ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ




Μέ τά φτερά τῆς φαντασίας, ἀγαπητοί μου, ἂς πετάξουμε μακριά. Ἂς πᾶμε στόν ἕ­κτο αἰῶνα στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου. Ζοῦσε ἐκεῖ τότε ἕνας μοναχός, ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς. Ζοῦσε εἰρηνική ζωή. Ἀλλά κάποτε παρουσιάστηκε ἕνας ἐπικίνδυνος ἐχθρός, ἡ ὑπερηφάνεια. Νόμισε, ὅτι δέν ὑπάρχει ἄλλος καλύτερος ἀπ᾿ αὐτόν… Ἀκούει ὅμως φωνή πού τοῦ λέει· Ψάξε! Στό μοναστήρι πού ζοῦσε ὑπῆρχαν ἅγιες ψυχές. Εἶχαν δέ τή συνήθεια, κάθε χρόνο τήν Καθαρά Δευτέρα μέ τήν εὐχή τοῦ ἡγουμένου νά φεύγουν γιά τήν ἔρημο κ᾿ ἐκεῖ νά μένουν μέχρι τήν παραμονή τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων. Τότε πλέον γύριζαν, ἐξαϋλωμένοι· διότι πρέπει νά ξέρετε, ὅτι ἡ ἀφρόκρεμα τοῦ χριστιανισμοῦ εἶνε ὁ μοναχισμός. Ἄλλος γύριζε ἀπό κάποια σπηλιά, ἄλλος ἀπό κάποιους καλαμῶ­νες, ἄλλος… Καί ὅλοι μαζεύονταν στή μονή καί ἔψαλλαν τό «Σήμερον ἡ χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε…» (Σάβ. Λαζ. ἑσπ.). Ἔφυγε λοιπόν καί ὁ Ζωσιμᾶς τήν Καθαρά Δευτέρα. 


Προχωρεῖ μέσα στήν ἔρημο. Μετά τό μεσημέρι ὁ ἥλιος ἄρχισε νά γέρνῃ πρός τή δύσι. Σέ λίγο οἱ τελευταῖες του ἀκτῖνες χρύσωναν τήν ἄμμο. Τό δειλινό διακρίνει μιά σκιά μέσ᾿ στό μισοσκόταδο. Φοβήθηκε, μήπως εἶ­νε ὀπτασία δαιμόνων. Ἔκανε τό σταυρό του, γιά νά φύγῃ, μά τίποτα. Ἡ σκιά διακρινόταν ἀ­κίνητη. Πηγαίνει νά τήν πλησιάσῃ, ἀλλά ἡ σκιά φεύγει. Τρέχει ξοπίσω της, ἀλλά τρέχει καί ἡ σκιά. Κάποια στιγμή ἡ σκιά σταματᾷ κι ἀπό τό στόμα της βγαίνουν λόγια ἀν­θρώπινα· «Μή μέ πλησιάσῃς· εἶμαι γυμνή. Σέ παρακαλῶ, ῥῖξε μου τό ῥάσο σου γιά νά σκεπαστῶ». Τῆς ῥίχνει τό ῥάσο καί σκεπάζει τό σκελετωμένο της κορμί. Τό σκέλεθρο αὐτό, πού ζήτησε τό ῥάσο, ἦταν ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Σέ λίγο ἡ ὁσία κλίνει τά γόνατα νά προσ­ευχηθῇ καί ὁ Ζωσιμᾶς τήν εἶδε «ὑψωθεῖσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπό τῆς γῆς καί τῷ ἀέρι κρεμαμένην καί οὕτω προσεύχεσθαι». 


Κύριε, ἐλέησον· ἡ Μαρία αἰωρεῖται, πετάει πάνω ἀπ᾿ τή γῆ! Σέ λίγο ὁ Ζωσιμᾶς τήν ἀκούει, νά τοῦ δι­ηγῆται τή ζωή της. Μπροστά του περνᾷ μιά κινηματογραφική ταινία, πού ὅλες οἱ εἰκόνες της ἔχουν θέμα τήν ἁμαρτία καί τή θεία χάρι. Ἦταν μικρό κοριτσάκι 12 ἐτῶν στήν Αίγυπτο, στήν πόλι πού γέννησε πόρνες ἀλλά καί ἀγγέλους. Ἐκεῖ κυλίστηκε κ᾿ ἐκείνη στό βόρβορο τῆς ἀνηθικότητος. Ἔγινε γνωστή στούς κύκλους τῆς ἁμαρτίας, στά πορνεῖα. Ἐκεῖ ὅ­μως ὑπάρχουν καί ψυχές διαμάντια· μή σᾶς φανῇ παράξενο. Διότι ὅπως ἀπό τό κάρβουνο γίνεται τό διαμάντι, ἔτσι ἀπό μιά πόρνη μπορεῖ νά βγῇ μιά νύμφη Χριστοῦ. Ἦταν τότε πάνω στό ἄνθος τῆς ἡλικίας της. Μιά μέρα εἶδε ἕνα καΐκι ἕτοιμο νά ξεκινήσῃ γιά τούς Ἁγίους Τόπους. Πέρασε ἀπό τό μυαλό της μιά ἀκόλαστη σκέψι· νά πάῃ στούς Ἁ­γίους Τόπους κ᾿ ἐκεῖ νά δράσῃ στή ζωή τῆς ἁ­μαρτίας. Ἡ σκέψι γίνεται ἔργο. Μπαίνει στό πλοῖο μαζί μέ μιά ὁμάδα ἀπό νέους πού πήγαιναν στήν Παλαιστίνη, κρατώντας τους στό ταξίδι αἰσχρή συντροφιά. 


ταν ἦρθε στά Ἰεροσόλυμα ξημέρωνε 14 Σεπτεμβρίου, ἡ ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμί­ου Σταυροῦ. Φθάνει στό ναό καί μαζί μέ ὅ­λο τόν κόσμο ἔρχεται νά περάσῃ τό κατώφλι. Μά μιά ἀόρατη δύναμι τήν ἐμποδίζει. Προσπαθεῖ πάλι, ἀλλά τοῦ κάκου. Τραβήχτηκε σέ μιά γωνία τῆς αὐλῆς κουρασμένη καί προσπαθοῦσε νά ἐξηγήσῃ τό γεγονός. Τότε συναισθάνθηκε, ὅτι «ὁ βόρβορος τῶν ἔργων ἦν ὁ τήν εἴσοδον κλείων». Τό πρῶτο σκίρτημα μιᾶς χαμένης ψυχῆς πού ξαναβρίσκει τό δρόμο τῆς σωτηρίας! Στρέφει τά ἀπελπισμένα μάτια της σέ μία εἰκόνα τῆς Παναγίας Παρθένου. Συγκεντρώνεται σέ μιά θερ­μή προσευχή μετανοίας μέ δάκρυα. Σέ λίγο δοκιμάζει πάλι νά εἰσέλθῃ καί –ὤ τί ῥῖγος διατρέχει τό κορμί της!– εἰσέρχεται καί ἀσπάζεται τόν τίμιο σταυρό. Χωρίς νά μιλήσῃ μαζεύεται σέ μιά γωνιά τοῦ ναοῦ. Ἐκεῖ μένει μέχρι τά μεσάνυχτα, μακριά ἀπό τήν ἀκόλαστη συντροφιά. Βράδι στό ναό· μόνο τά καντηλάκια ῥίχνουν τό ἤρεμο καί γλυκό τους φῶς στά πρόσωπα τῶν ἁγίων καί τῶν προσκυνητῶν. 


κεῖ ἡ Μαρία ἀκούει φωνή μυστική· «Ἐάν δι­αβῇς τόν Ἰορδάνην, θά εὕρῃς ἀνάπαυσιν». Ὤ τί γλυκά λόγια, τί πειθώ ἔχουν καί τί βάλσαμο χύνουν στόν πόνο της! Σηκώνεται καί τραβᾷ γιά τόν Ἰορδάνη, ἐκεῖ πού βαπτίσθηκε ὁ Χριστός. Ζητᾷ πνευματικό νά ἐξομολογηθῇ· καί μετά, ἀποφασισμένη, περνᾷ τόν ποταμό κι ἀνοίγεται στήν ἔρημο. Ποιός ἀπ᾿ ἐδῶ καί πέρα εἶνε ἱκανός νά διηγηθῇ τούς πειρασμούς της; Ὁ σατανᾶς πέρασε κι αὐτός στήν ἔρημο, γιά νά τή βασανί­σῃ ἀκόμη κ᾿ ἐκεῖ. Γίνεται ζωγράφος. Πεινοῦ­σε ἡ Μαρία; Τῆς ζωγράφιζε φαγητά σέ βασιλι­κές τράπεζες. Διψοῦσε; Παρουσιάζονταν κρα­σιά. Κρύωνε; Ἰδού τά κρεβάτια καί τά σκεπάσματα. Ὦ Μαρία –τῆς ἔλεγε–, κλαίει ὅλη ἡ Ἀ­λεξάνδρεια γιά σένα· οἱ φίλοι σ᾿ ἀναζητοῦν… Μέ ὅλα αὐτά προσπαθοῦσε νά τή ῥίξῃ. Μά ἐκείνη «ἤλπικεν ἐπί τόν Κύριον τοῦ οὐ­ρανοῦ καί τῆς γῆς» καί παρακαλοῦσε τό Θεό νά τή δυναμώσῃ. Πάλεψε στῆθος μέ στῆθος. Τέλος νίκησε. Μέχρι ἐδῶ ἔφθασε τὴ διήγησί της ἡ Μαρία καί μετά σταμάτησε λέγοντας· «Αὐτός εἶνε ὁ βίος μου, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ. Μή μ᾿ ἀναγκάζεις νά πῶ ἄλλα, γιατί θά μολύνω τόν ἀέρα. Μιά χάρι μόνο σοῦ ζητῶ· τοῦ χρόνου τή Μεγάλη Πέμ­πτη νά φέρῃς τόν Κύριο νά μεταλάβω». Ὁ καιρός πέρασε. 


Τόν ἄλλο χρόνο ὁ Ζωσι­μᾶς ἦρθε. Ἀλλά ἦταν ἀδύνατο νά περάσῃ τό ποτάμι· εἶχε μεγάλη κατεβασιά. Περιμένει. Ὁ ἥλιος γέρνει νά δύσῃ. Τή νύχτα βγῆκε τό φεγ­γάρι κι ὁ Ἰορδάνης κυλοῦσε σάν ἀσημένια κορδέλλα. Σέ λίγο νά, τή βλέπει νά ᾿ρχεται· τή βλέπει «περιπατοῦσαν ἐπί τῶν ὑδάτων καί πρός ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Δέν πατάει στό χῶμα, ἀλλά πετάει καί φθάνει. Ὁ Ζωσιμᾶς ἔντρομος βλέπει τό θέαμα καί γονατίζει. –Ζωσιμᾶ, σήκω. Φέρνεις τόν Κύριο. Σήκω ἐ­πάνω, πές τό «Πάτερ ἡμῶν» καί τό «Πιστεύ­ω», γιά νά λάβω τό τίμιο σῶμα καί αἷμα. Ἀφοῦ κοινώνησε, εὐχαρίστησε τόν Ζωσιμᾶ καί τόν παρακάλεσε νά ᾿ρθῇ καί τοῦ χρόνου. Ἐκεῖνος ἦρθε καί γιά τρίτη φορά. Ἀλλά τή βρῆκε νεκρή καί πάνω στήν ἄμμο ἦταν γραμμένα τά ἑξῆς λόγια· «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τῷ τόπῳ τῆς ταπεινῆς Μαρίας τό λείψα­νον· ἀπόδος τόν χοῦν τῷ χοΐ, ὑπέρ ἐμοῦ διά παντός πρός τόν Κύριον προσευχόμενος». Πῶς τώρα νά τή θάψῃ; 


μφανίζεται ἕνα λιοντάρι. Μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ γίνεται ἥμερο καί σκάβουν μαζί τό λάκκο, ὅπου ἔθαψαν τήν ὁσία. Αὐτός εἶνε, ἀδελφοί μου, ὁ βίος τῆς «Μαρί­ας τῆς Αἰγυπτίας τῆς ἀπό ἑταιρίδων, ὁσίως ἀ­σκησάσης κατά τήν ἔρημον τοῦ Ἰορδάνου». Ὅ­ταν διαβάζω τούς βίους τῶν ἁγίων σκέπτομαι τήν κατάστασί μας καί λέω· Καί σήμερα πρέ­πει νά ζήσῃ ἡ πίστι τῶν ὀρθοδόξων, ὅπως τότε.«Ἐάν περάσῃς τόν Ἰορδάνη, θά βρῇς ἀνάπαυσι». Πρέπει κ᾿ ἐμεῖς νά περάσουμε τήν Ἰορ­δάνη. Δέν ἐννοῶ τόν φυσικό Ἰορδάνη. Ἐν­νοῶ τή μετάνοια μετά δακρύων· αὐτός εἶνε ὁ ἄλλος Ἰορδάνης. Ἂς κλάψουμε, ἀδελφοί, τά ἁμαρτήματά μας· καί τότε θά περάσουμε τή δεύτερη κολυμβήθρα, τήν ἐξομολόγησι. Καί νά τήν περάσουμε, τώρα. Μήν ἀναβάλλουμε. Τώρα πού εἶσαι καλά, τώρα πού ἔχεις τά χεράκια σου καί μπορεῖς νά κάνῃς τό σταυρό σου, τώρα πού ἔχεις γλῶσσα πού δέν μπερδεύει, τώρα πού ἔχεις τό μυαλό καί σκέπτεσαι, τώρα πάρε χαρτί καί γράψε τίς πτώσεις, καί μετά πήγαινε στόν πνευματικό. 


ξέλεξα σήμερα αὐτό τό θέμα, πρῶτον δι­ότι ἡ ὁσία Μαρία γιορτάζει. Δεύτερον, διότι ἐ­κείνη ἀκόμη καί μέσα στήν ἔρημο προσπάθησε καί κοινώνησε τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χρι­στοῦ, ἐνῷ ἐμεῖς ἀμελοῦμε. Ἀλλά καί γιά κάποιον ἄλλο λόγο. Ὅταν ὁ Ζωσιμᾶς τή βρῆκε, αὐτή ἦταν μιά σκελετωμένη γριά, πετσί καί κόκκαλο. Καί ὅμως ἡ γριά τοῦ φώναξε· «Ῥῖξε τό ῥάσο σου». Νά σταματήσω; νά κατέβω ἀπό τό βῆμα; Κατάλαβες; Ἐκείνη μέ κορμί γερασμένο καί φώναξε· «Ῥῖξε τό ῥάσο σου». Σήμε­ρα; Βλέπεις τίς λεγόμενες Χριστιανές κι ὅταν ἔρθῃ τό καλοκαίρι ξεγυμνώνονται. Γυναίκα, τί κάνεις; Σκανδαλίζεις ἄλλους; Βάζεις φωτιά στά στήθη ἁγνῶν παιδιῶν; Ἡ ὁσία Μαρία φωνάζει σ᾿ ὅλους μας· Ῥῖξε ῥάσο, ῥῖξε ροῦχο… Ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως θά εἶνε κατήγορός μας.Ὦ Ζωσιμᾶ, ξύπνα. Χρειάζεται τό ῥάσο σου. Ῥῖξ᾿ το νά σκεπαστοῦν. Ὤ, ποῦ εἶνε οἱ δεσπο­τάδες καί οἱ παπᾶδες νά σέ μιμηθοῦν; Ἀλλοίμονο ἂν ἀφήσουμε τήν πατρίδα μας τήν Ἑλ­λάδα νά γίνῃ Χόλλυγουντ!


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία 
του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
στην αἴθουσα συλλόγου «Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής», Χριστοκοπίδου 12, 
Ε΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν 30-3-1952 
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


 + ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF