Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΩΝ




Εις το Ησυχαστήριον αυτό, συνέχισε τους Ασκητικούς αλλά και Ποιμαντικούς αγώνας του.
Άλλοτε απεσύρετο εις ιδιαίτερο κρυπτόν τόπον (εντός του Ησυχαστηρίου),
πού ενθύμιζε τους λαξευτούς διαδρόμους-κρύπτες και τα κελλιά,
υπό τους βράχους, της Πατρίδος του,
άλλοτε εγίνετο «ή κολυμβήθρα του Σιλωάμ»,
οπού πλήθος επισκεπτών εύρισκαν κοντά του, παρηγοριά, λύτρωση, αναγέννηση.
Οι συμβουλές του και ή προσευχή του, ήσαν το «μάλαγμα» για τις από πάσης αιτίας πληγωμένες καρδιές.
Και μόνον πού τον ατένιζε κανείς, ένοιωθε να τον διαπερνά σε όλο το είναι του, ή Χάρις και ή Ευλογία του Αγίου, πολύπαθους Γέροντος, της Αγιότητας του και έφευγε, «άλλος άνθρωπος!»
Είχεν όλα τα Χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, το δε προορατικό του Χάρισμα,
ήτο εις αφάνταστο βαθμό εντυπωσιακό και ακριβέστατο,
ώστε ό επισκέπτης, καθώς τον ήκουε, ησθάνετο δέος και φόβον!
Έκοιμήθη μετά δύο, περίπου,
μηνών επώδυνου ασθενείας του, εις τάς Αθήνας, την 2αν (π.έ.) Οκτωβρίου 1966.
Είθε οι πρεσβείες του Αγίου Γέροντος Ιερωνύμου να μας σκέπουν,
προστατεύουν, ενισχύουν και βοηθούν για την σωτηρία μας,
διαφυλάττουν δε την Ορθοδοξία μας και το Έθνος μας,
από πάσης επιβουλής και κακίας.



Καλογραία, εμείς λεπτά δεν έχουμε δια να δώσουμε ελεημοσύνην, δι' αυτό και αυτά τα ολίγα λόγια που λέγομεν, ελεημοσύνη είναι. Ο Γέροντας Ιερώνυμος είχε μοναχική συνείδηση. Πίστευε,πως η προσευχή, η ένωση του νου με τον Θεό,ήταν το κύριο έργο του. Κι η προσευχή γι' αυτόν,ακόμα κι οι καθημερινές ακολουθίες δεν ήταν μια τυπική διαδικασία, αλλά ολοκληρωτικό δόσιμο. Επέμενε πως οι καθημερινές εκκλησιαστικές ακολουθίες είναι απαραίτητες στον άνθρωπο. Ο ίδιος δεν τις παρέλιπε ποτέ κι αν σπανιότατα βρισκόταν μακριά από το κελλί του. 


Υποστήριζε όμως, πως εξίσσου απαραίτητο είναι κατά την ώρα της προσευχής ν' αφήνει κανείς τον εαυτόν του ελεύθερο για να εξομολογείται μπροστά στον Θεό. Συνήθιζε να μας λέει... Όταν πεθάνει η μάννα σου ή κάποιος συγγενής σου θα πάρεις βιβλίον δια να τον κλάψεις; Όχι βέβαια, Τα λόγια θα έλθουν μόνα τους εις τον νουν σου από την λύπη. Έτσι και στην προσευχή. Πρέπει να αφήνουμε τον εαυτόν μας να εξομολογείται εις τον Θεόν, ό,τι μας απασχολεί. Αυτή η αμεσότητα και η παρρησία ήταν το κύριο χαραχτηριστικό της προσευχής του. 


Είχε την αίσθηση της απανταχού παρουσίας του Θεού πολύ έντονη και γι' αυτό πάντα όταν προσευχόταν, δάκρυζε, σημείο κι αυτό της Χάριτος του Θεού. Ο Γέρων Ιερώνυμος ζούσε την ουσία της Ορθοδοξίας,την παράδοση σ' όλη της την έκταση. Χωρίς ν' απορρίπτει κανένα από τα επιτεύγματα του τεχνικού πολιτισμού, είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία, ένα πάθος θα λέγαμε προς ο,τιδήποτε παλιό, το αρχαίο. Από τα υλικά πράγματα μέχρι τα πνευματικά. Του άρεσε η αρχαία τάξη των ακολουθιών, τα παλιά βιβλία, τα παλιά αντικείμενα, επειδή πίστευε πως είχαν την σφραγίδα του δημιουργού τους, είχαν κατασκευαστεί με μεράκι κι όχι βιομηχανοποιημένα και κακόγουστα. 


Με τέτοιες πεποιθήσεις και αντιλήψεις,έχοντας ζήσει πάντα στην ζωή του εντός,αλλά και εκτός του κόσμου τούτου, μέσα στον αυστηρό χώρο της Παράδοσης της Καππαδοκίας, ένιωθε κάποιες ανησυχίες από τότε που η Εκκλησία άλλαξε το εκκλησιαστικό ημερολόγιο κι εφάρμοσε το νέο. Κι οι ανησυχίες του αυτές αυξάνονταν όσο περνούσαν τα χρόνια κι έβλεπε πολλές ορθόδοξες συνήθειες να μεταβάλλονται. Δεν του άρεσε η περικοπή των εκκλησιαστικών ακολουθιών, η εκκοσμίκευση του κλήρου, η απομάκρυνση από τον ορθόδοξο τρόπο ζωής. 


Αν και πρόσεχε πάντα την ουσία και όχι τον ξερό τύπο,πίστευε, πως κι αυτές ακόμα οι τυπικές διατάξεις που αλλοιώνονται προδίδουν κάποια αδιαφορία και χαλάρωση στην πίστη. Πως είναι το ξεκίνημα ενός κατήφορου του οποίου το τέρμα είναι άγνωστο. Έτσι πολλές φορές σκεφτόταν ν' ακολουθήσει το Παλαιό Ημερολόγιο, επειδή έβλεπε, πως οι παλαιοημερολογίτες ακολουθούσαν πιστά την παράδοση και δεν ανέχονταν νεωτερισμούς και υπερβάσεις σε θέματα που αφορούν την πίστη. 


Για αρκετό καιρό αμφιταλαντεόταν και προσευχόταν συνέχεια και έντονα στον Θεό, για να του αποκαλύψει το θέλημά Του. Περίμενε κάποιο σημείο, κάποια ένδειξη του Θεού, που θα του φανέρωνε τι έπρεπε να κάνει. Τον Αύγουστο του 1942, και συγκεκριμένα στις 23 του μηνός, παραμονή της εορτής του Αγίου Διονυσίου Αιγίνης, που πανηγύριζε ο ναός του νοσοκομείου, ο τότε Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης, Προκόπιος, τον κάλεσε και του είπε, να ετοιμαστεί, ώστε την επομένη, κατά την πανήγυρη, να συλλειτουργήσουν. Οι άνθρωποι του Θεού βλέπουν πίσω από κάθε ενέργεια ή περιστατικό το δάχτυλο της Θείας Πρόνοιας. 


Και ο π. Ιερώνυμος, που είχε σταματήσει, να λειτουργεί πριν 18 χρόνια, την πρόσκληση αυτή του Μητροπολίτη την θεώρησε σαν απάντηση του Θεού στις προσευχές του. Προσευχήθηκε και πάλι όλη την νύχτα και τελικά αποφάσισε να μην πάει για να συλλειτουργήσει με τον Μητροπολίτη, αλλά ν' ακολουθήσει εφεξής το παλαιό ημερολόγιο. Αναχώρησε την επομένη από το νοσοκομείο πρωί-πρωί για το ησυχαστήριο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου ήδη έμενε η γερόντισσα Ευπραξία. Από εκεί έστειλε στον Μητροπολίτη την παρακάτω γνωστοποίηση - παραίτησή του από τον ναό του νοσοκομείου. 


''Σεβασμιώτατε, Παρακαλώ υμάς ίνα δεχθείτε την εκ του νοσοκομείου παραίτησίν μου, διότι από του 1924 και εντεύθεν, ήτο ο πόθος μου καθώς και ο ζήλος μου προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και την πίστιν. Παιδιόθεν την εσεβάσθην, αφιερώσας όλην μου την ζωήν, υπακούσας εις τας παραδόσεις των Θεοφόρων Πατέρων. Ομολογώ και κυρήτω το πάτριον ημερολόγιον δια το σωστόν, ως και Σεις ο ίδιος ομολογείτε. Δια τούτο παρακαλώ υμάς, ευχηθείτε δε και εσείς, ίνα μέχρι τέλους εμμένω γνήσιον τέκνον της Ορθοδόξου Εκκλησίας.'' Έτσι απλά και αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, αφορισμούς και φανατικές εκδηλώσεις, ακολούθησε στην υπόλοιπη ζωή του το παλαιό ημερολόγιο. 


Το γεγονός αυτό δεν τον επηρέασε καθόλου στην συμπεριφορά του προς τα πνευματικά του παιδιά. Τους δεχόταν όλους αδιακρίτως, είτε ακολουθούσαν το παλαιό, είτε ακολουθούσαν το νέο ημερολόγιο. Πρωταρχικός και κύριος σκοπός του ήταν να εμφυσήσει στους επισκέπτες του την πίστη και την αγάπη στον Χριστό. Βασικό μελημά του ήταν πως να προοδεύσουν στην πνευματική τους ζωή και πώς θα ενωθούν με τον Θεό. Αρκούνταν να ομολογεί το παλαιό ημερολόγιο, επειδή ''αυτό είναι το σωστό'' και ότι από τότε που η Εκκλησία εφάρμοσε το νέο ημερολόγιο ''τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά. 


''Κάποτε μια επισκέπτρια τον ρώτησε. -Γέροντα με το παλαιό πηγαίνετε; -Ναι. -Με ποιους είστε; -Με όλους. -Μα αυτοί είναι μαλωμένοι. -Εγώ δεν είμαι με τα μαλώματα. Ήταν πολύ διακριτικός και λεπτός στους τρόπους του. Ακόμα κι όταν προέβαινε σε έλεγχο, το έκανε με τόση αγάπη, που όχι μόνο δεν δημιουργούσε αντιδράσεις, αλλά αντίθετα προκαλούσε την ομολογία και την μετάνοια, που ήταν κι ο αντικειμενικός του σκοπός.[...] Ο π. Ιερώνυμος είχε δεχθεί πολλές φορές στην ζωή του την επίσκεψη της Θείας Πρόνοιας μέσα από πειρασμούς και θλίψεις. 


Και τι δεν είχε υποφέρει αυτό το ''ταλαίπωρον και δύστυχον πτηνόν'' της Ανατολής, όπως πολλές φορές αποκαλούσε ο ίδιος τον εαυτόν του... διωγμούς, συκοφαντίες, κινδύνους, απελάσεις κ.α. Κι όλα τα υπόμενε με μεγάλη και υποδειγματική καρτερία, με απόλυτη εμπιστοσύνη στην Θεία Πρόνοια και αδιάλλειπτη δοξολογία στον Θεό. Και στις πιο μεγάλες του δοκιμασίες όχι μόνο δεν λύγιζε, αλλά αντίθετα τότε δινόταν περισσότερο στην προσευχή,με ευχαριστία και δοξολογία. Η απόλυτη προσήλωσή του στην προσευχή και η συνεχής και αδιάλλειπτη ενάσκησή της έφεραν πλούσιο το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, που συχνά ήταν ορατός και στο μικρό του ποίμνιο. Πολλές φορές θεάθηκε το πρόσωπό του να λάμπει μ' ένα υπερκόσμιο θαβώρειο φως, ενώ,όχι σπάνια κι ολόκλρο το κελλί του ανάδιδε ένα θείο άρωμα. 


Ήταν οι στιγμές εκείνες που έκαναν τα πνευματικά του παιδιά να αισθάνονται ρίγη συγκίνησης,που κορυφώνονταν συνέχεια με τις θείες διδαχές του. Ήταν πολύ ολογαρκής. Φρούτα δεν αγόρασε ποτέ. Αν του έφεραν τα πνευματικά του παιδιά, τότε μόνο τα δοκίμαζε. Το ίδιο αδιάφορος ήταν για όλα τα υλικά πράγματα. Απόφευγε να φοράει καινούρια ράσα ή παπούτσια κι όταν αναγκαζόταν να το κάνει, φρόντιζε να σκονίζονται γρήγορα.Κάποτε μας έλεγε,πως πάνε πάρα πολλά χρόνια που δεν φόρεσε καινούρια παπούτσια. 


Και τα παλιά πού τα βρίσκετε, Γέροντα; -Μου τα δίνει ο ιερεύς από την επάνω Μονήν [εννοούσε του Αγίου Νεκταρίου]. Κάποιο χειμώνα μερικά από τα πνευματικά του παιδιά, του πήγαμε μια σόμπα για να μην κρυολογήσει. Αφού μας ρώτησε πώς λειτουργεί και την ανάψαμε, σε πέντε λεπτά μας λέει... -Αρκετά, σβήστε την τώρα, γιατι πονάει το κεφάλι μου από την ζέστη... Εννοείται, πως εμείς στο παγωμένο κελλί του τουρτουρίζαμε ακόμα από το κρύο...



''Μη θυμώνετε.
Θα σας ειρωνευθούν,
θα υποφέρετε.

 Εσείς μη φοβάσθε.
Σας προσφέρουν δηλ. πιπέρι, να δίδετε ζάχαρη.
Εγώ πιπέρι δεν έχω να σκέπτεσθε,

 ζάχαρη έχω,
ζάχαρη δίδω.''



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επεξεργασία και διασκευή κειμένου
''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''.
Από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση,
 ''ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ''.

 


Όσιος Ιερώνυμος της Αίγινας


ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΙΕΡΕΩΣ ΩΦΕΛΙΜΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΙΟΣ


 



Ἐν τοῖς χρόνοις οἷς περ ἐμαρτύρησεν ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Μερκούριος

 ἦν τις ἱερεὺς ἐν τῇ αὐτῇ χώρᾳ μέθυσος πάνυ·

 ἀεὶ ἐν τοῖς καπηλείοις μετὰ τῶν οἰνοποτῶν διέτριβεν. 

Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν, 

ἄρχων τις τῆς αὐτῆς χώρας ἔστειλε τὴν ἑαυτοῦ δούλην πρὸς τὸν οἶκον τοῦ ἱερέως καὶ ηὗρε τὴν ἑαυτοῦ πρεσβυτέραν

 καὶ λέγει αὐτῇ· ποῦ ἐστιν ὁ ἱερεύς; 

Ἡ δὲ λέγει· 

οὐκ οἶδας ὅτι ἐν τοῖς καπηλείοις ἐστίν;

 Ἡ δὲ δούλη τοῦ ἄρχοντος εἶπεν· 

ὁ αὐθέντης μου μὲ ἔστειλεν, ὅτι αὔριον ἔχει λειτουργίαν εἰς μνημόσυνον τῶν γονέων αὐτοῦ. 

Ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθεν. 

Ἡ δὲ πρεσβυτέρα ἔχουσα καὶ αὐτῇ δούλην εἶπε πρὸς αὐτήν· ἑγὼ μὲν ἀπέρχομαι εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρός μου ὅπως κοιμηθῶ ἐκεῖ,

 καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ αὐθέντης σου ὁ ἱερεύς, 

ἀνάπαυσον αὐτὸν ἐν τῇ κλίνῃ καλῶς, 

διότι μέλλει αὔριον λειτουργήσει.

Ὡς δ᾿ ἑσπέρα ἐγένετο,

 ἦλθεν ὁ ἱερεὺς μεθυσμένος πολὺ καὶ ἀνέπεσεν εἰς τὴν κλίνην αὐτοῦ. 

Ἡ δὲ δούλη αὐτοῦ ἐπειδὴ εἰσῆλθεν ὁ διάβολος ἔσω αὐτῆς ἔπεσε πλησίον τοῦ ἱερέως. 

Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ ἱερεύς,

 συνεγένετο μετ᾿ αὐτῆς νομίσας ὅτι ἡ πρεσβυτέρα αὐτοῦ ἐστι.


 

Πρωΐας δὲ γενομένης, ἐλθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα ηὗρεν αὐτὸν ὑπνοῦντα ἐν τῇ κλίνῃ καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀνάστα ψάλλε τὴν ἀκολουθίαν σου, διότι ὁ δεῖνα ἄρχων ἔχει λειτουργίαν τῶν γονέων αὐτοῦ. Ὁ δὲ ἱερεὺς στρέψας εἰς τὸ ἕτερον μέρος ἀφύπνωσε. Καὶ πάλιν ἐλθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα λέγει· οὐκ εἶπά σοι, ἀνάστα, διότι μέλλεις σήμερον λειτουργῆσαι; Ὁ δὲ ἱερεὺς μειδιάσας λέγει αὐτῇ· Τί λέγεις ταλαίπωρε; οὐκ οἶδας τί ἐποιήσαμεν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· ἀλλὰ λέγεις λειτουργῆσαι ἔχω; Ἡ δὲ πρεσβυτέρα εἶπε· τί ἐποιήσαμεν; ἐγὼ γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου ἐκοιμήθην. Τότε ὁ ἱερεὺς λέγει· ἐγὼ τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἔπεσον μετὰ γυναικός, καὶ τίς ἦν ὁ θηρεύσας ἡμᾶς; Τότε ἠρώτησαν τὴν δούλην. Ἡ δὲ εἶπεν· ὁ Σατανᾶς ἐπείραξέ με καὶ ἔπεσα πλησίον αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ἔπεσε μετ᾿ ἑμοῦ.Τότε ἔκλαυσαν καὶ ἐλυπήθησαν οὐκ ὀλίγον· εἶτα λέγει ὁ ἱερεύς· Σιωπήσατε μήπως καὶ εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν κρατούντων εἰσέλθῃ, καὶ οὐ μετρίως κολάσουσιν ἡμᾶς· ὁ γὰρ Θεὸς εὔσπλαγχνός ἐστι καὶ πολυέλεος, καὶ δι᾿ ἐξομολογήσεως ἐξιλεώσας ἔχω αὐτόν. Ὅμως ἔψαλλεν ὀλίγην ἀκολουθίαν αὐτοῦ, καὶ ἐντραπεὶς τὸν ἄρχοντα ἐπορεύθη λειτουργῆσαι.Μετὰ δὲ τὴν προσκομιδήν, ὅταν εἶπε τὴν εὐχήν, «ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ τὸν οὐράνιον ἄρτον κ.λ.π.» ἦλθεν ὁ ἄγγελος ἵνα τελειώσῃ τὰ ἅγια δῶρα, καὶ ἰδὼν τὸν ἱερέα, λέγει πρὸς αὐτόν· ὦ ἀφωρισμένε τοῦ Θεοῦ, πῶς ἐτόλμησες εἰσελθεῖν λειτουργῆσαι τὰ θεῖα μυστήρια; οὐκ οἶδας ὅτι βέβηλος καὶ ἀκάθαρτος εἶ διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἣν ἔπραξας ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ; ἡμεῖς ἀσώματοι καὶ ἄϋλοι ὄντες, εὐλαβούμεθα ἰδεῖν τὸ ἅγιον πρόσωπον τῆς μακαρίας Θεότητος, ἀλλὰ ταῖς πτέρυξιν ἡμῶν περικαλύπτοντες τὰ πρόσωπα, παριστάμεθα μετὰ φόβου καὶ φοβεροῦ τρόμου, καὶ σὺ καταφρονῶν ἐτόλμησας ἐπιχειρῆσαι τὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ἐπὶ στόματος φαγεῖν μέλλεις; Ὁ δὲ ἱερεὺς ἀντεῖπεν εἰς τὸν ἄγγελον· Ἐπειδὴ οὕτω μὲ ἀφώρισας, ἔσο καὶ σὺ ἀφωρισμένος. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς ἀπεπτερώθη ὁ ἄγγελος καὶ ἔμεινεν ὡς ἄνθρωπος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ· ὁ δὲ ἱερεὺς οὐκ εἰδὼς τοῦτο, ἀλλὰ μετὰ τὴν θείαν λειτουργίαν ἦλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἄρχοντος, καὶ ἀριστήσας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.Μετὰ δὲ ἡμέρας τινὰς ἀπέθανεν ἄνθρωπός τις ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἐκάλεσαν τοὺς ἱερεῖς ἐπὶ τὸ ψάλλειν τὸ λείψανον, διότι ἦσαν καὶ ἄλλοι ἱερεῖς εἰς ἐκείνην τὴν χώραν διότι ἦν ἡ μεγίστη. Ἐκάλεσαν καὶ αὐτὸν τὸν ἱερέα· καὶ εἰπόντων τῶν ἱερέων τὴν εὐχήν, ἦλθε καὶ οὗτος ὁ ἱερεὺς ἵνα εἴπῃ τὴν εὐχήν. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ὅταν εἶπε, «ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάπαυσις», εὐθὺς ὁ νεκρὸς ἀνεκάθισε, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα· ὅτι ἂν καὶ νεκροὺς ἀναστήσῃς, ἀλλ᾿ οὐκ εἶ ἄξιος τοῦ φορέσαι ἐπιτραχήλιον, ἢ λειτουργῆσαι ἢ ποιῆσαι ἱερατικόν τι. Καὶ ταῦτα εἰπὼν ὁ νεκρὸς πάλιν κατέπεσεν· οἱ δὲ λαοὶ καὶ οἱ λοιποὶ ἱερεῖς ἰδόντες τὸ παράδοξον τοῦτο θαῦμα ἐξέστησαν ἅπαντες. Εἶτα λέγουσι πρὸς τὸν ἱερέα· τί ἐστι τοῦτο τὸ ἐξαίσιον καὶ μέγα θαῦμα; Τότε ὁ ἱερεὺς ἐξωμολογήσατο ἐνώπιον πάντων τὸ ἑαυτοῦ ἁμάρτημα. Τότε λέγουσιν οἱ λοιποὶ ἱερεῖς· ἀπὸ τοῦ νῦν οὐ συμφοροῦμέν σοι, καὶ ὡς θέλεις μόνος ποίησον.Καὶ ἀπῆλθε λυπούμενος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ ἀπήγγειλε τὰ γενόμενα. Τότε λέγει πρὸς τὴν πρεσβυτέραν αὐτοῦ· τὶ ποιήσω ἄρτι; ἑτέραν ἐπιστήμην οὐ γινώσκω, πῶς ἔχω θρέψαι ὑμᾶς; ἀλλ᾿ οὖν ἀπέλθωμεν ἐν ἑτέρῳ τόπῳ, ἔνθα οὐδεὶς γιγνώσκει ἡμᾶς, καὶ ἐκεῖσε διαβιώσωμεν τὸ ἐπίλοιπον τῆς ζωῆς ἡμῶν. Ἀναστάντες δὲ ἀπῆλθον ἐν ἑτέρᾳ πόλει, ὅπου οὐδεὶς ἐγίγνωσκεν αὐτούς, καὶ ἐλειτούργει ἐκεῖσε. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! καθὼς ἦν ὅτε ἀφώρισε τοῦτον ὁ ἄγγελος οὕτως ἦν, πλὴν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐγένετο μέλαν. Ἀποθανούσης δὲ τῆς πρεσβυτέρας καὶ τῶν τέκνων αὐτοῦ, μόνος ἔζη ἐν τριακοσίοις καὶ ἑβδομήκοντα χρόνοις.Ὅμως ὑπῆρχεν ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἐπίσκοπος ἀξιόλογος καὶ δίκαιος πάνυ. Ἦλθεν ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Μερκουρίου καί τις ἄρχων τῆς πόλεως ἐκείνης ἑόρταζε τὴν τούτου ἑορτὴν καὶ προσεκάλεσεν ὁ ἄρχων τὸν ἀρχιερέα, εὑρέθη δὲ καὶ ὁ ἱερεὺς ἐκεῖ· εἰς δὲ τὴν τράπεζαν ἤρχισεν ὁ ἀρχιερεὺς καὶ ἐδιηγεῖτο τὸ συναξάριον τοῦ ἁγίου καὶ πλατύτερον ἔλεγε τοῖς εὑρισκομένοις ἐν τῇ τραπέζῃ, ὁπότε ὑπολαβὼν ὁ ἱερεὺς ἔφη· Σὺ μὲν δέσποτά μου ἅγιε, ἐκ τοῦ ἁγίου συναξαρίου ἐπίστασαι τοὺς τοῦ ἁγίου ἄθλους, ἐγὼ δὲ ἀκριβῶς ἐπίσταμαι αὐτοὺς καὶ διότι ἤμην ἐκεῖσε παρὼν καὶ ἔβλεπον καλῶς τὸν Μάρτυρα ἀγωνιζόμενον καὶ ἀθλοῦντα καὶ ὡς ὅτι γείτων μου ἦν, καὶ πολλάκις συνεστιάθην αὐτῷ πρότερον. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ἀτενίσας πρὸς τὸν ἱερέα ἔφη· Σὺ οὔπω τεσσαρακοντούτης ὢν πῶς τὸν ἅγιον οἶδας; Ἀφ᾿ ὅτου ἐμαρτύρησεν ὁ ἅγιος Μερκούριος μέχρι τοῦ νῦν ὑπολογίζονται ἔτη 370, καὶ σὺ οὔπω ἦς γεγεννημένος καὶ ταῦτα οἶδας; Τοῦ δὲ μεθ᾿ ὅρκου εἰπόντος ὅτι ἀληθῶς λέγει καὶ οὐ ψεύδεται, ὁ ἀρχιερεὺς ἔγνω ὅτι ἦν τι πρὸς αὐτόν· καὶ λαβὼν αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν λέγει αὐτῷ· Εἰπέ μοι πάντα τὰ κατὰ σὲ ἐν ἐξομολογήσει καθαρᾷ.Τότε ὁ ἱερεὺς ἐξεῖπε πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ πῶς ἐξέπεσε μετὰ τῆς δούλης αὐτοῦ, καὶ πῶς μετὰ ἀγγέλου ἀφορισθέντες, ἀσυνδιαλλάγητοι ἔμειναν. Τότε ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ, γίνωσκε ὅτι ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου εἶ δεδεμένος, καὶ μέχρι τοῦ νῦν ζῇς καὶ οὐ θνῄσκεις εἰς ἀπεράντους αἰῶνας, ἀλλ᾿ ἄπελθε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐκείνην ἔνθα τὸν δεσμὸν ἐποιήσατε· διότι ἔτι καὶ νῦν ὁ ἄγγελος ἐκεῖ ἐστιν, ἐπειδὴ ὁ εἷς τὸν ἕτερον ἔδησεν. Ὁ δὲ ἱερεὺς ἀπεκρίθη· οὐ δύναμαι, ἅγιε τοῦ Θεοῦ δέσποτά μου, τοῦτο ποιῆσαι, διότι τὸ διάστημα τῆς ὁδοῦ ἀπέχει πολύ, καὶ ἔξοδον οὐκ ἔχω, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἵππός μοι ἐστι πρὸς ἱππασίαν. Τότε λέγει ὁ Ἀρχιερεὺς πρὸς αὐτόν· ἐὰν μὴ πορευθῇς ἐκεῖσε, οὔτε σὺ τελευτᾷς, οὔτε ὁ ἄγγελος πτεροῦται ὅπως ἀνέλθῃ εἰς οὐρανούς. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς πάλιν οἰκτείρας αὐτὸν ἀποκρίνεται· ἐπειδὴ λέγεις ὅτι οὐκ ἰσχύεις, ποιήσω ἔλεος πρὸς σέ, καὶ πορευθῶμεν ὁμοῦ καὶ δώσω σοι ἵππον καὶ τὸ ἔξοδον ἐγὼ ποιήσω.Καὶ εὐθὺς εἴχοντο τῆς ὁδοῦ, καὶ ἀπῆλθον ἕως τῆς χώρας τοῦ ἱερέως· ἡ δὲ ἦν ἠρημωμένη καὶ οὐδένα ηὗραν, οὔτε οἰκίαν οὔτε ἄλλο τι. Ὁ οὖν ἀρχιερεὺς ἠρώτησεν· αὕτη σου ἐστὶν ἡ χώρα; Καὶ ὁ ἱερεύς· αὕτη ἐστίν, ἀλλ᾿ ἠρημώθη, δέσποτά μου ἅγιε. Καὶ ὁ ἀρχιερεύς· οὐ γινώσκεις ποῦ ἦν ἡ Ἐκκλησία; Καὶ ἀτενίσας ὁ ἱερεὺς εἶδε δένδρα ὡς ἀπὸ διαστήματος τῆς ποτε χώρας αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ὡς εἰκάζω, ἐκεῖ ὀποῦ φαίνονται τὰ δένδρα ἐστὶν ἡ Ἐκκλησία.Καὶ πορευθέντες ἐκεῖ, ηὗραν τὸν ναὸν κεχαλασμένον, πλὴν ὀλίγον μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου βήματος ἵστατο, καὶ ἀφ᾿ οὖ ἐκεῖσε ἐπέζευσαν ἐκ τῶν ἵππων, λέγει ὁ ἀρχιερεύς· ἄπελθε εἰς τὸ βῆμα. Καὶ εἰσελθὼν ὁ ἱερεὺς ηὗρε τὸν ἄγγελον ἱστάμενον ἐκεῖσε. Καὶ λέγει ὁ ἄγγελος· ἔτι ζῇς πτωχὲ ἱερεῦ; Ὁ δὲ ἱερεὺς λέγει· ναὶ ἔτι ζῶ, ἀλλὰ καὶ σὺ ἔτι αὐτοῦ ἵστασαι; Καὶ λέγει ὁ ἄγγελος· καλῶς ἦλθες, ἵνα συγχωρηθῶμεν συναλλήλως. Λέγει ὁ ἱερεύς· εὐλόγησον ἅγιε ἄγγελε τοῦ Θεοῦ, συγχώρησόν μοι. Ὁ δὲ ἄγγελος εἶπε· συγχώρησον ἐμοὶ σὺ πρῶτον, καὶ τότε κἀγώ σοι, διότι ἐὰν συγχωρήσω σοι πρῶτον, ἔχεις ἀναλύσαι αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, καὶ ἑγὼ μένω εἰς τὸν δεσμόν. Τότε λέγει ὁ ἱερεύς· ἐὰν καὶ ἑγὼ συγχωρήσω σοι, ἔχεις πτερωθῆναι καὶ ἀνελθεῖν εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ ἑγὼ μένω εἰς τὸν δεσμόν. Τότε λέγει ὁ ἄγγελος· ὀμνύω εἰς τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ τὸν ἀσάλευτον, ὅτι οὐ μὴ ἀφήσω σε ἐν τῷ δεσμῷ. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ταῦτα διήκουεν ἔξωθι.Ὅθεν λέγει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν ἄγγελον· ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἂς εἶσαι συγχωρημένος παρ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Καὶ εὐθύς, ὢ τοῦ θαύματος! ἐπτερώθη ὁ ἄγγελος καὶ ἔπτη εἰς τὸ ὕψος, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα· ἂς εἶσαι συγχωρημένος καὶ σὺ ὦ πρεσβύτερε· καὶ πρὶν τετελειῶσθαι τοῦ ἀγγέλου τὴν φωνήν, εὑρέθησαν τὰ ὀστέα τοῦ ἱερέως σωρηδὸν ἐν τῷ τόπῳ οὗ εἰστήκει.Ὅθεν ὁ ἀρχιερεὺς εἶπε πρὸς τὸν ἄγγελον· ὦ ἅγιε ἄγγελε, δέομαί σου, πλήρωσόν μοι μίαν αἴτησιν καὶ ψάλλε τινὰ ἀγγελικὸν ὕμνον ἵνα ἀκούσω κἀγώ. Ὁ δὲ ἄγγελος εἶπε· τοῦτο οὐκ ἔστι δυνατόν· ἐν ᾗ ἂν ὥρᾳ ἀκούσῃς τῆς ἀγγελικῆς φωνῆς, ἀναλῦσαι ἔχεις τῶν τῇδε· οὐκ ἔξεστι γὰρ σάρκα θνητὴν ἀκοῦσαι ἀγγέλου φωνὴν καὶ ζῆσαι πλὴν διὰ τὴν ἥν περ ἐποίησας καὶ εἰς ἑμὲ καὶ εἰς τὸν ἱερέα μεγάλην ἀγαθωσύνην, μένε ὀλίγον ἵνα ἀνέλθω ἕως τρίτον τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ψάλλω ἐκεῖσε καὶ ἀκούσας μόλις δυνήσει βαστᾶσαι. Ὅθεν ἀνελθὼν ἕως τρίτον οὐρανοῦ, ἔψαλλε τὸ Ἀλληλούϊα· ἐκ δὲ τῆς γλυκείας μελῳδίας ἔπεσεν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπὶ τῆς γῆς ὡσεὶ νεκρός, ἕως τρεῖς ὥρας καὶ μόλις καὶ χαλεπῶς συνελθὼν εἰς ἑαυτὸν ἀνέστη.Εἶτα τῷ Θεῷ εὐχαριστήσας ὑπέστρεψεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ, καὶ ἔγραψε τὴν διήγησιν ταύτην τοῦ ἱερέως εἰς πολλῶν ὠφέλειαν, ἵνα ἀκούοντες καὶ ἡμεῖς οἱ ῥᾴθυμοι διορθώμεθα, καὶ προσεκτικοὶ καὶ σπουδαῖοι γινώμεθα, καθαροί τε λογισμῶν αἰσχρῶν καὶ ἐπιθυμιῶν ἀπρεπῶν.

 

 

Ὅτε τὴν ἱερωσύνην ἐπιτελοῦμεν ὀφείλομεν εἶναι ἀμέτοχοι λαγνείας· 

καὶ ἀσελγείας,

 διότι ὁ ἔχων ἐπιθυμίαν εἰς πορνείαν καὶ εἰς σαρκικὰ καὶ εἰς ἄλλα πάθη, πολυφαγίαν τε καὶ πολυποσίαν, 

μέθην καὶ φιλαργυρίαν, μνησικακίαν, κενοδοξίαν, ὑπερηφάνειαν, 

 ἀνάξιος καθίσταται τῆς ἱερωσύνης καὶ καταφρονητὴς καὶ ὑβριστὴς τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων· 

διὰ τοῦτο προοφείλομεν ἀμίαντοι ὑπάρχειν, 

ὅτε μέλλομεν παρίστασθαι τῇ ἁγίᾳ Τραπέζῃ καὶ ὅτε τὴν φρικτὴν ἱερουργίαν ἐπιτελοῦμεν. 

Πολλοί τινες καταφρονητικῶς ταύτην ἐπιτελοῦσι, 

καὶ οὔτε ἐξομολόγησιν ποιοῦσιν, οὔτε τὴν συνήθη ἀκολουθίαν ψάλλουσιν, ὡς μὴ μέλλοντες δῆθεν ἀποθανεῖν, 

οἱ κατ᾿ ἐμὲ τάλανες, ἀμνημονοῦντες τὴν φοβερὰν τοῦ Κυρίου ῥητὴν ἐντολήν·

 ὁ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ μὴ ποιήσας, πολλὰ δαρήσεται· 

ἤγουν ὅποιος ἠξεύρει τὸ θέλημά μου καὶ δὲν τὸ κάμνει, ἐκεῖνος μεγάλως θὰ κολασθῇ.

Τὸ λοιπὸν ἀδελφοί μου, ἰδοὺ ἐμάθαμεν,

 ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰς τὴν γῆν μεγαλύτερον τῆς ἱερωσύνης, οὔτε βασιλεία, οὐδὲ ἄλλο τίποτε, 

καὶ ὅποιος εἶναι ἀνάξιος τῆς θείας μυσταγωγίας καὶ δὲν παύσῃ, 

ἐκεῖνον ἐὰν τὸν εὕρῃ ὁ θάνατος ἀμετανόητον,

 κολάζεται μετὰ τοῦ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτου εἰς ἐκείνην τὴν κόλασιν, 

ὁποῦ ἄλλη χειροτέρα δὲν εἶναι.

 Τοίνυν καὶ ἡμεῖς οἱ ἀναγινώσκοντες καὶ ἀκούοντες ταῦτα, ἐκβιασώμεθα ἑαυτοὺς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας, 

καὶ ποιήσωμεν τὸ θέλημα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, 

ὅπως ἀξιωθῶμεν τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ παραστάσεως εἰς τὴν δευτέραν αὐτοῦ Παρουσίαν,

 καὶ κληρονόμοι τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν γενώμεθα μετὰ τῶν δικαίων ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, 

ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί, 

καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι,

 νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 

Ἀμήν!


Επιμέλεια,διασκευή κειμένου ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''
Πηγή: ''Nektarios'' 


(ἐκ χφ. κώδ. 229 ιζ´ αἰ. τῆς Ἱ. Μ. Διονυσίου Ἁγ. Ὄρους)


Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Η ΑΝΑΡΧΗ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΤΩΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ


 


Σε πρόσφατο φύλλο της Ιταλικής Coriere della sera της 19/3/2014,
δημοσιεύτηκε ένα άκρως, οικουμενιστικό και βλάσφημο άρθρο,
απόσπασμα του οποίου παραθέτουμε...
''Ο Πάπας αναμφίβολα είναι ο παγκόσμιος ηγέτης.
Ο πλανητάρχης Ομπάμα είναι μακράν πίσω του.
Αδιαφιλονίκητος, αδιαμφισβήτητος και οπωσδήποτε ανυπέρβλητος.
Θα μπορούσε να είναι κάλλιστα ο Χριστός της γης,
αφού ο ίδιος και το Βατικανό προσφέρουν,ό,τι το καλύτερο στην παγκόσμια κοινότητα. 
Τον Οικουμενισμό!
Μέσα απ' αυτόν,
συναντιώνται όλες οι θρησκείες,που ενωμένες αδελφικά πλέον θα πιστεύουν στον έναν και μοναδικό Θεό.
Είναι καιρός πλέον οι διάφορες χριστιανικές εκκλησίες να αφήσουν στην άκρη τα στερεότυπά τους και,
αφού βάλλουν νερό στο κρασί τους,
να ενωθούν σε μία παγκόσμια Εκκλησία.
Τί ζηλευτό όραμα αλήθεια!
Όλοι,χριστιανοί,Μουσουλμάνοι, Ιουδαιστές, Βουδιστές, Ινδουιστές και άλλοι να υποδεχθούμε τον Θεό,
που σύντομα έρχεται...!''


Υποσημείωση δική μας.

Το άρθρο με τίτλο,''Ο Χριστός έρχεται,ενωθείτε τώρα όλοι'' στην διάρκεια τριών συνεχών ημερών 

που δημοσιεύθηκε ολόκληρο,

δέχθηκε χιλιάδες ευχαριστιακές επιστολές από ρωμαιοκαθολικούς απανταχού της Ιταλίας,

το τηλεφωνικό κέντρο της εφημερίδας μπλόκαρε και τα τηλέφωνα απενεργοποιήθηκαν...



Το κείμενο αυτό, ας το δει το -υπότροπα διακείμενο προς τον Οικουμενισμό -ποίμνιο, για να καταλάβει, πως ο Οικουμενισμός δεν έχει καθυποτάξει μόνο Πατριάρχες, Μητροπολίτες, ως και μεγαλόσχημους μοναχούς, αλλά και το ίδιο, το αυτό, κραταιό - διοικητικό σύστημα της καινοτόμου Εκκλησίας. Χτες μόλις, η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος δια του γενικού διευθυντή της, επισκόπου Φαναρίου κ Αγαθαγγέλου, δώρισε στον Πάπα Φραγκίσκο, αγιογραφία...του ρωμαιοκαθολικού ''αγίου'' Φραγκίσκου της Ασίζης... Ορθόδοξα χέρια δηλαδή, αγιογράφησαν έναν αιρετικό ''άγιο, ''αναγνωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο σωστικά μυστήρια και αγιοπνευματική Χάρι Θεού στους Ρωμαιοκαθολικούς... Ποια είναι η Αποστολική Διακονία; Δια του καταστατικού της: ''Η Αποστολική Διακονία αποτελεί τον επίσημο Εκκλησιαστικό Οργανισμό πού τελεί υπό την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.'' Είναι πασιφανές έκδηλο, πως η δρομολογημένη ένωση των Λατίνων με το οικουμενιστικό Φανάρι δεν έχει χρείαν καταληκτικής συμφωνίας ή εκκλησιολογικής συμβάσεως, αφού, η ίδια η ένωση ποιείται καθημερινά, τόσο σε διάρκεια, όσο και σε συχνότητα. Το τέλος θα είναι απλά η είσοδος στο κοινό ποτήριο. Οι ντόπιοι δουρειοιππικοί Ουνίτες έχουν πλευρίσει υπέρ το δέον κυκλαδίτες Μητροπολίτες και Δωδεκανήσιους δεσπότες. Φέτος ιδίως, που το Πάσχα θα εορτασθεί ταυτόχρονα σε Ρώμη και Αθήνα, χάριν της ημερολογιακής καινοτομίας, θα δούμε συνεορταστικές τελετές απείρου κάλλους...! Προσφέρεται οικουμενιστικά για υποκρίνουσες, εθιμοτυπικές συνευρέσεις στο όνομα αυτής της χιλιοειπωμένης, ανοικής αγάπης, που από Χριστολογική την κατήντησαν κοσμική και αμαρτάνουσα. Επειδή όμως, σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα τώρα, ''ο Οικουμενισμός προσωρεί αγαπητικά και συγκεντρωτικά'', όπως έλεγε ο πάλαι ποτέ Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πλέον τους οικουμενιστές, ως πλανεμένους εκφραστές, αλλά τουναντίον, ως επί γνώσει εραστές ενός επίδοξου άκυρωτικού και άχαρου γάμου. Οι νεοεκκλησιολογικές θέσεις τους, που βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τα τεκτονικά τευχίδια του ''Πυθαγόρα'' και με προκάλυμα τις μοδάτες, οικολογικές ανησυχίες, βρίθουν από ακαταίσχυντες ύβρεις προς το Σύμβολο της Πίστεως, άρα και προς αυτήν, την Αγία και Ζωοοποιό Τριάδα. Δεν πάει πολύς καιρός, που ο Αυστραλίας Στυλιανός δήλωνε, πως ''η Ορθοδοξία δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια'' και πως, ''ο Χριστός σαν άνθρωπος ήταν αμαρτωλός. ''Δείτε λοιπόν, αυτοί οι ενχώριοι, παρεκτετρεπόμενοι οικουμενιστές υπό το πρίσμα ''της των πάντων [αδιακρίτως] ενώσεως'' με ποιους συναγελάζονται... Με αυτούς τους Τέκτονες Παπικούς, αφού στην Ιταλία είναι γνωστό τοις πάσι, πως η Στοά P2 και το Βατικανό έχουν συνάψει σχέσεις ήδη από την δεκαετία του '70 ευκρινώς και από τα χρόνια του Μεσοσοπολέμου, μυστικώς. Την δεκαετία του '70, το μεγάλης κυκλοφορίας περιοδικό ''Panorama'' δημοσίευε δηλώσεις επώνυμων ιταλών καραμπινιέριδων σχετικά με τις συλλήψεις των Μαφιόζων σε μασονικές στοές της P2. Eκεί συνομολογούσαν, πως ανάμεσα στα στελέχη της μασονικής στοάς ήταν και αρκετοί καρδινάλιοι, της συνόδου μάλιστα του κραταιού Βατικανού. Τα ονόματά τους ποτέ δεν δόθηκαν στην δημοσιότητα και οι ίδιοι φυσικά συνέχισαν το έργο τους στην σύνοδο του Βατικανού! Είναι οι ίδιοι ψευδοχριστιανοί και ψευδοειδείς ποιμένες που βοήθησαν στην ανατροπή του προέδρου Μιλόσεβιτς, στον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και στην ίδρυση του κρατιδίου των Σκοπίων. Το Βατικανό ήταν το πρώτο κράτος που αναγνώρισε τα Σκόπια με το όνομα ''Μακεδονία'' και από τις πρώτες χώρες που αναγνώρισαν το ψευδοκράτος του Ντενκτάς στην Κύπρο. Είναι αυτοί που χρηματοδοτούσαν εξεγέρσεις και επιχορηγούμενες λαοφιλείς επαναστάσεις στην Πολωνία του Βαλέσα, στην ''πορτοκαλί επανάσταση΄΄ στην Ουγγαρία της Γιούλια Τιμοσένκο, στην πρώην Ανατολική Γερμανία του Χόνεκερ και φυσικά στην εξέγερση στην Τσεχοσλοβακία. Ο ρόλος τους σχεδόν πάντοτε κάθε άλλο παρά ποιμαντικός ήταν. Η ιταλική ''Giornale'' και η ''La Stamba'' συνομολογούσαν ευθαρσώς,πως την δεκαετία του '80, το Βατικανό σε συνεργασία με διεθνείς εμπόρους όπλων, προσέφεραν βαρύ πολεμικό οπλισμό σε επίδοξους δικτατορίσκους στην Λατινική Αμερική και δη στην Χιλή, στην Ονδούρα, στο Σαν Σαλβαδόρ και στην Παραγουάη. Κάτι, που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί νεόκοποι, αιρετικόφρονες ψευδορθόδοξοι ποιμένες... Η Καθολική Εκκλησία από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έχει ακυρώσει συνοδικά το ''Μυστήριο του Αγιασμού'' γιατι, ως είδαν αυτό δεν είχε καμμία Χάρι! Οι εξορκισμοί έχουν απαγορευθεί ''εκκλησιαστικώς'' γιατι κατέληξαν, πως αυτοί [οι εξορκισμοί δηλαδή] δεν μπορούσαν, να προσφέρουν το παραμικρό σε πάσχοντες, δαιμονόπληκτους ανθρώπους. Εδώ βέβαια ισχύει το γνωστό, ''Δαίμονας, δαίμονα, ου δύναται εκβάλλει.'' Αν προσθέσουμε ακόμη, πως το 1990 επαναπροσδιόρισαν το ''αγιολόγιό τους,'' αποκλείοντας Αγίους, όπως ο Άγιος Γεώργιος, με το αιτιολογικό, πως δεν θαυματουργούσαν πια..., τότε μιλάμε πλέον όχι για ''αδελφή εκκλησία΄΄, αλλά για αδελφική συνομωσία! Συμπερασματικά... Πολλά μπορεί, να γράψει κανείς γι' αυτούς τους σύγχρονους Σταυρωτές Χριστού, τους μακιαβελικούς Νέρωνες της σύγχρονης αποστασίας. Επειδή όμως, πολλοί βαυκαλίζονται στο άκουσμα ενός ευγενούς διαλόγου και μιας εν Χριστώ ενώσεως μετά πάντων αυτών και μέσα τους δημιουργούνται αγαπόλογα συναισθήματα ουχί εν Αληθεία, ας έχουν κατά νου πως... Η ένωση μπορεί, να επιτευχθεί μόνο με την πλήρη μετάνοια των καθολικών και τον συνταυτισμό τους με την γνήσια, ορθή Πίστη που προσφέρει η μάννα Ορθοδοξία. Διαφορετικά μιλάμε για διάλογο δύο θρησκευτικών,διοικητικών μορφωμάτων, που κόβει ο ένας... κόβει ο άλλος... ιδού η ένωση. Πολλοί Πατέρες του 18ου και 19ου αιώνα, τόνιζαν απερίφραστα, πως συμφέρει περισσότερο στην Ορθοδοξία το μουσουλμανικό φόβητρο, ως αιτία μετανοίας και σφυρηλάτησης της Πίστης, παρά ο παπικός καθολικισμός, ως δούρειος ίππος υποδαύλισης της Πίστης και αλλοίωσης της σωστικής υφής της Ορθοδοξίας.


Υ.Γ. Ο κόσμος μας 

δεν είναι αγγελικά πλασμένος και για τούτο υπεροπτικά οδεύει στον κρημνό, 

γιατι αρνήθηκε και πάλι τον Χριστό, ως Αλήθεια,ως Δικαιοσύνη, 

ως Αγάπη και ως Λατρεία. 

Πίσω από τις μαύρες μάσκες της επάρατης παναίρεσης του Οικουμενισμού

 κρύβονται τεκτονικά Τάγματα διευρημένης Ασφαλείας, 

σημαιοστολισμένοι πατριάρχες με μασονικά παράσημα στο πέτο 

και επίσκοποι που διδάσκουν το οικουμενιστικό τους φρόνημα στο δύσμοιρο το ποίμνιο. 

Όσο τα πράγματα θα χειροτερεύουν στο κοινωνικό γίγνεσθαι,

 τόσο θα ζητείται δικαιοσύνη χωρίς όρια. 

Ας γεμίσουμε τις εκκλησίες με ανθρώπους,περισσότερους από τις σημαιοστολισμένες πλατείες και τις αιμοδιψούσες λεωφόρους. 

Οι μάζες είναι πλαστικοποιημένη έννοια στα χείλη εμφυλιοπόλεμων μελών παροχημένης μάντρας.

 Ας γεμίσουν τα εξομολογητήρια από συμπάσχοντες αδελφούς, που εμπιστεύονται την δικαιοσύνη του Θεού περισσότερο από τα ξίφη των ανθρώπων. 

Η Μετάνοια θ' αλλάξει το ζύγι του Θεού, οι Αγανακτισμένοι θα μπορούσαν, 

να γίνουν Μετανοημένοι και ν' απευθύνονται ομοθυμαδόν στον Ρυθμιστή των όλων! 

Τα κομματικά αμνοερίφια είναι πλέον απροστάτευτα και οσονούπω 

θα ζηλεύουν τα καθ' ομείωσιν πρόβατα του Ποιμένου μας Χριστού, 

την στιγμή,

που οι προβατόσχημες αίγες θα τελούν υπό διογμώ, 

όσο θα θωρούν την ήρα να ξεχωρίζει από το στάρι. 

Όσοι πιστοί προσέλθετε!



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος


ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΑΔΕΛΦΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ


 


''Διηγήσατο ἡμῖν ὁ Ἀββᾶς Παφνούτιος, ὄτι:
 ὅταν ἤμην νεώτερος ἡσύχαζον πλησίον τοῦ Ἀββᾶ Ἀπολλῶ· 
ὅταν ἦλθεν ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων ἐπῆγον εἰς τὸν Γέροντα λίαν πρωῒ 
καὶ ἀσπασάμενος αὐτὸν καὶ εὐλογηθείς, ἐκάθισα πλησίον του, 
καὶ παρεκάλουν αὐτόν, ὅπως δεχθῇ με νὰ κατοικήσω μετ᾿ αὐτοῦ 
διότι καθ᾿ ὅλην τὴν ἁγίαν Τεσσαρακαστὴν μόνος μου κατοικῶν, 
πολὺ ἐπολεμήθην ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς πορνείας, 
ἀλλ᾿ ὁ Γέρων δὲν συγκατετίθετο.
 Παραμείνας μέχρι τῆς ἕκτης ὥρας (μεσημβρίας) ὡς ἀνεχώρησα κατερχόμενος τοῦ Ὄρους, 
εἰς τὸν δρόμον συνήντησα τὸν ὑπηρέτην αὐτοῦ τοῦ Γέροντος, 
πηγαίνοντα εἰς αὐτόν,
 κτυπῶντα τὸ πρόσωπον του καὶ μαδῶντα τὰς τρίχας τοῦ γενείου του,
 καὶ ἰδόντος με παρεβιάσατο νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸν Γέροντα·
 ὡς δὲ ὑπήγομεν, προσπεσὼν ἐδιηγήθη πρὸς αὐτὸν λέγων. 
Περιπατοῦντες μετὰ τοῦ μικροτέρου ἀδελφοῦ μου, ἐπεράσαμεν ἀπὸ τὸν τάφον τοῦ Ὑπάτου,
 μὴ γνωρίζοντες ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ περάσῃ τὴν νύκτα ἀπὸ αὐτὸν τὸν δρόμον.
 Ἐνῷ περιεπάτουμεν, ἐξ αἴφνης φαντασία δαιμονικὴ ἐλθοῦσα ἐκ τοῦ μνήματος,
 ἤρπασέ μου τὸν ἀδελφόν. 
Ὡς ἤκουσε τοῦτο ὁ Γέρων, βοήσας πρὸς τὸν Θεὸν εἶπε·
 Κύριε ὁ Θεὸς τῶν Δυνάμεων,
 παρακαλῶ σε βοήθησόν με.


Καὶ προσευχηθεὶς ὁ Γέρων, λαβὼν καὶ ἐμὲ μαζί του ἐπηγαίνομεν.Περιπατήσαντες οὖν ἀπὸ ἐνάτης ὥρας τῆς ἡμέρας καὶ δι᾿ ὅλης τῆς νυκτός, περὶ τὰ χαράγματα τῆς ἡμέρας, ἐφθάσαμεν εἰς τὸν τόπον ἐν ᾧ ἠρπάγη ὁ ἀνθρωιτος. Πρασευχηθέντες ἐπὶ ὥραν πολλήν, ἐξεκίνησεν ὁ Γέρων νὰ πηγαίνη πρὸς τὸν τάφον τοῦ Ὑπάτου, ἀκολουθοῦντες καὶ ἡμεῖς αὐτόν. Πλησιαζόντων ἡμῶν εἰς τὸν τάφον, φοβεραί τινες καὶ καταπληκτικαὶ φαντασίαι ἐγίνοντο, μορφαὶ διάφοροι καὶ ἐξηλλαγμέναι ἐφαίνοντο, ἀνθρώπων, κτηνῶν, δρακόντων καὶ θηρίων πυῤῥοειδῶν καὶ καπνῶν ἐρευγομένων, περικυκλωσάντων ἡμᾶς καὶ ἐγγίζοντα ἡμῖν καὶ βλεπόμενα καὶ ἀκουόμενα καὶ ἐφαπτόμενα ὡς καὶ τῇ πνοῇ ἡμᾶς συνέχεσθαι. Ὁ δὲ Γέρων καὶ ἑαυτὸν καὶ ἡμᾶς τῇ σφραγῖδι τοῦ Σταυροῦ σημειωσάμενος, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπικαλούμενος, καὶ ἡμᾶς προστάξαντος νὰ λέγωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ἑξηκοστοῦ ἑβδόμου ψαλμοῦ «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν· ὡς ἐκλείπει καπνὸς ἐκλιπέτωσαν, ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός...» ἐπροχώρει ἐμπρὸς πλησιέστερον τοῦ τάφου γενόμενος. Ὅσον δὲ ἐπλησίαζε τοσοῦτον καὶ αἱ δαιμονικαὶ φαντασίαι φοβερώτεραι ἐγένοντο.Σεισμὸς καὶ κλόνος συνεχὴς ἐγένετο τοῦ ἐδάφους, καὶ μέγα χάσμα ἠνοίχθη ἔμπροσθεν ἡμῶν, ὥστε καὶ τὴν ἄβυσσον νὰ βλέπωμεν καὶ δράκοντας ἐξ αὐτῆς ἀνερχομένους καὶ ἡμᾶς ἐκφοβίζοντας, ὡς τοὺς ὀδόντας αὐτῶν τρίζοντας καὶ φλόγας πυρὸς ἐξακοντίζοντας. Ὁ δὲ Γέρων τὰ γόνατα κλίνας καὶ τὸν νοῦν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς οὐρανὸν ὑψώσας, καὶ μὲ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα ἑαυτὸν καθοπλίσας, εἰς τὸ σπηλαιῶδες κτίσμα εἰσῆλθεν ἐν ᾧ ἡ λάρναξ ἔκειτο· καὶ πάλιν μὲ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ σημειωθείς, ἐρευνῶν εὗρε τὸν ἀδελφὸν τοῦ διακονητοῦ (τοῦ ὑπηρετοῦντος αὐτῷ) ἡμιθανῆ ὑπάρχοντα, μηδόλως τρίχας ἔχοντα, οὔτε εἰς τὴν κεφαλήν, οὔτε εἰς τὸ γένειον, οὔτε εἰς τὰ βλέφαρα, οὐδὲ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς. Καὶ ἀποστείλας τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ εἰς τὸ πλησίον χωρίον νὰ φέρῃ ἔλαιον, καὶ προσευχηθείς, ἔχρισε τὸν ἡμιθανῆ τοῦτον ὑπάρχοντα ἀπὸ κορυφῆς ἕως τῶν ὀνύχων, καὶ τῷ τύπῳ τοῦ τιμίου Σταυροῦ σφραγισάμενος αὐτόν, ὑγιῆ τελείως ἀποκατέστησεν.Εἶχε δὲ ἡ λάρναξ ταύτην τὴν ἐπιγραφήν, Σωματοθήκη Ὑπάτου τοῦ ἀνεψιοῦ Διοκλητιανοῦ τοῦ Βασιλέως, τοῦ κατὰ παντὸς τόπου τοὺς τοῦ ἐσταυρωμένου ὑπασπιστὰς βασανίσαντος. Ἀναγνοὺς ὁ Γέρων τὴν ἐπιγραφὴν ἤρξατο θνηνεῖν καὶ λέγειν ποῦ νῦν τῆς ὑπατείας ἡ λαμπρὰ περιβολή; ποῦ οἱ κρότοι καὶ αἱ πανηγύρεις; πάντα ἐξηφανίσθη· πάντα παρέδραμε καὶ ὡς σκιὰ καὶ καπνὸς διελύθησαν. Εὐλογητὸς καὶ δεδοξασμένος εἷς μόνον, ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεός, οὗ ἡ βασιλεία, βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καὶ ἡ Δεσποτεία αὐτοῦ ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ.Ἐγιναν δὲ ταῦτα,γνωστὰ εἰς ὅλα τὰ περίχωρα, καὶ ἐφεξῆς πάντες διήρχοντο ἀφόβως ἐκ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης καὶ τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα δοξάζοντες τὸν πανάγαθον Θεόν, καὶ τὸν αὐτοῦ δοῦλον Ἀββᾶν Ἀπολλώ, ὅστις ἀποφεύγων τὴν τῶν ἀνθρώπων τιμὴν καταλιπὼν τὸ κελλίον του μετῴκησεν εἰς Θηβαΐδα, οὗ ταῖς πρεσβείαις ῥύσαιτο καὶ ἡμᾶς ὁ Κύριος τῶν δαιμονικῶν φαντασιῶν. Ἀμήν!''Προσέχετε, ἀδελφοί μου, τὴν ὑπερβολικὴ πονηρία τοῦ θηρίου· διότι μεταχειρίζεται πονηρὰ τεχνάσματα. Προσέχετε πὼς ἀρχίζει ὀπὸ τὴν κοιλιά, ὥστε ὅταν κάποιος βρεθεῖ σὲ δυσκολία, στερούμενος τὴν τροφή, νὰ ἀναγκασθεῖ νὰ δεχθεῖ τὴ σφραγῖδα ἐκείνου, ὄχι ὅπου τύχει, σὲ ὁποιοδήποτε μέλος τοῦ σώματος, ἀλλὰ νὰ δεχθεῖ τὸ ἄσεβες χάραγμα στὸ δεξὶ χέρι, ἐπίσης καὶ στὸ μέτωπο, γιὰ νὰ μὴν ἔχει ὁ ἄνθρωπος δύναμη νὰ σχηματίσει μὲ τὸ δεξί του χέρι τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, οὔτε ἐπίσης νὰ σημειώσει στὸ μέτωπο τοῦ ἐντελῶς τὸ ἅγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου, οὔτε τὸν ἔνδοξο καὶ τίμιο σταυρὸ τοῦ Χρίστου καὶ Σωτῆρα μας. Διότι γνωρίζει ὁ ἄθλιος ὅτι, ἂν σχηματισθεῖ ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου, καταργεῖ ὅλη τὴ δύναμή του, καὶ γι᾿ αὐτὸ σφραγίζει τὸ δεξὶ χέρι τοῦ ἄνθρωπου· διότι τὸ δεξὶ χέρι εἶναι ποὺ σφραγίζει ὅλα τὰ μέλη μας. Παρόμοια μάλιστα καὶ τὸ μέτωπο, σὰν λυχνοστάτης, κράτα ψηλὰ τὸ λυχνάρι τοῦ φωτός, δηλαδὴ τὸ σύμβολο τοῦ Σωτῆρα μας.Περιμένει λοιπόν, ἀδελφοί μου, φοβερὸς ἀγῶνας ὅλους τους φιλόχριστους ἀνθρώπους, ὥστε νὰ μὴ δειλιάσουν ὡς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, οὔτε νὰ δείξουν ἀδιαφορία, ὅταν θὰ χαράζει ὁ Δράκοντας τὴ σφραγίδα του ἀντὶ γιὰ τὸ σταυρὸ τοῦ Σωτῆρα. Διότι μεταχειρίζεται τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ μὴν ἀναφέρεται διόλου, αὐτὸ τὸν καιρό, τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρα. Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ὁ ἀνίσχυρος, ἐπειδὴ φοβᾶται καὶ τρέμει ἀπὸ τὴν ἁγία δύναμη τοῦ Σωτῆρα μας. Διότι, ἂν κάποιος δὲ δεχθεῖ τὴ σφραγῖδα ἐκείνου, δὲν αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ τὶς φανταστικὲς τερατουργίες του, οὔτε ἐπίσης ὁ Κύριος ἀπομακρύνεται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τοὺς φωτίζει καὶ τοὺς ἑλκύει κοντά του.Πρέπει νὰ καταλάβουμε ἐμεῖς, ἀδελφοί, μὲ κάθε ἀκρίβεια, ὅτι οἱ φανταστικὲς τερατουργίες τοῦ Ἐχθροῦ εἶναι ἄσπλαχνες. Ὁ Κύριος μας ὅμως ἔρχεται σὲ ὅλους ἐμᾶς μὲ γαλήνη, γιὰ νὰ ἀποκρούσει γιὰ χάρη μας τὶς πανουργίες τοῦ θηρίου. «Ἂν κρατᾶμε μὲ εἰλικρίνεια τὴν ὀρθὴ πίστη τοῦ Χριστοῦ, θὰ διασκορπίσουμε εὔκολα τὴ δύναμη τοῦ τυράννου, θὰ ἀποκτήσουμε ἀμετακίνητο λογισμὸ καὶ σταθερότητα, καὶ θὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπό μας ὁ ἀνίσχυρος, ἐπειδὴ δὲ θὰ μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε.Ἐγὼ ὁ τιποτένιος, ἀδελφοὶ φιλόχριστοι, σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὴ γινόμαστε πλαδαροί, ἀλλὰ ἀπεναντίας νὰ γινόμαστε δυνατοὶ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ. Ὁ ἀναπόφευκτος ἀγῶνας εἶναι πολὺ κοντά μας· ἂς πάρουμε ὅλοι τὴν ἀσπίδα τῆς πίστεως. Νὰ εἶστε λοιπὸν πρόθυμοι, σὰν ἔμπιστοι δοῦλοι, καὶ νὰ μὴ δέχεστε ἄλλον. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ κλέφτης καὶ ἄθλιος καὶ σκληρὸς πρόκειται νὰ ἔρθει πρῶτος αὐτός, στὸν καιρό του, θέλοντας νὰ κλέψει καὶ νὰ σφάξει καὶ νὰ ὁδηγήσει στὴν ἀπώλεια τὴν ἐκλεκτὴ ποίμνη τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένα Χριστοῦ, γι᾿ αὐτὸ παίρνει τὴ μορφὴ τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένα.«Ἂς μάθουμε, ἀγαπητοί, μὲ τί λογῆς μορφὴ ἔρχεται στὴ γῆ ὁ ἀδιάντροπος «ὄφις. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ Σωτήρας, θέλοντας νὰ σώσει τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ μὲ μορφὴ ἀνθρώπου νίκησε τὸν ἐχθρὸ μὲ τὴν ἁγία δύναμη τῆς θεότητάς του, σοφίσθηκε αὐτὸς νὰ πάρει τὴ μορφὴ τῆς παρουσίας του καὶ νὰ μᾶς ἐξαπατήσει. Ὁ Κύριός μας ὅμως θὰ ἔρθει στὴ γῆ μέσα σὲ φωτεινὲς νεφέλες, σὰν φοβερὴ ἀστραπή. Ὁ ἐχθρὸς ἀπεναντίας δὲ θὰ ἔρθει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο- διότι εἶναι ἀποστάτης. Θὰ γεννηθεῖ ὅμως ἀκριβῶς τὸ ὄργανο ἐκείνου ἀπὸ μία ἀχρεία κόρη καὶ δὲ θὰ γίνει ἄνθρωπος αὐτός. Καὶ θὰ ἔρθει ὁ ἀχρειότατος μὲ τέτοια μορφή, σὰν κλέφτης, γιὰ νὰ ἐξαπατήσει ὅλο τὸν κόσμο: ταπεινός, ἥσυχος, μισώντας, λέει, τὴν ἀδικία, ἀποστρεφόμενος τὰ εἴδωλα, προτιμώντας τὴν εὐσέβεια, ἀγαθός, φιλόπτωχος, ὑπερβολικὰ ὄμορφος, ἀτάραχος, χαρούμενος πρὸς ὅλους, τιμώντας ὑπερβολικὰ τὸ γένος τῶν Ἰουδαίων, διότι αὐτοὶ περιμένουν τὸν ἐρχομό του. Ἀνάμεσα σὲ ὅλους αὐτοὺς θὰ πραγματοποιεῖ θαύματα, τερατουργίες καὶ φοβερὰ πράγματα, μὲ πολλὴ δύναμη. Καὶ θὰ μηχανεύεται μὲ δόλο νὰ γίνει ἀρεστὸς σὲ ὅλους, γιὰ νὰ ἀγαπηθεῖ γρήγορα ἀπὸ πολλούς. Καὶ δὲ θὰ παίρνει δῶρα, δὲ θὰ μιλᾷ μὲ ὀργή, δὲ θὰ παρουσιάζεται σκυθρωπός, ἀλλὰ μὲ τὸ πρόσχημα τῆς καλῆς του διαγωγῆς θὰ ἐξαπατᾷ τὸν κόσμο, ὡσότου νὰ βασιλεύσει.«Ὅταν λοιπὸν θὰ δοῦν πολλοὶ λαοὶ καὶ ἔθνη τέτοιες ἀρετὲς καὶ τέτοια θαύματα, ὅλοι τους θὰ συμφωνήσουν καὶ θὰ τὸν ἀνακηρύξουν βασιλιὰ μὲ μεγάλη χαρά, λέγοντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλο· «Μήπως λοιπὸν ὑπάρχει ἄλλος τόσο πολὺ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος ἄνθρωπος;». Θὰ ἀνυψωθεῖ μάλιστα ἀμέσως ἢ βασιλεία του, καὶ θὰ πατάξει μὲ θυμὸ τρεῖς μεγάλους βασιλεῖς.

 

Στὴ συνέχεια θὰ ὑπερηφανευθεῖ ἢ καρδιά του,
 καὶ θὰ ξεράσει ὁ Δράκοντας τὴν πικρότητά του. Θὰ ταράξει τὴν οἰκουμένη καὶ θὰ κινήσει 
τά πέρατα τοῦ κόσμου· 
θὰ προξενήσει θλίψη σὲ ὅλο τὸν κόσμο καὶ θὰ μολύνει τὶς ψυχές.
 «Ὄχι πιὰ σὰν εὐλαβής, ἀλλὰ σὲ ὅλα σκληρὸς πρὸς ὅλους, ἀπότομος, 
ὀργίλος, θυμώδης, φοβερός, ἐμπαθής, τρομερός, 
ἄσχημος, μισητός, σιχαμερός, ἄγριος, ὀλέθριος, ἀδιάντροπος
 καὶ πρόθυμος νὰ ρίξει μέσα στὸ λάκκο τῆς ἀσέβειας ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. 
Πληθύνει τὰ θαύματα τοῦ ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, μὲ ψευτιὰ καὶ ὄχι μὲ ἀλήθεια. 
Ἐνῷ θὰ παραβρίσκονται καὶ ἄλλα πολλὰ πλήθη, καὶ θὰ τὸν ἐπευφημοῦν γιὰ τὶς φανταστικὲς τερατουργίες του,
 θὰ φωνάξει δυνατά, ὥστε νὰ σαλευθεῖ ὁ τόπος, ὅπου τὰ πλήθη στέκονται μπροστὰ τοὺ·
 «Γνωρίστε, ὅλοι οἱ λαοί, τὴ δύναμή μου καὶ τὴν ἐξουσία μου».
 Θὰ μετακινεῖ βουνὰ μπροστὰ στὰ μάτια αὐτῶν ποὺ τὰ βλέπουν
 καὶ θὰ ἀνυψώνει νησιὰ ἀπὸ τὴ θάλασσα· 
ὅλα ὅμως θὰ τὰ κάνει μὲ ἀπάτη καὶ μὲ φαντασία, καὶ ὄχι ἀληθινά, ἀλλὰ ἀπεναντίας
 θὰ πλανᾷ τὸν κόσμο καὶ θὰ ἐξαπατᾷ μὲ τὶς φανταστικὲς τερατουργίες τὰ σύμπαντα. 
Πολλοὶ θὰ πιστεύσουν καὶ θὰ τὸν δοξάσουν, σὰν ἰσχυρὸ θεό.



      Άγιος Εφραίμ ο Σύρος


Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΕΓΡΑΨΕ ΣΤΗΝ ΠΛΑΚΑ ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ


 


Κατὰ τὴν Σκήτην τοῦ Πρωτάτου, τὴν εὑρισκομένην εἰς τὰς Καρυάς, 

ἐκεῖ πλησίον, ἐν τῇ τοποθεσίᾳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Παντοκράτορος, 

εἶναι λάκκος μεγάλος, ὅστις ἔχει κελλία διάφορα. 

Εἰς ἓν λοιπὸν τῶν κελλίων τούτων, 

ἐπ᾿ ὀνόματι τιμώμενον τῆς Κυρίας Θεοτόκου τῆς Κοιμήσεως, 

ἐκατοίκει ἕνας Ἱερομόναχος Γέρων καὶ ἐνάρετος μετὰ ἄλλου ὑποτακτικοῦ. 

Ἐπειδὴ δὲ ἦτο συνήθεια νὰ γίνεται ἀγρυπνία κάθε Κυριακὴν εἰς τὴν ρηθεῖσαν τοῦ Πρωτάτου Σκήτην, 

κατὰ τὸ ἑσπέρας ἑνὸς Σαββάτου, 

θέλων νὰ ὑπάγῃ ὁ προρρηθεὶς Γέροντας εἰς τὴν ἀγρυπνίαν λέγει τῷ μαθητῇ αὐτοῦ: 

«Τέκνον, ἐγὼ μὲν ὑπάγω διὰ νὰ ἀκούσω τὴν ἀγρυπνίαν, ὡς σύνηθες·

 σὺ δὲ μεῖνον εἰς τὸ κελλίον καὶ ὡς δύνασαι, ἀνάγνωθι τὴν Ἀκολουθίαν σου». 

Καὶ οὕτως ἀπῆλθεν.


 

Κατὰ τὴν Σκήτην τοῦ Πρωτάτου, τὴν εὑρισκομένην εἰς τὰς Καρυάς, ἐκεῖ πλησίον, ἐν τῇ τοποθεσίᾳ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Παντοκράτορος, εἶναι λάκκος μεγάλος, ὅστις ἔχει κελλία διάφορα. Εἰς ἓν λοιπὸν τῶν κελλίων τούτων, ἐπ᾿ ὀνόματι τιμώμενον τῆς Κυρίας Θεοτόκου τῆς Κοιμήσεως, ἐκατοίκει ἕνας Ἱερομόναχος Γέρων καὶ ἐνάρετος μετὰ ἄλλου ὑποτακτικοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο συνήθεια νὰ γίνεται ἀγρυπνία κάθε Κυριακὴν εἰς τὴν ρηθεῖσαν τοῦ Πρωτάτου Σκήτην, κατὰ τὸ ἑσπέρας ἑνὸς Σαββάτου, θέλων νὰ ὑπάγῃ ὁ προρρηθεὶς Γέροντας εἰς τὴν ἀγρυπνίαν λέγει τῷ μαθητῇ αὐτοῦ: «Τέκνον, ἐγὼ μὲν ὑπάγω διὰ νὰ ἀκούσω τὴν ἀγρυπνίαν, ὡς σύνηθες· σὺ δὲ μεῖνον εἰς τὸ κελλίον καὶ ὡς δύνασαι, ἀνάγνωθι τὴν Ἀκολουθίαν σου». Καὶ οὕτως ἀπῆλθεν. Ἀφ᾿ οὗ δὲ ἡ ἑσπέρα παρῆλθεν, ἰδοὺ κρούει τις τὴν θύραν τοῦ Κελλίου, ὁ δὲ Ἀδελφὸς ἔδραμε καὶ τὴν ἄνοιξε καὶ βλέπει, ὅτι ἦτο ξένος μοναχός, ἄγνωστος εἰς αὐτόν, ὅστις εἰσελθὼν ἔμεινεν εἰς τὸ κελλίον τὴν νύκτα ἐκείνην.Ἐν τῇ ὥρᾳ δὲ τοῦ Ὄρθρου, ἀναστάντες, ἔψαλλον καὶ οἱ δυὸ τὴν Ἀκολουθίαν· ὅταν δὲ ἦλθον εἰς τὴν Τιμιωτέραν, ὁ μὲν ἐντόπιος Μοναχὸς ἔψαλλε μόνον τὴν «Τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, Σὲ μεγαλύνομεν», δηλαδὴ τὸν παλαιὸν ὕμνον τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Ποιητοῦ, ὁ δὲ ξένος ἐκεῖνος Μοναχός, κάμνοντας ἄλλην ἀρχὴν τοῦ ὕμνου, ἔψαλλεν οὕτως: «Ἄξιον ἔστιν, ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν Ἀειμακάριστον καὶ Παναμώμητον καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν». Εἶτα ἐσύναψε καὶ τὴν «Τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, Σὲ μεγαλύνομεν».Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ ἐντόπιος Μοναχός, ἐθαύμασε, καὶ λέγει πρὸς τὸν φαινόμενον ξένον: «Ἡμεῖς μόνον ψάλλομεν «Τὴν Τιμιωτέραν», τὸ δὲ Ἄξιόν ἐστιν οὐδέποτε ἠκούσαμεν, οὔτε ἡμεῖς οὔτε οἱ πρωτήτεροι ἀπὸ ἡμᾶς. Ἀλλὰ παρακαλῶ σε, ποίησον ἀγάπην, καὶ γράψον καὶ εἰς ἐμένα τὸν ὕμνον τοῦτον διὰ νὰ ψάλλω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Θεοτόκον». Ὁ δὲ ἀποκριθείς, «φέρε μοι, τοῦ λέγει, μελάνι καὶ χαρτὶ διὰ νὰ τὸν γράψω». Ὁ δὲ ἐντόπιος ἀπεκρίθη πρὸς αὐτόν· «Δυστυχῶς, δὲν ἔχω οὔτε μελάνι, οὔτε χαρτὶ διὰ νὰ τὸ γράψης». Καὶ ὁ φαινόμενος ξένος, «Φέρε μοι, τοῦ εἶπε, μίαν πλάκα».Ὁ δὲ Μοναχὸς δραμών, εὗρε πλάκα καὶ τοῦ τὴν ἔφερε. Λαβὼν δὲ ταύτην ὁ ξένος, ἔγραψεν ἐπάνω εἰς αὐτὴν μὲ τὸν ἑαυτοῦ δάκτυλον τὸν ρηθέντα ὕμνον, τὸ «Ἄξιόν ἐστι», καὶ ὢ τοῦ Θαύματος! τόσον βαθέως ἐχαράχθησαν τὰ γράμματα ἐπάνω εἰς τὴν σκληρὴν πλάκα, ὡσὰν νὰ ἐγράφησαν ἐπάνω εἰς τὸν πηλὸν ἁπαλώτατον. Εἶτα λέγει τῷ Ἀδελφῷ· «Ἀπὸ τῆς σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς οὕτω νὰ ψάλλετε καὶ ἐσεῖς, καὶ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι». Ἦτο γὰρ ἅγιος Ἄγγελος, ἀπεσταλμένος παρὰ τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ ἀποκαλύψη τὸν ἀγγελικὸν ὕμνον τοῦτον, καὶ τῇ Μητρὶ τοῦ Θεοῦ πρεπωδέστατον, μᾶλλον δὲ ἦτο ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὡς ρηθήσεται ἐν τοῖς ἐπομένοις.Ἀφοῦ δὲ ἦλθεν ἀπὸ τὴν ἀγρυπνίαν ὁ Γέροντας καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ κελλίον, ἀρχίζει ὁ ὑποτακτικὸς αὐτοῦ νὰ ψάλλῃ τὸ «Ἄξιον ἔστιν», καθὼς ὁ Ἄγγελος αὐτῷ παρήγγειλε, καὶ δείχνει εἰς τὸν Γέροντά του καὶ τὴν ρηθεῖσαν πλάκα μὲ τὰ ἀγγελοχάρακτα γράμματα. Ὁ δέ, ταῦτα ἀκούσας καὶ ἰδών, ἔμεινεν ἐκστατικὸς διὰ τὸ τοιοῦτον θαυμάσιον. Καὶ λοιπὸν λαβόντες καὶ οἱ δυὸ τὴν ἀγγελοχάρακτον ἐκείνην πλάκα, ἀπῆλθον εἰς τὸ Πρωτάτον τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς γέροντας τῆς Κοινῆς Συνάξεως, ἐδιηγήθησαν εἰς αὐτοὺς ἅπαντας τὰ γενόμενα· οἱ δὲ δοξάσαντες ὁμοφώνως τὸν Θεὸν καὶ εὐχαριστήσαντες τὴν Κυρίαν ἡμῶν Θεοτόκον διὰ τὸ παράδοξον τοῦτο, εὐθὺς ἀπέστειλαν τὴν πλάκα εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, πρός τε τὸν Πατριάρχην καὶ τὸν Βασιλέα, σημειώσαντες εἰς αὐτοὺς διὰ γραμμάτων ἅπασαν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ τοιούτου θαυματουργήματος.Ἀπὸ τότε δὲ καὶ ὕστερα, ὁ μὲν ἀγγελικὸς αὐτὸς ὕμνος διεδόθη εἰς ὅλην τὴν Οἰκουμένην διὰ νὰ ψάλλεται εἰς τὴν Θεομήτορα ἀπὸ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους· ἡ δὲ ἁγία εἰκὼν τῆς Θεοτόκου, ἡ εὑρισκόμενη εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ κελλίου ἐκείνου, ἐν ᾧ τὸ τοιοῦτον γέγονε θαῦμα, μετεφέρθη ἀπὸ τοὺς Πατέρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Πρωτάτου, καὶ εἰς αὐτὴν εὑρίσκεται ἕως σήμερον, ἐνθρονισμένη ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Συνθρόνου, ἑντὸς τοῦ Ἁγίου Βήματος, ἐπειδὴ καὶ ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος ταύτης ἐψάλη τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ Ἀγγέλου ὁ ὕμνος οὗτος. Τὸ δὲ κελλίον ἐκεῖνο ἔλαβε τὴν ἐπωνυμίαν: «Ἄξιον ἔστιν»· καὶ ὁ λάκκος ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ κελλίον εὑρίσκεται, ὀνομάζεται ἀπὸ ὅλους ἕως σήμερον: «Ἄδειν, ὃ ἐστὶ ψάλλειν», διότι εἰς αὐτὸν τὸν πρῶτον ἐψάλη ὁ ἀγγελικὸς καὶ Θεομητοροπρεπὴς οὗτος ὕμνος.Ὅτι δὲ τὸ θαῦμα τοῦτο εἶναι πολλὰ παλαιὸν καὶ ὅτι ὁ Ἄγγελος, ὅστις ἐφάνη, ἦτο ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, μαρτυρεῖ καὶ τὸ ἐν τοῖς τετυπωμένοις Μηναίοις γεγραμμένον, κατὰ τὴν ἑνδεκάτην του Ἰουνίου Μηνὸς οὕτω: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἡ Σύναξις τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ ἐν τῷ Ἄδειν». Ἐπειδὴ δέ, ὡς φαίνεται, ἐν τῇ ἑνδεκάτῃ του Ἰουνίου ἠκολούθησε τὸ τοιοῦτον θαυμάσιον, τούτου χάριν οἱ τότε Πατέρες ἐτέλουν Σύναξιν καὶ λειτουργίαν κατ᾿ ἐνιαυτὸν εἰς τὸν ρηθέντα λάκκον, τὸν ἐπονομαζόμενον Ἄδειν, εἰς μνήμην τοῦ θαύματος, τιμῶντες καὶ δοξάζοντες, τὸν Ἀρχάγγελον Γαβριήλ, ὅστις καθὼς ἀπαρχῆς ἕως τέλους ἐστάθη ὁ ἔνθεος ὑμνολόγος τῆς Θεοτόκου καὶ τροφεὺς καὶ διακονητὴς καὶ χαροποιὸς αὐτῆς εὐαγγελιστὴς οὕτως ὑπηρέτησε καὶ εἰς τὸ νὰ ἀποκαλύψη τὸν ὄντως Θεομητορικὸν τοῦτον ὕμνον, ὡς αὐτῷ μόνῳ κατὰ πάντα πρεπούσης τῆς τοιαύτης διακονίας.Καὶ πάλαι μὲν ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων Θεὸς ἔδωκε τὰς δέκα ἐντολὰς εἰς τοὺς Ἑβραίους, γεγραμμένας μὲ τὸν αὑτοῦ δάκτυλον ἐπάνω εἰς τὰς δυὸ λιθίνας πλάκας, τώρα δὲ ὁ Ἄρχων τῶν τοῦ Θεοῦ Ἀγγέλων ἔδωκεν εἰς ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους τὸν πλέον γλυκύτατον καὶ ἐρασμιώτερον ὕμνον τῆς Μητρὸς τοῦ Θεοῦ, γεγραμμένον εἰς λιθίνην πλάκα μὲ τὸν ἀρχαγγελικὸν αὐτοῦ δάκτυλον.Βλέπε δὲ πῶς ἐπληρώθη ἡ προφητεία τοῦ Θείου Γαβριὴλ ὁποῦ εἶπεν, ὅτι νὰ ψάλλωσι τὸν ὕμνον τοῦτον ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι· διότι τόσον κοινὸς καὶ ποθεινὸς ἐγένετο ὁ Ἀρχαγγελοσύνθετος οὗτος ὕμνος εἰς ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους, ὥστε καὶ αὐτὰ τὰ μικρὰ παιδάρια τῶν Χριστιανῶν ἠξεύρουν καὶ τὸν ψάλλουν μεφαλοφώνως τὴν σήμερον, μὲ μεγάλην χαρὰν τῆς καρδίας των, εἰς δόξαν τῆς Θεοτόκου, ἧς ταῖς Ἁγίαις πρεσβείαις ἀξιωθείημεν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἀμήν!


 

Καὶ πάλαι μὲν ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων Θεὸς ἔδωκε 

τὰς δέκα ἐντολὰς εἰς τοὺς Ἑβραίους,

 γεγραμμένας μὲ τὸν αὑτοῦ δάκτυλον ἐπάνω εἰς τὰς δυὸ λιθίνας πλάκας, 

τώρα δὲ ὁ Ἄρχων τῶν τοῦ Θεοῦ Ἀγγέλων ἔδωκεν εἰς ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους

 τὸν πλέον γλυκύτατον καὶ ἐρασμιώτερον ὕμνον τῆς Μητρὸς τοῦ Θεοῦ, 

γεγραμμένον εἰς λιθίνην πλάκα μὲ τὸν ἀρχαγγελικὸν αὐτοῦ δάκτυλον.

Βλέπε δὲ πῶς ἐπληρώθη ἡ προφητεία τοῦ Θείου Γαβριὴλ ὁποῦ εἶπεν, 

ὅτι νὰ ψάλλωσι τὸν ὕμνον τοῦτον ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι·

 διότι τόσον κοινὸς καὶ ποθεινὸς ἐγένετο ὁ Ἀρχαγγελοσύνθετος 

οὗτος ὕμνος εἰς ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους, 

ὥστε καὶ αὐτὰ τὰ μικρὰ παιδάρια τῶν Χριστιανῶν ἠξεύρουν καὶ τὸν ψάλλουν μεφαλοφώνως τὴν σήμερον, 

μὲ μεγάλην χαρὰν τῆς καρδίας των, εἰς δόξαν τῆς Θεοτόκου, 

ἧς ταῖς Ἁγίαις πρεσβείαις ἀξιωθείημεν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

 Ἀμήν!


Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΙΜΙΟΝ ΚΑΙ ΖΩΟΟΠΟΙΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ




Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ προαναγγελλόταν καὶ προτυπωνόταν μυστικῶς ἀπὸ παλαιὲς γενεὲς καὶ κανεὶς
 ποτὲ δὲν συμφιλιώθηκε μὲ τὸ Θεὸ χωρὶς τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ.
 Πραγματικὰ μετὰ τὴ προγονικὴ ἐκείνη παράβαση στὸ παράδεισο τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ δένδρου, ἡ μὲν ἁμαρτία ἀναπτύχθηκε, ἐμεῖς δὲ πεθάναμε, 
ἔχοντας ὑποστεῖ τὸ θάνατο τῆς ψυχῆς καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ σωματικὸ θάνατο,
 ποὺ εἶναι ὁ ἀπὸ τὸ Θεὸ χωρισμός της.
Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα καὶ αὐταγαθότης καὶ ἀρετὴ καὶ αὐτοῦ κατ᾿ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση
 εἶναι τὸ δικό μας πνεῦμα.
 Γιὰ νὰ ἀνανεωθεῖ καὶ φιλιωθεῖ ὁποιοσδήποτε μὲ τὸ Θεὸ κατὰ τὸ πνεῦμα, πρέπει νὰ καταργηθεῖ ἡ ἁμαρτία.
 Τοῦτο εἶναι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου.Πολλοὶ φίλοι τοῦ Θεοῦ μαρτυρήθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεὸ καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ νόμο, χωρὶς νὰ ἔχει φανεῖ ἀκόμα ὁ Σταυρός. 
Ὁ Δαβὶδ λέγει: 
ἀπὸ ἐμένα τιμήθηκαν ὑπερβολικὰ οἱ φίλοι σου, Θεέ» (Ψαλμ. 138,16).
 Πῶς λοιπὸν ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἦταν φίλοι τοῦ Θεοῦ πρὶν ἀπὸ τὸ Σταυρὸ;
 Διότι ἐνεργεῖτο σὲ αὐτοὺς τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ.

 

 

ς ἀρχίσουμε πρῶτα ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ. Ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε: Ἔβγα ἀπὸ τὴ γῆ σου καὶ τὴ συγγένειά σου καὶ ἔλα στὴ γῆ ποὺ θὰ σοῦ δείξω». Δὲν εἶπε ποὺ θὰ σοῦ δώσω, ἀλλὰ ποὺ θὰ σοῦ δείξω. Αὐτὸς ὁ λόγος φέρει μέσα του τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ.Πρὸς τὸν Μωυσῆ δέ, ὅταν ἔφυγε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ἀνέβηκε στὸ ὄρος τοῦ εἶπε ὁ Θεός: «λύσε τὸ ὑπόδημα ἀπὸ τὰ πόδια σου». Τοῦτο εἶναι ἄλλο μυστήριο τοῦ Θεοῦ.


Νὰ λύσει τὸ ὑπόδημα ἀπὸ τὰ πόδια, νὰ ἀποθέσει τοὺς δερμάτινους χιτῶνες μέσα στοὺς ὁποίους ἐνεργεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὴν ἁγία γῆ. Νὰ μὴ ζεῖ πλέον κατὰ σάρκα καὶ στὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ νὰ καταργηθεῖ καὶ νὰ νεκρωθεῖ ἡ ἀντικειμένη στὸ Θεὸ ζωή. Ὅπως λέγει ὁ θεῖος Παῦλος νὰ σταυρώσει κανεὶς τὴ σάρκα μαζὶ μὲ τὰ παθήματα καὶ τὶς ἐπιθυμίες.Ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ φύγουν τελείως ἀπὸ μᾶς τὰ πονηρὰ πάθη καὶ ὁ κόσμος τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μὴ ἐνεργοῦν σέ μας συλλογιστικά, ἐὰν δὲν φθάσουμε στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ ἡ θεωρία τοῦ εἴδους αὐτοῦ ποὺ σταυρώνει γιὰ τὸ κόσμο ἐκείνους ποὺ τὴν ἀξιώθηκαν.


τσι καὶ ἡ στὴ περίπτωση τοῦ Μωυσῆ ἐκείνη θεωρία τῆς καιομένης καὶ μὴ κατακαιομένης βάτου ἦταν μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, μεγαλύτερο καὶ τελειότερο ἀπὸ τὸ μυστήριο ἐκεῖνο τὸ καιρὸ τοῦ Ἀβραάμ. Ἄραγε λοιπὸν ὁ μὲν Μωυσῆς ἐμυήθηκε τὸ τελειότερο μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ὁ δὲ Ἀβραὰμ ὄχι; Στὸν Ἀβραὰμ ποὺ ἀξιώθηκε τὴ θαυμασιωτέρα θεοπτία, ὅταν εἶδε τὸν ἕνα τρισυπόστατο Θεὸ στὴ Βαλανιδιὰ τοῦ Μαβρῆ (Γεν. 18,1), ἐνεργήθηκε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ὅταν θυσίαζε τὸ γιό του Ἰσαάκ. Ὁ Ἰσαὰκ ἦταν ὁ ἴδιος τύπος ἐκείνου ποὺ προσηλώθηκε σ᾿ αὐτόν, ἀφοῦ ἔγινε ὑπήκοος στὸ πατέρα του μέχρι θανάτου, ὅπως ὁ Χριστός.


Καὶ τὸ κριάρι ποὺ τοῦ δόθηκε σὲ σφαγὴ ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ τὸ φυτό, στὸ ὁποῖο ἦταν τὸ κριάρι δεμένο, εἶχε τὸ μυστήριο τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ, γι᾿ αὐτὸ καὶ λεγόταν Σαβέκ, φυτὸ ἀφέσεως, ὅπως καὶ ὁ Σταυρὸς λεγόταν ξύλο σωτηρίας.Ἐνεργοῦσε δὲ τὸ μυστήριο καὶ ὁ τύπος τοῦ Σταυροῦ καὶ στὸν Ἰακώβ, τὸ γιὸ τοῦ Ἰσαάκ, διότι αὔξησε τὰ ποίμνιά του μὲ ξύλα καὶ ὕδωρ. Τὸ ξύλο λοιπὸν προετύπωνε τὸ σταυρικὸ ξύλο, τὸ δὲ ὕδωρ τὸ θεῖο βάπτισμα ποὺ περικλείει μέσα του τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ.


Ἰακὼβ καὶ ὅταν προσκυνοῦσε ἕως τὸ ἄκρο τῆς ράβδου του καὶ ὅταν εὐλογοῦσε τοὺς ἐγγονούς του (Γεν. 48,9-20), ὑπεδήλωνε ἀκόμη καθαρότερα τὸν τύπο τοῦ Σταυροῦ.Ὅπως λοιπὸν στὸν μὲν Ἀβραὰμ ἐνεργοῦσε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ὁ δὲ γιός του Ἰσαὰκ ἦταν τύπος τοῦ ὕστερα σταυρωθέντος, ἔτσι πάλι στοῦ Ἰακὼβ τὸ βίο ὁλόκληρο ἐνεργοῦσε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ὁ Ἰωσὴφ δὲ ὁ γιὸς τοῦ Ἰακὼβ ἦταν τύπος καὶ μυστήριο τοῦ Θεανθρώπου Λόγου ποὺ ἀργότερα πρόκειτο νὰ σταυρωθεῖ. 


Διότι ἀπὸ φθόνο ὁδηγήθηκε καὶ αὐτὸς πρὸς τὴ σφαγὴ καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς. Ἐὰν δὲ δὲν σφάχθηκε, ἀλλὰ πωλήθηκε ὁ Ἰωσὴφ καὶ οὔτε ὁ Ἰσαὰκ σφάχθηκε δὲν εἶναι περίεργο, γιατὶ αὐτοὶ δὲν ἦσαν ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ τύπος τῆς μελλοντικῆς ἀληθείας. Ἡ σφαγὴ προεφανέρωνε τὸ κατὰ σάρκα πάθος τοῦ Θεανθρώπου, ἡ δὲ ἀποφυγὴ τοῦ πάθους προεφανέρωνε τὸ ἀπαθὲς τῆς Θεότητος.Ἂς ἐπανέλθουμε στὸ Μωυσῆ ποὺ σώθηκε ὁ ἴδιος μὲ ξύλο καὶ ὕδωρ, ὅταν ἐκτέθηκε μέσα σὲ ἕνα καλάθι στὰ ρεύματα τοῦ Νείλου, ποὺ ὅπως εἴπαμε προεφανέρωνε τὸ Σταυρὸ καὶ τὸ βάπτισμα.


Προχωρώντας ὁ Μωυσῆς προανέδειξε σαφέστατα τὸν τύπο ἀκόμη καὶ τὸ σχῆμα τοῦ Σταυροῦ καὶ τὴ σωτηρία δι᾿ αὐτοῦ τοῦ τύπου. Γιατὶ ἀφοῦ ἔστησε ὄρθια τὴ ράβδο, ἅπλωσε πάνω σὲ αὐτὴν τὰ χέρια του καὶ σχηματίζοντας ἔτσι τὸν ἑαυτό του σταυρικῶς πάνω στὴ ράβδο, κατατρόπωσε τοὺς ἐχθρούς. (Ἐξ. 17, 8). Ἐπίσης τοποθετώντας τὸ χάλκινο φίδι πλάγια πάνω σὲ σημαία, ἀναστηλώνοντας τὸ τύπο τοῦ Σταυροῦ, παρήγγειλε στοὺς δαγκαμένους ἀπὸ φίδια Ἰουδαίους νὰ τὸν βλέπουν καὶ ἔτσι νὰ θεραπεύονται ἀπὸ τὰ δαγκώματα τῶν φιδιῶν.


Δὲν θὰ ἐπαρκέσει ὁ χρόνος νὰ διηγοῦμαι σὲ πόσους ἄλλους ἐνεργοῦσε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ὅπως περὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ τῶν ἔπειτα ἀπὸ αὐτῶν κριτῶν καὶ προφητῶν, τοῦ Δαβὶδ καὶ τῶν μετέπειτα, οἱ ὁποῖοι ἀνέκοψαν ποταμούς, σταμάτησαν τὸν ἥλιο, κατεδάφισαν πόλεις ἀσεβῶν, ἔγιναν νικηφόροι στὸ πόλεμο, ἀπέφυγαν θάνατο ἀπὸ μαχαίρι ἢ ἀπὸ φωτιὰ ἢ ἀπὸ λιοντάρια, ἔλεγξαν βασιλεῖς, ἀνέστησαν νεκρούς, ἔφεραν ξηρασία καὶ πάλι ὅταν τὸ ζήτησαν ἔφεραν βροχὴ καὶ ὅλα ὅσα ἀναφέρει ὁ θεῖος Παῦλος γιὰ τὴ πίστη ἰδιαίτερα στὸ Σταυρό, ποὺ εἶναι δύναμις Θεοῦ γιὰ μᾶς τοὺς σωζομένους, ἐνῶ εἶναι μωρία γιὰ τοὺς ἀφανιζομένους.


λλὰ νὰ ἀφήσουμε ὅλους μὲ τὸ παλαιὸ νόμο, καὶ νὰ πᾶμε στὸν ἴδιο τὸ Κύριο, γιὰ τὸν ὁποῖο καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα, ὁ ὁποῖος ἔλεγε πρὶν ἀπὸ τὸ Σταυρό: ὅ,ποιος δὲν παίρνει τὸ σταυρό του γιὰ νὰ μὲ ἀκολουθήσει, δὲν εἶναι ἄξιός μου», καὶ ὅποιος θέλει νὰ ἔλθει πίσω μου, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸ σταυρό του καὶ ἂς μὲ ἀκολουθήσει».Ἡ ἐντολὴ διατάσσει νὰ ἀρνεῖται κανεὶς τὸ σῶμα καὶ νὰ σηκώνει τὸ σταυρό του. Τὸ ἔχουν τὸ σῶμα οἱ ζῶντες κατὰ Θεό, ἀλλὰ δὲν εἶναι πολὺ προσδεδεμένοι σὲ αὐτό, τὸ χρησιμοποιοῦν ὡς συνεργὸ στὰ ἀναγκαῖα, ἂν δὲ τὸ καλέσει ὁ καιρὸς εἶναι ἕτοιμοι νὰ τὸ προδώσουν καὶ αὐτό, ὅπως καὶ κτήματα καὶ ὅτι ἄλλα μέσα χρειασθοῦν.


Τέτοιος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ, ὡς τέτοιος δέ, ὄχι μόνο στοὺς προφῆτες πρὶν συντελεσθεῖ, ἀλλὰ καὶ τώρα μετὰ τὴ τέλεσή του, εἶναι μυστήριο μέγα καὶ πραγματικὰ θεῖο. Πῶς; Διότι φαινομενικὰ μὲν παρουσιάζεται νὰ προξενεῖ ἀτίμωση στὸν ἑαυτό του αὐτὸς ποὺ ἐξευτελίζει τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν ταπεινώνει σὲ ὅλα, καὶ πόνο καὶ ὀδύνη, αὐτὸς ποὺ ἀποφεύγει τὶς σωματικὲς ἡδονές, αὐτὸς ποὺ δίνει τὰ ὑπάρχοντα καθίσταται αἴτιος πτωχείας στὸν ἑαυτό του.


Διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ ὅμως αὐτὴ ἡ πτωχεία καὶ ἡ ὀδύνη καὶ ἀτιμία, γεννᾶ δόξα αἰώνια καὶ ἡδονὴ ἀνέκφραστη καὶ ἀνεξάντλητο πλοῦτο, τόσο στὸ παρόντα ὅσο καὶ στὸ μέλλοντα ἐκεῖνο κόσμο.Τοῦτο λοιπὸν εἶναι ἡ σοφία καὶ δύναμη τοῦ Θεοῦ, τὸ νὰ νικήσει δι᾿ ἀσθενείας, τὸ νὰ ὑψωθεῖ διὰ ταπεινώσεως, τὸ νὰ πλουτίσει διὰ πτωχείας. 


χι μόνο δὲ ὁ λόγος καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ τύπος εἶναι θεῖος καὶ προσκυνητός, διότι εἶναι σφραγίδα ἱερά, σωστικὴ καὶ σεβαστή, ἁγιαστικὴ καὶ τελεστικὴ τῶν ὑπερφυῶν καὶ ἀπορρήτων ἀγαθῶν ποὺ ἐνεργήθηκαν στὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸ Θεό, ἀναιρετικὴ κατάρας καὶ καταδίκης, καθαιρετικὴ φθορᾶς καὶ θανάτου, παρεκτικὴ ἀϊδίου ζωῆς καὶ εὐλογίας, σωτηριῶδες ξύλο, βασιλικὸ σκῆπτρο, θεῖο τρόπαιο κατὰ ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν, ἔστω καὶ ἂν οἱ ὀπαδοὶ τῶν αἱρετικῶν φρενοβλαβῶς δυσαρεστοῦνται.


Σταυρὸς τοῦ Κυρίου παριστάνει ὅλη τὴν οἰκονομία τῆς σαρκικῆς παρουσίας καὶ περικλείει ὅλο τὸ κατ᾿ αὐτὴν μυστήριο, ἐκτείνεται πρὸς ὅλα τὰ πέρατα καὶ περιλαμβάνει ὅλα, τὰ ἄνω, τὰ κάτω, τὰ γύρω, τὰ ἐνδιάμεσα καὶ τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὀνομάζει φανερῶς ὕψος καὶ δόξα του, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀνεβεῖ σὲ αὐτό, κατὰ τὴ μέλλουσα δὲ παρουσία καὶ ἐπιφάνειά του προαναγγέλλει ὅτι θὰ ἔλθει τὸ σημεῖο τούτου τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου μὲ πολλὴ δύναμη καὶ δόξα.


ἀπόστολος Παῦλος γράφει πρὸς τοὺς Κολοσσαεῖς: «ἐνῷ εἴσαστε νεκροὶ ἀπὸ τὰ παραπτώματα καὶ τὴν ἀκροβυστία τῆς σάρκας, σᾶς ἐζωοποίησε μαζί του, χαρίζοντάς σας ὅλα τὰ παραπτώματα, ἐξαλείφοντας τὸ χειρόγραφο ποὺ περιεῖχε τὶς ἐναντίον μας ἀποφάσεις, σηκώνοντάς το ἀπὸ τὴ μέση καὶ καρφώνοντάς το στὸ Σταυρό, ξεγυμνώνοντας δὲ τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες, τὶς διεπόμπευσε δημόσια θριαμβεύοντάς τες πάνω στὸ Σταυρό». (Κολ. 2,13).

  

 

Ἐμεῖς κλίνοντας τὰ γόνατα καὶ τὶς καρδιές, 
ἂς προσκυνήσουμε μαζὶ μὲ τὸν ψαλμωδὸ καὶ προφήτη Δαβὶδ (Ψαλμ. 131,7) 
στὸ τόπο ὅπου
 στάθηκαν τὰ πόδια του καὶ ὅπου ἐξαπλώθηκαν τὰ χέρια ποὺ συνέχουν 
τὸ σύμπαν καὶ ὅπου ἐτεντώθηκε 
γιὰ μᾶς τὸ ζωαρχικὸ σῶμα καὶ προσκυνώντας καὶ ἀσπαζόμενοι αὐτὸν μὲ πίστη, ἂς παίρνουμε πλούσιο τὸν ἀπὸ ἐκεῖ ἁγιασμὸ καὶ ἂς τὸν φυλάττουμε.
 Ἔτσι καὶ κατὰ τὴν ὑπερένδοξη μέλλουσα παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, 
βλέποντας τὸν νὰ προηγεῖται λαμπρῶς, θὰ ἀγαλλιάζωμε καὶ θὰ χοροπηδοῦμε διαπαντός,
 διότι πετύχαμε τὴν ἀπὸ τὰ δεξιὰ θέση, 
σὲ δόξα τοῦ σαρκικῶς σταυρωθέντος γιὰ μᾶς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, 
στὸν ὁποῖο πρέπει δοξολογία μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ πανάγιο 
καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
 Γένοιτο!
                         
        

                                                                                          

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς


ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΕΣΦΑΓΜΕΝΗ ΥΠΟ ΤΙΝΟΣ ΜΟΝΑΧΟΥ





Ἐξέστη τὰ σύμπαντα, ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ σου·
σὺ γὰρ ἀπειρόγαμε Παρθένε, ἔσχες ἐν μήτρᾳ τὸν ἐπὶ πάντων Θεόν, καὶ τέτοκας ἄχρονον Υἱόν, 
πᾶσι τοῖς ὑμνοῦσί σε, σωτηρίαν βραβεύοντα.
Ὁδὸν ἡ κυήσασα, ζωῆς, χαῖρε Πανάμωμε, 
ἡ κατακλυσμοῦ τῆς ἁμαρτίας, σώσασα κόσμον·
 χαῖρε Θεόνυμφε, ἄκουσμα καὶ λάλημα φρικτόν· χαῖρε ἐνδιαίτημα, τοῦ Δεσπότου τῆς κτίσεως.
Ἰσχὺς καὶ ὀχύρωμα, ἀνθρώπων, χαῖρε Ἄχραντε, 
τόπε ἁγιάσματος τῆς δόξης· νέκρωσις ᾍδου, νυμφὼν ὁλόφωτε· χαῖρε τῶν Ἀγγέλων χαρμονή·
 χαῖρε ἡ βοήθεια, τῶν πιστῶς δεομένων σου.Πυρίμορφον ὄχημα, τοῦ Λόγου, 
χαῖρε Δέσποινα, ἔμψυχε Παράδεισε, τὸ ξύλον, 
ἐν μέσῳ ἔχων ζωῆς τὸν Κύριον· οὗ ὁ γλυκασμὸς ζωοποιεῖ, πίστει τοὺς μετέχοντας, καὶ φθορᾷ ὑποκύψαντας.


 

Διήγησις περὶ τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος τῆς Θεοτόκου τῆς ἐπονομαζομένης «Ἐσφαγμένης»Ἡ ἐπωνυμία αὐτὴ ἀπεδόθη τῇ Ἁγίᾳ ταύτῃ εἰκόνι, διὰ τὴν ἑξῆς αἰτίαν:Εἷς Ἱεροδιάκονος Ἐκκλησιάρχης τῆς αὐτῆς Μονῆς, ἐργαζόμενος ἑντὸς τοῦ Καθολικοῦ Ναοῦ, καὶ καταγινόμενος κατὰ τὸ χρέος αὐτοῦ, ἵνα φιλοκαλῇ καὶ τακτοποιῇ τὰ πάντα, ἤρχετο ἐνίοτε ἵνα γευματίση ἐν τῇ Κοινῇ τραπέζῃ, οὐχὶ ἐν τῇ, ὡς ἔθος, διατεταγμένῃ ὥρᾳ, ἀλλ᾿ ὑστερώτερον.Ἐν μίᾳ δὲ τῶν ἡμερῶν ἐβράδυνεν ὡσαύτως ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, εἶτα ἐλθὼν εἰς τὴν τράπεζαν ἐζήτησε παρὰ τοῦ τραπεζάρη, νὰ τῷ δώσῃ νὰ γευματίση· ὁ δὲ τραπεζάρης ἀγανακτήσας διὰ τὴν ἄωρον ἔλευσιν τοῦ Ἐκκλησιάρχου, εἶπεν αὐτῷ μετ᾿ ὀργῆς, ὅτι πρέπει νὰ ἔρχηται εἰς τὴν τράπεζαν εἰς τὴν διατεταγμένην ὥραν καὶ οὐχὶ ὅταν θέλῃ καὶ βούληται. Ταῦτα ἀκούσας ὁ Ἐκκλησιάρχης ἐλυπήθη διὰ τὴν τοιαύτην παρατήρησιν τοῦ Τραπεζάρη, καὶ οὕτω μᾶλλον ἐπιμόνως ἐζήτει νὰ τῷ δοθῇ γεῦμα· ἀλλ᾿ ὁ Τραπεζάρης εἶπεν ἀποφασιστικῶς, ὅτι δὲν ἔχει δι᾿ αὐτὸν οὔτε τμῆμα ἄρτου ὅθεν ὁ ταλαίπωρος Ἐκκλησιάρχης καὶ νῆστις, καὶ ὡς δαιμονιῶν ἐξῆλθε τῆς τραπέζης καὶ οἱ λογισμοὶ αὐτοῦ ὁ εἷς τοῦ ἄλλου σκοτεινότεροι γενόμενοι ἤρξαντο νὰ κυματίζωσι τὴν διάπυρον καὶ ὀξεῖαν αὐτοῦ καρδίαν, καὶ νὰ δαιμονίζωσιν αὐτὴν διὰ τῆς πρὸς τὸν Τραπεζάρην ἀδημονίας καὶ ἀγανακτήσεως.Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν ἀνωμάλῳ καταστάσει τοῦ πνεύματος ἐπέστρεψεν εἰς τὸν Ναόν, ὅπου οἱ λογισμοὶ αὐτοῦ, οὐχὶ μόνον δὲν καθησύχασαν ἀλλὰ μᾶλλον ἰσχυροτέρως κατέθλιβον αὐτὸν καὶ ὅλως ἐγένετο σχεδὸν ἔξω φρενῶν.Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν ταραχῇ καὶ ζάλῃ τοῦ πνεύματος, καὶ ὅλως ἐξεστηκὼς ἐπλησίασε πρὸς τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος, καὶ σταθεὶς ἐνώπιον αὐτῆς ἤρξατο λέγων ἐπιτιμητικῶς: «Ἕως πότε ἔσομαι ὑπηρετών σοι Θεοτόκε; Κόπους καὶ κόπους· καὶ δι᾿ ὅλα ταῦτα οὐχὶ μόνον οὐδὲ ἄλλο, ἀλλ᾿ οὐδὲ τμῆμα ἄρτου ἔχω εἰς ὑποστήριξιν τῶν κεκοπιακυιῶν δυνάμεών μου»· καὶ μὲ τοὺς λόγους τούτους λαβὼν τὴν μάχαιραν, δι᾿ ἧς πρότερον ἐκαθάριζε τοὺς κηροὺς ἐκ τῶν μανουαλίων, ἀναπαλήσας τῇ χειρὶ αὐτοῦ ἔπηξεν αὐτὴν ἰσχυρῶς εἰς τὴν παρειὰν τῆς εἰκόνος, καὶ οὕτω κατέτρωσεν αὐτὴν καὶ ἐν τῷ ἅμα ἐξετινάχθη καὶ ἔρρευσεν κρουνηδὸν αἷμα ἐκ τῆς πληγῆς, τὸ δὲ ὅλον πρόσωπον τῆς Θεομήτορος κατεκάλυψεν ἡ ὠχρότης, ὥσπερ τινὸς ἀποθνῄσκοντος ἐκ τῆς πληγῆς καὶ ἐκ τοῦ ρέοντος αἵματος, ἀμέσως δὲ ὁ εἰκονοκτόνος κατεσχέθη ἀπὸ τρόμον μέγαν, ἔπεσεν ἐνώπιον τῆς Ἁγίας εἰκόνος, καὶ παταχθεῖς ἀπὸ φρίκην, ἐγένετο ὥσπερ φρενόληπτος, αἱ ἁρμονίαι τοῦ σώματος αὐτοῦ παρελύθησαν, καὶ ἔτρεμεν ὡς ὁ Κάϊν καὶ φονεύς. Εὐθέως ἐγνώρισαν τὸ γεγονὸς ἅπαντες οἱ ἐν τῷ Μοναστηρίῳ καὶ ἐλθόντες εἰς τὸν Ναὸν ὁ τε Καθηγούμενος καὶ οἱ ἀδελφοί, εἶδον ἐκθαμβούμενοι, ὅτι τὸ ἐκ τῆς παρειᾶς τῆς ἁγίας εἰκόνος ρεύσαν αἷμα εἰσέτι δὲν ἐξηράνθη ἐν αὐτῇ. Τότε ἀμέσως ὁ φονεὺς ἐτυφλώθη καὶ ἐγένετο φρενόληπτος.Ὁ δὲ εὐλαβέστατος Ἡγούμενος οἰκτείρων τὸν φονέα, ἐποίησε τὴν ἐπιοῦσαν νύκτα ὁλονύκτιον ἀγρυπνίαν, ὑπὲρ ἐλέους καὶ σωτηρίας αὐτοῦ· καὶ ὅμως τρία ὁλόκληρα ἔτη διέμεινεν ὁ δυστυχὴς ἔξω φρενῶν καὶ τρέμων ὅλως καὶ τυφλὸς ἀπὸ ὀφθαλμούς· τέλος μετὰ παρέλευσιν τῶν τριῶν ἐτῶν, ἡ παρηγορία τῶν μετανοούντων Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἐφάνη κατ᾿ ὄναρ τῷ ἡγουμένῳ καὶ ἐφανέρωσεν αὐτῷ, ὅτι διὰ τὰς προσευχὰς καὶ μεσιτείας αὐτῶν, συγχωρεῖ τῷ παραβάτῃ τὴν ἀνομίαν ταύτην, καὶ χαρίζει ἐν αὐτῷ τὴν ὑγείαν, ἀλλ᾿ ἐν τούτοις, τῷ εἶπεν, ἡ χεὶρ αὐτοῦ, διὰ τὴν τόλμην καὶ ἱερόσυλον πρᾶξιν ἐναντίον ἐμοῦ μέλλει νὰ κατακριθῆ ἐν τῇ Δευτέρᾳ τοῦ Χριστοῦ Παρουσία· ὅθεν τὸ πρωὶ ὁ φρενόληπτος πραγματικῶς ἐσωφρονίσθη, καὶ γενόμενος ἐν ἑαυτῷ ἀνέβλεψεν αὖθις καθαρῶς τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ, καὶ ἔστη παντελῶς ὁ τρόμος τῶν μελῶν αὐτοῦ· ὅθεν ἐπὶ πολὺ ἔκλαιε πικρῶς καὶ διὰ τὴν τοιαύτην παραφροσύνην αὐτοῦ ὠνόμαζεν τὸν ἑαυτόν του φονέα, καὶ ποιήσας ἐνώπιον τῆς παρ᾿ αὐτοῦ ἐσφαγμένης εἰκόνος ἓν στασίδιον, διεπέρασε τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς αὐτοῦ ἐν ἀληθεῖ καὶ εἰλικρινεῖ μετανοίᾳ κατηγορῶν καὶ μεμφόμενος ἑαυτόν, διὰ τὴν ἱερόσυλον αὐτοῦ τόλμην, καὶ ταλανίζων τὴν ἑαυτοῦ δαιμονιώδη τόλμην.Ἡ δὲ μεσίτις τῶν ἁμαρτωλῶν δὲν ἄφησεν αὐτὸν ἀπαρηγόρητον, ἀλλ᾿ ἐφανερώθη αὐτῷ ὀλίγον πρὸ τοῦ θανάτου αὐτοῦ καὶ ἐχαροποίησεν αὐτὸν διὰ τῆς συγχωρήσεως, προσθέτουσα ὅμως ὅτι ἡ τολμηρὰ χεὶρ αὐτοῦ ὀφείλει νὰ δοκιμάση τὴν φοβερὰν κρίσιν ἐπὶ τῆς Δευτέρας τοῦ Χριστοῦ Παρουσίας· καὶ τέλος ἀνεπαύθη ἡσύχως οὗτος ὁ μετανοῶν, καὶ ὅτε κατὰ τὸν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει ἔθος παρέλευσιν τριῶν ἐτῶν ἐγένετο ἡ τῶν ὀστέων αὐτοῦ ἀνακομιδή, τρομερώτερον θέαμα ἐπάταξε τοὺς ἐκεῖσε παρευρεθέντας ἀδελφούς... ὅλα τὰ ὁστὰ τοῦ μεταστάντος ἁμαρτωλοῦ ἦσαν καθαρὰ καὶ φέροντα ἐν αὐτοῖς τὰ χαρακτηριστικά του θείου ἐλέους, ἡ δὲ χεὶρ αὐτοῦ ἡ τολμήσασα τῷ τρομερώτερον κακούργημα διέμεινεν ἄλυτος καὶ ἐζοφωμένη μέχρι καὶ τῆς σήμερον ἡμέρας.Εἷς τῶν προσκυνητῶν νομίζων ἐξ ἀγνοίας ὅτι ἡ χεὶρ αὕτη δι᾿ ἁγιότητα ὑπάρχει ἄλυτος, ἀπέκοψε μὲ τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ μέρος ἐξ αὐτῆς, πρὸς ἁγιασμὸν ἑαυτοῦ· ἡ δὲ χεὶρ ἀμέσως διελύθη ἐν μέρει· ἔμεινεν ὅμως ἡ παλάμη μετὰ τῶν δακτύλων ζοφερὰ καὶ κατάμαυρος, τὴν ὁποίαν καὶ δεικνύουσι μέχρι τῆς σήμερον τοῖς προσερχομένοις προσκυνηταῖς, εἰς φόβον τοῦ παραπτώματος καὶ εἰς μνήμην τοῦ ὅλως ἀσυνήθους συμβεβηκότος ἀποδεικνύουσα ὡς ἐκ μέρους ἡμῶν τὴν ἀνθρώπινην κακίαν, καὶ ὡς ἐκ μέρους τῆς Θεομήτορος, τὴν ἀκατανόητον ἀγαθότητα καὶ ἀγάπην ἣν ἔχει, ἑτοίμη οὖσα νὰ συγχωρῇ πᾶσι τοῖς παροργίζουσιν αὐτὴν ἀκουσίως ἢ καὶ ἑκουσίως.Αὕτη δὲ ἡ Εἰκὼν μέχρι τῆς σήμερον ὀνομάζεται Ἐσφαγμένη· καὶ ὑπάρχει ἐν τῷ ρηθέντι Μοναστηρίῳ φέρουσα καὶ τὰ σημεῖα τῆς τε πληγῆς καὶ τοῦ ρεύσαντος ἐξ αὐτῆς αἵματος. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἷς ξένος Ἱερεὺς ἀσπαζόμενος τὴν ἁγίαν ταύτην εἰκόνα, εἴτε ἀκουσίως εἴτε ἐκ περιεργείας ἤψατο τῆς πληγῆς, καὶ ἀμέσως τὸ κατεξηραμένον αἷμα ἔπεσεν ἐπ᾿ αὐτόν, ὅπερ καὶ ἔσχεν ἀποτέλεσμα τὸν αἰφνίδιον θάνατον· καθότι μόλις ἐξελθὼν τοῦ Ναοῦ ἔπεσεν ὡς νεκρὸς καὶ ἀμέσως παρέδωκε τὸ πνεῦμα.

 


Και μέτ’ ολίγην ώραν έγινε φανερόν εις όλους τους πατέρας της Μονής τούτο το παράδοξον τερατούργημα και έδραμον όλοι τους
 και είδαν οφθαλμοφανώς και την πληγήν του μαχαιρίου και το αίμα οπού εχύθη από την αγίαν εικόνα ακόμη υγρόν 
και το μαχαίρι αιματωμένον και τον εικονοκτόνον διάκονον κατά γής κείμενον και κατηγορούντα τον εαυτόν του 
ως ένοχον θανάτου και τρέμοντα ως σεληνιαζόμενον και παραλαλούντα ως δαιμονιζόμενον και την μορφήν της ιεράς εκείνης εικόνος μεταμορφωμένην 
και αχνήν ομοίαν ανθρώπου φονευμένου και εξεπλάγησαν και από τον φόβο τους έμειναν άπαντες εκστατικοί.
 Τότε ο ηγούμενος με όλην την αδελφότητα έψαλλαν ολονυκτίους αγρυπνίας, δεήσεις τε και παρακλήσεις προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον 
ίνα εξιλεώσει τον δίκαιόν Της θυμόν και να θεραπεύσει η ευσπλαχνία Της το τοιούτον τολμηρόν παρανόμημα οπού ο δυστυχής εκείνος διάκονος έπραξε. 
Και ούτω μετά πολλάς ημέρας ύστερον εισηκούσθη η δέησις αυτών και εφάνη η Παντάνασσα Θεοτόκος 
εις οπτασίαν τώ ηγουμένω λέγουσα ότι αφέθη η αμαρτία τώ διακόνω και εθεραπεύθη από τον σεληνιασμόν οπού τον εσπάραττεν. 
Εκείνος δε ο άθλιος ποιήσας στασίδιον ενώπιον της ιεράς εκείνης εικόνος εστήκετον εκεί αεννάως, χρόνους τρεις ολοκήρους,
 κλαίων και οδυρόμενος την μεγάλην του ανομίαν, έως οπού και αυτός ήκουσε παρά της αυτής ελεούσης εικόνος (ήτις εχάρισεν αυτώ και το φως των οφθαλμών)
 το «αφέθη η αμαρτία σου» όμως το τολμηρόν σου χέρι να μείνει ξηρόν επί ζωής σου και μετά θάνατον άλυτον».
 Το οποίον και εσυνέβη και μετά την αυτού κοίμησιν, το μέν σώμα αυτού διελύθη όλον, η δε πάντολμος χείρ αυτού έμεινεν άσηπος και κατάξηρος. 
Και φαίνεται έως της σήμερον εις ένα κουβούκλιον, ήτοι συρτάριον, υποκάτωθεν της αγίας ταύτης εικόνος,
 μαρτυρούσα προφανώς το τότε θαυμάσιον το δε εκχυθέν αίμα φαίνεται εις το πρόσωπον επάνω εις την πληγήν έως της σήμερον. 
Η Εικών αύτη πηγάζει ιάσεις και θεραπείας καθ’ εκάστην εις τους προστρέχοντας μέτ’ ευλαβείας προς αυτήν,
 δεικνύουσα ότι η τιμή της εικόνος διαβαίνει εις το πρωτότυπον, παρά του οποίου έρχεται η αγιαστική χάρις
 εις τους ευλαβείς και ούτω εξεναντίας η θεία δίκη παιδεύει τους ατάκτους και ανευλαβείς των ιερών εικόνων, εις παράδειγμα και σωφρονισμόν των μεταγενεστέρων και δόξαν της Θεομήτορος. 
Ανάπτει Δε έμπροσθεν αυτής αεννάως κανδήλιον αργυρούν εν,
 και λαμπάς ακοίμητος»


(Από το χειρόγραφο κώδικα 293 της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου του ΙΖ’ αιώνος)

«Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν»