Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

ΠΟΤΑΜΙ ΣΤΑΣΟΥ! Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΕ ΚΑΛΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΩ!


 


''Στὴν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας 
παριστάνεται γηραλέος μὲ γυριστὴ μύτη καὶ μὲ διχαλωτὸ κοντὸ ἄσπρο γένι, «γέρων διχαλογένης φορῶν σκοῦφον».
 Ὁ σκοῦφος του εἶναι παράξενος,
 σὰν κινέζικος, μυτερὸς στὴν κορυφή. 
Δὲν ζωγραφίζεται ποτὲ ξεσκούφωτος.
 Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς εἰκόνες ἀπάνω σὲ σανίδι εἴτε σὲ τοῖχο σὲ ἄλλο μέρος τῆς ἐκκλησίας,
 ζωγραφίζεται συχνὰ στὸ ἅγιο Βῆμα μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους μεγάλους ἱεράρχας 
Βασίλειο, Χρυσόστομο καὶ Γρηγόριο κάτω ἀπὸ τὴν Πλατυτέρα. 
Στὸ χαρτὶ ποὺ βαστᾶ εἶναι γραμμένο: 
«Ἔτι προσφέρομέν Σοι τὴν λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν».
Ἡ ὑμνολογία μας τὸν στόλισε μὲ τὰ ἀμάραντα ἄνθη της, 
ποὺ πολὺ λίγοι ἀπὸ μᾶς τὰ μελετήσανε γιὰ νὰ δοῦνε πὼς ἀληθινὰ εἶναι ἀμάραντα.
«Χαίροις ἀρχιερέων κανών, τῆς Ἐκκλησίας ἀδιάσειστον ἔρεισμα· 
τὸ κλέος τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ τῶν θαυμάτων πηγή, τῆς ἀγάπης ρεῖθρον μὴ κενούμενον...». 
«Πράος καὶ κληρονόμος τῆς γῆς, Σύ, τῶν πραέων ἀληθῶς ἀναδέδειξαι, 
Σπυρίδων, πατέρων δόξα, ὁ ταῖς νευραὶς τῶν σοφῶν καὶ ἁπλῶν σου λόγων, θείᾳ χάριτι, ἐχθρὸν τὸν παμπόνηρον 
καὶ παράφρονα Ἄρειον ἐναποπνίξας,
 καὶ τὸ δόγμα τὸ ἔνθεον καὶ σωτήριον ἀνυψώσας ἐν Πνεύματι...».'' 


Φώτης Κόντογλου

 


Κάποτε πάλι 

μεγάλη ακαρπία και δυστυχία κτύπησε το πολύπαθο νησί. 

Οι πλούσιοι κι όσοι είχαν γεννήματα στις αποθήκες έτριβαν τα χέρια από χαρά. 

Ευκαιρία έλεγαν να αυξήσουμε τα πλούτη μας.

 Ένας φτωχός με πολυμελή οικογένεια κατέφυγε σ' ένα τέτοιο πλούσιο

 και με δάκρυα τον παρακαλούσε να του δανείσει ολίγο σιτάρι 

για να θρέψει την οικογένεια του και να του το επιστρέψει ή να του το πληρώσει μόλις μπορέσει. 

Ο σκληρός πλούσιος στα δάκρυα και τις παρακλήσεις του πτωχού έμεινε ασυγκίνητος. 

Καμιά συμπάθεια, 

καμιά συμπόνια δεν έδειξε η πέτρινη καρδιά του.

 Συντετριμμένος ο φτωχός σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο σπίτι του αγίου. 

Με πόνο ψυχής του ανέφερε το πρόβλημα του και του διηγήθηκε τη στάση του πλουσίου απέναντι του. 

Ο άγιος,

 αφού τον ήκουσε,

 τον ενίσχυσε και του είπε να κάνει υπομονή μέχρι την επομένη ήμερα.



«Αύριο, του είπε προφητικά, αυτός που αρνήθηκε προ ολίγου να σε βοηθήσει, θα σε παρακαλεί ο ίδιος να σου δώσει όσο σιτάρι θέλεις. Και το σπίτι σου θα γεμίσει από γεννήματα». Με τούτα τα λόγια του προανήγγελλε ο άγιος αυτά, που θα γινόντουσαν τη νύκτα. Τα μεσάνυκτα βροχή καταρρακτώδης άρχισε να πέφτει σε όλη την περιοχή. Οι αποθήκες του πλουσίου γκρεμίστηκαν και τα γεννήματα του πλημμύρισαν τους δρόμους.


Κλαίοντας ο πλούσιος έτρεχε και παρακαλούσε τους πτωχούς να πάρουν όσα θέλουν.— «Πάρτε, αδελφοί μου, τους έλεγε. Πάρτε να περάσετε. Δεν θέλω χρήματα». Τα λόγια του αγίου επαλήθευσαν. Οι πτωχοί πήραν και δόξασαν τον Θεό για την ευσπλαγχνία του. Πήρε κι ο πτωχός μας και ευχαρίστησε κι αυτός τον Μεγάλο Πατέρα που κανένα δεν εγκαταλείπει, αλλά για όλους μεριμνά. Η χαρά ξαναγύρισε στις πονεμένες καρδιές. Οι μορφές άλλαξαν. Μόνον των πλουσίων η καρδιά έμεινε η ίδια σκληρή και ανάλγητη. Και να.


Μια μέρα, ένας άλλος πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Πλησίασε τον άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ' ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Πού να βρει όμως ο άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό; Στον πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει.


Ξάφνου εκεί μπροστά του πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σαν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ' αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Ας ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναι, Κύριε. Ας γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο άγιος έσκυψε και το πήρε.


Στο χέρι του το σιχαμερό ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο.- Πάρτο, παιδί μου, είπε ο άγιος με καλωσύνη. Πάρτο να κάμεις τη δουλειά σου. Κι ο πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το 'δωκε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή. Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έριξε στη γη.


Και ω του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους. Την απέραντη αγάπη του αγίου για τα λογικά του πρόβατα και το ενδιαφέρον του γι' αυτά, μας την δείχνει και τούτο το γεγονός. Κάποτε ένας καλός κι ενάρετος χριστιανός, που ήταν και στενός φίλος του αγίου, συκοφαντήθηκε από μερικούς κακούς ανθρώπους, που τον φθονούσαν, στον άρχοντα της πόλεως. Η συκοφαντία ήταν βαριά. Κι ο άρχοντας, μόλις την άκουσε έσπευσε να επιβάλει στον άνθρωπο σαν τιμωρία τον θάνατο.


Η είδηση έφτασε και στ' αυτιά του αγίου, που ήξερε ότι ο άνθρωπος ήταν αθώος. Τί κάμνει; Χωρίς να χάσει καιρό, ξεκινά να πάει να βρει τον φίλο του και να δει, αν μπορεί να τον ελευθερώσει. Ήταν, όμως, χειμώνας. Μια δυνατή βροχή, που είχε πέσει πριν λίγη ώρα έκαμε να ξεχειλίσει ένας χείμαρρος, που βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Από κανένα μέρος δεν υπήρχε πέρασμα. Τα θολά νερά του ποταμού κυλιόνταν με πολλή ορμή. Ο άγιος, που ήξερε να τα αναθέτει όλα στον Θεό, δεν τα 'χασέ.


Εκεί που στεκόταν και συλλογιζόταν τί να κάμει, ήρθε στον νου του η περίπτωση του Ιησού του Ναυή, όταν πέρασε κι αυτός τον Ιορδάνη με την Κιβωτό της Διαθήκης και τον λαό. Σήκωσε στη στιγμή τα χέρια, ψιθύρισε μια θερμή προσευχή κι ύστερα με φωνή δυνατή φώναξε κι είπε:— Ποτάμι στάσου. Ο Δεσπότης Χριστός με καλεί να πάω να γλυτώσω τον φίλο μου. Στάσου, λοιπόν, να περάσω.Την ίδια ώρα τα ορμητικά νερά του χείμαρρου, που λες και κτυπούσαν σ' ένα στέρεο βράχο, σταμάτησαν. Έπαψαν να κυλούνε.


Οι φυσικοί νόμοι παραμέρισαν, Κι ένας δρόμος άνοιξε μπροστά τους. Τα πλήθη, που στεκόντουσαν εκεί και με αγωνία περίμεναν πότε να καλμάρουν τα νερά, για να περάσουν κι αυτοί στην άλλη μεριά, μπροστά στα όσα έβλεπαν, συγκλονίστηκαν. Έκαμαν τον σταυρό τους κι ακολούθησαν τον άγιο, που προχώρησε και πέρασε πρώτος. Όταν έφθασαν στην πόλη, διηγήθηκαν με ενθουσιασμό τα όσα είδαν. Όσοι τ' άκουσαν έμειναν κατάπληκτοι και δοξολογούσαν τον Θεό, που χαρίτωσε τόσο πλούσια τον άγιο τους. Την είδηση έμαθε κι ο άρχοντας. Μεγάλη έκπληξη δοκίμασε κι αυτός.


Κι όταν ο άγιος τον πλησίασε, έσπευσε με συγκίνηση και χαρά ν' αφήσει ελεύθερο τον θανατοποινίτη φίλο του και μαζί γύρισαν στήν πόλη. Τι ωραία αλήθεια, αν όλοι οι πνευματικοί ποιμένες δείχνανε παρόμοιο ενδιαφέρον για τα λογικά πρόβατα τους! Πόσο διαφορετικός, οπωσδήποτε θα 'ταν ο κόσμος! Ο άγιος πήρε από τον Θεό και το χάρισμα να διαβάζει τις μυστικές σκέψεις των ανθρώπων. Τα ακόλουθα δύο περιστατικά είναι αρκετά να βεβαιώσουν και τούτη την αλήθεια. Κάποτε ο άγιος, συνοδευόμενος από τον φίλο και μαθητή του Τριφύλλιο, τον πρώτο επίσκοπο της Λευκωσίας (τότε Λήδρας), ξεκίνησαν για την Κερύνεια. Πήγαιναν εκεί για κάποια εργασία.


Ο δρόμος περνούσε από την Κυθρέα. Ήταν άνοιξη κι η φύση γύρω μια αληθινή ζωγραφιά. Τα δένδρα ανθισμένα. Τα πουλιά χαρούμενα κελαηδούσαν γλυκά και πετούσαν από κλαδί σε κλαδί. Στο βουνό τα κοπάδια βοσκούσαν λαίμαργα το πλούσιο χορτάρι με τα μύρια λουλουδάκια, που με την ευωδιά που σκορπούσαν λες και δοξολογούσαν κι αυτό τον Δημιουργό. Εκεί που βάδιζαν αργά-αργά, γιατί ήταν ανηφορικό το μονοπάτι, σε κάποια καμπή ο Τριφύλλιος στάθηκε και θαυμάζοντας τον πανοραμικό κάμπο, που απλωνόταν καταπράσινος κάτω από τα πόδια τους, άρχισε να κάμνει κάποιες σκέψεις:


Τί ωραία, σκεφτόταν νοερά, να είχα για την επισκοπή μου μερικά από αυτά τα κτήματα, που βρίσκονται σ' αυτόν τον τόπο. Θα μου 'διναν ένα καλό εισόδημα για να αντιμετωπίζω τόσες ανάγκες.-Τί σκέπτεσαι, αδελφέ μου; του είπε ο Σπυρίδων. Γιατί αφήνεις το μυαλό σου τούτη την ώρα να ασχολείται με τόσο μάταια πράγματα; Γέροντα μου, μα διάβασες τις σκέψεις μου; Αδελφέ μου, «ου γαρ εχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλου σαν επιζητούμεν» (Εβρ. ιγ', 14).


Δεν έχουμε εδώ στη γη μόνιμη και διαρκή πατρίδα και πόλη' με πόθο βαθύ ποθούμε και ζητούμε τη μέλλουσα, την ουράνια Ιερουσαλήμ. Μάταια είναι όλα τα γήινα αγαθά. Στην καρδιά σου φρόντισε να έχεις πάντα ένα πόθο. Την απόκτηση των ουρανίων, των αιωνίων αγαθών. Τα γήινα αγαθά είναι όλα προσωρινά και απατηλά. Σήμερα είναι δικά μας. Αύριο θα γίνουν κτήμα κάποιου άλλου. Και ουδέποτε τίνος.



Πατέρα μου, συγχώρησε με. 

Νικήθηκα από τη θεωρία. 

Δεήσου κι εσύ του Κυρίου μας να με συγχωρήσει.

- Ναι, τέκνον μου, πρόσεχε. 

Ο διάβολος χρησιμοποιεί και τα πιο αθώα πράγματα, για να μας παρασύρει και να μας σκανδαλίζει. 

Αντί με τη θεωρία να αφήνει το μυαλό μας να στρέφεται και να δοξάζει τον Δημιουργό, 

που όλα τα έκαμε για τη δική μας αγάπη και ευτυχία, 

αντίθετα το σπρώχνει να ποθεί τα μάταια και να ζητά τρόπους,

 για να τα αποκτήσει, να τα κάμει κτήμα του.

Πόση σοφία στα λόγια του θεοφώτιστου επισκόπου. 

Αντί ο άνθρωπος μπροστά στα τόσα μεγαλεία του Παντοδύναμου Δημιουργού 

να αφήνει τη σκέψη του με ευγνώμονα διάθεση να υμνεί 

και να δοξάζει τον Ποιητή και Πλάστη Του, 

αυτός ένα μόνο κατά κανόνα σκέπτεται και ποθεί,

 την απόκτηση κι απόλαυση όλων αυτών των επίγειων αγαθών.

                                                                               

                                                                                

Από την ζωή του Αγίου Σπυρίδωνα


ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΩΝ




Εις το Ησυχαστήριον αυτό, συνέχισε τους Ασκητικούς αλλά και Ποιμαντικούς αγώνας του.
Άλλοτε απεσύρετο εις ιδιαίτερο κρυπτόν τόπον (εντός του Ησυχαστηρίου),
πού ενθύμιζε τους λαξευτούς διαδρόμους-κρύπτες και τα κελλιά,
υπό τους βράχους, της Πατρίδος του,
άλλοτε εγίνετο «ή κολυμβήθρα του Σιλωάμ»,
οπού πλήθος επισκεπτών εύρισκαν κοντά του, παρηγοριά, λύτρωση, αναγέννηση.
Οι συμβουλές του και ή προσευχή του, ήσαν το «μάλαγμα» για τις από πάσης αιτίας πληγωμένες καρδιές.
Και μόνον πού τον ατένιζε κανείς, ένοιωθε να τον διαπερνά σε όλο το είναι του, ή Χάρις και ή Ευλογία του Αγίου, πολύπαθους Γέροντος, της Αγιότητας του και έφευγε, «άλλος άνθρωπος!»
Είχεν όλα τα Χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, το δε προορατικό του Χάρισμα,
ήτο εις αφάνταστο βαθμό εντυπωσιακό και ακριβέστατο,
ώστε ό επισκέπτης, καθώς τον ήκουε, ησθάνετο δέος και φόβον!
Έκοιμήθη μετά δύο, περίπου,
μηνών επώδυνου ασθενείας του, εις τάς Αθήνας, την 2αν (π.έ.) Οκτωβρίου 1966.
Είθε οι πρεσβείες του Αγίου Γέροντος Ιερωνύμου να μας σκέπουν,
προστατεύουν, ενισχύουν και βοηθούν για την σωτηρία μας,
διαφυλάττουν δε την Ορθοδοξία μας και το Έθνος μας,
από πάσης επιβουλής και κακίας.



Καλογραία, εμείς λεπτά δεν έχουμε δια να δώσουμε ελεημοσύνην, δι' αυτό και αυτά τα ολίγα λόγια που λέγομεν, ελεημοσύνη είναι. Ο Γέροντας Ιερώνυμος είχε μοναχική συνείδηση. Πίστευε,πως η προσευχή, η ένωση του νου με τον Θεό,ήταν το κύριο έργο του. Κι η προσευχή γι' αυτόν,ακόμα κι οι καθημερινές ακολουθίες δεν ήταν μια τυπική διαδικασία, αλλά ολοκληρωτικό δόσιμο. Επέμενε πως οι καθημερινές εκκλησιαστικές ακολουθίες είναι απαραίτητες στον άνθρωπο. Ο ίδιος δεν τις παρέλιπε ποτέ κι αν σπανιότατα βρισκόταν μακριά από το κελλί του. 


Υποστήριζε όμως, πως εξίσσου απαραίτητο είναι κατά την ώρα της προσευχής ν' αφήνει κανείς τον εαυτόν του ελεύθερο για να εξομολογείται μπροστά στον Θεό. Συνήθιζε να μας λέει... Όταν πεθάνει η μάννα σου ή κάποιος συγγενής σου θα πάρεις βιβλίον δια να τον κλάψεις; Όχι βέβαια, Τα λόγια θα έλθουν μόνα τους εις τον νουν σου από την λύπη. Έτσι και στην προσευχή. Πρέπει να αφήνουμε τον εαυτόν μας να εξομολογείται εις τον Θεόν, ό,τι μας απασχολεί. Αυτή η αμεσότητα και η παρρησία ήταν το κύριο χαραχτηριστικό της προσευχής του. 


Είχε την αίσθηση της απανταχού παρουσίας του Θεού πολύ έντονη και γι' αυτό πάντα όταν προσευχόταν, δάκρυζε, σημείο κι αυτό της Χάριτος του Θεού. Ο Γέρων Ιερώνυμος ζούσε την ουσία της Ορθοδοξίας,την παράδοση σ' όλη της την έκταση. Χωρίς ν' απορρίπτει κανένα από τα επιτεύγματα του τεχνικού πολιτισμού, είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία, ένα πάθος θα λέγαμε προς ο,τιδήποτε παλιό, το αρχαίο. Από τα υλικά πράγματα μέχρι τα πνευματικά. Του άρεσε η αρχαία τάξη των ακολουθιών, τα παλιά βιβλία, τα παλιά αντικείμενα, επειδή πίστευε πως είχαν την σφραγίδα του δημιουργού τους, είχαν κατασκευαστεί με μεράκι κι όχι βιομηχανοποιημένα και κακόγουστα. 


Με τέτοιες πεποιθήσεις και αντιλήψεις,έχοντας ζήσει πάντα στην ζωή του εντός,αλλά και εκτός του κόσμου τούτου, μέσα στον αυστηρό χώρο της Παράδοσης της Καππαδοκίας, ένιωθε κάποιες ανησυχίες από τότε που η Εκκλησία άλλαξε το εκκλησιαστικό ημερολόγιο κι εφάρμοσε το νέο. Κι οι ανησυχίες του αυτές αυξάνονταν όσο περνούσαν τα χρόνια κι έβλεπε πολλές ορθόδοξες συνήθειες να μεταβάλλονται. Δεν του άρεσε η περικοπή των εκκλησιαστικών ακολουθιών, η εκκοσμίκευση του κλήρου, η απομάκρυνση από τον ορθόδοξο τρόπο ζωής. 


Αν και πρόσεχε πάντα την ουσία και όχι τον ξερό τύπο,πίστευε, πως κι αυτές ακόμα οι τυπικές διατάξεις που αλλοιώνονται προδίδουν κάποια αδιαφορία και χαλάρωση στην πίστη. Πως είναι το ξεκίνημα ενός κατήφορου του οποίου το τέρμα είναι άγνωστο. Έτσι πολλές φορές σκεφτόταν ν' ακολουθήσει το Παλαιό Ημερολόγιο, επειδή έβλεπε, πως οι παλαιοημερολογίτες ακολουθούσαν πιστά την παράδοση και δεν ανέχονταν νεωτερισμούς και υπερβάσεις σε θέματα που αφορούν την πίστη. 


Για αρκετό καιρό αμφιταλαντεόταν και προσευχόταν συνέχεια και έντονα στον Θεό, για να του αποκαλύψει το θέλημά Του. Περίμενε κάποιο σημείο, κάποια ένδειξη του Θεού, που θα του φανέρωνε τι έπρεπε να κάνει. Τον Αύγουστο του 1942, και συγκεκριμένα στις 23 του μηνός, παραμονή της εορτής του Αγίου Διονυσίου Αιγίνης, που πανηγύριζε ο ναός του νοσοκομείου, ο τότε Μητροπολίτης Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης, Προκόπιος, τον κάλεσε και του είπε, να ετοιμαστεί, ώστε την επομένη, κατά την πανήγυρη, να συλλειτουργήσουν. Οι άνθρωποι του Θεού βλέπουν πίσω από κάθε ενέργεια ή περιστατικό το δάχτυλο της Θείας Πρόνοιας. 


Και ο π. Ιερώνυμος, που είχε σταματήσει, να λειτουργεί πριν 18 χρόνια, την πρόσκληση αυτή του Μητροπολίτη την θεώρησε σαν απάντηση του Θεού στις προσευχές του. Προσευχήθηκε και πάλι όλη την νύχτα και τελικά αποφάσισε να μην πάει για να συλλειτουργήσει με τον Μητροπολίτη, αλλά ν' ακολουθήσει εφεξής το παλαιό ημερολόγιο. Αναχώρησε την επομένη από το νοσοκομείο πρωί-πρωί για το ησυχαστήριο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου ήδη έμενε η γερόντισσα Ευπραξία. Από εκεί έστειλε στον Μητροπολίτη την παρακάτω γνωστοποίηση - παραίτησή του από τον ναό του νοσοκομείου. 


''Σεβασμιώτατε, Παρακαλώ υμάς ίνα δεχθείτε την εκ του νοσοκομείου παραίτησίν μου, διότι από του 1924 και εντεύθεν, ήτο ο πόθος μου καθώς και ο ζήλος μου προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και την πίστιν. Παιδιόθεν την εσεβάσθην, αφιερώσας όλην μου την ζωήν, υπακούσας εις τας παραδόσεις των Θεοφόρων Πατέρων. Ομολογώ και κυρήτω το πάτριον ημερολόγιον δια το σωστόν, ως και Σεις ο ίδιος ομολογείτε. Δια τούτο παρακαλώ υμάς, ευχηθείτε δε και εσείς, ίνα μέχρι τέλους εμμένω γνήσιον τέκνον της Ορθοδόξου Εκκλησίας.'' Έτσι απλά και αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, αφορισμούς και φανατικές εκδηλώσεις, ακολούθησε στην υπόλοιπη ζωή του το παλαιό ημερολόγιο. 


Το γεγονός αυτό δεν τον επηρέασε καθόλου στην συμπεριφορά του προς τα πνευματικά του παιδιά. Τους δεχόταν όλους αδιακρίτως, είτε ακολουθούσαν το παλαιό, είτε ακολουθούσαν το νέο ημερολόγιο. Πρωταρχικός και κύριος σκοπός του ήταν να εμφυσήσει στους επισκέπτες του την πίστη και την αγάπη στον Χριστό. Βασικό μελημά του ήταν πως να προοδεύσουν στην πνευματική τους ζωή και πώς θα ενωθούν με τον Θεό. Αρκούνταν να ομολογεί το παλαιό ημερολόγιο, επειδή ''αυτό είναι το σωστό'' και ότι από τότε που η Εκκλησία εφάρμοσε το νέο ημερολόγιο ''τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά. 


''Κάποτε μια επισκέπτρια τον ρώτησε. -Γέροντα με το παλαιό πηγαίνετε; -Ναι. -Με ποιους είστε; -Με όλους. -Μα αυτοί είναι μαλωμένοι. -Εγώ δεν είμαι με τα μαλώματα. Ήταν πολύ διακριτικός και λεπτός στους τρόπους του. Ακόμα κι όταν προέβαινε σε έλεγχο, το έκανε με τόση αγάπη, που όχι μόνο δεν δημιουργούσε αντιδράσεις, αλλά αντίθετα προκαλούσε την ομολογία και την μετάνοια, που ήταν κι ο αντικειμενικός του σκοπός.[...] Ο π. Ιερώνυμος είχε δεχθεί πολλές φορές στην ζωή του την επίσκεψη της Θείας Πρόνοιας μέσα από πειρασμούς και θλίψεις. 


Και τι δεν είχε υποφέρει αυτό το ''ταλαίπωρον και δύστυχον πτηνόν'' της Ανατολής, όπως πολλές φορές αποκαλούσε ο ίδιος τον εαυτόν του... διωγμούς, συκοφαντίες, κινδύνους, απελάσεις κ.α. Κι όλα τα υπόμενε με μεγάλη και υποδειγματική καρτερία, με απόλυτη εμπιστοσύνη στην Θεία Πρόνοια και αδιάλλειπτη δοξολογία στον Θεό. Και στις πιο μεγάλες του δοκιμασίες όχι μόνο δεν λύγιζε, αλλά αντίθετα τότε δινόταν περισσότερο στην προσευχή,με ευχαριστία και δοξολογία. Η απόλυτη προσήλωσή του στην προσευχή και η συνεχής και αδιάλλειπτη ενάσκησή της έφεραν πλούσιο το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, που συχνά ήταν ορατός και στο μικρό του ποίμνιο. Πολλές φορές θεάθηκε το πρόσωπό του να λάμπει μ' ένα υπερκόσμιο θαβώρειο φως, ενώ,όχι σπάνια κι ολόκλρο το κελλί του ανάδιδε ένα θείο άρωμα. 


Ήταν οι στιγμές εκείνες που έκαναν τα πνευματικά του παιδιά να αισθάνονται ρίγη συγκίνησης,που κορυφώνονταν συνέχεια με τις θείες διδαχές του. Ήταν πολύ ολογαρκής. Φρούτα δεν αγόρασε ποτέ. Αν του έφεραν τα πνευματικά του παιδιά, τότε μόνο τα δοκίμαζε. Το ίδιο αδιάφορος ήταν για όλα τα υλικά πράγματα. Απόφευγε να φοράει καινούρια ράσα ή παπούτσια κι όταν αναγκαζόταν να το κάνει, φρόντιζε να σκονίζονται γρήγορα.Κάποτε μας έλεγε,πως πάνε πάρα πολλά χρόνια που δεν φόρεσε καινούρια παπούτσια. 


Και τα παλιά πού τα βρίσκετε, Γέροντα; -Μου τα δίνει ο ιερεύς από την επάνω Μονήν [εννοούσε του Αγίου Νεκταρίου]. Κάποιο χειμώνα μερικά από τα πνευματικά του παιδιά, του πήγαμε μια σόμπα για να μην κρυολογήσει. Αφού μας ρώτησε πώς λειτουργεί και την ανάψαμε, σε πέντε λεπτά μας λέει... -Αρκετά, σβήστε την τώρα, γιατι πονάει το κεφάλι μου από την ζέστη... Εννοείται, πως εμείς στο παγωμένο κελλί του τουρτουρίζαμε ακόμα από το κρύο...



''Μη θυμώνετε.
Θα σας ειρωνευθούν,
θα υποφέρετε.

 Εσείς μη φοβάσθε.
Σας προσφέρουν δηλ. πιπέρι, να δίδετε ζάχαρη.
Εγώ πιπέρι δεν έχω να σκέπτεσθε,

 ζάχαρη έχω,
ζάχαρη δίδω.''



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επεξεργασία και διασκευή κειμένου
''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''.
Από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση,
 ''ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ''.

 


Όσιος Ιερώνυμος της Αίγινας


ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΙΕΡΕΩΣ ΩΦΕΛΙΜΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΙΟΣ


 



Ἐν τοῖς χρόνοις οἷς περ ἐμαρτύρησεν ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Μερκούριος

 ἦν τις ἱερεὺς ἐν τῇ αὐτῇ χώρᾳ μέθυσος πάνυ·

 ἀεὶ ἐν τοῖς καπηλείοις μετὰ τῶν οἰνοποτῶν διέτριβεν. 

Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν, 

ἄρχων τις τῆς αὐτῆς χώρας ἔστειλε τὴν ἑαυτοῦ δούλην πρὸς τὸν οἶκον τοῦ ἱερέως καὶ ηὗρε τὴν ἑαυτοῦ πρεσβυτέραν

 καὶ λέγει αὐτῇ· ποῦ ἐστιν ὁ ἱερεύς; 

Ἡ δὲ λέγει· 

οὐκ οἶδας ὅτι ἐν τοῖς καπηλείοις ἐστίν;

 Ἡ δὲ δούλη τοῦ ἄρχοντος εἶπεν· 

ὁ αὐθέντης μου μὲ ἔστειλεν, ὅτι αὔριον ἔχει λειτουργίαν εἰς μνημόσυνον τῶν γονέων αὐτοῦ. 

Ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθεν. 

Ἡ δὲ πρεσβυτέρα ἔχουσα καὶ αὐτῇ δούλην εἶπε πρὸς αὐτήν· ἑγὼ μὲν ἀπέρχομαι εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρός μου ὅπως κοιμηθῶ ἐκεῖ,

 καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ αὐθέντης σου ὁ ἱερεύς, 

ἀνάπαυσον αὐτὸν ἐν τῇ κλίνῃ καλῶς, 

διότι μέλλει αὔριον λειτουργήσει.

Ὡς δ᾿ ἑσπέρα ἐγένετο,

 ἦλθεν ὁ ἱερεὺς μεθυσμένος πολὺ καὶ ἀνέπεσεν εἰς τὴν κλίνην αὐτοῦ. 

Ἡ δὲ δούλη αὐτοῦ ἐπειδὴ εἰσῆλθεν ὁ διάβολος ἔσω αὐτῆς ἔπεσε πλησίον τοῦ ἱερέως. 

Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ ἱερεύς,

 συνεγένετο μετ᾿ αὐτῆς νομίσας ὅτι ἡ πρεσβυτέρα αὐτοῦ ἐστι.


 

Πρωΐας δὲ γενομένης, ἐλθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα ηὗρεν αὐτὸν ὑπνοῦντα ἐν τῇ κλίνῃ καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀνάστα ψάλλε τὴν ἀκολουθίαν σου, διότι ὁ δεῖνα ἄρχων ἔχει λειτουργίαν τῶν γονέων αὐτοῦ. Ὁ δὲ ἱερεὺς στρέψας εἰς τὸ ἕτερον μέρος ἀφύπνωσε. Καὶ πάλιν ἐλθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα λέγει· οὐκ εἶπά σοι, ἀνάστα, διότι μέλλεις σήμερον λειτουργῆσαι; Ὁ δὲ ἱερεὺς μειδιάσας λέγει αὐτῇ· Τί λέγεις ταλαίπωρε; οὐκ οἶδας τί ἐποιήσαμεν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· ἀλλὰ λέγεις λειτουργῆσαι ἔχω; Ἡ δὲ πρεσβυτέρα εἶπε· τί ἐποιήσαμεν; ἐγὼ γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου ἐκοιμήθην. Τότε ὁ ἱερεὺς λέγει· ἐγὼ τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἔπεσον μετὰ γυναικός, καὶ τίς ἦν ὁ θηρεύσας ἡμᾶς; Τότε ἠρώτησαν τὴν δούλην. Ἡ δὲ εἶπεν· ὁ Σατανᾶς ἐπείραξέ με καὶ ἔπεσα πλησίον αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ἔπεσε μετ᾿ ἑμοῦ.Τότε ἔκλαυσαν καὶ ἐλυπήθησαν οὐκ ὀλίγον· εἶτα λέγει ὁ ἱερεύς· Σιωπήσατε μήπως καὶ εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν κρατούντων εἰσέλθῃ, καὶ οὐ μετρίως κολάσουσιν ἡμᾶς· ὁ γὰρ Θεὸς εὔσπλαγχνός ἐστι καὶ πολυέλεος, καὶ δι᾿ ἐξομολογήσεως ἐξιλεώσας ἔχω αὐτόν. Ὅμως ἔψαλλεν ὀλίγην ἀκολουθίαν αὐτοῦ, καὶ ἐντραπεὶς τὸν ἄρχοντα ἐπορεύθη λειτουργῆσαι.Μετὰ δὲ τὴν προσκομιδήν, ὅταν εἶπε τὴν εὐχήν, «ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ τὸν οὐράνιον ἄρτον κ.λ.π.» ἦλθεν ὁ ἄγγελος ἵνα τελειώσῃ τὰ ἅγια δῶρα, καὶ ἰδὼν τὸν ἱερέα, λέγει πρὸς αὐτόν· ὦ ἀφωρισμένε τοῦ Θεοῦ, πῶς ἐτόλμησες εἰσελθεῖν λειτουργῆσαι τὰ θεῖα μυστήρια; οὐκ οἶδας ὅτι βέβηλος καὶ ἀκάθαρτος εἶ διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἣν ἔπραξας ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ; ἡμεῖς ἀσώματοι καὶ ἄϋλοι ὄντες, εὐλαβούμεθα ἰδεῖν τὸ ἅγιον πρόσωπον τῆς μακαρίας Θεότητος, ἀλλὰ ταῖς πτέρυξιν ἡμῶν περικαλύπτοντες τὰ πρόσωπα, παριστάμεθα μετὰ φόβου καὶ φοβεροῦ τρόμου, καὶ σὺ καταφρονῶν ἐτόλμησας ἐπιχειρῆσαι τὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ἐπὶ στόματος φαγεῖν μέλλεις; Ὁ δὲ ἱερεὺς ἀντεῖπεν εἰς τὸν ἄγγελον· Ἐπειδὴ οὕτω μὲ ἀφώρισας, ἔσο καὶ σὺ ἀφωρισμένος. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς ἀπεπτερώθη ὁ ἄγγελος καὶ ἔμεινεν ὡς ἄνθρωπος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ· ὁ δὲ ἱερεὺς οὐκ εἰδὼς τοῦτο, ἀλλὰ μετὰ τὴν θείαν λειτουργίαν ἦλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἄρχοντος, καὶ ἀριστήσας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.Μετὰ δὲ ἡμέρας τινὰς ἀπέθανεν ἄνθρωπός τις ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἐκάλεσαν τοὺς ἱερεῖς ἐπὶ τὸ ψάλλειν τὸ λείψανον, διότι ἦσαν καὶ ἄλλοι ἱερεῖς εἰς ἐκείνην τὴν χώραν διότι ἦν ἡ μεγίστη. Ἐκάλεσαν καὶ αὐτὸν τὸν ἱερέα· καὶ εἰπόντων τῶν ἱερέων τὴν εὐχήν, ἦλθε καὶ οὗτος ὁ ἱερεὺς ἵνα εἴπῃ τὴν εὐχήν. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ὅταν εἶπε, «ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάπαυσις», εὐθὺς ὁ νεκρὸς ἀνεκάθισε, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα· ὅτι ἂν καὶ νεκροὺς ἀναστήσῃς, ἀλλ᾿ οὐκ εἶ ἄξιος τοῦ φορέσαι ἐπιτραχήλιον, ἢ λειτουργῆσαι ἢ ποιῆσαι ἱερατικόν τι. Καὶ ταῦτα εἰπὼν ὁ νεκρὸς πάλιν κατέπεσεν· οἱ δὲ λαοὶ καὶ οἱ λοιποὶ ἱερεῖς ἰδόντες τὸ παράδοξον τοῦτο θαῦμα ἐξέστησαν ἅπαντες. Εἶτα λέγουσι πρὸς τὸν ἱερέα· τί ἐστι τοῦτο τὸ ἐξαίσιον καὶ μέγα θαῦμα; Τότε ὁ ἱερεὺς ἐξωμολογήσατο ἐνώπιον πάντων τὸ ἑαυτοῦ ἁμάρτημα. Τότε λέγουσιν οἱ λοιποὶ ἱερεῖς· ἀπὸ τοῦ νῦν οὐ συμφοροῦμέν σοι, καὶ ὡς θέλεις μόνος ποίησον.Καὶ ἀπῆλθε λυπούμενος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ ἀπήγγειλε τὰ γενόμενα. Τότε λέγει πρὸς τὴν πρεσβυτέραν αὐτοῦ· τὶ ποιήσω ἄρτι; ἑτέραν ἐπιστήμην οὐ γινώσκω, πῶς ἔχω θρέψαι ὑμᾶς; ἀλλ᾿ οὖν ἀπέλθωμεν ἐν ἑτέρῳ τόπῳ, ἔνθα οὐδεὶς γιγνώσκει ἡμᾶς, καὶ ἐκεῖσε διαβιώσωμεν τὸ ἐπίλοιπον τῆς ζωῆς ἡμῶν. Ἀναστάντες δὲ ἀπῆλθον ἐν ἑτέρᾳ πόλει, ὅπου οὐδεὶς ἐγίγνωσκεν αὐτούς, καὶ ἐλειτούργει ἐκεῖσε. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! καθὼς ἦν ὅτε ἀφώρισε τοῦτον ὁ ἄγγελος οὕτως ἦν, πλὴν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐγένετο μέλαν. Ἀποθανούσης δὲ τῆς πρεσβυτέρας καὶ τῶν τέκνων αὐτοῦ, μόνος ἔζη ἐν τριακοσίοις καὶ ἑβδομήκοντα χρόνοις.Ὅμως ὑπῆρχεν ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἐπίσκοπος ἀξιόλογος καὶ δίκαιος πάνυ. Ἦλθεν ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Μερκουρίου καί τις ἄρχων τῆς πόλεως ἐκείνης ἑόρταζε τὴν τούτου ἑορτὴν καὶ προσεκάλεσεν ὁ ἄρχων τὸν ἀρχιερέα, εὑρέθη δὲ καὶ ὁ ἱερεὺς ἐκεῖ· εἰς δὲ τὴν τράπεζαν ἤρχισεν ὁ ἀρχιερεὺς καὶ ἐδιηγεῖτο τὸ συναξάριον τοῦ ἁγίου καὶ πλατύτερον ἔλεγε τοῖς εὑρισκομένοις ἐν τῇ τραπέζῃ, ὁπότε ὑπολαβὼν ὁ ἱερεὺς ἔφη· Σὺ μὲν δέσποτά μου ἅγιε, ἐκ τοῦ ἁγίου συναξαρίου ἐπίστασαι τοὺς τοῦ ἁγίου ἄθλους, ἐγὼ δὲ ἀκριβῶς ἐπίσταμαι αὐτοὺς καὶ διότι ἤμην ἐκεῖσε παρὼν καὶ ἔβλεπον καλῶς τὸν Μάρτυρα ἀγωνιζόμενον καὶ ἀθλοῦντα καὶ ὡς ὅτι γείτων μου ἦν, καὶ πολλάκις συνεστιάθην αὐτῷ πρότερον. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ἀτενίσας πρὸς τὸν ἱερέα ἔφη· Σὺ οὔπω τεσσαρακοντούτης ὢν πῶς τὸν ἅγιον οἶδας; Ἀφ᾿ ὅτου ἐμαρτύρησεν ὁ ἅγιος Μερκούριος μέχρι τοῦ νῦν ὑπολογίζονται ἔτη 370, καὶ σὺ οὔπω ἦς γεγεννημένος καὶ ταῦτα οἶδας; Τοῦ δὲ μεθ᾿ ὅρκου εἰπόντος ὅτι ἀληθῶς λέγει καὶ οὐ ψεύδεται, ὁ ἀρχιερεὺς ἔγνω ὅτι ἦν τι πρὸς αὐτόν· καὶ λαβὼν αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν λέγει αὐτῷ· Εἰπέ μοι πάντα τὰ κατὰ σὲ ἐν ἐξομολογήσει καθαρᾷ.Τότε ὁ ἱερεὺς ἐξεῖπε πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ πῶς ἐξέπεσε μετὰ τῆς δούλης αὐτοῦ, καὶ πῶς μετὰ ἀγγέλου ἀφορισθέντες, ἀσυνδιαλλάγητοι ἔμειναν. Τότε ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ, γίνωσκε ὅτι ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου εἶ δεδεμένος, καὶ μέχρι τοῦ νῦν ζῇς καὶ οὐ θνῄσκεις εἰς ἀπεράντους αἰῶνας, ἀλλ᾿ ἄπελθε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐκείνην ἔνθα τὸν δεσμὸν ἐποιήσατε· διότι ἔτι καὶ νῦν ὁ ἄγγελος ἐκεῖ ἐστιν, ἐπειδὴ ὁ εἷς τὸν ἕτερον ἔδησεν. Ὁ δὲ ἱερεὺς ἀπεκρίθη· οὐ δύναμαι, ἅγιε τοῦ Θεοῦ δέσποτά μου, τοῦτο ποιῆσαι, διότι τὸ διάστημα τῆς ὁδοῦ ἀπέχει πολύ, καὶ ἔξοδον οὐκ ἔχω, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἵππός μοι ἐστι πρὸς ἱππασίαν. Τότε λέγει ὁ Ἀρχιερεὺς πρὸς αὐτόν· ἐὰν μὴ πορευθῇς ἐκεῖσε, οὔτε σὺ τελευτᾷς, οὔτε ὁ ἄγγελος πτεροῦται ὅπως ἀνέλθῃ εἰς οὐρανούς. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς πάλιν οἰκτείρας αὐτὸν ἀποκρίνεται· ἐπειδὴ λέγεις ὅτι οὐκ ἰσχύεις, ποιήσω ἔλεος πρὸς σέ, καὶ πορευθῶμεν ὁμοῦ καὶ δώσω σοι ἵππον καὶ τὸ ἔξοδον ἐγὼ ποιήσω.Καὶ εὐθὺς εἴχοντο τῆς ὁδοῦ, καὶ ἀπῆλθον ἕως τῆς χώρας τοῦ ἱερέως· ἡ δὲ ἦν ἠρημωμένη καὶ οὐδένα ηὗραν, οὔτε οἰκίαν οὔτε ἄλλο τι. Ὁ οὖν ἀρχιερεὺς ἠρώτησεν· αὕτη σου ἐστὶν ἡ χώρα; Καὶ ὁ ἱερεύς· αὕτη ἐστίν, ἀλλ᾿ ἠρημώθη, δέσποτά μου ἅγιε. Καὶ ὁ ἀρχιερεύς· οὐ γινώσκεις ποῦ ἦν ἡ Ἐκκλησία; Καὶ ἀτενίσας ὁ ἱερεὺς εἶδε δένδρα ὡς ἀπὸ διαστήματος τῆς ποτε χώρας αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ὡς εἰκάζω, ἐκεῖ ὀποῦ φαίνονται τὰ δένδρα ἐστὶν ἡ Ἐκκλησία.Καὶ πορευθέντες ἐκεῖ, ηὗραν τὸν ναὸν κεχαλασμένον, πλὴν ὀλίγον μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου βήματος ἵστατο, καὶ ἀφ᾿ οὖ ἐκεῖσε ἐπέζευσαν ἐκ τῶν ἵππων, λέγει ὁ ἀρχιερεύς· ἄπελθε εἰς τὸ βῆμα. Καὶ εἰσελθὼν ὁ ἱερεὺς ηὗρε τὸν ἄγγελον ἱστάμενον ἐκεῖσε. Καὶ λέγει ὁ ἄγγελος· ἔτι ζῇς πτωχὲ ἱερεῦ; Ὁ δὲ ἱερεὺς λέγει· ναὶ ἔτι ζῶ, ἀλλὰ καὶ σὺ ἔτι αὐτοῦ ἵστασαι; Καὶ λέγει ὁ ἄγγελος· καλῶς ἦλθες, ἵνα συγχωρηθῶμεν συναλλήλως. Λέγει ὁ ἱερεύς· εὐλόγησον ἅγιε ἄγγελε τοῦ Θεοῦ, συγχώρησόν μοι. Ὁ δὲ ἄγγελος εἶπε· συγχώρησον ἐμοὶ σὺ πρῶτον, καὶ τότε κἀγώ σοι, διότι ἐὰν συγχωρήσω σοι πρῶτον, ἔχεις ἀναλύσαι αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, καὶ ἑγὼ μένω εἰς τὸν δεσμόν. Τότε λέγει ὁ ἱερεύς· ἐὰν καὶ ἑγὼ συγχωρήσω σοι, ἔχεις πτερωθῆναι καὶ ἀνελθεῖν εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ ἑγὼ μένω εἰς τὸν δεσμόν. Τότε λέγει ὁ ἄγγελος· ὀμνύω εἰς τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ τὸν ἀσάλευτον, ὅτι οὐ μὴ ἀφήσω σε ἐν τῷ δεσμῷ. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ταῦτα διήκουεν ἔξωθι.Ὅθεν λέγει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν ἄγγελον· ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἂς εἶσαι συγχωρημένος παρ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Καὶ εὐθύς, ὢ τοῦ θαύματος! ἐπτερώθη ὁ ἄγγελος καὶ ἔπτη εἰς τὸ ὕψος, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα· ἂς εἶσαι συγχωρημένος καὶ σὺ ὦ πρεσβύτερε· καὶ πρὶν τετελειῶσθαι τοῦ ἀγγέλου τὴν φωνήν, εὑρέθησαν τὰ ὀστέα τοῦ ἱερέως σωρηδὸν ἐν τῷ τόπῳ οὗ εἰστήκει.Ὅθεν ὁ ἀρχιερεὺς εἶπε πρὸς τὸν ἄγγελον· ὦ ἅγιε ἄγγελε, δέομαί σου, πλήρωσόν μοι μίαν αἴτησιν καὶ ψάλλε τινὰ ἀγγελικὸν ὕμνον ἵνα ἀκούσω κἀγώ. Ὁ δὲ ἄγγελος εἶπε· τοῦτο οὐκ ἔστι δυνατόν· ἐν ᾗ ἂν ὥρᾳ ἀκούσῃς τῆς ἀγγελικῆς φωνῆς, ἀναλῦσαι ἔχεις τῶν τῇδε· οὐκ ἔξεστι γὰρ σάρκα θνητὴν ἀκοῦσαι ἀγγέλου φωνὴν καὶ ζῆσαι πλὴν διὰ τὴν ἥν περ ἐποίησας καὶ εἰς ἑμὲ καὶ εἰς τὸν ἱερέα μεγάλην ἀγαθωσύνην, μένε ὀλίγον ἵνα ἀνέλθω ἕως τρίτον τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ψάλλω ἐκεῖσε καὶ ἀκούσας μόλις δυνήσει βαστᾶσαι. Ὅθεν ἀνελθὼν ἕως τρίτον οὐρανοῦ, ἔψαλλε τὸ Ἀλληλούϊα· ἐκ δὲ τῆς γλυκείας μελῳδίας ἔπεσεν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπὶ τῆς γῆς ὡσεὶ νεκρός, ἕως τρεῖς ὥρας καὶ μόλις καὶ χαλεπῶς συνελθὼν εἰς ἑαυτὸν ἀνέστη.Εἶτα τῷ Θεῷ εὐχαριστήσας ὑπέστρεψεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ, καὶ ἔγραψε τὴν διήγησιν ταύτην τοῦ ἱερέως εἰς πολλῶν ὠφέλειαν, ἵνα ἀκούοντες καὶ ἡμεῖς οἱ ῥᾴθυμοι διορθώμεθα, καὶ προσεκτικοὶ καὶ σπουδαῖοι γινώμεθα, καθαροί τε λογισμῶν αἰσχρῶν καὶ ἐπιθυμιῶν ἀπρεπῶν.

 

 

Ὅτε τὴν ἱερωσύνην ἐπιτελοῦμεν ὀφείλομεν εἶναι ἀμέτοχοι λαγνείας· 

καὶ ἀσελγείας,

 διότι ὁ ἔχων ἐπιθυμίαν εἰς πορνείαν καὶ εἰς σαρκικὰ καὶ εἰς ἄλλα πάθη, πολυφαγίαν τε καὶ πολυποσίαν, 

μέθην καὶ φιλαργυρίαν, μνησικακίαν, κενοδοξίαν, ὑπερηφάνειαν, 

 ἀνάξιος καθίσταται τῆς ἱερωσύνης καὶ καταφρονητὴς καὶ ὑβριστὴς τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων· 

διὰ τοῦτο προοφείλομεν ἀμίαντοι ὑπάρχειν, 

ὅτε μέλλομεν παρίστασθαι τῇ ἁγίᾳ Τραπέζῃ καὶ ὅτε τὴν φρικτὴν ἱερουργίαν ἐπιτελοῦμεν. 

Πολλοί τινες καταφρονητικῶς ταύτην ἐπιτελοῦσι, 

καὶ οὔτε ἐξομολόγησιν ποιοῦσιν, οὔτε τὴν συνήθη ἀκολουθίαν ψάλλουσιν, ὡς μὴ μέλλοντες δῆθεν ἀποθανεῖν, 

οἱ κατ᾿ ἐμὲ τάλανες, ἀμνημονοῦντες τὴν φοβερὰν τοῦ Κυρίου ῥητὴν ἐντολήν·

 ὁ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ μὴ ποιήσας, πολλὰ δαρήσεται· 

ἤγουν ὅποιος ἠξεύρει τὸ θέλημά μου καὶ δὲν τὸ κάμνει, ἐκεῖνος μεγάλως θὰ κολασθῇ.

Τὸ λοιπὸν ἀδελφοί μου, ἰδοὺ ἐμάθαμεν,

 ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰς τὴν γῆν μεγαλύτερον τῆς ἱερωσύνης, οὔτε βασιλεία, οὐδὲ ἄλλο τίποτε, 

καὶ ὅποιος εἶναι ἀνάξιος τῆς θείας μυσταγωγίας καὶ δὲν παύσῃ, 

ἐκεῖνον ἐὰν τὸν εὕρῃ ὁ θάνατος ἀμετανόητον,

 κολάζεται μετὰ τοῦ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτου εἰς ἐκείνην τὴν κόλασιν, 

ὁποῦ ἄλλη χειροτέρα δὲν εἶναι.

 Τοίνυν καὶ ἡμεῖς οἱ ἀναγινώσκοντες καὶ ἀκούοντες ταῦτα, ἐκβιασώμεθα ἑαυτοὺς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας, 

καὶ ποιήσωμεν τὸ θέλημα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, 

ὅπως ἀξιωθῶμεν τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ παραστάσεως εἰς τὴν δευτέραν αὐτοῦ Παρουσίαν,

 καὶ κληρονόμοι τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν γενώμεθα μετὰ τῶν δικαίων ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, 

ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί, 

καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι,

 νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 

Ἀμήν!


Επιμέλεια,διασκευή κειμένου ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''
Πηγή: ''Nektarios'' 


(ἐκ χφ. κώδ. 229 ιζ´ αἰ. τῆς Ἱ. Μ. Διονυσίου Ἁγ. Ὄρους)


Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Η ΑΝΑΡΧΗ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΤΩΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ


 


Σε πρόσφατο φύλλο της Ιταλικής Coriere della sera της 19/3/2014,
δημοσιεύτηκε ένα άκρως, οικουμενιστικό και βλάσφημο άρθρο,
απόσπασμα του οποίου παραθέτουμε...
''Ο Πάπας αναμφίβολα είναι ο παγκόσμιος ηγέτης.
Ο πλανητάρχης Ομπάμα είναι μακράν πίσω του.
Αδιαφιλονίκητος, αδιαμφισβήτητος και οπωσδήποτε ανυπέρβλητος.
Θα μπορούσε να είναι κάλλιστα ο Χριστός της γης,
αφού ο ίδιος και το Βατικανό προσφέρουν,ό,τι το καλύτερο στην παγκόσμια κοινότητα. 
Τον Οικουμενισμό!
Μέσα απ' αυτόν,
συναντιώνται όλες οι θρησκείες,που ενωμένες αδελφικά πλέον θα πιστεύουν στον έναν και μοναδικό Θεό.
Είναι καιρός πλέον οι διάφορες χριστιανικές εκκλησίες να αφήσουν στην άκρη τα στερεότυπά τους και,
αφού βάλλουν νερό στο κρασί τους,
να ενωθούν σε μία παγκόσμια Εκκλησία.
Τί ζηλευτό όραμα αλήθεια!
Όλοι,χριστιανοί,Μουσουλμάνοι, Ιουδαιστές, Βουδιστές, Ινδουιστές και άλλοι να υποδεχθούμε τον Θεό,
που σύντομα έρχεται...!''


Υποσημείωση δική μας.

Το άρθρο με τίτλο,''Ο Χριστός έρχεται,ενωθείτε τώρα όλοι'' στην διάρκεια τριών συνεχών ημερών 

που δημοσιεύθηκε ολόκληρο,

δέχθηκε χιλιάδες ευχαριστιακές επιστολές από ρωμαιοκαθολικούς απανταχού της Ιταλίας,

το τηλεφωνικό κέντρο της εφημερίδας μπλόκαρε και τα τηλέφωνα απενεργοποιήθηκαν...



Το κείμενο αυτό, ας το δει το -υπότροπα διακείμενο προς τον Οικουμενισμό -ποίμνιο, για να καταλάβει, πως ο Οικουμενισμός δεν έχει καθυποτάξει μόνο Πατριάρχες, Μητροπολίτες, ως και μεγαλόσχημους μοναχούς, αλλά και το ίδιο, το αυτό, κραταιό - διοικητικό σύστημα της καινοτόμου Εκκλησίας. Χτες μόλις, η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος δια του γενικού διευθυντή της, επισκόπου Φαναρίου κ Αγαθαγγέλου, δώρισε στον Πάπα Φραγκίσκο, αγιογραφία...του ρωμαιοκαθολικού ''αγίου'' Φραγκίσκου της Ασίζης... Ορθόδοξα χέρια δηλαδή, αγιογράφησαν έναν αιρετικό ''άγιο, ''αναγνωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο σωστικά μυστήρια και αγιοπνευματική Χάρι Θεού στους Ρωμαιοκαθολικούς... Ποια είναι η Αποστολική Διακονία; Δια του καταστατικού της: ''Η Αποστολική Διακονία αποτελεί τον επίσημο Εκκλησιαστικό Οργανισμό πού τελεί υπό την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.'' Είναι πασιφανές έκδηλο, πως η δρομολογημένη ένωση των Λατίνων με το οικουμενιστικό Φανάρι δεν έχει χρείαν καταληκτικής συμφωνίας ή εκκλησιολογικής συμβάσεως, αφού, η ίδια η ένωση ποιείται καθημερινά, τόσο σε διάρκεια, όσο και σε συχνότητα. Το τέλος θα είναι απλά η είσοδος στο κοινό ποτήριο. Οι ντόπιοι δουρειοιππικοί Ουνίτες έχουν πλευρίσει υπέρ το δέον κυκλαδίτες Μητροπολίτες και Δωδεκανήσιους δεσπότες. Φέτος ιδίως, που το Πάσχα θα εορτασθεί ταυτόχρονα σε Ρώμη και Αθήνα, χάριν της ημερολογιακής καινοτομίας, θα δούμε συνεορταστικές τελετές απείρου κάλλους...! Προσφέρεται οικουμενιστικά για υποκρίνουσες, εθιμοτυπικές συνευρέσεις στο όνομα αυτής της χιλιοειπωμένης, ανοικής αγάπης, που από Χριστολογική την κατήντησαν κοσμική και αμαρτάνουσα. Επειδή όμως, σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα τώρα, ''ο Οικουμενισμός προσωρεί αγαπητικά και συγκεντρωτικά'', όπως έλεγε ο πάλαι ποτέ Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πλέον τους οικουμενιστές, ως πλανεμένους εκφραστές, αλλά τουναντίον, ως επί γνώσει εραστές ενός επίδοξου άκυρωτικού και άχαρου γάμου. Οι νεοεκκλησιολογικές θέσεις τους, που βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τα τεκτονικά τευχίδια του ''Πυθαγόρα'' και με προκάλυμα τις μοδάτες, οικολογικές ανησυχίες, βρίθουν από ακαταίσχυντες ύβρεις προς το Σύμβολο της Πίστεως, άρα και προς αυτήν, την Αγία και Ζωοοποιό Τριάδα. Δεν πάει πολύς καιρός, που ο Αυστραλίας Στυλιανός δήλωνε, πως ''η Ορθοδοξία δεν κατέχει την απόλυτη αλήθεια'' και πως, ''ο Χριστός σαν άνθρωπος ήταν αμαρτωλός. ''Δείτε λοιπόν, αυτοί οι ενχώριοι, παρεκτετρεπόμενοι οικουμενιστές υπό το πρίσμα ''της των πάντων [αδιακρίτως] ενώσεως'' με ποιους συναγελάζονται... Με αυτούς τους Τέκτονες Παπικούς, αφού στην Ιταλία είναι γνωστό τοις πάσι, πως η Στοά P2 και το Βατικανό έχουν συνάψει σχέσεις ήδη από την δεκαετία του '70 ευκρινώς και από τα χρόνια του Μεσοσοπολέμου, μυστικώς. Την δεκαετία του '70, το μεγάλης κυκλοφορίας περιοδικό ''Panorama'' δημοσίευε δηλώσεις επώνυμων ιταλών καραμπινιέριδων σχετικά με τις συλλήψεις των Μαφιόζων σε μασονικές στοές της P2. Eκεί συνομολογούσαν, πως ανάμεσα στα στελέχη της μασονικής στοάς ήταν και αρκετοί καρδινάλιοι, της συνόδου μάλιστα του κραταιού Βατικανού. Τα ονόματά τους ποτέ δεν δόθηκαν στην δημοσιότητα και οι ίδιοι φυσικά συνέχισαν το έργο τους στην σύνοδο του Βατικανού! Είναι οι ίδιοι ψευδοχριστιανοί και ψευδοειδείς ποιμένες που βοήθησαν στην ανατροπή του προέδρου Μιλόσεβιτς, στον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και στην ίδρυση του κρατιδίου των Σκοπίων. Το Βατικανό ήταν το πρώτο κράτος που αναγνώρισε τα Σκόπια με το όνομα ''Μακεδονία'' και από τις πρώτες χώρες που αναγνώρισαν το ψευδοκράτος του Ντενκτάς στην Κύπρο. Είναι αυτοί που χρηματοδοτούσαν εξεγέρσεις και επιχορηγούμενες λαοφιλείς επαναστάσεις στην Πολωνία του Βαλέσα, στην ''πορτοκαλί επανάσταση΄΄ στην Ουγγαρία της Γιούλια Τιμοσένκο, στην πρώην Ανατολική Γερμανία του Χόνεκερ και φυσικά στην εξέγερση στην Τσεχοσλοβακία. Ο ρόλος τους σχεδόν πάντοτε κάθε άλλο παρά ποιμαντικός ήταν. Η ιταλική ''Giornale'' και η ''La Stamba'' συνομολογούσαν ευθαρσώς,πως την δεκαετία του '80, το Βατικανό σε συνεργασία με διεθνείς εμπόρους όπλων, προσέφεραν βαρύ πολεμικό οπλισμό σε επίδοξους δικτατορίσκους στην Λατινική Αμερική και δη στην Χιλή, στην Ονδούρα, στο Σαν Σαλβαδόρ και στην Παραγουάη. Κάτι, που ίσως δεν γνωρίζουν πολλοί νεόκοποι, αιρετικόφρονες ψευδορθόδοξοι ποιμένες... Η Καθολική Εκκλησία από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έχει ακυρώσει συνοδικά το ''Μυστήριο του Αγιασμού'' γιατι, ως είδαν αυτό δεν είχε καμμία Χάρι! Οι εξορκισμοί έχουν απαγορευθεί ''εκκλησιαστικώς'' γιατι κατέληξαν, πως αυτοί [οι εξορκισμοί δηλαδή] δεν μπορούσαν, να προσφέρουν το παραμικρό σε πάσχοντες, δαιμονόπληκτους ανθρώπους. Εδώ βέβαια ισχύει το γνωστό, ''Δαίμονας, δαίμονα, ου δύναται εκβάλλει.'' Αν προσθέσουμε ακόμη, πως το 1990 επαναπροσδιόρισαν το ''αγιολόγιό τους,'' αποκλείοντας Αγίους, όπως ο Άγιος Γεώργιος, με το αιτιολογικό, πως δεν θαυματουργούσαν πια..., τότε μιλάμε πλέον όχι για ''αδελφή εκκλησία΄΄, αλλά για αδελφική συνομωσία! Συμπερασματικά... Πολλά μπορεί, να γράψει κανείς γι' αυτούς τους σύγχρονους Σταυρωτές Χριστού, τους μακιαβελικούς Νέρωνες της σύγχρονης αποστασίας. Επειδή όμως, πολλοί βαυκαλίζονται στο άκουσμα ενός ευγενούς διαλόγου και μιας εν Χριστώ ενώσεως μετά πάντων αυτών και μέσα τους δημιουργούνται αγαπόλογα συναισθήματα ουχί εν Αληθεία, ας έχουν κατά νου πως... Η ένωση μπορεί, να επιτευχθεί μόνο με την πλήρη μετάνοια των καθολικών και τον συνταυτισμό τους με την γνήσια, ορθή Πίστη που προσφέρει η μάννα Ορθοδοξία. Διαφορετικά μιλάμε για διάλογο δύο θρησκευτικών,διοικητικών μορφωμάτων, που κόβει ο ένας... κόβει ο άλλος... ιδού η ένωση. Πολλοί Πατέρες του 18ου και 19ου αιώνα, τόνιζαν απερίφραστα, πως συμφέρει περισσότερο στην Ορθοδοξία το μουσουλμανικό φόβητρο, ως αιτία μετανοίας και σφυρηλάτησης της Πίστης, παρά ο παπικός καθολικισμός, ως δούρειος ίππος υποδαύλισης της Πίστης και αλλοίωσης της σωστικής υφής της Ορθοδοξίας.


Υ.Γ. Ο κόσμος μας 

δεν είναι αγγελικά πλασμένος και για τούτο υπεροπτικά οδεύει στον κρημνό, 

γιατι αρνήθηκε και πάλι τον Χριστό, ως Αλήθεια,ως Δικαιοσύνη, 

ως Αγάπη και ως Λατρεία. 

Πίσω από τις μαύρες μάσκες της επάρατης παναίρεσης του Οικουμενισμού

 κρύβονται τεκτονικά Τάγματα διευρημένης Ασφαλείας, 

σημαιοστολισμένοι πατριάρχες με μασονικά παράσημα στο πέτο 

και επίσκοποι που διδάσκουν το οικουμενιστικό τους φρόνημα στο δύσμοιρο το ποίμνιο. 

Όσο τα πράγματα θα χειροτερεύουν στο κοινωνικό γίγνεσθαι,

 τόσο θα ζητείται δικαιοσύνη χωρίς όρια. 

Ας γεμίσουμε τις εκκλησίες με ανθρώπους,περισσότερους από τις σημαιοστολισμένες πλατείες και τις αιμοδιψούσες λεωφόρους. 

Οι μάζες είναι πλαστικοποιημένη έννοια στα χείλη εμφυλιοπόλεμων μελών παροχημένης μάντρας.

 Ας γεμίσουν τα εξομολογητήρια από συμπάσχοντες αδελφούς, που εμπιστεύονται την δικαιοσύνη του Θεού περισσότερο από τα ξίφη των ανθρώπων. 

Η Μετάνοια θ' αλλάξει το ζύγι του Θεού, οι Αγανακτισμένοι θα μπορούσαν, 

να γίνουν Μετανοημένοι και ν' απευθύνονται ομοθυμαδόν στον Ρυθμιστή των όλων! 

Τα κομματικά αμνοερίφια είναι πλέον απροστάτευτα και οσονούπω 

θα ζηλεύουν τα καθ' ομείωσιν πρόβατα του Ποιμένου μας Χριστού, 

την στιγμή,

που οι προβατόσχημες αίγες θα τελούν υπό διογμώ, 

όσο θα θωρούν την ήρα να ξεχωρίζει από το στάρι. 

Όσοι πιστοί προσέλθετε!



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος


ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΑΔΕΛΦΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΘΗΡΙΟΥ


 


''Διηγήσατο ἡμῖν ὁ Ἀββᾶς Παφνούτιος, ὄτι:
 ὅταν ἤμην νεώτερος ἡσύχαζον πλησίον τοῦ Ἀββᾶ Ἀπολλῶ· 
ὅταν ἦλθεν ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων ἐπῆγον εἰς τὸν Γέροντα λίαν πρωῒ 
καὶ ἀσπασάμενος αὐτὸν καὶ εὐλογηθείς, ἐκάθισα πλησίον του, 
καὶ παρεκάλουν αὐτόν, ὅπως δεχθῇ με νὰ κατοικήσω μετ᾿ αὐτοῦ 
διότι καθ᾿ ὅλην τὴν ἁγίαν Τεσσαρακαστὴν μόνος μου κατοικῶν, 
πολὺ ἐπολεμήθην ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς πορνείας, 
ἀλλ᾿ ὁ Γέρων δὲν συγκατετίθετο.
 Παραμείνας μέχρι τῆς ἕκτης ὥρας (μεσημβρίας) ὡς ἀνεχώρησα κατερχόμενος τοῦ Ὄρους, 
εἰς τὸν δρόμον συνήντησα τὸν ὑπηρέτην αὐτοῦ τοῦ Γέροντος, 
πηγαίνοντα εἰς αὐτόν,
 κτυπῶντα τὸ πρόσωπον του καὶ μαδῶντα τὰς τρίχας τοῦ γενείου του,
 καὶ ἰδόντος με παρεβιάσατο νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸν Γέροντα·
 ὡς δὲ ὑπήγομεν, προσπεσὼν ἐδιηγήθη πρὸς αὐτὸν λέγων. 
Περιπατοῦντες μετὰ τοῦ μικροτέρου ἀδελφοῦ μου, ἐπεράσαμεν ἀπὸ τὸν τάφον τοῦ Ὑπάτου,
 μὴ γνωρίζοντες ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ περάσῃ τὴν νύκτα ἀπὸ αὐτὸν τὸν δρόμον.
 Ἐνῷ περιεπάτουμεν, ἐξ αἴφνης φαντασία δαιμονικὴ ἐλθοῦσα ἐκ τοῦ μνήματος,
 ἤρπασέ μου τὸν ἀδελφόν. 
Ὡς ἤκουσε τοῦτο ὁ Γέρων, βοήσας πρὸς τὸν Θεὸν εἶπε·
 Κύριε ὁ Θεὸς τῶν Δυνάμεων,
 παρακαλῶ σε βοήθησόν με.


Καὶ προσευχηθεὶς ὁ Γέρων, λαβὼν καὶ ἐμὲ μαζί του ἐπηγαίνομεν.Περιπατήσαντες οὖν ἀπὸ ἐνάτης ὥρας τῆς ἡμέρας καὶ δι᾿ ὅλης τῆς νυκτός, περὶ τὰ χαράγματα τῆς ἡμέρας, ἐφθάσαμεν εἰς τὸν τόπον ἐν ᾧ ἠρπάγη ὁ ἀνθρωιτος. Πρασευχηθέντες ἐπὶ ὥραν πολλήν, ἐξεκίνησεν ὁ Γέρων νὰ πηγαίνη πρὸς τὸν τάφον τοῦ Ὑπάτου, ἀκολουθοῦντες καὶ ἡμεῖς αὐτόν. Πλησιαζόντων ἡμῶν εἰς τὸν τάφον, φοβεραί τινες καὶ καταπληκτικαὶ φαντασίαι ἐγίνοντο, μορφαὶ διάφοροι καὶ ἐξηλλαγμέναι ἐφαίνοντο, ἀνθρώπων, κτηνῶν, δρακόντων καὶ θηρίων πυῤῥοειδῶν καὶ καπνῶν ἐρευγομένων, περικυκλωσάντων ἡμᾶς καὶ ἐγγίζοντα ἡμῖν καὶ βλεπόμενα καὶ ἀκουόμενα καὶ ἐφαπτόμενα ὡς καὶ τῇ πνοῇ ἡμᾶς συνέχεσθαι. Ὁ δὲ Γέρων καὶ ἑαυτὸν καὶ ἡμᾶς τῇ σφραγῖδι τοῦ Σταυροῦ σημειωσάμενος, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπικαλούμενος, καὶ ἡμᾶς προστάξαντος νὰ λέγωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ἑξηκοστοῦ ἑβδόμου ψαλμοῦ «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν· ὡς ἐκλείπει καπνὸς ἐκλιπέτωσαν, ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός...» ἐπροχώρει ἐμπρὸς πλησιέστερον τοῦ τάφου γενόμενος. Ὅσον δὲ ἐπλησίαζε τοσοῦτον καὶ αἱ δαιμονικαὶ φαντασίαι φοβερώτεραι ἐγένοντο.Σεισμὸς καὶ κλόνος συνεχὴς ἐγένετο τοῦ ἐδάφους, καὶ μέγα χάσμα ἠνοίχθη ἔμπροσθεν ἡμῶν, ὥστε καὶ τὴν ἄβυσσον νὰ βλέπωμεν καὶ δράκοντας ἐξ αὐτῆς ἀνερχομένους καὶ ἡμᾶς ἐκφοβίζοντας, ὡς τοὺς ὀδόντας αὐτῶν τρίζοντας καὶ φλόγας πυρὸς ἐξακοντίζοντας. Ὁ δὲ Γέρων τὰ γόνατα κλίνας καὶ τὸν νοῦν καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς οὐρανὸν ὑψώσας, καὶ μὲ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα ἑαυτὸν καθοπλίσας, εἰς τὸ σπηλαιῶδες κτίσμα εἰσῆλθεν ἐν ᾧ ἡ λάρναξ ἔκειτο· καὶ πάλιν μὲ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ σημειωθείς, ἐρευνῶν εὗρε τὸν ἀδελφὸν τοῦ διακονητοῦ (τοῦ ὑπηρετοῦντος αὐτῷ) ἡμιθανῆ ὑπάρχοντα, μηδόλως τρίχας ἔχοντα, οὔτε εἰς τὴν κεφαλήν, οὔτε εἰς τὸ γένειον, οὔτε εἰς τὰ βλέφαρα, οὐδὲ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς. Καὶ ἀποστείλας τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ εἰς τὸ πλησίον χωρίον νὰ φέρῃ ἔλαιον, καὶ προσευχηθείς, ἔχρισε τὸν ἡμιθανῆ τοῦτον ὑπάρχοντα ἀπὸ κορυφῆς ἕως τῶν ὀνύχων, καὶ τῷ τύπῳ τοῦ τιμίου Σταυροῦ σφραγισάμενος αὐτόν, ὑγιῆ τελείως ἀποκατέστησεν.Εἶχε δὲ ἡ λάρναξ ταύτην τὴν ἐπιγραφήν, Σωματοθήκη Ὑπάτου τοῦ ἀνεψιοῦ Διοκλητιανοῦ τοῦ Βασιλέως, τοῦ κατὰ παντὸς τόπου τοὺς τοῦ ἐσταυρωμένου ὑπασπιστὰς βασανίσαντος. Ἀναγνοὺς ὁ Γέρων τὴν ἐπιγραφὴν ἤρξατο θνηνεῖν καὶ λέγειν ποῦ νῦν τῆς ὑπατείας ἡ λαμπρὰ περιβολή; ποῦ οἱ κρότοι καὶ αἱ πανηγύρεις; πάντα ἐξηφανίσθη· πάντα παρέδραμε καὶ ὡς σκιὰ καὶ καπνὸς διελύθησαν. Εὐλογητὸς καὶ δεδοξασμένος εἷς μόνον, ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεός, οὗ ἡ βασιλεία, βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καὶ ἡ Δεσποτεία αὐτοῦ ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ.Ἐγιναν δὲ ταῦτα,γνωστὰ εἰς ὅλα τὰ περίχωρα, καὶ ἐφεξῆς πάντες διήρχοντο ἀφόβως ἐκ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης καὶ τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα δοξάζοντες τὸν πανάγαθον Θεόν, καὶ τὸν αὐτοῦ δοῦλον Ἀββᾶν Ἀπολλώ, ὅστις ἀποφεύγων τὴν τῶν ἀνθρώπων τιμὴν καταλιπὼν τὸ κελλίον του μετῴκησεν εἰς Θηβαΐδα, οὗ ταῖς πρεσβείαις ῥύσαιτο καὶ ἡμᾶς ὁ Κύριος τῶν δαιμονικῶν φαντασιῶν. Ἀμήν!''Προσέχετε, ἀδελφοί μου, τὴν ὑπερβολικὴ πονηρία τοῦ θηρίου· διότι μεταχειρίζεται πονηρὰ τεχνάσματα. Προσέχετε πὼς ἀρχίζει ὀπὸ τὴν κοιλιά, ὥστε ὅταν κάποιος βρεθεῖ σὲ δυσκολία, στερούμενος τὴν τροφή, νὰ ἀναγκασθεῖ νὰ δεχθεῖ τὴ σφραγῖδα ἐκείνου, ὄχι ὅπου τύχει, σὲ ὁποιοδήποτε μέλος τοῦ σώματος, ἀλλὰ νὰ δεχθεῖ τὸ ἄσεβες χάραγμα στὸ δεξὶ χέρι, ἐπίσης καὶ στὸ μέτωπο, γιὰ νὰ μὴν ἔχει ὁ ἄνθρωπος δύναμη νὰ σχηματίσει μὲ τὸ δεξί του χέρι τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, οὔτε ἐπίσης νὰ σημειώσει στὸ μέτωπο τοῦ ἐντελῶς τὸ ἅγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου, οὔτε τὸν ἔνδοξο καὶ τίμιο σταυρὸ τοῦ Χρίστου καὶ Σωτῆρα μας. Διότι γνωρίζει ὁ ἄθλιος ὅτι, ἂν σχηματισθεῖ ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου, καταργεῖ ὅλη τὴ δύναμή του, καὶ γι᾿ αὐτὸ σφραγίζει τὸ δεξὶ χέρι τοῦ ἄνθρωπου· διότι τὸ δεξὶ χέρι εἶναι ποὺ σφραγίζει ὅλα τὰ μέλη μας. Παρόμοια μάλιστα καὶ τὸ μέτωπο, σὰν λυχνοστάτης, κράτα ψηλὰ τὸ λυχνάρι τοῦ φωτός, δηλαδὴ τὸ σύμβολο τοῦ Σωτῆρα μας.Περιμένει λοιπόν, ἀδελφοί μου, φοβερὸς ἀγῶνας ὅλους τους φιλόχριστους ἀνθρώπους, ὥστε νὰ μὴ δειλιάσουν ὡς τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, οὔτε νὰ δείξουν ἀδιαφορία, ὅταν θὰ χαράζει ὁ Δράκοντας τὴ σφραγίδα του ἀντὶ γιὰ τὸ σταυρὸ τοῦ Σωτῆρα. Διότι μεταχειρίζεται τέτοιον τρόπο, ὥστε νὰ μὴν ἀναφέρεται διόλου, αὐτὸ τὸν καιρό, τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρα. Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ὁ ἀνίσχυρος, ἐπειδὴ φοβᾶται καὶ τρέμει ἀπὸ τὴν ἁγία δύναμη τοῦ Σωτῆρα μας. Διότι, ἂν κάποιος δὲ δεχθεῖ τὴ σφραγῖδα ἐκείνου, δὲν αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ τὶς φανταστικὲς τερατουργίες του, οὔτε ἐπίσης ὁ Κύριος ἀπομακρύνεται ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τοὺς φωτίζει καὶ τοὺς ἑλκύει κοντά του.Πρέπει νὰ καταλάβουμε ἐμεῖς, ἀδελφοί, μὲ κάθε ἀκρίβεια, ὅτι οἱ φανταστικὲς τερατουργίες τοῦ Ἐχθροῦ εἶναι ἄσπλαχνες. Ὁ Κύριος μας ὅμως ἔρχεται σὲ ὅλους ἐμᾶς μὲ γαλήνη, γιὰ νὰ ἀποκρούσει γιὰ χάρη μας τὶς πανουργίες τοῦ θηρίου. «Ἂν κρατᾶμε μὲ εἰλικρίνεια τὴν ὀρθὴ πίστη τοῦ Χριστοῦ, θὰ διασκορπίσουμε εὔκολα τὴ δύναμη τοῦ τυράννου, θὰ ἀποκτήσουμε ἀμετακίνητο λογισμὸ καὶ σταθερότητα, καὶ θὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπό μας ὁ ἀνίσχυρος, ἐπειδὴ δὲ θὰ μπορεῖ νὰ κάνει τίποτε.Ἐγὼ ὁ τιποτένιος, ἀδελφοὶ φιλόχριστοι, σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὴ γινόμαστε πλαδαροί, ἀλλὰ ἀπεναντίας νὰ γινόμαστε δυνατοὶ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Σταυροῦ. Ὁ ἀναπόφευκτος ἀγῶνας εἶναι πολὺ κοντά μας· ἂς πάρουμε ὅλοι τὴν ἀσπίδα τῆς πίστεως. Νὰ εἶστε λοιπὸν πρόθυμοι, σὰν ἔμπιστοι δοῦλοι, καὶ νὰ μὴ δέχεστε ἄλλον. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ κλέφτης καὶ ἄθλιος καὶ σκληρὸς πρόκειται νὰ ἔρθει πρῶτος αὐτός, στὸν καιρό του, θέλοντας νὰ κλέψει καὶ νὰ σφάξει καὶ νὰ ὁδηγήσει στὴν ἀπώλεια τὴν ἐκλεκτὴ ποίμνη τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένα Χριστοῦ, γι᾿ αὐτὸ παίρνει τὴ μορφὴ τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένα.«Ἂς μάθουμε, ἀγαπητοί, μὲ τί λογῆς μορφὴ ἔρχεται στὴ γῆ ὁ ἀδιάντροπος «ὄφις. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ Σωτήρας, θέλοντας νὰ σώσει τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ μὲ μορφὴ ἀνθρώπου νίκησε τὸν ἐχθρὸ μὲ τὴν ἁγία δύναμη τῆς θεότητάς του, σοφίσθηκε αὐτὸς νὰ πάρει τὴ μορφὴ τῆς παρουσίας του καὶ νὰ μᾶς ἐξαπατήσει. Ὁ Κύριός μας ὅμως θὰ ἔρθει στὴ γῆ μέσα σὲ φωτεινὲς νεφέλες, σὰν φοβερὴ ἀστραπή. Ὁ ἐχθρὸς ἀπεναντίας δὲ θὰ ἔρθει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο- διότι εἶναι ἀποστάτης. Θὰ γεννηθεῖ ὅμως ἀκριβῶς τὸ ὄργανο ἐκείνου ἀπὸ μία ἀχρεία κόρη καὶ δὲ θὰ γίνει ἄνθρωπος αὐτός. Καὶ θὰ ἔρθει ὁ ἀχρειότατος μὲ τέτοια μορφή, σὰν κλέφτης, γιὰ νὰ ἐξαπατήσει ὅλο τὸν κόσμο: ταπεινός, ἥσυχος, μισώντας, λέει, τὴν ἀδικία, ἀποστρεφόμενος τὰ εἴδωλα, προτιμώντας τὴν εὐσέβεια, ἀγαθός, φιλόπτωχος, ὑπερβολικὰ ὄμορφος, ἀτάραχος, χαρούμενος πρὸς ὅλους, τιμώντας ὑπερβολικὰ τὸ γένος τῶν Ἰουδαίων, διότι αὐτοὶ περιμένουν τὸν ἐρχομό του. Ἀνάμεσα σὲ ὅλους αὐτοὺς θὰ πραγματοποιεῖ θαύματα, τερατουργίες καὶ φοβερὰ πράγματα, μὲ πολλὴ δύναμη. Καὶ θὰ μηχανεύεται μὲ δόλο νὰ γίνει ἀρεστὸς σὲ ὅλους, γιὰ νὰ ἀγαπηθεῖ γρήγορα ἀπὸ πολλούς. Καὶ δὲ θὰ παίρνει δῶρα, δὲ θὰ μιλᾷ μὲ ὀργή, δὲ θὰ παρουσιάζεται σκυθρωπός, ἀλλὰ μὲ τὸ πρόσχημα τῆς καλῆς του διαγωγῆς θὰ ἐξαπατᾷ τὸν κόσμο, ὡσότου νὰ βασιλεύσει.«Ὅταν λοιπὸν θὰ δοῦν πολλοὶ λαοὶ καὶ ἔθνη τέτοιες ἀρετὲς καὶ τέτοια θαύματα, ὅλοι τους θὰ συμφωνήσουν καὶ θὰ τὸν ἀνακηρύξουν βασιλιὰ μὲ μεγάλη χαρά, λέγοντας ὁ ἕνας στὸν ἄλλο· «Μήπως λοιπὸν ὑπάρχει ἄλλος τόσο πολὺ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος ἄνθρωπος;». Θὰ ἀνυψωθεῖ μάλιστα ἀμέσως ἢ βασιλεία του, καὶ θὰ πατάξει μὲ θυμὸ τρεῖς μεγάλους βασιλεῖς.

 

Στὴ συνέχεια θὰ ὑπερηφανευθεῖ ἢ καρδιά του,
 καὶ θὰ ξεράσει ὁ Δράκοντας τὴν πικρότητά του. Θὰ ταράξει τὴν οἰκουμένη καὶ θὰ κινήσει 
τά πέρατα τοῦ κόσμου· 
θὰ προξενήσει θλίψη σὲ ὅλο τὸν κόσμο καὶ θὰ μολύνει τὶς ψυχές.
 «Ὄχι πιὰ σὰν εὐλαβής, ἀλλὰ σὲ ὅλα σκληρὸς πρὸς ὅλους, ἀπότομος, 
ὀργίλος, θυμώδης, φοβερός, ἐμπαθής, τρομερός, 
ἄσχημος, μισητός, σιχαμερός, ἄγριος, ὀλέθριος, ἀδιάντροπος
 καὶ πρόθυμος νὰ ρίξει μέσα στὸ λάκκο τῆς ἀσέβειας ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. 
Πληθύνει τὰ θαύματα τοῦ ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, μὲ ψευτιὰ καὶ ὄχι μὲ ἀλήθεια. 
Ἐνῷ θὰ παραβρίσκονται καὶ ἄλλα πολλὰ πλήθη, καὶ θὰ τὸν ἐπευφημοῦν γιὰ τὶς φανταστικὲς τερατουργίες του,
 θὰ φωνάξει δυνατά, ὥστε νὰ σαλευθεῖ ὁ τόπος, ὅπου τὰ πλήθη στέκονται μπροστὰ τοὺ·
 «Γνωρίστε, ὅλοι οἱ λαοί, τὴ δύναμή μου καὶ τὴν ἐξουσία μου».
 Θὰ μετακινεῖ βουνὰ μπροστὰ στὰ μάτια αὐτῶν ποὺ τὰ βλέπουν
 καὶ θὰ ἀνυψώνει νησιὰ ἀπὸ τὴ θάλασσα· 
ὅλα ὅμως θὰ τὰ κάνει μὲ ἀπάτη καὶ μὲ φαντασία, καὶ ὄχι ἀληθινά, ἀλλὰ ἀπεναντίας
 θὰ πλανᾷ τὸν κόσμο καὶ θὰ ἐξαπατᾷ μὲ τὶς φανταστικὲς τερατουργίες τὰ σύμπαντα. 
Πολλοὶ θὰ πιστεύσουν καὶ θὰ τὸν δοξάσουν, σὰν ἰσχυρὸ θεό.



      Άγιος Εφραίμ ο Σύρος


Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

ΝΗΦΩΝ! ΩΡΑΙΑ ΗΤΑΝ Η ΠΡΟΦΗΤΙΚΗ ΣΟΥ ΟΠΤΑΣΙΑ!


 


Έπειτα κι απ’ αυτούς βλέπει ο δίκαιος Νήφων ένα τάγμα αγίων που ήταν τα παιδιά των χριστιανών.

 Όλοι τους έμοιαζαν να  είναι περίπου τριάντα ετών.

 Τους κοίταξε με βλέμμα ιλαρό ο Νυμφίος και είπε:

Ο μεν χιτώνας του βαπτίσματός σας άσπιλος, έργα όμως πουθενά!

 Τι να σας κάνω λοιπόν εσάς;

Τότε με θάρρος του απάντησαν κι αυτοί:

Κύριε, μας στέρησες τα επίγεια αγαθά σου, τουλάχιστον μη μας στερήσης τα επουράνια.

Χαμογέλασε ο Νυμφίος και τους τα χάρισε.

Τότε σηκώθηκε απ’ το θρόνο του ο Νυμφίος και έχοντας στα δεξιά τη Μητέρα του

 και στ’ αριστερά τον μέγιστο και πολυθαύμαστο προφήτη και Πρόδρομό του,

 βγήκε απ’ τον νυμφώνα και πήγε στον θεϊκό θάλαμο, 

όπου βρίσκονται τα αγαθά «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε 

και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη», 

ετοιμασμένα για όσους αγάπησαν τον Θεο. 

Ακολουθούσαν και όλοι οι άγιοι. 

Μόλις είδαν τα αγαθά, πλημμύρισαν από άφατη αγαλλίαση και 

άρχισαν να κυκλοφορούν πανηγυρίζοντας μέσα στον έκπλαγο θάλαμο.

Αλλ’ αυτά δεν μπόρεσε ο δούλος του Θεού Νήφων

 να μου τα περιγράψη. 

Αν και πολλές φορές τον πίεσα, δεν μου είπε το παραμικρό.

 

 

Δεν μπορώ, παιδί μου, έλεγε αναστενάζοντας, να απεικονίσω με την γλώσσα μου η να παρομοιάσω με οποιοδήποτε επίγειο πράγμα τα εκεί. Ήταν πέρα από κάθε σκέψη και φαντασία, πέρα από όλα τα βλεπόμενα και μη βλεπόμενα.


Όταν λοιπόν μοίρασε ο Κύριος στους αγίους του όλα τα άφραστα και ανήκουστα αγαθά, πρόσταξε τα Χερουβείμ να κυκλώσουν τον αιώνιο θάλαμο, όπως κυκλώνει το τείχος μια πόλη. Πρόσταξε έπειτα τα Σεραφείμ να κυκλώσουν τα Χερουβείμ, οι Θρόνοι τα Σεραφείμ, οι Κυριότητες τους Θρόνους, οι Αρχές τις Κυριότητες, οι Εξουσίες τις Αρχές και τέλος οι Δυνάμεις των ουρανών τις Εξουσίες.


Όπως το τείχος κυκλώνει μια πόλη έτσι τα τάγματα κύκλωναν το ένα το άλλο. Δεξιά απ’ τον θάλαμο των αιώνων στάθηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια ο Μιχαήλ με το τάγμα του. Αριστερά ο Γαβριήλ με το δικό του. Ο Ουριήλ εγκαταστάθηκε στα δυτικά και ο Ραφαήλ στα ανατολικά.


Όλα αυτά έγιναν με το πρόσταγμα του Κυρίου Ιησού Χριστού, του μεγάλου Θεού και Σωτήρος όλων των αγίων. Ήταν οι τέσσερις αυτές παρατάξεις πολύ μεγάλες. Και μαζί με τα τάγματα των αχράντων δυνάμεων έζωναν τον θάλαμο του Θεού με πολλή λαμπρότητα.


Όταν όλα αυτά είχαν πια εκτελεσθή, τότε και αυτός ο θεάνθρωπος Ιησούς υποτάχθηκε «τω υποτάξαντι αυτώ τα πάντα» και του παρέδωσε όλη την εξουσία και την κυριαρχία και το κράτος που είχε λάβει απ’ Αυτόν. Ενώ Εκείνος μπήκε στον θείο και απρόσιτο θάλαμο κληρονόμος του Πατρός, Βασιλεύς και Αρχιερεύς μαζί με όλους τους συγκληρονόμους του αγίους.


Στο τέλος όλων των μυστηρίων που είδε ο άγιος Νήφων, είδε και την πιο φοβερή αποκάλυψη: Ο ίδιος ο Πατέρας του μονογενούς Υιού, ο Γεννήτωρ, το φως το απρόσιτο και ακατάληπτο, ανέτειλε ξαφνικά λάμποντας πάνω από ’κείνο τον απέραντο θάλαμο, πάνω από τις άχραντες δυνάμεις, πάνω απ’ όλους τους κύκλους και τις παρατάξεις τους.


Φώτιζε τον καθαρώτατο θάλαμο όπως φωτίζει ο ήλιος τον κόσμο. Έτσι έλαμπε ο Πατέρας των οικτιρμών. Και όπως το σφουγγάρι ρουφάει και συγκρατεί το κρασί, έτσι και οι άγιοι πλημμυρίζονταν από την άρρητη θεότητα του Πατρός και βασίλευαν αδιάκοπα μαζί του στους αιώνες.


Από τότε πια δεν υπήρχε γι’ αυτούς ούτε νύχτα ούτε μέρα. Μόνο υπήρχε Θεός και Πατέρας, Υιός και Πνεύμα, φως και τρυφή, ζωή και φέγγος, τέρψη και ηδονή. Έπειτα έγινε βαθειά σιγή. Στα μάτια του δικαίου δόθηκε καθαρό και άκρατο φως να βλέπη:


Στο πρώτο θάλαμο που κύκλωνε το θάλαμο, μεταδόθηκε άσμα σαν συνεχής και ατελείωτη κληρονομιά. Ασύγκριτη και υπέρκαλλη ήταν η ηδονή του. Αμέσως το θείο και φοβερό τάγμα άρχισε μίαν ανέκφραστη δοξολογία. Οι καρδιές των αγίων σκιρτούσαν απ’ τη χαρά και την απόλαυση.


Απ’ το πρώτο τάγμα μεταδόθηκε ο υπέροχος δοξολογητικός ύμνος στο δεύτερο τάγμα των Σεραφείμ. Άρχισε τότε κι εκείνο να ψάλλη ύμνο περίτεχνο και ακατάληπτο. Σαν εφτάγλυκο μέλι ηχούσε η δοξολογία του στ’ αυτιά των αγίων και ευφραίνονταν απέραντα με όλες τους τις αισθήσεις: Τα μάτια τους έβλεπαν το απρόσιτο φως.


Η όσφρησή τους οσφραίνοταν την ευωδία της θεότητος. Τ’ αυτιά τους άκουγαν τον θείον ύμνο των αχράντων δυνάμεων. Το στόμα τους γευόταν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου Ιησού Χριστού καινούργιο στη βασιλεία των ουρανών. Τα χέρια τους ψηλαφούσαν τα αιώνια αγαθά και τα πόδια τους χόρευαν στον θάλαμο. Έτσι λοιπόν με όλες τους τις αισθήσεις χόρταιναν την άφατη αγαλλίαση.


Σε λίγο μεταδόθηκε ο θείος εκείνος ύμνος απ’ το δεύτερο τάγμα στο τρίτο και απ’ το τρίτο στο τέταρτο, ως το τελευταίο προκαλώντας με το γλυκύτερο απ’ το μέλι μέλος του τέρψη και ηδονή στις καρδιές των αγίων. Και ήταν υπέροχο ότι δεν ψάλλοταν ένας ύμνος συνεχώς από τα τάγματα, αλλά υπήρχε απερίγραπτη ποικιλία και πρωτοτυπία στην ωδή που έψαλλαν.


Όταν οι εφτά κύκλοι των ταγμάτων ωλοκλήρωσαν την καθαρή τους δοξολογία, τότε άρχισαν και τα τάγματα των αρχαγγέλων τον τρισάγιο ύμνο: Έψαλλε ο Μιχαήλ και αντιφωνούσε ο Γαβριήλ. Και πάλι υμνούσε ο Ραφαήλ και συμπλήρωνε ο Ουριήλ. Άκουγε κανείς πρωτάκουστες αρμονίες. Οι τέσσερις πύρινοι στύλοι, οι αρχάγγελοι, ξεχώριζαν και ήταν ο ύμνος τους φλογερός και βροντερός.


Παρακινημένοι απ’ την άπειρη εκείνη τρυφή άρχισαν τότε και οι άγιοι Πάντες μεσ’ απ’ τον ουράνιο θάλαμο να ψάλλουν τα μεγαλεία του Θεού. Έτσι μέσα αντηχούσε ύμνος, ύμνος κι έξω, ύμνος και παντού. Άσματα πανίερα, που φλόγιζαν τις καρδιές με μακαρία ηδονή στους ατελευτήτους αιώνες. Όταν τα είχε δει πια όλα αυτά ο τρισμακάριος Νήφων και βρισκόταν σε μεγάλη έκσταση και θεωρία, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέη:


-Νήφων, Νήφων, ωραία ήταν η προφητική σου οπτασία. Αλλά όλα αυτά που είδες και άκουσες γράψε τα με κάθε λεπτομέρεια, γιατί έτσι και θα γίνουν. Τα φανέρωσα σε σένα γιατί είσαι πιστός φίλος, αγαπητό μου παιδί και κληρονόμος της βασιλείας μου. Βεβαιώσου λοιπόν τώρα που σε αξίωσα να γίνης αυτόπτης των φρικτών μυστηρίων για τη μεγάλη μου φιλανθρωπία προς όλους εκείνους που προσκυνούν με ταπείνωση τη βασιλεία και την εξουσία μου.


Γιατί Εγώ ευφραίνομαι να «επιβλέπω επί τον πράον και ησύχιον και τρέμοντά μου τους λόγους». Αφού του είπε αυτά ο Κύριος τον απέλυσε από την φοβερή και πολυθαύμαστη οπτασία, που επί δύο εβδομάδες τον είχε απορροφήσει. Όταν πια ήρθε στον εαυτό του, καθόταν τρομοκρατημένος και θρηνούσε και ωδυρόταν. Τα δάκρυα του έτρεχαν ποτάμι κι έλεγε:


Αλλοίμονο σε μένα τον άσωτο! Τι περιμένει την αθλία ψυχή μου! Αλλοίμονο μου του ελεεινού! Σε ποία καταστάση άραγε θα βρεθώ εκεί εγώ ο αμαρτωλός! Τι θ’ απολογηθώ προς τον Κριτή; Τι λόγο θα δώσω για τις αμαρτίες μου; Αχ, ο βέβηλος και άθλιος!… Στεναγμό δεν έχω ούτε δάκρυα. Αλλά και μετανοία δεν μου βρίσκεται. Ελεημοσύνη καθόλου! Προσευχή τίποτε! Αγάπη μηδέν! Η ακακία κι η πραότητα στέκουν πολύ μακριά μου! Αλλοίμονο!


Τι να κάνω ο ελεεινός και ρυπωμένος; Από που να αρπαχθώ για να σωθή η ψυχή μου; Τον χιτώνα μου τον μόλυνα, το βάπτισμα το λέρωσα, την ψυχή μου την βύθισα στον βούρκο. Τον νου μου τον σκότισα, την ζωή μου την βάρυνα «εν κραιπάλη και μέθη». Αχ! ο αμαρτωλός δεν ξέρω τι να κάνω! Τα μάτια μου βλέπουν τα αίσχη. Το πρόσωπό μου είναι καταντροπιασμένο. Τα αυτιά μου ηδύνονται σε δαιμονικά τραγούδια. Η όσφρησή μου ζητάει ευωδίες.


Το στόμα μου ρέπει στην πολυφαγία. Αλλοίμονό μου του ταλαιπώρου! Τα χέρια μου τέρπονται στην αμαρτία. Το σώμα μου ποθεί να κυλισθή στον βόρβορο της ανηθικότητας και κυνηγάει τα μαλακά κρεββάτια και την καλοφαγία… Ωχ, ο παράνομος και σκοτεισμένος και ρυπαρός! Που να πάω δεν ξέρω. Ποίος θα με βγάλη από κείνη την πικρή φωτιά; 


Ποίος θα με γλυτώση απ’ το σκότος το εξώτερο του φρικτού ταρτάρου; Ποίος θα μ’ απαλλάξη απ’ τον βρυγμό των οδόντων; Αλλοίμονο, αλλοίμονο μου του σιχαμερού, του παρανόμου! Καλύτερα να μην είχα γεννηθή!… Αχ, τι δόξα πρόκειται να στερηθώ ο μαύρος! Τι τιμή, τι στεφάνια, πόση χαρά, πόση φαιδρότητα θα χάσω, επειδή υποδουλώθηκα στην αμαρτία! Ταλαίπωρη ψυχή!


Που είναι λοιπόν η κατάνυξη σου; Αλλοίμονό σου βέβηλη και θλιβερή! Που θα είναι η θεση σου την ήμερα εκείνη; Έπραξες κανένα καλό που ν’ αρέση στον Θεό; Θα μπης στο καμίνι. Πως όμως θ’ αντέξης το ουαί και τον οδυρμό; Ω, ρυπαρή ψυχή, που ποθούσες πάντα να κυλίεσαι στη σαπίλα, που αδιάκοπα υπηρετούσες το στομάχι!


Άνομη και διεφθαρμένη, τι ντροπή θα δοκιμάσης στο βλέμμα του Ιησού! Με ποία μάτια θ’ ατενίσης το γλυκύτατο Του πρόσωπο; Πες μου, πες μου! Τα είδες εκείνα τα θαυμάσια θεάματα, που ο Κύριος θα πραγματοποιήση κάποτε. Πές μου λοιπόν ψυχή, έχεις έργα αντάξια για κείνη τη δόξα; Πως θα μπης εκεί, αφού μίανες το θείο βάπτισμα;


 

  

Αλλοίμονό σου τότε, μολυσμένη ψυχή μου! 

Σου μέλλει να κληρονομήσης το αιώνιο πύρ’ και που θα είναι 

τότε η αμαρτία και ο πατέρας της για να σε σώσουν;

Αλλά Κύριέ μου, Κύριε,

Σώσε με από τη φωτιά,

Από τον βρυγμό των οδόντων,

Από τον Τάρταρο…

Μ’ αυτά τα λόγια έλεγχε τον εαυτό του ο μακάριος προσευχόμενος. 

Τις κατοπινές μέρες τον έβλεπες να περπατάη 

σέρνοντας τα βήματά του με πικρούς στεναγμούς, 

θρήνους και δάκρυα. 

Αναλογιζόταν τα θαυμάσια που είδε, κι έκανε ό,τι μπορούσε για να τα κατακτήση. 

Συχνά -όταν στοχαζόταν πιο βαθιά και πιο καθαρά το όραμα του- γινόταν εκτός εαυτού. 

Φλεγόταν απ’ την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και αναφωνούσε:-

Ω, τι χαρά, τι δόξα, τι λαμπρότητα

 περιμένει τους αγίους στους ουρανούς! 

Πόσο φοβάμαι μήπως τα στερηθώ!

Αναστέναζε βαθιά και πρόσθετε:

Κύριε, βοήθησε και σώσε την σκοτισμένη ψυχή μου!

 
Άγιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως