ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ανάπηροι στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία. Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς και ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές, είναι το θεικό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου. Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2020

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ




Μ έ ρ ο ς  Τ ρ ί τ ο ν


Φωνή του Κυρίου λοιπόν, ο οποίος διακόπτει και διανέμει τη φλόγα της πυράς, όπως φαίνεται ότι είναι από τη μία πλευρά το πυρ της κόλασης χωρίς λάμψη, ενώ ότι παραμένει από την άλλη πλευρά, το φως της αναστάσεως άκαυστο. Επομένως, όπως φαίνεται, αυτή η διακοπή και η διαίρεση εκείνου της πυράς γίνεται για να φανούν τα λαμπρά και φωτεινά από τα έργα λαμπρότερα δι’ αυτού, καθώς διέρχεται μέσα από όλα κατά τον ίδιο τρόπο. Στη συνέχεια για να κατασταθούν αυτοί που τα διέπραξαν κληρονόμοι φωτός και για να απολαύσουν τούτο τον αιώνιο μισθό.


Επίσης για να διασωθούν από χειρότερη απώλεια όσοι διέπραξαν φαύλες πράξεις και άξιες για το καυστικό πυρ, ζημιούμενοι με την αποβολή τους, παραμένοντας συνεχώς μέσα στη φωτιά (αυτό σημαίνει λοιπόν και η φωνή που είναι πρόξενος της σωτηρίας) για να μη νομίσουν ότι εξαιτίας της φθοροποιού φύσης του πυρός θα χαθούν μια φορά για πάντα. Ακολουθώντας αυτές τις απόψεις και πολλοί άλλοι από τούς διδασκάλους που είναι κοντά μας, έχουν αντιληφθεί αυτό το ρητό ενάντια σε αυτήν τη γνώση. Εάν, όμως, κάποιος εξήγησε με άλλον τρόπο αυτό και κατανόησε τη σωτηρία ως απαλλαγή από την κόλαση, και τον καθαρισμό ως διέλευση μέσα από το πυρ, φαίνεται ότι το παρανόησε εντελώς, εάν πρέπει να το πει κάποιος αυτό· και δεν είναι καθόλου άξιο απορίας, όντας άνθρωποι, που πολλοί από τούς διδασκάλους φαίνεται, ότι εξηγούν με ποικίλους τρόπους τα ρητά τής Γραφής, χωρίς όμως να φθάνουν όλοι όμοια στην ακρίβεια.


Διότι δεν είναι δυνατόν να εφαρμόζει κανείς την ίδια ρήση που έχει αποδοθεί σε διάφορες έννοιες, προς όλες κατά τον ίδιο τρόπο. Αλλά εμείς πρέπει, όταν διαλέγουμε τις κυριότερες και τις περισσότερο σύμφωνες με τα εκκλησιαστικά δόγματα ρήσεις, τις υπόλοιπες να τις επανεξετάζουμε. Δε θα στραφούμε λοιπόν, ακόμα και αν ο Αυγουστίνος αποδώσει αυτή την εξήγηση ή και ο Γρηγόριος ο Διάλογος ή και άλλος από τους διδασκάλους που είναι κοντά σας· γιατι από αυτήν (ενν. τη στάση) εισάγεται όχι τόσο το καθαρτήριο πρόσκαιρο πυρ, παρά το δόγμα του Ωριγένους, καθώς πρεσβεύει την τέλεια αποκατάσταση των ψυχών και τη λύτρωση από την κόλαση, μέσω εκείνου του πυρός, όπως ανακηρύχθηκε ως κοινός όλεθρος για την εκκλησία, αναθεματίσθηκε από την Πέμπτη Αγία Οικουμενική Σύνοδο και απελάθηκε τελείως.


Και πάνω σε αυτά τα ζητήματα έχει λεχθεί από εσάς ότι «είναι φανερό πως (ενν. υπάρχει) η αλήθεια που έχει προλεχθεί κατά το λόγο της θείας δικαιοσύνης, η οποία δεν άφήνει τίποτα που γίνεται ατάκτως ατιμώρητο, και γι' αυτό είναι άνάγκη όσοι δεν τιμωρήθηκαν εδώ, ούτε στον ούρανό ούτε στόν άδη να τιμωρηθούν, η ψυχή (ενν. αύτών) εγκαταλείπεται λοιπόν σε άλλο τόπο που είναι προσδιορισμένος, όπου πρέπει να γίνεται αυτή η κάθαρση, μέσω της οποίας ο καθένας, αφού γίνει καθαρός, ανάγεται αμέσως στην ουράνια απόλαυση. Απέναντι σε αυτό ισχυριζόμαστε τα εξής και προσέξτε πόσο απλά και δίκαια είναι.


Η άφεση των αμαρτιών είναι ομολογουμένως και απαλλαγή από την κόλαση που επιβάλλεται εξαιτίας αυτών γιατι κάποιος απελευθερώνεται από αυτές, συγχρόνως όμως, ελευθερώνεται από την κόλαση που οφείλεται σε αυτές. Αυτή (ενν. η απελευθέρωση) χορηγείται με τρεις τρόπους και σε διάφορα χρονικά διαστήματα, κατά τον καιρό του βαπτίσματος και μετά το βάπτισμα, μέσω της επιστροφής και του πένθους και της αντιπροσφοράς αγαθών έργων στη παρούσα ζωή, και μετά το θάνατο μέσω ευχών και αγαθοεργιών, και όσων άλλων πέρα από αυτά επιτελεί η εκκλησία για τους κεκοιμημένους. Η πρώτη άφεση λοιπόν είναι για όλους χωρίς μόχθο, κοινή και ισότιμη, όπως η διάχυση του φωτός και η θέα του ήλιου και οι αλλαγές των ωρών, διότι είναι μόνο χάρισμα και τίποτα περισσότερο και δεν απαιτεί τη δική μας πίστη.


Η δεύτερη, όμως, είναι επίπονη, όπως κάποιος «ο οποίος λούζει την κλίνη του και το στρώμα του κάθε νύχτα με δάκρυα»· στον οποίο μυρίζουν άσχημα οι μώλωπες της κακίας και πενθώντας και σκυθρωπάζοντας πορεύεται και μιμείται την επιστροφή των Νινευιτών και την ελεημένη ταπείνωση του Μανασσή. Η τρίτη είναι και αυτή επίπονη (αφού έχει συνδεδεμένη τη μετάνοια, τη συνείδηση που τύπτει και την αποτυχία για τα αγαθά έργα που δεν έγιναν, η οποία προκαλεί οδύνη), δεν είναι αναμεμειγμένη με την κόλαση, εάν βέβαια υπάρχει άφεση· διότι δεν είναι δυνατό να συνυπάρχουν η άφεση με την κόλαση. Η πρώτη και η τρίτη άφεση έχουν το περισσότερο μέρος της χάριτος του Θεού, καθώς συμβάλλουν και οι ευχές και είναι μικρή η δική μας εισφορά ή μεσαία, αντίθετα, έχει λίγη χάρη και χρειάζεται περισσότερη δική μας εργασία.


Διαφέρει, όμως, η πρώτη από την τελευταία άφεση, καθόσον αυτή χορηγείται όμοια για όλες τις αμαρτίες. Η τρίτη άφεση αντιδιαστέλλεται από την πρώτη μέσω των μη θανάσιμων αμαρτιών, και αυτών για τις οποίες ο καθένας μετανόησε κατά τη διάρκεια της ζωής του. Αυτά φρονώντας η εκκλησία του Θεού, ζητώντας την άφεση για τους κεκοιμημένους και έχοντας την πεποίθηση ότι χορηγείται, δεν ορίζει καμία τιμωρία για αυτούς, γνωρίζοντας ότι η θεία αγαθότητα υπερνικά το λόγο της δικαιοσύνης σ’ αυτές τις περιπτώσεις.


ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΙΛΙΑ


''Του σοφιωτάτου Μάρκου του Ευγενικού πρός Λατίνους''


Ημείς ούτε τους δικαίους απειληφέναι τελείως τον ίδιον κλήρον φαμέν και την μακαρίαν εκείνην κατάστασιν, προς ην εντεύθεν διά των έργων εαυτούς παρεσκεύασαν, ούτε τους αμαρτωλούς αυτίκα μετά τον θάνατον εις την αιώνιον απάγεσθαι κόλασιν, εν ή βασανισθήσονται αιδίως, αλλ’ άμφω ταύτα μετά την εσχάτην εκείνην ημέραν της κρίσεως και την ανάστασιν πάντων αναγκαίως γενήσεσθαι΄ το δε νυν έχον, είναι μεν εκατέρους εν τοις προσήκουσι τόποις, τους μεν άνετους πάντα και ελευθέρους εν τε τω ουρανώ μετά των αγγέλων και παρ’ αυτώ τω Θεώ, και δη καν τω παραδείσω, ου εξέπεσε μεν ο Αδάμ, αντεισήχθη δε προ των άλλων ο ευγνώμων ληστής, και ημίν δε εκάστοτε επιχωριάζειν, εν οις τιμώνται ναοίς,


καί των επικαλουμένων αυτούς υπακούειν και υπέρ αυτών τω Θεώ πρεσβεύειν, εξαίρετον τούτο γέρας παρ’ αυτού είληφότας, και διά των οικείων λειψάνων θαυματουργείν, και μη και της μακαρίας απολαύειν του Θεού θεωρίας και της εκείθεν εκπεμπομένης αίγλης τελειώτερόν τε και καθαρώτερον ή πρότερον εν τω βίω τυγχάνοντας· τους δ’ εναντίους αύθις εν τω άδη κατακεκλεισμένους υπάρχειν εν σχοτεινοίς και εν σκιά θανάτου και εν λάκω. καθώς φησίν ο Δαυίδ, και ο Ιώβ πάλιν εις γην σχοτεινήν και ζοφεράν, εις γην σκότους αιωνίου. ου ουκ εστι φέγγος, ώδε οράν ζωήν Κρότων και τους μεν εν ευφροσύνη πάση και θυμηδία διάγειν, προσδοκώντας ήδη και μόνον ουκ εν χερσίν έχοντας την επηγγελμένην αυτοίς βασιλείαν και τα απόρρητα αγαθά τους δε τουναντίον εν στενοχώρια πάση και απαραμύθητη λύπη, καθάπερ τινάς καταδίκους εκδεχομένους την απόφασιν του κριτού και τας βασάνους εκείνας προορωμένους


ούτε δε την κληρονομιάν της βασιλείας εκείνους απολαβείν και «α οφθαλμός ουκ είδεν, ούτε ους ήκουσεν, ούτε νους ανθρώπου ενετυπώσατο αγαθά», ούτε τούτους ταις αιωνίοις ήδη παραδεδόσθαι βασάνοις και εν ασβέστω πυρί κατακαίεσθαι. Και τούτο παρά τε των πατέρων ημών άνωθεν παραδεδομένον έχομεν και εξ αυτών των θείων γραφών παραστήσαι ραδίως δυνάμεθα. Δήλον ουν εκ τούτων απάντων, ως όσα τινές των αγίων δι’ οπτασίας και αποκαλύψεως είδον περί της μελλούσης κολάσεως και των εν αυτή ασεβών και αμαρτωλών, σκιαγραφίαι τινές των μελλόντων ήσαν και οίον διατυπώσεις, αλλ’ ουκ ήδη παρόντα και ενεργούμενα πράγματα, καθάπερ ο Δανιήλ την μέλλουσαν κρίσιν εκείνην προφητικώς διαγράφων, εθεώρουν φησίν έως ου θρόνοι ετέθησαν, και κρύπτιον εκάθισε, και βίβλοι ηνεώχθησαν, και τα γέγονε΄ δήλον γάρ ως ου γέγονε ταύτα, τω δε προφήτη πνευματικώς προεδείκνυτο.


Έπί τούτοις τας παρ’ υμών ειρημένας χρήσεις εκ τε της των Μακκαβαίων βίβλου και του Ευαγγελίου θεωρούντων ημών, απλώς τε και φιλαλήθως ειπόντων, μηδεμίαν εν αυταίς εμφαίνεσθαι κόλασιν, ούτε μην κάθαρσιν, αλλ’ η μόνον αμαρτιών άφεσιν, διαίρεσίν τινα θαυμαστήν υμείς εποιήσασθε, πάσαν αμαρτίαν είπόντες εις τε την πρόσκρουσιν αυτήν του Θεού διαιρείσθαι και την επακολουθούσαν αυτή τιμωρίαν ων την μεν πρόσκρουσιν αφίεσθαι μετά τήν συντριβήν και αποκήρυξιν του κακού, την δε ενοχήν της τιμωρίας οφείλεσθαι πάντως, ως ανάγκην είναι εκ τούτου του λόγου τους αφιεμένους των αμαρτιών έτι και δι’ αυτάς κολάζεσθαι. Ταύτα μεν ουν ότι τοις εναργέσι και ομολογουμένοις μάχονται, λέγειν εώμεν ούτε γαρ βασιλείς όρώμεν μετά το δούναι τήν αμνηστίαν καί άφεσιν ετι και κολάζοντας τους ημαρτηκότας, ούτε Θεόν αυτόν πολλώ μάλλον, των πολλών όντων των γνωρισμάτων, φιλανθρωπία εστί του εξαίρετου, αλλά μετά μεν την αμαρτίαν κολάζοντα, μετά δε την άφεσιν ευθύς και την κόλασιν λύοντα.


Και τούτο εικότως΄ ει γαρ το προσκρούσαι Θεώ ποιεί την κόλασιν, του αιτίου λυθέντος και της καταλλαγής γενομένης, και το αιτιατόν, όπερ έστίν η κόλασις, εξ άνάγκης συνδιαλέλυται. Απόδοση στη νεοελληνική, ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΙΛΙΑ: «Δεύτερη Απολογία προς τους Λατίνους, του σοφότατου και λογιότατου κυρ. Μάρκου του Ευγενικού, στην οποία εκτίθεται και η αληθινή δόξα της Εκκλησίας των Γραικών». Εμείς δεν ισχυριζόμαστε ούτε ότι οι δίκαιοι απολαμβάνουν τελείως τον δικό τους κλήρο και εκείνη τη μακάρια κατάσταση την οποία προετοίμασαν για τους εαυτούς τους από την παρούσα ζωή ούτε ότι οι αμαρτωλοί αμέσως μετά το θάνατο οδηγούνται στην αιώνια κόλαση, στην οποία θα βασανίζονται αδιαλείπτως, αλλά ότι αυτά, και τα δύο, θα γίνουν υποχρεωτικά μετά την έσχατη ημέρα της Κρίσεως και την Ανάσταση όλων των ανθρώπων.


Αυτό που συμβαίνει τώρα, είναι το ότι και οι μεν και οι δε βρίσκονται στους κατάλληλους τύπους, κάποιοι ζώντας άκοπα σε όλα και ελεύθεροι στον ουρανό, μαζί με τους αγγέλους και κοντά στο Θεό και μάλιστα στον παράδεισο, απ’ όπου εξέπεσε ο Αδάμ αλλά εισήχθη στη θέση του, πριν απ’ όλους, ο ευγνώμων ληστής, και ζουν εκάστοτε κοντά σε εμάς, στους ναούς όπου τιμώνται, εισακούουν αυτούς που τους επικαλούνται, πρεσβεύουν υπέρ αυτών στο Θεό, αφού έχουν λάβει αυτή την εξαιρετική τιμή από αυτόν, θαυματουργούν μέσω των λειψάνων τους και απολαμβάνουν τη μακάρια θεωρία του Θεού και τη δόξα που εκπέμπεται από αυτόν, περισσότερο τέλεια και καθαρά παρά προηγουμένως, στην επίγεια ζωή, αν τούς συνέβη να βιώσουν αυτήν την εμπειρία. 'Οσοι πάλι έχουν λάβει την αντίθετη μοίρα, κλεισμένοι στον άδη, βρίσκονται σε μέρη κατασκότεινα και ζουν στη σκιά του θανάτου και στον κατώτατο λάκκο, όπως λέει ο Δαυίδ και αλλού πάλι ο Ιώβ «σε γη σκοτεινή και ζοφερή, σε γη αιωνίου σκότους όπου δεν υπάρχει φέγγος ούτε μπορεί να δει κανείς τη ζωή των θνητών».


Και οι μεν συμβαίνει να ζουν μέσα σε κάθε ευφροσύνη και ιλαρότητα προσδοκώντας, χωρίς μόνο να ζουν εκείνη τη στιγμή, τη βασιλεία που την έχει υποσχεθεί ο Κύριος και τα απερίγραπτα αγαθά. Αντιθέτως όμως, οι άλλοι (ενν. συμβαίνει να ζουν) μέσα σε κάθε στεναχώρια και απαρηγόρητη θλίψη, όπως κάποιοι κατάδικοι οι οποίοι δέχονται την απόφαση του δικαστή και τα βάσανα πού έχουν προβλεφθεί· η θέση εκείνων είναι ούτε να λαμβάνουν την κληρονομιά της βασιλείας και «αυτά που οφθαλμός δεν είδε, ούτε αυτί ακούσαι, ούτε νους ανθρώπου ενετύπωσε αγαθά», ούτε να παραδίδονται στα αιώνια βάσανα και να κατακαίγονται σε άσβεστη φωτιά. Και αυτήν την επίγνωση άνωθεν, από τους πατέρες μας έχουμε λάβει ως παράδοση και από αυτές τις θείες γραφές μπορούμε εύκολα να την εκφράσουμε.


Είναι φανερό, λοιπόν, απ’ όλα αυτά, όπως και από όσα κάποιοι από τους αγίους είδαν με οπτασίες και αποκαλύψεις για τη μέλλουσα κόλαση και τη θέση των ασεβών και αμαρτωλών σε αυτή, ότι αυτά ήταν κάποιες σκιαγραφίες των μελλόντων, και, κατά κάποιον τρόπο, προτυπώσεις, αλλά δεν είναι καταστάσεις που ήδη συμβαίνουν και βρίσκονται εν ενεργεία, όπως διαγράφει ο Δανιήλ προφητικά εκείνη τη μελλοντική κρίση «έβλεπα, λέει, μέχρι ποιο σημείο τοποθετήθηκαν οι θρόνοι, και δικαστήριο ξεκίνησε, και βιβλία άνοιξαν και έγιναν τα εξής». Είναι εμφανές ότι δεν έχουν γίνει ακόμα αυτά, αλλά στον προφήτη πνευματικά φανερώθηκαν. Σχετικά με αυτά τα ζητήματα, οι απόψεις που έχουν λεχθεί από εσάς και προέρχονται από το βιβλίο των Μακκαβαίων και το Ευαγγέλιο, κατά τη δική μας μελέτη, απλά και μόνο για να πούμε την αλήθεια, δε φανερώνεται σε αυτές (δηλ. στις συγκεκριμμένες περικοπές) καμμία κόλαση ούτε βέβαια κάθαρση, παρά μόνο άφεση αμαρτιών.


Εσείς δημιουργήσατε αυτήν την άξια απορίας διαίρεση, λέγοντας ότι κάθε αμαρτία σ’ αυτή την πρόσκρουση με το Θεό διαιρείται, και την ακολουθεί τιμωρία· αυτών των οποίων η πρόσκρουση με τη συντριβή και την αποκήρυξη του κακού συγχωρείται και η ενοχή της τιμωρίας οφείλεται πάντως, σαν να είναι ανάγκη αυτοί στους οποίους έχουν συγχωρεθεί οι αμαρτίες να τιμωρούνται γι’ αυτό το λόγο ακόμα για αυτές.


Αυτά, λοιπόν, επειδή μάχονται τα φανερά και τα παραδομένα σε εμάς, δεν τα λογαριάζουμε διότι ούτε βασιλείς βλέπουμε να τιμωρούν αυτούς που έχουν αμαρτήσει, αφού έχουν χορηγήσει την αμνηστεία και την άφεση, ούτε πολύ περισσότερο το Θεό, στον οποίο ενώ είναι πολλά τα γνωρίσματά του, η φιλανθρωπία είναι το πιο εξαιρετικό, αλλά (ενν. αντίθετα τον βλέπουμε) μετά την αμαρτία να τύπτει παιδαγωγικά, και μετά την άφεση αμέσως να παύει την παιδαγωγία. Και αυτό γίνεται εύλογα εάν το να προσκρούει κανείς στο Θεό δημιουργεί το παιδαγωγικό ράπισμα, όταν παύσει το αίτιο και όταν επέλθει αλλαγή στη συμπεριφορά του ανθρώπου, τότε και το αιτιατό, όπως είναι και η τιμωρία, εξ ανάγκης λύεται και αυτό.


Τ έ λ ο ς



Εισαγωγή και πρώτη αποκλειστική δημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο 
''SERAFIM ROSE: Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ''. 
Η επεξεργασία, επιμέλεια και μορφοποίηση κειμένου και εικόνων έγινε από τον Ν.Β.Β. 
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο, για μη εμπορικούς σκοπούς με αναφορά πηγής το
Ιστολόγιο© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (http://www.alavastron.net/)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου