυσσεβούς κεχειροτόνητο παρόντος του Ευτυχούς» του αίρεσιάρχου (Μ. 12, 1042). Αλλά «και οι πλείοντες των εν τη "'Εκτη αγία Συνόδω συνεδριασάντων» επισκόπων, «υπό Σεργίου, Πύρρου, Παύλου, Πέτρου εκεχειροτόνηντο, των καθηγητών της αιρέσεως του Μονοθελητισμού» (Μ. 12, 1047).



Δ. Η περίπτωσις του Νεστορίου


Τα ανωτέρω βεβαιούνται προσέτι και εκ των εξής: Η Αγία Γ' Οικουμενική Σύνοδος τον αιρεσιάρχην Νεστόριον, προ της συνοδικής αυτού καταδίκης, αποκαλεί ''ευλαβέστατον'' και ''κύριον'' (Μ. 4, 1180, 1181). 
Δια της καταδικαστικής όμως ταύτης αποφάσεως χαρακτηρίζει τούτον ασεβέστατον (Μ. 4, 1212). Το δε αξιοσημείωτον είναι, ότι δεν θέτει ζήτημα ακυρότητος των τελεσθέντων παρ' αυτού Μυστηρίων προ της τελικής καταδίκης αυτού. Δια τούτο, ως λέγει ο Μέγας Φώτιος, «του Νεστορίου καθαιρεθέντος, ουδείς των υπ' αυτού χειροτονηθέντων καθήρηται» (P.G. 104, 1224).



Ε. Το παράδειγμα του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου 


Ο ζηλωτής Ηγούμενος του Στουδίου, Όσιος Θεόδωρος, δις διέκοψε την κοινωνίαν προς δύο Πατριάρχας Κων/πόλεως, λόγω της Μοιχειανικής αιρέσεως, η οποία κατά τον ίδιον είναι «ανατροπή του παντός μέχρι του Αντιχρίστου» (P.G. 99, 1025). Και όμως δεν έθεσε ζήτημα ακυρότητος των Μυστηρίων. "'Οτε δε επανέλαβε την κοινωνίαν, εκοινώνει μετά των Πατριαρχών «φιλία τε θερμοτέρα» μετά πνευματικής εύφροσύνης» (P.G. 99, 165, 257).


ΣΤ. Η προυπάρχουσα καταδίκη


Υποστηρίζουν τινες εν απλότητι, ότι δεν ύφίσταται ανάγκη συνοδικής διαγνώσεως, εφ' όσον η Εκκλησία εις το παρελθόν κατεδίκασε την νυν κηρυσσομένην καινοτομίαν ή αίρεσιν. Εις την περίπτωσιν όμως ειδικώς του Οσίου Θεοδώρου βλέπομεν το αντίθετον. Ούτος δεν έθεσε ζήτημα ακυρότητος των Μυστηρίων, παρ' όλον ότι η Μοιχειανική αίρεσις ως αθέτησις του Εύαγγελικού και Κανονικού Νόμου είχε καταδικασθεί πρότερον παρά της Εκκλησίας και γενικώς και ειδικώς. Γενικώς π.χ. δια του Α' Κανόνος της Αγίας Β' Οικουμενικης Συνόδου. 


Δι' αυτού εντελλόμεθα οι Χριστιανοί, όπως αναθεματίζομεν «πάσαν αίρεσιν». Και ειδικώς κατεκρίθη ή Κανονομαχική αύτη αίρεσις, ως π.χ. δια του Β' Κανόνος της Αγίας ΣΤ' Οίκουμενικης Συνόδου. Δι' αυτού ορίζεται, «ει δε τις αλώ (συλληφθεί) Κανόνα τινα» «καινοτομών ή ανατρέπειν επιχειρών, υπεύθυνος έσται κατά τον τοιούτον Κανόνα», δηλαδή, ως ερμηνεύει ο 'Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «Ούτος να λαμβάνει το επιτίμιον όπου έχει ο Κανών εκείνος».


Ζ. Το αρμόδιον εκκλησιαστικόν όργανον


Διατι όμως ο ομολογητής 'Οσιος Θεόδωρος ετήρει την προαναφερθείσαν στάσιν, αν και είχε προηγηθεί καταδίκη της κακοδοξίας υπό της Εκκλησίας; Διότι κατά την Παράδοσιν της Ορθοδοξίας, τα επιτίμια των Ιερών Κανόνων επιβάλλονται υπό του τρίτου προσώπου, ήτοι του αρμοδίου εκκλησιαστικού οργάνου, ως είναι η εκάστοτε Σύνοδος. Πρώτον πρόσωπον νοείται η εκδούσα τον Κανόνα Οικουμενική Σύνοδος, δεύτερον ο παραβάτης τούτου και τρίτον ο κριτής. «Αν η Σύνοδος», γράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «δεν ενεργήσει εμπράκτως την καθαίρεσιν των Ιερέων, ή τον αφορισμόν, ή τον αναθεματισμόν των λαικών, οι Ιερείς αύτοι και οι λαικοί, ούτε καθηρημένοι είναι ενεργεία, ούτε αφορισμένοι ή αναθεματισμένοι». 


Είναι «υπόδικοι όμως, εδώ μεν (εις την παρούσαν ζωήν) εις την καθαίρεσιν και αφορισμόν ή αναθεματισμόν, εκεί δε (εις την μέλλουσαν ζωήν) εις την θείαν δίκην». Συμπληρώνων δέ ό αύτος ζηλωτής Άγιος (εις τήν υποσημ. 2 της ερμηνείας του Γ' Κανόνος των Αγίων Αποστόλων), λέγει χαρακτηριστικως: «Αύτοι οι ίδιοι θείοι Απόστολοι φανερά εξηγούσι τον έαυτόν τους με τον ΜΣΤ' Κανόνα τους, επειδή δεν λέγουσι πως ήδη ευθύς ενεργεία ευρίσκεται καθηρημένος, όποιος Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος δεχθή το των αιρετικων βάπτισμα, αλλά καθαιρείσθαι προστάσσομεν, ήγουν να παρασταθή εις κρίσιν, και αν αποδειχθή πως τούτο έκαμε, τότε ας γυμνωθή με την ιδικήν σας απόφασιν από την ιερωσύνην, τούτο προστάσσομεν». 


Τούτο συνάδει και προς τον ΙΕ' Κανόνα της ΑΒ' Συνόδου, ο οποίος επαινεί την αποτείχισιν «προ συνοδικής διαγνώσεως», εκ του κηρύσσοντος αίρεσιν επισκόπου. Λέγει «προ συνοδικής διαγνώσεως», διότι αύτη προυποτίθεται βεβαίως και δια τον κηρύξαντα αίρεσιν.




Η. Κατακριθείσα και μη κατακριθείσα αίρεσις


Δια τον λόγον αυτόν βεβαίως ο 'Αγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης έγραφεν, ότι η κοινωνία προς την ήδη κατακριθείσαν επί των ημερών αυτού αίρεσιν της είκονομαχίας είναι «αλλοτρίωσις Χριστού» (P.G. 99, 1276). Η δε των κατακριθέντων εικονομάχων λεγομένη θεία κοινωνία δεν είναι απλώς «κοινός άρτος, αλλά φάρμακον (δηλητήριον), ψυχήν μελαίνον και σκοτίζον» (P.G. 99, 1189). Δια τους μη κριθέντας δε τότε μοιχειανούς έλεγε: «Εκ παντός ιερέως αδιαβλήτου μεταλαμβάνομεν. Δια τούτο δε εκ του (ιερέως) Ιωσήφ ου μεταλαμβανομεν, ώς διαβεβλημενου αυτού δημοσία. Διαβεβλημένοι δ' αν είεν (θα είναι) πάντως (βεβαίως) και οι τούτω συλλειτουργούντες» (P.G. 99, 1065-1068).


Θ. Η περίπτωσις των Αρμενίων


Ο Ισαάκ Αρμενίας γράφει, ότι οι Χριστιανοί Αρμένιοι «εξέκκλιναν» από «τας παραδόσεις του αγίου Γρηγορίου (Αρμενίας) και των άλλων Πατέρων». Μετά των άλλων δε, μετέθεσαν και εορτάς. Και όμως επειδή «περί την πίστιν και την Σύνοδον την εν Χαλκηδόνι και περί τας δύο φύσεις τας εν Χριστώ τω Θεώ ημών ουδεμίαν αμφιβολίαν είχον, έως ετών ργ' (103) από της Συνόδου της εν Χαλκηδόνι», εκοινώνουν μετά της Εκκλησίας. Η δε Ορθόδοξος Εκκλησία, κατά το χρονικόν τούτο διάστημα, δεν εθεώρει τα εκείνων Μυστήρια άκυρα, έως ότου αυτοί «απεστάτησαν από της κοινωνίας» της Ορθοδοξίας, αθετήσαντες την Αγίαν Δ' Οικουμενικην Σύνοδον (P.G. 132, 1256, 1257).


Ι. Παρέκκλισις από των Πατερικών «Ορίων»


Μετά την σύντομον έκθεσιν των ανωτέρω, ταπεινώς φρονούμεν ότι κακώς τίθεται θέμα εγκυρότητος των Μυστηρίων. Επιβαλλεται λοιπόν να βαδίσωμεν την «βασιλική οδόν» και μη παρεκκλίνωμεν από τα «όρια» τα «αιώνια», «α έθεντο οι Πατέρες» ημών (Παροιμ. κβ' 28). Αύτη δε η «βασιλική οδός» είναι η καλή και αναγκαία και πατροπαράδοτος ένστασις δια της αποτειχίσεως εκ των καινοτόμων και αιρετικών. Επίσης η συγκρότησις του ακαινοτομήτου πληρώματος, του οποίου η θεάρεστος διαποίμανσις υφ' ημών Χάριτι Θεία, εν αγάπη και ταπεινώσει, θα δίδει την καλυτέραν μαρτυρίαν Πίστεως, ίνα κοπάσει ο σάλος μεταξύ των Ορθοδόξων, δια της επανόδου εις το απ' αιώνος πατροπαράδοτον εορτολογικόν καθεστώς. Και ούτω θα αποσοβώνται οι μερισμοί και τα σχίσματα και αι καινοτομίαι εν ονόματι του αγώνος κατά της καινοτομίας, η πτώσις εκ δεξιών, η απομάκρυνσις εκ της αληθείας, της αγάπης και της χάριτος του Σωτήρος ημών Χριστού, η διάσπασις συνεχώς εις αλληλομαχομένας παρατάξεις, και ως εκ τούτου ο σκανδαλισμός και η απώλεια των ψυχών. Άλλωστε την «βασιλικήν οδόν» ταύτην εβάδιζεν ανέκαθεν και η Ρωσική Διασπορά υπό τον Μητροπολίτην Φιλάρετον, ήτις προ του 1965 (άρσις αναθεμάτων) εκοινώνει μετά των Νεοημερολογιτών.


Τον δε Σεπτέμβριον του 1974 απεφάνθη ως εξής:


«Αναφορικώς δε προς την ερώτησιν της ύπάρξεως ή μη Χάριτος εν τοις Νεοημερολογίταις, η Ορθόδοξος Διασπορά δεν θεωρεί εαυτήν ή οιανδήποτε τοπικήν Εκκλησίαν ότι έχει την αυθεντίαν μιας τελικής αποφάσεως, έως ου εις οριστικός κανών επί του προκειμένου γίνει μόνον υπό μιας κανονικώς συγκληθείσης αρμοδίας Οικουμενικής Συνόδου, υπό την απαραίτητον συμμετοχήν μιας ελευθέρας Ρωσικής Εκκλησίας».


ΙΑ. «Και εάν δεν συνέλθει Σύνοδος Ορθοδόξων;»


Αυτό το ερώτημα φέρεται συνήθως, ως δήθεν ισχυρόν επιχείρημα υπό των υποστηρικτών του αδοκίμου κηρύγματος της απωλείας της Χάριτος. Κατά πρώτον λόγον, πρέπει να ερωτήσωμεν εαυτούς κατά πόσον συνεβάλομεν εις το να συγκροτηθεί η ποθητή Σύνοδος. Κατά δεύτερον λόγον, η τυχόν απάντησις εις το τεθέν ανωτέρω ερώτημα, ότι δύναται πας τις να κηρύττει τους καινοτομούντας, εκπτώτους της Θείας Χάριτος προ συνοδικής διαγνώσεως, είναι αντιπαραδοσιακή. Ταπεινώς φρονούμεν ότι μία τοιαύτη ενέργεια είναι άτοπος και αντιεκκλησιαστική και δι' άλλους, αλλά ειδικώς δια τους εξής λόγους. Προς κρίσιν και απόφασιν κατά τινος απαιτείται συγκρότησις δικαστηρίου υπό προσώπων αρμοδίων να κρίνουν, παρισταμένων και των υπό κρίσιν προσώπων. Είμεθα σήμερον ημείς οι ολίγοι Επίσκοποι οι αρμόδιοι; Δυνάμεθα ημείς να κα
λέσωμεν τους υπό κρίσιν; Έχομεν την σύμφωνον γνώμην όλων των απανταχού της Οικουμένης αγωνιζομένων αυτήν την στιγμήν, τον καλόν αγώνα της Πίστεως Ορθοδόξων Χριστιανών; Γνωρίζομεν τα άδηλα και τα κρύφια των υφ' ήμών ευκόλως και συλλήβδην κατακρινομένων, οι οποίοι εις δεδομένην στιγμήν θα προσχωρήσουν εις την παρεμβολήν των καλώς ενισταμένων Ορθοδόξων;


Προς πληρεστέραν κατανόησιν φέρω το εξής παράδειγμα. Ο υποστηρικτής του αιρεσιάρχου Ευτυχούς εις την εν Εφέσω ληστρικην Σύνοδον Ιουβενάλιος Ιεροσολύμων έγινε δεκτός εις την Αγίαν Δ' Οικουμενικήν Σύνοδον, δι' απλής μάλιστα μεταθέσεως αυτού εις τους Ορθοδόξους. Διότι «αναστάς ο ευλαβέστατος επίσκοπος Ιουβενάλιος», «μετήλθεν εις το άλλον μέρος΄ και ανεβόησαν οι ανατολικοί και συν αυτοίς ευλαβέστατοι επίσκοποι' ο Θεος καλώς ηνεγκέ σε Ορθόδοξε, καλώς ηλθες» (Μ. 12, 1034). Πόσοι «Ιουβενάλιοι» θα υπάρχουν, τους οποίους προκαταδικάζομεν ίσως και μάλιστα αναρμοδίως και οι οποίοι θα ηδύναντο να ακούσουν το «καλώς ήλθες», εν καιρώ τω δέοντι και Θεού ευλογούντος;


Η Ορθοδοξία μας έδωκεν απάντησιν εις το εν λόγω ερώτημα


ταν η συνοδική κρίσις καινοτομούντων και αιρετιζόντων καθυστερεί ή προβλέπεται εκ των πραγμάτων αδύνατος, οι Ορθόδοξοι διασώζονται εις Τόπον Θεού, καταφεύγοντες εις Αυτόν δια της κανονικής αποτειχίσεως και του αντιαιρετικού αγώνος.



ΙΒ. Η Ορθόδοξος γνώμη του π. Ιουστίνου Πόποβιτς


λλωστε η βία μας και η ανυπομονησία μας περί συγκλήσεως Συνόδου και έκφρασιν διαγνώμης δεν δικαιολογείται πλήρως. Τα πάντα κατευθύνονται υπό της Θείας Προνοίας, αν μάλιστα ληφθεί υπ' όψιν, ότι σήμερον η Εκκλησία του Χριστού κατά το μέγιστον μέρος Αύτης δεν είναι, ούτε ελευθέρα, ούτε εν ειρήνη. Διωγμός φοβερός πάσης μορφής και φύσεως έχει εγερθεί κατά της ορθής Πίστεως. Η Αγία μας Εκκλησία ευρίσκεται από πολλών ετών επί του Σταυρού του μαρτυρίου. Δι' αυτό είναι λίαν σοβαρά ή άποψις του αειμνήστου συγχρόνου μας ομολογητού π. Ιουστίνου Πόποβιτς, ο οποίος έγραφε συν τοις άλλοις εις το περίφημον Υπόμνημά του προς την Σύνοδον της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας:


«Ίσως πρέπει να υπενθυμίσωμεν σήμερον και να κατανοήσωμεν, συν τοις άλλοις, το εξής γεγονός: κατά την εποχήν των διωγμών της Εκκλησίας δεν εγίνοντο Οικουμενικαί Σύνοδοι, χωρίς βεβαίως να σημαίνει τούτο, ότι η Εκκλησία του Θεού δεν ελειτούργει τότε και δεν ανέπνεε συνοδικώς. Τουναντίον η περίοδος εκείνη της ζωής και της δράσεώς Της, ήτο η πλέον καρποφόρος και δυναμική. Ότε δε κατόπιν τούτου, επηκολούθησεν ή άλλη περίοδος και συνήλθεν η Πρώτη Οίκουμενική Σύνοδος, τότε ηδυνήθησαν να προσέλθουν και παραστούν εις Αυτήν και οι μάρτυρες Επίσκοποι, φέροντες τα ακόμη νωπά τραύματα, τα στίγματα και τους μώλωπας των διωγμών και των φυλακών, δεδοκιμασμένοι εν τω πυρί του μαρτυρίου, και εκεί, ενώπιον της Συνόδου των αδελφών και συλλειτουργώντων και ενώπιον όλης της Οικουμένης, (ηδυνήθησαν) να δώσουν ελευθέρως την μαρτυρίαν των περί του Χριστού, ομολογούντες Αυτόν ως Θεόν και Κύριον και Σωτήρα του κόσμου και των ανθρώπων» (Υπομνήματος..., σ. 19, Αθήναι 1977). 


Κανονική λοιπόν αποτείχισις και θεάρεστος αντιαιρετικός αγών χρειάζεται σήμερον και θερμή προσευχή δια να ευδοκήσει η φιλανθρωπία του Θεού το συμφερότερον δια την Αγίαν Του Εκκλησίαν. Ταύτα πάντα δεν σημαίνουν ότι αμνηστεύονται οι ακολουθουντες την εορτολογικήν καινοτομίαν. Ούτοι επιμένοντες εις αυτήν είναι βεβαίως υπόδικοι ενώπιον Θεού και της Εκκλησίας.



ΙΓ. Ο 'Αγιος Ρώσος Νεομάρτυς Κύριλλος του Καζάν


Θεωρούμεν, πριν να κατακλείσωμεν το Υπόμνημά μας, αναγκαίον να αναφέρωμεν τας λίαν σπουδαίας απόψεις του Αγίου Ρώσου Νεομάρτυρος Κυρίλλου Μητροπολίτου Καζαν (+1936 ή 1937). Ούτος ηναγκάσθη να διακόψει την κοινωνίαν μετά του Μητροπολίτου Σεργίου και των ομοφρόνων αύτου, ότε ο τελευταίος συνεμάχησεν αντιθέως μετά του κομμουνιστικού καθεστώτος της Ρωσίας και έπραξε και διεκήρυξεν αντιευαγγελικώς. Απολογούμενος ο 'Αγιος Κύριλλος έγραφε:

«Δεν αποχωρίζομαι από τίποτε το ιερόν, από τίποτε ανήκον εις την Εκκλησίαν. Μόνον φοβούμαι να προσκολληθώ εις κάτι απορρέον εκ τής αμαρτίας. Δι' αυτό δεν κοινωνώ μετά του Μητροπολίτου Σεργίου και των ομοφρόνων του, αφού δεν έχω άλλο μέσον δια να καταγγείλω τον αμαρτάνοντα αδελφόν μου... Αναγνωρίζω, ότι είναι αρχιερατικόν μου καθήκον να αποφύγω την κοινωνίαν μετά του Μητροπολίτου Σεργίου. Με την πράξιν αυτήν δεν ισχυρίζομαι ουδόλως ότι απουσιάζει ή Χάρις από τα Μυστήρια των Σεργιανιστών (ο Θεός να μας φυλάξει απο τοιούτον λογισμόν!), αλλά υπογραμμίζω, ότι δεν θέλω να μετέχω εις τας αμαρτίας των αλλων...».

Απευθυνόμενος δε προς τον δεινώς παρεκτραπέντα Σέργιον έγραφε: «... εκπλήττεσθε, διότι δεν συλλειτουργώ μαζί σας, αλλ’ όμως δεν θεωρώ, ούτε υμάς, ούτε τον εαυτόν μου εκτός ’Εκκλησίας... Δεν συλλειτουργώ, όχι διότι το Μυστήριον του Σώματος και του Αίματος του Χριστού δεν θα επραγματοποείτο εις το συλλείτουργόν μας, αλλά διότι ή κοινωνία εις το Ποτήριον του Κυρίου θα ήτο και δια τους δύο μας εις κατάκριμα, έφ’ όσον ή εσωτερική μας κατάστασις θα μας αφαιρούσε την δυνατότητα να προσφέρωμεν ειρηνικώς ''έλεον ειρήνης, θυσίαν αινέσεως...''. 


Ολίγον προ του μαρτυρίου του έγραφεν επίσης: «...Μου φαίνεται, ότι δεν διακρίνετε καλώς μεταξύ των πράξεων του Μητροπ. Σεργίου και των οπαδών του, αι οποίαι εκτελούνται κανονικώς από την θεόσδοτον χάριν του Μυστηρίου της Ιεροσύνης και των πράξεων, αι οποίαι γίνονται καθ' υπέρβασιν των μυστηριακών δικαιωμάτων και με ανθρωπίνην πονηρίαν, ως π.χ. αι διάφοροι καθαιρέσεις κ.λ.π.




Αύται είναι μυστηριακαί πράξεις μόνον εις την εμφάνισιν, ενώ εις την ουσίαν είναι μία αρπαγή της μυστηριακής ενεργείας και δι' αυτό βλάσφημοι χωρίς Χάριν. Αλλά τα Μυστήρια των Σεργιανιστών, οι οποίοι είναι κανονικώς χειροτονημένοι, είναι οπωσδήποτε σωτήρια Μυστήρια, δι' όσους τα λαμβάνουν με απλότητα και πίστιν χωρίς αμφιβολίας δια την εγκυρότητα, ανυποψίαστοι ότι κάτι δεν πηγαίνει καλώς εις το Σεργιανικόν καθεστώς της Εκκλησίας. 'Ομως την ιδίαν στιγμήν τα Μυστήρια αυτά είναι προς κατάκριμα των επιτελούντων και των προσερχομένων με πλήρη συναίσθησιν δια το ψεύδος του Σεργιανισμού, οι οποίοι δια της ελλείψεως της αντιδράσεως δεικνύουν μίαν εγκληματικήν αδιαφορίαν δια τον εμπαιγμόν εις βάρος της Εκκλησίας. Αυτός είναι ο λόγος, δια τον οποίον είναι απαραίτητον δι' έναν Ορθόδοξον Αρχιερέα ή Ιερέα να αποφύγει την συμπροσευχήν με τους Σεργιανιστάς. Το ίδιον ισχύει και δια τους λαικούς, οι οποίοι έχουν μίαν συνειδητήν επίγνωσιν των λεπτομερειών της εκκλησιαστικής ζωής». {...}



Ελάχιστος εν Αρχιερεύσιν


+ Ο Ωρωπού και Φυλής Κυπριανός

(1983)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF